Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Τανκς και τρακτέρ καταλύουν το ίδιο τη δημοκρατία

Χρήστος Γιανναράς

Στην ελλαδική «δημοκρατία», εν έτει 2010, δύο πολιτικά κόμματα λογαριάζουν τον εαυτό τους υπεράνω του Νόμου. Κατ’ εξακολούθησιν στην πράξη. Αλλά και με συνεχείς δημόσιες διακηρύξεις. Η προκλητικότερη ήταν στην τηλεοπτική συνέντευξη των κομματικών αρχηγών, πριν από τις εκλογές του 2007, όταν δηλώθηκε απερίφραστα: «Ας ψηφίζει όσους νόμους θέλει το Κοινοβούλιο, εμείς κατεβαίνουμε στους δρόμους και καταργούμε τους νόμους»!

Δεν υπήρξε τότε αντίδραση άλλου κομματικού αρχηγού ούτε αυτεπάγγελτη παρέμβαση των υπεύθυνων για την προστασία του Συντάγματος λειτουργών της Δικαιοσύνης. Στο Ελλαδιστάν τα δύο υπεράνω του Νόμου κόμματα μπορούν να ατιμάζουν το Σύνταγμα και το κοινοβουλευτικό πολίτευμα χωρίς καμιά συνέπεια.

Λειτουργούν με τη λογική των άλλοτε «εθνοσωτήριων» στρατιωτικών συνωμοτικών ομάδων, που πίστευαν ότι η δική τους κρίση και εκτίμηση αρκεί για να ανασταλεί η ισχύς του Συντάγματος και των νόμων προκειμένου να σωθεί το έθνος. Τα δύο κόμματα που σήμερα τους μιμούνται, κρίνουν ότι οφείλουν με αντισυνταγματικές και εκτός νόμου πρακτικές να προστατεύσουν τα συμφέροντα του «λαού», δηλαδή συντεχνιών που τα ίδια ελέγχουν.

Η αντιστοιχία έχει δύο τρανταχτές διαφορές: Οι συνωμότες στρατιωτικοί καταπατώντας το Σύνταγμα δεν ψηφοθηρούσαν. Και δεύτερο, διακινδύνευαν: έπαιζαν το κεφάλι τους ή τον ισόβιο εγκλεισμό τους. Τα «φιλολαϊκά» κόμματα σήμερα και ψηφοθηρούν αδιάντροπα και απολαμβάνουν την απεριόριστη ανοχή της κομματοκρατούμενης «δημοκρατίας».

Εκεί είναι το κυρίως σκάνδαλο: στην αυτοκτονική ανοχή του φασισμού από το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς δικαστικής εξουσίας, τον Τύπο, την κοινή γνώμη. Αν κάποιος πραξικοπηματίας αξιωματικός σήμερα κατέβαζε τανκς στους κόμβους του οδικού δικτύου νεκρώνοντας τη χώρα, όλοι θα εγκρίναμε και θα τιμούσαμε κάποιον ανώτερό του αξιωματικό με ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, που θα αναλάμβανε να προστατεύσει, με οποιοδήποτε ρίσκο, το Σύνταγμα και τις εκεί κατοχυρωμένες ελευθερίες μας. Ομως, όταν τα συνδικαλιστικά (επαγγελματικά) στελέχη των δύο υπεράνω του Νόμου κομμάτων κατεβάζουν τρακτέρ και κλείνουν τα περάσματα στις εθνικές οδούς θέτοντας σε ομηρεία ολόκληρη τη χώρα, ανεχόμαστε όλοι να παζαρεύει η κυβέρνηση τις ελευθερίες μας με τους φασίστες, δεν τολμάμε να ψελλίσουμε αίτημα να υπερασπίσει το κράτος, με οποιοδήποτε ρίσκο, το Σύνταγμα.

Τα δύο υπεράνω του Νόμου κόμματα έχουν επιβάλει στην Ελλάδα μιαν α-λα-καρτ δικτατορία: Επιτρέπουν να λειτουργούν κάποιες επιφάσεις κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά απαιτούν και επιβάλλουν να είναι ασύδοτα τα δικά τους ψηφοθηρικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Δύναμη επιβολής τους είναι η βία, ο πρωτογονισμός της ιδιοτέλειας. Ομως τις πρακτικές της βίας (καταλήψεις, βανδαλισμούς, τραμπουκισμό, γκανγκστερικούς εκβιασμούς) τις ονομάζουν «αγώνες». Λένε: «θα συνεχίσουμε τους αγώνες μας μέχρι να δικαιωθούμε» – δηλαδή θα πνίγουμε όλους τους άλλους, ώσπου να γίνει το δικό μας.

Αδίστακτοι παραχαράκτες, καπηλεύονται το τίμιο όνομα της Αριστεράς, όνομα κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων στην πολιτική: Βαφτίζουν κάθε οργανωμένη, επιθετική ιδιοτέλεια, κάθε τυραννικό του λαϊκού σώματος τσαμπουκά, «κίνημα» - αγροτικό, φοιτητικό, μαθητικό κίνημα, ακόμα και των χρυσοκάνθαρων που λυμαίνονται τα λιμάνια. Διακηρυγμένοι θαυμαστές και οπαδοί της μονοκομματικής «δημοκρατίας» μαρξισμού - λενινισμού, εκμεταλλεύονται χυδαία τις προνομίες που τους παρέχει ο κοινοβουλευτισμός (οικονομικές επιχορηγήσεις, ανεξέλεγκτες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ασυδοσία προπαγανδιστικής απάτης, ατιμωρησία κοινωνικών εγκλημάτων σε καθημερινή βάση) με μοναδικό στόχο να κατορθώσουν κάποτε να επιβάλουν στη χώρα το ολοκληρωτικό τους σύστημα.

Αυτά τα προφανή και κατάφωρα γιατί τα ανέχεται η ελλαδική κοινωνία, αν και έμπειρη εμφύλιας τραγωδίας που την προκάλεσαν οι εραστές του μονοκομματικού κράτους; Η απάντηση δεν είναι άσχετη με τη (συμπτωματική ή μεθοδευμένη) εκπαιδευτική παρακμή μας, το διαλυμένο, τριάντα πέντε χρόνια τώρα, σχολικό μας σύστημα, την αγλωσσία και τρομακτική αλογία - ασυνεννοησία που δυναστεύει την κοινωνία μας.

Λαϊκιστές ή ανίκανοι πρωθυπουργοί χρησιμοποιούν ως άλλοθι την προσφορά ανοχής και κολακείας στους μανιακούς του ολοκληρωτισμού και της βίας, πρώτον: Για να καλύψουν την ανικανότητά τους στην υπεράσπιση των θεσμών δημοκρατίας, δεύτερον: Για να αγρεύσουν ψήφους των συμπτωματικά ίσως στρατευμένων στον ολοκληρωτισμό, τρίτον: Γιατί διψάνε μόνο για εξουσία και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να εντοπίσουν αντιπρόταση στην παραχάραξη και καπηλεία της Αριστεράς.

Θηριώδη, υπερσύγχρονα τρακτέρ – το καθένα θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες δέκα καλλιεργητών, όχι ενός. Και πλημμυρίζουν κατά χιλιάδες, κάθε χρόνο, το εθνικό οδικό δίκτυο, για να επιβάλουν, ως άλλα τανκς νομιμοποιημένης πια χούντας, γκανγκστερικούς εκβιασμούς των δύο υπεράνω του Νόμου κομμάτων. Επίδειξη τα τρακτέρ παρανοϊκής σπατάλης του πλούτου που έρρευσε γενναιόδωρα, προκειμένου να οργανωθεί μεθοδικά ο συντονισμός των καλλιεργειών στην Ε. Ε. και ο εκσυγχρονισμός τους: να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη ευμάρεια και ποιότητα ζωής ο αγρότης. Αλλά την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη τη μεταποίησαν οι εξουσιολάγνοι πολιτικάντηδες σε δολώματα ψηφοθηρίας παγιδεύοντας τους αγρότες στην κρατικοδίαιτη ραστώνη, στην εκβιαστική ιταμότητα του τραμπουκισμού.

Με ανάλογο λαϊκισμό, ψηφοθηρικό και εκμαυλιστικής κολακείας, παρέδωσαν την εκπαίδευση της νεολαίας (τον απόλυτα ιδεολογικό έλεγχο του υπουργείου Παιδείας) σε «αποδομιστές» κάθε νοήματος πατρίδας και Ιστορίας, σκοταδιστές δογματικούς της βίας, κολλημένους σαν στρείδια στην πιο αναχρονιστική, παλαιοημερολογίτικη εκδοχή του μαρξισμού. Ετσι ώστε να ετοιμάζει το ελληνικό σχολειό και πανεπστήμιο «αντιστασιακούς» απέναντι σε μια φαντασιωδώς επερχόμενη εθνικιστική χούντα, αλλά απόλυτα ανεκτικούς απέναντι στον φασισμό της βίας των τρακτέρ, των «καταλήψεων», των δηώσεων, των γκανγκστερικών εκβιασμών.

Και ο «μέσος Ελληνας» μέσα στη γενική κατάρρευση, ζητεί απεγνωσμένα κάπου να γαντζωθεί, να ελπίσει σε κάτι. Τουλάχιστον, όταν είχε να κάνει με τη βία των τανκς και επίορκους στρατιωτικούς, ήξερε να ξεχωρίσει την αυθαιρεσία από τη φιλοπατρία, τον φασισμό από τη δημοκρατία. Σήμερα, που έχει να κάνει με τη βία των τρακτέρ και τον φασισμό κοινοβουλευτικών κομμάτων, η σύγχυσή του είναι πανικός και απόγνωση. Ακρως επικίνδυνο μείγμα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 31-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Γράμματα Σπουδάματα - Η Παιδεία των Τριών Ιεραρχών - 26 Ιαν 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά για την Παιδεία των Τριών Ιεραρχών, με καλεσμένο τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ π. Θεόδωρο Ζήση.

 

Σχετικά:
[1] Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ορθοδοξία και ορθολογισμός, 3.2.02
[2] Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Οι μεγάλοι Πατέρες του 4ου αιώνος - 15 Ιαν 08

Διαβάστε περισσότερα......

Το γνωσιολογικό και μεθοδολογικό ζήτημα

Ο δικέφαλος αετός, έμβλημα της Δυναστείας των Παλαιολόγων και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με το μονόγραμμα των Παλαιολόγων στο κέντρο.
Τοιχογραφία του 14ου αιώνα σε ναό.

Γιώργος Κοντογιώργης

Η βυζαντινή κοσμόπολη ως παράμετρος του ελληνικού κοσμοσυστήματος και η δυτικό-ευρωπαϊκή μετάβαση στον ανθρωποκεντρισμό (α' μέρος)

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ως πεδίο επιστημονικής έρευνας αποτελεί την τυπικότερη ίσως περίπτωση παραμορφωτικής παρέμβασης στο ιστορικό γίγνεσθαι. Υπέστη τις συνέπειες της δια-κοσμοσυστημικής διαμάχης μέσα από την οποία ανεδείχθη ο νεότερος κόσμος. Περιήλθε στην αρμοδιότητα της εθνοκεντρικής και μάλιστα της κρατοκεντρικής ιστορίας, η οποία επιχείρησε την αποδόμησή του, προκειμένου να τεκμηριωθεί η νομιμότητα της νεότερης εξέλιξης. Τέλος, περισσότερο από κάθε άλλο ιστορικό παράδειγμα, υπήρξε θύμα της γνωσιολογικής και μεθοδολογικής υστέρησης της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης, με αφετηρία την αδυναμία της να αρθρώσει το συγκριτικό της διάβημα κατά τρόπο ισόρροπο και σφαιρικό. Δεν είναι τυχαίο ότι η νεοτερική κοινωνική επιστήμη εξακολουθεί να μην ενσωματώνει τη διαχρονία σ' αυτό ή να το πράττει μόνο για να επιβεβαιώσει την αρνητική της προδιάθεση και, περαιτέρω, την ανωτερότητά της.

     Η ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στη δεσποτική Ευρώπη και στον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό, που ενσαρκώνει η λεηλατική εμπλοκή της λατινικής δύσης στα πράγματα του Βυζάντιου, συνδυάσθηκε με τη φανταστική αναγωγή της (δυτικής) Ρώμης σε γενετικό παράδειγμα κατά τη μετέπειτα πορεία του νεότερου κόσμου προς τον ανθρωποκεντρισμό. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να επιβαρυνθεί το ελληνικό ανθρωποκεντρικό πρότυπο και, ιδίως, το «εκ των ων ουκ άνευ» θεμέλιο της ανθρωποκεντρικής μετάβασης του νεότερου κόσμου, το Βυζάντιο, με αρνητικό πρόσημο2.

     Η λειτουργία της «Ρώμης» ως γέφυρας για την «αποκατάσταση» της συνέχειας του ευρωπαϊκού κόσμου με το απώτερο ελληνικό κρατοκεντρικό παρελθόν έγινε αναπόφευκτη από τη στιγμή που ο κόσμος αυτός άρχισε να αποστασιοποιείται από τις οικουμενικές παραμέτρους του ελληνικού κοσμοσυστήματος και να εισέρχεται σε μια ανθρωποκεντρικά διατεταγμένη κρατοκεντρική τροχιά. Το Βυζάντιο θα αποκοπεί από τις ιστορικές του βάσεις και θα αποδοθεί στην αρμοδιότητα της εθνοκεντρικής ιστοριογραφίας, η οποία, ως μη εθνοκεντρικό, θα το κατατάξει στο Μεσαίωνα.

     Πρόκειται, επομένως, για κατάταξη που υπαινίσσεται ότι το Βυζάντιο, σε αντίθεση με την ανθρωποκεντρική Ρώμη, υπέστη μια διάρρηξη της συνέχειάς του με το ελληνικό κοσμοσυστημικό παρελθόν και διήνυσε έκτοτε μια ιστορική πορεία ανάλογη με εκείνη της μεσαιωνικής Ευρώπης. Δεν θα παραλείψει ωστόσο η εθνοκεντρική ιστοριογραφία, συνεπής με τις γνωσιολογικές της σταθερές, να αναδείξει στην περίπτωση του Βυζαντίου τις εθνολογικές του συνιστώσες, πράγμα που εναρμονίζεται πλήρως με το όλο εγχείρημα -όχι όμως και της Ρώμης- της αποδόμησης της ενγένει κοσμοσυστημικής ιδιοσυστασίας του ελληνισμού3. Το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας για μεν την κρατοκεντρική του φάση θα ορισθεί ως «Ελλάδα», για δε την ύστερη οικουμενική του φάση θα κληθεί να υπηρετήσει τις εθνοκεντρικές αναγνώσεις της ιστορίας.

     Το μεθοδολογικό πρόβλημα γίνεται εμφανέστερο εκεί όπου επιχειρείται η περιοδολόγηση της ιστορίας. Μέτρον κρίσεως για τη νεότερη κοινωνική επιστήμη είναι η εθνική αναφορά ή ταυτότητα του ηγεμονεύοντος κοινωνικού μορφώματος ή «λαού». Διακρίνεται έτσι η ιστορία σε ελληνική, ελληνιστική, ρωμαϊκή, βυζαντινή, αραβική και ούτω καθεξής. Στην καλύτερη περίπτωση προβάλλει ως ολοκληρωμένη κοινωνική παράμετρος το κράτος και, κατ' επέκταση, μια γεωγραφικά προσδιορισμένη πολιτειακή οντότητα, που ωστόσο έχει επίσης εθνική αναφορά. Εκεί που αυτό δεν είναι εφικτό επιστρατεύεται το συλλογικό εθνοτικό γίγνεσθαι, εμβαπτισμένο στις «μεγάλες διάρκειες», όπως στην περίπτωση της Μεσογείου. Επ' ουδενί όμως το κοσμοσυστημικό επιχείρημα, η συνολική φύση του κόσμου που ιστορείται.

     Η εθνοκεντρική «ερμηνευτική» της ιστορίας συνδυάζεται με το «κινούν αίτιο» του ιστορικού γίγνεσθαι, το οποίο είναι, σε τελική ανάλυση, για τη νεοτερικότητα, η δύναμη και οι σχέσεις δύναμης. Η πολιτική ως φαινόμενο εξομοιώνεται με το αποτέλεσμα των σχέσεων δύναμης και, στην καλύτερη περίπτωση, με την εξουσία. Απουσιάζει πλήρως ένας προβληματισμός που να εικάζει το ενδιαφέρον του για τη φύση και το αναπτυγματικό περιεχόμενο του κοινωνικού και πολιτικού φαινομένου, για τη «λογική» του κόσμου και, επέκεινα, την ιδιοσυστασία της κοσμοσυστημικής ολότητας όπου εγγράφονται τόσο τα επιμέρους κοινωνικά μορφώματα (όπως οι πόλεις ή τα κράτη) όσο και, μεταξύ των άλλων, οι συσχετισμοί. Αγνοούνται, εν ολίγοις, οι θεμελιώδεις παράμετροι πάνω στις οποίες εδράζεται ο κόσμος και δυνάμει των οποίων κατηγοριοποιείται η πραγματική του φύση, η ίδια η διαφοροποίηση και η εξέλιξη του κοινωνικού ανθρώπου, στη μικρή και στη μεγάλη διάρκεια. Κατά τούτο, η εθνοκεντρική περιοδολόγηση της ιστορίας θα διακρίνει στην προβολή του νεοτερικού κανόνα στο παρελθόν ένα ισχυρό καταφύγιο νομιμοποίησης, πολλώ μάλλον αφού αυτό θα ενισχυθεί, όπως είδαμε, από την κατάφαση στην καθολική ανωτερότητα της εποχής μας.

     Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις επιπτώσεις της αδυναμίας αυτής της νεοτερικής κοινωνικής επιστήμης για την κατανόηση του νεότερου και ιδίως του ιστορικού κόσμου, κρίνουμε ως επείγουσα την ανάγκη να εστιάσουμε την προσοχή μας σε μια προσπάθεια συγκριτικής ανασύνδεσης των δυο αυτών κόσμων, από την οποία θα προκύψει, ελπίζεται, μια συνολική εναλλακτική πρόταση. Για το εγχείρημα αυτό το Βυζάντιο αναδεικνύεται σε κομβική συνιστώσα της προβληματικής μας.

     Λαμβάνουμε ως σημείο αφετηρίας την πολυσήμαντη ολότητα που αποκαλέσαμε ήδη κοσμοσύστημα. Το κοσμοσύστημα δεν ταυτίζεται με το σύνολο των «κρατών», ούτε όλα τα «κράτη» αποτελούν αναγκαστικά μέρος του ιδίου κοσμοσυστήματος. Το «κράτος» συνιστά το θεμελιώδες ή πρωτογενές πολιτειακό κύτταρο του κοσμοσυστήματος και, συνεπώς, μια καταστατική παράμετρο του. Το κοσμοσύστημα, όμως, ορίζεται από άλλες παραμέτρους, οι οποίες «αποφαίνονται» για τη φύση και για τη θέση του «κράτους» μέσα σ' αυτό. Αναφέρουμε την οικονομία, την επικοινωνία, την ιδεολογία, δηλαδή διαστάσεις του ανθρώπινου βίου των οποίων η ιδιοσυστασία συνθέτει μια ενότητα με κοινές ορίζουσες και θεμέλια4.

     Διακρίναμε για λόγους συστηματικούς δυο βασικούς τύπους κοαμοσυστημάτων: τον δεσποτικό και τον ανθρωποκεντρικό. Ο δυτικο-ευρωπαϊκός Μεσαίωνας ταξινομείται στο δεσποτικό κοσμοσύστημα. Η φεουδαρχία προσεγγίζει το σύνολο της κοινωνικής σχέσης (κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής κτλ.) με όρους ιδιοκτησίας, συγκροτεί δηλαδή «κοινωνίες υποκειμένων». Ως εκ τούτου, ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας υποδεικνύει ότι η «λατινική» Ευρώπη πέρασε από το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, στο οποίο είχε ενσωματωθεί ως ένα βαθμό προηγουμένως5, σε ένα διαφορετικό, δεσποτικά διατεταγμένο, κοσμοσύστημα. Είναι φανερό ότι αναφερόμαστε σε μια τυπολογικά διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα.

     Ώστε η εθνοκεντρική σχολή σκέψης, εντάσσοντας στο Μεσαίωνα το Βυζάντιο, για το οποίο δεν προκύπτει από πουθενά ότι συνέτρεξαν οι συνθήκες μιας καταστατικής ρήξης με το παρελθόν, εν αντιθέσει με τη δυτική Ρώμη, συνομολογεί ουσιαστικά ότι τυπολογεί την ανατολική «Ρώμη» στο δεσποτικό κοσμοσύστημα6. Με τον τρόπο αυτό, μια ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία, που συνάπτεται με την εξέλιξη της «λατινικής» Ευρώπης, αναδεικνύεται σε γενικό ερμηνευτικό πρόταγμα, που επιχειρεί να αναπροσαρμόσει τη μετα-ρωμαϊκή περίοδο του ελληνισμού στα δεσποτικά της μέτρα. Στην ίδια αυτή γραμμή σκέψης, επιχειρείται να συνδυασθεί με τον θεμελιώδη εθνοκεντρικό κανόνα, το κοσμοσυστημικό περίγραμμα του ρωμαϊκού και, μάλιστα, του προ-ρωμαϊκού ελληνισμού. Κατά τούτο η ιστορία του αρχαίου ελληνισμού συμπυκνώνεται, όπως είδαμε, στην ιστορία της «Ελλάδας».

Από το βιβλίο: Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, Εκδόσεις Πατάκη

 


2. Επιβάρυνση που έμελλε να προσημειωθεί σημαντικά στο ίδιο το περιεχόμενο του εθνοκεντρικού ανθρωποκεντρισμού μεγάλης κλίμακας. Είναι προφανές ότι η επιλογή αυτή είναι εξολοκλήρου ιδεολογικά σεσημασμένη, δεδομένου ότι το Βυζάντιο δεν αποτελεί παρά τη «ρωμαϊκή» οικουμενική κοσμόπολη, απαλλαγμένη μάλιστα από τις δεσποτικές καταβολές που έφερνε μαζί της η (δυτική) Ρώμη και οι οποίες υπήρξαν, άλλωστε, θεμελιώδεις για την κατάρρευσή της. Περιττεύει να διευκρινίσουμε, φυσικά, ότι από κοσμοσυστημική άποψη η έννοια της Ρώμης υποδηλώνει απλώς μια μετατόπιση ισχύος στο εσωτερικό του εν γένει ελληνικού κοσμοσυστήματος, η οποία έμελλε να συντελεσθεί με υψηλό κόστος, λόγω της δεσποτικής ιδιοσυστασίας της ιταλικής αυτής πόλης.

3. Όχι απαραιτήτως εκ προθέσεως, αλλά λόγω της αδυναμίας της να συλλάβει την ακριβή φύση του.

4. Περισσότερα, Γ. Κοντογιώργη, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, όπ.παρ.

5. Στην πραγματικότητα, η ρωμαϊκή επέμβαση στα ελληνικά ζητήματα, αν και στην πρώτη φάση της υπήρξε λεηλατική, εντέλει, επέβαλε τη μετάβαση του συστήματος των πόλεων-κρατών της δυτικής παρειάς του ελληνικού κοσμοσυστήματος στην οικουμένη. Η μετάβαση αυτή, όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Μακεδονίας, είχε ως συνέπεια την ενσωμάτωση, ενείδει εσωτερικής περιφέρειας, του εξωτερικού ζωτικού χώρου των πόλεων-κρατών. Εν προκειμένω, της ευρωπαϊκής ενδοχώρας.

6. Καταβλήθηκε πράγματι πολύς κόπος για να καταδειχθεί ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα φεουδαλικό κεφάλαιο στην ανθρώπινη ιστορία, που όμοιό του αποτελεί η ευρωπαϊκή ή, κατ' άλλους, η ασιατική (ή κρατική) δεσποτεία.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ανιχνεύσεις - Λυγερός - Η Ελλάδα είναι χώρα και όχι χώρος - 27 Ιαν 10

Στα πλαίσια της εκπομπής Ανιχνεύσεις της 27.1.10 με θέμα «Μετανάστες και ιθαγένεια: η ελληνική περίπτωση», ο Σταύρος Λυγερός υπενθυμίζει πως η Ελλάδα είναι τρόπος ζωής και όχι απλώς μια τοπική έκταση ή ένα κρατικό σχήμα.

 

Σχετική αρθρογραφία:
[1] Σταύρος Λυγερός, Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια: ανάγκη, παγίδες, ιδεολογήματα, 3.1.10
[2] Σταύρος Λυγερός, Μία διάτρητη απάντηση, 15.1.10
[3] Σταύρος Λυγερός, Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, 22.1.10
[4] Σταύρος Λυγερός, Ελλάδα: Χώρα Ή χώρος;, 25.1.10

Διαβάστε περισσότερα......

Ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος

 

Κύριε διευθυντά,

Παλλάδιο ηθικό των Ελλήνων της γενεάς μου, η επί αιώνες πολλούς παρουσία του ελληνικού έθνους στην ιστορία της ανθρωπότητας, από τους προ Χριστού χρόνους έως την εποχή μας και με συμβολή μεγαλουργό κάποτε, αμφισβητείται και πάλι, από Ελληνες τώρα μάλιστα, και χαρακτηρίζεται έωλο θεώρημα, γέννημα του ελληνικού ρομαντισμού του ΙΘ΄ αιώνα είτε κατασκεύασμα ιδεολογικό της εκπαιδευτικής πολιτικής του νεοσύστατου κράτους.

Δεν κατονομάζω πρόσωπα, εφόσον αδυνατώ να τα επαινέσω. Δεν ανέχομαι όμως την οικτρή αυτή απάρνηση της ιστορικής αλήθειας, συνοδευμένη, άλλωστε, και από την αξίωση να εισαχθεί στα διδακτικά βιβλία της Ιστορίας.

Επικαλούμαι, λοιπόν, τα εξής προς τους διδασκάλους της Ιστορίας ή και προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο:

1. Ο φιλόσοφος Πλήθων, στον 15ο αιώνα, είχε ζητήσει, πριν από την Αλωση, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, να ανακηρυχθεί Βασιλεύς των Ελλήνων, ώστε και να συμμορφωθεί προς την ιστορική τότε πραγματικότητα.

2. Ο πρώτος μετά την Αλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απευθυνόμενος στους μοναχούς της Πάτμου, τονίζει προς αυτούς ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υπόδουλου Γένους.

3. Ο Ιανός Λάσκαρις και άλλοι Ελληνες λόγιοι στην Ιταλία, πολύ πριν από τον 19ο αιώνα, όχι μόνο διδάσκουν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και με αμείωτο ζήλο επιδιώκουν να προκαλέσουν πολεμική επιχείρηση των Δυτικοευρωπαίων για την απελευθέρωση των συγχρόνων τους Ελλήνων.

4. Στον 17ο αιώνα, ο Ελληνας Επίσκοπος Βελιγραδίου έγραφε για τον σύγχρονό του φιλόσοφο Θεόφιλον Κορυδαλλέα ότι δεν υστερεί όχι μόνο των διάσημων τότε φιλοσόφων της Ιταλίας, αλλά και των ημετέρων φιλοσόφων της αρχαίας εποχής.

5. Ο μέγας ζωγράφος Θεοτοκόπουλος, στον 17ο αιώνα, ονομάζεται για τους Ευρωπαίους «Ελ Γκρέκο», ο Ελληνας με όσα ένδοξα υποβάλλει τότε η λέξη αυτή, ενώ και υπενθύμιζε την ύπαρξη του Γένους των Ελλήνων, μεγαλουργού άλλοτε και υπόδουλου τότε.

6. Αλλά και στον 18ο αιώνα, Ελληνες έμποροι και λόγιοι, που ζούσαν και δρούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη σημερινή Ρουμανία, διατηρούσαν ακμαίο το ελληνικό φρόνημά τους, μάλιστα ήκμαζαν τότε οι «Αδελφότητες» Ελλήνων στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

7. Ο Διονύσιος Σολωμός, στον Υμνον εις την Ελευθερίαν, γραμμένον πριν να υπάρξει ακόμη ελληνικό ανεξάρτητο κράτος, όχι λοιπόν ως φερέφωνο της εκπαιδευτικής πολιτικής του, αναφέρεται σε «περασμένα μεγαλεία» και χαρακτηρίζει «σαν πρώτα αντρειωμένη» την ελευθερία, δηλαδή εμπνέεται από την ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους.

8. Ο φιλελληνισμός, το υπέροχο αυτό κίνημα των ηθικά αισθαντικών Ευρωπαίων και Αμερικανών, εξηγείται μόνο από την πεποίθησή των ότι ένα μεγαλουργό στους αρχαίους χρόνους έθνος έχει εξεγερθεί για την απόσειση της επί αιώνες δουλείας του.

9. Εκφραστικότατο είναι και ό,τι διακήρυξε ο ραδιοσταθμός της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1940: Οι Ελληνες στην Πίνδο έγραψαν νέον Μαραθώνα. Και ο ρωσικός φιλελληνισμός υπάρχει έντονος ήδη από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

10. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συγκινητική αντοχή του ελληνικού φρονήματος συμπαγών ελληνικών πληθυσμών υπό εξουσία τουρκική επί αιώνες σε περιοχές των εσχατιών της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου, όπου η τοπική ελληνική γλώσσα διατήρησε χαρακτηριστικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής πολύ έκδηλα.

Η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι διάτορα μαρτυρημένη από την ιστορική πραγματικότητα και δεν είναι απλώς εφεύρημα του «ελληνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα», προς ιδεολογική στήριξη «εθνικών επεκτατισμών», όπως επιπόλαια γράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα. Στον 19ο αιώνα συζητήθηκε απλώς η «διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους» με αφορμή την αμφισβήτησή της από μη Ελληνες. Πριν δεν συζητούσαν γι’ αυτήν, καθώς δεν συζητεί κανείς για τα δεδομένα και αυτονόητα.

Οι πολέμιοι της ιστορικής αλήθειας για την αδιάκοπη επί αιώνες πολλούς ύπαρξη του ελληνικού έθνους δεν επιτρέπεται να συγχέουν τη λεγόμενη συχνά «προγονοπληξία» με τη νηφάλια επίγνωση από τους σημερινούς Ελληνες των αρχαιότατων εθνικών τίτλων τους, εμπνευστική μάλλον προς εθνική αξιοπρέπεια ή και υποκινητική σε προσπάθεια για ιστορική μεγαλουργία. Στους αρχαίους Ελληνες διάχυτη κατά Ηρόδοτον ήταν η πίστη ότι «ἀπεκρίθη ἐκ παλαιτέρου τοῦ βαρβάρου ἔθνεος τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν καὶ δεξιώτερον καὶ εὐηθείης ἠλιθίου ἀπηλλαγμένον μᾶλλον». Η πίστη αυτή όμως δεν τους εμπόδισε να μεγαλουργήσουν.

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, Ακαδημαϊκός, πρώην υπουργός Παιδείας

 

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή (Γράμματα Αναγνωστών) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Ορθοδοξία και ορθολογισμός

Οι Τρεις Ιεράρχες

Γεώργιος Μπαμπινιώτης

Η Σχολική Εκπαίδευση συνδυάζει από παλιά την ελληνικότητα και τη χριστιανική πίστη

Έχουμε, αλήθεια, σκεφτεί γιατί μια γιορτή Παιδείας, ένας κατ' εξοχήν εορτασμός του πνεύματος, της γνώσης και της καλλιέργειας ταυτίζεται στην Ελλάδα με μια γιορτή θρησκευτική, μια γιορτή τιμής προς τους θεμελιωτές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης; Είναι σύμπτωση; Είναι συμβολισμός; Είναι ιδεολόγημα; Η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο συνεορτασμός αυτός όχι μόνον δεν είναι συμπτωματικός ή προϊόν ιδεολογήματος, αλλά είναι συσχετισμός ουσίας, απόρροια βαθύτερης πνευματικής και πολιτισμικής σχέσης, σχέσης ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης αυτής της χώρας.

Θεωρώ ότι ο συνεορτασμός πηγάζει από μια σαφή πολιτισμική παραδοχή και εκδοχή της Παιδείας μας: ότι η ελληνική Παιδεία στηρίχτηκε σε δύο παιδευτικούς άξονες, στον ορθολογισμό και στην ορθοδοξία. Με άλλους όρους, στηρίχτηκε: στη σπουδή της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, όπως θεμελιώθηκε στα μεγάλα κείμενα της αρχαίας ελληνικής διανόησης, και στη σπουδή της χριστιανικής ορθόδοξης πίστης, όπως θεμελιώνεται στη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης και ερμηνεύεται στα μεγάλα κείμενα της ορθόδοξης θεολογίας, στα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Η ελληνική σύλληψη της Σχολικής Εκπαίδευσης συνδυάζει από παλιά δύο παιδευτικές αρχές: την ελληνικότητα και τη χριστιανική πίστη, ό,τι ονομάστηκε ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.

Πρόκειται για ένα ιδεώδες που δεν αμφισβητήθηκε βεβαίως, όταν το υποστήριζε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός με επικεφαλής τον Κοραή και τους Διδασκάλους του Γένους, ιερωμένους τους περισσότερους (τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον Νεόφυτο Δούκα, τον Ανθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, τον Νεόφυτο Βάμβα κ.ά.), ούτε όταν το υποστήριξαν ο Μακρυγιάννης, ο Κολοκοτρώνης και άλλοι αγωνιστές. Αμφισβητήθηκε αργότερα, όταν παρασυνδέθηκε μ' έναν έντονο συντηρησμό στην εκπαιδευτική πράξη, και ως όρος απαξιώθηκε συγκυριακά όταν χρησιμοποιήθηκε προπαγανδιστικά στη δικτατορία του Παπαδόπουλου ως εθνικιστικό σύνθημα.

Κι αυτό γιατί οι τρεις αυτοί γίγαντες της πατερικής θεολογίας μέσα από τη βαθιά χριστιανική τους πίστη και το θεϊκό χάρισμα, «τη θεία χάρη» να αποτελέσουν τους κύριους και αυθεντικούς (μετά τον Παύλο) ερμηνευτές της χριστιανικής διδασκαλίας, να ορίσουν την ορθόδοξη διάσταση του Χριστιανισμού, είχαν το πρόσθετο προνόμιο να ακονίσουν το πνεύμα τους στα μεγάλα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας και της ρητορικής, σε γλώσσα ελληνική και σε μεγάλες Σχολές του Ελληνισμού, στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, στην Αντιόχεια κοντά στον Λιβάνιο ο Ιωάννης. Ετσι, ήταν λογικό να γίνουν και οι φυσικοί υποστηρικτές της παιδευτικής σύζευξης των ελληνικών γραμμάτων με τα χριστιανικά διδάγματα της ορθόδοξης πίστης. Αυτοί ήταν που τόλμησαν να υποστηρίξουν την ανάγκη επαφής του Χριστιανού, ιδίως των νέων, με την ελληνική παιδεία, με τα ελληνικά κείμενα: "καί ποιηταῖς καί λογοποιοῖς καί ρήτορσι καί πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμιλητέον, ὅθεν ἄν μέλλη πρός τήν τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν ὠφέλειάν τις ἔσεσθαι". Ο Μ. Βασίλειος δεν διστάζει να πει για τον Ομηρο: "πᾶσα μέν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος, καί πάντα αὐτῷ πρός τοῦτο φέρει". Και χρειάζεται θάρρος για να χαρακτηρίσει κανείς ως απληροφόρητους, ως "κακῶς εἰδότες", όσους θεωρούν "τήν ἔξωθεν (παιδείαν, δηλ. την θύραθεν, την ελληνική) ὡς ἐπίβουλον καί σφαλεράν καί Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν" και να λέει απαξιωτικά "οὔκουν ἀτιμαστέον τήν παίδευσιν (εννοεί την ελληνικήν), ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισιν".

Αν γεφυρώθηκε το χάσμα ανάμεσα στην απέχθεια των νεοφώτιστων Χριστιανών προς την ειδωλολατρία των Ελλήνων και τα ασεβή ελληνικά γράμματα (Έλλην, μη το ξεχνάμε σήμαινε «ειδωλολάτρης», το ίδιο όπως και η λέξη εθνικός) και στην, από την άλλη μεριά, περιφρόνηση των Ελλήνων για τους απαίδευτους Χριστιανούς, αυτό έγινε μόνο χάρις στη σθεναρή στάση, το κύρος και την πρακτική των τριών Μεγάλων ελληνοσπουδασμένων Πατέρων της Εκκλησίας. Στην προσέγγιση μάλιστα προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα συνέβαλε και η υιοθέτηση και καθιέρωση της αττικιστικής μορφής της ελληνικής γλώσσας (αντίθετα προς την απλούστερη ελληνιστική Κοινή, στην οποία είναι γραμμένο το Ευαγγέλιο). Μέσα από αυτήν η πρόσβαση προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα έγινε ευκολότερη.

Η θέση των τριών μεγάλων πνευματικών μορφών και διδασκάλων της ορθόδοξης θεολογίας ήταν προϊόν μιας βαθύτερης ειλικρινούς βιωματικής κατάφασης προς τον Θεό, πρώτα και πάνω απ' όλα, με την τριαδική χριστιανική του σύλληψη, προς τον άνθρωπο, το τέλειο δημιούργημα του Θεού, προς το πνεύμα, που κατ' εξοχήν συνδέει τον άνθρωπο με τον Δημιουργό του, και προς την καλλιέργεια του πνεύματος μέσα από τα διδάγματα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης αλλά και με την κατάκτηση της γνώσης και την άσκηση της κρίσης και της γλωσσικής έκφρασης ακόμη, η οποία - για τους τρεις μεγάλους διανοητές Χριστιανούς - περνάει μέσα από την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά κείμενα. Ετσι, στη διδασκαλία των Μεγάλων αυτών Πατέρων η ορθολογική σκέψη της Δύσης συνδυάστηκε και συμφιλιώθηκε με την ορθοδοξία της Ανατολής, με την αποκάλυψη της χριστιανικής αλήθειας στον ανατολικό χώρο, ενώ ο οικουμενικός χαρακτήρας της χριστιανικής πίστης κάλυψε και καλύπτει Ανατολή και Δύση.

Μπορώ μετά από αυτές τις σκέψεις να μην επαναλάβω, έστω και ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ότι είναι τραγικό σφάλμα να μη διδάσκονται στα σχολεία μας επιλεγμένα αποσπάσματα κειμένων των μεγάλων αυτών μυσταγωγών της Παιδείας μας;

*Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναδημοσίευση από το Βήμα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-02-02

Διαβάστε περισσότερα......

Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Το Τριώδιο - 26 Ιαν 10

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρουσιάζει την ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία του Τριωδίου.

Διαβάστε περισσότερα......

Βιβιλιοκριτική: Χρήστου Γιανναρά - Η απανθρωπία του Δικαιώματος

Η απανθρωπία του Δικαιώματος

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Το εν λόγω βιβλίο του καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Χρήστου Γιανναρά αποτελεί τομή στην όλη συζήτηση για τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Εισάγει μια νέα προβληματική. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μετανεωτερική, γιατί υπερβαίνει τις συνηθισμένες μορφές κριτικής του «δικαιώματος»: τη νεωτερική και τη φουνταμενταλιστική.

Η σύγχρονη νεωτερική κριτική του «δικαιώματος» έχει σαφώς μαρξιστικές καταβολές: Τα λεγόμενα «δικαιώματα του ανθρώπου» δεν είναι παρά μια υποκριτική, δήθεν οικουμενική ιδεολογία, στην υπηρεσία της καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής «κατάκτησης του κόσμου», που άρχισε πριν από πεντακόσια χρόνια και «συνεχίζεται». Πέρα από υποκριτικό και παραπλανητικό, για τον τρίτο κόσμο, το «δικαίωμα» είναι τυπικό, μη πραγματικό, ακόμα και για την ίδια του τη μητρόπολη.

Το συμπέρασμα της κριτικής αυτής είναι, προφανώς, το αίτημα της «ουσιαστικοποίησης του δικαιώματος». Πώς όμως; Η μόνη πρόταση, που μπόρεσε να διατυπωθεί με σαφήνεια και ήδη σφράγισε τον αιώνα μας, είναι η μαρξιστική-λενινιστική: Το αστικό «δικαίωμα» να καταργηθεί, για ένα διάστημα («δικτατορία του προλεταριάτου»), ώσπου να εξαλειφθούν οι όροι που το καθιστούν υποκριτικό-τυπικό και οι οποίοι είναι (κατά τη μαρξιστική ανάλυση) η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Η φουνταμενταλιστική κριτική του «δικαιώματος», που βρήκε γόνιμο έδαφος μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας, υποστηρίζει ότι όλα τα δεινά του σύγχρονου κόσμου (χάσμα Βορρά-Νότου, οικολογικό πρόβλημα κ.λπ.) προκύπτουν από την ατομοκεντρική θεμελίωση του νεωτερικού πολιτισμού, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας είναι ακριβώς τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Μόνη λύση είναι, για τους φουνταμενταλιστές, η επιστροφή στην προνεωτερική κολεκτιβιστική ολότητα, όπου δεν υπάρχει, φυσικά, καμιά θέση για «ατομικιστικά» δικαιώματα.

Η απάντηση της νεωτερικής απολογητικής στις κριτικές αυτές είναι κατηγορηματικά απορριπτική: Το «δικαίωμα» είναι κατάκτηση αδιαπραγμάτευτη. Φυσικά και δεν ισχύει για όλους. Αλλά είναι αδύνατο να γεφυρωθεί τελείως το χάσμα ανάμεσα στον τύπο και την ουσία, τη θεωρία και την πράξη, το ιδανικό και το πραγματικό. Κι εδώ είναι που επικαλούνται την αποτυχία της μαρξιστικής πρότασης. Η αναζήτηση της «πληρότητας» του «δικαιώματος» έφερε μόνο την κατάργηση κάθε δικαιώματος. Στην προοδευτικότερή της μάλιστα εκδοχή, η νεωτερική απολογητική, συζητά σοβαρά τη δυνατότητα μεταρρυθμιστικής «ουσιαστικοποίησης του δικαιώματος». Τη συνδέει με τη μετάπτωση από τον «υποκειμενοκεντρικό» λόγο στον «επικοινωνιακό» λόγο (είναι η θέση π.χ. του γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας).

Ο Γιανναράς σπάει το πλαίσιο αυτό. Δεν στέκεται στο αν το «δικαίωμα» είναι υποκριτικό ή όχι, τυπικό ή μη, στο Κέντρο ή στην Περιφέρεια και σε ποιο βαθμό. Μιλά κατηγορηματικά για την «απανθρωπία» του «δικαιώματος». Απορρίπτει επίσης ανεπιφύλακτα τη φουνταμενταλιστική πρόταση: Ζητά τον «εξανθρωπισμό» του «δικαιώματος». Όχι την κατάργησή του. Ανοίγεται έτσι σε μια πολλά υποσχόμενη μετανεωτερική τοποθέτηση του ζητήματος.

Αλλά γιατί το νεωτερικό «δικαίωμα» είναι «απάνθρωπο»; Το νεωτερικό «δικαίωμα» βασίζεται στην αναγωγή του συγκεκριμένου ανθρώπου σε αφηρημένο άτομο. Απαλείφει τη μοναδικότητα, την ανομοιότητα, την ετερότητα του κάθε ανθρώπου. Ως εργαζόμενος π.χ. διαφέρω μόνο στην «ειδικότητα» και στο «μπαγκράουντ». Ως πολίτης (ψηφοφόρος ή ψηφοθήρας) διαφέρω μόνο στην κομματική ταμπέλα. Ως καταναλωτής είμαι η ακόρεστη επιθυμητική βουλιμία. Έτοιμος να προσκολληθώ στο όποιο φανταχτερό υποκατάστατο έχει προκαθορίσει η επιστημονικά δουλεμένη παραπειστική διαφήμιση. Οι κοινωνικές σχέσεις δομούνται έτσι σε μηχανικά συστήματα, όπου ουδείς αναντικατάστατος. Δεν δουλεύουν με τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με «φορείς» τυποποιημένων «αναγκών» και τυποποιημένων «δικαιωμάτων», που επιδέχονται τυποποιημένη, επίσης, «ικανοποίηση». Η αρχή της αντικαταστασιμότητας του πραγματικού από το ιδεατό, είναι η θεμελιακή αρχή, με βάση την οποία λειτουργεί ο άνθρωπος του νεωτερικού «δικαιώματος». Ιδανικό του είναι να κάνει την κοινωνία μια αυτόματη μηχανή, όπου η αυτονομημένη Αγορά υποτάσσει την Πολιτική και όπου οι πραγματικοί άνθρωποι υποκαθίστανται από στατιστικές μονάδες με «δείκτες» που λαμβάνουν τη μια ή την άλλη «τιμή», ώστε να γίνεται δυνατή η διαπραγμάτευσή τους σε πακέτα.

Δεδομένου ότι το «Σύστημα» αυτό ενσωματώνει όλο μας τον κοινωνικό χρόνο οι συνέπειες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Αν η μοναδικότητα, η ετερότητα, η ιδιοπροσωπία μου, δεν ενσαρκώνονται σε κοινωνικές ανάγκες και δεν διαμεσολαβούνται από κοινωνικές σχέσεις, τότε σε ποιο χώρο και χρόνο μπορούν να ενσαρκωθούν και να υπάρξουν; Καθώς η υπαρκτική διαφορά παύει να κοινωνείται καταδικάζεται να ατροφήσει. Τη θέση του ανθρώπου την παίρνει η ψηφιακή προσομοίωσή του στη μνήμη της κοινωνικής μηχανής. Αλλά δεν γίνεται τότε κι ο ίδιος ο άνθρωπος μηχάνημα; Το τυπικό-απρόσωπο «δικαίωμα» είναι η ιδέα - κλειδί στην οικοδόμηση του πραγματικά απάνθρωπου αυτού Συστήματος. Να γιατί ο Γιανναράς μιλά για «απανθρωπία». Η απανθρωπία είναι εγγενής στην απροσωπία του νεωτερικού «δικαιώματος».

Ποια είναι η πρόταση του Γιανναρά; Είναι να ξαναπάρουμε τα πράγματα από την οντολογική αρχή τους, τώρα που τίθεται θέμα υπέρβασης του νεωτερικού «παραδείγματος». Να ξεκινήσουμε με αφετηρία την απόλυτη ετερότητα, τη μοναδικότητα, τη μη αντικαταστασιμότητα του προσώπου. Με ζητούμενο όχι την άρνησή τους, αλλά την ελεύθερη δυναμική κοινωνικοποίησή τους. Αλήθεια, γιατί να μην είναι δυνατή μια ανανοηματοδότηση του «δικαιώματος», ικανή να άρει την απροσωπία-απανθρωπία του; Κι εδώ ο Γιανναράς μας προτείνει να ξαναπιάσουμε το κομμένο νήμα της ελληνικής εμπειρίας.

Είναι όμως πολύ αμφίβολο αν η διανόησή μας είναι σε θέση να τον παρακολουθήσει. Μπορεί στη Δύση να βρίσκεται σε ανάπτυξη η «μετανεωτερική» αναζήτηση, αλλά εμείς εδώ συζητάμε ακόμη αν πρέπει να ανέβουμε ή όχι στο «τρένο» της νεωτερικότητας. Για να δεχθούμε τη μετανεωτερική πρόκληση πρέπει, πριν απ’ όλα, να αποβάλλουμε τις παρωπίδες: τόσο τις νεωτερικές όσο και τις φουνταμενταλιστικές.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Θ. Δραγώνα: Κατασκευασμένος ο θόρυβος

AUDIO: Θ. Δραγώνα: Κατασκευασμένος ο θόρυβος

Κατασκευασμένο χαρακτήρισε μέσω του ΣΚΑΪ το θόρυβο που έχει δημιουργηθεί για το βιβλίο «Τι είναι η πατρίδα μας», η Θάλεια Δραγώνα, ειδική γραμματέας του υπουργείου Παιδείας.

Όπως είπε το βιβλίο της δεν είναι ιστορικό, αλλά διαθεματικό και στόχο είχε να καταγράψει πόσο εθνοκεντρικό είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Ως προς τα σχέδια της στο υπουργείο Παιδείας, έκανε λόγο για δημιουργία ενός ενταξιακού σχολείου με παιδιά απο όλο τον κόσμο, ώστε να τους δοθούν ίσες ευκαιρίες.

Αναδημοσίευση από το ΣΚΑΪ - Ημερομηνία δημοσίευσης: 21-01-10

 

Σχολιασμός Παν. Ήφαιστου: [Hellenic Professors and PhDs Electronic Forum] [...] Κατά πρώτον, συνιστώ σε όλους να ακούσουν οπωσδήποτε την συνέντευξη της συναδέλφου. Ιδιαίτερα στους επικοινωνιολόγους. Αν αυτό έχει κάποια σημασία σας λέω ότι εγώ και πολλοί άλλοι που θέλουμε όταν υπογράφουμε με τον ακαδημαϊκό μας τίτλο να προσεγγίζουμε τις υποθέσεις που συζητούμε αξιολογικά ελεύθερα, αισθανόμαστε και κάποια συμπάθεια για την Θάλεια Δραγώνα. Μιλώντας πολύ σοβαρά λέω και χωρίς την παραμικρή ειρωνεία, παρατηρώ ότι έγινε ο άξονας γύρω από τον οποίο στροβιλίζεται μια δημόσια συζήτηση πολύ βαθύτερων προεκτάσεων απ’ ότι η δική της εμβέλεια (ή η εμβέλεια οποιουδήποτε από εμάς). Νομίζω ότι ο «καθηγητής της λογικής» Μίκης Θεοδωράκης στην ιδιοφυή του εξάντλησε το ζήτημα με το να εξηγήσει ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην λανθασμένη αποτύπωση μερικών φράσεων αλλά στον προσανατολισμό, στην ουσία και στην πολιτική θεολογία που διατυμπανίζει ένα μεγάλο πλέον εθνομηδενιστικό ρεύμα. [...] Την συνέντευξη την άκουσα προχθές στο αυτοκίνητο και την θεωρώ ως παραδειγματική περίπτωση μεροληπτικής δημοσιογραφίας. Είτε τα μέσα ενημέρωσης θα είναι χώρος αντικειμενικής πληροφόρησης και πλουραλιστικών συζητήσεων στο πλαίσιο των οποίων πληρούνται πάγιοι κώδικες δεοντολογίας, είτε θα είναι εργαλείο μεταμφιεσμένης διάδοσης της εκάστοτε συμβατικής άποψης, αποικιοκρατικής, ρατσιστικής, κομμουνιστικής, αστικής, συμμαχικής, εθνικής, εθνομηδενιστικής κτλ.
     Αν αυτό έχει αξία και για άλλους ή την ίδια, δηλώνω πως έστω και αν με ευνοούσε μια τέτοια συνέντευξη για λόγους επιστημονικής δεοντολογίας και διαφύλαξης της επιστημονικής μου προσωπικότητας ευσχήμως θα αποχωρούσα. Η συγκεκριμένη συνέντευξη πάντως είναι έξοχη ευκαιρία για περιπτωσιολογική ανάλυση κάθε φράσης, κάθε υπονοούμενου, κάθε στοχαστικού και λογικού άλματος και κάθε υποβολής ιδεολογικοπολιτικών θέσεων στο πλαίσιο ενός «παραδειγματικού» μονολόγου. Αυτό το φόρουμ καλό θα ήταν να την καταγράψει πλήρως αυτή την συνέντευξη, να την δημοσιεύσει εδώ, να την αποστείλει σε όλα Τμήματα Μέσων Μαζικής επικοινωνίας της Ελλάδας και του εξωτερικού και να γίνουν μελέτες που θα εξετάσουν κατά πόσο τέτοιες εκπομπές αντιστρέφουν τον πολιτικό πολιτισμό των δημόσιων και επιστημονικών συζητήσεων ή τον προάγουν. [...]

Αναδημοσίευση από το www.ifestos.edu.gr, Ο δημοκρατικός Δήμος του διαδικτύου - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Προαναγγελμένη αναπαραγωγή αδιεξόδου

Χρήστος Γιανναράς

Οι πρώτες εκατό μέρες διακυβέρνησης (ή καινούργιας κομματικής ηγεσίας) κρίνουν (προεξοφλούν με σιγουριά) την επιτυχία ή το φιάσκο για το υπόλοιπο της θητείας στην άσκηση εξουσίας.

Γιατί αυτό; Μα, επειδή το τρίμηνο υπεραρκεί (είναι όχι οπωσδήποτε ο αναγκαίος, αλλά πάντως ο ικανός χρόνος) για να φανεί, αν η κυβέρνηση (ή ο κομματικός ηγέτης) διαθέτει το ένα, πρωταρχικό και κύριο προσόν: επιτελική ικανότητα. Και επιτελική ικανότητα σημαίνει: Ρεαλιστική διάγνωση και εκτίμηση των προβλημάτων. Ιεράρχηση των προτεραιοτήτων για την αντιμετώπισή τους. Εντοπισμό της ανθρώπινης ποιότητας των στελεχών που απαιτούνται για να επιδιωχθεί η λύση τους.

Οι πρώτες εκατό ημέρες της σημερινής στην Ελλάδα κυβέρνησης, προεξοφλούν εναργέστατα ότι θα συνεχίσει και αυτή να αναπαράγει το δεδομένο πια στη χώρα πολιτικό αδιέξοδο. Η διαφοροποίησή της από τη νεοδημοκρατική συμφορά που προηγήθηκε, εξαντλείται αποκλειστικά σε τερτίπια της τεχνικής των εφέ.

Το πολιτικό στην Ελλάδα αδιέξοδο εντοπίζεται σε παράγοντα που προηγείται και της επιτελικής ικανότητας ή ανικανότητας κυβερνώντων και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δημιουργείται το αδιέξοδο από την ολοκληρωτική αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να ηγηθεί αποδεσμευμένη από τη σκοπιμότητα της επανεκλογής της. Αυτή η σκοπιμότητα καθιστά ανίκανη την ηγεσία (κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση) να διαγνώσουν τα πραγματικά προβλήματα, να ιεραρχήσουν προτεραιότητες στην αντιμετώπισή τους, να επιστρατεύσουν ανθρώπινη ποιότητα για τη λύση τους.

Δεν υπάρχουν για την ηγεσία προβλήματα που απαιτούν λύση. Η οικονομική χρεοκοπία της χώρας, η εφιαλτική υποβάθμιση της παιδείας και της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, ο εξευτελισμός και η τέλεια αποδυνάμωση της χώρας σε επίπεδο Διεθνών Σχέσεων, η δημοσιοϋπαλληλοποίηση των στελεχών της άμυνας, η ανασφάλεια που δημιουργεί η ασύδοτη τρομοκρατία και οι παράνομες δραστηριότητες παράνομων μεταναστών σε γκετοποιημένες συνοικίες μεγαλουπόλεων, αυτά όλα και μύρια όσα ακόμα δεδομένα, δεν είναι για τους πολιτικούς προβλήματα. Είναι μόνο αφορμές για ρητορεύματα και χειρισμούς (αποφάσεις ή νομοθετήματα) που θέλουν μόνο να κερδίσουν τις εντυπώσεις, όχι να μεταβάλουν τα δεδομένα.

Γι’ αυτό και δεν λύνεται κανένα πρόβλημα, σωρεύονται τα προβλήματα άλυτα, γαγγραινιάζουν, μολεύουν τη χώρα. Οι πολιτικοί δεν κρίνονται για την αποτελεσματικότητά τους στη διαχείριση των κοινών, κρίνονται ως παίκτες στο παιχνίδι των εντυπώσεων. Το παιχνίδι τους έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία, η κοινωνία το παρακολουθεί σα να μην την αφορά, από την κλειδαρότρυπα της ψυχολογικής εμπλοκής, όπως το Big Brother. Και ψηφίζει, ολόιδια όπως στο ψυχανώμαλο θέαμα, με κριτήρια άκριτης συμπάθειας ή αντιπάθειας ποιος να φύγει, ποιος να μείνει.

Αν δεν είχε αδρανοποιηθεί κριτικά η κοινωνία, ο απολογισμός, τις προάλλες, των πρώτων εκατό ημερών διακυβέρνησης από τον σημερινό πρωθυπουργό θα είχε προκαλέσει τα αντανακλαστικά της αξιοπρέπειας των ακροατών του: Κάποιοι θα είχαν σηκωθεί να φύγουν, να μην καταστήσουν με την παρουσία τους αυτονόητο ή ανεκτό τον εμπαιγμό. Εστω και με «αποδομημένο» (επίσημα, από το υπουργείο Παιδείας) τον αυτοσεβασμό της η ελλαδική κοινωνία μπορεί να ξεχωρίσει πότε ένας ολίγιστος ηγέτης την προσβάλλει κομπορρημονώντας για το τίποτα.

Προσβάλλουν τη λογική, προσβάλλουν την αξιοπρέπεια, προσβάλλουν την ανθρωπιά οι πρώτες εκατό ημέρες της κυβέρνησης, το ίδιο και η ατολμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μισθωτοί και συνταξιούχοι καλύπτουν το 85% των εισπραττόμενων φόρων, οι έμποροι, οι βιομήχανοι, οι ιδιώτες επαγγελματίες και επιχειρηματίες μόλις το 10%. Και η κυβέρνηση (αδιάντροπα «σοσιαλιστική») για να αντιμετωπίσει τη χρεοκοπία στην οποία οδήγησαν τη χώρα τα κόμματα εξουσίας και ο συνδικαλισμός, φορολογεί τους μισθωτούς και πάλι, με πάγωμα μισθών και συντάξεων και πρόσθετους έμμεσους φόρους. Δεν ξεκινάει από τις μαρίνες, να ελέγξει «πόθεν» τέτοια μυθώδη σκάφη σε ατέλειωτο πλήθος, με τι φόρους συνεισφέρουν στα κοινά οι ιδιοκτήτες των αναρίθμητων ονειρώδους πολυτέλειας επαύλεων, οι κάτοχοι υπερπολυτελών οχημάτων, η πλημμυρίδα των θαμώνων πανάκριβων νυχτερινών κέντρων.

Δεν μας είπε ο θλιβερά ολίγιστου μεγέθους πρωθυπουργός, στις εκατό πρώτες ημέρες της πρωθυπουργίας του και του διεθνούς διασυρμού της χρεοκοπημένης χώρας μας, πόσους χρυσοκάνθαρους «ειδικούς συμβούλους» υπουργείων απέλυσε, πόσο μείωσε τις ιλιγγιώδεις απολαβές προέδρων και διοικητικών συμβουλίων εταιρειών του Δημοσίου, πόσους από τους χαριστικά διορισμένους στη Βουλή εξωπέταξε παραδειγματικά, πόσα τηλεοπτικά κανάλια, βαρυνόμενα με τεράστια χρέη στο Δημόσιο, οδήγησε στον εισαγγελέα.

Δεν έχει τέλος, ούτε και νόημα, η απαρίθμηση των μεροληπτικών παραλείψεων ή της σωρείας των αποδείξεων κραυγαλέας ανικανότητας της κυβέρνησης, ουσιαστικής ανυπαρξίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μην κατατριβόμαστε οι πολίτες με τη συμπτωματολογία. Το πολιτικό μας σύστημα έχει θεσμικά αυτοπαγιδευτεί σε προϋποθέσεις που ακυρώνουν κάθε ενδεχόμενο αποτελεσματικής αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων. Το διαζύγιο της πολιτικής από την κοινωνία είναι στην Ελλάδα καθεστωτική πραγματικότητα, οι πολίτες είμαστε όμηροι των κομμάτων και των συνδικαλιστικών τους αποφύσεων. Κάποτε η απειλή «να κατέβουν τα τανκς» χαλιναγωγούσε κάπως την ασυδοσία της κομματοκρατίας και του συνδικαλισμού. Σήμερα την απόλυτη αυθαιρεσία του συστήματος επιβάλλουν τα τρακτέρ των δήθεν αγροτών, ακαταγώνιστα.

Να αλλάξει ένδοθεν, από μόνο του το σύστημα, είναι λογικά και πραγματικά αδύνατο. Οι δικλίδες ασφαλείας του συστήματος διαιωνίζουν τη μετριότητα και ατολμία στις ηγεσίες, ώστε η μικρόνοια και η φτηνή ιδιοτέλεια να καθορίζουν τις αποφάσεις. Είναι ποτέ δυνατό να αρνηθούν τα κόμματα τις κομματικές τους νεολαίες και τους έμμισθους πράκτορές τους στον συνδικαλισμό; Είναι δυνατό να συγκρουσθούν με τον εμπορικό αμοραλισμό των τηλεοπτικών καναλιών, τη μεθοδική εξηλιθίωση της ελλαδικής κοινωνίας; Είναι ποτέ δυνατό να θελήσουν την ανάκαμψη της Παιδείας, τη συνεπή προτεραιότητα της κριτικής σκέψης, τον αποκλεισμό του δογματισμού «αποδομιστών» και εθνομηδενιστών, το πρωτείο του πολιτισμού ως ενεργό αυτοσυνειδησία των Ελλήνων;

Πολιτική πρόταση για την έξοδο από το αδιέξοδο δεν εμφανίζεται. Φλυαρούμε για τα δευτερεύοντα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Σύζευξη Ελληνισμού Χριστιανισμού - 19 Ιαν 09

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέρεται στη συνάντηση και σύζευξη του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Τουρκοκρατία, εκδ. Ακρίτας, 1998

Διαβάστε περισσότερα......

Ελληνισμός και χριστιανισμός

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Αν μετατεθούμε στο εσωτερικό πεδίο και εξετάσουμε τι συνέβη στην «τριαρχία», Θρόνος-Σχολή-Θυσιαστήριο, θα διαπιστώσουμε ότι οι καθιερωμένες αναγνώσεις της βυζαντινής ιστορίας δεν επαρκούν.

     Δεν θα αναφερθώ στον βασιλικό θεσμό και στο πως από τον 11ο αιώνα και πέρα αλλοιώνεται ο καταστατικός-οικουμενικός του ρόλος, για να γίνει φερέφωνο των μεγάλων γαιοκτητικών συμφερόντων. Είναι η πιο βατή πλευρά του προβλήματος. Θα αναφερθώ στους άλλους δύο πόλους: του Λόγου και της Πίστης.

 

Φρέαρ συντετριμμένο

Επανέρχομαι στην, κατά τη γνώμη μου, προβληματική ανάγνωση των δύο «ελληνικών αναγεννήσεων», της κομνήνειας και της παλαιολόγειας.

     Αν αυτές ονομάζονται «ελληνικές», είναι επειδή στο επίπεδο του Λόγου και της Πίστης «αναγεννούν», δηλαδή αναβαθμίζουν σε κυρίαρχα τα αρχαιοελληνικά πρότυπα, τα ελληνιστικά για την ακρίβεια.21 Ο «ουμανισμός» τους αξιολογείται ως θετική-δημιουργική αντίδραση στην έρπουσα βυζαντινή παρακμή, η οποία αποδίδεται, κατά κανόνα, στον «αυτοκρατορικό δεσποτισμό» και στον «θρησκευτικό σκοταδισμό». Εκθύμως αποδίδεται θετικό πρόσημο στα φαινόμενα μετάθεσης του σεβασμού από τις χριστιανικές στις «κλασικές αξίες». Φορέας αυτής της μετάθεσης δεν είναι παρά η αυτού εξοχότης, ο Σοφιστής. Ο αθάνατος ελληνιστής, που διαβαίνει ανεμπόδιστος και απρόσβλητος μέσα από τη βυζαντινή χιλιετία.22 Το ήθος του είναι συγκεκριμένο: Γνώστης της ελληνικής θαυμάσιος και εξονυχιστής της άφταστος, νοιάζεται μόνο για τον έπαινο των ομοίων του σοφιστών και για την επιχορήγηση. Κατά τα άλλα, δεν έχει κανένα πρόβλημα να γλείφει ασύστολα και να υμνολογεί τον εκάστοτε Πτολεμαίο, απ' τον οποίο βεβαίως και σιτίζεται. Αντίθετα, το λεξιλόγιο που επιφυλάσσει για το Δήμο δεν είναι καθόλου καρυκευμένο: Όχλος, Συρφετός, Όμιλος αγυρτώδης, Λύμα, Χυδαίον.23

     Υπό το φως όμως μιας εναλλακτικής θεώρησης, συμβατής με τα αποκλίνοντα ερωτήματά μας, οι σοφιστικές «αναγεννήσεις» διαβάζονται και αξιολογούνται ως το κατ' εξοχήν σύμπτωμα της βυζαντινής παρακμής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την εναλλακτική αυτή θεώρηση, ο «κινητήρας» του Βυζαντίου, ως οικουμενικού ιστορικού σχήματος και άρα οχήματος επιβίωσης του Ελληνισμού, δεν είναι το ελληνιστικό σύστημα σκέψης και αξιών, αλλά η Ορθοδοξία, η οποία συνοψίζει μια καθορισμένη σχέση χριστιανισμού και Ελληνισμού. Η σχέση αυτή αντιστοιχεί, πιο συγκεκριμένα, στη συμμαχία μεταξύ προσωποκεντρικού χριστιανισμού και ελευθεροκεντρικής ελληνικής παιδείας, με σκοπό την ανακοπή του εκφυλισμού της ελληνικής ατομικότητας. Μια συμμαχία εναντίον του μηδενισμού, η οποία θέτει το Σοφιστή στη γωνία.

     Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι, ήδη από την αλεξανδρινή εποχή, ο ελληνισμός ως σύστημα σκέψης είναι πνευματική πηγή εξαντλημένη στα όρια της ελευθεροκεντρικής περιμέτρου. «Φρέαρ συντετριμμένο» (ξεροπήγαδο) • χωρίς ενδογενή δυναμική και χωρίς δημιουργική ορμή. Σχολιάζει και ρητορεύει. Αττικίζει και εξωραΐζει.24 Ο χριστιανισμός τον είχε βρει σε κατάσταση προχωρημένης σήψης. Στον «ιστορικό συμβιβασμό» (ή αλλιώς στη «σύνθεση») ελληνισμού και χριστιανισμού, πάνω στον οποίο θεμελιώθηκε το Βυζάντιο, υποστηρίζει ο Τόυμπη, ο ελληνισμός είναι, ως θύραθεν παιδεία, η παθητική-αρνητική πλευρά, η οποία χρειάζεται να αντιρροπείται συνεχώς από τη δράση του ενεργητικού-θετικού στοιχείου, τη θέση του οποίου κατέχει ο χριστιανισμός.25

     Η θέση όμως αυτή για τον «ιστορικό συμβιβασμό» (ή «σύνθεση») επιβαρύνεται με ένα αδιόρατο ελάττωμα: Παίρνει τον ελληνισμό της ελληνορωμαϊκής εποχής στην ονομαστική του αξία. Δεν διακρίνει αυτό που το ιστοριογνωστικό δαιμόνιο του Ζαμπέλιου εντόπισε με τους ασαφείς έστω όρους «εκκαθολικευμένος» και «ασύνθετος» ελληνισμός. Δεν λαμβάνει, δηλαδή, υπόψη τη διάκριση κλασικής ελληνικής παιδείας (Όμηρος και Τραγικοί) και σοφιστικής μηδενιστικής ελληνικής παιδείας ως συνυπάρχουσες, διαπλεκόμενες, αλλά διιστάμενες πραγματικότητες. Το αποτέλεσμα είναι να μην γίνεται κατανοητό με ποιον ελληνισμό συμμαχεί και εναντίον ποιου «ελληνισμού» παλεύει ο χριστιανισμός.

     Πέραν της εσωτερικής διάκρισης σε «ελληνικό» ελληνισμό και «ανατολικό» (εξανατολισμένο) ελληνισμό, πρέπει να διακρίνει κανείς τον Ελληνισμό ως έθνος, δηλαδή ως ιστορικό υποκείμενο ενός πολιτισμού ήδη οικουμενικού, από τον ελληνισμό ως αυτοκατανόηση (υπό τις δύο προαναφερθείσες μορφές παιδείας). Η παραγνώριση αυτής της κρίσιμης διάκρισης αφαιρεί τελείως κάθε γνωστική αξία από τον όρο «ιστορικός συμβιβασμός» (ή «σύνθεση»), γιατί αντιπαραθέτει και συνεταιρίζει ιστορικά υποκείμενα, πράγμα που είναι τελείως λάθος. Ο χριστιανισμός δεν είναι ιστορικό υποκείμενο αλλά θρησκεία (μεταθρησκεία για την ακρίβεια), στην οποία «προσχωρεί» στον ένα ή τον άλλο βαθμό το ιστορικό υποκείμενο. Σημειωτέον μάλιστα ότι η «προσχώρηση» γίνεται κατ' άτομο και μάλιστα υπό συνθήκες απηνών διωγμών. Το κουβάρι ξεμπερδεύεται μόνο όταν τεθεί ευθέως το ερώτημα: Γιατί μεταξύ των τόσων θρησκευτικών προτάσεων που είχαν στη διάθεση τους οι Έλληνες επέλεξαν το χριστιανισμό;

     Συνεπώς: το ζητούμενο είναι να φέρουμε στο φώς το κρυμμένο ανθρωπολογικό περιεχόμενο της ετεροβαρούς αυτής «σύνθεσης» ελληνισμού και χριστιανισμού.

Η κρίση της εξατομίκευσης

Σε έναν τέτοιο άξονα σκέψης αναδεικνύεται, όπως ήδη είπαμε, η διάκριση του ελληνισμού σε δύο ρεύματα, τα οποία αντιπροσωπεύουν συγχρόνως δύο στάδια στην εξέλιξη του.

     Το ένα ρεύμα παίρνει ακόμη τα πρότυπά του από τον Όμηρο και τους Τραγικούς. Το άλλο βουλιάζει στον σοφιστικό σχετικισμό και μηδενισμό και η διανόηση του προσπαθεί μάταια να κρατηθεί από τον Κήπο, τη Στοά και τον Πλωτίνο, προκειμένου να αποφύγει την πλήρη ανατολική του μετάλλαξη, μέσω του γνωστικισμού.

     Η ανάλυση των ιστορικών δεδομένων μπορεί εύκολα να μας δείξει ότι ο χριστιανισμός μπόρεσε να συμμαχήσει με το πρώτο ρεύμα, επειδή εμφανίστηκε ενώπιόν του ως πιο ελευθεροκεντρικός, δηλαδή πιο ελληνικός, από τα παγανιστικά απόβλητα της ανθρωπολογικής υποστροφής, τα αντιπροσωπευόμενα από το δεύτερο ρεύμα, τα οποία μονοπωλούσαν το ελληνικό όνομα απαξιώνοντάς το. Με τον τρόπο αυτό, έδωσε τη δυνατότητα στον ομηρικό και τον τραγικό Έλληνα να γίνουν χριστιανοί, προκειμένου: α) Να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους, την ταυτισμένη με το επαπειλούμενο ελευθεροκεντρικό κεκτημένο, β) Να το κατοχυρώσουν, συνδέοντάς το με την προσφερόμενη προσωποκεντρική του ολοκλήρωση. Χειραγώγησαν έτσι από κοινού την ιστορική κρίση της ελληνικής εξατομίκευσης και η συνεργασία τους έγινε το θεμέλιο της βυζαντινής «σύνθεσης». Σ' αυτή την από κοινού χειραγώγηση της ατομικιστικής αποσύνθεσης θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε όλη την ουσία του ιστορικού χριστιανισμού στην ελληνιστική περίμετρο, δηλαδή την ουσία της βυζαντινής Ορθοδοξίας.

     Η θέση αυτή είναι στρατηγικής σημασίας για την κατανόηση της ελληνικής ιστορίας και έχει ως ανθρωπολογικό κλειδί την τρίβαθμη Κλίμακα, σύμφωνα με την οποία η μετάβαση από τη μια βαθμίδα στην άλλη περνά από καταστάσεις χαοτικής-μηδενιστικής ανακύκλωσης στο προσωπικό και στο κοινωνικό πεδίο. Σε μια τέτοια φάση μηδενιστικής αποσύνθεσης βρήκε ο χριστιανισμός τον ατομοκεντρικό ελληνικό πολιτισμό, έδωσε λύσεις στα προβλήματά του και τον «έσωσε», μεταλλάσσοντάς τον σε προσωποκεντρικό (βυζαντινή βαθμίδα).

     Έτσι εξηγείται και το αίνιγμα της εκπληκτικής απήχησης του χριστιανισμού στην ελληνική πολιτισμική περίμετρο και μόνο σε αυτήν, δηλαδή στον κόσμο της δεύτερης ανθρωπολογικής βαθμίδας. Έτσι εξηγείται, τέλος, και η μεγάλη προσοχή και φοβία απέναντι στον «ελληνισμό» ως θύραθεν παιδείας, δεδομένου ότι στο κέντρο της είχε αναπτυχθεί, ήδη από την κλασική εποχή, η σοφιστική «μαύρη τρύπα» του μηδενισμού.26

     Κατανοώ, βεβαίως, πόσο αλλόκοτη μοιάζει μια τέτοια θεώρηση στα μάτια όσων έμαθαν να ταυτίζουν τη βυζαντινή Ορθοδοξία με την ομώνυμη θεραπαινίδα του νεοελλαδικού κράτους • και γενικά όσων δεν κατανοούν το τρίβαθμο ανθρωπολογικό υπόβαθρο του βυζαντινού χριστιανισμού.27 Αναδεικνύει όμως, η θέση αυτή και τον πυρήνα του βυζαντινού προβλήματος. Ότι, δηλαδή, σε ορισμένες συνθήκες, ο χριστιανισμός παύει να είναι αρκούντως αποτελεσματικός, ως θεραπευτικός μηχανισμός, έναντι της παρακμασμένης ελληνικής ατομικότητας.

     Υπό την έννοια αυτή, το Βυζάντιο κατέρρευσε όχι από «έλλειμμα εξατομίκευσης», όπως υποστηρίζει ο Στέλιος Ράμφος, αλλά από «πλεόνασμα εξατομίκευσης». Η πιο σωστά: από την αδυναμία του βυζαντινού χριστιανισμού να μεταβολίζει επ' άπειρο τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις του ελληνικού «εξατομικευτικού πλεονάσματος».

     Στο αντιδυτικό αντιστασιακό σκέλος θα βρούμε ένα πλούσιο μετανεωτερικό κοίτασμα στην οντολογία των Ενεργειών και τη συναφή απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ελευθερίας. Στο ανατολικό αντιστασιακό σκέλος (μετά την Άλωση) θα συναντήσουμε τις ησυχαστικές πηγές του σθένους των νεομαρτύρων και της γενικότερης αντοχής του Ελληνισμού στον πανίσχυρο πειρασμό του εξισλαμισμού. Ενώ, αν πάμε πιο πίσω, στην πρώιμη Τουρκοκρατία, θα καταλάβουμε με ποιον τρόπο ο μηχανισμός του ατομικιστικού εκφυλισμού μεταμορφώνει την ελληνική άρχουσα τάξη σε κοινωνικό βαμπίρ και προκαλεί την κολεκτιβιστική υποστροφή -μετάλλαξη του Έλληνα σε Τούρκο.

Από το βιβλίο: Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Ο σύγχρονος μηδενισμός, Εκδόσεις Αρμός

Λεζάντα εικόνας: Ο Ιουστινιανός Β' χάραξε σε νομίσματα της βασιλείας του από τη μια όψη τη μορφή του Χριστού και από την άλλη τη δική του. Οι λατινικές επιγραφές που περιβάλλουν τις μορφές αναφέρουν τον Χριστό ως βασιλέα των βασιλευόντων και τον αυτοκράτορα ως δούλο του Χριστού. (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

 


21. Βλ. Γιώργος Καραμπελιάς, 1204, σσ. 199-264. Υπάρχει βεβαίως και «αναγέννηση» της εκκλησιαστικής ζωγραφικής, αλλά καμιά από τις προσπάθειες να αναχθεί σε «ελληνική» ή «εξατομικευτική» δεν είναι πειστική.

22. H-G. Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, σ. 22, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992.

23. Ο «ελληνιστής», ο αθάνατος αυτός τύπος λογίου, θα εγκαταλείψει τη σκηνή της ιστορίας μόνο στις μέρες μας, έπειτα από τη Μεταπολίτευση του 1974. Με την περιαγωγή των ελληνικών γραμμάτων σε απόλυτη ανυποληψία και τη συνακόλουθη κυριαρχία του εθνομηδενισμού, ήταν μοιραίο να πεθάνει κι αυτός από ασφυξία. Ήταν ίσως το μόνο κέρδος από την εθνομηδενιστική λαίλαπα.

24. Πολύ σημαντικές παρατηρήσεις για την απομάκρυνση της ελληνιστικής σκέψης από την κλασική ελληνική της κοίτη μας δίνει ο Λάκης Προγκίδης στο έργο του Η κατάκτηση του Μυθιστορήματος. Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκάκιο, σσ. 145-150, εκδ. Εστία, Αθήνα 1998.

25. Arnold Toynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, μτφρ. Νίκος Γιανναδάκης, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου - Μ. Καρδαμίτσας, Αθήνα 1982.

26. Στη βάση αυτή εξηγείται κι αυτό που καταντά υστερική απαίτηση της κοινότητας για ολοκληρωτική διαφάνεια της ιδιωτικής ζωής. Πρόκειται για αυτονομημένο αμυντικό αντανακλαστικό έναντι της εκφυλισμένης ελληνικής ατομικότητας. Όμως στο μοναστήρι, στο αξιακό «αρχείο» της κοινότητας, και ειδικότερα στα ασκητικά κείμενα και στα συναξάρια, διαβλέπουμε την αντίθετη τάση, συχνά μέχρις υπερβολής. Παράδειγμα: το Γεροντικόν. Η ιστοριούλα, που στις σύγχρονες εκδόσεις είναι τελευταία στη σειρά, ήταν άλλοτε τοποθετημένη στην αρχή αρχή. Σύγχρονο παράδειγμα είναι το ήθος που σύστηνε ο γέρων Παΐσιος (1924-1994): Οι μέλισσες πηγαίνουν μόνο στα λουλούδια, ενώ οι μύγες μόνο στις ακαθαρσίες. Διάλεξε ποιόν τύπο προτιμάς. Τις ακαθαρσίες τις σκεπάζουμε. Δεν τις σκαλίζουμε.

27. Το να ξενίζει η ερμηνευτική αυτή πρόταση το αντιλαμβάνομαι. Το να απορρίπτεται ασυζητητί, ως «ρατσιστική» (το είδα κι αυτό), δεν το καταλαβαίνω. Ίσως είναι η φυσική αντίσταση του πνευματικού νηπίου στην Κλίμακα των πνευματικών μεθηλικιώσεων.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Βιβλιοπαρουσίαση - Διονύσιος Τσιριγώτης - Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922

Το βιβλίο διερευνά και ερμηνεύει τα κύρια αίτια της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922. Μεταξύ άλλων, τις γενεσιουργές αιτίες του μικρασιατικού εγχειρήματος, τα κίνητρα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και τα μείζονα σφάλματα στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή της υψηλής στρατηγικής της Ελλάδας. Τα ζητήματα αυτά εξετάζονται υπό το πρίσμα τόσο των διεθνών εξελίξεων όσο και των εσωτερικών πολιτικών αλλαγών που οδήγησαν στην αποχώρηση του Βενιζέλου και στον εσωτερικό διχασμό.

Το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι εάν και σε ποιο βαθμό η ελληνική υψηλή στρατηγική ήταν ορθολογική στο ιστορικό και γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της στρατηγικής των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Σε ποιο βαθμό, για παράδειγμα, το εγχείρημα αποτελούσε μακροχρόνιο κοινωνικοπολιτικό αίτημα με αφετηρία την ελληνική επανάσταση; Ακόμη πιο σημαντικό και συναφές, σε ποιο βαθμό το εγχείρημα ήταν αναπόφευκτο υπό το πρίσμα των στρατηγικών, πολιτικών και διπλωματικών δεδομένων λόγω αποδιάρθρωσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των μεγάλων ανακατατάξεων στον μικρασιατικό χώρο;

Η ανάλυση εξετάζει και ερμηνεύει τους ιστορικούς, πολιτικούς και στρατηγικούς λόγους εκτέλεσης του μικρασιατικού εγχειρήματος και τις ανακατανομές ισχύος στο εσωτερικό και διεθνές επίπεδο που οδήγησαν στην καταστροφή. Υπό τις διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες της εποχής το μικρασιατικό εγχείρημα ήταν, όπως φαίνεται, αναπόφευκτο. Για να επιτύχει όμως, απαιτείτο να πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις στο εσωτερικό μέτωπο, στον διπλωματικό στίβο και στο στρατιωτικό πεδίο.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του Καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη:
«Το έργο του Διονύση Τσιριγώτη, “Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922. Σύγχρονη ελληνική ιστορία και εξωτερική πολιτική” μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία παραδειγματική επιστημονική παρέμβαση σε ένα κρίσιμης σημασίας ζήτημα του ελληνικού κόσμου και της ευρύτερης περιοχής, όπως είναι το μικρασιατικό εγχείρημα. Είναι παραδειγματική, διότι ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με το ερμηνευτικό του πόρισμα, περιέχει μία στέρεη επιχειρηματολογία, η οποία εδράζεται αφενός σε μία εξαντλητική αναδίφηση στις πηγές και αφετέρου σε νέες γνωσιολογικές βάσεις. Όντως, ο συγγραφέας εξετάζει το Μικρασιατικό ζήτημα με γνώμονα τις παραμέτρους και τη δυναμική του διεθνούς συστήματος, ενώ συγχρόνως αναδεικνύει τη διεθνή του διάσταση και τις επιπτώσεις του στις μετέπειτα γεωπολιτικές εξελίξεις».

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010 – info@piotita.gr - www.piotita.gr

Διαβάστε περισσότερα......

Βιβλιοπαρουσίαση - Κοντογιώργης - 12/2008 Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος - 3 Νοε 09

Δείτε την παρουσίαση και την συζήτηση για το νέο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «12/2008 Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος», όπου ο συγγραφέας καταθέτει τα γεγονότα στην Ελλάδα, το ίδιο βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου 2008, τα τοποθετεί ακριβώς εκεί που πρέπει ψάχνοντας την αιτία και το αιτιατό. Η στασιαστική έκφραση της οργής των νέων του περασμένου Δεκεμβρίου, ανεξαρτήτως της αφορμής που την προκάλεσε και της άμεσης αιτιολογίας της, ανέδειξε με μεγάλη καθαρότητα το αδιέξοδο της εποχής μας.

Αδιέξοδο που οφείλεται στην ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της πολιτικής κυριαρχίας της τελευταίας. Αδιέξοδο με ειδικότερα ελληνικά χαρακτηριστικά, τα οποία τη φορά αυτή προέβαλαν στην παγκόσμια σκηνή ως προάγγελος γενικότερων εξελίξεων που δεν εγγράφονται στην περιοχή της παραδοσιακής αμφισβήτησης. Το γεγονός αυτό εξηγεί, άλλωστε, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις παρακάμφθηκαν με τόση ευκολία από τους νέους, στα συναισθήματα των οποίων οι διακινητές της ιδεολογίας της καταστροφής επικράτησαν κατά κράτος και καρπώθηκαν εξ ολοκλήρου την οργή τους, δίδοντάς της διαστάσεις τυπικής εξέγερσης. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου, που έγινε εμφανής στο πρόταγμα της ελληνικής νεολαίας, είναι όμως εξίσου κατάδηλη στο σύνολο της νεοτερικής σκέψης, ο συγγραφέας επέλεξε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη διερώτηση για τη σημειολογία της κρίσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας προβληματικής για την κατεύθυνση της εξέλιξης. Στο πλαίσιο αυτό, διεξάγει ένα γόνιμο διάλογο με θεμελιώδεις έννοιες της εποχής μας, όπως της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης, της αγοράς και του οικονομικού συστήματος, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της αναρχίας και της ιδεολογίας της καταστροφής, της συλλογικής ταυτότητας και της κοσμο-πολιτειότητας, προκειμένου να αναδείξει το βάθος του γνωσιολογικού αδιεξόδου και του συντηρητικού εγκιβωτισμού της νεοτερικότητας.

Αναδημοσίευση από τo Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-01-10

 

Σχετικά:
[1] Ανιχνεύσεις - Κοντογιώργης - Έχει ιδεολογικό υπόβαθρο η βία των νέων; - 9 Δεκ 09
[2] Συνέντευξη του Γιώργου Κοντογιώργη στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο, Αναλύοντας το αδιέξοδο, 16.10.09
[3] Γιώργος Κοντογιώργης, Η διαχείριση της αμφισβήτησης
[4] Γιώργος Κοντογιώργης, Η καταστροφή ως ιδεολογία

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

«Φίλει την πατρίδα καν άδικος η»(*)

Δημήτρης Νατσιός

«Το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης είναι η πατρίδα και η πίστη»
Δ. Σολωμός, στοχασμοί στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»

Όσοι αγαπούν την πατρίδα μας, αυτό το «πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου» (Σεφέρης), θλίβονται και πικραίνονται για το τωρινό κατάντημά της. Τα συμπτώματα της σήψης και της διάλυσης είναι εμφανέστατα. Κράτος – ζήτουλας της οικουμένης, τετρομαγμένο και δανειοσυντήρητο, πολίτες, ένας ολόκληρος λαός, πανικοβλημένοι, απογοητευμένοι και, το χειρότερο, που δεν σέβονται, δεν συμπονούν, δεν αγαπούν την πατρίδα τους.

Και το πάθαμε αυτό, γιατί ταυτίσαμε την πατρίδα με το κράτος της μίζας, της αρπαχτής, της αναξιοκρατίας, της τεμπελιάς, της αργομισθίας. Είναι τέτοιο σίγουρα, φρόντισαν γι’ αυτό οι ανθυπομετριότητες που το κυβερνούν, που αντί να αναδείξουν και να καλλιεργήσουν τα προτερήματα του λαού, ξέβρασαν τα ελαττώματά του, όμως δεν παύει να είναι και πατρίδα μας, ο τόπος των πατέρων μας, είμαστε γραμμένοι στα μητρώα της, της ανήκουμε, δεν μας ανήκει. Είμαστε παιδιά της και κανένα παιδί δεν απαρνιέται την μάνα του, γιατί έτυχε να ξεπέσει, να χάσει τα πλούτη της, τα φτερά της τα πρωτινά, τα μεγάλα. Δεν έχω τις ικανότητες, μόνο ο ποιητικός λόγος μπορεί να αποδώσει, εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, αυτές τους καρδιακούς λόγους.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο ποιητής της ειρήνης, στρατιώτης του ’40, «μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο»: «Δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ, / γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, / αν δεν ήταν πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν / αν δεν ήταν άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα / μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού / να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του». Είναι «γλυκό χώμα που νιώθει σαν άνθρωπος» η πατρίδα και όχι κράτος με εξαπλωμένην την χείρα, είναι αυτό το χώμα που το πατάμε κι όλο ανθίζει, το ατέλειωτο μπλε που μας αγκαλιάζει, που ξόδεψε ο Θεός απλόχερα, για να μην τον βλέπουμε, όπως λέει ο τροπαιούχος μας ποιητής, Ελύτης.

Τώρα «επαχύνθησαν οι καρδιές» μας, μειώνεται το εισόδημα, το κατά κεφαλήν όνειδος, που λέγεται καταναλωτισμός και τρίζουν τα δόντια μας κατά της πατρίδας, πέφτει, και εμείς της κλωτσούμε, μερικοί αδιάντροποι ντρέπονται κιόλας για την ιθαγένεια, θεωρούν δυστυχία το να είσαι Έλληνας. Θα γυρίσω πάλι στους προγόνους, στις παρήγορες και παραμυθητικές παραινέσεις τους. Εξάλλου τι να διαβάσουμε; Το «τι είν’ η πατρίδα μας» της κ. Θάλειας Δραγώνα, τις καταθλιπτικές, επιστημονικοφανείς λίγδες της; Η πατρίδα, όμως, την οποία το εν λόγω, ληρώδες ημιγραϊδιον, ελεεινολογεί, την σιτίζει πλουσιοπάροχα, την αναβίβασε σε υψηλότατο αξίωμα. Ας είναι «έξεστι... ασχημονείν». Τέλος πάντων, όπως λίαν ευστόχως ειπώθηκε, σέβομαι τους νεκρούς κι όταν ακόμη είναι ζωντανοί.

Γύρω στα 1600 ζει στην Κύπρο ο πιο επιφανής λογογράφος του 17ου αι., ο Νεόφυτος Ροδινός. Γράφει στη γλώσσα του λαού. Στο βιβλίο του «περί ηρώων, στρατηγών, φιλοσόφων και άλλων ονομαστών, όπου εβγήκασι από το νησί της Κύπρου», μιλά για το χρέος που έχει ο καθένας όχι μόνο να αγαπά και να τιμά την πατρίδα του, αλλά και να πεθαίνει γι’ αυτή.

Παραθέτω το ωραίο και καλό κείμενο, σε αντίθεση με τους γνωμηγήτορες και λοιπούς εθνομηδενιστές τής σήμερον, που απεχθάνονται «ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον», (Παπαδιαμάντης), ό,τι δεν έχει πρόσφατη ημερομηνία λήξεως. Έλεγε ο σοφός Ρωμηός της Κύπρου: «...Δύο πράγματα από όλα περισσότερον μου φαίνεται και είναι ο άνθρωπος χρεώστης εις την ζωήν του, να αγαπά και να διαφενδεύει ήγουν την πίστιν του και την πατρίδα του. Την πίστιν, διότι διά μέσου αυτής της πίστεως όπου κρατεί εβγαίνοντας από τούτην την ζωήν, ελπίζει να έχει ανταμοιβήν και πλερωμήν, καθότι έζησεν εις εκείνην.
     Την πατρίδα χρεωστεί κάθε εις να την αγαπά και να την τιμά και να πολεμά διά εκείνην, διότι εβγάζοντας την παλαιάν παραγγελιάν, οπού νουθετά και λέγει μάχου υπέρ πατρίδος, πολέμα διά την πατρίδα σου, είναι ακόμη και ηθικός, μάλιστα φυσικός νόμος, κάθε ένας να αντιστέκεται και να υπερμαχεί της πατρίδος του, καν τε καλή και ονομαστή είναι, καν τε αχαμνή, πτωχή και εις τους πολλούς αγνώριστη». (Το κείμενο το εντόπισα στο «Κυπριακό Ανθολόγιο» Ε’ και ΣΤ’ δημοτικού, μια έξοχη έκδοση, η οποία αποσύρθηκε. Ως γνωστόν η μητέρα Ελλάς «μετακενώνει» τα εκπαιδευτικά της σκύβαλα και στην πολύπαθη Κόρη). Ας προσεχθεί η τελευταία πρόταση του κειμένου: «Χρεωστεί κάθε εις να αγαπά και να τιμά την πατρίδα... καν τε αχαμνή (=αδύνατη), πτωχή και εις τους πολλούς αγνώριστη». Αγάπη, σέβας για την πτωχή πατρίδα, όμως «οι Έλληνες παν να πιστέψουν πως η αλήθεια είναι το κράτος και το κράτος η αλήθεια» θα πει ο Ι. Δραγούμης, για να σημειώσει πρωτύτερα, στο «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», την επίκαιρη αποστροφή: «για την κυβέρνηση (το κράτος) μου έρχεται σιχασμός και καταφρόνια· άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νιώθω τον Ελληνισμό (την πατρίδα)».

«Στώμεν καλώς», μην συγχέουμε τα πράγματα. «Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο», είμαστε πολιορκημένοι, από Δύση και Ανατολή, ας παραμείνουμε ελεύθεροι, για να σώσουμε το «χώμα» της πατρίδας, όπως μας κανοναρχεί ο Σολωμός.

Δεν είναι πατρίδα αυτό που βλέπουμε στα βοθροκάναλα (η λέξη πιστώνεται στον έξοχο «Αντιφωνητή» της Κομοτηνής), ούτε όπως μας την παρουσιάζει το εθνομηδενιστικό χτικιό ούτε οι κοντόφθαλμοι λογιστές και λοιποί τζιτζιφιόγκοι (και τζιτζιφιόγκες) που μας κυβερνούν. Πατρίδα είναι λευκασμένα κόκκαλα του παππού μου στις αετοράχες και τα διάσελα της Πίνδου, τα εικονίσματα στην εκκλησιά του χωριού μου. Αυτή είναι η πατρίδα μας, η «ώδε μένουσα πόλις» και αυτήν την αγαπούμε.

Το κράτος είναι αγνώριστο και άδικο, όμως η πατρίδα μας, τούτο το ένδοξο αλωνάκι, το έχουμε κλεισμένο μες στην ψυχή μας και δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

 

*να αγαπάς την πατρίδα σου ακόμη κι αν είναι άδικη, Αντισθένης

Αναδημοσίευση από το Αντίβαρο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 21-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Ανιχνεύσεις - Κοντογιώργης - Συλλογικές ταυτότητες και πολιτειακό σύστημα - 20 Ιαν 09

Γεώργιος Κοντογιώργης - Η προβληματική του «ανήκειν» και της ελευθερίας - Το ταυτοτικό πρόσημο της «Ελληνικής Δημοκρατίας» του Ρήγα. Εθνική ταυτότητα, πολιτειακός πατριωτισμός και κράτος/σύστημα - Ο ορίζοντας της νέας ανθρωποκεντρικής εποχής (Από τη συζήτηση που έγινε στα πλαίσια της εκπομπής Ανιχνεύσεις της 20.1.10 με θέμα «Η ταυτότητα του ανθρώπου»).

Διαβάστε περισσότερα......

Γιατί κατέρρευσε το Βυζάντιο;

Conquest Of Constantinople By The Crusaders In 1204
Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους το 1204.
Μικρογραφία του 15ου αιώνα, Παρίσι, Bibliothèque de l' Arsenal.

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Φτάνοντας σε τέτοια ερωτήματα, εγκαταλείπουμε αναγκαστικά το έδαφος της πολιτικο-ιστορικής ανάλυσης, για να εισέλθουμε σε άλλα εδάφη, όπου τα πολιτικο-ιστορικά εννοιολογικά εργαλεία κρίνονται εκ των πραγμάτων αδόκιμα.

     Παράδειγμα: ο πιο προωθημένος πολιτικο-ιστορικός προβληματισμός μας γύρω από τα αίτια της βυζαντινής κατάρρευσης. Αναγκάζεται να αρκεστεί στις εξωτερικές αιτίες: στην απροσμάχητη βαρβαρική περικύκλωση. Ήταν τόσο δυσμενής για τη Ρωμανία ο εξωτερικός συσχετισμός δυνάμεων, που η «αδιαμφισβήτητη αναγέννηση του ελληνισμού, από τον 11ο αιώνα και μετά»,15 ήταν καταδικασμένη.

     Το παράδοξο όμως με το Βυζάντιο είναι ότι η κρίσιμη κατάρρευσή του, από την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει, συνέβη στις αρχές του 11ου αιώνα, έπειτα από το θάνατο του Βασιλείου Β' (976-1025), όταν δεν υπήρχε πλέον επίφοβος εχθρός στα σύνορα. Οπότε: «αφοσιώθηκαν στις μεταρρυθμίσεις»:16 διέλυσαν το στρατό και άδειασαν το δημόσιο ταμείο• με αποτέλεσμα τη μοιραία πανωλεθρία στο Ματζικέρτ το 1071.17 Συνέβη δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από το υποστηριζόμενο: το Βυζάντιο κατέρρευσε όταν και επειδή εξέλιπε η εξωτερική απειλή. Πώς ερμηνεύεται αυτό;

     Δεύτερο παράδειγμα: οι απαρχές της Τουρκοκρατίας στη Μικρά Ασία. Αν είναι αλήθεια όσα γράφει ο Σπύρος Βρυώνης για την εποχή αυτή,18 πρέπει να συμπεράνουμε ότι η τουρκική εισβολή στη Μικρά Ασία συνάντησε, σε μεγάλο ποσοστό, την ειρηνική προσχώρηση και τον εθελοντικό εξισλαμισμό μεγάλων ελληνικών πληθυσμών. Απ' όσο ξέρω ούτε ένα μάρτυρα δεν έχει να αναφέρει η Εκκλησία για την πρώιμη Τουρκοκρατία.19 Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί οι μικρασιατικοί ελληνικοί πληθυσμοί έφτασαν στο σημείο να ξεπουλήσουν την ταυτότητά τους; Πώς ερμηνεύεται η εθνική τους μετάλλαξη; Οι διάφορες αντιρρήσεις που έχω ακούσει, ότι δεν επρόκειτο τάχα για «αυθεντικούς» ελληνικούς πληθυσμούς ή ότι κακώς θέτουμε τέτοιο ζήτημα, γιατί «εξωραΐζουμε την τουρκική βαρβαρότητα», απλώς παρακάμπτουν το πρόβλημα.

     Το ερώτημα είναι εξαιρετικά αιχμηρό, ειδικά για το ανατολικό σκέλος της υποτιθέμενης «αντιστασιακής» μας ταυτότητας: Μήπως λειτουργεί «κάτι», στο εσωτερικό του Ελληνισμού, που σε ορισμένες συνθήκες του αλλάζει την πίστη και κάνει τον Έλληνα να γίνεται Τούρκος;20

     Δεν απαντώνται, νομίζω, τα ερωτήματα αυτά, απ' «όλες τις πιθανές εκδοχές που έχουν προταθεί». Ενώ εξηγούν την κατάρρευση, αναδεικνύουν συγχρόνως την προβληματικότητα των εν λόγω εκδοχών. Υποθέτουν, οι εκδοχές αυτές, σχέσεις ισοδυναμίας ανάμεσα στη δυνατότητα αποφυγής της κατάρρευσης και στη δυνατότητα «αναγέννησης του ελληνισμού». Συγχρόνως όμως αναγνωρίζουν, ως «αναγέννηση», κυρίως τις «ελληνίζουσες» εκδηλώσεις των υστεροβυζαντινών λογίων, χωρίς να εξετάζουν αν αυτές ήταν, όντως, συμβατές με την αποτροπή της κατάρρευσης. Η τελική κατάρρευση έχει, βεβαίως, την εξήγησή της στο πεδίο των εξωτερικών συσχετισμών ισχύος. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με όσους επικαλούνται τη βαρβαρική υπεροχή; Οι Τούρκοι και οι Φράγκοι είχαν καταστεί ισχυρότεροι. Πριν όμως χαθεί το παιχνίδι στο επίπεδο των εξωτερικών σχέσεων, είχε ήδη χαθεί στο εσωτερικό πεδίο. Κι εδώ είναι το πρόβλημά μας.

Από το βιβλίο: Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Ο σύγχρονος μηδενισμός, Εκδόσεις Αρμός

 


15. Ο Γιώργος Καραμπελιάς συνοψίζει σε δύο «όλες τις πιθανές εκδοχές που έχουν προταθεί», για να συνταχθεί με την πρώτη: α) Των Παπαρρηγόπουλου, Σβορώνου, Βακαλόπουλου, Κρουμπάχερ, Ράνσιμαν, Όλερ: ότι λόγω των εξωτερικών πιέσεων «ό βυζαντινός ελληνισμός δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την αδιαμφισβήτητη Αναγέννησή του από τον 11ο αιώνα και μετά», β) Των Γίββωνα, Χέγκελ, Βολταίρου, Ρόμιλυ Τζέκινς, Σύριλ Μάνγκο, Στέλιου Ράμφου: ότι το Βυζάντιο δεν μπόρεσε να φτάσει στην «Αναγέννηση» για εσωτερικούς λόγους (1204, σσ. 450-451).

16. Οι εξωτερικοί πόλεμοι και οι στάσεις έχουν τερματιστεί. Οι εχθροί έχουν ειρηνεύσει και οι υπήκοοι μας έχουν συμφιλιωθεί. Τα ζητήματα των Ρωμαίων βρίσκονται τώρα σε μεγάλη ηρεμία. Τίποτα δεν αποσπά την προσοχή μας. Με την ευχή του Θεού επικεντρώνουμε όλες μας τις προσπάθειες στη μεταρρύθμιση της πολιτείας, δήλωνε το 1047 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Θ', ο λεγόμενος Μονομάχος (1042-1055). (Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Η βυζαντινή υψηλή στρατηγική, σσ. 281-282, εκδ. Ποιότητα, Αθήνα 1999.)

17. Την ίδια εποχή οι Νορμανδοί επιτίθενται από τη Δύση. Το 1071 κατέλαβαν το Μπάρι, σταθεροποίησαν την κυριαρχία τους στην Κάτω Ιταλία και Σικελία και δέκα χρόνια αργότερα μετέφεραν τις πολεμικές επιχειρήσεις τους στις απέναντι ελληνικές ακτές.

18. Σπύρος Βρυώνης, Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού, μτφρ. Κάτια Γαλαπαριώτου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.

19. Βλ. και Heath Lowry, Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους, μτφρ. Στέφανος Παπαγεωργίου, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 2004.

20. Για την υπόθεση αυτή βλ. Αὐτοείδωλον ἐγενόμην, σσ. 258-263.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Η ελληνική γλώσσα και μερικές ακόμη σκέψεις περί εθνομηδενισμού

Παναγιώτης Ήφαιστος

[Hellenic Professors and PhDs Electronic Forum] Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέμβαση όσον αφορά την χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους έλληνες της διασποράς στο παρόν φόρουμ. Πρόκειται μάλλον για παρανόηση. Εξ όσων γνωρίζω το παρόν φόρουμ απευθύνεται σε έλληνες ακαδημαϊκούς όλου του πλανήτη. Πολλοί Έλληνες της διασποράς, παρά το γεγονός ότι κατέχουν την ελληνική γλώσσα, εξαιτίας της επί δεκαετίες παραμονή τους στο εξωτερικό, είναι φυσικό να μην εκφράζονται άνετα ή έστω με την ίδια ευχέρεια εκείνων που χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα καθημερινά. Επιπλέον, γνωρίζω εκ πείρας ότι για πολλές κοινότητες στο εξωτερικό ισχύει το γεγονός πως η ελληνική πολιτεία δεν κάνει το μέγιστο δυνατό για την γλωσσική και εθνική επιβίωση των ελλήνων που έτυχε να ξενιτευτούν. Σίγουρα, η ελληνική γλώσσα, όπως και για κάθε έθνος, αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα της ιστορικοπολιτικής του συγκρότησης. Εξ αντικειμένου, ο πλούτος μιας γλώσσας είναι πνευματικός πλούτος των μελών ενός έθνους και το αντίστροφο. Παραμένει το γεγονός, όμως, ότι οι νεοέλληνες πάσχουμε. Πρώτον, σ’ αντίθεση με το παρελθόν –ακόμη και στις χειρότερες στιγμές του έθνους– σήμερα ελάχιστοι νεοέλληνες είναι ελληνομαθείς. Δεύτερον, οι παλινωδίες όσον αφορά την διδασκαλία της Αρχαίας ελληνικής, της πλουσιότερης ίσως γλώσσας (εφάμιλλη είναι η κινεζική και ίσως η γερμανική) ροκάνισαν τα θεμέλια της γλωσσομάθειας των νεοελλήνων όπου και αν βρίσκονται. Τρίτον, εκτιμώ, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν πολλές αντιρρήσεις για αυτή την εκτίμηση, ότι οι έλληνες της διασποράς είναι συχνά πολύ πιο ευαίσθητοι για το έθνος, την επιβίωσή του και τα συμφέροντα του νεοελληνικού έθνους και των απανταχού ελλήνων. Απόδειξη γι’ αυτό, πάντως, θα μπορούσε να είναι το γεγονός ότι ο εθνομηδενισμός αυτή την στιγμή εκκολάπτεται μέσα στα σπάργανα του νεοελληνικού και κυπριακού κράτους και όχι στην διασπορά. Ή μήπως κάνω λάθος; Τέλος, δράττομαι της ευκαιρίας για να διατυπώσω μερικές θέσεις που νομίζω ότι πραγματολογικά επαληθεύονται πλήρως. Κυρίως ότι, η κυριότερη «αποστολή» του νεοελληνικού κράτους καταμαρτυρούμενα ήταν και συνεχίζει να είναι ο εκμηδενισμός των ελλήνων:

Πρώτον, μετά την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους βλέπουμε μια διαρκή συρρίκνωση του μακραίωνου ελληνικού έθνους από ιστορικούς χώρους στους οποίους η παρουσία του δεν συνυφαινόταν, κατ’ ανάγκη, με τις κυριαρχικές οριοθετήσεις. Κυριαρχικές οριοθετήσεις οι ο οποίες, μετά την Βυζαντινή Οικουμένη, αποτέλεσαν ανεπίστροφα, δυστυχώς, διοικητική προσέγγιση ενός, κυριολεκτικά, «μαντρώματος» και ρατσιστικής ομοιογενοποίησης των ανθρώπων. Πρώτοι διδάξαντες ήταν τα ηγεμονικά κράτη της Ευρώπης και το Αμερικανικό κράτος ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την Αμερικανική Επανάσταση.

Δεύτερον, κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει καλύτερα τα διαμειφθέντα την δεκαετία του 1910 και 1920 για να κατανοήσει πλήρως ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα τότε όπως και σήμερα έγκειται στο γεγονός πως οι κυβερνώντες στο μονίμως παραπαίων νεοελληνικό κράτος έβλεπαν τον κόσμο όχι με όρους έθνους αλλά με όρους εξουσίας-υπηκόων, αντίστοιχα και ανάλογα με τα μοντερνιστικά κράτη της δυτικής Ευρώπης με τα οποία μονίμως διατηρεί ασύμμετρες σχέσεις. Η ειδοποιός διαφορά όμως είναι γιγαντιαία: Στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη από τον 16ο-19ο αιώνα η αγωνία δεν ήταν το πώς θα συγκροτήσουν πολιτικά προϋπάρχοντα έθνη αλλά το πώς θα διοικήσουν ηγεμονικά τις κοινότητες εξαθλιωμένων δουλοπαροίκων οι οποίοι στην μετά-Μεσσαιωνική εποχή δημιουργούσαν διαφοροποιημένα κοινωνικά περιβάλλοντα. Έτσι, η αναγκαία και μη εξαιρετέα ανθρωπολογική συνοχή νοήθηκε ρατσιστικά, επιβλήθηκε γενοκτονικά και συγκρατήθηκε στο πλαίσιο μιας σχέσης εξουσίας-υπηκόων. Όπως και με πολλά άλλα έθνη που υπέστησαν την λαίλαπα του ηγεμονισμού και της αποικιοκρατίας, όμως, το ανθρωπολογικό περιβάλλον των ελλήνων ήταν διαφορετικό. Διέθεταν μακραίωνη πνευματική και πολιτική διαμόρφωση και μεγάλα κτίσματα πολιτικού πολιτισμού, δηλαδή, διέθεταν συγκροτημένο έθνος. Αναμφίβολα, ανθρωπολογικά μιλώντας ήταν διάσπαρτο και το στοίχημα σωστά νοούμενο ήταν να συνεχίσουν τον βίο τους στους ιστορικούς τους χώρους και όχι να μαντρωθούν κυριαρχικά στα πρότυπα του δυτικοευρωπαϊκού ηγεμονικού κράτους. Κάτι τέτοιο, όμως, υπερέβαινε τις δυνατότητες του νεοσυστανθέντος εξαρτημένου νεοελληνικού κράτους. Αυτό μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Οι έλληνες και τα άλλα έθνη τα οποία με τόση ακρίβεια περιέγραφαν διάνοιες μεγάλης εμβέλειας όπως ο Ρήγας Φεραίος και ο Καβάφης, μπορούσαν σχεδόν αυτόματα να δημιουργήσουν δημοκρατίες και ειρηνικές σχέσεις αν, όπως το έθεσε ο Ρήγας, εξέλειπε ο τύραννος. Είχαμε όμως διαφορετικές εξελίξεις: Τελικά μετά από μεγάλες ανθρωπολογικές καταστροφές μιμούμενοι τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα δημιουργήθηκαν δύο μοντερνιστικά κράτη. Δεν αντιλέγω ότι υπό τις ιστορικές συνθήκες της τότε εποχής ενδεχομένως μια τέτοια καταστροφή να ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη.

Τρίτον, για λόγους σχετικούς με τα ακαδημαϊκά μου καθήκοντα, διαβάζοντας βιβλίο νεοεισερχόμενου συναδέλφου που μόλις κυκλοφόρησε, ο οποίος, υπό το πρίσμα της Θουκυδίδειας επιστημονικής παράδοσης διεθνών σχέσεων συνέγραψε πρωτοπόρα μελέτη για το 1922 (Διονύσιος Τσιριγώτης, Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922. Σύγχρονη ελληνική ιστορία και εξωτερική πολιτική, βιβλίο στον πρόλογο του οποίου ο Καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης έγραψε εξίσου σημαντικές παρατηρήσεις), κανείς βλέπει ξεκάθαρα την αντιπάθεια πολλών εξουσιαστικών τρωκτικών του νεοελληνικού κράτους για τους τότε εκτός συνόρων έλληνες. Διαβάζοντας αυτή την έξοχη και επιστημονικά θεμελιωμένη ανάλυση, κανείς βλέπει ξεκάθαρα πως οι τότε νοοτροπίες δεν διαφέρουν από την εξόφθαλμη σημερινή ολοκληρωτική εγκατάλειψη ενός από τα πιο ανθηρά κομμάτια του ελληνικούς έθνους στην Κύπρο αλλά και την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζουν πολλοί σήμερα τον εκφυλισμό των εξωτερικών συνόρων της σημερινής ελληνικής κυριαρχίας, καθώς επίσης και την παντελή αδιαφορία για τις ραγδαίες αλλαγές στις περιφερειακές κατανομές ισχύος και συμφερόντων οι οποίες κτίζουν μοντερνιστικούς εθνικισμούς απίστευτα αναχρονιστικούς. Κανείς βλέπει ακόμη ότι σήμερα δεν μιλάμε πλέον για κάποια συμμετρική σχέση μεταξύ των ευρύτερα εθνικά και οικουμενικά σκεπτόμενων και των μοντερνιστών νεοελλήνων αλλά για μια πλήρη πλέον πνευματική, πολιτική και γλωσσική καθίζηση. Στις μέρες μας αναρίθμητοι πλέον νεοέλληνες διανοούμενοι επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τα πνευματικά και πολιτικά μας ερείσματα κάνοντας τεράστια εξομοιωτικά άλματα που εξισώνουν αυτά τα ερείσματα με εθνικιστικές μοντερνιστικές αντιλήψεις άσχετες με τον μακραίωνα πολιτισμό μας. Τα ελληνικά πανεπιστήμια και οι κρατικοί θεσμοί κυριολεκτικά γέμισαν με ιεραποστόλους οι οποίοι μέσα σε διεθνικές συσπειρώσεις προωθούν ιδεολογικά προσανατολισμένες εθνομηδενιστικές αποδομήσεις των ελλαδιτών και κυπρίων. Όλως περιέργως, οι ίδιοι ή περίπου οι ίδιοι είναι εξαιρετικά επιεικείς με τον σκοπιανό και αλβανικό αναθεωρητικό εθνικισμό. Όλως περιέργως επίσης οι ίδιες υπηρεσίες και αλλόκοτοι δρώντες όπως ο κερδοσκόπος Σόρος την ίδια στιγμή που προωθούν τον εθνομηδενισμό στην ημέτερη πλευρά προωθούν τον κρατικό αναθεωρητικό εθνικισμό στα Σκόπια και άλλα κράτη της περιοχής μας. Στην Κύπρο, εξάλλου, οι ίδιοι ή περίπου οι ίδιοι εδώ και μια περίπου δεκαετία ανέλαβαν εργολαβικά την αντίκρουση της ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού υπό το πρίσμα της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας ευνοώντας ένα ακριβώς ρατσιστικό «κρατικό έθνος κυπρίων» που ασφαλώς θα είναι δημοκρατικά ισοπεδωμένο και ιμπεριαλιστικά κατεχόμενο. Συναφής είναι επίσης ο ιλαροτραγικός και ντροπιαστικός «δημόσιος διάλογος» των τελευταίων εβδομάδων για την απόδοση Ιθαγένειας. Αποκλίνοντας από πιο σώφρονες και ψύχραιμες προσεγγίσεις άλλων ευρωπαϊκών κρατών επιχειρείται μια επιπόλαιη, εσπευσμένη και ιδεολογικοπολιτικά εμπνευσμένη –και μάλιστα εθνομηδενιστικά προσανατολισμένη– νομιμοποίηση όχι μόνο της λαθρομετανάστευσης αλλά και με τον τρόπο αυτό ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης. Η ύβρις και επωδός ήταν και αναμενόμενη: Όποιος με ψυχραιμία και σύνεση παρατηρήσει ότι χρειάζεται περισσότερη σκέψη για την πολιτική που πρέπει να υιοθετηθεί κατατάσσεται συνοπτικά σε εκείνη την βδελυρή μεταφυσική έννοια των «ακροδεξιών». Μια δηλαδή πρόστυχη και κατάπτυστη υβριστική κατασκευή που ετοιμοπόλεμα υπηρετεί ένα πλέον μεγάλο πλήθος πνευματικών και πολιτικών θαμώνων του διεθνικά, εξωπολιτικά και εξωελληνικά (για να θυμηθούμε την γνωστή φράση του Ανδρέα Παπανδρέου) στημένου εθνομηδενιστικού περίγυρου. Ακροδεξιός όποιος έχει αντιρρήσεις για την καταστρατήγηση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας στην Κύπρο, ακροδεξιός όποιος αντισταθεί στον τουρκικό επεκτατισμό, ακροδεξιός όποιος αντισταθεί στον αλυτρωτισμό «κρατικών εθνών» των Βαλκανίων, ακροδεξιός όποιος αντικρούσει την λαθρομετανάστευση, ακροδεξιός όποιος αντικρούσει τον αποδομητικό εθνομηδενισμό, ακροδεξιός ο Σαμαράς, ακροδεξιός ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Βάσος Λυσσαρίδης, ακροδεξιοί όσοι δεν είναι εθνομηδενιστές, ακροδεξιοί όσοι αγαπούν τον πολιτισμό τους και την πατρίδα τους, ακροδεξιοί όσοι προσκολλώνται στις παραδόσεις τους, ακροδεξιοί όσοι θέλουν μια Ευρώπη των Πατρίδων, ακροδεξιοί όσοι δεν θέλουν να διαμελιστεί το Αιγαίο ή να οδηγηθεί η Θράκη προς απόσχιση, ακροδεξιοί όσοι αμφισβητούν αλβανικές θέσεις ότι τα σύνορά τους πρέπει να είναι μέχρι την Πρέβεζα, ακροδεξιοί και υπερβολικοί όσοι δεν συμφωνούν πως υπάρχει «Αιγαιακό μακεδονικό έθνος», ακροδεξιοί όσοι θέλουν άμεση δημοκρατία, ακροδεξιοί όσοι είχαν αντίρρηση στις άνομες και καταχρηστικές μεταψυχροπολεμικές επεμβάσεις της «διεθνούς κοινότητας», και τα λοιπά (βδελυρά και ντροπιαστικά που θίγουν τον κοινό νου και κάθε έννοια πολιτικού πολιτισμού).

Σταματώ λοιπόν εδώ τονίζοντας ότι κατανοώ πλήρως τις ανησυχίες των συναδέλφων για την ελληνική γλώσσα αλλά δυστυχώς το πρόβλημα των νεοελλήνων είναι πολύ βαθύτερο: Είναι ταυτόχρονα πνευματικό και πολιτικό. Σύντομα θα είναι και ανθρωπολογικό, οπότε η πολλαπλή διχοτόμησή του θα είναι αναπόδραστη. Ιδεολογικά, υποσυνείδητα ή ενδόμυχα πολλοί ίσως αυτό θέλουν, διαφορετικά δεν είναι κατανοητό γιατί το υποστηρίζουν με τόσο φανατισμό όσον αφορά την Κύπρο ή γιατί επιδεικνύουν τόσο μεγάλο έλλειμμα ευαισθησίας για τις αναθεωρητικές αξιώσεις κατά της Ελλάδας.

Αναδημοσίευση από το www.ifestos.edu.gr, The Greek language – Η ελληνική γλώσσα. Και μερικές ακόμη σκέψεις περί εθνομηδενισμού - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-01-10

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Η σημασία του Ησυχασμού

Johannes_VI_Cantacuzenos
Ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός
ως αυτοκράτωρ και ως μοναχός

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Συνεκτικός ιστός όχι μόνο του Βυζαντίου, ως πολυεθνικού σχήματος, αλλά και των επιμέρους εθνικών συνιστωσών του ήταν η Ορθόδοξη Πίστη.

Το συνάγουμε και από τις εξής δύο θεμελιώδεις διαπιστώσεις: α) Ότι ο Ησυχασμός αποδείχθηκε εθνικό σωσίβιο ανθεκτικότατο όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για τους Σλάβους.9 β) Ότι η «ελληνίζουσα» πρόταση υπήρξε τελείως ουτοπική.10 Ας υπενθυμίσουμε, επιπροσθέτως, ότι ο αποκλεισμός μιας τρίτης λύσης -ούτε παπική Τιάρα ούτε τουρκικό Σαρίκι- είχε τελεσιδικίσει στα πεδία των μαχών.

Η μόνη «αναγέννηση» που τελεσφόρησε ήταν η ησυχαστική. Χάρη στο ησυχαστικό κίνημα η Εκκλησία κατόρθωσε να αποσυνδεθεί από τους δύο άλλους πόλους της βυζαντινής «τρόικας» (το Θρόνο και τη Σχολή) και να αποφύγει την συν-κατάρρευση. Αναγνωρίζοντας ως φορέα της θρησκευτικής αυθεντίας τον ταπεινό ασκητή (και όχι τον μεγαλόσχημο θρησκευτικό αξιωματούχο), ο Ησυχασμός επέτρεψε στην Εκκλησία να απαλλαγεί από τις καθεστωτικές δουλείες της και να ξαναβρεί τον αυτοθυσιαστικό εαυτό της. Έδωσε έτσι τη δυνατότητα στον Ελληνισμό να αναδιπλωθεί στην προσωποκεντρική αυθεντικότητα της Πίστης του και να ενεργοποιήσει, μέσω αυτής, την οικουμενική του λειτουργικότητα, η οποία είχε αρχίσει να εξαρθρώνεται και στο πνευματικό επίπεδο. Η επιτυχία της ησυχαστικής αναγέννησης, επιβεβαιώνοντας τη μοναδικότητα της στρατηγικής του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αναδεικνύει την κατανόηση της ιστορικής σημασίας του Ησυχασμού σε σημείο-κλειδί για την υπέρβαση των αγκυλωτικών νεωτερικών αναγνώσεων της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού.11

Σύμφωνα με μια αξιοσημείωτη κρίση του Γιώργου Καραμπελιά, άλλη θα ήταν η εξέλιξη της σχέσης «Φιλοσοφίας και Ησυχίας», αν το ιστορικό περιβάλλον δεν είχε διαμορφωθεί τόσο αντίξοο από πολιτική άποψη. Θα αποφευγόταν τουλάχιστον η αδυναμία ειρηνικής συνύπαρξης Φιλοσοφίας και Ησυχίας.12 Η ιστορία του βασιλιά Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού (1341-1354)13 προτείνεται, από την άποψη αυτή, ως αφετηρία γόνιμου προβληματισμού. Στο πρόσωπο του Ιωάννη Καντακουζηνού συνέπεσαν και οι τρείς πόλοι της κατά τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο (1815-1881) βυζαντινής «τριαρχίας»: ο ακαταπόνητος πολεμιστής βασιλιάς, ο επιφανής έλλην λόγιος και ο ησυχαστής μονάχος (Ιωάσαφ). Η μορφή του καβαφικού «Κυρ Γιάννη» είναι ιδιαζόντως τραγική, γιατί η ενότητα των τριών πόλων που κατόρθωσε να ενσαρκώσει στο πρόσωπο του είχε ήδη καταστραφεί στο ιστορικό πεδίο. Τονίζω την ανάγκη μελέτης της τριπολικής σχέσης Λόγου, Πίστης και Πολιτικής, επειδή δεν είναι άσχετη με την κατοπινή σχιζοείδεια της ταυτότητας του Ελληνισμού.14

Επανερχόμενος στο θέμα της «αναγέννησης», οφείλω να επισημάνω ότι, για να έχουμε αξιόπιστη εικόνα, πρέπει να δούμε και τι είδους «αναγέννηση» έλαβε χώρα (αν έλαβε) στους δύο άλλους πόλους του βυζαντινού συστήματος: τον βασιλικό θεσμό και την ελληνική λογιοσύνη. Ποιες ήταν εκεί οι «αναγεννητικές» απόπειρες, ποιο χαρακτήρα είχαν και γιατί δεν τελεσφόρησαν; Ας υποθέσουμε, για την οικονομία της συζήτησης, ότι, αν υπήρχαν «αναγεννήσεις», ομόλογες της ησυχαστικής, και στις δύο άλλες συνιστώσες του βυζαντινού σχήματος και επιτύγχαναν, ίσως κατόρθωνε το Βυζάντιο να αποφύγει την κατάρρευση.

Στο σημείο όμως αυτό πρέπει να διατυπώσω την απορία μου: Γιατί οι νεωτερικοί νόες μας, οι κατά τα άλλα τομώτατοι, αρνούνται πεισματικά να αναγνωρίσουν την «αναγέννηση του Ελληνισμού» εκεί όπου όντως υπήρξε και χάρη στην οποία όντως επιβίωσε ο Ελληνισμός, δηλαδή την ησυχαστική αναγέννηση; Γιατί η μεταξύ τους κρατούσα άποψη είναι, αντιθέτως, ότι «φταίει ο ησυχασμός», που δεν μπόρεσαν οι άλλες «αναγεννήσεις» να επιτύχουν την αποτροπή της κατάρρευσης;

Από το βιβλίο: Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Ο σύγχρονος μηδενισμός, Εκδόσεις Αρμός

 


9. Για τον μη ενημερωμένο αναγνώστη σημειώνω ότι η λεγόμενη «ησυχαστική έριδα» ξεκίνησε από την επίθεση του «ελληνίζοντος» μονάχου Βαρλαάμ από την Καλαβρία εναντίον της ασκητικής πνευματικότητας του Αγίου Όρους και διαίρεσε το Βυζάντιο σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Την υπεράσπιση των «ιερώς ησυχαζόντων» ανέλαβε ο μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς, ο κατοπινός επίσκοπος Θεσσαλονίκης και Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η διαμάχη συμπεριέλαβε όλα τα μεγάλα πνευματικά ζητήματα, με άξονα τη θεολογία των Ακτίστων Ενεργειών, βάσει της οποίας κατοχυρώνεται στο πεδίο της Πίστης η μετοχή του προσώπου στην απόλυτη ελευθερία. Με τη θεολογία των Ενεργειών ο Ησυχασμός επαναβεβαίωσε την πίστη στην ελευθερία του ανθρώπου. Όρθωσε έτσι αποτελεσματικό φράγμα στην ανελεύθερη δυτική και ανατολική πνευματικότητα, σώζοντας την ελληνικότητα στο πεδίο ορισμού της: το πνευματικό-ψυχικό.

10. Η «ελληνίζουσα» πρόταση προσέλαβε και τυπικά εθνοκρατικά χαρακτηριστικά απευθυνόμενη στο βασιλιά Μανουήλ Β' Παλαιολόγο (1391-1425) από τον Πλήθωνα-Γεμιστό (1355-1452), το μέντορα της «αναγέννησης» των ελληνικών γραμμάτων στην Ιταλία. Ως πλατφόρμα εθνοκρατικής «αναγέννησης» του Ελληνισμού η πρότασή του κρίνεται εντελώς εξωπραγματική.

11. Μια μνημοτεχνική κωδικοποίηση του «ησυχαστικού» διχασμού είναι η εξής: Παλαμικοί/Αντιπαλαμικοί. Καντακουζηνικοί/Παλαιολογικοί. Αντιουμανιστές/Ουμανιστές. Συντηρητικοί/Κοινωνικοί μεταρρυθμιστές. Αντιλατίνοι/Λατινόφρονες. (Hans George Beck, Η Βυζαντινή χιλιετία, σ. 338, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990.)

12. Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι από τους ελάχιστους νεωτερικούς στοχαστές μας που αντιλαμβάνεται τον κρίσιμο ρόλο του Ησυχασμού για την επιβίωση του Ελληνισμού. Επιπλέον, διαπραγματεύεται τη σχέση «Φιλοσοφίας και Ησυχίας» με τέτοια επάρκεια, που εκπλήσσει ακόμα και τον εναυρυνόμενο ως «ειδικό» στο θέμα Μητροπολίτη Ναυπάκτου (βλ. βιβλιοκριτική του στό: http ://www.alopsis.gr).

13. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάννη Καντακουζηνού, βλ. Donald Μ. Nicol, Ιωάννης Καντακουζηνός, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, μτφρ. Κατερίνα Χαλμάκου, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα 2008.

14. Ο Χρήστος Γιανναράς χαρακτήρισε το 1354, χρονιά που ο Δημήτριος Κυδώνης μετέφρασε τη Θεολογική Σούμα του Ακινάτη, ως ιστορικό ορόσημο μεγαλύτερης πολιτισμικής σημασίας από το 1453, έτος της Αλώσεως της Πόλης από τους Τούρκους. (Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, σ. 9, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992.) Η μετάφραση όμως ήταν έργο του Ησυχασμού. Η απόφαση για τη γνωριμία των Ελλήνων με το διανοητικό τέρας της καθολικής Δύσης ήταν του βασιλιά Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, συνειδητού ησυχαστή και φίλου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Δεν ήταν απόφαση των «λατινοφρόνων». Βέβαια, ο Κυδώνης, «χαμένος στη μετάφραση», έγινε καθολικός. Η εξέλιξη του Κυδώνη έχει τη σημασία της, αλλά δεν αγγίζει την ουσία του ζητήματος. Ποιο ήταν άραγε το σκεπτικό της πολιτικής απόφασης; (Για το σχήμα της σχιζοείδειας στη δομή της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας, τις καταβολές της οποίας καλούμαστε να αναζητήσουμε στην εποχή αυτή, βλ. Πέρα από το Άτομο, σσ. 361-365.)

Διαβάστε περισσότερα......