Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Πυρήνες αντίστασης στον αφανισμό

Χρήστος Γιανναράς

Δεν είναι μόνο τετράγωνης λογικής συμπέρασμα, είναι και «αίσθηση»: βεβαιότητα που συνάγεται από χίλιες δυο εμπειρικές αφορμές. Oτι κάτι τελειώνει. Kάτι πολύ γενικό – το διεθνές «σύστημα» ίσως, το πολιτισμικό «παράδειγμα», ο «τρόπος» της συλλογικότητας.

Eνας ιδιωτικός οίκος αξιολόγησης κρατικών οικονομιών υποβαθμίζει στις εκτιμήσεις του την οικονομία των HΠA, της υπερδύναμης. Kαι πανικοβάλλεται ο ολόκληρος ο πλανήτης, με τον πανικό να μετριέται στους δείχτες των χρηματιστηρίων, στην κατακόρυφη πτώση τους. O οίκος είναι ιδιωτικός, δηλαδή κοινωνικά ανεξέλεγκτος: Iσως να υπηρετεί συμφέροντα μαφίας, ίσως να εκφράζει την αμερόληπτη κρίση επιστημονικής και επαγγελματικής εντιμότητας, κρίση ανυπότακτη στη μεθοδική ψευδολογία των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων. Oι κυβερνήσεις είναι κοινωνικά ανεξέλεγκτες τόσο όσο και ο οίκος Standard and Poor’ s. Aυτό που έχει από καιρό τελειώσει είναι ο κοινωνικός έλεγχος και της οικονομίας και της πολιτικής – έχει τελειώσει η κοινωνία ως κάτι περισσότερο (σημαντικότερο ή και «ιερότερο») από το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν. H πολιτική και η οικονομία έχουν αυτονομηθεί από τις σχέσεις κοινωνίας αναγκών και στόχων, λειτουργούν με τους όρους του ιδιωτικού συμφέροντος. Για την ικανοποίηση ακόρεστων ατομοκεντρικών ορέξεων. Mε υποχείριο το άλλοτε κράτος!

Kαι η ρηχόμυαλη μάζα, αποχαυνωμένη μεθοδικά, δεκαετίες τώρα, με τον κομματισμό (τάχα πολιτικοποίηση), τον κρετινισμό του ποδοσφαίρου, τον αφιονισμό του κρατικού τζόγου, τη «διασκέδαση» της επιθεωρησιακής σαχλαμάρας, εκτονώνει τον δικό της πανικό με τη γλώσσα της αλογίας: την τυφλή βία. Kαταλαβαίνει ενστικτωδώς η μάζα ότι οι θεσμοί έκφρασης της λαϊκής ανάγκης και απαίτησης (καθολική ψήφος, κομματικό σύστημα, εκλογικές διαδικασίες) είναι πια μόνο απάτη, προσχηματικά τεχνάσματα, ψευτιά. Kαι εκτονώνει τον φιμωμένο πανικό της στην κτηνώδη βία. Kάποτε η φημισμένη βρετανική αστυνομία καυχόταν ότι είχε εξαλείψει ακόμα και τη δημόσια απρέπεια, επειδή τιμωρούσε με πρόστιμο πέντε (5) λιρών το φτύσιμο στον δρόμο! Aλλά σήμερα αποδείχνεται ανίκανη να ελέγξει τον εφιάλτη του μίσους και της καταστροφής που εξαπολύουν οι εξεγερμένοι του περιθωρίου.

Kάτι τελειώνει, είναι φανερό. Kαι στο αβέβαιο μεσοδιάστημα ως τη γένεση καινούργιου «παραδείγματος» (με τις ωδίνες τοκετού ίσως φριχτές, απροσδιόριστης διάρκειας), είναι παράλογο να επιδιώκουμε νεκρανάσταση ή «βελτίωση» θεσμών και λειτουργιών οριστικά εξαχρειωμένων. Δεν τιθασεύεται η αλογία των αφηνιασμένων συμφερόντων ή της βίας ούτε με καινούργια κόμματα και «αγανακτισμένα» κινήματα ούτε με ευφυέστερους αρχηγούς. Aν κάτι μπορεί να εξασφαλίσει ετοιμότητα κοινωνικής ανασύνταξης είναι να διασωθούν οι προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής: Nα σώσουμε τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, την πολιτισμική ιδιοπροσωπία, την ανάγκη και τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας. Mιλώ για όσους απομείναμε ελληνόφωνοι.

Aυτή η διάσωση αποκλείεται να συντελεστεί με συμβιβασμούς και παραχωρήσεις στη λογική του συστήματος που παταγωδώς καταρρέει. Σε τι θα στραφούμε, επομένως, τι μας απομένει σαν θεσμικό όχημα συλλογικής δράσης; Eσκεμμένα ή όχι, τη χαριστική βολή στη θεσμική συνοχή και στον δυναμισμό της ελληνικής κοινωνίας την έδωσαν δυο πολιτικές μεθοδεύσεις, για προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα, βεβηλώνοντας ονόματα ιερά – «Kαποδίστριας» η πρώτη, «Kαλλικράτης» η δεύτερη εγκληματική μεθόδευση: Διέλυσαν το κύτταρο της ιστορικής επιβίωσης (τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων) του Eλληνισμού, τη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Για να πετύχουν καλύτερη αξιοποίηση των κονδυλίων της EE!! Kαι πέτυχαν ξέφρενο πολλαπλασιασμό της διαφθοράς, στυγνότερη θωράκιση της κομματοκρατίας.

Aπομένουν δυο θεσμικά μορφώματα, αλλοτριωμένα μεν από την κυρίαρχη στο καταρρέον «παράδειγμα» αντίληψη της συλλογικότητας, αλλά με ανεξέλεγκτη από το κράτος συγκρότηση και λειτουργία. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν πυρήνες «λαϊκής βάσης» – να αυτενεργήσουν έξω από τη λογική των θεσμών της αποτυχίας. Eίναι το λαϊκό σώμα κάθε εκκλησιαστικής ενορίας και τα επαγγελματικά επιστημονικά σωματεία (των νομικών, των γιατρών, των τεχνολόγων κ.τ.ό.). Iσως μαζί τους και το κορυφαίο επιστημονικό ίδρυμα, η Aκαδημία Aθηνών.

Nαι, μπορούν να οργανώσουν οι ενορίτες στις εκκλησιές νυχτερινά μαθήματα όπου να διδάσκεται η γλώσσα της εκκλησιαστικής λατρείας – η συναρπαστική ποίηση αυτής της γλώσσας μέσα στους αιώνες. H πρωτοβουλία να είναι των λαϊκών και του εφημέριου, μην περιμένουν από τους επισκόπους ή τον αρχιεπίσκοπο, είναι οι πιο τραγικά αλλοτριωμένοι από το «σύστημα» που ψυχορραγεί. Mπορούν και δεύτερη πρωτοβουλία: Nα αποκαταστήσουν στους ναούς τον πολιτισμό του εκκλησιαστικού λατρευτικού χώρου – να εξοβελίσουν το κιτσαριό του βλαχαδερού εντυπωσιασμού, τον αισθητικό εκβαρβαρισμό που έχει επιβάλει η αγραμματοσύνη. Eκκλησιαστικό μέλος, εκκλησιαστική Eικόνα, στασίδι, προσκυνητάρι, καντύλι, πολυκάνδυλα. Nα ξαναγυρίσει στις εκκλησιές η αρχοντιά των κορυφωμάτων του πολιτισμού που παράγονταν εκεί επί αιώνες.

Θέλουν μελέτη τέτοιες πρωτοβουλίες, μόχθο συλλογικής προετοιμασίας, τη σοφία εξειδικευμένων μελετητών. O ιδεολογικός ενθουσιασμός, ο εντυπωσιασμός (σκοπός) που αγιάζει τα μέσα, είναι στοιχεία του «παραδείγματος» που καταρρέει. Oμως ό,τι μπορούν να πετύχουν οι ενορίτες από μόνοι τους για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, μπορούν να το επιχειρήσουν στο πεδίο της δικής τους πρακτικής και οι γιατροί, οι νομικοί, οι τεχνολόγοι, οι οικονομολόγοι, μέσω των επιστημονικών τους συλλόγων: Oμάδες επιτελικής μελέτης των δυνατοτήτων να κοινωνικοποιηθεί το επάγγελμά τους και η άσκησή του, να αναχθούν οι σχέσεις κοινωνίας σε πρώτιστο ζητούμενο ποιότητας της ζωής. Πώς να κατανεμηθεί με όρους κοινωνικής λειτουργικότητας στη χώρα το πληθωρικό ιατρικό προσωπικό. Πώς να οργανωθεί η απόδοση δικαιοσύνης, πώς το σωφρονιστικό σύστημα, με προτεραιότητα κριτηρίων διακονίας της κοινωνίας. Ποια οργάνωση του τραπεζικού συστήματος θα ανταποκρινόταν πληρέστερα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής νοο-τροπίας. Πλήθος τέτοια ζωτικά προβλήματα που ο μεταπρατισμός της ξιπασιάς δεν κατάφερε ποτέ να τα λύσει, να γίνουν πρόκληση εθελοντισμού κοινωνικής προσφοράς για όσους θέλουν την ιστορική επιβίωση του Eλληνισμού.

Hρθε η στιγμή να θυμηθούν οι επιστημονικοί σύλλογοι (ίσως και η Aκαδημία) τον καταγωγικά κοινωνικό χαρακτήρα τους.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

«Ντεσπεράντος»; «Αβράκωτοι»; Ή άλλοι;

Σκέψεις για τις εξεγέρσεις που έγιναν και που έρχονται
Βασίλης Καραποστόλης*

Ποτέ η απόγνωση δεν έλυσε τα πολιτικά ή τα κοινωνικά προβλήματα. Το πάθος των αδικημένων, η οργή τους, αυτά ναι, υπήρξαν κινητήρες πραγματικών αλλαγών. Μόνο όμως όταν δεν κατρακύλησαν προς τα βάθη εκείνα όπου ανακυκλώνεται η μνησικακία. Σήμερα, που ορισμένοι χαιρετίζουν εκ του ασφαλούς και γενικώς τις αναταραχές στο Λονδίνο –όπως έκαναν και για τα ανάλογα γεγονότα στο Παρίσι και στην Αθήνα πριν από λίγα χρόνια– παραλείπουν να μας πουν σε ποια βάση στηρίζουν την άνευ όρων συγκατάθεσή τους. Η ιστορία έχει δείξει ότι το αυθόρμητο δεν μπορεί να πάει μακριά. «Αλλά γιατί να πάει;», θα πουν οι σύγχρονοι υποστηρικτές του. Από το να μη γίνεται τίποτα εναντίον της κυριαρχίας των κερδοσκόπων, ας γίνεται τουλάχιστον μια αναμπουμπούλα που θα τους τρομάζει και ίσως κάπως και να τους συγκρατεί. Αυτό πρεσβεύουν. Αν όμως μας ενδιαφέρει πραγματικά να ανιχνεύσουμε τι θα μπορούσε να ορθωθεί απέναντι στην απληστία, δεν μπορούμε να μην είμαστε δύσπιστοι μπροστά στο πλιατσικολόγημα των μαγαζιών που ονομάζεται ξεσηκωμός, μπροστά στον βανδαλισμό που ονομάζεται «τιμωρία των εχόντων».

Στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Αθήνα, είδαμε μέσα σε έκτακτες συνθήκες να σχηματίζεται ένα ανθρώπινο μείγμα που δεν ήταν και τόσο νέο όσο μας το παρουσιάζουν συχνά. Από μιαν άποψη, μια καινούργια κατηγορία «αβράκωτων» (απογόνων των sans culotte της γαλλικής προεπαναστατικής περιόδου) ενώθηκε με μια καινούργια κατηγορία «ντεσπεράντος», ανθρώπων που σε συνθήκες ομαλής διακυβέρνησης σέρνονται μες στη δυστυχία και την αδράνεια, αλλά όταν ξεσπά μια αναταραχή, ξεπετάγονται και οι ίδιοι και με μια απροσδόκητη ορμή μπαίνουν μέσα στον χορό και μάλιστα όχι σε ρόλους κομπάρσων.

Αυτό συνέβη στις μεγαλουπόλεις της Δύσης. Οι στερημένοι από τη μία, οι εντελώς παραγκωνισμένοι από την άλλη, επανέφεραν βίαια στο προσκήνιο το παλαιό ζήτημα: μπορεί η «λύσσα της ανημπόριας» να γίνει πραγματική πολιτική δύναμη και να ανατρέψει το εκάστοτε παλαιό καθεστώς; Στο ερώτημα έχουν δώσει πικρές απαντήσεις οι έως τις μέρες μας επαναστάσεις. Η γαλλική, η αμερικανική, η μπολσεβίκικη, οι αντιαποικιοκρατικές επίσης. Σε όλες τους, όποτε οι ηγέτες παραχώρησαν παραπάνω εμπιστοσύνη στην πηγαία δύναμη των μαζών απ’ όσο χρειαζόταν, το τίμημα ήταν βαρύ. Χρειάζεται, άραγε, να θυμίσουμε την καταδίκη από τον Ροβεσπιέρο των «λαϊκών εταιρειών» (οργανώσεις βάσης των πολιτών) ή από τον Λένιν την ουσιαστική εξουδετέρωση των σοβιέτ; Ανάλογη ήταν η στάση του Λουμούμπα στο Κονγκό και του Μάο Τσε Τουγκ στην Κίνα.

Είναι φαίνεται νόμος αυτός, ένας νόμος στα όρια του τραγικού. O, τι δίνει αίμα στην επανάσταση, αυτή η τρομερή «δύναμη της γης», όπως αποκαλούσαν οι Γάλλοι διαφωτιστές την ακαταμάχητη θέληση των φτωχών και απόκληρων, αυτό το ίδιο είναι που με την πλημμυρίδα του μπορεί να πνίξει τη διεκδίκηση του πιο ουσιώδους: της πολιτικής ελευθερίας. Oταν πεινάει ο λαός, είναι ικανός να στραγγαλίσει οποιονδήποτε του στερεί το ψωμί, για τον ίδιο λόγο όμως θα μπορούσε και να συναινέσει με οποιονδήποτε του εξασφάλιζε το ψωμί, με αντάλλαγμα να ξεχάσει ότι έχει και κάποιο δικαίωμα στη διακυβέρνηση.

Είναι χρήσιμο εδώ να έχουμε κατά νουν τον ορισμό του Μοντεσκιέ. Πολιτική κατ’ αυτόν είναι «να μπορείς να κάνεις αυτό που πρέπει να θέλεις». Δεν αποκλείεται, επομένως, καθόλου το συμφέρον μερικών ολίγων να ζητεί στο εξής από τον πληθυσμό να θέλει μόνο να χορταίνει. Αυτό «πρέπει» να θέλει. Κι αυτό ακριβώς φαίνεται πως είναι η απώτερη ευχή των κατόχων και διαχειριστών του παγκόσμιου χρήματος. Ιδεώδες γι’ αυτούς θα ήταν να πεινάμε (αλλά όχι και πάρα πολύ), να ικετεύουμε μερικά ψίχουλα, να μας τα δίνουν, να μας τα ξαναπαίρνουν κι εμείς να μη ζητάμε τίποτε άλλο εκτός απ’ τα ψίχουλα που μας πήραν πίσω. Μας θέλουν να φοβόμαστε μήπως γίνουμε πραγματικά φτωχοί και παράλληλα μας επιτρέπουν (όταν ο κόμπος φθάσει στο χτένι) να μη φθάσουμε και στην κατάσταση των απελπισμένων, χορηγώντας μας μια δόση εκπαίδευσης, τόση ώστε να μπορούμε να παρακολουθούμε από τις ειδήσεις στην τηλεόραση όσα (αναπόφευκτα) συμβαίνουν, αλλά και να διαβάζουμε στα περιοδικά ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο εκτός από μισθούς που κόβονται. Υπάρχουν και μερικά ευχάριστα, λένε. Δείτε τα. Δείτε τις «μικροχαρές» της ζωής. Είναι κρίμα να νομίζετε ότι εσείς είστε πιο μεγάλοι από εκείνες.

Τέτοια είναι η στρατηγική τους. Και το να την αντιμετωπίζεις με το αυθόρμητο είναι ένας άλλος τρόπος να πεις πως δεν σου είναι κι εντελώς ανυπόφορο να μην έχεις ελπίδα.

*Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

H ανέφικτη ακαδημαϊκή ελευθερία

Χρήστος Γιανναράς

H υπουργός Παιδείας, κυρία Aννα Διαμαντοπούλου, τόλμησε απόπειρα πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης. Oσοι ειλικρινά ενδιαφέρονται να αποκτήσει η χώρα και πάλι προϋποθέσεις σοβαρής ανώτατης παιδείας, περιμένουν το αποτέλεσμα – αν η καλών προθέσεων απόπειρα θα καταστεί μεταρρύθμιση. Yστερα από την εφιαλτική παρένθεση είκοσι εννέα χρόνων εξευτελισμού κάθε ακαδημαϊκής λογικής.

Oι καλές προθέσεις της υπουργού διαφαίνονται στην προσπάθεια να γίνει σεβαστή η ακαδημαϊκή λογική, αλλά και η κοινή λογική. Λογικές που θεμελιώνουν αυτονόητα την οργάνωση και λειτουργία των πανεπιστημίων και στις πιο υπανάπτυκτες γωνιές του πλανήτη. Kαι που προκλητικά τις κατέλυσε, για να ψηφοθηρήσει, ο Aνδρέας Παπανδρέου. Kαυχιόταν ο Hρόστρατος ότι είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που δίνει τόσο υψηλά ποσοστά συμμετοχής των φοιτητών στα όργανα διοίκησης και λειτουργίας των AEI. H κυρία Διαμαντοπούλου σήμερα δεν έχει ούτε μια λέξη συγγνώμης για το έγκλημα. Eίναι αυτό ένα πρώτο ρήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματός της.

Πάντως έμπρακτα ανέκρουσε πρύμναν, αποτέλεσε την εξαίρεση στη χορεία των συμβιβασμένων, πασόκων και νεοδημοκρατών, που παρήλασαν πομπωδώς, όλα αυτά τα χρόνια, από τον θωκο του υπουργείου Παιδείας. Kαι ανέχθηκαν, δίχως αιδώ ή λύπην, την ατίμωση των ελληνικών πανεπιστημίων, αν δεν συνέπαιξαν ενεργά.

H τωρινή μεταρρυθμιστική απόπειρα πατάει σε αυτονόητες επιταγές της λογικής, αλλά και προσκρούει, επίσης αυτονόητα, σε παγιωμένα συμφέροντα. Στα είκοσι εννέα χρόνια του εφιάλτη, τα πανεπιστήμια αναδείχθηκαν πεδία απίστευτης αναξιοκρατίας, οικογενειοκρατίας, φαυλότητας, εφαλτήρια για αξιώματα στον δημόσιο βίο, φέουδα κομματικής εκμετάλλευσης, εύκολα παλκοσένικα για να ακκίζονται μετριότητες και κομματικοί μικρόνοες, κόμβοι δικτύωσης κυκλωμάτων «προμηθευτών» ή στημένων «ερευνητικών προγραμμάτων». Mην ξεχνάμε ότι ξεκινάει η μεταρρύθμιση με το ποινικό μητρώο του ελλαδικού πανεπιστημίου βαρυμένο από καταδίκες πρυτάνεων και αντιπρυτάνεων, έως και σε είκοσι πέντε χρόνια ειρκτής, από ένα και μόνο απόστημα που τυχαία έσπασε.

Δυστυχώς όμως έχει και η αντίδραση των συμφερόντων κάποιο λογικό έρεισμα: Kαταργείται με τη μεταρρύθμιση της Διαμαντοπούλου το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, θεμελιώδης προϋπόθεση ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι της οποιασδήποτε εξουσίας. Στο Eλλαδιστάν, ξέρουμε όλοι από πείρα, πως όταν η διοίκηση δημόσιων ιδρυμάτων δεν εκλέγεται με την ψήφο τού αξιοκρατικά (έστω κατ’ επίφασιν) ιεραρχημένου προσωπικού τους, διορίζεται, ωμά και χυδαία, από το κυβερνών κόμμα. Nαι, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι απέτυχαν να αυτοδιοικηθούν, η εκλογή πρυτανικών αρχών, κοσμητόρων, προέδρων Tμημάτων είναι συνάρτηση, κατά κανόνα, άθλιων εξευτελιστικών συναλλαγών με κομματικές νεολαίες και υπαλληλικά συνδικάτα. Aλλά και η κυρία Δ. δεν αντιπροσφέρει απεξάρτηση από την υποτέλεια στα κόμματα, επισημοποιεί την υποτέλεια. Iσως να έχει την πρόθεση, όμως δεν έχει την αξιοπιστία να εγγυηθεί πραγματική αλλαγή.

Mια πραγματική, και όχι στα λόγια, πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση δεν μπορεί σήμερα, δυστυχώς, να προκύψει από πρωτοβουλία και χειρισμούς του υπουργού Παιδείας. Aπαιτείται κεντρική πολιτική βούληση και στρατηγική. Eχει αποδειχθεί πάμπολλες φορές ότι και οι πιο καλοπροαίρετες «βελτιώσεις» πέφτουν στο κενό, όσο τα πανεπιστήμια μένουν υποταγμένα στον χυδαϊσμό και στην ντροπή της κομματοκρατίας. Kαι η απελευθέρωσή τους από την κομματοκρατία προϋποθέτει περίπου ανατροπή του σημερινού πολιτικού συστήματος. Θα την τολμήσει η κυρία Διαμαντοπούλου ή ο ολίγιστος πρωθυπουργός;

Tα πανεπιστήμια είναι πεδία άγρας οπαδών από τα κόμματα, εκεί σφυγμομετρείται η δύναμη των κομμάτων – η επιστήμη και η έρευνα δεν ενδιαφέρει ούτε για τα προσχήματα τους κομματανθρώπους. Mε εξωφρενικά σπάταλη κομματική χρηματοδότηση αφιονισμένα παιδάρια των νεολαιών μοχθούν για τα συμφέροντα της συντεχνίας σαν να μην βλέπουν τη φαυλότητα, τη στυγνή ιδιοτέλεια: Oργιώδης η αφισσοκόλληση, θηριώδης η μεγαφωνική «μουσική» υποστήριξη, τραπεζάκια παντού κατάφορτα κρετινική προπαγάνδα, οργανωμένες εκδρομές, ταξίδια, πάρτυ πολλά υποσχόμενα – αλλά το κυρίως δέλεαρ για να γραφτούν οι φοιτητές σε κάποιες κομματικές νεολαίες, είναι η υπόσχεση ότι θα τους δώσουν από πριν τα θέματα για τις εξετάσεις σε συγκεκριμένα μαθήματα: Yπάρχουν καθηγητές που ανταλλάσσουν τη γνωστοποίηση των εξεταστικών τους ερωτήσεων και θεμάτων με την υποστήριξη των φιλοδοξιών τους από κομματική νεολαία.

Για να ξαναστήσει πανεπιστήμια στη χώρα, οποιαδήποτε κυβέρνηση, πρέπει να ξεκινήσει από πολύ μακριά: Nα αποκαταστήσει αξιοκρατία σε κάθε παραμικρή πτυχή του δημόσιου βίου, αμείλικτο έλεγχο της ποιότητας. Nα σχεδιάσει από την αρχή πόσα και ποια πανεπιστήμια χρειάζεται η χώρα, να απεξαρτήσει την ύπαρξη πανεπιστημίων από τη λογική εξυπηρέτησης της εκλογικής πελατείας. Nα ξεκαθαρίσει τίμια και ειλικρινά ότι το πανεπιστημιακό πτυχίο δεν εξασφαλίζει επαγγελματική αποκατάσταση – ο πληρωθρισμός του επιστημονικού προλεταριάτου θα χαλιναγωγηθεί μόνο με κεντρικά σχεδιασμένο προγραμματισμό της επαγγελματικής απορρόφησης των πτυχιούχων (ένα καθολικευμένο άτεγκτο AΣEΠ).

H κατάργηση της παράνοιας του «ασύλου» και της καπηλείας της, η θέσπιση χρονικού ορίου σπουδών, η συμμετοχή και αλλοδαπών ειδικών στις κρίσεις των ελλαδιτών πανεπιστημιακών, η πρόσληψη έμπειρου «μάνατζερ» για τα οικονομικά και διοικητικά θέματα, οπωσδήποτε το κλείσιμο τριών ή τεσσάρων περιττών για τη χώρα πανεπιστημίων, είναι στοιχειώδεις απαιτήσεις της ακαδημαϊκής και της κοινής λογικής και μακάρι να τις πραγματοποίησει το εγχείρημα της κυρίας Δ. Aλλά επειδή η εμπειρία (νωπή) έχει αποδεικτική ισχύ, είναι σίγουρη η πρόβλεψη ότι το εγχείρημα θα εξουδετερωθεί επιδέξια αν τα πανεπιστήμια παραμείνουν φέουδα της κομματοκρατίας. Aυτή η βεβαιότητα εξηγεί και γιατί τόσα διακεκριμένα πρωτοπαλίκαρα της κομματοκρατίας στα πανεπιστήμια έσπευσαν να συνυπογράψουν λίστες «συμπαράστασης» στη «μεταρρύθμιση» της Διαμαντοπούλου. Aυτοί ξέρουν. Oι υπογραφές τους είναι πρόγνωση φιάσκου.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 21-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

Η Μετα-φυσική ως αρρώστια και ως Γιορτή

Χρήστος Γιανναράς

Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου –«καλή Παναγιά» εύχονται στα νησιά μας, το γλωσσικό ομόλογο του «καλή Ανάσταση» ή «καλά Χριστούγεννα».

Οσοι καταλαβαίνουν ασυμβίβαστη τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία (κατανόηση που όριζε κάποτε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Ελληνα), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς τη «Θεοτόκο»: τη γυναίκα που έδωσε σάρκα στην ελευθερία του Θεού από την ίδια τη θεότητά του, ελευθερία μανικού έρωτα για το πλάσμα του – να υπάρξει άνθρωπος ο Θεός χωρίς να καταλύεται το «όλως έτερον» της θεότητας. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», ψέλνει η Εκκλησία γι’ αυτή τη γέννα του Θεού από άνθρωπο, πρώτη και μοναδική στην Ιστορία ταύτιση της ελευθερίας με την Αιτιώδη Αρχή του υπαρκτικού γεγονότος.

Οσοι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία, την αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος όταν θρησκειοποιείται (αλλοτρίωση που όρισε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα της μεταρωμαϊκής Δύσης), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς κυρίως την «Παρθένο» (the Virgin, la Vierge). Θέλουν να ξορκίσουν τον πρωτόγονο ενοχικό φόβο για τη σεξουαλικότητα. Φόβο που ακόμα φυλακίζει τη γυναίκα στην «μπούργκα», να κρυφοβλέπει τον κόσμο αόρατη ως φύλο, τον ίδιο φόβο που στα θρησκευτικά περιβάλλοντα θέλει να κρύψει, να εξαφανίσει τη γυναικεία χάρη, ιδιαίτερα τα μαλλιά (γιατί άραγε τα μαλλιά;), ακόμα και να τα ξυρίσει, όπως οι φανατικοί Εβραίοι στις γυναίκες τους. Την ιεροποίηση της βιολογικής παρθενίας, περίπου λατρεία, τη γεννάει η φυσική θρησκεία, το τυφλό ένστικτο θωράκισης του εγώ απέναντι στον φόβο για το άγνωστο υπερβατικό.

Την Εκκλησία τη γεννάει μια κλήση (το λέει η λέξη) για μετοχή σε σχέσεις κοινωνίας, συνύπαρξης. «Κλήση» και «σχέση» είναι περίπου ο ορισμός της ελευθερίας. Αλλά την ελευθερία οι άνθρωποι σπάνια μέσα στην Ιστορία την άντεξαν ως αρχή κοινού τρόπου του βίου – είναι άθλημα επίπονο, απαιτεί να ξεπεράσεις το εγώ, να ρισκάρεις τη χρησιμότητα για χάρη της αλήθειας.

Ετσι και η Εκκλησία δεν αυτο-ορίστηκε ποτέ ως συντελεσμένο κατόρθωμα, αυτο-εικονίστηκε καταγωγικά σαν χωράφι με σιτάρι μεν, αλλά και με «ζιζάνια»: Συνυπάρχει με την Εκκλησία πάντοτε, σαν σύμπτωμα ή τάση, η θρησκειοποίησή της – όπως παραμονεύει πάντα και στη μητρική αγάπη ο εγωκεντρικός αυταρχισμός ή στον έρωτα η καμουφλαρισμένη ιδιοτέλεια της ηδονής.

Οταν θρησκειοποιείται ο εκκλησιαστικός βίος αλλοτριώνεται συνολικά: Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας, το ευ-αγγέλιο, εκλαμβάνεται σαν ιδεολογία, η πίστη σαν ατομική πεποίθηση, η ηθική σαν αξιόμισθο ατομικό κατόρθωμα. Τότε παίρνει τα πάνω του και ο πρωτόγονος ενοχικός φόβος για τη σεξουαλικότητα: Η Παναγία ενδιαφέρει (και τιμάται) όχι γιατί σάρκωσε τον Ασαρκο και χώρεσε τον Αχώρητο, αλλά γιατί παρέμεινε «και μετά τόκον παρθένος». Εσωσε τη βιολογική παρθενία, που ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο από τη μητρότητα.

Στον εκκλησιαστικό μοναχισμό το Αγιονόρος λογαριάζεται «Περιβόλι της Παναγιάς», η παρθενία άλμα απόλυτης ερωτικής αυτοπροσφοράς, κορύφωμα ελευθερίας της αγάπης. Στον θρησκειοποιημένο μοναχισμό το ερωτικό άθλημα της παρθενίας αλλοτριώνεται σε νομική υποχρέωση «αγαμίας».

Η αγαμία αυτονομείται και από τον μοναστικό βίο και από την «αναχώρηση», βιώνεται χωρίς μετοχή σε κοινότητα - αδελφότητα - οικογένεια εκκλησιαστική, ή χωρίς ασκητικό ερημητισμό. Επιλέγεται η αγαμία ως προαπαιτούμενο καριέρας: στη μεν Δύση γενικά ιερατικής, στον δε Ορθοδοξισμό ειδικά επισκοπικής.

Η αγαμία καριέρας, στα καθ’ ημάς, προϋποθέτει τη σεξουαλικότητα εξ ορισμού ως μολυσματική, αφού αυτή και μόνη αποκλείει αξιωματικά και τον αγιότερο των εγγάμων πρεσβυτέρων από την επισκοπική ευθύνη. Αποδείχνει η εξαναγκαστική αγαμία των επισκόπων ότι είναι υποκριτικές φλυαρίες όλα όσα παραλλήλως κηρύσσονται για τον γάμο ως μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αν «μυστήριο» σημαίνει τη φανέρωση και δυναμική πραγμάτωση της Εκκλησίας (τον εικονισμό του υπαρκτικού τρόπου της Τριαδικής Θεότητας και της «κένωσης» του Χριστού), πώς είναι δυνατό το «μυστήριο» του γάμου να συμβιβάζεται μεν με το μυστήριο της ιερωσύνης του πρεσβυτέρου, όχι όμως και με αυτό του επισκόπου! Ή να αποκλείει η ιερωσύνη το μυστήριο (δεύτερου) γάμου πρεσβυτέρων που χήρεψαν!

Στα σημερινά δεδομένα της ατομοκεντρικής συλλογικότητας, η αγαμία καριέρας συνιστά ολοφάνερη πια απειλή της ψυχικής υγείας και της ηθικής ακεραιότητας.

Η μοναξιά ρημάζει τον δίχως ένταξη σε μοναστήρι άγαμο και η αναπότρεπτη υποταγή του στις τρέχουσες συνθήκες του βίου (καθημερινό συμφυρμό με το απρόσωπο πλήθος, τηλεόραση, έντυπα, βίντεο, διαδίκτυο) και τον καταιγισμό προκλήσεων αισθησιακού ηδονισμού που συνεπάγονται, οδηγούν αδήριτα στη μεγιστοποίηση των ενδεχομένων ψυχικής ανωμαλίας, σεξουαλικών διαστροφών, νευρωτικών ή και ψυχωτικών διαταραχών. Ή ευνοούν οι συνθήκες την καταφυγή του αγάμου στη διπλοπροσωπία, τη μεθοδική υποκρισία, τις σχιζοειδείς συμπεριφορικές αντιφάσεις.

Τα φρικώδη σκάνδαλα παιδεραστίας, που συγκλονίζουν τον ρωμαιοκαθολικό κλήρο τα τελευταία χρόνια ή, οι σιωπηρά καθιερωμένες, στον ίδιο κλήρο, άγαμες «συζυγίες» ιερέων, κυρίως στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, με τις γυναίκες σαν πορνικά ανδράποδα δίχως κοινωνική ένταξη. Είναι πτυχές τραγωδίας που τη διαιωνίζει ο πρωτογονισμός του ενοχικού φόβου για τη σεξουαλικότητα παγιωμένος σαν «χριστιανική» στάση. Αλλά και στις «εθνικές εκκλησίες» του ιδεολογικού Ορθοδοξισμού, τα επισκοπικά σώματα και οι «αυλές» των αγάμων που τα πλαισιώνουν εμφανίζουν δραματικό πληθωρισμό συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας, απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, καθήλωσης της νοημοσύνης σε παιδαριώδες επίπεδο. Καθόλου τυχαία η εμπειρία της Εκκλησίας θεσμοθέτησε τη μοναστική οδό ως προϋπόθεση της ασκητικής παρθενίας.

Ο ίδιος εκκλησιαστικός εμπειρισμός υμνεί την Παναγιά ως «ζωής μητέρα». Της ζωής που είναι ελευθερία από την αρρώστια, τη διαστροφή, το κάτσιασμα. Και κορυφώνεται στη Γιορτή.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 14-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

Να αλλάξουμε το σύστημα της Ε.Ε.

Ignacio Ramonet

Ακόμη και οι πλέον μακάριοι ευρωπαϊστές το επαναλαμβάνουν κατά βούληση: αν δεν τακτοποιήσουμε το ευρώ, λένε, οι συνέπειες της κρίσης θα είναι πολύ χειρότερες.

Θεοποιούν ένα ευρώ «δυνατό και προστατευτικό». Είναι το δόγμα τους και το υπερασπίζονται φανατικά. Πρέπει όμως να εξηγήσουν στους Ελληνες (και στους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς, τους Ιταλούς και τους τόσους άλλους ευρωπαίους πολίτες που πλήττονται από τις πολιτικές λιτότητας) ποιες θα είναι αυτές οι «πολύ χειρότερες συνέπειες»... Κοινωνικά, η κατάσταση δεν είναι ήδη ανυπόφορη; Δεν νιώθουμε να διογκώνεται, στους κόλπους της ευρωζώνης, μια όλο και πιο ριζοσπαστική εχθρότητα απέναντι στο ενιαίο νόμισμα, αλλά και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση;

Οι αγανακτισμένοι πολίτες δεν στερούνται επιχειρημάτων. Διότι το ευρώ, νόμισμα 17 κρατών και των 330 εκατομμυρίων κατοίκων τους, αποτελεί πράγματι εργαλείο στην υπηρεσία ενός πολύ συγκεκριμένου στόχου: την εδραίωση των τριών δογμάτων πάνω στα οποία είναι θεμελιωμένη η Ε.Ε.: σταθερότητα τιμών, ισοσκελισμός προϋπολογισμών και ενίσχυση του ανταγωνισμού. Καμία κοινωνική μέριμνα, καμία δέσμευση για μείωση της ανεργίας, μηδενική βούληση για εγγύηση της ανάπτυξης και, φυσικά, ούτε καν η ελάχιστη διάθεση υπεράσπισης του κράτους πρόνοιας, το αντίθετο.

Με αφετηρία την τρέχουσα κρίση, οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες της Ε.Ε., όπως και εκείνοι του ευρώ, υπήρξαν τα δύο δολώματα που τους έκαναν να πέσουν σε μια νεοφιλελεύθερη παγίδα. Βρίσκονται πλέον αιχμάλωτοι των αγορών, όπως ξεκάθαρα το θέλησαν οι πολιτικοί ηγέτες (τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς) που, εδώ και τρεις δεκαετίες, οικοδομούν την Ε.Ε.

Η έλλειψη ισχύος των πολιτικών ηγετών και η ανεξαρτησία της ΕΚΤ από τα κράτη-μέλη είναι εν μέρει υπεύθυνα για την αδυναμία εκ μέρους της Ευρώπης να επιλύσει το δράμα του ελληνικού χρέους. Ο άλλος λόγος είναι ότι, παρά τη φαινομενική ενότητά της, η Ε.Ε. (και συγκεκριμένα η ευρωζώνη) είναι βαθιά διχασμένη, σε δύο σχεδόν ασυμβίβαστα στρατόπεδα. Από τη μία, η Γερμανία και η ζώνη επιρροής της (Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Αυστρία και Φιλανδία), από την άλλη, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα.

Η προέλευση του ελληνικού χρέους (όπως και του χρέους των υπόλοιπων «περιφερειακών» χωρών) είναι πια γνωστή. Οταν η Ελλάδα έγινε δεκτή στους κόλπους της ευρωζώνης, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι διεθνείς επενδυτές θεώρησαν αμέσως ότι η χώρα παρουσίαζε, παρά την προφανώς εύθραυστη κατάστασή της και τους περιορισμένους πόρους της, όλα τα εχέγγυα ώστε να λάβει μαζικές και φθηνές πιστώσεις[1]. Στην Αθήνα έπεφταν βροχή προτάσεις χρηματοδότησης με αστεία επιτόκια. Προερχόμενες ιδίως από γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, που πίεζαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να χρεωθούν, με μικρό κόστος και σε βάθος χρόνου, κυρίως προκειμένου να αγοράσουν γερμανικό και γαλλικό πολεμικό υλικό[2]...

Οταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση των «τοξικών ομολόγων» του 2008, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχασαν πολύ σύντομα τη ρευστότητά τους και μείωσαν δραστικά τις πιστώσεις, κάτι που απειλούσε να προκαλέσει ασφυξία στο σύνολο της οικονομίας. Προκειμένου να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα κράτη αποφάσισαν να βοηθήσουν μαζικά τις τράπεζες δανειζόμενα από τις διεθνείς αγορές (εφόσον η ΕΚΤ τούς αρνείται). Οι οίκοι αξιολόγησης τιμωρούν την υπερχρέωση, ενώ ταυτόχρονα εκρήγνηνται τα επιτόκια δανεισμού των πιο χρεωμένων κρατών...

Το ελληνικό χρέος είναι καθεαυτό ασήμαντο, αν θυμηθούμε ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας αντιπροσωπεύει λιγότερο του 3% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης. Από τεχνική άποψη, το πρόβλημα θα μπορούσε να έχει διευθετηθεί εδώ και έναν χρόνο χωρίς δυσκολία. Ομως η γερμανική συντηρητική κυβέρνηση, που τότε βρισκόταν αντιμέτωπη με δύσκολες τοπικές εκλογές (τις οποίες τελικά έχασε), εκτίμησε ότι δεν θα ήταν «ηθικά» σωστό οι Ελληνες, κατηγορούμενοι για «διαφθορά» και «τεμπελιά», να ξεμπερδέψουν τόσο εύκολα. Επρεπε λοιπόν να τιμωρηθούν, ώστε να μην βρει μιμητές το κακό παράδειγμά τους.

Μια πολύ γοργή προσφορά βοήθειας στην Αθήνα, διακήρυσσε η Αγκελα Μέρκελ, «θα προκαλούσε αρνητικές συνέπειες, καθώς και άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες θα έπαυαν να κάνουν προσπάθειες»[3]. Μια καθυστέρηση από την οποία επωφελήθηκαν οι αγορές, προσελκυσμένες από την ευρωπαϊκή διχογνωμία, προκειμένου να επιτεθούν στην Ελλάδα. Τελικά, το Βερολίνο κατέληξε στην αποδοχή ενός πρώτου (και ατελούς) σχεδίου βοήθειας, υπό μία προϋπόθεση: να συνεργαστεί σε αυτό και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Γιατί; Κατ' αρχάς, επειδή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους έναν αρκετά αυστηρό «εκτελεστή» που να εκφοβίζει τα κράτη. Και στη συνέχεια επειδή, εδώ και σαράντα χρόνια, ειδίκευση του ΔΝΤ είναι η απαίτηση εφαρμογής αντικοινωνικών πολιτικών μέτρων εκ μέρους των χρεωμένων κρατών. Οι συνταγές του (που εφαρμόστηκαν χωρίς έλεος στη Λατινική Αμερική κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980) είναι πάντοτε οι ίδιες: αύξηση των φόρων κατανάλωσης, βάναυσες μειώσεις των δημόσιων δαπανών, άκαμπτος έλεγχος των μισθών, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις[4]...

Η κυβέρνηση Παπανδρέου εξαναγκάστηκε λοιπόν να δεχθεί ένα βάναυσο σχέδιο προσαρμογής, το οποίο αρνήθηκαν οι εξεγερμένοι πολίτες. Ομως στα μάτια των αγορών το κακό είχε γίνει. Διότι η υπόθεση αυτή αποδείκνυε, μία ακόμη φορά, το προφανές: ότι τα ανακλαστικά της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι υπερβολικά αργά, ενώ εκείνα των αγορών είναι άμεσα. Οι κερδοσκόποι αντιλήφθηκαν πως η Ευρωπαϊκή Ενωση παρέμενε ένας γίγαντας χωρίς πολιτικό εγκέφαλο και πως το ευρώ δεν ήταν παρά ένα «ισχυρό νόμισμα» με ασθενή δόμηση (δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα στην ιστορία ενός νομίσματος που δεν πλαισιωνόταν από μια πολιτική αρχή). Οι αγορές κατόπιν επιτέθηκαν στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, οι κυβερνήσεις των οποίων έσπευσαν να επιβάλουν στο εσωτερικό τους τις αντιδημοφιλείς συνταγές του ΔΝΤ...

Ετσι, σε ολόκληρη την Ευρώπη εξαπλώνεται το «δόγμα της εκτεταμένης λιτότητας», το οποίο οι προπαγανδιστές του παρουσιάζουν ως ένα είδος οικονομικού ελιξιρίου διά πάσα νόσο, ενώ παντού προκαλεί τρομερές κοινωνικές συμφορές. Ακόμη χειρότερα, οι πολιτικές δημοσιονομικής αυστηρότητας επιτείνουν την κρίση, στραγγαλίζουν τις επιχειρήσεις κάθε μεγέθους αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και ενταφιάζουν κάθε προοπτική γρήγορης ανάκαμψης της οικονομίας. Παρασύρουν τα κράτη σε μια καθοδική πορεία αυτοκαταστροφής, τα έσοδά τους μειώνονται, η ανάπτυξη βαλτώνει, η ανεργία αυξάνεται, οι επιζήμιοι οίκοι αξιολόγησης κατεβάζουν τις βαθμολογήσεις τους, τα επιτόκια του δημοσιονομικού χρέους αυξάνονται, η γενική κατάσταση επιδεινώνεται και οι χώρες ζητούν επιπλέον βοήθεια[5]... Τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιρλανδία και η Πορτογαλία -οι τρεις μόνες χώρες που δέχονται βοήθεια από την Ε.Ε. και από το ΔΝΤ- ωθήθηκαν σε αυτή την τρομερή κατηφόρα.

Το Σύμφωνο του Ευρώ, που προτάθηκε τον Μάιο, επιδεινώνει τα πράγματα. Διότι στην πραγματικότητα αποτελεί ένα επιπλέον στρίψιμο της βίδας με σκοπό την ενίσχυση της λιτότητας. Προβλέπει περισσότερη «ανταγωνιστικότητα», ακόμη περισσότερες μειώσεις των δημόσιων δαπανών, νέα μέτρα «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και τιμωρεί κυρίως -ακόμη μία φορά- τους μισθωτούς. Απειλεί επίσης να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη που δεν θα σεβαστούν το Σύμφωνο Σταθερότητας[6]. Και προτείνει έως και να θέσει υπό κηδεμονία το δημόσιο χρέος, να περιορίσει δηλαδή την εθνική κυριαρχία. «Οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να αφήνονται λιγότερο ελεύθερες να δημιουργούν χρέος» δήλωσε λόγου χάρη ο Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, μέλος του διευθυντηρίου της ΕΚΤ. Μερικοί ευρωκράτες πάνε πιο μακριά: προτείνουν την ανάκληση της ευθύνης της διαχείρισης των ίδιων των δημόσιων οικονομικών της από κάθε κυβέρνηση που δεν σέβεται το Σύμφωνο Σταθερότητας...

Ολα αυτά είναι παράλογα και δυσοίωνα. Εχουν ως κατάληξη μια εκπτωχευμένη ευρωπαϊκή κοινωνία προς όφελος των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων και της διεθνούς κερδοσκοπίας. Προς το παρόν, οι δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των ευρωπαίων πολιτών έχουν ως στόχο τους ίδιους τους κυβερνήτες τους, τα πειθήνια ανδρείκελα των αγορών. Πότε θα αποφασίσουν να εστιάσουν την οργή τους εναντίον του πραγματικού υπευθύνου, δηλαδή του συστήματος, που δεν είναι άλλο από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση;

 


[1] Χάρη σε μια απατηλή αποτίμηση της οικονομικής κατάστασής της με την τεχνική βοήθεια της αμερικανικής τράπεζας Γκόλντμαν Σακς.

[2] Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στην Ε.Ε. Το ελληνικό κράτος αφιερώνει στον τομέα της άμυνας (εξαιτίας της αντιπαλότητας με την Τουρκία) το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ εντός Ε.Ε.

[3] «El Pais», Μαδρίτη, 18 Ιουλίου 2011.

[4] Διαβάστε: Philippe Askenazy, «L'austerite imposee a la Grece, de Charybde en Scylla», «Le Monde», Παρίσι, 19 Ιουλίου 2011.

[5] Ανακοινωμένο στις 21 Ιουλίου, το νέο σχέδιο βοήθειας στην Ελλάδα έγινε αποδεκτό με ανακούφιση από τα φιλελεύθερα ΜΜΕ. Είναι λοιπόν καταδικασμένο να αποτύχει. Οι αγορές και τα κερδοσκοπικά και τοκογλυφικά κεφάλαια μύρισαν αίμα και δεν θα σταματήσουν σύντομα τις επιθέσεις τους.

[6] Θέτει όριο 3% του ΑΕΠ για τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και 60% του ΑΕΠ για το δημόσιο χρέος.

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 14-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Xαμένη η δυναμική της διαφοράς

Χρήστος Γιανναράς

Tο κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, όπως δεν έχει και το προλεταριάτο (καταπώς το όριζε ο Mαρξ). Kεφάλαιο και προλεταριάτο είναι έννοιες περιληπτικές συμφερόντων. Aνταγωνιζόμενων συμφερόντων, που γεννάνε «τάξεις» και «πάλη των τάξεων». Δεν έχουν πατρίδα, γιατί αποκλείουν εξ ορισμού την έννοια, την πραγματικότητα και τον στόχο της «κοινωνίας». Aγνοούν τόσο την «κοινωνίαν της χρείας» όσο και την «κοινωνία του αληθούς» – την κοινή πάλη για «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης.

Kεφάλαιο και προλεταριάτο είναι έννοιες περιληπτικές συμφερόντων, και φορείς των συμφερόντων είναι άτομα – αδιαφοροποίητες μονάδες συλλογικής ομοείδειας. Eχουν απρόσωπο χαρακτήρα, και το Kεφάλαιο και το προλεταριάτο, χαρακτήρα διεθνικό, η διαπάλη τους δεν γνωρίζει σύνορα και πατρίδες. Aφορούν και τα δύο στην απρόσωπη φύση του ανθρώπου, στις ενστικτώδεις ορμές της φυσικής ομοείδειας (αυτοσυντήρηση, κυριαρχία, ηδονή). Aγνοούν το άθλημα ελευθερίας από τις αναγκαιότητες της φύσης, άθλημα που συγκροτεί το κοινωνικό γεγονός, τον ανθρώπινο πολιτισμό.

O Oικονομικός Φιλελευθερισμός και ο Mαρξισμός είναι οι εξωραϊσμένες θεωρητικές καταφάσεις (επομένως και μήτρες διαμόρφωσης) των οργανωμένων συμφερόντων του διεθνικού Kεφαλαίου και του διεθνικού προλεταριάτου, αντίστοιχα. Tυπικά προϊόντα, και οι δύο θεωρίες, της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, δηλαδή της ατομοκρατίας και της φυσιοκρατίας. Oργανική μετεξέλιξη η ατομοκρατία και η φυσιοκρατία του θρησκευτικού (νομικού, μοραλιστικού) ατομοκεντρισμού της μεσαιωνικής Δύσης, μαζί και ανταρσία για την αποτίναξη του ζυγού της μετα-φυσικής απολυταρχίας.

Kαπιταλισμός και Mαρξισμός, έκγονα του ατομοκεντρισμού και της φυσιοκρατίας, παρήγαγαν, με διαλεκτική αντιστοιχία κορυφωμάτων απανθρωπία, έναν πρωτοφανή για την ανθρωπότητα διεθνικό τρόπο βίου, με εκπληκτικά επιτεύγματα διευκολύνσεων και ηδονικών απολαύσεων του ατόμου. Tρόπο του βίου καταγωγικά και ριζικά αντι-κοινωνικό και α-πολιτικό, τουλάχιστον με την πρώτη, την ελληνική σημασία της «κοινωνίας» και της «πολιτικής». Θεμελιωμένος αυτός ο τρόπος στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του απρόσωπου ατόμου (με ατομικές δικαιωματικές «ελευθερίες» ή με κεντρικά κατευθυνόμενες παροχές «γενικής ευτυχίας») καταχρηστικά ονομάζεται «πολιτισμός». Πρόσφερε σε μικρή μερίδα του πληθυσμού της γης συνθήκες απίστευτης ευημερίας και στη μεγάλη πλειονότητα φριχτή στέρηση, βασανισμό, εξαθλίωση.

Oμως, όπως και αν τον κρίνουμε, ο «πολιτισμός» της νεωτερικότητας τελειώνει, είναι ολοφάνερο. Πριν από είκοσι δύο χρόνια (1989) κατέρρευσαν τα καθεστώτα που φιλοδόξησαν να σαρκώσουν τον Mαρξισμό, σήμερα ο Mαρξισμός ενδιαφέρει μόνο την ιστορία των ιδεών ή και την ερμηνευτική των συνθηκών της οικονομίας στον 19ο αιώνα. Φυσικά και υπάρχουν ακόμα υπολείμματα φανατισμένων παρωπιδοφόρων οπαδών – εδώ συντηρούνται ώς σήμερα φανατικοί του Παλαιού Hμερολογίου χωρίς τις προνομίες δημοσιότητας, εξουσιαστικής ισχύος εκβιασμών και χρυσοπληρωμένης μετοχής στο κοινοβούλιο που απολαμβάνουν οι μαρξιστές.

Πολύ πρόσφατα, κάποια ραγδαία συμπτώματα δίνουν την αίσθηση τριγμών κατάρρευσης και του πανίσχυρου συστήματος της «ελεύθερης αγοράς». Πώς όμως μπορεί να καταρρεύσει ένας «πολιτισμός», κοινός «τρόπος» του βίου καλά εμπεδωμένος με κυρίαρχες θεσμικές θωρακίσεις; Mα, προφανώς, όταν πάψει να ανταποκρίνεται στις βασικές ανθρώπινες ανάγκες, ακόμα και στις ανάγκες των ευνοημένων του συγκεκριμένου «τρόπου». O Oικονομικός Φιλελευθερισμός αυτονόμησε την οικονομία, την αποσύνδεσε από την κοινωνία, από την εξυπηρέτηση των συλλογικών και των ατομικών αναγκών, κατέστησε κάθε πτυχή λειτουργίας της οικονομίας πεδίο «ελεύθερου» ιδωτικού παιγνίου – τζόγου. Eφτασε το ιδιωτικό παίγνιο να καταργεί (και να εξευτελίζει) ακόμα και την πολιτική εξουσία: ιδιωτικοί «οίκοι αξιολόγησης» συντρίβουν κρατικές οικονομίες, ρίχνουν κυβερνήσεις, χρίουν σαν πρωθυπουργούς μικρόνοες αχυρανθρώπους.

Πριν από δέκα ή και περισσότερα χρόνια, ένας Φλαμανδός, υποδιευθυντής του γραφείου που είχε ιδρύσει ο Nτελόρ για τη μελέτη των προοπτικών της E. E. (Cellule de Prospective), ο Mαρκ Λόικ, είχε πει σε Eλληνες συνομιλητές του: «Eχετε ένα μεγάλο πλεονέκτημα οι Eλληνες: δεν κατορθώσατε να προσλάβετε τη νεωτερικότητα, αντιστάθηκε άθελά του ο οργανισμός σας. Σήμερα (πριν από δέκα τόσα χρόνια) που οι ευφυέστεροι από τους Eυρωπαίους προσπαθούν να πηδήξουν από το τρένο της νεωτερικότητας για να σωθούν από τον συντελεσμένο εκτροχιασμό, εσείς έχετε προϋποθέσεις να πρωτοπορήσετε στη μετα-νεωτερικότητα. Δεν το καταλαβαίνετε, και προσπαθείτε ακόμα τώρα, καταϊδρωμένοι, να σκαρφαλώσετε στο καταδικασμένο τρένο».

Aς υπήρχε ένας, έστω ένας και μόνος Eλληνας πολιτικός που να καταλαβαίνει αυτά τα λόγια και να έχει την ικανότητα να βγάλει τις συνέπειες. Tο διαχρονικό, νοηματικό και βιωματικό, περιεχόμενο των ελληνικών λέξεων «κοινωνία», «πολιτική», «οικονομία» θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για τον σχεδιασμό πρωτοπορίας στη μετα-νεωτερικότητα. Aλλά τα περιθώρια έχουν μάλλον εξαντληθεί, Eλλάδα πια δεν υπάρχει ως πολιτιστική οντότητα. Eχει χαθεί, στον δημόσιο βίο και στους θεσμούς, η συνείδηση της διαφοράς: ότι Eλλάδα και Δύση είναι δύο ασύμπτωτοι «τρόποι» του βίου, και η νεωτερικότητα «πολιτισμός» με αντεστραμμένους τους ελληνικούς όρους.

Σε αυτό το αναποδογύρισμα των όρων η μεταπρακτική ελλαδική κοινωνία έδωσε πιστοποιητικά γνησιότητας, ελληνικής ιθαγένειας: Tην πλαστογράφηση και καπήλευση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που θρασύτατα αποτόλμησε η μεταρωμαϊκή (βαρβαρική) Δύση, τη νομιμοποίησε η νεοελληνική ξιπασιά. Συντάχθηκε η ξιπασιά και με την κατασυκοφάντηση της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης», αποδέχθηκε και την ψευδωνυμία «Bυζάντιο». Πίστεψαν οι μπροστάρηδες του επαρχιώτικου ελλαδισμού ότι επίγνωση της διαφοράς από την παγκοσμιοποιημένη Δύση θα σήμαινε υποχρεωτικά και αντίθεση, ρήξη – ότι το παράδειγμα του Iσλάμ είναι μονόδρομος. Aγνοούσαν οι αμαθείς ότι στην ελληνική παράδοση η συνείδηση της διαφοράς είναι πρόκληση δημιουργικών προσλήψεων, ανακαινιστικής πρωτοπορίας.

Aλλά μια τέτοια μετάνοια θα ήθελε πολλές δεκαετίες ρεαλιστικών πολιτικών εφαρμογών για να καρπίσει ανάκαμψη.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 07-08-11

Διαβάστε περισσότερα......

Τι περιμένουμε από τους σύγχρονους καλλιτέχνες;

The Misanthrope, Pieter the Elder Bruegel, 1568, Museo di Capodimonte, Naples

Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;
Βασίλης Kαραποστόλης*

Η κρίση βαθαίνει, η πραγματικότητα δείχνει τα δόντια της και είναι κυρίως από το δικό της δυσάρεστο χνώτο που έρχεται η ζέστη του φετινού καλοκαιριού. Από κάθε αρνητικό, αποσπάστε το θετικό του, συνιστούσαν οι στωικοί φιλόσοφοι. Εάν ακολουθήσουμε τις οδηγίες τους θα δυσκολευτούμε πολύ ή μπορεί και να απελπιστούμε επειδή δεν βλέπουμε τίποτα μπρος μας που να μοιάζει με διέξοδο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η τέχνη έρχεται συνήθως ως αρωγός. Παρουσιάζεται σαν η πιο συμπονετική και η πιο αποτελεσματική παρηγορήτρα. Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε άλλοτε. Γιατί εδώ και καιρό -και σήμερα φαίνεται πολύ πιο καθαρά- ο προορισμός της άλλαξε. Σκοπός της δεν είναι πια η εξύψωση, είναι η «τόνωση» των απογοητευμένων. Αραγε αυτό είναι που χρειάζεται; Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή (χωρίς να την ξεγελάει) ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σ’ έναν πίνακά του, τον «Μισάνθρωπο», ο Μπρύγκελ δείχνει έναν άνθρωπο που αποχωρεί απαυδισμένος από τον κόσμο. Μια επιγραφή από κάτω λέει: «επειδή ο κόσμος είναι άθλιος, εγώ φεύγω και πάω να θρηνήσω». Η στάση του καλλιτέχνη εδώ και μερικές δεκαετίες δεν ήταν πολύ διαφορετική. Είχε στρέψει τα νώτα του σε μια κοινωνική πραγματικότητα που τον ενοχλούσε, τον υποβίβαζε, τον υποχρέωνε να ζει σ’ ένα πολιτιστικό σκουπιδότοπο. Αλλά την ίδια στιγμή που απέστρεφε αηδιασμένος το βλέμμα, οι παμπόνηροι που τον είχαν εξωθήσει στο περιθώριο, εξακολουθούσαν να τον έχουν για στόχο. Στον πίνακα του Μπρύγκελ βλέπουμε ένα διαβολεμένο ανθρωπάριο να απλώνει το χέρι και να κλέβει τον διαμαρτυρόμενο αναχωρητή που δεν παίρνει είδηση τι γίνεται πίσω του. Δεν υπάρχει επομένως περίπτωση να αποκοπούμε εντελώς από τον κόσμο. Αν του γυρίσουμε την πλάτη, τόσο το χειρότερο, αυτός θα μας εξαπατήσει ευκολότερα.

Αδιαφορία

Το μήνυμα του Φλαμανδού ζωγράφου δεν είχε φθάσει στ’ αυτιά των συγχρόνων καλλιτεχνών. Συνέχιζαν να δυσφορούν, παράλληλα όμως και να απολαμβάνουν το προνόμιο των πειραματιστών που δεν δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Φυσικά, η κοινωνία της αφθονίας μπορούσε να τους ανταμείβει κι αυτούς, όπως τον καθένα που θα ήταν ικανός να προσθέσει κάτι στο θέαμα και την ποικιλία του κόσμου. Οι αποτραβηγμένοι δεν ήταν τελικά παρά τρόφιμοι του καταναλωτικού «πλουραλισμού».

Ωσπου έρχεται η κρίση και τους αναγκάζει όλους σε επάνοδο. Να λοιπόν το θετικό, που λέγαμε στην αρχή. Οι καλλιτέχνες φαίνεται να επιστρέφουν, να νοιάζονται για τη δυστυχία μας, κι εμείς μπορούμε να καταλαβαίνουμε ότι μας νοιάζονται. Πλην όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Παρατηρούμε ότι συχνά η τέχνη επιστρέφει όχι ως δύναμη που μετουσιώνει, αλλά ως ειδική υπηρεσία «διαχείρισης κρίσεων». Εχουμε, πράγματι, γίνει μάρτυρες μιας επιχείρησης όπου μια ορισμένη καλλιτεχνία συνδυάζεται με μια ορισμένη υγιεινή. Προσφέρονται συνταγές για art-therapy, για χαλάρωση μέσω μουσικής, για ψυχοθεραπεία μέσω λογοτεχνίας. Μαζί μ’ αυτά πάνε και οι πιο εφαρμοσμένες τεχνικές για το πώς θα ασκήσετε την τέχνη του γάμου, πώς θα κάνετε φίλους και γενικά πώς θα μαγειρέψετε τα πάντα στην κουζίνα της ζωής σας ώστε να υπάρχουν διαρκώς χαμόγελα γύρω σας - κι αν όχι χαμόγελα, κάτι λιγότερο ευχάριστο μεν, οπωσδήποτε όμως πιο σταθερό: η συγκατάβαση των άλλων.

Οικονομική λογική

Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε πιο μετρημένα, πιο ευέλικτα, πιο ανεκτικά. Μα ακριβώς αυτό δεν μας ζητούν και οι κατά τα άλλα απεχθείς κυρίαρχοι των αγορών; Αυτό δεν είναι που υποτίθεται ότι συμπιέζει τη ζωή μας; Τελικά είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, οι διάφοροι καλλιτεχνίζοντες σύμβουλοι ξανατυλίγουν τους πελάτες τους με το δίχτυ μιας οικονομικής λογικής που δεν ξέρει παρά μόνο από έσοδα και έξοδα.

Θα πείτε ότι υπάρχει πάντα και η άλλη τέχνη, αυτή που εξακολουθεί με τον τρόπο της να αναφέρεται στο ωραίο. Ομως κι εδώ παραμένει το πρόβλημα. Γιατί αν (και σ’ αυτό συγκλίνουν οι θεωρίες) ωραίο είναι πάντα η «ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα», το ερώτημα που γεννιέται σήμερα είναι πού έχει πάει η μέριμνα για την ενότητα. Ολα την αρνούνται μέχρι στιγμής, ή μάλλον όλα είναι απόπειρες για να την παρακάμψουν. Η καταχρηστική, για παράδειγμα, προσφυγή στα γκράφιτι, στο κολάζ και στις διάφορες τυφλές μείξεις διαφόρων μέσων και τεχνολογικών τρυκ, η σαρωτική επίσης μόδα των θεατρικών διασκευών καθώς και η εκρηκτική πληθωρικότητα κραυγών και χειρονομιών σε παραστάσεις, δρώμενα και χάπενινγκ είναι σημάδια πως η αποσπασματικότητα θριαμβεύει. Βεβαίως είναι ταυτόχρονα και σημάδια της μεγάλης, της ασφυκτικής ανάγκης για έκφραση. Οταν όμως η έκφραση γίνεται υπερ-έκφραση, τότε παύει η τέχνη και φιγουράρει απλώς το εγώ ενός ζογκλέρ που φωνάζει: «Δες τε με, είμαι εδώ και συμμερίζομαι τον πόνο σας». Αυτό ονομάστε το όπως θέλετε. Δεν λέγεται όμως ούτε εξύψωση ούτε μετουσίωση.

Θα περιμένουμε πάντως κι άλλο. Κανείς δεν ξέρει τι θα προκύψει. Δεν αποκλείεται με τα επόμενα τραντάγματα της κρίσης να λακίσουν οι σαλτιμπάγκοι που χορεύουν πάνω στα ερείπια. Και να ξεμυτίσει στη θέση τους, κάποιο άλλο είδος, καινούργιο. Ισως θυμίζει, αμυδρά έστω, εκείνους που στον 19ο αιώνα αποκάλεσαν «καλλιτέχνες - οικοδόμους». Χωρίς αμφιβολία η πίστη τους θα είναι μικρότερη. Τουλάχιστον όμως δεν θα τους λείπει η υπομονή και το πείσμα.

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 07-08-11

Διαβάστε περισσότερα......