Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Πορεία κατευθυνόμενη

π. Γεώργιος Μεταλληνός

      1. Η ευρωπαϊκή εθνική ιδέα - απότοκος μακρών εξελίξεων, που κορυφώθηκαν στη Γαλλική Επανάσταση (1789)- βρίσκεται στους αντίποδες της ελληνικής-ρωμαίϊκης οικουμενικής ιδέας. Η έννοια του εθνικού κράτους κατά τα νεώτερα ευρωπαϊκά πολιτειακά δεδομένα είναι αναίρεση και θάνατος της ελληνορθόδοξης αυτοκρατορικής ιδέας. Ο χριστιανικός Ελληνισμός, στη φυλετική και στην οικουμενική -πνευματική και πολιτιστική - διάστασή του, ταυτίζεται με τη Ρωμανία/Βυζάντιο, τη Χριστιανική αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Πρωτεύουσα του χριστιανικού Ελληνισμού δεν είναι η Αθήνα, αλλά η Κωνσταντινούπολη - Νέα Ρώμη. Και τα δύο ονόματα, το πρώτο από τον ιδρυτή και θεμελιωτή της και το δεύτερο από την παλιά πρωτεύουσα, που μεταφέρθηκε στην Ελληνική Ανατολή, συναποτελούν το ένα όνομα της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε ως ρωμαίϊκη, με στόχο δηλαδή την ανάσταση της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, και κατέληξε εθνική, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, με κέντρο όχι πια την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη, αλλά την Αθήνα. Η αποκλειστική στροφή στην Αθήνα και μέσω αυτής στην ελληνική αρχαιότητα, μέσα σε ένα πνεύμα αρχαιοπληξίας και αρχαιομανίας, θα αποτελέσει πάγια στάση του Ελληνικού Κράτους, με ανυπολόγιστες συνέπειες στις εθνικές μας διεκδικήσεις τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Ιδιαίτερα η αυτοχαρακτηριζόμενη «προοδευτική» παράταξη, εγκλωβισμένη στην παγίδα του διεθνισμού, θα συμβάλει ουσιαστικά στη διάθλαση αυτού του πνεύματος και στην πλατειά λαϊκή βάση, με συνθήματα του τύπου «όχι άλλο πόλεμο», με αποτέλεσμα όχι μόνο την απεμπόληση και του ελαχίστου ίχνους αλυτρωτισμού, αλλά, το φοβερότερο, την αδρανοποίηση ή και παντελή νέκρωση της ιστορικής μνήμης (βλ. Κυπριακό και Βορειοηπειρωτικό).

Σημασία όμως έχει, ότι η απόσταση της εθνικής μνήμης και αναφοράς από την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη και ο αναπροσανατολισμός μας προς την Αθήνα δεν οφείλεται μόνο στους δικούς μας ρωμαντικούς αρχαιολάτρες και αρχαιόπληκτους τύπου Κοραή, αλλά εμπνέεται και υποβάλλεται σ' αυτούς, και μέσω αυτών στο Έθνος, από τα ευρωπαϊκά πάσης φύσεως κέντρα αποφάσεων, που από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (και πριν ακόμη) χαράζουν και κατευθύνουν την πορεία του, σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και διαθέσεις. Όλοι δε οι πιστοί εντολοδόχοι και φερέφωνα των Μεγάλων της Ευρώπης, σ' όποιο χώρο και αν αναπτύσσουν τη δράση τους, θα εργάζονται επιμελέστατα για την εμπέδωση αυτής της στάσεως στη συνείδηση του Ελληνικού Λαού, εμποδίζοντας ουσιαστικά τη λειτουργία της εθνικής Ιστορικής μνήμης και συνειδήσεως. Ευγλωττότατη επιβεβαίωση αυτής της θέσεως προσφέρει η ακόλουθη περίπτωση.

      2. Στα 1878 δημοσιεύθηκαν δύο έργα Ελλήνων συγγραφέων στα Γαλλικά: α) Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου, Histoire de la civilisation Hellenique και β) Δημ. Βικέλα, Les Grecs au moyen age, μετάφρ. Emile Legrand (και τα δύο στο Παρίσι). Ο «φιλέλλην» Gustave d' Eichthal έσπευσε να παρουσιάσει τα έργα σε βιβλιοκρισία του στην Revue Historique, έτος 4, τόμο 9 (1879). σ. 246-250. Για να εκτιμηθεί όμως σωστά η σημασία αυτής της βιβλιοκρισίας, πρέπει να γνωρίζει κανείς, ποιός ήταν ο συντάκτης της. Ο Γ. Εϊχτάλ ήταν ένας από τους σαινσιμονιστές οπαδούς του ουτοπικού σοσιαλισμού, που εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο το 1832, προστατευόμενοι της γαλλικής πολιτικής και του «γαλλικού» κόμματος του Ι. Κωλέττη. Ως σύμβουλος της επικρατείας στη Διεύθυνση των Οικονομικών, κατηύθυνε ουσιαστικά τα οικονομικά της πρόσφατα ελευθερωμένης Ελλάδας. Η γαλλική πολιτική, κατευθυνόμενη από τη μεγαλοαστική τάξη, χρησιμοποιούσε στο εξωτερικό πρόσωπα καταδιωκόμενα στο εσωτερικό για την ιδεολογία τους, ενώ εκείνα άνετα εργάζονταν για την επιτυχία της επίσημης (κρατικής) πολιτικής της χώρας τους. Ήσαν άρα καλά ενημερωμένοι για την πολιτική της Γαλλίας στην Ανατολή. Το 1835 ο Εϊχτάλ εγκατέλειψε την Ελλάδα (βλ. Δ. Βικέλα, Ο Γ. Εϊχτάλ εν Ελλάδι, στο: Διαλέξεις και Αναμνήσεις, Αθήναι 1893, σ. 277-331).

Ο Εϊχτάλ, με αφετηρία και βάση το κείμενο του Παπαρρηγοπούλου, δέχεται τη θέση του τελευταίου για τη συνέχεια του Ελληνισμού (αρχαίου-μέσου-νεωτέρου) και «το νέο ρόλο» που άρχισε γι' αυτόν με την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως. Επισημαίνει, όμως ότι λίγο τονίζεται η επίδραση και παρουσία του ρωμαϊκού στοιχείου στη «βυζαντινή» ιστορία. «Στη σκέψη των ιδρυτών της η Κωνσταντινούπολη ώφειλε να είναι δεύτερη Ρώμη». Αυτό το χαρακτήρα -παρατηρεί ορθά- διατήρησε η αυτοκρατορία. Γνώστης επίσης των ελληνικών πραγμάτων, σχολιάζει τη συνεχή χρήση του ονόματος Ρωμαίος, Ρούμ (ρωμηός). Θεωρεί όμως την οθωμανική κατάκτηση ως ευεργετική για τους Έλληνες, διότι τους απελευθέρωσε από τη ρωμαϊκή επίδραση και επιβολή, βοηθώντας τους να στραφούν στον εαυτό τους, στηριζόμενοι «στις παραδόσεις της αρχαιότητάς τους». Παραλληλίζει δε την απελευθέρωση αυτή των Ελλήνων με εκείνη της δυτικής Ευρώπης από την Παπωσύνη («λατινική κυριαρχία υπό τη διπλή μορφή, αυτοκρατορική και παπική»).

Προσβλέποντας έτσι στο μέλλον της Ελλάδος παρατηρεί ότι «η οριστική αποκατάστασή τους (=των Ελλήνων), η τελική παλιγγενεσία τους, προϋποθέτει την πλήρη αποποίηση εκ μέρους των των βυζαντινών παραδόσεων πάνω στη ρωμαϊκή κληρονομιά. Του λοιπού πρέπει να έχουν τα μάτια στραμμένα όχι προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά προς την Αθήνα. Εκεί είναι η αρχαία, εκεί και η σύγχρονη μητρόπολή τους»... Δέχεται, βέβαια, τη συμμετοχή των Ελλήνων στην οικοδόμηση του μέλλοντος της Ευρώπης, με την προσφορά όμως σ' αυτήν «του εθνικού των πνεύματος», «της ελληνικής (γρ. αρχαιοελληνικής) παραδόσεώς τους». Υπενθυμίζει δε, ότι μόλις πριν από 15 χρόνια ο δεύτερος βασιλιάς της Ελλάδας (Γεώργιος Α') «ξαναπήρε απέναντι στην Ευρώπη το όνομα των Ελλήνων, σύμβολο της δόξας των στην αρχαιότητα, αλλά καταφρονεμένο απ’ αυτούς στους μέσους αιώνες ως κατάλοιπο της ειδωλολατρίας». Εδώ πρέπει να υπενθυμίζουμε ότι ο Γεώργιος Α' είχε πάρει αρχικά από τους Ευρωπαίους το όνομα «King of the Greeks» (Βασιλιάς των Γραικών). Επειδή όμως το όνομα Γραικοί ταυτιζόταν επί αιώνες στη Δύση με το Ρωμαίοι, ως αρνητική εκδοχή του (Γραικοί = οι κακοί, νόθοι, αιρετικοί Ρωμαίοι), και αυτό το ήξεραν οι Τούρκοι, οι τελευταίοι διαμαρτυρήθηκαν και αντικαταστάθηκε με το «King of the Hellenes» (Βασιλιάς των Ελλήνων), δηλαδή των κατοίκων του απελευθερωμένου ελλαδικού θέματος!

Και τελειώνει ο Εϊχτάλ τις παρατηρήσεις του: «Πρέπει να εννοήσουν (δηλ. οι Έλληνες) όχι μόνο τα δικαιώματα, που τους δίνει αυτό το όνομα, αλλά και τα καθήκοντα, που τους επιβάλλει». Πως δε εννοεί τα «καθήκοντα» αυτά, φαίνεται από τη συνέχεια, στην οποία συνδέει το μέλλον της Ελλάδος με την Ευρώπη, η οποία «χρειάζεται τους Έλληνες όσο και οι Έλληνες την Ευρώπη». Η θέση αυτή θα είναι μόνιμο μοτίβο και των δικών μας Ευρωπαϊστών.

      3. Αν θέλαμε να προχωρήσουμε σε μία σύντομη κριτική προσέγγιση των παρατηρήσεων του Εϊχτάλ, θα μέναμε στα ακόλουθα σημεία: Είναι εξόφθαλμο, ότι ο Γάλλος πολιτικός δεν εκφράζει απλώς προσωπικές, αλλά ευρύτατα κατασταλλαγμένες επίσημες ευρωπαϊκές θέσεις για το μέλλον της μικρής Ελλάδας. Μιλώντας, έτσι, για ελληνική παλιγγενεσία, αναφέρεται στην αρχαιότητα, συνιστώντας στους Έλληνες την αποσκοράκιση του Βυζαντίου και την εγκατάλειψη της Κωνσταντινουπόλεως. Το τελευταίο, πραγματοποιούμενο μάλιστα από τους Έλληνες, τον βασικότερο λαό της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, βοηθούσε αποτελεσματικά στο οριστικό θάψιμο της ρωμαίικης ιδέας, μακραίωνη επιθυμία και προσδοκία της Φραγκιάς. Ο Εϊχτάλ, κάνοντας τις υποδείξεις του σε επιστημονικό περιοδικό και στα όρια μιας επιστημονικής κριτικής, ξέρει ότι περνά έτσι το μήνυμά του στην ελληνική πνευματική ηγεσία. Έχουμε, συνεπώς, εδώ ένα σαφέστατο δείγμα της λειτουργίας της αντιρωμαίϊκης ευρωπαϊκής προπαγάνδας, συνέχεια της επιβολής του αγνώστου (ως κρατικού) στη ρωμαίϊκη παράδοση ονόματος Βυζάντιο το 1562 πάλι από τον γερμανό Ιερ. Wolf και το οποίο δουλικά αποδεχθήκαμε, διότι κολάκευε την αρχαιοπληξία μας.

Η επιβολή ως εθνικού του ονόματος Βυζάντιο αντί του ορθού ιστορικά Ρωμανία και του Βυζαντινοί αντί του Ρωμαίοι (δηλ. Νεο-Ρωμαίοι-Ρωμηοί) εξυπηρετούσε την καθοριζόμενη από τον Εϊχτάλ για τους Έλληνες επιλογή. Την αποσύνδεσή μας, δηλαδή, από την Πόλη και τον πολιτισμό της, αφού οι Έλληνες δεν υπήρξαμε, κατ' αυτούς, παρά υπόδουλοι στους Βυζαντινούς και όχι το κύριο στοιχείο του «βυζαντινού αμαλγάματος» (κατά τον αείμνηστο καθηγ. Ι. Καραγιαννόπουλο). Ο Αθηνοκεντρισμός, που τον πληρώνουμε ιδιαίτερα σήμερα με το πως κατάντησε η Αθήνα, προβάλλεται και από τον Εϊχτάλ ως αναγκαίο συστατικό της νεοελληνικής ιδεολογίας. Ενώ δηλαδή Αθήνα και Πόλη συνδέθηκαν αναπόσπαστα με τη πανσεβάσμια Μορφή της Θεοτόκου (Ιερός Ναός της Παναγίας Αθηνιώτισσας έγινε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο Παρθενώνας- η Παναγία, ως «Υπέρμαχος στρατηγός», ήταν η «προστάτις» της Πόλης), οι Νεοέλληνες μάθαμε από τους Φράγκους - Ευρωπαίους να βλέπουμε τις δύο πόλεις ως αντίπαλες και αντίδικες μεταξύ τους.

      4. Μεγαλύτερη όμως σημασία από τις προτάσεις του Εϊχτάλ έχει η ανταπόκριση, που βρήκαν στην Ελληνική διανόηση της εποχής του. Ήδη στην ίδια βιβλιοκρισία του ο Γάλλος επιστήμονας υπογραμμίζει τη σύμπτωση των απόψεών του με εκείνα, που υποστηρίζει ο Δ. Βικέλας στο κρινόμενο βιβλίο του πάνω στο θέμα του μέλλοντος του Ελληνισμού. Παραθέτει δε αυτούσια τα επίμαχα λόγια του Έλληνα συγγραφέα: «Ιδού, γιατί η σύγχρονη Ελλάδα, χωρίς να λησμονεί (!) την Αγία Σοφία και το Βυζάντιο, έχει πάντα στραμμένο το βλέμμα στη δόξα των προγόνων της, και γιατί η καρδιά της και η διάνοιά της εκτείνεται πάντοτε προς την αρχαία Ελλάδα. Ιδού γιατί ο ποιητής της αναγεννωμένης Ελλάδος (= ο Δ. Σολωμός), ψάλλοντας την ανάστασή της, δεν επικαλείται ούτε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ούτε τον Ηράκλειο, ούτε τους Κομνηνούς, ούτε τον τελευταίο Παλαιολόγο, αλλά υμνεί την ελευθερία "απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά"». Πλήρης η ταύτιση του Έλληνα Βικέλα με τον ευρωπαίο Εϊχτάλ. Βέβαια, παραθεωρεί ο Βικέλας τελείως το γεγονός, ότι ο Σολωμός απλώς δείχνει τη συνέχεια του Ελληνισμού, αποβλέποντας όμως στην Πόλη και τον Πατριάρχη του Γένους.

Εντυπωσιακότερη όμως είναι η αποδοχή της κριτικής του Εϊχτάλ από την εφημερίδα Κλειώ της Τεργέστης (1861 - 1883), έκδοση του κοραϊκού Διον. Θερειανού (βλ. φύλλο 916, της 6/18 Ιανουαρίου 1879). Παραθέτουμε αποσπάσματα από την παρουσίαση, που κάνει η Κλειώ στη βιβλιοκρισία του Εϊχτάλ: «...Ο φιλελληνικότατος ανήρ απροκαλύπτως ομολογεί ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία είναι απλή συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους. Επομένως ολίγον σχετίζεται προς τον νεώτερον Ελληνισμόν» (sic). Τα συμπεράσματα είναι της εφημερίδας, φυσικά, που αποκαλύπτει, έτσι, τον αντιβυζαντινισμό της. «Διά της θεωρίας ταύτης -συνεχίζει- ο κ. Εϊχτάλ επικυροί τα ιστορικά συμπεράσματα των Γερμανών Zinkeisen και Hertzberg, οίτινες επί ουδενί λόγω ανέχονται να θεωρήσωσι την βυζαντινήν ιστορίαν ως συνέχειαν του παλαιού ελληνικού βίου, πολλώ δε μάλλον ως πρόδρομον της Ελληνικής παλιγγενεσίας». Η Κλειώ δείχνει τη δουλικότητά της απέναντι στην ευρωπαϊκή επιστήμη. Καταλήγει δε η εφημερίδα έτσι: «Οπωσδήποτε όμως ο Ελληνισμός ευγνωμόνως αποδέχεται τας πατρικάς συμβουλάς του κ. Εϊχτάλ, αίτινες τότε μόνο θα επιδράσωσιν επί του ελληνικού πνεύματος, όταν πεισθώμεν, ότι η Ευρώπη πραγματικώς ενδιαφέρεται εις την προαγωγήν ημών. Τότε δε απαθέστερον εξεταζομένων και των προς τον Ελληνισμόν σχέσεων του Βυζαντίου, αναντιρρήτως θέλουσι διαλυθή πολλά των ελληνικών ονείρων, αλλά συγχρόνως και η Ευρώπη θα μάθη κατά πόσον ηδίκησε την Ελλάδα χάριν των Σλάβων». Βρισκόμασθε στα 1879 και η Ελληνική ποικιλώνυμη ηγεσία αποδεικνύεται πρόθυμη να θυσιάσει πολλά «εθνικά όνειρα», αρκεί να έχει την εύνοια της Ευρώπης. Το ευρωπαϊκό σύνδρομο έχει ήδη εισχωρήσει επικίνδυνα στη δομή του Κράτους μας.

Το συμπέρασμα είναι εύκολο. Ο Εϊχτάλ μαζί με τους Έλληνες ομόφρονές του εκφράζουν μίαν εξωτερικά και εσωτερικά κατεστημένη ήδη ιδεολογία για την πορεία του Ελληνικού Κράτους. Η σύμπτωση Εϊχτάλ και Βικέλα βεβαιώνει την επικράτησή της ήδη στο χώρο της λογιοσύνης, η δε αποδοχή της από τον Τύπο, τη διοχέτευσή της στα λαϊκά στρώματα. Τα τελευταία, όμως, θρεμμένα με την ορθόδοξη - ρωμαίϊκη παράδοση, δεν θα χάσουν το όραμα της Πόλης ως εθναρχικού κέντρου, ως το 1922 φυσικά, όταν η Ευρώπη θα θάψει αυτό το όνειρο στις ακτές της Μικρασίας.

Το τελικό συμπέρασμα: Το Έθνος αρχίζει να υποτάσσεται στις δυτικές - ευρωπαϊκές υπαγορεύσεις, κάτι που θα κορυφωθεί στις ημέρες μας - ίσως αμετάκλητα. Σήμερα δε, η Ευρώπη μας πληγώνει (ανίατα;) εκεί που στηρίξαμε κυρίως το ευρωπαϊκό μας όνειρο, στην οικονομική ευημερία.

Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο (εφημ.1857) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-12-10


Share/Save/Bookmark

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μπλοκάρισμα της διαδικασίας εκδυτικισμού της Ελλάδας μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε επίπεδο κοινωνίας, βαθιάς κοινωνίας, δηλ. σε επίπεδο απλών καθημερινών ανθρώπων. Αυτό μπορούμε να το επιτύχουμε μέσω κάποιων κυττάρων που ήδη υπάρχουν και αυτά είναι οι ενορίες. Δυστυχώς όμως ο νυν αρχιεπίσκοπος αποδεικνύεται ανεπαρκής.

Να ενθυμίστε όμως ότι Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα ούτε οι εκφυλισμένοι κύκλοι διανοουμένων της. Υπάρχει και η ανεπεξέργαστη, σύμφωνα με τα πρότυπά τους, τραχιά επαρχία.