Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Χρ. Γιανναράς - Η σωτηρία εν Χριστώ: ατομικό ή εκκλησιαστικό γεγονός; - 21 Οκτ 2014

Ομιλία του Καθηγητή Φιλοσοφίας και Συγγραφέα κ. Χρήστου Γιανναρά με θέμα «Η σωτηρία εν Χριστώ: ατομικό ή εκκλησιαστικό γεγονός;», η οποία έγινε στις 21.10.2014 στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, στα πλαίσια της 1ης Γενικής Ιερατικής Σύναξης της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος για το Ιεραποστολικό έτος 2014-2015.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Προεκλογική ρώσικη ρουλέτα

Χρήστος Γιανναράς

Τ​​ο πρόβλημά μας δεν είναι στενά πολιτικό, ποιες κομματικές εξαγγελίες ή ποιον αρχηγό να εμπιστευθούμε. Το πρόβλημά μας μοιάζει ανθρωπολογικό: Η εμπειρική μας βεβαιότητα που εκφράζεται απλοϊκά με τη φράση «όλοι ίδιοι είναι» προκαλεί το ερώτημα, ποιος τύπος ανθρώπου, ποιο είδος, ποια ποιότητα (σκέψης, κρίσης, φαντασίας, ήθους) διαμορφώνεται από τις συνθήκες και τους παράγοντες που καθορίζουν την άσκηση της πολιτικής.

Η μετριότητα των αναστημάτων, η αχρήστευση ή υπονόμευση των ικανών, η ατολμία για δημιουργικές ρήξεις και καινοτομίες, η ανοχή της ανομίας, η ατιμωρησία κοινωνικών εγκλημάτων της εξουσίας, επαναλαμβάνονται σχεδόν στερεότυπα – θα έλεγε κανείς «μεταβιβάζονται» από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Οι ίδιες ολέθριες ηλιθιότητες, οι ίδιες δυσώδεις αθλιότητες, ο ίδιος διεθνής διασυρμός και η γελοιοποίηση του ελληνικού ονόματος συνοδεύουν κάθε κυβερνητικό σχήμα σαν κληρονομικό νόσημα ή σαν κατάρα.

Όλοι ξέρουμε τις συνθήκες και τους παράγοντες αυτής της νομοτελειακής κληρονομικότητας: Είναι το πελατειακό κράτος, η εμπορευματοποίηση της σχέσης κομμάτων και πολίτη. Γεννάει την αναξιοκρατία, τον διωγμό της ποιότητας, την αυθαιρεσία, την κοινωνική αδικία, τη ροπή προς τη ραστώνη, τη μόνιμη «κρίση» και συνεχή υποβάθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Η εξάλειψη του πελατειακού κράτους είναι θέμα ελάχιστων, πολύ συγκεκριμένων, θεσμικών μεταρρυθμίσεων, που καμία κυβέρνηση δεν διανοείται να τις τολμήσει.

Η ελλαδική κοινωνία βιώνει πραγματική καταστροφή, αληθινό εφιάλτη, πέντε χρόνια τώρα. Είναι το αποτέλεσμα του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας που απέβλεπε αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους. Οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα, διορισμένοι από τις κομματικές κυβερνήσεις, δεν διανοούνται να εγκαλέσουν τους αυτουργούς του κοινωνικού εγκλήματος – να οδηγήσουν στο εδώλιο πρωθυπουργούς και οικονομικούς υπουργούς που υπέγραψαν τον υπερδανεισμό. Μεγάλη ευκαιρία για τις κυβερνήσεις των πέντε τελευταίων ετών ήταν το άλλοθι που τους πρόσφεραν τα «μνημόνια» – ο εξαναγκασμός να υποταχθούν στις απαιτήσεις των δανειστών της χώρας. Οι δανειστές, για να μη χάσουν εντελώς τα χρήματά τους, απαίτησαν τη «σμίκρυνση» του κράτους και την αποκατάσταση της λειτουργικότητάς του: Να απολυθούν οι τεράστιες μάζες των διορισμένων με αυθαίρετη κομματική παρέμβαση και να ανασυνταχθούν οι κρατικές υπηρεσίες με κριτική αξιολόγηση της ποιότητας των υπαλλήλων.

Για τα κόμματα η απαίτηση των δανειστών ήταν εξαναγκασμός σε αναμέτρηση ζωής ή θανάτου – διάσωσης ή κατάλυσης του (αυτονομημένου από την κοινωνία) κομματικού συστήματος. Φυσικά στην αναμέτρηση νίκησαν τα κόμματα (χωρίς, βέβαια, να ζημιωθούν οι δανειστές, αλλά με μεταβίβαση της ζημιάς σε βάρος και πάλι του κοινωνικού σώματος): αντί αξιολογικής κρίσης προκρίθηκε το τυφλό «κούρεμα» – ίδιος αποκεφαλισμός ικανών και ανίκανων, ποιότητας και απατεωνίας.

Έτσι η Ελλάδα συνεχίζει να βιώνει πραγματική καταστροφή, αληθινό εφιάλτη. Πέντε ολόκληρα χρόνια, χωρίς σημάδια ανάκαμψης. Η παραγωγή κάτω από τα όρια συναγερμού, η αποβιομηχάνιση πλήρης, οι επενδύσεις σχεδόν μηδενικές, η ανεργία εφιάλτης. Οι επιχειρήσεις κλείνουν με ρυθμό που δεν ανακόπτεται, οι Τράπεζες έχουν απορροφήσει για «ανακεφαλαιοποίηση» ποσά μυθώδη, αστρονομικά, χωρίς ακόμα να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την εγχώρια αγορά. Οι περικοπές μισθών και συντάξεων αποστράγγισαν την όποια αποταμίευση, τα δύο τρίτα του πληθυσμού ζουν στο όριο της φτώχειας ή κάτω από το όριο.

Σε αυτή την πραγματικότητα, που τη βιώνει με καθημερινό άγχος ο πολίτης, αντιτάσσονται, επίσης καθημερινά, η θριαμβολογία του πρωθυπουργού και η υποσχεσιολογία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και οι δύο εκτός τόπου και χρόνου. Ο πρωθυπουργός προσπαθεί να μας πείσει σπασμωδικά και πανικόβλητος, ότι «αφήσαμε πίσω μας τα δύσκολα», ελευθερωθήκαμε από τα «μνημόνια», από το κατάντημα να «επιτροπεύεται» η Ελλάδα, να έχει απεμπολήσει την εθνική της ανεξαρτησία. Καταφέραμε να έχουμε «πρωτογενές πλεόνασμα» μεγαλύτερο από όσο ζητούσαν αυτοί που μας επιτροπεύουν, αρνηθήκαμε την εξάρτηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είμαστε σε θέση «να βγούμε στις αγορές», να δανειζόμαστε με τα επιτόκια που δανείζονται οι διεθνώς αξιόπιστες χώρες.

Την επομένη τέτοιων θριαμβολογιών, τα επιτόκια για να δανειστεί η Ελλάδα από τις αγορές εκτινάσσονται σε δυσθεώρητα ύψη, τα «στελέχη» της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών διαψεύδουν απερίφραστα τον πρωθυπουργό από τα διεθνή κανάλια, και το Χρηματιστήριο Αθηνών περίπου καταρρέει. Έχει και η προπαγανδιστική αερολογία τα όριά της, αλλά ο διεθνής διασυρμός και η αυτοδιαπόμπευση δεν πτοούν τον πρωθυπουργό.

Όπως δεν πτοούν και τον κ. Τσίπρα. Επιμένει μοιράζοντας χαμόγελα ότι «θα» επαναδιαπραγματευθεί το ιλιγγιώδες χρέος της χώρας (με ποια «ατού» δεν μας λέει), «θα» αυξήσει τον κατώτατο μισθό, «θα» επαναπροσλάβει στο Δημόσιο όλους αδιακρίτως τους απολυμένους (η κ. Δούρου θα συμπεριλάβει στην επαναπρόσληψη και τους παραχαράκτες, τους πλαστογράφους των πτυχίων τους). Με ποια χρήματα ή ποιος θα τον δανείσει, δεν το αποκαλύπτει ο κ. Τσίπρας.

Ο πολίτης που διαθέτει στοιχειωδώς ορθολογική σκέψη και κρίση, διερωτάται: Αφού ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι, γιατί βιαζόμαστε – το πελατειακό κράτος είναι άθικτο, οι «νταβατζήδες» απόλυτοι κυρίαρχοι, οι Τράπεζες ακόμα αχρηστευμένες, ο μηχανισμός του Δημοσίου διαλυμένος. Με αυτές τις κραυγαλέα αρνητικές προϋποθέσεις, δεν είναι πλεονεκτικότερη επιλογή να υπομείνουμε τα «μνημόνια» και την επιτρόπευση, αντί να αυτοπαραδοθούμε, σαν ψευτοπαλικαράδες, έρμαιο άθυρμα, στο λυσσαλέο και απάνθρωπο παιχνίδι των «αγορών»; Όταν οι ηγέτες μας μοιάζουν άνθρωποι αρρωστημένοι, μανιακοί για εξουσία, ανίκανοι να προβληματιστούν για την καταστροφή της πατρίδας και απορροφημένοι αποκλειστικά από την προεκλογική τους κοκορομαχία, είναι ώρα για νταϊλίκια και παιχνίδια με την αχαλίνωτη, θηριώδη αυθαιρεσία των «αγορών»;

Έστω για το ωμό τους συμφέρον οι βουλευτές, για να εξαντλήσουν την τετραετία της κοινοβουλευτικής τους θητείας, ας απαιτήσουν «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας», κυβέρνηση δοκιμασμένων σε κάθε κλάδο τεχνοκρατών, που θα την στηρίξει η Βουλή έχοντας επιλέξει κοινής αποδοχής Πρόεδρο Δημοκρατίας.

Μοιάζει η ρεαλιστικότερη από τις προτάσεις που διατυπώθηκαν ώς τώρα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-10-2014

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Γ. Κοντογιώργης: “Δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον γιατί δυστυχώς από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους η Ελλάδα οπισθοδρομεί”

Από την παρουσία του καθηγητή Γ. Κοντογιώργη στη Ναύπακτο  
Με αφορμή την παρουσία του στην πόλη της Ναυπάκτου και τη συμμετοχή του στην Ημερίδα «Στον απόηχο της Ναυμαχίας», που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των εορτασμών της 443ης Επετείου της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Γιώργος Κοντογιώργης, μίλησε στο LepantoMag.gr και την Έμυ Παπαδούλα. Μεταξύ άλλων σχολίασε με άκρως ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις τη σημερινή κατάσταση τόσο σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και ελληνικό.  

- Η ναυμαχία της Ναυπάκτου έλαβε χώρα μεταξύ συμμαχίας χριστιανικών κρατών και Οθωμανών. Σήμερα βλέπουμε να συντελείται κάτι ανάλογο. Χριστιανική Δύση εναντίον Ισλάμ. Ο Samuel Huntington στη σχετική θεωρία που ανέπτυξε υποστήριξε ότι έχει παρέλθει η εποχή των ιδεολογιών και έχουμε περάσει σε αυτή των «πολιτισμών», κατά την οποία κάθε κράτος για να κάνει τις επιλογές του καταφεύγει στις πολιτισμικές αξίες. Ποια η δική σας θέση; Και μπορεί να επέλθει ισορροπία και πού μπορεί να αναζητηθεί φυσικά το σημείο της ισορροπίας;

Πρώτα πρώτα να πούμε ότι η Ναυμαχία της Ναυπάκτου δεν έγινε με πρόσημο τα συμφέροντα χριστιανικών και μη χριστιανικών κρατών, δηλαδή Οθωμανών, αλλά μεταξύ συγκεκριμένων κρατών των οποίων επλήττοντο τα συμφέροντα στην περιοχή της Οθωμανικής επικράτειας ή από την Οθωμανική πολιτική. Επομένως, επενδύθηκε το χριστιανικό μανδύα μία αντίθεση συμφερόντων, η οποία ήταν και πολυσήμαντη. Μέσα σε αυτά τα συμφέροντα ενεπλέκοντο και τα ελληνικά συμφέροντα που ήταν χριστιανικά. Σε σχέση με το σήμερα, και πάλι η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα μεταξύ αυτών που λέγονται χριστιανικά κράτη και αυτών που λέγονται ισλαμικά, ναι μεν επενδύεται με θρησκευτικό πρόσημο, αλλά δεν είναι σύγκρουση θρησκειών. Είναι σύγκρουση συμφερόντων. Ο ισλαμικός κόσμος αισθάνεται ότι είναι σε μία θέση μειονεκτική και θέλει να ανακτήσει στο παγκόσμιο σύστημα μία άλλη θέση, την οποία θεωρεί ότι αξίζει ή εν πάσει περιπτώσει τη διεκδικεί. Το ότι συγκεντρώνεται ο κόσμος αυτός πίσω από το πρόσημο της θρησκείας δε λέει πολλά πράγματα. Εκείνο όμως που έχει σημασία να επισημάνουμε είναι ότι η θρησκεία χρησιμοποιείται ως επιχείρημα προκειμένου να επιτευχθεί η συσπείρωση των μουσουλμανικών κοινωνιών απέναντι στη Δύση, αλλά και η καθυπόταξή τους, μέσω της εγκατάστασής τους σε μια αρχαϊκή αγροτική, δεσποτική ηθική, στις κυρίαρχες ελίτ, οι οποίες και θα καρπωθούν εντέλει τον ανταγωνισμό τους με τη Δύση. Συνεπώς, είναι άλλο το διακύβευμα το οποίο έρχεται να ικανοποιήσει η θρησκεία.

Αναφερθήκατε στον Huntington. Ο Huntington επεξεργάστηκε ένα επιχείρημα, το οποίο είναι εσφαλμένο στη βάση του. Ο πολιτισμός δεν ισοδυναμεί με τις θρησκείες. Ο πολιτισμός ανάγεται στο καθεστώς που συγκροτεί τις κοινωνίες: Κοινωνίες ελευθέρων, κοινωνίες δούλων, κοινωνίες δουλοπαροίκων. Επομένως, η θρησκεία, η ίδια θρησκεία, μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο, διαφορετικούς συμβολισμούς, ανάλογα με την φύση της κοινωνίας στην οποία εγκαθίσταται. Αυτό που σήμερα, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει στο Ισλάμ, η περιένδυση των γυναικών από τα μαλλιά μέχρι τα πόδια δεν είναι ίδιον του Ισλάμ. Είναι ίδιον των αγροτικών, των πολύ καθυστερημένων αγροτικών κοινωνιών, που θέλουν τους άνδρες να ηγεμονεύουν και τις γυναίκες ανδράποδα. Αυτό μας το λέει ο Πλάτωνας. Δε χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά από τα δικά μας, τα ελληνικά κείμενα. Ο Πλάτωνας μας πληροφορεί ότι οι βάρβαροι στην εποχή του έχουν την ντροπή του σώματος και ντύνουν εξ ολοκλήρου τις γυναίκες, όπως τις έντυναν και οι αρχαίοι σε σχέση με την εποχή του Έλληνες. Άρα λοιπόν, οι ισλαμικές ελίτ επενδύουν σε μια αρχαϊκή λογική για να συσπειρώσουν τις κοινωνίες, να τις ελέγξουν, ώστε να έχουν αυτοί τα προνόμια. Ο Huntington έχει επομένως ένα λάθος αφετηρίας, το οποίο το χρησιμοποίησε βέβαια για να δημιουργήσει νέες, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, διαιρετικές τομές στον κόσμο. Ε, αυτές οι καταστάσεις που δημιούργησε η Δύση για να εγκλωβίσει τις αντίπαλες κοινωνίες, τώρα έρχονται και λειτουργούν εις βάρος της. Διότι την έννοια της θρησκευτικής ταυτότητας που την ταυτίζουν κακώς με τον πολιτισμό, έρχεται σήμερα να λειτουργήσει ως επιχείρημα εναντίον της Δύσεως.

- Έχετε δηλώσει πως θα επανέλθει το αίτημα η πολιτική εξουσία να πολιτεύεται για λογαριασμό της κοινωνίας και ότι το μέλλον του κόσμου το βλέπετε θετικά, δεν βλέπετε όμως θετικά το μέλλον της Ελλάδας. Για ποιο λόγο;

Υπάρχει μία διαφορά. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας σήμερα, με αφετηρία τις χώρες της πρωτοπορίας, κυρίως τις δυτικές, εξελίσσεται με ένα τρόπο ώστε να εισέρχονται ολοένα και περισσότερο οι κοινωνίες στο πολιτικό παιχνίδι. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι ωριμάζουν και αποκτούν εμπειρίες οι κοινωνίες, αλλά επίσης για να μην πω κυρίως γιατί ανατρέπονται οι συσχετισμοί σε βάρος τους. Στο μέτρο που διαπιστώνουν σήμερα οι κοινωνίες, ότι ακόμη και αν διαδηλώσουν ολόκληρες μπροστά την εξουσία, δεν παράγουν αποτέλεσμα, τί θα κάνουν; Θα διεκδικήσουν να εγκατασταθούν μέσα στο πολιτικό σύστημα. Να αποκτήσουν δηλαδή θεσμική θέση και να ερωτώνται για τί πολιτικές αποφάσεις θα ληφθούν. Αυτό δηλώνει ότι συντελείται κατά μικρόν στις ημέρες μας η μετάβαση από την ακραιφνή ολιγαρχία του σήμερα στο αντιπροσωπευτικό σύστημα. Γιατί δεν είμαι αισιόδοξος για την Ελλάδα; Γιατί η Ελλάδα δυστυχώς από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους οπισθοδρομεί. Ξεκίνησε από μία εποχή, μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας, που διατηρούσε μια θέση ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας, με την έννοια ότι η κοινωνία ήταν θεσμικός εταίρος της πολιτείας και κατέληξε στην ιδιωτεία εντός του απολυταρχικού και αργότερα εθνικού κράτους. Αντί να εγκατασταθεί η δημοκρατική ή έστω αντιπροσωπευτική πολιτεία των κοινών στο ομόλογο κράτος έθνος, καταλύθηκε εξ ολοκλήρου η θεμέλια βάση του οικοδομήματος που διατηρούσε ισχυρή την παρουσία του ελληνισμού στον κόσμο. Η άνευ προηγουμένου οπισθοδρόμηση που έγινε στο όνομα του «εξευρωπαϊσμού» βρίσκεται πίσω από την συντριπτική συρρίκνωση του ελληνισμού, τελευταίο επεισόδιο την παρούσα κρίση. Το ζήτημα είναι ότι σήμερα, η άρχουσα, καθεστωτική διανόηση, εμποδίζει το διάλογο για την εναρμόνιση της πολιτείας στις προδιαγραφές της ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Να συζητήσουμε τί είναι προοδευτικό και τί δεν είναι. Διότι εάν αυτό συμβεί θα προκύψει ότι ορίζει ως προοδευτικό αυτό που είναι οπισθοδρομικό και καταστροφικό για τη χώρα.

- «Δε φταίει η κοινωνία, αλλά το πλαίσιο στο οποίο τη βάζουμε να λειτουργήσει…» Αυτό μπορεί να ανατραπεί και με ποιο τρόπο; Πρακτικά πώς θα μπορούσε να επέλθει ανατροπή σε νοοτροπίες που βρίσκονται βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία;

Δεν υπάρχουν νοοτροπίες ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Εάν την ελληνική κοινωνία τη βάλουμε να λειτουργεί ως ιδιώτης, δηλαδή ο καθένας για τον εαυτό του, τότε θα συμπεριφερθεί ο καθένας με γνώμονα τις νοοτροπίες και τα συμφέροντα που προσιδιάζουν στο σύστημα αυτό. Εάν την ίδια κοινωνία, που μπορεί ένα μέρος της να οδηγήθηκε στη διαπλοκή και τη διαφθορά, τη βάλουμε να λειτουργήσει ως συλλογικότητα, τα μέλη της θα εγκατασταθούν στο εσωτερικό της συλλογικότητάς αυτής, θα συμπεριφερθούν εντελώς διαφορετικά, θα παράξουν ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Επομένως, η θεσμική βάση πάνω στην οποία καλούμε την κοινωνία να λειτουργήσει έχει σημασία και όχι τί νοοτροπίες κουβαλάει.

- Τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο, επικρατούν δύο αντίρροπες δυνάμεις. Η μία υπέρ της Ένωσης-της περιφερειακής ολοκλήρωσης κρατών και η άλλη υπέρ της απόσχισης-της διάλυσης-του κατακερματισμού, έχουμε και το πρόσφατο παράδειγμα με το δημοψήφισμα της Σκωτίας, αλλά και πολλά άλλα παραδείγματα. Πώς εκλαμβάνετε αυτές τις δύο τάσεις; Θεωρείτε ότι αποτελούν απειλή για την παγκόσμια σταθερότητα;

Το εθνοκρατικό οικοδόμημα που οικοδομήθηκε σταδιακά από τον προηγούμενο αιώνα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Τα έθνη που ολοκληρώθηκαν πολιτικά είναι αυτά που μπόρεσαν να οικειοποιηθούν το κράτος. Στο όνομα του δόγματος «ένα κράτος, ένα έθνος, μια γλώσσα» κλπ συντελέσθηκε μια πρωτοφανής καταπίεση λαών της οποίας η μνήμη δεν είναι απόμακρη. Από την άλλη όμως πρέπει να αντιληφθούμε ότι όσο οι λαοί εξελίσσονται εξ επόψεως ελευθερίας, η συνολική εθνική τους υπόσταση θα επιζητεί να εκφρασθεί με γνώμονα την εσωτερική πολιτισμική τους πολυσημία. Με την πάροδο του χρόνου εθνότητες με ισχυρό το πολιτισμικό τους έρμα θα επιδιώξουν την πολιτική ελευθερία τους, ενώ συγχρόνως οι επιμέρους πολιτισμικές/ταυτοτικές ιδιαιτερότητες στο εσωτερικό των εθνικών οντοτήτων, θα αξιώσουν να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες για τη διαχείριση των επιμέρους συμφερόντων τους. Το ερώτημα που θα τεθεί στα επόμενα χρόνια θα είναι εστιασμένο στο ποιος νομιμοποιείται να εκφράζει το «κοινό συμφέρον»: μονοσήμαντα οι κάτοχοι της πολιτικής κυριαρχίας ή θα συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή του ένα σύνολο από επιμέρους ολότητες και μάλιστα το σύνολο της κοινωνίας των πολιτών. Το πρόβλημα στις ημέρες μας είναι ότι παράγοντες εκτός από τα κράτη, όπως οι φορείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχουν μεταβληθεί σε συντελεστές του «διεθνούς» συστήματος και έχουν καταργήσει την εξωτερική πολιτική κυριαρχία της πολιτικής εξουσίας/των κρατών, ενώ από την άλλη η πολιτική κυριαρχία του κράτους παραμένει ατόφια έναντι της κοινωνίας. Την οποία όμως εφεξής την κατέχει η διεθνής των αγορών με ότι αυτό συνεπάγεται για τη δυστυχία των κοινωνιών.

- Βιώνουμε τη σημερινή κρίση σε επίπεδο εθνικό, αλλά και ευρωπαϊκό. Ωστόσο, είδαμε ότι η διαχείριση αυτής συντελέστηκε κατά κύριο λόγο σε διακρατικό επίπεδο -πρωταγωνιστικός ο ρόλος της Γερμανίας- γεγονός που υπονομεύει τον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ένωσης και τα όργανα-και τους θεσμούς αυτής. Ποια είναι η άποψή σας για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαχείριση της σημερινής κρίσης; Θεωρείτε ότι μια μεγαλύτερη εμβάθυνση της ολοκλήρωσης θα οδηγούσε σε αποτροπή μελλοντικών κρίσεων;

Η λύση για το ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα δεν είναι να υπερβεί το εθνικό. Αλλά να συνθέσει και να στεγάσει το εθνικό. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με τις εθνικές ταυτότητες. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα ή θα στεγάσει τις εθνικές ταυτότητες ή δεν θα λειτουργήσει πολιτικά. Μόνον έτσι θα επέλθει η πολιτική ισορροπία που θα συνεκτιμά την εθνική ελευθερία και θα ανοίγει το δρόμο για τον εκδημοκρατισμό της και για την ικανοποίηση των συμφερόντων των επιμέρους συνολικοτήτων. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο διακύβευμα, στο οποίο όμως δεν απαντά το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Διότι είναι έτσι δομημένο ώστε να παράγει ηγεμονίες.

Από την άλλη, όταν μιλάμε για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης πρέπει να διερωτηθούμε προς τα πού πρέπει να πάει. Εάν εμβάθυνση σημαίνει να συγκεντρωθούν αρμοδιότητες σε ένα κεντρικό θεσμικό όργανο, όπως είναι το σημερινό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αφαιρώντας τες από τα κράτη, τότε αυτό δεν είναι εμβάθυνση, είναι θεσμοθέτηση μιας ηγεμονικής κατάστασης. Δηλαδή, ο πιο ισχυρός θα αποφασίζει πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαβουλίων και οι άλλοι θα υπακούουν. Εάν με εμβάθυνση εννοούμε να μεταβάλλουμε την κοινωνία σε θεσμικό παράγοντα του πολιτικού συστήματος, η οποία να επιλέγει, να ελέγχει τους πολιτικούς, να έχει λόγο στις πολιτικές αποφάσεις, τότε το πράγμα αλλάζει. Θα μεταβούμε από την Ευρώπη των κρατών στην Ευρώπη των λαών, ενώ την ίδια στιγμή οι εθνικοί θεσμοί θα μεταβληθούν σε θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι θα οδηγηθούμε ξανά σε συνθέσεις συμφερόντων που θα έχουν ως πρόσημο το συμφέρον των κοινωνιών των πολιτών. Η εμβάθυνση αυτή θα έχει προφανώς δημοκρατικό υπόβαθρο. Η πολιτική Ευρώπη ή θα συνεκτιμά την ελευθερία σε όλες τις πτυχές της ή δεν θα επιβιώσει για μακρό διάστημα.

- Και όσον αφορά στη θέση των μικρών κρατών μέσα σε μία περιφερειακή Ένωση. Ποια η διαπραγματευτική τους ισχύς;

Στη μία περίπτωση που το πολιτικό σύστημα της Ε.Ε, θα παράγει ηγεμονίες η επιρροή των μικρών κρατών ιδίως δε των οικονομικά αδύναμων, θα είναι μηδενική. Στην άλλη περίπτωση η θέση και η σχέση τους θα είναι εταιρική και προφανώς θα οδηγεί σε συνθέσεις συμφερόντων.

- Κάτι τελευταίο κ.καθηγητά, διδάσκετε ένα αντικείμενο, το οποίο είναι δύσκολα απορροφήσιμο στη σημερινή αγορά εργασίας, δεδομένου ότι υπάρχει απαξίωση της θεωρητικής κατεύθυνσης. Επιπλέον, απαξιώνεται το Πανεπιστήμιο και μειώνεται η θέληση για πραγματοποίηση σπουδών λόγω της σημερινής κατάστασης και του υψηλού ποσοστού ανεργίας στους νέους και μάλιστα στους κατόχους πτυχίων, ακόμα και μεταπτυχιακών και διδακτορικών. Πώς βιώνετε εσείς αυτή την πραγματικότητα και ποια θα ήταν η συμβουλή σας στους φοιτητές σας;

Έχω πει πολλές φορές ότι το σημερινό πανεπιστήμιο δεν ανταποκρίνεται πια στις ανάγκες της εποχής μας. Παραμένει ανάλλακτο όπως και τον 18 αιώνα. Επομένως χρειάζεται ένα άλμα. Επιπλέον το ελληνικό πανεπιστήμιο παραμένει όμηρος της κομματοκρατίας. Τα παιδιά της άρχουσας τάξης πηγαίνουν στο εξωτερικό και επομένως έχουν την πολυτέλεια να χειραγωγούν το πανεπιστήμιο για τους σκοπούς της. Έτσι οι θεωρητικές επιστήμες που θα έπρεπε να βρίσκονται παντού, διότι είναι αυτές που οικοδομούν τον πολίτη, που διδάσκουν την ελευθερία και διευρύνουν τον ορίζοντα των άλλων επιστημών, που ορίζουν τέλος το κοινωνικό και το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει το συλλογικό υποκείμενο παραμένουν στα αζήτητα. Απαιτείται μια επανάσταση στις έννοιες αλλά και στις ιδέες και στην αντίληψη που έχει να κάνει με τη θέση των επιστημών στις σύγχρονες κοινωνίες. Με άλλα λόγια μια νέα δυναμική της εξέλιξης που θα έχει ως μέτρο την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου.

Αναδημοσίευση από το LepantoMag.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-10-2014

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Η αλεπού και το αμπέχονο

Χρήστος Γιανναράς

Εδώ ο κόσμος καίγεται, και η επιφυλλίδα θα τολμήσει μιαν έκκληση στον κ. Τσίπρα και στους βουλευτές του ίσως άκαιρη, ίσως για την κατεστημένη νοο-τροπία εντελώς παλαβή: Να διαβάσουν (ή να ξαναδιαβάσουν με προσοχή) τη σοφή συμβουλή που δίνει η αλεπού στον «Μικρό πρίγκηπα» – στο γνωστό αριστουργηματικό παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery.

«Θα ήταν καλύτερο, λέει η αλεπού, να έρχεσαι κάθε μέρα την ίδια ώρα. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θα αρχίσω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωράει η ώρα, τόσο πιο ευτυχισμένη θα αισθάνομαι. Στις τέσσερις πια θα είμαι ταραγμένη και ανήσυχη, θα πληρώνω το κόστος της ευτυχίας. Ενώ, όταν έρχεσαι όποτε τύχει, δεν θα ξέρω ποιαν ώρα να φορέσει η καρδιά μου τα γιορτινά της. ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ.

     – Τι θα πει τελετουργικό; ρωτάει ο μικρός πρίγκηπας.

     – Είναι κάτι εντελώς πια ξεχασμένο, λέει η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να διαφέρει από τις άλλες μέρες, μιαν ώρα να διαφέρει από τις άλλες ώρες».

Το συμβολικό παραμύθι θέλει να θυμίσει στον κ. Τσίπρα και στους βουλευτές του ότι, καθόλου τυχαία, αυτή η ανάγκη έχει ρίζες που χάνονται στα βάθη της προϊστορίας: Κάποια ορατά σημάδια (υλικά, καθόλου ιδεαλιστικά) να πραγματώνουν και να φανερώνουν τη διαφορά ανάμεσα στην καθημερινότητα και στη γιορτή, στη ρουτίνα και στο εξαιρετικό, στο αλισβερίσι και στον έρωτα. Κάποιο ορατό σημάδι να φανερώνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ατομικό ενέργημα και στην επιτέλεση μιας αποστολής: μιας τιμητικής ανάθεσης κοινωνικού λειτουργήματος.

Σε κάποιες «προηγμένες» κοινωνίες, που δίκαια τις λογαριάζουμε πρωτοπόρες σε εκσυγχρονισμό και πρόοδο, οι δικαστές, όταν δικάζουν, φοράνε τήβεννο ή και περούκα. Τα εμφανή διακριτικά κατά την άσκηση ενός κοινωνικού λειτουργήματος σώζουν (και στον λειτουργό και στους πολίτες) τη συνείδηση της επιτέλεσης μιας αποστολής για το «κοινό συμφέρον».

Ακόμα και σήμερα που μάς επιβάλλεται ψυχαναγκαστικά η εξάλειψη κάθε κοινωνικής παραμέτρου στους μηχανισμούς της κρατικής λειτουργίας, μας είναι δύσκολο ή και αδύνατο να διανοηθούμε ένα νοσοκομείο με γιατρούς και νοσοκόμες χωρίς τη λευκή περιβολή – και το λευκό ένδυμα, σίγουρα, δεν υπηρετεί μόνο εντυπώσεις «καθαριότητας».

Η σοφή λοιπόν αλεπού, στο πανανθρώπινα θαυμαζόμενο παραμύθι, θέλει να πει στον κ. Τσίπρα και στους βουλευτές του να μην ανεβαίνουν στο βήμα της Βουλής χωρίς γραβάτα ή με το αμπέχονο. Όχι για να υποδουλωθούν στον νεκροφόρο φορμαλισμό του «συντηρητισμού», αλλά για να ζήσουν (και οι ίδιοι και η κοινωνία που τους εξέλεξε) τη διάκριση του ατομικού ενεργήματος από την επιτέλεση μιας αποστολής. Όταν συνεδριάζουν και αγορεύουν σε οποιοδήποτε κομματικό «όργανο», ας πηγαίνουν με τα εσώρουχα ή μασκαρεμένοι σε Τσε Γκεβάρα. Αλλά όταν τολμούν να ανέβουν στο βήμα του Κοινοβουλίου, οφείλουν να δηλώνουν έμπρακτα (όχι μόνο με τη γλώσσα του ενδύματος, αλλά οπωσδήποτε και με αυτήν) τον σεβασμό και την τιμή που οφείλουν στους εντολείς ψηφοφόρους τους. Το δημοκρατικό πολίτευμα (έστω και η σαρδανάπαλη παραποίησή του από τα πρασινογάλαζα Συντάγματα) απαιτεί να πραγματώνεται και να φαίνεται η διαφορά της έκθεσης ατομικών γνωμών, απόψεων, πεποιθήσεων, από τον λόγο που εκφέρεται εξ ονόματος των πολιτών για να υπηρετήσει τις δικές τους ανάγκες, απαιτήσεις, προσδοκίες.

Και γιατί τη διαφορά την κάνει η γραβάτα; Απλώς γιατί συνέπεσε αυτό το δευτερεύον (διακοσμητικό μόνο) στοιχείο της ανδρικής ενδυμασίας να είναι αυτό που, ακόμα, «κάνει μια μέρα να διαφέρει από τις άλλες μέρες, μιαν ώρα να διαφέρει από τις άλλες ώρες». Είναι μια γλώσσα το ένδυμα, για να «πούμε» στον άλλον ή στους άλλους αυτό που δεν λέγεται, μόνο «δείχνεται». Κάθε γλώσσα είναι συμβατική: ένας κώδικας για να πραγματωθεί η σχέση, να κοινωνηθεί η εμπειρία. Ακόμα και ο πιο σκληροπυρηνικός Κνίτης, αν συμβεί ποτέ να ερωτευθεί, θα πει «βασίλισσά μου» την αγαπημένη του, δεν θα την πει «επανάστασή μου»! Αν θεωρεί κομφορμισμό τη λέξη «βασίλισσα», μάλλον απέχει πολύ από το να είναι ερωτευμένος.

Με πρώτον διδάξαντα τον κ. Αλέκο Αλαβάνο, το κόμμα του κ. Τσίπρα κατάπιε αφελέστατα το παπανδρεϊκό δόλωμα του λαϊκισμού. Και μάλιστα εκείνο το είδος του λαϊκισμού, που στην ελληνική αργκό το ονομάζουμε «αμερικανιά»: Να συμμορφώνεσαι επιδεικτικά με το ατημέλητο ντύσιμο της λούμπεν πλειονότητας του πληθυσμού των ΗΠΑ, να θεωρείς «αντισυμβατική» συμπεριφορά τη συμμόρφωση με την κραυγαλέα ακαλαισθησία μαζών σε τεράστιο ποσοστό «λειτουργικών αναλφαβήτων» – εξηλιθιωμένων από το κανιβαλικό «αμερικανικό ποδόσφαιρο» και την παχυσαρκία.

Όταν ο πολιτικός λόγος είναι απελπιστικά συμβατικός (πνιγερά και μονοδιάστατα οικονομικίστικος), το αντισυμβατικό ντύσιμο παίζει τον ρόλο μόνο της στιλπνής σαπουνόφουσκας. Ο αγραβάτωτος ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τίποτα να αντιτάξει στη διαφθορά και φαυλότητα του πελατειακού κράτους, στην ασυδοσία των «νταβατζήδων», στην αναξιοκρατία και αδικία. Δυστυχώς δεν διδάχτηκε τίποτα από το μασκαριλίκι των πασοκικών ζιβάγκο, που εισπράττουν σήμερα στις δημοσκοπήσεις το 3,6% της λαϊκής προτίμησης.

Τα κατάλοιπα της πασοκικής (πράσινης και γαλάζιας) αντικοινωνικής λοιμικής συντηρούνται απολιθωμένα και σε πολλές άλλες πτυχές του δημόσιου βίου: Ο τάχα και αντικομφορμισμός της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας επιμένει ακόμα στον λαϊκισμό των προσφωνήσεων και αντιφωνήσεων με τα μικρά ονόματα, στον ενικό, από το δημόσιο βήμα της μικρής οθόνης. «Πες μας, Κική, Σία, Τάκη – ναι Μπάμπη, Μίλτο, Νένα» – η τεχνητή οικειότητα ακροζυγιάζεται στην κόψη του γελοίου. Ο δημοσιογράφος, όταν μεταδίδει την ανταπόκρισή του ή παρουσιάζει το πολιτικό κριτικό του σχόλιο, επιτελεί, και αυτός, κοινωνικό λειτούργημα, υπηρετεί την πληροφόρηση του κοινωνικού σώματος. Είναι λαϊκισμός να συγχέει τον ρόλο του με αυτόν του κονφερασιέ θεατρικής «επιθεώρησης» ή περιοδεύοντος τσίρκου.

Ρεαλιστική ελπίδα ανάκαμψης από τη θανατερή παρακμή θα υπάρξει μόνο αν εμφανιστεί στον πολιτικό ορίζοντα κόμμα ή ηγέτης με αίσθηση της σημασίας που έχει το «τελετουργικό» προκειμένου να λειτουργήσει η ζωή.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-10-2014

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Γ. Κοντογιώργης - “Τι είναι αυτό που κάνει τους ολιγάρχες της εποχής µας να µην αποδέχονται τον ολιγαρχικό χαρακτήρα του πολιτεύματός τους;” - 9 Οκτ 2014

Ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης παρουσίασε στις 9.10.2014 στον ΙΑΝΟ το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Οι Ολιγάρχες. Η δυναμική της υπέρβασης και η αντίσταση των συγκατανευσιφάγων», των εκδόσεων Πατάκη και συνομίλησε με τον φιλόλογο και συγγραφέα κ. Λαοκράτη Βάσση.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Μονόδρομος πρωτογονισμού

Χρήστος Γιανναράς

Δεν πρόκειται για διαπίστωση που μπορεί «αντικειμενικά» να βεβαιωθεί. Πρόκειται για διάγνωση που προκύπτει από υποκειμενική εκτίμηση της δυναμικής συμπτωμάτων, τη στάθμιση επιρροής ενδεχόμενων ή σταθερών παραγόντων. Και η διάγνωση λέει ότι, σε κάθε κοινωνία, οι πολίτες που κρίνουν τα κοινά με επαρκή συλλογιστική ικανότητα και διαυγή, νηφάλια σύνεση αποτελούν τη μειοψηφία.

Σε παρελθόν όχι πολύ μακρινό, έμοιαζε να λειτουργούν στην κοινωνία κάποιοι αφανείς και ανεπίγνωστοι «φυσικοί» νόμοι, που οδηγούσαν τους επιπόλαιους στη σκέψη και αδύναμους στην κρίση να δέχονται θετικά τον επηρεασμό από τη γνώμη των αριθμητικά λιγότερων αλλά σαφώς ωριμότερων. «Διαμορφωτές κοινής γνώμης» γίνονταν τότε οι περισσότερο μορφωμένοι, αλλά και όσοι διέθεταν αποδεδειγμένη μέσα στον χρόνο ευθυκρισία. Σωζόταν και μια προσωπική αίσθηση ευθύνης του απλού ανθρώπου για τις γνώμες - κρίσεις που εξέφραζε – αισθανόταν μειωμένος αν οι εκτιμήσεις και επιλογές του αποδείχνονταν λαθεμένες ή επιπόλαιες.

Σήμερα «διαμορφωτής της κοινής γνώμης» είναι, σχεδόν αποκλειστικά, η τηλεόραση. Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι άνθρωποι δεν έχουν καν δική τους εκφραστική: αναπαράγουν λεκτικά κλισέ παγιωμένα στις τηλεοπτικές κοκορομαχίες. Ούτε υπάρχει πια επίγνωση διαφοράς στην αξιολόγηση της συλλογιστικής και κριτικής ικανότητας: Όταν ο κ. Γιακουμάτος, ο κ. Κικίλιας, ο κ. Ντινόπουλος, η κ. Βούλτεψη, η κ. Γεννηματά κατέχουν θώκους και απολαμβάνουν τιμές υπουργών, κάθε λειτουργία συγκριτικής αξιολόγησης μοιάζει θεσμικά καταργημένη. Όταν η σύνταξη υπαλλήλου των προνομιακών κρατικών «ρετιρέ», με μόνο απολυτήριο γυμνασίου, είναι τουλάχιστον διπλάσια της σύνταξης πανεπιστημιακού καθηγητή, η αποτίμηση της εγκυρότητας γνωμών και κρίσεων, με κριτήριο τη μόρφωση, γίνεται εντελώς περιττή.

Σήμερα όλοι τα ξέρουμε όλα χάρη στην τηλεοπτική αναίδεια και στην παγιωμένη αναξιοκρατία. Η τηλεόραση «οφείλει» να παρέχει συνεχή ροή «ειδήσεων». Οι ειδήσεις αγοράζονται κονσερβαρισμένες από τα «πρακτορεία ειδήσεων». Σε ελάχιστα κανάλια υπάρχουν «ρεπόρτερς», με καταμερισμό πεδίων αλλά όχι και με εξειδίκευση σπουδών – δυστυχισμένα σκλαβάκια που τρέχουν εξουθενωμένα, νύχτα - μέρα, για ένα κομμάτι ψωμί, με προτεταμένο ένα μαρκούτσι στο χέρι, χωρίς να ξέρουν τι να ρωτήσουν και πώς να το ρωτήσουν.

Το κυρίως έργο της «πληροφόρησης» των πολιτών μετατίθεται στις ανέξοδες «συνεντεύξεις»: Τα «πρωινάδικα» και οι βραδινές τάχα «πολιτικές» εκπομπές έχουν κατοχυρώσει σαν «πλουραλισμό» την καθημερινή παρέλαση από τη μικρή οθόνη υπουργών της κυβέρνησης και «στελεχών» της αντιπολίτευσης, που επιδίδονται σε μιαν αέναη, δεκαετίες τώρα, πανομοιότυπη επανάληψη της πιο ηλίθιας που θα μπορούσε να επινοήσει άνθρωπος κομματικής αυτοκολακείας και αυτοδιαφήμισης. Κάποιες φορές καλούνται να τους πλαισιώσουν και οι λεγόμενες «γλάστρες»: τριτοκλασάτοι ηθοποιοί, τυχαίες γνωριμίες του καναλιού δίχως την παραμικρή κοινωνική παρουσία, δημοσιομανείς μετριότητες του πανεπιστημιακού ή του επιχειρηματικού χώρου.

Τέτοιες συνθέσεις τηλεοπτικών «πάνελ» φτάνουν στο κορύφωμα του αλαλούμ και της φτήνιας, κάθε βράδυ, στα δευτερότερα κανάλια, αυτά που όλη τη μέρα προσφέρουν τηλε-αγορές και το βράδυ πολιτική αγωγή. Εκεί ο «κάθε πονεμένος», κοσμοσωτήριων προθέσεων αγορητής αποφαίνεται περί παντός του γιγνομένου, ως εγκυρότατος παντογνώστης. Τα «πάνελ» αυτά μοιάζει να είναι το κυρίως πρότυπο που υπαγορεύει συμπεριφορά, λεξιλόγιο και αναίδεια σε ευρύτατες μάζες του ελλαδικού πληθυσμού. Βεβαιωνόμαστε από αυτά τα θεάματα, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, ότι μπορούμε όλοι να τα ξέρουμε όλα, να αποφαινόμαστε με σιγουριά για τα πάντα, να μας είναι περιττή, για τη διαμόρφωση πολιτικής στάσης, η γνώμη ειδημόνων, επαϊόντων – κυρίως ανθρώπων ανυπότακτων στον ναρκισσισμό και στην ιδιοτέλεια.

Πέντε χρόνια τώρα η πατρίδα μας ζει οικονομική καταστροφή, με επιπτώσεις εφιαλτικές για το μέλλον: Μισθοί και συντάξεις έχουν περικοπεί σε επίπεδο ένδειας. Οι Τράπεζες είναι αποκομμένες από την κοινωνία και την αγορά. Το γιαπί νεκρό, επενδύσεις μηδενικές, αποβιομηχάνιση πλήρης. Τα ασφαλιστικά ταμεία λεηλατημένα από τα κόμματα, ο κρατικός μηχανισμός σε αποσύνθεση, η χώρα με ξεπουλημένη την εθνική της κυριαρχία. Η Δικαιοσύνη και οι νομοθέτες καλύπτουν απροκάλυπτα «διεφθαρμένες συμπεριφορές» μεγιστάνων του πλούτου, των τυράννων του τόπου. Τα σχολειά μένουν ακόμα ανοιχτά μόνο χάρη σε λίγους δασκάλους που αντιμάχονται τα μηδενιστικά «οράματα» του υπουργείου ρισκάροντας το ψωμί τους. Η ανεργία αποδείχνεται καινούργια πρακτική γενοκτονίας, ο πανικός και η ανελπιστία καινούργια μορφή λοιμικής.

Το εφιαλτικότερο από όλα είναι η αποθηρίωση του Ελλαδίτη, οι αντικοινωνικές συμπεριφορές: Ό,τι είναι δημόσιο, κοινωνική περιουσία, το λεηλατεί, το καταστρέφει. Κλέβει στα νοσοκομεία τις κουρτίνες από τα δωμάτια και τα σκεπάσματα της λεκάνης από τις τουαλέτες. Το ελληνόπουλο, με το σπρέι, τον μαρκαδόρο, τον σουγιά, καταστρέφει μανιασμένα το σχολειό του και το πανεπιστήμιο. Αχρηστευμένες οι πινακίδες της τροχαίας, τα «σήματα» κυκλοφορίας, μόνο για την πρωτόγονη ηδονή του βανδαλισμού.

Το πολιτικό σύστημα έχει καταρρεύσει, είναι ανίκανο να δώσει κυβέρνηση που να μπορεί να καβαντζάρει τη συμφορά. Ποιος αφελέστατος είπε ότι «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα»; Καταλάβαινε τη δημοκρατία σαν συνταγή, ενώ η δημοκρατία είναι κατόρθωμα. Όταν σε μια συλλογικότητα κυριαρχεί ο πρωτογονισμός του ατομοκεντρισμού, όταν έχει χαθεί η αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος, είναι απάτη ή αφέλεια να μιλάμε για δημοκρατία.

Πηγαίνουμε ολοταχώς για εκλογές. Θα κληθούμε να επιλέξουμε τη μια από τις δυο όψεις του ίδιου ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού. Και το ανόσιο ζευγάρωμα Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ και ο συνονθυλευματικός ΣΥΡΙΖΑ κινούνται στη λογική του μονοδρομικού οικονομισμού. Δεν λένε λέξη για κίνητρα παραγωγικότητας, για εξόντωση του πελατειακού κράτους (αιτίας κάθε κακού). Ούτε λέξη για δημιουργική άμιλλα, για αξιοκρατία, για πάταξη της κοινωνικής αδικίας, για καταξίωση της αριστείας. Όλος ο «αριστερισμός», και όλος ο «ριζοσπαστισμός» του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλείται σε επαγγελίες «βελτίωσης» του εισοδήματος – δεν ξέρουν άλλον στόχο του βίου, άλλη χαρά της ζωής.

Θα έρθουν στην εξουσία, όποιο σχήμα κι αν επικρατήσει, άνθρωποι που επιμένουν να μας πείσουν, με κάθε τρόπο, ότι είναι αμύητοι στην κοινωνική ευαισθησία, στις προϋποθέσεις ποιότητας της ζωής. Τους αφήνει παγερά αδιάφορους η απόδοση δικαιοσύνης, αποκλείεται να στείλουν στο εδώλιο όσους υπέγραψαν τον κακουργηματικό υπερδανεισμό της χώρας για χάρη του πελατειακού κράτους, αποκλείεται να δημεύσουν περιουσίες λωποδυτών.

Πράσινο, γαλάζιο, τώρα και κόκκινο το ΠΑΣΟΚ.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-10-2014

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Γ. Κοντογιώργης - Γιατί η ολιγαρχία είναι η αιτία της σημερινής κρίσης - 23 Σεπ 2014

Γιώργος Κοντογιώργης

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 23.9.2014, στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο, με αφορμή το νέο του βιβλίο Οι Ολιγάρχες, από τις εκδόσεις Πατάκη.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Το εμβληματικό δίδυμο

Χρήστος Γιανναράς

Θα είχε τεράστια σημασία, αν υπήρχε μια «κρίσιμη εκλογική μάζα» με ρεαλιστική αντίληψη της πολιτικής πραγματικότητας – ένας αριθμός ψηφοφόρων ποσοτικά ικανός να κρίνει - καθορίσει το εκλογικό αποτέλεσμα αξιολογώντας πραγματικά δεδομένα, όχι εντυπώσεις. Θα είχε σημασία μεγάλη, αλλά το ζητούμενο είναι δυσκατόρθωτο, μοιάζει αδύνατο. Κυρίως, επειδή είναι σπάνιες οι εφημερίδες και μάλλον ανύπαρκτα τα κανάλια και τα ραδιόφωνα που δεν αναμασούν, σε παραλληλία ή αντιμαχία, την αγοραία (πειθαρχημένη στους νόμους της αγοράς) κομματική λαϊκίστικη προπαγάνδα.

Κάποτε, μια έντιμη, δηλαδή αδέσμευτη δημοσιογραφία μπορούσε να διαμορφώνει «κοινή γνώμη» – πρόσφερε αφτιασίδωτη την πληροφορία και απροκατάληπτη την κρίση - αξιολόγησή της. Το ίδιο όμως πολιτισμικό «παράδειγμα» που κάποτε καταξίωνε την ελεύθερη δημοσιογραφία, σήμερα παράγει μόνο τον έμπρακτο εκμηδενισμό της. Δεν υπάρχει περιθώριο σήμερα να διαμορφώσει ο πολίτης τη δική του πολιτική γνώμη κρίνοντας και αποτιμώντας αξιόπιστες πληροφορίες για πραγματικά δεδομένα. Σήμερα η πολιτική μόνο «παίζεται»: Οι πραγματικοί παίκτες είναι άγνωστοι στον πολίτη, τα πιόνια του παιχνιδιού είναι ειδικά εκπαιδευμένοι επαγγελματίες (κάτι ανάλογο με τα ντρεσαρισμένα άλογα του ιπποδρόμου ή τους πανάκριβα αγορασμένους ποδοσφαιριστές). Και ο ρόλος των δημοσιογράφων είναι να κρατούν σε συνέγερση το πλήθος, παθιασμένο για το παιχνίδι, δηλαδή για τη μέθεξη σε μια εικονική πραγματικότητα. Πάθος, μένος και συνεπαρμός μόνο για χειρισμούς, επιδεξιότητες, «ευκαιρίες», μεταγραφές, δηλαδή για μόνη την εικόνα, για μόνο το τίποτα.

Σήμερα η πολιτική μόνο «παίζεται», και παίζεται ως παιχνίδι εικονικό, με αχρηστευμένη τη σκέψη, την κρίση, με όρους ψυχολογικής αποκλειστικά συμμετοχής – ποιος θα κερδίσει τις εντυπώσεις. Ταυτίζεται η πολιτική με την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, απώλεια αίσθησης της πραγματικότητας. Από τα κορυφαία δείγματα αυτής της απώλειας είναι το γεγονός ότι στις δημοσκοπήσεις και στην πάγια ερώτηση «ποιον κρίνετε καταλληλότερο για πρωθυπουργό», πλειοψηφεί πάντοτε όποιος τυχαίνει να βρίσκεται εκείνη την περίοδο στον πρωθυπουργικό θώκο, έστω και με νοημοσύνη ανεπαρκή ή παταγωδώς ανίκανος.

Είναι παιχνίδι σήμερα η πολιτική, παίζεται ακριβώς με τους όρους του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Οι πραγματικοί παίκτες είναι αθέατοι: λειτουργούν ως «παράγοντες» (παράγουν το θέαμα), αγοράζουν (απευθείας ή με μεταγραφή) τους εικονικούς παίκτες, «στήνουν αγώνες», συντηρούν «παράγκες». Και το αφιονισμένο πλήθος χορταίνει θέαμα. Οι δημοσιογράφοι μετέχουν (με το αζημίωτο) στο εικονικό παιχνίδι και οι ντοπαρισμένοι «φίλαθλοι», αφελέστατοι πάντοτε (όπως και οι «αγνοί ιδεολόγοι» ή οι πατριώτες) παθιάζονται και αντιμαχούν για την «ομαδάρα»τους (ή για το κόμμα «τους») που είναι γι’ αυτούς «θρησκεία» (πρβλ. τις υστερικές κραυγές κορυφαίου εξωπραγματισμού: «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό» – με 3,6% στις δημοσκοπήσεις – «Γιώργο γερά, να πέσει η Δεξιά», προς τον θλιβερό ύπατο της ανικανότητας).

Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την πολιτική έχει τόση σχέση με την πραγματικότητα όση σχέση έχει και η γλώσσα των «ποδοσφαιρόφιλων» με την αγάπη για την άθληση. Το φοβερό και δεινότατο είναι ότι το παραισθησιογόνο πάθος για το ποδόσφαιρο απλώς καθηλώνει κάποιες μάζες ανθρώπων σε έναν εκούσια επιλεγμένο κρετινισμό, με την ανάλογη γλωσσική υπανάπτυξη. Ενώ η αποκοπή της πολιτικής από την πραγματικότητα της ζωής μας εγκαταλείπει τα ουσιώδη του βίου μας, το ψωμί μας από το μέλλον των παιδιών μας, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ποιότητα της ζωής μας, στα χέρια ανίκανων και συχνά φαύλων ανθρώπων, που κάνουν καριέρα παίζοντας με την κατασκευή εντυπώσεων, για να συνεχίσουν οι ίδιοι να ζουν βίο πριγκήπων, αν και τυχάρπαστοι.

Όταν ο «υπουργός» κ. Ντινόπουλος συντάσσεται με την πολιτική του αντίπαλο κ. Δούρου προκειμένου να μη διερευνηθούν και τιμωρηθούν κοινωνικά εγκλήματα πλαστογραφίας, κακουργήματα ιταμής αδικοπραγίας, το κάνει, προφανέστατα, επειδή παίζει την επανεκλογή του στη Β΄ Αθηνών – θέλει να κερδίσει εντυπώσεις φιλολαϊκού πολιτευτή σε σύγκριση με τον κομματικό του συνυποψήφιο κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Και την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός κ. Σαμαράς, που έχει ο ίδιος αποφασίσει και τολμήσει να συμπεριλάβει στην κυβέρνηση διαχείρισης μιας ολοκληρωτικής καταστροφής αναιδέστατους «ταβλαδόρους» τύπου Ντινόπουλου, επαίρεται και κομπάζει για φαντασιώδεις και ανυπόστατες επιτυχίες. Δεν διανοείται να διαλεχθεί δημόσια με την ακομμάτιστη, ρεαλιστική δημοσιογραφία, που τεκμηριώνει ατράνταχτα την πιστοποίηση ότι, πέντε χρόνια τώρα, η Ελλάδα τρέχει τροχάδην επιτόπου, μένοντας στο ίδιο τέλμα της διάλυσης και καταστροφής: Το πελατειακό κράτος άθικτο, η θεσμοποιημένη διαφθορά και αδικία ανέπαφη («Οικονομ. Καθημ.» 28.9.2014, σελ. 1, 5, 6).

Έκπληξη, ταυτόχρονα, και η ταχύτατη προσαρμογή της αξιωματικής αντιπολίτευσης στους φτηνιάρικους όρους του παιχνιδιού των εντυπώσεων, η ευκολία απεμπόλησης και των «ριζοσπαστικών» επαγγελιών και των «αριστερών» προσχημάτων. Άρχισαν κιόλας να συζητούν για τη μοιρασιά των υπουργείων («Κ» 28.9.2014, σελ. 10), ενώ στη ΔΕΘ ο κ. Τσίπρας εμφανίστηκε αποκρουστικά ολόιδιος με ό,τι επαγγελλόταν ότι θα ανατρέψει: Πρόσφερε υποσχέσεις παροχών καταναλωτικής ευχέρειας, «τεκμηριωμένες» με τα ίδια χιλιοφθαρμένα «θα» σαράντα χρόνων ευδαιμονικής αοριστολογίας. Ούτε λέξη για προσπάθεια κατάλυσης του πελατειακού κράτους, για αποκατάσταση αξιοκρατίας στον δημόσιο βίο, για κίνητρα δημιουργικής παραγωγικότητας, για κοινωνιοκεντρικές στοχεύσεις ρεαλιστικά προγραμματισμένες – κανένα στέρεο αντιστύλι στο κατεαγμένο ηθικό αυτού του λαού.

Ντινόπουλος και Δούρου αναδείχθηκαν εκ των πραγμάτων οι εμβληματικές φιγούρες της μη-διαφοράς Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Το «παιχνίδι» της πολιτικής συνεχίζεται απαράλλαχτο, ερήμην της κοινωνικής καταστροφής και της τραγωδίας του λαού μας. Δυόμισι εκατομμύρια Έλληνες κάτω από το όριο της φτώχειας και τρία εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες σχεδόν στο όριο. Οι εικονικοί παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού πασχίζουν να διαφοροποιηθούν για να τηρούνται τα προσχήματα, αλλά δεν τα καταφέρνουν, μοιάζουν να είναι όλοι, στο κόμμα όπου βρίσκονται, από μεταγραφή. Ως τώρα μιλάγαμε για πράσινο και γαλάζιο ΠΑΣΟΚ, σε λίγο θα μιλάμε και για κόκκινο.

Περιμένουμε την κίνηση που θα επιλέξουν οι πραγματικοί αλλά αφανείς παίκτες στο επόμενο δίμηνο.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05-10-2014

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Χ. Γιανναράς - Η ελληνικότητα ως ποιότητα και ως ντροπή - 30 Σεπ 2014

Ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας κ. Χρήστος Γιανναράς παρουσίασε στις 30.9.2014 στον ΙΑΝΟ το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Η ελληνικότητα ως ποιότητα και ως ντροπή», των εκδόσεων Πατάκη.

Διαβάστε περισσότερα......