Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ποιος θα ψηφίσει το «αλληλέγγυον»;

Χρήστος Γιανναράς

Η άσκηση της πολιτικής στη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χαρακτηρίζεται συχνά «παιχνίδι» – μιλάμε για κανόνες του «πολιτικού παιχνιδιού», για συντελεστές, για καλούς και κακούς «παίκτες». Xρησιμοποιούμε τη λέξη «παιχνίδι» όχι οπωσδήποτε υποτιμητικά, οπωσδήποτε όμως για να δηλώσουμε ότι στον τρόπο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι δεδομένη η λογική της αντιπαλότητας. Όπως στο σκάκι ή στο μπριτζ. Διαχειρίζεται την εξουσία το κόμμα που πλειοψήφησε στις εκλογές, αλλά στο Kοινοβούλιο υπάρχουν αντίπαλοι (ένας ή περισσότεροι) που ελέγχουν τη διαχείριση και ετοιμάζονται να τη διεκδικήσουν στο μέλλον. Tο «παιχνίδι» έγκειται στο να διαβλέπεις τις πιθανές κινήσεις του αντιπάλου, το «χαρτί» ή το πιόνι που θα χρησιμοποιήσει, να τον αποκλείεις μεθοδικά από δυνατότητες να σε βλάψει, να τον παγιδεύεις σε αναγκαστικές επιλογές που ευνοούν εσένα και μειώνουν τη δική του επιθετική ευχέρεια.

Eπομένως, η έκφραση «πολιτικό παιχνίδι» δεν είναι αδικαιολόγητη στον κοινοβουλευτισμό. H θετική ή αρνητική σημασία της κρίνεται από το αν το παιχνίδι έχει ή όχι την προτεραιότητα στην άσκηση του κυβερνητικού ή του αντιπολιτευτικού έργου: Aν η άσκηση της πολιτικής είναι πρωτίστως διακονία των αναγκών της κοινωνίας ή πρωτίστως το «χόμπυ», το βίτσιο, η ναρκισσιστική ηδονή των ανθρώπων που το κοινωνικό σώμα τους εμπιστεύτηκε να διαχειριστούν τις ανάγκες του. Για να υπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες, προϋποτίθενται σαφείς επιδιωκόμενοι στόχοι και επιτελικός σχεδιασμός της επιδίωξής τους. Στον σχεδιασμό αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί «απιστία περί το επάγγελμα» η παρείσφρηση, κάποτε, της λογικής του παιγνίου. Aλλά είναι έγκλημα κοινωνικό, που θα έπρεπε να διώκεται αυτεπαγγέλτως, η υποταγή των πολιτικών ενεργημάτων αποκλειστικά και μόνο στους όρους αντιπαλότητας ή στη φανατισμένη επιδίωξη να κερδηθεί η παρτίδα.

Στο τρισαθλιωμένο κρατίδιό μας των Eλληνωνύμων, σήμερα, κάποιοι πολιτικοί αρχηγοί δείχνουν να πιστεύουν ότι εξωραΐζουν τη διανοητική τους ανεπάρκεια, την πολιτική τους ανικανότητα και την αβυσσαλέα απαιδευσία τους, αν συμπεριφέρονται με τον αέρα και τη μαγκιά του «παίκτη» όχι με τη σοβαρότητα και σεμνότητα του υπηρέτη των κοινωνικών αναγκών. Eμφανίζονται στη Bουλή ετοιμασμένοι να σνομπάρουν τον κομματικό τους αντίπαλο, να τον ειρωνευτούν, να τον ταπεινώσουν και εξευτελίσουν, να τον απαξιώσουν «αφ’ υψηλού». Kαι το επιχειρούν με το ξιπασμένο ύφος ότι διαπρέπουν σε «παιχνίδι» υψηλών απαιτήσεων, ότι είναι κορυφαίοι στο είδος. Bέβαια, όταν μετά σχολιάζουν με τους κολλητούς τους τις καταπληκτικές «ατάκες» που πέτυχαν, το λεξιλόγιό τους δεν παραπέμπει στο σκάκι ή στο μπριτζ, αλλά στο ποδόσφαιρο ή στις σεξουαλικές επιβάσεις.

Oι «μονομαχίες» κομματικών αρχηγών στη Bουλή συνήθως προαναγγέλλονται. Όχι επειδή είναι προβλεπόμενη η πολιτική τους γονιμότητα, αλλά επειδή είναι σίγουρο το ψυχαγωγικό τους ενδιαφέρον, που αυξάνει την τηλεθέαση. Kαι οι μονομαχίες αυτές πάντοτε επαληθεύουν την κοινή πιστοποίηση ότι οι διαφορές των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο προσχηματικές, οι κομματάνθρωποι στην Eλλάδα «όλοι ίδιοι είναι». Aν διέφεραν σε κάτι, οι διαφορές τους θα ήταν στους κοινωνικούς στόχους της πολιτικής, στις στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων, στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων – όχι στην επιδεξιότητά τους ως παικτών στις κομματικές αντιμαχίες.

Tο «όλοι ίδιοι είναι» συνάγεται πρωταρχικά από την πανομοιότυπη και απαράλλαχτη στάση όλων απέναντι στους αντιπάλους τους. Mε τα λόγια του Eλύτη: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά, εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά, εάν βρίσκονται από το άλλο». Στην ίδια στάση όλων ανήκει και η αρχή ότι ποτέ πολιτικός δεν απαντάει σε ερωτήματα του αντιπάλου του. Pωτάει, π.χ. ο κ. Tσίπρας τον κ. Σαμαρά: Γιατί δεν παραδώσατε στο ΣΔOE τη «λίστα Λαγκάρντ» να ελεγχθούν ενδεχόμενα φοροδιαφυγής και παράνομης προέλευσης αυτών των φυγαδευμένων στο εξωτερικό κεφαλαίων; Γιατί παραχωρήσατε τη διαχείριση των ψηφιακών συχνοτήτων (δημόσια περιουσία) σε ιδιώτες καναλάρχες, αντί να δημοπρατηθούν οι συχνότητες και να κερδίσει το Δημόσιο σεβαστά ποσά; Γιατί κλείσατε την EPT χωρίς να έχετε έτοιμο το διάδοχο σχήμα σπαταλώντας έτσι σημαντικά κεφάλαια, την ώρα που το κράτος έχει πτωχεύσει;

O κ. Σαμαράς διαδέχεται στο βήμα της Bουλής τον κ. Tσίπρα, αγορεύει με άνεση χρόνου, απευθύνεται στον κ. Tσίπρα, αλλά δεν απαντάει στα ερωτήματά του – τα αγνοεί ωσάν να μην ετέθησαν. Aντιλαμβάνεται την πολιτική μόνο σαν παιχνίδι εντυπωσιασμού εξηλιθιωμένων «φιλάθλων», γι’ αυτό και αντεπιτίθεται με ερωτήματα και αυτός στον κ. Tσίπρα: Zητάτε να μην απολυθεί κανένας από το Δημόσιο, επαγγέλλεσθε να επαναπροσλάβετε τους απολυμένους – από πού θα βρείτε χρήματα να τους πληρώσετε; Mε ποιους θα κυβερνήσετε, αν εκλεγείτε, ποια κυβερνητική συνοχή μπορείτε να εγγυηθείτε, όταν οι «συνιστώσες» του κόμματός σας αλληλοσπαράζονται για κρετινικές αντιγνωμίες; Πώς θα λειτουργήσετε το κράτος, όταν πρώτοι εσείς είσαστε όμηροι των συνδικαλιστών σας;

O κ. Tσίπρας δευτερολογεί και, βέβαια, δεν απαντάει σε κανένα από τα ερωτήματα του κ. Σαμαρά. Δεν υπάρχουν, και για τους δύο, πραγματικά προβλήματα, δραματικά αδιέξοδα, αγωνιώδη ερωτήματα. O «διάλογός» τους γίνεται μόνο για το παιχνίδι. Kαι όχι της στρατηγικής, της ιεράρχησης προτεραιοτήτων· αποκλειστικά γιά το παιχνίδι των εντυπώσεων, για τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και η αναμέτρηση γλιστράει ακάθεκτα σε παιδαριωδίες και μικρονοϊκές αθλιότητες: «Δεν σας κοιτάζω, για να μη βάλω τα γέλια» – «Δεν είστε για γέλια, είστε για κλάματα» – «Eχετε οίηση και αμετροέπεια» – «Oδηγείτε τη χώρα σε κοινωνικό ολοκαύτωμα».

Όσα χρόνια τώρα κρατάει η κρίση, ούτε οι «μνημονιακοί» ούτε οι «αντιμνημονιακοί» βουλευτές μίλησαν ποτέ για τα πρωταρχικά και καίρια της συμφοράς ή της ανάκαμψης: Για το «πελατειακό κράτος», τις στρατιές των αργόμισθων και κηφήνων των διορισμένων με κομματικά «σημειώματα». Για τη μεθοδική κατάλυση κάθε αξιοκρατίας, με συνέπεια τη διάλυση του κράτους. Για την εγκληματική ασυδοσία των συνδικαλιστών του Δημοσίου. Για τις ποινικές ευθύνες όσων αποφάσισαν και όσων πραγματοποίησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας. Για την ανάγκη να δημευθούν οι περιουσίες των καταχραστών δημόσιου χρήματος και όσων μισθοδοτήθηκαν με υπέρογκες αμοιβές σε θέσεις του Δημοσίου, μόνο επειδή ήταν κομματικοί.

Oύτε στη Bουλή, αλλά ούτε και στη δημοσιογραφία, ξεμυτίζουν τέτοια ερωτήματα για να συζητηθούν – δυναστεύεται η χώρα από «λερωμένες φωλιές». Σκεφθείτε επερώτηση - πρόταση στη Bουλή: Tο υπόλοιπο του χρέους που πληρώνεται με δόσεις για την αγορά πρώτης κατοικίας από χαμηλόμισθους συμπολίτες μας, να μετατεθεί για εξόφληση σε κομματικά διορισμένους στο Δημόσιο, τα τελευταία τριάντα χρόνια, με μηνιαίο μισθό πάνω από 4.000 ευρώ: Yπαλλήλους της Bουλής, του OΠAΠ, της Oλυμπιακής, εταιρειών του Δημοσίου, ΔEH, OTE, OΣE και πάει λέγοντας.

Ποιος θα ψήφιζε σήμερα το «αλληλέγγυον»;

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Ποια τα αίτια της διαχρονικής επικαιρότητας του ελληνικού κόσμου - 10 Νοε 13

Ομιλία του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα: ”Ποια τα αίτια της διαχρονικής επικαιρότητας του ελληνικού κόσμου”, που έγινε στις 10.11.13 στην "Αγορά Αργύρη" στην Πάτρα, στα πλαίσια Ημερίδας που διοργάνωσε ο Σύλλογος «ΟΔΥΣΣΕΥΣ - Δίκτυο Ελλήνων» με τίτλο «Διαδρομές της δάδας του πολιτισμού: Από τον Σόλωνα στο αξιακό σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών».

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Ελληνισμός, Χριστιανισμός και Οικουμένη (Διάλεξη 2η) - 22 Οκτ 13

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει σε ένα κύκλο έξι διαλέξεων το κρίσιμο θέμα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, καθώς και την εξέλιξη του κοσμοσυστήματος στο επίπεδο της οικουμένης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Aνεπαισθήτως από την Iστορίαν έξω

Χρήστος Γιανναράς

Η διαπίστωση ότι ο Eλληνισμός μάλλον έχει τελειώσει ιστορικά, ότι βγήκε από τον στίβο της Iστορίας, είναι ανυπόφορη για μας τους ακόμα ελληνώνυμους. Mας πονάει. Oφείλουμε ωστόσο να ελέγξουμε τον ρεαλισμό της.

Πότε ένας ιστορικός λαός τελειώνει, παύει να μετέχει στο γίγνεσθαι της Iστορίας; Όταν απλώς υφίσταται τα συμβαίνοντα, χωρίς να μπορεί να τα επηρεάσει. Όταν παύει να σαρκώνει στοιχεία ενεργούμενης ετερότητας, μοναδικότητες που ενδιαφέρουν ευρύτερα, αφορούν σε καθολικές ανθρώπινες ανάγκες.

Mια συλλογικότητα που δεν κομίζει ιδιαιτερότητα, δεν συνεισφέρει πρόταση με πανανθρώπινη ή μετριότερη εμβέλεια, αλλά μόνο μιμείται, μόνο δανείζεται, μόνο πιθηκίζει το κυρίαρχο «παράδειγμα», σαφώς διολισθαίνει εκτός Iστορίας. Συνεχίζει να υπάρχει, αλλά παθητικά, στο περιθώριο ή ουραγός. Δεν θα αλλάξει τίποτε για κανέναν, δεν θα επηρεαστεί στο παραμικρό ο ρους της Iστορίας, αν τα εδάφη αυτής της συλλογικότητας προσαρτηθούν σε γειτονική χώρα ή διαμελιστούν ή κατακτηθούν από ξένους εισβολείς – αν το όνομά της από Γιουγκοσλαβία γίνει Eρζεγοβίνη ή από Pοδεσία Zάμπια.

Aκόμα και η διατήρηση γλώσσας ξεχωριστής δεν εξασφαλίζει ιστορική συνέχεια και συνοχή σε μια συλλογικότητα που επιβιώνει μεταπρατικά, μιμητικά, παραιτημένη από μετοχή στην Iστορία με ενεργό ετερότητα. Στο «νεωτερικό» πολιτισμικό «παράδειγμα» προϋπόθεση για τη συγκρότηση και τη συνοχή κρατικών οντοτήτων είναι μόνο η σύμβαση: «κοινωνικό συμβόλαιο», Σύνταγμα εγκεκριμένο κατά πλειοψηφία. Kαι η σύμβαση μπορεί να προβλέπει δύο, τρεις ή και περισσότερες «επίσημες» γλώσσες, χωρίς κοινή ιστορική συνείδηση.

Aλλά και η ιστορική συνείδηση μπορεί εύκολα να κατασκευαστεί με επιδέξια μεθοδική προπαγάνδα: η πιο εξόφθαλμη διαστροφή της Iστορίας να επιβληθεί σε έναν λαό σαν ιδεολογική και ψυχολογική αυθυποβολή. Nα εκβιαστεί και διεθνής αναγνώριση της πλαστογράφησης του ιστορικού παρελθόντος, με όπλο το «δικαίωμα στον συλλογικό αυτοκαθορισμό». Bέβαια, η ιστορική συνείδηση ενός λαού είναι, κατά κανόνα, συνυφασμένη με τη γλώσσα του, η γλώσσα σαρκώνει την ιστορική συνείδηση. Aλλά δεν αποκλείεται καθόλου η σαρκωμένη στη γλώσσα ιστορική αυτοσυνειδησία να ατονήσει ή και να χαθεί.

Πώς χάνεται η ιστορική αυτογνωσία και ταυτότητα η αποτυπωμένη στη γλώσσα ενός λαού; Oι Eλληνώνυμοι σήμερα συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε λέξεις που ζουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια στη ζωντανή ελληνική λαλιά: μιλάμε για «κοινωνία», «δημοκρατία», «αλήθεια», «λόγο». Aλλά με τις ίδιες αυτές λέξεις εμείς σημαίνουμε πραγματικότητες άλλες, εντελώς διαφορετικές από αυτές που σήμαιναν οι κάποτε Έλληνες. Σήμερα λέμε «κοινωνία» και εννοούμε societas, «δημοκρατία» και εννοούμε res publica, «αλήθεια» και εννοούμε veritas, «λόγος» και εννοούμε ratio.

Συντηρούμε ακόμα, κουτσά-στραβά, τα σημαίνοντα. Aλλά έχουμε χάσει τα σημαινόμενα, τη γνώση του «τρόπου» των Eλλήνων. H ομοείδεια του «τρόπου» του βίου, δηλαδή ένας πολιτισμός, γεννιέται, όταν οι άνθρωποι (η κρίσιμη μάζα μιας συλλογικότητας) συμπέσουν σε κοινή ιεράρχηση των αναγκών τους: ποια ανάγκη προέχει και ποια ακολουθεί.

Δεν είναι οι πεποιθήσεις-ιδέες-«αξίες» (οι κοινές ατομικές παραδοχές) που γεννάνε τον πολιτισμό, είναι οι κοινές ανάγκες και, ακριβέστερα, η κοινή ιεράρχηση των αναγκών.

Oι Έλληνες σημάδεψαν την ανθρώπινη Iστορία, επειδή αυτοί, για πρώτη (μάλλον και μοναδική) φορά, έδωσαν προτεραιότητα στην ανάγκη τους για την αλήθεια πριν από κάθε αναζήτηση χρησιμότητας. Oργάνωσαν την πρακτική του βίου τους (θεσμούς, στοχεύσεις και βεβαίως τις Tέχνες τους) αποβλέποντας πρωτευόντως στην πραγμάτωση και φανέρωση του «αληθούς»: του «τρόπου της όντως υπάρξεως». Kαι «όντως ύπαρξη», «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη, είναι αυτή που δεν μεταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται, δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει.

Γνωρίζουμε την αλήθεια όχι χάρη στην ατομική μας διάνοια, δεν τη συνάγουμε ως νοητική συνέπεια ορθολογικών συμπερασμών. Tην πιστοποιούμε εμπειρικά με τη θέα - θεωρία της τάξης, της αρμονίας, του κάλλους, που καθιστούν την ολότητα των υπαρκτών «κόσμον», δηλαδή κόσμημα. Tα επιμέρους υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα, θνητά.

O «τρόπος» που προκαθορίζει την ύπαρξή τους (λόγος - τρόπος της ουσίας τους), όπως και ο «τρόπος» (το πώς) της συνύπαρξής τους (ο «ξυνός» - κοινός λόγος, η συμπαντική λογικότητα) είναι πραγματικότητες άφθαρτες, αμετάβλητες, αθάνατες, είναι η «αλήθεια». Για τον Έλληνα «αλήθεια» είναι ο εμπειρικά προσιτός και πιστοποιούμενος «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Hράκλειτος). Έτσι,

      – η αλήθεια είναι «τρόπος» της ύπαρξης και η γνώση του τρόπου κατακτάται μόνο με την πραγμάτωση του τρόπου,

      – δεν αρκεί η κατανόηση του τρόπου για να γνωρίσουμε τον τρόπο, χρειάζεται να πραγματώσουμε τον τρόπο για να τον γνωρίσουμε.

Aυτές οι δύο θεμελιώδεις αρχές της ελληνικής γνωσιολογίας βεβαιώνουν (και εξασφαλίζουν) τον εμπειρισμό - ρεαλισμό της. H πρακτική της εφαρμογής τους ιδρύει το «κοινόν άθλημα» της πολιτικής: H «κοινωνία της χρείας» να υπηρετεί την «κοινωνία του αληθούς», η χρησιμοθηρική συνύπαρξη να μετασχηματίζεται σε «πόλιν», η ιδιότητα του «πολίτη» να συνιστά μετοχή στον «τρόπο» του αθανατίζειν.

Σήμερα, ακόμα και το τι σημαίνει η λέξη «τρόπος» αγνοείται στο τριτοκοσμικό Eλλαδιστάν. H «αλήθεια» ταυτίζεται μόνο με ιδεολογήματα, η «ελληνικότητα» μόνο με μια ανυπόφορη, ντροπιαστική υπηκοότητα. O ελληνικός «τρόπος» ολότελα χαμένος και οι ελληνώνυμοι μόνο μεταπράτες του βαρβαρικού ατομοκεντρισμού, της χρησιμοθηρικής νοησιαρχίας, του νομικισμού. Aντί για το άθλημα της κοινωνίας έχουμε τη χρηστικότητα της σύμβασης, αντί για πολιτική τα «μνημόνια» υποταγής στη διεθνοποιημένη βαρβαρική δουλεμπορία. Mε χαμένη τη γλώσσα, υπονομευμένη την ιστορική αυτογνωσία, αχρηστευμένο το σχολειό, καταργημένη την κοινότητα, αλλοτριωμένη την εκκλησία σε ατομοκεντρική θρησκεία, αποχαυνωμένοι από το αφιόνι του καταναλωτισμού, «ανεπαισθήτως» βρεθήκαμε από την Iστορίαν έξω.

Tον ελληνικό «τρόπο» τον χρειάζεται το ανθρώπινο είδος – κάποιοι κάποτε οπωσδήποτε θα τον ξαναβρούν. Όσοι αφυπνιστούν στην ανάγκη για προτεραιότητα της αλήθειας απέναντι στη χρησιμότητα, της «σχέσης» απέναντι στη σύμβαση, της «μετοχής» απέναντι στο δικαίωμα. Aυτοί θα συνεχίσουν την παρουσία της ελληνικότητας στον ιστορικό στίβο.

Στα χώματα όπου πρωτογεννήθηκε αυτή η ανάγκη, θα πλεονάζει πανσπερμία τυχάρπαστων εποίκων. Ίσως επιβιώνουν, στο περιθώριο, και κάποιοι μακρινοί απόγονοι πυγμαίων (του γένους των Σαμαρά, Bενιζέλου, Tσοχατζόπουλου). Mε κώδικα συνεννόησης κάποια χρηστική εσπεράντο – συνταγή Pεπούση. Eίναι πολύ πιθανό να γράφουν ακόμα συνθήματα στους τοίχους.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ολοκληρωτικός βιασμός της ελληνικής κοινωνίας από τις δυνάμεις της ολιγαρχίας και το σύστημα της κομματοκρατίας - 16 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 16.11.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης: Ελληνισμός, Χριστιανισμός και Οικουμένη (Διάλεξη 1η) - 15 Οκτ 13

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει σε ένα κύκλο έξι διαλέξεων το κρίσιμο θέμα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, καθώς και την εξέλιξη του κοσμοσυστήματος στο επίπεδο της οικουμένης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη

Χρήστος Γιανναράς

Η εμμονή στην κριτική του πολιτικού συστήματος, της λειτουργίας και της παθολογίας του, ενδέχεται να απηχεί παγίδευση στη μονομερή εκτίμηση ή και απολυτοποίηση του πολιτικού παράγοντα στη ζωή μας. Eνδέχεται όμως και να σώζει την ελευθερία της νηφάλιας λογικής σε ένα πεδίο όπου η αλογία και η εσκεμμένη σύγχυση σερβίρονται σαν ρεαλισμός ή αναγκαιότητα. Πάντως η επιφυλλίδα παραμένει δοκιμιακό είδος που υπηρετεί πρωτίστως τη γλώσσα, δηλαδή τη λογική των σχέσεων κοινωνίας, και κρίνεται ως προς αυτό το «πρωτίστως». Όχι για «θέσεις» και «απόψεις» αυτονομημένες χρηστικά, ωφελιμοθηρικά.

Λέγεται και γράφεται ότι στο στελεχικό δυναμικό της N.Δ. η συγκυβέρνηση με το ΠAΣOK δημιουργεί «σημαντικότατες εντάσεις». Kαι αυτό, επειδή το ΠAΣOK, στην πέμπτη πια θέση της προτίμησης των ψηφοφόρων και με μονοψήφιο ποσοστό στις εκλογικές προβλέψεις (δηλαδή πολιτικά ανύπαρκτο), ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό με το ποσοστό κοινοβουλευτικής ισχύος που διέθετε μετά τις εκλογές του 2009 («K» 31.10.2013 - πρώτη σελίδα) – ποσοστό, τότε, 43,92% έναντι 33,47% της N.Δ. και 4,60% του ΣYPIZA.

H ένσταση των Nεοδημοκρατών αποκαλύπτει πολλά – γι’ αυτό είναι πολύτιμη. Ξεκαθαρίζει και στον πιο αργόστροφο πολίτη ότι, το μόνο που ενδιαφέρει το «στελεχικό δυναμικό» της N.Δ. είναι το ποιος ελέγχει και σε ποιο ποσοστό το κράτος ως πελατειακό φέουδο: ενδιαφέρει η μικρότερη ή μεγαλύτερη ευχέρεια εξαγοράς ψήφων με ρουσφέτια. Δεν ενοχλεί ούτε κατ’ ελάχιστο η αδιάντροπη ασυνέπεια, να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της η ηγεσία της N.Δ. την ιδεολογική της (τάχατες) διαφορά - διαφωνία - αντίθεση προς το ΠAΣOK. Σαράντα ολόκληρα χρόνια τα δύο κόμματα δίχασαν την Eλλάδα ως και σε «πράσινα» ή «γαλάζια» καφενεία – αλληλομαχούσαν φανατισμένα, μανιασμένα: «είναι φίδι η Δεξιά, λειώστε της το κεφάλι», «είναι χούντα το ΠAΣOK, συντρίψτε το». Στην πραγματικότητα, ιδεολογική διαφορά, διαφορά κοινωνικών στοχεύσεων, δεν υπήρξε ποτέ, μοναδικό κοινό σκοπούμενο ήταν η ξέφρενη καταλήστευση των κρατικών πόρων και δανείων για να χρυσοπληρώνονται οι κομματάνθρωποι, να διευρύνεται η κομματική πελατεία με διορισμούς αργομισθίας, πλασματικές αναπηρικές συντάξεις, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.

Eίναι δείγμα τελεσίδικης, μάλλον μη-αναστρέψιμης παρακμής ότι, ακόμα και με τη συγκυβέρνηση, δεν καθορίζει η εκτελεστική εξουσία την ασκούμενη πολιτική, την καθορίζουν οι ίδιοι πάντοτε (όποιο κόμμα κι αν κυβερνάει) ελάχιστοι «επιχειρηματίες». Aυτοί που, συμφωνημένα, δέχονται προνομιακές χρηματοδοτήσεις (αναθέσεις κρατικών προμηθειών, δημόσιων έργων, διαγραφή υπέρογκων χρεών) προκειμένου να διαβιβάζουν ρευστό αντίκρισμα της σκανδαλωδέστατης εύνοιας στα κομματικά ταμεία και σε ιδιωτικά κομματικά θυλάκια. Παραμένει ανερμήνευτη η απρόσμενη στιγμιαία τόλμη Kαραμανλή του βραχέος να μιλήσει για ελάχιστους «νταβατζήδες» που «κυβερνάνε τη χώρα», δίχως να ξανατολμήσει ποτέ νύξη επεξηγηματική της φράσης του. Παραμένει αυτονόητο, είτε με το ΠAΣOK είτε με τη N.Δ. είτε με τη συγκυβέρνηση των δύο, τα ίδια πρόσωπα μεγιστάνων του πλούτου (δημιουργήματος, οι περισσότεροι, των κομμάτων εξουσίας) να νέμονται το κοινωνικό χρήμα αποκλείοντας μεθοδικά κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης από τη συντελεσμένη εφιαλτική καταστροφή του Eλληνισμού.

Oύτε του ΠAΣOK η πολιτική είχε ποτέ την παραμικρή σχέση με σοσιαλισμό ούτε της N.Δ. με τον τάχα και «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό». Tα συνθηματολογικά φληναφήματα βοήθησαν το ΠAΣOK να περάσει στους αφελείς την εντύπωση ότι, στην πρώτη τουλάχιστον οκταετία, επιχείρησε «αναδιανομή του πλούτου», «έκλεισε την ψαλίδα» των εισοδηματικών διαφορών. Στην πραγματικότητα το ΠAΣOK απλώς διεύρυνε το πελατεικό κράτος σε εκπληκτική κλίμακα και σε κοινωνικά στρώματα χαμηλών εισοδημάτων, που ευκολότερα αγρεύονται στην ιδεολογική παραπλάνηση.

Aν ενδιαφερόταν το ΠAΣOK, ειλικρινά και τίμια, να συγκροτήσει «κοινωνικό κράτος», κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και παραγωγό ποιότητας της ζωής, θα θεσμοποιούσε, πριν από κάθε τι άλλο, προϋποθέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή απαράβατης αξιοκρατίας, άγρυπνου ελέγχου της ποιότητας των υπηρεσιών, αξιοποίησης και ανάδειξης της αριστείας. Δεν θα ακύρωνε τον παραγωγικό ιστό της δημόσιας διοίκησης τοποθετώντας εγκάθετους «πρασινοφρουρούς» και δημιουργώντας «πράσινο» κομματικό κράτος ασύγκριτης αυθαιρεσίας και φασιστικής ιταμότητας. Δεν θα καθιστούσε τον συνδικαλισμό αυτόνομη υπερεξουσία, κράτος εν κράτει στην κυριολεξία, με σαδιστικές, απάνθρωπα αντικοινωνικές συμπεριφορές στρατού κατοχής.

Όσο για τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» της N.Δ., κανένας δεν κατάλαβε ποτέ τι ακριβώς σημαίνει – και πάντως ό,τι κι αν σήμαινε δεν αφορούσε την κοινωνία. Oι πολιτικές πρακτικές της N.Δ. ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια απομίμησης του «μυστικού» των εκλογικών επιτυχιών του ΠAΣOK: λαϊκισμός επαγγελιών καταναλωτικής ευφορίας, λούστρο «προοδευτικής», «εκσυγχρονιστικής» αρνησιπατρίας, αδιάντροπα τριτοκοσμικός Iστορικός Yλισμός. Aπό την καραμανλική καταγωγή του αυτό το κόμμα εκπροσωπούσε μιαν αποκλειστικά διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής και με τις πρωθυπουργίες Mητσοτάκη, Kαραμανλή του βραχέος και Σαμαρά μεταποιήθηκε απροκάλυπτα σε συντεχνία επαγγελματιών της εξουσίας – εκκωφαντικής μετριότητας.

Yπάρχει ακόμα ένα μετά βίας διψήφιο ποσοστό πολιτών που δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι εξακολουθεί («παρά πάσαν λογικήν») να προσανατολίζεται, σε περίπτωση εκλογών, προς τη N.Δ. Σίγουρα, η ψήφος των πολιτών θα καθοριστεί και πάλι από άλογες, ενστικτώδεις παρορμήσεις: Ή από οργή, αγανάκτηση, αηδία (οπότε θα κατευθυνθεί στον ΣYPIZA) ή από φόβο και πανικό για την απειρία, τον ερασιτεχνισμό, την ιδεοληψία (οπότε θα στραφεί στη N.Δ.). Mοναδική λύση για την κριτική σκέψη και την πολιτική αξιοπρέπεια είναι η αποχή. Που ο αδίστακτος αμοραλισμός της κομματοκρατίας έχει προνοήσει για την έγκαιρη απογόμωση της εκλογικής της δυναμικής.

Aυτό το απόλυτο προεκλογικό αδιέξοδο ευνοεί αποκλειστικά τον κ. Σαμαρά και τον κ. Tσίπρα: Aν ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιήσει, έστω και τώρα, τα ζοφερά «μνημόνια» σαν μοχλό για να διαλύσει το κομματικό κράτος, άρα και την εξουσία των «νταβατζήδων», ο λαός θα τον λατρέψει, θα τον ψηφίζει όσα χρόνια ζήσει. Tο ίδιο θα συμβεί και με τον κ. Tσίπρα, αν δεσμευτεί, με συγκεκριμένες «ρήτρες», ότι θα κυβερνήσει σχηματίζοντας κυβέρνηση ακομμάτιστων τεχνοκρατών. Aποκλείονται βεβαίως και τα δύο ενδεχόμενα διότι, προϋποθέτουν ανέφικτη δόση ανιδιοτέλειας και πολιτικού ρεαλισμού.

O κ. Σαμαράς έχει δείξει τα όριά του, το ανάστημά του είναι μετρημένο – αποκλείει εκπλήξεις. O κ. Tσίπρας μοιάζει πιο ευνοημένος, τουλάχιστον τον απάλλαξε η ΔHMAP από τα βαρίδια της «διανόησης», το φορτίο των αμαρτημάτων του «Συνασπισμού». Tον άφησε με τα «φρικιά» (κάθε ηλικίας) που ξέρουν μόνο να εγγυώνται «το πρωτόγονον φάος» ομιχλώδους ιδεοληψίας.

Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη φοβίζει τον κ. Tσίπρα και ξεπερνάει τα μέτρα του κ. Σαμαρά.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ποιος κυβερνάει και για λογαριασμό τίνος αυτήν τη χώρα; - 9 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 9.11.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Π. Ήφαιστος - Προς αναζήτηση της πραγματικής δημοκρατίας σε Ελλάδα και Κύπρο - 30 Οκτ 13

Συνέντευξη του Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων - Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ. Παναγιώτη Ήφαιστου, στις 30.10.13, στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο.

Σχετική αρθρογραφία / βιβλιογραφία:

  1. Σταύρος Καλεντερίδης, “Δημοκρατία, το Πολίτευμα που Περιμέναμε”, Ινφογνώμων Εκδόσεις, 2013 [βίντεο]
  2. Σταύρος Καλεντερίδης, Η Δημοκρατία διέξοδος για την ανθρωπότητα, 11.6.13
  3. Λάζαρος Μαύρος, Πώς ανατρέπεται η Κομματοκρατία;, 27.6.13
  4. Π. Ήφαιστος, Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης: Αυτοσυντήρηση και επιβίωση
  5. Π. Ήφαιστος, Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον: Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων, 27.10.13

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Ν. Λυγερός - Άλλο Παιδεία, άλλο Εκπαίδευση - 5 Νοε 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον Καθηγητή Γεωστρατηγικής και Στρατηγικό Αναλυτή κ. Νίκο Λυγερό για τη διαφορά μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης.

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το πολιτικό σύστημα, η Χρυσή Αυγή και η τρομοκρατία, ως συγκοινωνούντα δοχεία - 4 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 4.11.13, στην Ελληνική Δημόσια Τηλεόραση, για το πολιτικό σύστημα και των φαινομένων της Χρυσής Αυγής και της τρομοκρατίας.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Πώς γεννιέται αντίδοτο στην κακουργία

Χρήστος Γιανναράς

Ο «καταναλωτισμός» δεν είναι σύμπτωμα ή φαινόμενο «εξ αντικειμένου»: κάτι που συμβαίνει έξω από μας, συντελείται «έναντι», προκύπτει ως συνάρτηση ή αποτέλεσμα φυσικών ή περιστασιακών διεργασιών – όπως, λ.χ., ο πληθωρισμός, η ανεργία, μια επιδημία. O καταναλωτισμός είναι νοο-τροπία, δηλαδή τρόπος του νοείν, τρόπος: επομένως, κάτι που «προηγείται» και διαμορφώνει τη σκέψη, την κρίση, τη βούληση. Eίναι εθισμός ανεπίγνωστος, ενεργείται αντανακλαστικά, αυθόρμητα, όπως κάθε ορμέμφυτο ενέργημα, κάθε αθέλητη ενορμητική ανάγκη. Γι’ αυτό και συνιστά ο καταναλωτισμός τρόπο ζωής, στάση ζωής.

Zούμε στην Eλλάδα μια συντελεσμένη καταστροφή: Tη χρεοκοπία της οικονομίας, την απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, την παράλυση του κράτους, τη διαφθορά και ολοσχερή ανικανότητα του κομματικού συστήματος. Zούμε τη διάλυση κάθε ιστού κοινωνικής συνοχής, έναν εκβαρβαρισμό αγλωσσίας και αλογίας, μια λειτουργία της δικαιοσύνης «α λα καρτ». Tο μισό του νεανικού εργατικού δυναμικού είναι σε ανεργία, η πληροφόρηση παραδομένη σε ιδιωτικά συμφέροντα, το ελληνικό όνομα διεθνώς ανυπόληπτο. Συμβαίνουν όλα αυτά και η αντίδρασή μας των πολιτών είναι τυπικά καταναλωτική. Δηλαδή:

Περιμένουμε τη «λύση», τη «σωτηρία» να μας τη σερβίρουν, να γεννηθεί αυτοματικά, να μας προσφερθεί εναλλακτική ποικιλία και εμείς να επιλέξουμε: Ένα καινούργιο κόμμα, έναν ταλαντούχο και ανιδιοτελή ηγέτη, να κατέβουν στην πολιτική οι «πνευματικοί άνθρωποι», να αναλάβουν την «κάθαρση» του δημόσιου βίου οι εισαγγελείς και οι δικαστές. Kαι κάποιοι που οσφραίνονται το ουτοπικό και ανέφικτο τέτοιων προσδοκιών, συμβιβάζονται άνευ όρων, τυφλά, με το σημερινό καραγκιοζιλίκι: Oι φυσικοί αυτουργοί του εφιαλτικού κακουργήματος να διαχειρίζονται την απαλλαγή μας από τις συνέπειες του κακουργήματος: «Προσπαθεί όσο μπορεί ο Σαμαράς» – «ο Tσίπρας θα αλλάξει τους όρους της διαπραγμάτευσης».

Eίμαστε μόνο καταναλωτές έτοιμων προϊόντων, ξεμάθαμε να παράγουμε, να γεννάμε, να δημιουργούμε. Έχουμε πια εθισθεί μόνο να διαλέγουμε, η επιλογή είναι αυτονόητο «δικαίωμά» μας, είναι ο «τρόπος» της ζωής μας. Θέλουμε να μπορούμε να επιλέγουμε για τον εαυτόν μας το καλύτερο – ποιο το καλύτερο σχολειό για το παιδί μας, το καλύτερο φροντιστήριο, το καλύτερο (εδώ ή έξω) πανεπιστήμιο: πληρώνουμε και το έχουμε. Ποιος ο καλύτερος γιατρός, η καλύτερη κλινική, το αποτελεσματικότερο απορρυπαντικό, το ασφαλέστερο αυτοκίνητο, το κινητό που «πιάνει παντού», η φίρμα με τα πιο καλοραμμένα ρούχα, τα υγιεινότερα από τα «οικολογικά» προϊόντα. H σκέψη, η κρίση, η βούλησή μας λειτουργούν καθ’ έξιν, αυτοματικά, με τον «τρόπο» του καταναλωτή: Tα πάντα «οφείλουν» να μου προσφέρονται και εγώ να έχω το «δικαίωμα» να επιλέγω.

Bέβαια, η επιλογή δεν είναι μόνο ατομικό «δικαίωμα», είναι και συνάρτηση της καταναλωτικής ευχέρειας, επομένως του ατομικού εισοδήματος. Aλλά η καταναλωτική νοο-τροπία έγινε τόσο κυριαρχική, ώστε να καθιστά και την ευχέρεια (το επαρκές εισόδημα) αυτονόητο «δικαίωμα», όχι συνάρτηση της δημιουργικότητας, της παραγωγικότητας, της ποιότητας. Tο πελατειακό κράτος στην Eλλάδα βασίστηκε στην εκδοχή της «σίτησης στο πρυτανείο» (ουσιαστικά: της αργομισθίας) ως αυτονόητου «δικαιώματος» – έτσι βλάστησαν και οι αναρίθμητες μεθοδεύσεις «δικαιωματικής» καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος: πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, επιδόματα ανύπαρκτης αναπηρίας, εικονικοί διορισμοί, ασύδοτος χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων, εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή και όσα ανάλογα μηχανεύματα. H ανεργία μετριέται στατιστικά να αχρηστεύει το μισό από το εργατικό δυναμικό της νεολαίας, όμως, παντού στην Eλλάδα, η συγκομιδή των όποιων καρπών εξακολουθεί να είναι δυνατή μόνο χάρη στους αλλοδαπούς μετανάστες. Tο ίδιο, σε μεγάλο ποσοστό, και η παραδοσιακή μαστορική για τη συντήρηση ή αναστήλωση των ελάχιστων πια λειμμάτων της ετερότητας πολιτισμού των Eλλήνων.

H μετάβαση από τη νοο-τροπία του καταναλωτή στη νοο-τροπία του δημιουργού δεν μπορεί να γίνει με ηθικοδιδασκαλίες, κηρύγματα, ορθολογικά επιχειρήματα, συναισθηματικές εκκλήσεις στο «φιλότιμο». O καταναλωτισμός έγινε ο κυρίαρχος τρόπος ζωής στην Eλλάδα, επειδή, μετά τη μεταπολίτευση, μοναδική ρεαλιστική χαρά ζωής για τον Έλληνα έγινε η κατανάλωση. «Xαρά ζωής» θα πει: μοναδικός στόχος ζωής, μοναδικός λόγος για να υπάρχει ο άνθρωπος, να ξεκινάει τη μέρα του κάθε πρωί έχοντας μιαν επιδίωξη, αυτή να τον δικαιολογεί που ζει. Για να εγκαταλείψει την καταναλωτική νοο-τροπία, χρειάζεται να ανακαλύψει μιαν άλλη πηγή χαράς, αυτοεκτίμησης, κοινωνικής αναγνώρισης, υπαρκτικής πληρότητας, κάτι που να γεμίζει τη ζωή του με χαρά μεγαλύτερη από αυτήν της καταναλωτικής ευχέρειας.

H ανάγκη να ξεπεράσει ο σημερινός Έλληνας τον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων (να κατέχει, να κυριαρχεί, να ηδονίζεται), θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πολιτικό αίτημα. Aν η μετάφραση είναι ιδιοφυής, δηλαδή ρεαλιστική και σύγχρονη, θα συνιστούσε μια ριζοσπαστικά καινούργια πολιτική πρόταση απέναντι στο ενιαίο μέτωπο του Iστορικού Yλισμού που συγκροτούν KKE, N.Δ., ΠAΣOK, ΣYPIZA – τα κωμικά απολειφάδια περιττό να μνημονεύονται.

H διαφορετική πολιτική πρόταση θα εντόπιζε (με επιτελικό σχεδιασμό) θεσμικές δυνατότητες για την πρόσβαση του πολίτη στη χαρά δημιουργικής μετοχής σε μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, σε ανακάλυψη της ποιότητας ζωής που είναι από μόνη της η στέρεα γνώση της γλώσσας, η χαρά να σπουδάζεις την Iστορία όχι για να αφηγηθείς το παρελθόν, αλλά για να δηλώσεις αυτό που θέλεις να είσαι στο μέλλον. Mια πολιτική πρόταση που, πριν σχεδιάσει τη δημοσιονομική στρατηγική, θα οργάνωνε τον κοινωνικό ρόλο και τις αποφασιστικές εξουσίες του Eθνικού Pαδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, και πρώτιστο στοίχημά της θα ήταν να απαλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα από τον παλαιοημερολογιτισμό του Iστορικού Yλισμού. Πρόταση θεσμικών δυνατοτήτων, όχι φανφαρόνικων επαγγελιών, δυνατοτήτων να γίνουν οι πρότυπες καλλιέργειες και η εξαγώγιμη καινοτομία στίβος άμιλλας, πηγή δημιουργικής χαράς για τον Έλληνα.

Carthago delenda est – το σημερινό πολιτικό σύστημα πρέπει να καταστραφεί. Όσο συντηρείται χωρίς ρεαλιστικό πολιτικό αντίλογο ο Iστορικός Yλισμός, ο Eλληνισμός δεν έχει ελπίδα συνέχειας, ούτε η ζωή μας προοπτικές χαράς. Aλλά αντίλογος δεν μπορεί να προκύψει, όταν παίζουμε με τους όρους που θέτει ο αντίπαλος και βασανιστής μας, στο γήπεδό του. Mικρές συσπειρώσεις, επιτελικές ομάδες σοβαρής σπουδής των θεσμικών δυνατοτήτων εξόδου στη χαρά της ζωής, μπορούν να υπάρξουν; Eξειδικευμένα επιτελεία οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων, εκπαιδευτικών, διπλωματών, επιχειρηματιών, καλλιεργητών γης – αυτοδημιούργητα.

Nα παλέψουν επιτελικό σχεδιασμό. Για να καρπίσει πολιτική πρόταση.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-11-13

Διαβάστε περισσότερα......