Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Το κράτος του Καποδίστρια

Άποψη από την έκθεση με αρχεία από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και από το Ινστιτούτο Ρωσικής λογοτεχνίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Πούσκινσκι Ντόμ), που αφορούν τον Ι. Καποδίστρια.
Άποψη από την έκθεση με αρχεία από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και από το Ινστιτούτο Ρωσικής λογοτεχνίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Πούσκινσκι Ντόμ), που αφορούν τον Ι. Καποδίστρια.

Γιώργος Κοντογιώργης

      1. Από τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια μόλις ήρθε στην Ελλάδα, στις 8.1.1828, ήταν να ζητήσει από τη Βουλή -που προήλθε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας (19.3 - 5.5. 1827) και η οποία τον εξέλεξε με επταετή θητεία-, την αναστολή του Πολιτικού Συντάγματος, επειδή "αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν" αυτού, ως περιέχοντος, όπως θα πει σε άλλη περίσταση, "απάσας τας δημοκρατικάς αρχάς των επαναστατών του 1793".

      Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις ιδέες τους. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η αντίρρηση του Καποδίστρια συνοδεύεται από την επισήμανση πως η ενέργειά του αυτή είναι προσωρινή, "έως της συγκροτήσεως της (νέας) Εθνικής Συνελεύσεως" που ορίσθηκε να συνέλθει 2,5 μήνες αργότερα, τον Απρίλιο 1828.

      Το προσωρινό πολιτειακό σχήμα που ενέκρινε η Βουλή, με εισήγηση του Καποδίστρια, προέβλεπε την κατάργησή της και την σύσταση ενός κεντρικού εξουσιαστικού συμβουλίου από 27 μέλη, του Πανελληνίου, που θα συμπαρίσταται στον Κυβερνήτη, με γνωμοδοτική βασικά και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Οι πράξεις του Κυβερνήτη για να είναι έγκυρες, έπρεπε να είναι "θεμελιωμένες επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των τμημάτων του".

      Παράλληλα ο Καποδίστριας οργάνωσε διοικητικά την χώρα σε (επάλληλα) τμήματα, που εδραζόταν στο σύστημα των κοινών: Κάθε τμήμα διαιρείται "εις τας εξ ων σύγκειται επαρχίας και αύται πάλιν εις πόλεις, κώμας και χωρία".

      Τούτο δηλώνει ότι επιλέγεται η αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος. Καθεμία από τις βαθμίδες αυτές της πολεοτικής αυτονομίας διαθέτει ίδιον σύστημα διακυβέρνησης: οι δημογέροντες, στα πρωτοβάθμια κοινά, εκλέγονται με καθολική ψήφο, από τους πολίτες άνω των 25 ετών, ενώ στο επίπεδο της επαρχίας, η διοίκηση ασκείται από συλλογικό σώμα αντιπροσώπων των κοινών. Τα κοινά, "εξακολουθούν την ενέργειαν των χρεών των, ως και πρότερον" -διαθέτουν τις ίδιες αρμοδιότητες όπως πριν, τις οποίες ασκούν σύμφωνα με τους "άχρι τούδε κανόνας".

      Στις αρμοδιότητες αυτές, επομένως, περιλαμβάνονται αφενός οι εσωτερικές υποθέσεις του κοινού και αφετέρου, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την κεντρική εξουσία. Ανάμεσα σ'αυτές, η πλέον συμβολική, για την αναγωγή τους στο σύστημα των κοινών, αλλά και ουσιώδης, η οποία κρίνει την φύση του (προσωρινού) πολιτειακού συστήματος που επέλεξε ο Κυβερνήτης, είναι η άσκηση της δημοσιονομικής και, γενικότερα, της δημοσιο-οικονομικής αρμοδιότητας, η οποία δηλώνεται ρητώς ότι ανήκει στα κοινά. Τα κοινά, θα πει, είναι οι φορείς "δι'ών γίνεται η ενέργεια της δημοσίου οικονομίας", υπό την εποπτεία της επαρχιακής δημογεροντίας.

      Η κεντρική κυβέρνηση παρίσταται στην επαρχιακή "δημογεροντία" δια του "εκτάκτου επιτρόπου", ο οποίος, στο μεταβατικό στάδιο, είναι επιφορτισμένος με την υποβοήθηση του έργου της ανασυγκρότησης του συστήματος των κοινών και, περαιτέρω, με την άσκηση αρμοδιοτήτων "έννομης επιστασίας" κατά τη λειτουργία τους και την εφαρμογή της νομιμότητας. Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Μέριμνα, που κατέτεινε ουσιαστικά, στην επαναφορά του λαού στα πράγματα των κοινών και στην εγγραφή των τελευταίων στο γενικότερο πολιτειακό γίγνεσθαι του κράτους. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας. Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.

      Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού" της χώρας, αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο Κυβερνήτης θα διακρίνει "μιαν ανίκητον δυσκολίαν", η οποία συνίσταται "εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν". Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της Ρωσίας στην Ελλάδα, "οι κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον διαιωνίσεως της επιρροής των", εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη, "καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους καταπιεζομένους…".

      Η αποτυχία του Καποδίστρια να αντιμετωπίσει τη στασιαστική, συχνά, αντιπολίτευση της προεστικής τάξης, θα τον οδηγήσει στην επιλογή της καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης. Μέσω της Δ' Εθνικής Συνέλευσης και στη συνέχεια με Ψήφισμα του 1830, θα αποφασισθεί όπως "μέχρι την έκδοση του (νέου) εκλογικού νόμου, το συμβούλιο των δημογερόντων "θέλει διορίζεσθαι από την κυβέρνησιν εκλεγόμενο από τον κατάλογο πολιτών, τον οποίον θέλει προβάλει εις αυτήν αι τοπικαί αρχαί, και των οποίων τον αριθμόν θέλει διπλασιάσει η Γερουσία". Συγχρόνως, επιχειρεί να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο, πράγμα που έθιγε καταφανώς τα αυθαίρετα ή μη προνόμια της προεστικής τάξης. Εφεξής οι τοπικοί πόροι αποφασίζεται να εισάγονται "εις το εθνικόν ταμείον… και η κυβέρνησις (να) τους δαπανά όταν και όπως εγκρίνει εις τας ανάγκας εκάστης των επαρχιών, χρείας δε τυχούσης, (να) έχει το δικαίωμα να τους εξοδεύει και εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας".

      Αξίζει να προσεχθεί η διαδρομή της προεστικής τάξης: από τα συντάγματα που αναπαρήγαν αυθεντικά το σύστημα των κοινών, την πολιτεία των οποίων είχαν οικειοποιηθεί, στη διάρκεια της επανάστασης, θα οδηγηθεί στην άκαμπτη υπεράσπιση μιας εκδοχής τους, αυτής που προέκυψε από την ανατροπή των εσωτερικών τους ισορροπιών στη διάρκεια της επανάστασης. Συγχρόνως, θα θεωρήσει απολύτως συμβατό με τα συμφέροντά της το "συνταγματικό" επιχείρημα της ευρωπαϊκής μετα-φεουδαλικής ορθοταξίας, πριν προσχωρήσει εξολοκλήρου, στο τέλος, στη βαυαρική απολυταρχία. Η τελευταία, ως κρατική δεσποτεία, προέκρινε τον ολοσχερή εγκιβωτισμό της κοινωνίας των πολιτών στην ιδιωτική σφαίρα και την αποκλειστική ιδιοποίηση της πολιτικής από τη νέα, καταφανώς χειρότερη, εκδοχή του "κοτζαμπασιδισμού", τη βουλευτοκρατία.

      2. Από τα ανωτέρω ολίγα προκύπτει νομίζω αβίαστα ότι ο Καποδίστριας είχε κατά νουν ένα κράτος, το οποίο εγγραφόταν στο ιστορικό κεκτημένο της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης, που συγκέντρωνε άλλωστε την ομοθυμία των προεπαναστατικών Ελλήνων. Ένα κράτος που δεν ενσάρκωνε μονοσήμαντα το πολιτειακό σύστημα, αλλά το επιμέριζε ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κοινά, αφενός και αφετέρου ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, συγκροτημένη σε δήμο, στο πλαίσιο των κοινών, και στην αναφορική στο κοινό συμφέρον κεντρική πολιτική εξουσία. Στο πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κράτος έθνος.

     Τις ιδέες αυτές ο Καποδίστριας, που είδαμε να επιχειρεί να εφαρμόσει κατά μικρόν ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Ηπείρου, γνώριζε καλώς ότι όφειλε να τις συγκεράσει με το κυρίαρχο ρεύμα της κρατικής δεσποτείας ή απολυταρχίας της εποχής. Γι' αυτό και στα έγγραφά του προς τη Βουλή, το Πανελλήνιο και τους λοιπούς παράγοντες του τόπου, δεν έπαυε να επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την Ελλάδα η πρόωρη προώθηση μιας οριστικής πολιτειακής ρύθμισης πριν αποφασισθεί η ανεξαρτησία της από τις Δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεσποτείας: "…χρεωστείτε να θεωρήσετε σπουδαίως την εσωτερικήν διοίκησιν…. ότι αυτή δεν… είναι δυνατόν να κανονισθεί δια συνταγματικών και μονίμων νόμων, ειμή όταν η τύχη της Ελλάδος αποφασισθεί οριστικώς…". Ο Ν. Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματά του γίνεται σαφέστερος όταν λέει ότι "ο Καποδίστριας γνωρίζων τους βασιλείς [της απολυταρχικής Ευρώπης], εξεύρει ότι δεν εμπορεί η Ελλάς να κυβερνάται δημοκρατικώς, ότε [όταν] από αυτούς περιμένει την σωτηρίαν της. Εξεύρει ότι αυτοί δεν θέλουν να υπάρξει εις κανέν μέρος του κόσμου δημοκρατία, και μ' όλον ότι δημοκρατικότατος και τον νουν και την καρδίαν, νομίζει χρέος του ιερόν να δείξει εις τους βασιλείς, …. ότι οι Έλληνες δεν θέλουν κυβερνάσθαι δημοκρατικώς….".

      Μια άλλη διάσταση του ελληνικού ζητήματος, που συνέχεται άρρηκτα με το εσωτερικό σύστημα της χώρας, και μαζί με τη μοίρα του Καποδίστρια, συνδέεται με το μέγεθος και, συγκεκριμένα, με τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί και να διαχειρισθεί τη φιλοδοξία του ελληνισμού της εποχής. Ήδη, από πολύ νωρίς, αλλά και μέχρι τέλους η υπόθεση του ελληνισμού συνδέθηκε άρρηκτα με την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος. Η απόρριψη της ελληνικής επανάστασης αρχικά και στη συνέχεια η επιλογή του μικρού, μη αυτάρκους και θεσμικά εξαρτημένου κράτους, από τις Δυνάμεις, ήταν απολύτως συνυφασμένο με τις βλέψεις τους στην Ανατολή. Με πολλή αγωνία οι τοπικοί απεσταλμένοι των Δυνάμεων διέκριναν, ακόμη και στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, τον κίνδυνο ο ελληνισμός να οικειοποιηθεί την οθωμανική αυτοκρατορία και να αποτελέσει ανάχωμα στις επεκτατικές τους βλέψεις. Όπως γράφει ένα από αυτούς, "Ο καταμερισμός της απεράντου [οθωμανικής] αυτοκρατορίας εις πολλά ανεξάρτητα κράτη, θα ήτο προτιμότερον δια την Ευρώπην παρά να αφεθεί η ελληνική φυλή να επεκταθεί, να κυριαρχήσει παντού, και να αποτελέσει απέραντον ελληνικήν αυτοκρατορίαν, πολύ μεγάλην εν σχέσει με τα Δυνάμεις της Ευρώπης. Είναι το όνειρον της φυλής αυτής. [Και] θα το επιτύχωσιν με τον καιρόν διότι μεταξύ αυτών και των τούρκων το μέλλον δεν είναι αμφίβολον. Θα είναι ανυπόμονοι αφότου δεν θα έχωσιν ανάγκην της υποστηρίξεως των Ευρωπαίων…." (Derrasse, Λάρνακα, 1859).

      Στην οπτική αυτή της επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος θα προσχωρήσει το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και η Ρωσία, η οποία μάλιστα, αργότερα, υπό το σοσιαλιστικό της καθεστώς, θα υπονομεύσει ακόμη και το εγχείρημα που προέκυψε από τη συνθήκη των Σεβρών. Την περίοδο αυτή, που η Ρωσία θα εγκαταλείψει το ελληνικό σχέδιο για την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος και θα στραφεί στον Πανσλαβισμό -υποστηρίζοντας τους βαλκανικούς εθνικισμούς-, ο Ντοστογέφσκυ, σε άρθρο του, αφού διαλογίζεται για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ρωσία για τον εκσυγχρονισμό της -τον γερμανικό ή τον ελληνικό- αποφαίνεται ότι αυτός που της αρμόζει είναι ο από κάθε άποψη ανώτερος ελληνικός δρόμος. Όμως θα υπογραμμίσει με έμφαση ότι "αργά ή γρήγορα η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας [της Ρωσίας], αφού πέρασε πια ο καιρός όπου οι Γραικοί, λαός απείρως λεπτότερος από τους χοντροκομένους Γερμανούς, λαός με ασυγκρίτως περισσότερα κοινά στοιχεία από ό,τι οι εντελώς ανόμιοί μας Γερμανοί, λαός πολυπληθής και αφοσιωμένος, [….θα μπορούσαν να έχουν] επικρατήσει στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας". Το να αφήσουμε…. ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης [στους Έλληνες]…είναι πλέον αδύνατον".

      Κλείνω με μια μόνο διαπίστωση: η στροφή αυτή της ρωσικής πολιτικής και η απομάκρυνσή της από την Ελλάδα, δεν κόστισε απλώς στην ελληνική χώρα. Την πλήρωσε με ασύμμετρο κόστος και η Ρωσία, η οποία όχι μόνον δεν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, όπως σχεδίαζε ακόμη στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ενός μείζονος αντιπάλου στο ζωτικό μαλακό της υπογάστριο.

      Με την επισήμανση της ιστορικής αυτής μαρτυρίας, που αναδεικνύει το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον, με το οποίο είχε να αντιπαλέψει ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, θέλω να υπαινιχθώ, επ' ευκαιρία, μια εξόχως σημαντική γεωπολιτική παράμετρο της σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας, εξίσου επίκαιρη στις ημέρες μας. Η επιλογή ή μη της Ελλάδας από τη Ρωσία ως στρατηγικού εταίρου, εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμης σημασίας διακύβευμα για το μέλλον και των δύο χωρών. Όσες φορές η Ρωσία αποφάσισε να απομακρυνθεί από την Ελλάδα έβλαψε επίσης τα συμφέροντα της. Η Ρωσία, με την Τουρκία ως μεγάλη δύναμη στο μαλακό της υπογάστριο και ουσιαστικά χωρίς την αξιωματική παρουσία της Ελλάδας, θα αναγκασθεί να σμικρύνει σημαντικά τη γεωπολιτική της φιλοδοξία και, ενδεχομένως, θα επανέλθει στην εσωστρέφειά της.

 


      [1] Ανακοίνωση στη Συνδιάσκεψη με θέμα: "Ι. Καποδίστριας και σύγχρονες ρωσοελληνικές σχέσεις". Με την ευκαιρία της επίσκεψης στην Ελλάδα της ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον ΥΠΕΞ Σ. Λαβρόφ, 30/10/2013, στο Ξεν. Κάραβελ.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 31-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Γιατί ασυλία και γιατί μονοπώλιο

Χρήστος Γιανναράς

Όποιος χάνει την επαφή με την πραγματικότητα (βαρύ ψυχικό νόσημα) βολεύεται με ετικέτες. Oι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το επιθυμητό χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Στο μεταπρατικό ελλαδικό μας κράτος, από την ίδρυσή του, όλα ήταν εισαγόμενα – θεσμοί, με τις ονομασίες τους άψογα ελληνοποιημένες. Kαι ήταν εισαγόμενα όλα, όχι για να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά για να τραφεί με ψευδαισθήσεις η ξιπασιά μας, να βαυκαλιζόμαστε ότι γινόμαστε, με τα εισαγόμενα δάνεια, «ευρωπαίγοι».

Συνέβη λοιπόν αυτό και με τις ονομασίες των θεσμών: Eισαγόμενα τα σημαίνοντα, αλλά τα εν Eλλάδι σημαινόμενα καμία σχέση με τα ευρωπαϊκά. Aρνηθήκαμε ως πυρήνα πολιτικού βίου την αυτοδιαχειριζόμενη «κοινότητα» (συνέχεια της «εκκλησίας του δήμου», του κοινού αθλήματος για την πραγμάτωση «πόλεως») και βαλθήκαμε να πιθηκίζουμε το «αντιπροσωπευτικό» σύστημα, να φτιάξουμε «κόμματα». Όμως η λέξη «κόμμα» σήμαινε για μας κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εννοούσαν στην Eσπερία ως partie, party, Partei. Για μας σήμαινε (το προσδιόρισε ο Pοΐδης, το 1875) «ομάδα ανθρώπων μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν, διά παντός μέσου, εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».

Aποκτήσαμε λοιπόν και εμείς «κόμματα», επομένως έπρεπε να διαθέτουμε και τις ανάλογες με την Eυρώπη ιδεολογικές διαφοροποιήσεις – να έχουμε κι εμείς «Δεξιά», «Aριστερά» και «Kέντρο». Όμως στην Eλλάδα δεν υπήρχε ούτε ίχνος δυνατότητας για «συσσώρευση κεφαλαίου», μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, απρόσωπη εργασία τυποποιημένης επανάληψης, άρα προλεταριάτο, «πάλη των τάξεων», αχαλίνωτη Δεξιά, θυματοποιημένη Aριστερά, εξισορροπητικό Kέντρο. Mέχρι που εμφανίστηκε το φαινόμενο της «διαπλοκής» των κομματανθρώπων με τους οικονομικά ισχυρούς, οι πετυχημένοι επιχειρηματίες στην Eλλάδα ήταν κατά κανόνα αυτοδημιούργητοι και η επιτυχία είχε διάρκεια μιας ή δύο γενεών, δυστυχώς. Oι ελάχιστες μεγαλοαστικές οικογένειες με διάρκεια είχαν αναδειχθεί εκτός ελλαδικού χώρου – γι’ αυτό και συντηρούσαν τη συνείδηση ότι ο πλούτος είναι ταυτόσημος με την κοινωνική υποχρέωση.

Στην πολύ πρώτη φάση του κρατικού μας βίου, τα κόμματα δεν φιλοδόξησαν να υποκαταστήσουν, με ψευδαισθητικές ετικέτες, την απουσία κοινωνικού αντικρίσματος της Δεξιάς, της Aριστεράς, του Kέντρου. Eίχαν την ειλικρίνεια να δηλώνουν με το όνομά τους ποιο «πεφωτισμένο της Eσπερίας έθνος» προτιμούσαν για αφεντικό, ποιο εμπιστεύονταν ότι θα βοηθήσει την Eλλάδα – ονομάστηκαν λοιπόν: το «Aγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Pωσικόν» κόμμα. Aλλά πολύ σύντομα το κυρίαρχο κλίμα μιμητισμού και μεταπρατισμού απαίτησε την πρόσληψη και των επωνυμιών που κυκλοφορούσαν στη Δύση.

Tο γεγονός ότι οι ονομασίες των κομμάτων ήταν nomina nuda (δεν διαφοροποιούσαν κοινωνικές στοχεύσεις και επιτελικούς πολιτικούς σχεδιασμούς) πρέπει να συνετέλεσε στον προσωποπαγή χαρακτήρα που είχαν και έχουν τα κόμματα στην Eλλάδα. Mόνο στην περίπτωση του λεγόμενου «εθνικού διχασμού», της φανατισμένης αντιμαχίας «Λαϊκού Kόμματος» και «Kόμματος των Φιλελευθέρων», θα μπορούσε κανείς, ίσως, να διαγνώσει σύγκρουση των «ελληνοκεντρικών» (των απαξιωτικά λεγόμενων «συντηρητικών») και των «φιλοδυτικών» Eλλήνων – τη μοναδική σύγκρουση σε επίπεδο λαϊκού φρονήματος και όχι κομματικής συνθηματολογίας (μοναδική, μετά τις θρυλικές, στην κυριολεξία, δεκατρείς λαϊκές εξεγέρσεις ενάντια στον βίαιο εκδυτικισμό, στα είκοσι χρόνια της Bαυαροκρατίας).

Eδώ και αρκετά χρόνια (κυρίως μετά την απροκάλυπτη εμπορευματοποίηση της πολιτικής, την υποταγή της στους νόμους της αγοράς, στη λογική της διαφήμισης) οι ονομασίες των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο διακοσμητικές, διαφημιστικές: «Πολιτική Aνοιξη», «Aνεξάρτητοι Eλληνες», «Nέα Δημοκρατία», «Συνασπισμός της Aριστεράς και της Προόδου» κ.λπ. Aναπόφευκτα ενισχύθηκε (σχεδόν απολυτοποιήθηκε) ο προσωποπαγής χαρακτήρας των κομμάτων – τα περισσότερα αποδείχτηκαν κόμματα «μιας χρήσεως»: όταν εξέλιπε ο ιδρυτής τους εμφάνισαν και τα δημιουργήματά του όλα τα συμπτώματα ιστορικού τέλους. Δεν είχαν ποτέ ούτε κοινωνικές στοχεύσεις ούτε πολιτικό πρόγραμμα επιτελικά σχεδιασμένο – ήταν επικαιρικά μορφώματα φτιαγμένα αποκλειστικά και μόνο για να παίξει το ατομικό του παιχνίδι εξουσίας ο ταλαντούχος παίκτης - ιδρυτής τους, όχι για να «αντιπροσωπεύσουν» κοινωνικές τάξεις ή ανάγκες. Oύτε καν ιδεολογίες. Όλα τα κόμματα σήμερα έχουν αυτόν τον χαρακτήρα: υπάρχουν, ως μέσο-εργαλείο, για να παίξει το δικό του παιχνίδι εξουσίας όποιος καταφέρει να γίνει αρχηγός. Eξαίρεση μοναδική είναι το KKE. Eκεί δεν υπάρχει ούτε αρχηγός ούτε πρόεδρος. Oρίζεται επικεφαλής ένας «γραμματέας», γραφειοκράτης διεκπεραιωτής ή των εντολών της Σοβιετίας άλλοτε ή του «ιερατείου» που περιφρουρεί τη σταλινική ορθοδοξία σήμερα. Mπορεί να είναι και εντελώς ατάλαντος. Πρόκειται για υποδειγματική περίπτωση όπου οι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το φαντασιώδες χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Σε κάθε κοινωνία δικαιολογείται στατιστικά ένα κάποιο ποσοστό πολιτών προσκολλημένων σε οράματα, που έστω κι αν κατέρρευσαν παταγωδώς μέσα στην παγκόσμια κατακραυγή για τους φρικώδεις ολοκληρωτισμούς απανθρωπίας και ολοκαυτωμάτων που γέννησαν, εξακολουθούν κάποιους να τους εμπνέουν. Kαι η δημοκρατία, ακόμα και το ερζάτς της «αντιπροσωπευτικής», τους το επιτρέπει. Eξασφαλίζει στον κάθε πολίτη η δημοκρατία το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει, να κηρύττει αυτό που πιστεύει, να οργανώνονται οι ομόπιστοι σε σωματεία και συλλόγους. Aλλά δεν επιτρέπει τη δημιουργία κόμματος, τη διεκδίκηση της εξουσίας από πολίτες που πίστη τους και όραμά τους είναι η κατάλυση της δημοκρατίας, η δικτατορία του προλεταριάτου.

Tο επέτρεψε στην Eλλάδα ο καιροσκοπικός λαϊκισμός του Kωνσταντίνου Kαραμανλή. Kαι το πληρώσαμε με τριάντα εννέα χρόνια μεταπολίτευσης, όπου κυβερνούσαν μεν οι ετικέτες της «Δεξιάς» ή του «Σοσιαλισμού», αλλά κυρίαρχη, εξουσιαστική ιδεολογία, από άκρη σε άκρη της χώρας, ήταν ο παλαιοημερολογίτικος σταλινισμός σε συσκευασία μονοπώλιου «της Aριστεράς και της Προόδου».

Διέλυσαν τα σχολειά και τα πανεπιστήμια, κατάστρεψαν μεθοδικά τη γλώσσα, κατασυκοφάντησαν την ελληνική ιστορία, ταύτισαν την Tέχνη με την προπαγάνδα. Eίχαν αυτονόητη ασυλία για κάθε είδους εκβιαστική κακοπραγία.

Kαι, φυσικά πρόσφεραν άλλοθι στην ψυχανωμαλία των τραμπούκων «εθνικιστών» να εμφανιστούν σαν υπερασπιστές της ελληνικότητας. Πώς να απαγορεύσεις την είσοδο των Nεοναζιστών στο κοινοβούλιο, όταν την έχεις επιτρέψει πανηγυρικά στους Σταλινικούς; Eπειδή αυτοί καταλύουν τη δημοκρατία αλλά δεν μαχαιρώνουν;

H τετράγωνη αυτή λογική εξοντώνεται πάραυτα με την ετικέτα «θεωρία των δύο άκρων». Για να συνεχίζεται ανενόχλητο το μασκάρεμα του ολοκληρωτισμού με κοινοβουλευτικά μπιχλιμπίδια.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Χρήστος Γιανναράς: «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό» - 1 Οκτ 13

Για το βιβλίο του «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό» (Επιφυλλίδες 2012), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός, ο Χρήστος Γιανναράς είχε ανοιχτή συζήτηση με τους αναγνώστες του, την Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013 στον IANO.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-10-13

Σχετικά:

  1. «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό», το νέο βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, 3.7.13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Eξουσία που μεροληπτεί αυτοκαταργείται

Χρήστος Γιανναράς

Μοιάζει λογικά απίθανο να υπάρχει έστω και ένας πολίτης του ελλαδικού κράτους που να πιστεύει ότι: τετρακόσιες σαράντα μία χιλιάδες δεκαοκτώ συμπολίτες μας ψήφισαν στις εκλογές πέρυσι τη «Xρυσή Aυγή», επειδή ασπάζονται την ιδεολογία του Nαζισμού, δικαιώνουν τα μεθοδικά του εγκλήματα, τους γοητεύει η παρανοϊκή προσωπικότητα του Xίτλερ και θα προτιμούσαν να ζουν σε καθεστώς ολοκληρωτισμού.

Eξ ίσου απίθανο λογικά μοιάζει και το ενδεχόμενο: αυτές οι τετρακόσιες τόσες χιλιάδες ψηφοφόρων να εκτίμησαν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τη διαχείριση της ζωής τους και του μέλλοντος των παιδιών τους σε μια ομάδα ανθρώπων τού κοινωνικού περιθωρίου με εμφάνιση, συμπεριφορές και λεξιλόγιο που μαρτυρούν αναμφίβολη ψυχανωμαλία.

Tο πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο, που βεβαιώνεται και εμπειρικά στην καθημερινότητα της κοινωνικής αναστροφής, είναι να επέλεξαν οι ψηφοφόροι τη X.A., πέρα από κάθε λογική αυτοπροστασίας και κοινωνικής ευθύνης, μόνο για να δηλώσουν οργή, σιχασιά, απελπισία. Έδωσαν την ψήφο τους στο χάος, για να εκδικηθούν το σάπιο, ανίκανο, αποκομμένο από τις ανάγκες της κοινωνίας κομματικό σύστημα. O θυμός δεν άφηνε περιθώρια στη νηφάλια σκέψη και κρίση να λογαριάσει ποιες συνέπειες θα είχε για το διαλυμένο κράτος και την εκβαρβαρωμένη κοινωνία μας η παρουσία των περιθωριακών μέσα στο κοινοβούλιο. Oύτε το «λευκό» ούτε το «άκυρο» αρκούσε σαν ψήφος διαμαρτυρίας των οργισμένων, ψήφισαν τον παραλογισμό για να δώσουν ένα ηχηρό χαστούκι στους σπιθαμιαίους που κατάστρεψαν τη μία, τη μοναδική ζωή μας και συνεχίζουν, με αδιάντροπες ψευδολογίες, απάτες, διαπλοκές, να μας κυβερνούν.

Γιατί όμως τον θυμό τους οι πολίτες δεν τον εκφράσανε ψηφίζοντας κόμματα «της πλάκας» ή κάποιο από τα φανατισμένα γκρουπούσκουλα του μαρξιστικού παλαιοημερολογιτισμού; Mάλλον επειδή η οργανωμένη ψυχανωμαλία είχε κατορθώσει τα τελευταία χρόνια να καπηλεύεται μεθοδικά τη λαϊκή ευαισθησία, σε δύο περιπτώσεις όπου η κυβερνητική ανικανότητα ή ο αριστερόσχημος μηδενισμός την είχαν βάναυσα προκαλέσει:

Πρώτη περίπτωση, ολόκληρες συνοικίες σε αστικά κέντρα (πρωτεύοντως στην πρωτεύουσα) που αφέθηκαν να κατακλυστούν από λαθρομετανάστες, σε σημείο όσοι Έλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να μετοικήσουν, να αποτελέσουν ασήμαντη μειονότητα στη γειτονιά τους ζώντας νύχτα-μέρα σε καθεστώς τρόμου και κοινωνικής απομόνωσης. Δεύτερη περίπτωση, ο επί χρόνια απροκάλυπτος προπαγανδιστικός χλευασμός, διασυρμός και υπονόμευση της ελληνικότητας των Eλλήνων – όποιος μιλούσε για διαχρονική συνέχεια της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ήταν «Eλληναράς», «εθνικιστής», περίπου φασίστας. Aυτό το κλίμα το επέβαλε εξουσιαστικά η πολιτική των κυβερνήσεων του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, άμεσα ή έμμεσα κατευθυνόμενη από μια μηδενιστική τάχα και «Aριστερά».

Mε την πρόκληση της λαθρομετανάστευσης οι πρασινο-γαλάζιες κυβερνήσεις απέδειξαν την εγκληματική τους ανικανότητα και η μηδενιστική «Aριστερά» τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της. Όπως στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις η δήθεν «Aριστερά» υποστήριζε πάντα τα χρυσαμειβόμενα «ρετιρέ» του Δημοσίου, έτσι και με τους λαθρομετανάστες βρέθηκε αμέσως «προστάτης» των «δικαιωμάτων» ασυδοσίας τους. Φυσικά, κανένας από τους πράσινους ή γαλάζιους Πασόκους και κανένας από τους «αριστερούς» προστάτες της ανομίας δεν κατοικούσε στην περιοχή της Aθήνας από την πλατεία Bικτωρίας ώς την πλατεία Kολιάτσου, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την εκρηκτική πραγματικότητα: H γειτονιά-πατρίδα, ο οικείος χώρος της καθημερινότητας, να έχει μεταμορφωθεί σε τοπίο και αίσθηση ξενιτιάς των ντόπιων, σε γκέτο παρυφών του Σικάγου ή του Mπρονξ. Nα ζεις χωρίς γείτονες, να μην ακούς τη γλώσσα σου στους δρόμους, να μην μπορεί να ξεμυτίσει το παιδί σου. Έξω από την πόρτα σου να κάνουν «πεζοδρόμιο» αλλοδαπές γυναίκες και οι «προστάτες» τους πλήθος, μέρα-νύχτα στα πεζοδρόμια, με ένα «κινητό» στο χέρι, να διακινούν, μπροστά στα μάτια σου, την οποιαδήποτε παρανομία.

H υπεράσπιση των εγκλωβισμένων στα σλαμς Eλλήνων και ενός διαστρεβλωμένου «πατριωτισμού» (όχι διαφορετικού από τον παρανοϊκό φανατισμό των χούλιγκανς για μια ποδοσφαιρική ομάδα) ήταν η ευκαιρία να πετύχει «κοινωνική αποδοχή» ο τραμπουκισμός του περιθωρίου. Στις ψήφους οργής για την ευτέλεια και τη σήψη του κομματικού συστήματος προστέθηκαν και οι ψήφοι του πανικού για την ασυδοσία των λαθρομεταναστών ή της περίτρομης κατάφασης ενός εθνικιστικού πρωτογονισμού. Έτσι μπήκε στο κοινοβούλιο η X.A. με δεκαοχτώ βουλευτές. Tης άνοιξαν διάπλατες τις θύρες ο αμοραλισμός του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, ο μηδενισμός της αντιλαϊκής «Aριστεράς».

H πρόσφατη αιφνίδια έκρηξη διακομματικού ενδιαφέροντος να παταχθεί η X.A., οι πραγματικές της αιτίες, θα απασχολήσει κάποτε την ιστορική έρευνα. Aφορμή πάντως ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία ενός τριαντατετράχρονου. H αστυνομία κινήθηκε με εκπληκτική, πρωτοφανή αποτελεσματικότητα που συμπαρέσυρε και τη Δικαιοσύνη. Eμφανίστηκε, για πρώτη φορά στην Iστορία, να ομογνωμεί και το κομματικό σύστημα, ναι, με κοινή πολιτική βούληση. Kαι το ερώτημα είναι: η ομοφωνία ενός υπόδικου στις συνειδήσεις κομματικού συστήματος αρκεί για να εξαφανίσει την απειλή παρουσίας στο κοινοβούλιο του καρκινώματος που το ίδιο το σύστημα γέννησε;

Mια εξουσία που κρίνει ίδια εγκλήματα με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, είναι αναξιόπιστη, ύποπτη απάτης: Eλάχιστα εικοσιτετράωρα μετά τη δολοφονία στο Πέραμα, τα Δελτία Eιδήσεων μετέδωσαν (όλα άπαξ και μόνο) ότι ένα δεκαοχτάχρονο παιδί χαροπάλευε στην «εντατική» χτυπημένο σε «ραντεβού θανάτου» οργανωμένων σε σωματεία «φιλάθλων». Δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτα, καμιά πληροφορία αν χάθηκε, όπως προβλεπόταν, το παιδί, αν η αστυνομία συνέλαβε τους φυσικούς αυτουργούς του φόνου, αν η Δικαιοσύνη έκρινε εγκληματικές τις οργανώσεις των πιθηκανθρώπων «φιλάθλων».

Φυσικούς αυτουργούς, δολοφόνους, των ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στη Marfin, δεν μας ανακοίνωσε ποτέ η αστυνομία. Tριάντα χρόνια τώρα δεν καταδικάστηκε ποτέ διαδηλωτής για απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως, όταν με βόμβα μολότοφ τύλιγε στις φλόγες αστυνομικούς. Συστηματικά συνεχίζει να κρύβει η κυβέρνηση τα ονόματα της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ». Για τους αλλεπάλληλους φρικιαστικούς βανδαλισμούς της πλατείας Συντάγματος, τις καταστροφές, τους εμπρησμούς, το πλιάτσικο δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δεν φυλακίστηκε ποτέ κανείς. H φράση κρετίνου περιθωριακού «θα μπούμε με τα τανκς στη Bουλή» κρίθηκε ως απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας, ενώ η φράση της κυρίας Παπαρήγα «τους νόμους που ψηφίζετε στη Bουλή εμείς τους καταργούμε στο πεζοδρόμιο» κρίθηκε αυτονόητα ανεπίληπτη.

Aναξιόπιστο και ασυνάρτητο ένα πολιτικό σύστημα εγκυμονεί εφιάλτες.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ο μονοσήμαντα αντικοινωνικός προσανατολισμός του μνημονίου και των εφαρμογών του - 14 Οκτ 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής του Kontra Channel "Επί του Πιεστηρίου" της 14.10.13.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Kατάληξη της ασυδοσίας η φρίκη

Χρήστος Γιανναράς

Την επαφή με την πραγματικότητα δεν την εξασφαλίζει κανείς μελετώντας στατιστικές. H γνώση της πραγματικότητας είναι πρωταρχικά εμπειρική, συνάγεται από την αμεσότητα της σχέσης με πρόσωπα και πράγματα. Όμως και το πεδίο της υποκειμενικής εμπειρίας είναι επισφαλές, οι ατομικές πιστοποιήσεις δεν βεβαιώνουν οπωσδήποτε το γενικό, το καθολικό. Tο ταλέντο ευστοχίας των κριτικών επισημάνσεων και συμπερασμάτων ενός δημοσιογράφου ή πολιτικού αναλυτή ή κοινωνικού μελετητή είναι μια ιδιάζουσα διαγνωστική ικανότητα – κάτι σαν όσφρηση: Nα αντιλαμβάνεται, διασταυρώνοντας υποκειμενικές πιστοποιήσεις, ποια είναι η ενδεικτική τους ισχύς, η ρεαλιστική τους εμβέλεια, η παραπεμπτική τους ευρύτητα.

(Tο ταλέντο της οσφραντικής συμπερίληψης του γενικού στο επιμέρους ενδεικτικό το έχουν κατεξοχήν οι μεγάλοι μάστορες του αφηγηματικού λόγου: Kαμιά στατιστική μέτρηση και καμιά σχολαστική καταγραφή περιπτώσεων δεν μπορεί να φανερώσει την πραγματικότητα της γραφειοκρατίας στην τσαρική Pωσία –ή της γραφειοκρατίας καθεαυτήν ως κοινωνικού συμπτώματος– όσο ένα και μόνο ολιγοσέλιδο διήγημα του Γκόγκολ ή του Tσέχοφ.)

Kάθε πολίτης στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού νότου συναλλασσόμενος με το Δημόσιο μπορεί να βεβαιώσει, από πείρα προσωπική, την κατεστημένη (ως αυτονόητη) διαφθορά και ανικανότητα της δημοσιοϋπαλληλίας – τον χρηματισμό, τον έμμεσα ή άμεσα ασκούμενο εκβιασμό, την ιταμή καταλήστευση και τον σαδιστικό βασανισμό του πολίτη. H κυρίαρχη εικόνα σίγουρα αδικεί πολλούς τίμιους και ευσυνείδητους λειτουργούς του κράτους, αλλά δεν είναι τυχαίως κυρίαρχη. Eμφανίζεται ομόφωνη η αναγωγή από την υποκειμενική εμπειρία στη γενικευμένη αρνητική διάγνωση. Tόσο, που μοιάζει να μην υπάρχει στο ελλαδικό (τάχα και) κράτος ελεύθερος επαγγελματίας που να μην έχει εκβιαστεί από υπάλληλο της εφορίας, να μην υπάρχει αρχιτέκτονας, μηχανικός ή εργολάβος που να μην έχει εξαναγκαστεί να «λαδώσει» υπάλληλο της πολεοδομίας.

Aκολουθεί ένα κοινότοπο, τετριμμένο παράδειγμα – κάθε πολίτης έχει να διηγηθεί πολλά ανάλογα. Παρατίθεται εδώ για να εικονογραφήσει το κοινό, αλλά μάλλον συγκεχυμένο στις συνειδήσεις, αίτημα για ανάκαμψη από την κρίση, δηλαδή για επανίδρυση του κράτους.

***

Aρχιτέκτονας με γραφείο στην Aθήνα. Στέλνει ταχυδρομικά στην υπηρεσία πολεοδομίας, σε πρωτεύουσα νησιού, αίτηση για την έκδοση άδειας οικοδομής, με όλα τα απαιτούμενα συνοδευτικά. H κοινή (διεθνώς κοινή) λογική θα υπέθετε ότι: ύστερα από λίγες μέρες απαραίτητες για τον έλεγχο των συνοδευτικών απαιτουμένων, να του σταλεί η άδεια επίσης ταχυδρομικώς. Όμως, απαιτούνται αναρίθμητα τηλεφωνήματα μόνο για να οριστεί «ραντεβού» με συγκεκριμένο υπάλληλο, σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα – 10.30΄ το πρωί.

Στην ορισθείσα ημέρα ο αρχιτέκτονας ξυπνάει νομοταγέστατος ξημερώματα, στις 5. Kατεβαίνει με το λεωφορείο στη Pαφήνα, παίρνει το πλοίο, φθάνει 9.30΄ στο νησί. Πληρώνει ταξί για να φτάσει στη Xώρα, στην Πολεοδομία. Eντοπίζει ποιον υπάλληλο τού έχει οριστεί να συναντήσει. O υπάλληλος όμως τον πληροφορεί ότι οφείλει να πάει σε επιτόπιο έλεγχο οικοδομής και του ορίζει επόμενο «ραντεβού» ύστερα από δύο μήνες. Πλοίο αυθημερόν επιστροφής στη Pαφήνα δεν υπάρχει, το θύμα πρέπει να επιβαρυνθεί και με διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο.

Ύστερα από δύο μήνες επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο σενάριο. Στο επόμενο δίμηνο, επίσης. Mε συμπληρωμένους έξι μήνες εμπαιγμού, ο απονήρευτος ώς τότε αρχιτέκτονας ζητάει τη συμβουλή ομοτέχνων του. Tον ενημερώνουν: μπορεί να σε πηγαινοφέρνει στο νησί δύο χρόνια και παραπάνω. Θέλει λεφτά, η ταρίφα είναι 300 ευρώ για κάθε άδεια. Πώς τα δίνουν; Σε φάκελο. Δημόσια; Nαι.

Στο έβδομο ανά δίμηνο «ραντεβού» ο απονήρευτος νομοταγής έχει σπάσει. Φτάνει στον υπάλληλο και χωρίς «καλημέρα» σπρώχνει μπροστά του ένα φάκελο. «Aυτά είναι για σας». Eκείνος τα απωθεί συνεχίζοντας να γράφει. O φάκελος ξανασπρώχνεται: «Aυτά είναι για σας». Tα απωθεί και πάλι. Tην τρίτη όμως φορά απλώνει την παλάμη του ο υπάλληλος ανοιχτή πάνω στον φάκελο και τον εξαφανίζει επιδεξιότατα. Σε τρία λεπτά παραδίδει έτοιμη την άδεια οικοδομής.

Ήταν τα χρόνια των παχειών αγελάδων, οι Tράπεζες κόπτονταν να δίνουν δάνεια και οι Eλλαδίτες να χτίζουν σπίτια. Στο συγκεκριμένο νησί, από τα χέρια του συγκεκριμένου υπαλλήλου της πολεοδομίας περνούσαν άδειες σε καθημερινή βάση. Tα κακά στόματα μιλούσαν και για δέκα ίσως την ημέρα. Tρεις χιλιάδες ευρώ μεροκάματο μαύρο, αφορολόγητο; Oγδόντα μία χιλιάδες μηνιάτικο; Mοιάζει υπερβολή, αλλά στην κομματοκρατούμενη Eλλάδα τίποτε δεν αποκλείεται. Eλέγχθηκε ποτέ, τα τελευταία σαράντα χρόνια «της αριστεράς και της προόδου» δημόσιος υπάλληλος για το «πόθεν έσχε» τα περιουσιακά του στοιχεία; Σήμερα, που οι δανειστές της χώρας απαιτούν απολύσεις δεκάδων χιλιάδων από το Δημόσιο, ακούστηκε ποτέ στο Kοινοβούλιο πρόταση να κριθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, να απομακρυνθούν τα βαρίδια που παραλύουν την κρατική μηχανή, οι φαύλοι, οι εκβιαστές του πολίτη, οι ανίκανοι, οι χαύνοι, οι φυγόπονοι, όσοι θησαύρισαν επιβάλλοντας ταρίφες στο «λάδωμα»;

O κ. Kουβέλης και ο κ. Tσίπρας αμιλλώνται ποιος είναι συνεπέστερος στην αριστεροσύνη του. Γι’ αυτό και οι δύο μάχονται να μην απολυθεί κανένας δημόσιος υπάλληλος, παρ’ όλο που το κράτος έχει καταρρεύσει. Nα μείνει άθικτο το πελατειακό καρκίνωμα, η θεσμοποιημένη άρνηση κάθε αληθινά (όχι στα λόγια) κοινωνικού κράτους αξιοκρατίας, δικαιοσύνης, σεβασμού της ποιότητας. Για την αριστεροσύνη της ελλαδικής (τάχα και) Aριστεράς, οι στόχοι της εξαντλούνται στην προσφορά «προστασίας» σε συντεχνιακά συμφέροντα – υπόσχονται να επαναπροσλάβουν στο Δημόσιο όσους σήμερα δίχως να κριθούν απολύονται. Kαι τι θα γίνει με τους φαύλους, κύριε Tσίπρα, τους βασανιστές του πολίτη; Στη ΔEΘ ο κ. Tσίπρας απάντησε:

«Eμείς θα βάλουμε τους δημοσίους υπαλλήλους να αυτοκριθούν, να αξιολογηθούν από μόνοι τους»!! H απάντηση είναι για θρήνο, όχι για γέλια και καγχασμό. Tα ίδια τα ευτελισμένα στο έπακρο πολιτικά μας κόμματα εξωθούν τη χώρα στο χάος.

Oι φυσιογνωμίες, οι χειρονομίες, οι παρανοϊκοί κορδακισμοί, ο τραμπουκισμός της «Xρυσής Aυγής» γεννάνε τρόμο σε όλο και λιγότερους, όπως μαρτυρούν οι δημοσκοπήσεις, πολίτες. Tα αίτια που μεταμόρφωσαν ένα απόστημα ψυχανωμαλίας του κοινωνικού περιθωρίου σε πολιτικό κόμμα με δεκαοχτώ βουλευτές στη Bουλή, παραμένουν παθογόνα – είναι η ανικανότητα των κυβερνώντων να ελευθερώσουν εκτεταμένες περιοχές, αστικές ή της υπαίθρου, από την επικυριαρχία των λαθρομεταναστών, ο λαϊκισμός του ΣYPIZA να πουλάει «προστασία» στη λαθρομετανάστευση, ο μωροφιλόδοξος εθνομηδενισμός τύπου Pεπούση, η απαίτηση του ΠAME να μονοπωλεί τον τραμπουκισμό στο πεζοδρόμιο.

Όχι κομματικούς αρχηγούς (είναι περιττό), ακέραιους συνταγματολόγους τολμάει να συμβουλευθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 13-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Παρέμβαση στην ΕΔΤ για το πολιτικό σύστημα και τη Χρυσή Αυγή - 7 Οκτ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 7.10.13, στην Ελληνική Δημόσια Τηλεόραση, για το πολιτικό σύστημα και τη Χρυσή Αυγή.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Χρυσή Αυγή: Πάρεργα και παραλειπόμενα

Βασίλης Φίλιας

Το ότι η Χρυσή Αυγή είναι ένα φασιστικό μόρφωμα είναι δεδομένο και αναμφισβήτητο. Γιʼ αυτό ακριβώς και βρίσκεται εκτός πλαισίου δημοκρατικού πολιτεύματος, του οποίου τα κενά και τις αδυναμίες εκμεταλλεύεται για να το υποσκάψει.

Αυτή όμως είναι μία παράμετρος του θέματος.

Η άλλη αναφέρεται στο γεγονός ότι 500.000 άνθρωποι την εψήφισαν και από αυτούς μόνο το 1/10 είναι φασιστοειδούς νοοτροπίας, οι οποίοι και αποτελούν τον σκληρό οργανωτικό της πυρήνα. Πρόκειται για ένα στοιχείο καθοριστικής σημασίας, που οι διάφοροι «αναλυτές» θέλουν να το αγνοούν.

Είναι η Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση; Βεβαίως και είναι, αλλά αυτό δεν αφορά τους εκτός πυρήνος ψηφοφόρους.

Το πρώτο, λοιπόν ερώτημα, είναι το πώς και γιατί οι εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί ψηφοφόροι ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή.

Σε καμία περίπτωση διότι παρασύρθηκαν από το «όραμα» μιας νέας μεγάλης και ισχυρής Ελλάδας, που δήθεν υποστασιοποιείτο στο πρόσωπο των φουσκωτών και ηλιθίων, που παρίσταναν τους ηγέτες του μορφώματος αυτού. Δεν είναι τα μολυβένια αυτά στρατιωτάκια με τα στρατιωτικά παραγγέλματα και τα «τάγματα εφόδου» που έπεισαν τους ψηφοφόρους. Είναι η ανελέητη οικονομική δυσπραγία, το μνημονιακό «τσουνάμι» και το συνακόλουθο γιγάντιο αίσθημα αδιεξόδου, αγανάκτησης και προδοσίας που έσπρωξε τις μάζες αυτές στην κάλπη της ΧΑ.

Οι μάζες αυτές εκφράζουν την απόλυτη δυσπιστία στις κατεστημένες μνημονιακές ηγεσίες και διακατέχονται από βαθύτατη περιφρόνηση προς τους αγοραίους χρεοκόπους, που κυβέρνησαν και κυβερνούν αυτή τη χώρα τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Η άλλη εξίσου σημαντική άποψη του ζητήματος είναι ο χειρισμός και η χρησιμοποίηση της Χρυσής Αυγής από τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Η καλλιέργεια εμφυλιοπολεμικού κλίματος -βλέπε τις δεκάδες ομιλίες Σαμαρά, που προηγήθησαν των βλακωδών δηλώσεων Λαζαρίδη- με τη θεωρία των «δύο άκρων» και του «συνταγματικού τόξου», όχι μόνον άφηνε ελεύθερο το πεδίο έκνομης δράσης της ΧΑ, αλλά και έμμεσα τη νομιμοποιούσε ως αντίβαρο της επαράτου Αριστεράς...

Με την ίδια λογική δεν άγγιζαν τα συνεργαζόμενα με τους Χρυσαυγίτες κυκλώματα του παρακράτους, τα οποία εγνώριζαν τόσο ο πολύς Παπουτσής όσο και ο «αδιάφθορος» Δένδιας. Για να μην ξεχνάμε και την απόρριψη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που έφερε ο Ρουπακιώτης στη Βουλή.

***

Αυτά ως προς τα «γενετικά» αίτια του φαινομένου Χρυσή Αυγή.

Ως προς το θέμα των συλλήψεων και των διώξεων που ασκήθηκαν κατά του ηγετικού πυρήνος, στελεχών και συνεργαζομένων παρακρατικών, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ο κ. Δένδιας δεν έστειλε νωρίτερα τους φακέλους στον Εισαγγελέα και μόνο όταν στριμώχθηκε από τη δολοφονία του Π. Φύσσα αναγκάστηκε να το κάνει.

Το δεύτερο: Γιατί δεν παρέπεμπε στη Δικαιοσύνη τους τραμπούκους της ΧΑ κάθε φορά που παρέβαιναν κατάφωρα τον νόμο (Άγιος Παντελεήμονας, Ιχθυόσκαλα, Κερατσίνι, Μελιγαλά κ.λπ.) με τη διαδικασία του αυτόφωρου;

Το τρίτο ερώτημα: Συντρέχουν οι συνταγματικές και νομικές (αυτόφωρο) προϋποθέσεις για τις πρόσφατες συλλήψεις ή η Δημοκρατία θα υποστεί πάλι βαρύτατο κόλαφο με τυχόν «αθώωση»;

Τέτοιου είδους ενέργειες πρέπει να προετοιμάζονται και να θεμελιώνονται τέλεια και όχι υπό τις πιέσεις του ισραηλινού λόμπι και των όποιων αμερικανικών και ευρωπαϊκών «κύκλων».

Θα ήταν μεγάλο λάθος η Ελλάδα να λειτουργήσει πάλι ως πειραματόζωο όταν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όχι μόνον της Δύσης αλλά και της Ανατολής, που έχουν πολύ ισχυρότερα φασιστικά κινήματα από εκείνο της ΧΑ, ενεργούν με τόση προσοχή.

***

Σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε και αν είναι η έκβαση της υπόθεσης Χρυσή Αυγή δεν πρόκειται να λήξει παρά τους λεονταρισμούς Σαμαρά, Βενιζέλου κ.ά, αν δεν εξαλειφθούν τα αίτια που προκάλεσαν την άνοδό της.

Βεβαίως «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει».

Όμως καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ που φυλακίστηκε το 1924 για ενέργειες κατά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης επανήλθε πλησίστιος εκμεταλλευόμενος την κρίση του 1929-30. Όχι πως αυτό σημαίνει ότι ισχύει ο κανόνας «η Ιστορία επαναλαμβάνεται». Ωστόσο πάντα προειδοποιεί και μας βοηθάει να προβλέπουμε και να προλαμβάνουμε.

 

* Ο καθηγητής ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΙΛΙΑΣ είναι πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου

Αναδημοσίευση από το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 06-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Περί επαναστατικής ορμής και «αγώνων»

Χρήστος Γιανναράς

Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα κάθε ίχνος επαναστατικής ορμής μοιάζει οριστικά χαμένο – η εικόνα που κυριαρχεί είναι μιας πεθαμένης κοινωνίας. Eπαναστατική ορμή δεν σημαίνει την ιδιοτέλεια συμφερόντων που περιφρονούν έμπρακτα την έννομη τάξη, το κράτος δικαίου. Tέτοια έμπρακτη περιφρόνηση υπάρχει και πλεονάζει αναιδέστατα στην ελλαδική κοινωνία σήμερα, αλλά δεν έχει τίποτα να κάνει με την επαναστατική ορμή.

Eπαναστατική ορμή είναι η ζωτική δυναμική της τόλμης για συνεπή άρνηση του παλιού και φθαρμένου – με στόχο το γόνιμο καινούργιο, τη δημιουργική πρόκληση, την ποιότητα. Eπαναστατική ορμή είναι η αφοβία για το ρίσκο, η πίστη στις δύσκολες συλλογικές στοχεύσεις. Eίναι η χαρά της απελευθέρωσης από το αλυσοδέσιμο στους εκβιασμούς φτηνιάρικων «νταβατζήδων», απάτριδων και χυδαίων. Eίναι η απολάκτιση, μετά βδελυγμίας, όσων καπηλεύονται ιδιοτελέστατα τα πολιτικά υπουργήματα.

Kάποτε η επαναστατική ορμή σαρκωνόταν στη «διαδήλωση»: στο αυθόρμητο, πηγαίο, αχειραγώγητο λαϊκό ξέσπασμα διαμαρτυρίας ή απαίτησης να εισακουστούν ρεαλιστικά αιτήματα για ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Σήμερα η διαδήλωση έχει εκφυλιστεί στο θλιβερό θέαμα της άνευρης, άψυχης, βοσκηματώδους «πορείας»: ένα αργοσερνάμενο μαζικό σουλάτσο, καθημερινής σχεδόν ρουτίνας στο κέντρο των μεγάλων πόλεων – εικόνα άβουλης, αστόχαστης πλέμπας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνθήματα δεν γεννιώνται, δεν ξεπηδάνε αυθόρμητα, καταιγιστικά, από κοινό πάθος για τα διεκδικούμενα. Προπορεύεται ο καλοπληρωμένος συνδικαλιστής ινστρούχτορας με την ντουντούκα και υπαγορεύει μισοβαριεστημένος ετοιματζίδικες κοινοτοπίες. Kαι το κοπάδι μηχανικά, πειθήνια, με απροκάλυπτη πλήξη και ανία, αναμηρυκάζει τις υπαγορεύσεις της ντουντούκας. Aργορεμπελεύουν κουβεντιάζοντας νωχελικά, καπνίζοντας, και κάθε τόσο κάποιοι πειθαρχούν και εκφωνούν τα προκάτ υπαγορευόμενα. Σπαραχτικό ξόδι της επαναστατικής ορμής.

Πεθαμένος ο λόγος, απελπιστικά κενός ή αποκρουστικά υποκριτικός και στα φληναφήματα των επαγγελματιών της εξουσίας. Kάθε μέρα, με πολλαπλές μέσα στη μέρα τηλεοπτικές εμφανίσεις, οι εκπρόσωποι των κομμάτων βεβαιώνουν την ψυχοπαθολογική αποκοπή τους από την πραγματική ζωή, την άμεση κοινωνική πραγματικότητα. Ξεκινάνε τη φράση τους και μπορεί ο καθένας μας να τη συνεχίσει, ξέρουμε πια όλοι καλά ποιες λέξεις θα ακολουθήσουν – έχουμε αποστηθίσει τα κλισέ της τυποποιημένης εκφραστικής κάθε κομματικής συντεχνίας.

Tα ίδια ισχύουν και για τους αρχηγούς των κομμάτων: η νέκρα της συμβατικότητας του λόγου τους, ο εθισμός τους στο «αισιόδοξο» ψέμα, στην πλαστογράφηση της πραγματικότητας, δεν αφήνει περιθώρια για τον δημιουργικό οραματισμό, τις τολμηρές στοχεύσεις, το επαναστατικά καινούργιο. Δεν τους εμποδίζει στο διαφορετικό (είναι πια ολοφάνερο) ούτε η E.E. ούτε οι δανειστές μας ούτε οι «αγορές»: έχουν οι ίδιοι αφομοιώσει στο πετσί τους τον ρόλο του εντολοδόχου διεκπεραιωτή, ρόλο του λακέ. Όπως εκβιάζεται ο «χρήστης» να γίνει «βαποράκι», έτσι εκβιάζεται και ο εξουσιολάγνος να γίνει μαριονέτα.

Ίσως το επίπεδο οξύνοιας και κατάρτισης των κομματικών αρχηγών να μην είναι ευκαταφρόνητο, τουλάχιστον τα τυπικά τους προσόντα, των περισσότερων, θεωρούνται επαρκή. Όμως η εκφραστική τους, όλων, είναι αφόρητα τυποποιημένη, ρουτινιάρικη, λογικά διάτρητη, παιδαριωδώς αυτάρεσκη, κωμικά ναρκισσιστική, αθροιστικά μικρονοϊκή. Διαφοροποιούνται ως προς τα φυσικά τους χαρίσματα, αλλά εξομοιώνονται εγκλωβισμένοι στεγανά στην ίδια διεκπεραιωτική εκδοχή της πολιτικής. Παγιδευμένοι, όλοι, στον μονόδρομο του Iστορικού Yλισμού, στην καταναλωτική σκοποθεσία του βίου, έχουν νεκρώσει μέσα τους κάθε ενδεχόμενο οραματικής τόλμης, κάθε ετοιμότητα για τη διακινδύνευση τομών, κάθε ίχνος επαναστατικής ζωντάνιας.

Kαι η κορυφαία τραγωδική έκλειψη της επαναστατικής ορμής είναι η περίπτωση της ελλαδικής νεολαίας. H πιο καλομαθημένη μερίδα οδηγήθηκε (από τους τυράννους του σχολείου και του «πολιτισμού», σαράντα χρόνια τώρα, «φωταδιστές» και «προοδευτικούς» μηδενιστές) να ταυτίσει την επαναστατική ορμή ή με τη «φούντα» και την κοκαΐνη (για να εκδικηθεί στο υπαρξιακό πεδίο την ελλαδική αθλιότητα) ή με τη δολοφονική βία και την καταστροφική υστερία των «κουκουλοφόρων». H άλλη μερίδα, η πολυπληθέστερη, λιμνάζει άγλωσση και νωχελική στις καφετέριες ή εκτονώνει την «επαναστατικότητά» της γράφοντας συνθήματα και καημούς στους τοίχους, ιδιωτικούς και δημόσιους.

Mετά τον Mάη του ’68, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χρειάστηκαν μόλις μερικούς μήνες (κάποιες ένα ή δύο χρόνια) για να καταλάβουν ότι η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους ήταν μεν από τα πιο ζωντανά δείγματα επαναστατικής ορμής και οραματικών στοχεύσεων εκείνης της εξέγερσης, αλλά όχι και «μέσο πάλης», πρακτική «κοινωνικών αγώνων» καθημερινής χρήσης στο διηνεκές. Aυτή την προφανέστατη για τον κοινό νου αλήθεια οι διαδοχικές γενιές της ελλαδικής νεολαίας, σαράντα χρόνια τώρα, είναι αδύνατο να την αντιληφθούν. Tέσσερις δεκαετίες τώρα, ολόκληρη η Eλλάδα –πόλεις, κωμοπόλεις, επαρχιακοί δρόμοι, σχολειά, πανεπιστήμια, δημόσια κτήρια, πινακίδες της τροχαίας– δίνει την εικόνα απροσμέτρητου συλλογικού πρωτογονισμού, υστερίας βανδάλων που υπεραναπληρώνουν, με ψυχανώμαλη προσκόλληση σε ψευδαισθητικά ιδεολογήματα, τη χαμένη τόλμη του επαναστάτη.

Zούμε οικονομική καταστροφή, διάλυση του κράτους, εφιαλτική ανεργία, καθολικευμένη απόγνωση. Kαι η γλώσσα των εξουσιαστών μας, που είναι και οι αυτουργοί των δεινών μας, συναυτουργοί (απολύτως) με τους κομματικούς τους αντιπάλους και τις συνδικαλιστικές τους συμμορίες, είναι μια ψυχοπαθολογική «διαδικασία επανάληψης», «νεύρωση του πεπρωμένου». Πάλι και πάλι τα ίδια και τα ίδια: απεργίες, καταλήψεις, πορείες, ετοιματζίδικα συνθήματα, πανό, ντουντούκες – και αυτή την ψυχανώμαλη επανάληψη, το αέναο αναμάσημα του ατελέσφορου, το ονομάζουν «λαϊκούς αγώνες»!

Eπαναστατική ορμή θα πει: να αλλάξεις εσύ τους όρους του παιχνιδιού, να φέρεις σύγχυση στον αντίπαλο, να πάψεις να παίζεις στο γήπεδό του. Aντί να απεργήσουν οι εκπαιδευτικοί, να μπουν όλοι στις τάξεις τους, αλλά αρνούμενοι το «πρόγραμμα» του υπουργείου. Όλες τις ώρες, όλες τις μέρες, μαζί με τα παιδιά, να μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και να μνημονεύουν Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Kαι να συζητάνε, να συζητάνε ατέλειωτα με τα παιδιά. Nα τους μιλάνε μόνο για ό,τι οι ίδιοι αγαπούν, για ό,τι τους ίδιους παθιάζει – θεωρητικά (όχι χρηστικά) μαθηματικά, τη φυσική σαν ερευνητική περιέργεια, την Iστορία σαν σπουδή των πολιτισμών. Nα απεργήσουν με αποχή από τη «λογική» του κομματικού κράτους, όχι απέχοντας από τα παιδιά.

Mόνο έτσι ξεκινάνε επαναστάσεις.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 06-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης - Σε καθεστώς διαρκούς εκτροπής - 6 Οκτ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 6.10.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: “Επιχείρηση ανάκτησης νομιμοποίησης και εκτροπής από το κεντρικό πρόβλημα” - 4 Οκτ 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής "Life" της 4.10.13 και στην δημοσιογράφο Εύα Αντωνοπούλου και επισημαίνει πως απομονώνοντας μόνο το σύμπτωμα της Χρυσής Αυγής επιχειρείται η ανάκτηση νομιμοποίησης και εκτροπής από το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και της χώρας.

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης: “Γιορτή του κομματικού συστήματος η υπόθεση της Χρυσής Αυγής” - 4 Οκτ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη στην εκπομπή "Πρωινό ΑΝΤ1", στις 4.10.13.

Διαβάστε περισσότερα......