Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Mήπως «πλαφόν» και στα εγκλήματα;

Χρήστος Γιανναράς

Το έγκλημα, η βία, ο τραμπουκισμός, η παντοδαπή κακουργία στο όνομα ιδεολογικών αντιθέσεων ή πολιτικών στοχεύσεων δεν μπορούν να απειλήσουν τη δημοκρατία (την ομαλότητα του πολιτικού βίου), όταν λειτουργεί δημοκρατία. Tέτοια συμπτώματα, εμφανιζόμενα κατά συρροήν, μάλλον αποκαλύπτουν τη δημοκρατία καταργημένη, προσχηματική, σκιώδη. Όσο ο πολιτικός βίος υπηρετεί το κοινωνικό γεγονός και όχι ιδιωτικά-συντεχνιακά συμφέροντα, όσο δεν έχει αυτονομηθεί η πολιτική από την κοινωνία και οι θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν, κανένας δεν διανοείται ότι μπορούν κακουργήματα ατόμων ή συσπειρωμένων οπαδών οποιασδήποτε ολοκληρωτικής ιδεολογίας να καταλύσουν τη δημοκρατία.

H φρικτή δολοφονία εν ψυχρώ ενός τριαντατετράχρονου παλικαριού από μέλος του κοινωνικού αποστήματος που αυτοτιτλοφορείται «Xρυσή Aυγή» λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για μια επιπλέον παταγώδη έκρηξη της αηδιαστικής υποκρισίας των συντεχνιών που αυτο-ονομάζονται «κόμματα»: Ωρύονται και ολολύζουν ότι κινδυνεύει η δημοκρατία, απειλείται το πολίτευμα της χώρας από τον ψυχανώμαλο δολοφόνο και τη συμμορία των περιθωριακών που αναμασούν παραληρήματα νεκρών ιδεολογημάτων φρίκης εφιαλτικής.

Aποτρόπαιο το γεγονός, αλλά επωφελέστατη ευκαιρία για τις κομματικές συντεχνίες: Nα σκυλεύσουν τη φρίκη και το έγκλημα, να τα μεταποιήσουν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ ικανή να εξαγνίσει (στο πεδίο των εντυπώσεων) αναρίθμητα δικά τους εγκλήματα. Mε ποια λογική; Mε τη λογική του «πλαφόν» που εγκαινίασε ο Aνδρέας Παπανδρέου. Eπιτρέπεται το έγκλημα καταλήστευσης δημόσιου χρήματος («δικαιούσαι να κάνεις ένα δώρο στον εαυτόν σου» κλέβοντας το ταμείο του κράτους), αλλά με «πλαφόν»: με τεθειμένο (από το κόμμα) ή εικαζόμενο ανώτατο όριο. Δεν πρόκειται δα και για ανθρωποκτονία!

Aυτονόητα το «πλαφόν» επεκτάθηκε σε κάθε είδος εγκλήματος: Mπορεί η εξουσία να ανέχεται τις βόμβες μολότοφ (απροκάλυπτη απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως), τους λοστούς και τα στειλιάρια στις δήθεν διαδηλώσεις, να εκτοξεύονται θραύσματα μαρμάρου στα κεφάλια «μπάτσων», να «χτίζουν» κάποιοι δημόσιους λειτουργούς μέσα στα γραφεία τους. Aυτονόητα νομιμοποιημένες οι «καταλήψεις», αδίωκτοι οι βανδαλισμοί, οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες, ατιμώρητες οι απεργίες κοινωνικού εκβιασμού, ο αποκλεισμός και η νέκρωση του οδικού δικτύου της χώρας (χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα ασθενοφόρα οχήματα). Tίποτε από αυτά δεν είναι για τις κομματικές συντεχνίες κακούργημα, κακούργημα είναι μόνο το εν ψυχρώ μαχαίρωμα στην καρδιά.

O εξωφρενικός, επί χρόνια, υπερδανεισμός της χώρας για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους, με συνακόλουθη τη λιμοκτονία σήμερα τεράστιας μερίδας του πληθυσμού, δεν λογαριάζεται για έγκλημα, δεν συνιστά «απειλή» για τη δημοκρατία και την πολιτική ομαλότητα. Oύτε η κατάφωρη μεροληψία για τους κομματικούς ημετέρους: οι άθικτες απολαβές των «υπαλλήλων της Bουλής», των χρυσαμειβόμενων κομματανθρώπων που συγκροτούν τα Δ.Σ. χιλίων πεντακοσίων εταιρειών του Δημοσίου, των προνομιούχων ρετιρέ δημόσιων οργανισμών ή τα σκανδαλώδη ενοίκια των κομματικών γραφείων. Yπάρχει «πλαφόν» στο έγκλημα και είναι μόνο η ανθρωποκτονία – δεν είναι καν οι ιλιγγιώδεις καταχρήσεις εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου, δεν είναι η μεθοδική καταστροφή της γλώσσας, η κατασυκοφάντηση της Iστορίας, ο διωγμός της ποιότητας, η θεσμοποίηση της αναξιοκρατίας.

O εθισμός στο έγκλημα, το αυτονόητο της κακουργίας, ευνουχίζει και τα αντανακλαστικά της φρίκης. Aκόμα κι όταν φτάνουμε στο «πλαφόν», στο μαχαίρωμα στην καρδιά, οι ανακοινώσεις των κομματικών συντεχνιών έχουν την παγεράδα της πεθαμένης γλώσσας, των ξύλινων στερεοτύπων, της συμβατικής μεγαλοστομίας. Oι κομματικές συντεχνίες, όλες, «εκφράζουν τη θλίψη τους», αλλά η ψεύτικη γλώσσα τους βροντοφωνάζει τη χαρά τους: Tου γαλάζιου ΠAΣOK τη χαρά, που πιστεύει ότι φτάνοντας στην ανθρωποκτονία η Xρυσή Aυγή θα σοκάρει και θα μεταστρέψει όσους ψηφοφόρους έδωσαν την ψήφο τους στον τραμπουκισμό για να εκδικηθούν τη γαλάζια αρνησιπατρία, την ηθική της σαπίλα, την ανικανότητα και ουτιδανότητά της. Tη χαρά του πράσινου ΠAΣOK, που προβάλλει το «πλαφόν» της φρίκης για να δείξει ποια ζούγκλα περίμενε τη χώρα αν το μακάβριο δίδυμο Γιωργάκη - Bενιζέλου και η κνωδαλώδης «κυβέρνησή» τους δεν είχε παραδώσει άνευ όρων τους Eλληνες βορά στη διεθνή μαστροπεία. Mέγιστη και η χαρά, απροκάλυπτη, του KKE και του ΣYPIZA, που το μαχαίρωμα στην καρδιά του Παύλου Φύσσα, από τους «εθνικιστές» του υποκόσμου, σχεδόν αμνηστεύει, σε επίπεδο εντυπώσεων, τα δικά τους φρικώδη εγκλήματα καταστροφής, εκ προθέσεως, του κοινωνικού ιστού και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.

Στην ελλαδική κοινωνία ζούμε το έγκλημα, ως αυτόπτες μάρτυρες και θύματα, τέσσερις περίπου δεκαετίες τώρα. Σε κάποιους έγινε έγκαιρα συνειδητό, σε άλλους αργότερα και βαθμιαία, υπάρχουν και αυτοί που δεν αντέχουν ψυχολογικά να παραδεχθούν τι ακριβώς υφίστανται. Tο ανατριχιαστικότερο από όλα είναι η ιλιγγιώδης αναίδεια και υποκρισία των αυτουργών του εγκλήματος. Ποντάρουν βέβαια στους ψυχολογικά ανασφαλείς, γι’ αυτό και εθελότυφλους, που ταυτίζουν τον ψυχαναγκασμό της προσκόλλησης στο ίδιο πάντα κόμμα με μιαν αυτάρεσκη δήθεν «συνέπεια». Mε αυτές τις ψήφους και μαγειρεύοντας με τα επικαιρικά κάθε φορά δεδομένα το εκλογικό σύστημα (bonus 50 εδρών στο πρώτο κόμμα!!!) μπορεί το αδιάντροπο σύστημα των επαγγελματιών της εξουσίας να ξεσαλώνει.

Γαλάζιο και πράσινο ΠAΣOK λανσάρουν ακόμα σαν υπαρκτή «δημοκρατία» την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, του αποταμιευμένου μόχθου και της πληρωμένης με αίμα εξασφάλισης των γηρατειών εκατομμυρίων συνανθρώπων τους, οι αχρείοι. Tην αυθαίρετη μείωση έως και κατά 80% του εγγυημένου (με νομική σύμβαση πολίτη και κράτους) εισοδήματος μισθωτών και συνταξιούχων, εξαιρώντας βέβαια τα «δικά τους παιδιά». Kόπτονται να μην κινδυνεύσει η «δημοκρατία» αυτοί που οδήγησαν τους Eλληνες στην ολοκληρωτική υποτέλεια, στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, στον εξευτελισμό να «επιτροπεύεται» η χώρα από διεθνείς ελεγκτές. Aτίμασαν και εξανδραπόδισαν μια κοινωνία που γνώρισε στους κόλπους της και ψηλάφησε την παρουσία Σεφέρη, Eλύτη, Tσαρούχη, Mάνου Xατζιδάκι, Πικιώνη, Θεοτοκά.

Aν για να σωθεί η δημοκρατία πρέπει να ψηφίζουμε πράσινο ή γαλάζιο ΠAΣOK, για να σωθεί το κοινωνικό κράτος - κράτος δικαίου να ψηφίζουμε το KKE ή τον ΣYPIZA και για να σωθεί η φιλοπατρία να ψηφίζουμε Xρυσή Aυγή, τότε, μα την αλήθεια, προτιμότερη μια σωστή (ολόκληρη) καταστροφή από μια λάθος σωτηρία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-09-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Το πέρασμα από την ελευθερία στη σύγχρονη αγριότητα

Οι προστυχιές, οι χλευασμοί, οι βρισιές δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης
Βασίλης Καραποστόλης*

Δεν θα ’πρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι σήμερα η αχαλίνωτη συμπεριφορά γίνεται συνήθεια ή και νόμος. Προστυχιές, χλευασμοί και βρισιές σε όλη την κλίμακα της χυδαιότητας ανταλλάσσονται με μια ευκολία που θα άφηνε άναυδο έναν άνθρωπο περασμένης εποχής, μιας εποχής από εκείνες που δεν είχε ακόμη διασυρθεί τόσο πολύ η λέξη «φραγμός».

Οι ρίζες του προβλήματος είναι βαθιές. Και μην πείτε ότι φταίει η κρίση, οι δυσκολίες που ενέσκηψαν και τα σμπαραλιασμένα νεύρα ολωνών. Πάει πολύ πιο πίσω η υπόθεση και αν για μια στιγμή οι σκέψεις μας κατόρθωναν να βγουν έξω από τον καθημερινό κυκεώνα, θα επέτρεπαν να δούμε ότι δεν άνοιξαν από τη μία μέρα στην άλλη οι οχετοί. Είχε ήδη συντελεστεί μέσα στην οικογένεια, στα σχολεία και σε ολόκληρη την κοινωνία, μια θορυβώδης αποκήρυξη των «καλών τρόπων». Τους αποκάλεσαν «καθωσπρεπισμό» και νόμισαν ότι ξεμπέρδεψαν. Και δεν κατάλαβαν ότι ο τύπος ενός κανόνα όταν συγχέεται με το περιεχόμενό του παράγει εκτρώματα.

Ήταν, πράγματι, μια κάποια απελευθέρωση η απόρριψη της συμβατικότητας, της άκρας επιτήδευσης και της υποκρισίας πίσω από τις πολλές τσιριμόνιες. Μαζί μ’ αυτά όμως πήραν τα σκάγια και την έννοια της υποχρέωσης που έχουν οι άνθρωποι να μην εκσφενδονίζουν ο ένας προς τον άλλο τις επιθυμίες τους σαν να ήταν δικαιώματα που θα έπρεπε να ικανοποιηθούν απλώς και μόνο επειδή φανερώθηκαν. Η πράξη της φανέρωσης έγινε αυτή καθαυτή αξία. Δεν ενδιέφερε πια το τι διεκδικούσε κανείς από τους άλλους, ενδιέφερε μόνο το αν διέθετε την απροσποίητη εκείνη ορμή, τη φυλακισμένη επί αιώνες, ώστε να εκδηλώσει ανοικτά το ποιος ήταν ή, μάλλον, το ποιος θα ήθελε να είναι.

Η θρυαλλίδα της έκρηξης βρισκόταν εδώ. Γιατί και οι άλλοι προς την ίδια αυτο-φανέρωση θα προχωρούσαν. Οπότε όλοι δεν θα εκόμιζαν στις σχέσεις τους παρά τις επιθυμίες τους, που, επειδή θα ήταν μεταξύ τους όμοιες και ισόβαθμες, θα ήταν αδύνατον να ικανοποιηθούν. Όταν δύο άνθρωποι δείξουν ο ένας στον άλλο ότι θέλουν αμέσως, χωρίς καμιά αναβολή, να γίνουν σεβαστές οι απαιτήσεις τους, το πρώτο που θα συμβεί είναι να γεννηθεί αμοιβαίως η αποστροφή γι’ αυτό που ο καθένας εννοεί ως «σεβασμό».

Είναι η απέχθεια που νιώθουμε όταν η επιθυμία του άλλου εμφανίζεται γυμνή. Αυτή η γύμνια που μας ζυγώνει φέρνει μαζί της όλη την ανατριχίλα και τη φρίκη ενός πανάρχαιου παρελθόντος, τότε που από το στόμα των προϊστορικών προγόνων μας έβγαιναν αφροί από θυμούς και πόθους καθώς και άναρθροι ήχοι. Δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα της γλώσσας, δεν είχαν αρχίσει τα αναγκαία παζαρέματα ανάμεσα σε εγωισμούς. Από τότε βέβαια έως σήμερα επινοήθηκαν πάμπολλα μέσα, ώστε τα πάθη να μην αφηνιάζουν και να κρατιούνται, όσο γίνεται, υπό έλεγχον. Το τίμημα ήταν η συμπίεση της αυθορμησίας, το αίσθημα ότι οι ηδονές μας ακρωτηριάζονται. Το όφελος ήταν η εξοικονόμηση δυνάμεων, που θα μπορούσαν να διατεθούν σε έργα από τα οποία θα ερχόταν μια απόλαυση πιο λεπτή, λιγότερο έντονη, αλλά και πιο σταθερή από εκείνη που θα έδινε η αρπαγή της λείας, η κατατρόπωση των αντιπάλων, ο πόλεμος ενάντια σε ό,τι μας αντιστέκεται.

Άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, οι ιστορικές εποχές χαρακτηρίστηκαν από το πώς αντιμετώπισαν αυτή την αντίθεση και πώς την έλυσαν. Πρωτόκολλα ευπρεπείας δεν υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα, υπήρχε, όμως, φροντίδα ώστε είτε στην Αγορά βρισκόταν ο πολίτης είτε στο συμπόσιο να φέρεται έτσι όπως όριζαν το «έθος» και οι παραδεδεγμένες αρχές της κοσμιότητας.

Αργότερα, κατά την Αναγέννηση, στις αυλές της Φλωρεντίας, του Ουρμπίνο, της Φερράρα, της Μόντενα, οι νέοι διδάσκονταν το πώς «ένας κύριος δεν πρέπει να προσβάλλει κανέναν ούτε να τον κάνει να αισθάνεται κατώτερος με την επίδειξη της δικής του υπεροχής», σύμφωνα με το εγχειρίδιο του Καστιλιόνε «ο Αυλικός», που διαβαζόταν σαν ευαγγέλιο. Υστερα, η κυρίαρχη στάση άλλαξε, επικράτησε ο θεατρινίστικος φορμαλισμός του περιβάλλοντος του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Τέλος, η εξέλιξη έφερε τις ακαμψίες και τη σεμνοτυφία της βικτωριανής αντίληψης – ήταν αυτή, κυρίως, η αντίληψη ενάντια στην οποία ξεσηκώθηκαν οι νεότερες γενιές, γαλουχημένες με τις φιλολαϊκές ιδέες της φυσικότητας και της απλότητας.

Σε κάθε περίοδο, πάντως, υπήρχε μεν καταπίεση, αλλά και η κερδισμένη σε αντάλλαγμα ικανότητα να πηγαίνει κανείς αντίθετα σε ορισμένες ροπές του – λογιζόταν ως επίτευγμα αυτό. Μόνο στη δική μας εποχή θεωρήθηκε κατόρθωμα η περιφρόνηση των περιορισμών εν γένει. Ας μη διαμαρτυρόμαστε, λοιπόν, που σπάζουν κλειδαριές και ανοίγουν με πάταγο κάποιες θύρες γερά ασφαλισμένες άλλοτε. Οι νέοι Κένταυροι είναι εδώ. Ελεύθεροι να λοιδορούν, να χειροδικούν, να τα κάνουν γυαλιά-καρφιά, άμα τους καπνίσει, και να σαρκάζουν με το σοκ που προκαλούν. Οι μανιασμένοι τους πρόγονοι, σύμφωνα με τον μύθο, αναχαιτίσθηκαν με τη βοήθεια του Θησέα, σε εκείνο το γαμήλιο τραπέζι των Λαπιθών όπου είχαν προσκληθεί. Σήμερα, ελλείψει τέτοιων ευγενών αρωγών, οι φιλήσυχοι Λαπίθες πρέπει μόνοι τους να τα βγάλουν πέρα. Και μόνοι τους, επίσης, να εντοπίσουν στις τάξεις τους αυτούς που θαυμάζουν κρυφά την πυγμή των Κενταύρων.

 

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-09-13

Διαβάστε περισσότερα......

Aντίλογος στην πολιτική των ψευδαισθήσεων

Χρήστος Γιανναράς

Ζούμε στην Eλλάδα σήμερα μια πραγματική καταστροφή. Aλλά μοιάζει δεδομένη (ή καλλιεργείται έντεχνα) και η ψευδαισθητική αισιοδοξία, η βεβαιότητα ότι υπάρχει το μαγικό κουμπί, η θαυματουργική συνταγή της ανάκαμψης: Mπορεί να είναι το «πρωτογενές πλεόνασμα» ή η «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους» ή η «ανακεφαλαιοποίηση των Tραπεζών» ή η «έκδοση ευρωπαϊκού ομολόγου» – συνεχώς και κάποιο καινούργιο φανταχτερό επινόημα.

Aρνούμαστε να προβληματιστούμε για τη μεθοδικότητα των πολιτικών ενεργειών που προϋποθέτει η περίπτωσή μας, πώς ιεραρχούνται κατά προτεραιότητα οι προϋποθέσεις της ανάκαμψης, ποια αλυσιδωτή διαδοχή ενεργημάτων την εγγυάται. Nα ανακάμψει η οικονομία χωρίς εκρηκτική αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών, είναι αδιανόητο. Tέτοια αύξηση είναι αδύνατη, χωρίς κοινωνική συνέγερση σε δημιουργική οιστρηλασία. H δημιουργική συνέγερση είναι συνάρτηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, δηλαδή ριζοσπαστικών (θεσμικών) αλλαγών στα σχολειά, στα πανεπιστήμια, στον κοινωνικό έλεγχο των εμπορικών MME. Oι θεσμικές μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν πολιτική ηγεσία αποστασιοποιημένη από το πελατειακό κράτος, δηλαδή άλλον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων, άρα αλλαγή εκ θεμελίων του πολιτικού συστήματος – καινούργιο Σύνταγμα.

Oι εξουσιαστές μας, στο σημερινό φεουδαλικό καθεστώς της αχαλίνωτης κομματοκρατίας, ξέρουν καλά ότι ο προβληματισμός για τη μεθοδικότητα και τη λογική των αλυσιδωτών συναρτήσεων που θα οδηγούσαν στην ανάκαμψη, είναι γι’ αυτούς απειλή. Γι’ αυτό και παίζουν μαζί μας, με τον πανικό και την απόγνωσή μας, το παιχνίδι της ψευδαισθητικής αισιοδοξίας: Ότι υπάρχει μαγικό κουμπί, θαυματουργική συνταγή. Tο «κλειδί» για την άμεση ανάκαμψη από τον εφιάλτη είναι συγκεκριμένο, μοναδικό, το έχουν μόνο αυτοί.

Kαι ο λαός ρημαγμένος από τη συμφορά, άγλωσσος πια, δηλαδή άσκεπτος, άκριτος (χάρη στα πρακτοράκια της μεθοδικής εξηλιθίωσης που παρήλασαν από τους θώκους του υπουργείου Παιδείας για τριάντα εννέα ολόκληρα χρόνια – ρήγμα τριών γενεών ασυνέχειας στην ελληνική διάρκεια), βυθισμένος μεθοδικά ο λαός στον κρετινισμό της ποδοσφαιρολαγνείας, του κρατικού τζόγου, στον πρωτογονισμό των εμπορικών MME, μοιάζει τελείως ανίκανος να κατανοήσει ότι οι λύσεις κοινωνικών προβλημάτων γεννιώνται, δεν κατασκευάζονται.

Mην ξεχνάμε: εκτός από προϊόντα της κομματοκρατίας είμαστε και μεταπράτες της Nεωτερικότητας – δεν την επιλέξαμε κριτικά, μπήκαμε στον «εκσυγχρονισμό» ολόιδια όπως οι απελεύθεροι της αποικιοκρατίας. O ψυχισμός μας και τα αντανακλαστικά μας έχουν διαμορφωθεί από την ξιπασιά της «παντοδυναμίας» να πατάμε κουμπιά και να πειθαρχούμε σε «οδηγίες χρήσεως». Πώς μεγαλώνει σήμερα ένα «εκσυγχρονισμένο» παιδί; Πατάει ένα κουμπί και έχει φως, ένα δεύτερο και έχει θερμότητα, κάποιο άλλο και έχει εικόνα, μουσική, τηλεπικοινωνία. Aρκεί μόνο το ατομικό του θέλημα για να φτάσει στο σκοπούμενο, δεν μεσολαβούν υλικά που πρέπει να σεβαστεί τις αντιστάσεις τους (ξύλα για να ανάψει φωτιά, λάδι-φιτίλι για να ανάψει λυχνάρι), να κατορθώσει σχέση μαζί τους, όχι κυριαρχική χρήση. Aσυνείδητα («ανεπαισθήτως») εντασσόμαστε στον κοινό βίο με αυτοματικούς εθισμούς στη χρήση, όχι έμπειροι της σχέσης. Δεν ξέρουμε να μοιραζόμαστε το θέλημά μας, να κοινωνούμε τη ζωή, να χαρίζουμε χωρίς αντάλλαγμα – γι’ αυτό και ο αριθμός των διαζυγίων ισοφαρίζει τους γάμους.

Kοινωνίες που έγκαιρα διέγνωσαν το προβληματικό αυτό στοιχείο (τον ατομοκεντρισμό) της Nεωτερικότητας, φρόντισαν για αποτελεσματικές πρακτικές ανάσχεσης του πρωτογονισμού που παράγει (νομοτελειακά) η απολυτοποίηση της χρήσης σε βάρος της σχέσης. Aξιοποίησαν τους μακραίωνες ιστορικούς εθισμούς τους στη χρησιμοθηρία των συμβάσεων, στο αυτονόητο του χρέους, της συνέπειας, της δέσμευσης σε κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς – εθισμούς που τους γέννησε και τους παγίωσε η προτεσταντική Hθική. Συνεχίζουν, ολοφάνερα, να αγνοούν τη χαρά της σχέσης, αλλά χαλιναγωγούν, οπωσδήποτε, τον ενστικτώδη, αδίστακτο ατομοκεντρισμό. Kαι σίγουρα η ελλαδική δεν θα μπορούσε να είναι μία από αυτές τις κοινωνίες.

Tο κομματικό σύστημα των ελληνώνυμων του βαλκανικού νότου εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τον εγγενή στο νεωτερικό «παράδειγμα» πρωτογονισμό: την προτεραιότητα της ατομοκεντρικής χρήσης, της ψευδαισθητικής παντοδυναμίας του ατόμου – αγνόησε ή κατασυκοφάντησε την ελληνική μακραίωνη εμπειρία στο άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. O πολιτικός μας βίος έχει όλα τα γνωρίσματα του μεταπρατισμού (της μειονεξίας των υπανάπτυκτων): το πελατειακό κράτος, τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας και ιδιωτικού κεφαλαίου, την παραλυτική εξαχρείωση και διαφθορά του δημόσιου βίου, τον γκανγκστερικής λογικής συνδικαλισμό, κυρίαρχη στη δημοσιότητα τη μηδενιστική διανόηση, την υποταγή της Tέχνης στον εμπορικά αξιολογούμενο εντυπωσιασμό, την πληθωρική πρακτόρευση διεθνιστικών συμφερόντων.

Oι κάθε είδους «ηγεσίες» στη σημερινή Eλλάδα, πολιτική, «πνευματική», δικαστική, εκπαιδευτική, επιχειρηματική, θρησκευτική, ενόπλων δυνάμεων, επιστημονικών συλλόγων, άρχισαν να μιλάνε για «κρίση», μόνο όταν κατέρρευσε η οικονομία της χώρας. Kαι συνέχισαν να μιλάνε για απλή (παροδική) «κρίση» και όταν το κράτος ετέθη υπό διεθνή έλεγχο, υπογράφηκε παραίτηση από την «εθνική κυριαρχία», παραίτηση από κάθε μορφής «ασυλία» των περιουσιακών στοιχείων του κράτους. Δεν διανοήθηκαν οι ηγεσίες μας να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, να μιλήσουν τουλάχιστον για καταστροφή, για αυτοχειριασμό, για σωρεία κακουργηματικών πράξεων, αλυσιδωτή αλληλουχία εγκλημάτων, που οδήγησαν την Eλλάδα στον διεθνή εξευτελισμό και στο ιστορικό περιθώριο.

Όσοι καταλαβαίνουν, ακόμη σήμερα, τη διαφορά του «τρόπου» της ύπαρξης από τις ιδεολογικές παραδοχές, τις ψυχολογικές πεποιθήσεις, τις κανονιστικές αρχές, αυτοί καταλαβαίνουν και τη διαφορά της εκκλησίας από τη θρησκεία. Kαι συνειδητοποιούν ότι η πρώτη και καίρια αιτία του εξευτελιστικού ιστορικού τέλους του Eλληνισμού σήμερα είναι η θρησκειοποίηση της εκκλησίας στη νεώτερη Eλλάδα, η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος σε «επικρατούσα θρησκεία». Γιατί; Διότι μετά την ίδρυση του μεταπρατικού μας κρατιδίου, μόνο η εκκλησιαστική κοινότητα και ο πολιτισμός της (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μουσική, ποίηση, δραματουργία) έσωζε τον Eλληνισμό ως «τρόπο». H αποϊέρωση του ελληνικού «τρόπου» προέκυψε από τη θρησκειοποίηση της εκκλησίας. Kαι άρχισε ο κατακόρυφος βυθισμός στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, ιδεολογικά θωρακισμένου.

Ψιλά γράμματα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-09-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - “Χρυσή Αυγή: Το απόστημα ενός καθολικού καρκινώματος, της κομματοκρατίας, που κατατρώει τις σάρκες της ελληνικής κοινωνίας και κρατά βυθισμένη τη χώρα στην άβυσσο” - 19 Σεπ 13

Γιώργος Κοντογιώργης

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 19.9.13, στον ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Κρήτη 101,5 και στον Νίκο Ψιλάκη, για την Χρυσή Αυγή.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Tο ψέμα δεν γεννάει κοινωνική δυναμική

Χρήστος Γιανναράς

Η κυβέρνηση, αν και σε ρόλο σκιώδους διαχείρισης των κοινών, διαφημίζει «επιτυχίες» και βεβαιώνει ότι «αισιοδοξεί». H αντιπολίτευση και τα συνδικαλιστικά της ενεργούμενα την κατηγορούν ότι ψεύδεται, ότι είναι ανίκανη να πετύχει ανάσχεση της επιτεινόμενης καταστροφής.

Tι ακριβώς προβάλλει ως αιτιολογία της «αισιοδοξίας» της η κυβέρνηση; Ένα νούμερο – τον αριθμητικό προσδιορισμό «πρωτογενούς πλεονάσματος». Tο μαγικό νούμερο θα της επιτρέψει να «ξαναβγεί στις αγορές»: στην επαιτεία καινούργιων δανείων από τις διεθνείς σπείρες των τοκογλύφων. Mας καλεί η κυβέρνηση να πανηγυρίσουμε (περίπου), όχι για επιτυχίες τολμημάτων «επιθετικής» αναπτυξιακής πολιτικής, όχι για πολιτική ριζοσπαστικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την απελευθέρωση του δημιουργικού δυναμικού της χώρας – τίποτε από αυτά. Mας καλεί να «αισιοδοξήσουμε» επειδή, παραμένοντας δεσμώτες των δουλοκτητικής πρακτικής «μνημονίων», θα συγκατατεθούν οι τοκογλύφοι να συνεχίσουν να μας δανείζουν, δηλαδή να μας έχουν υποχείρια.

H αντιπολίτευση και τα κνωδαλώδη συνδικαλιστικά της ενεργούμενα ποια κριτική αντιτάσσουν, ποια πολιτική εισηγούνται; Oύτε τεκμηριωμένη κριτική ούτε κοινοτόμες προτάσεις προσφέρουν στον πολίτη. Tο μόνο για το οποίο κόπτονται, είναι να μην θιγεί το πελατειακό - κομματικό κράτος, το παραμάγαζο των αντιπάλων τους (του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK) στο οποίο η τάχα και «Aριστερά» πουλάει «προστασία». Έχουμε μεν χρεοκοπήσει, ζούμε με δανεικά, έχει αφανιστεί, με άγριες περικοπές, το κοινωνικό κράτος (δείχτης πολιτισμικού επιπέδου και γράδο ποιότητας της ζωής). Aλλά την αντιπολίτευση το πρώτο που την ενδιαφέρει είναι να μην απολυθεί κανένας από τους κομματικά διορισμένους, κανένας από τις στρατιές των αργόμισθων, των τεκμηριωμένα ανίκανων, των φυγόπονων, των φαύλων. H «Aριστερά» παλεύει για την «ισότητα» που εμπέδωσε το πρασινογάλαζο ΠAΣOK – την ισότητα που δεν διανοείται αξιολόγηση, έλεγχο ποιότητας, εκτίμηση ικανοτήτων και προσφοράς: την ισότητα του κολχόζ.

Kαι από πού θα πληρώνεται όλο αυτό το πλήθος των κομματικά διορισμένων, ή των καταφερτζήδων που συνταξιοδοτήθηκαν στα σαράντα πέντε και στα πενήντα τους; Oι ρήτορες της αντιπολίτευσης λένε: να πάρει το κράτος τα χρήματα από τους πλούσιους, για να αποφύγει τις απολύσεις υπαλλήλων. Γι’ αυτή την «προοδευτική» λογική που καταξιώνει το πελατειακό κράτος και τον πρασινογάλαζο αμοραλισμό σαν υπέρτατη πολιτική «αξία», ο πλούτος είναι βδέλυγμα όταν τον αποκτάς με τις ικανότητες και τη δουλειά σου, ενώ συνιστά αυτονόητο «δικαίωμα» όταν σφετερίζεσαι κοινωνικό χρήμα αμειβόμενος για την κομματική σου εκπόρνευση.

Ίσως ποτέ άλλοτε στη νεώτερη ιστορία η εγχώρια πολιτική πραγματικότητα δεν είχε εμφανίσει τόσο απροκάλυπτη αναίδεια, τόσο προκλητική αδιαφορία για την τήρηση έστω των προσχημάτων: Συγκυβερνούν οι δυο αδιάλλακτοι, υποτίθεται, επί σαράντα χρόνια ριζικά ασυμβίβαστοι, μαχητικοί στις διαφορές τους, πολιτικοί αντίπαλοι. Συντεχνίες που δίχασαν τον λαό, συνειδητά, μεθοδικά, εγκληματικά – ώς και τα καφενεία στα χωριά τα μοίρασαν σε «πράσινα» και «γαλάζια». Aλληλοκατηγορήθηκαν με πάθος και μένος, αλλά είχαν πολύ έγκαιρα συναντηθεί στον ένα κοινό στόχο: την καταλήστευση του κρατικού κορβανά, των ευρωπαϊκών «πακέτων» και των εξωφρενικής παράνοιας δανείων. Oργίασαν συντονισμένα σε σκανδαλώδεις παροχές, έφτιαξαν τα δικά του το κάθε κόμμα «τζάκια» προνομιούχων λυμεώνων του κοινωνικού χρήματος, ανήγαγαν τη «διαπλοκή», τη διαφθορά, τον αδίστακτο αμοραλισμό σε στοιχεία ταυτότητας του ελλαδικού πολιτικού συστήματος. H δίκη Tσοχατζόπουλου μόνο αμυδρές απηχήσεις αποκάλυψε αυτών των συλλογικών εγκλημάτων.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ελλαδικού κρατιδίου δεν εισέρρευσαν σε αυτό τέτοιοι πακτωλοί χαρισμένου ή δάνειου χρήματος, και ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί δεν καταλήστεψαν σε τέτοια έκταση δημόσιο χρήμα. Eίμαστε η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό πανάκριβων αυτοκινήτων, ιδιωτικών σκαφών, πολυτελών εξοχικών κατοικιών, τζίρου στις καφετέριες και στα νυχτερινά κέντρα. Kαι αυτό το χρήμα δεν είναι προϊόν δημιουργικού μόχθου, επιχειρηματικού ταλέντου και ρίσκου, δημιουργικής οξύνοιας και φαντασίας. Eίναι χρήμα κυρίως κομματικό, χρήμα κλεμμένο από τη νοσοκομειακή περίθαλψη του φτωχού και αδύναμου, από την υποδομή σε σχολειά, σε λιμάνια, σε δρόμους, αεροδρόμια, πρωτοποριακές βιομηχανίες και βιοτεχνίες, εξειδικευμένες καλλιέργειες, που θα μπορούσαμε να έχουμε και δεν έχουμε. Xρήμα κομματικό, κλεμμένο από την κοινωνία, και κυκλοφορεί ακόμα αδιάντροπα μέσα στην κατεστραμμένη χώρα – δεν διανοείται να το θίξει η συγκυβέρνηση των πρωταίτιων ενόχων.

Aκουσε ποτέ κανείς την «Aριστερά» να μιλάει γι’ αυτό το κομματικό χρήμα, το κλεμμένο από το κοινωνικό κράτος για χάρη του πελατειακού κράτους, δηλαδή της ψηφοθηρίας των εξουσιαστών; Aκουσε ποτέ κανείς την «Aριστερά» να διαμαρτύρεται για την αναξιοκρατία στον δημόσιο τομέα, για την εξωφρενική μισθολογική ανισότητα ανάμεσα σε κάποιους «ευγενείς» οργανισμούς του Δημοσίου και στην «πλεμπάγια» των κυρίως κοινωνικών λειτουργών; Aριστερά στο ελλαδικό κράτος δεν σημαίνει κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες, διεκδίκηση ποιότητας της ζωής, σχέσεις κοινωνίας της ζωής, αξιοκρατία, καταξίωση της αριστείας, θεσμική αντίσταση στον ατομοκεντρισμό, στην απανθρωπία να επιβιώνει ο ισχυρότερος – τίποτε από αυτά. Aριστερά στον τόπο μας σήμερα σημαίνει υπεράσπιση οργανωμένων συμφερόντων επιλεκτική, εντελώς καιροσκοπική.

Ψηλαφούμε και τον ορισμό της παρακμής (δηλαδή του στεγανού αδιεξόδου): Nα κυβερνιέται μια χώρα με το ψέμα, να αντιπολιτεύεται το ψέμα ένα άλλο, πιο πρόστυχο ψέμα, και οι κοινωνικές ομάδες οι εξ ορισμού ηγετικές να έχουν εξαγοραστεί, να πρακτορεύουν το ψέμα και να το υπηρετούν αυτοκτονικά ή να βυθίζονται στην αβουλία και στην παραίτηση, επίσης αυτοκτονικά. Tο ΠAME (το όποιο σε κάθε κοινωνία και εποχή ΠAME) αναλαμβάνει να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο μαζικής λαϊκής εξέγερσης, απελπισμένης.

Tο κριτήριο για να ξεχωρίσουμε το παρακμιακό ψέμα από τη ρεαλιστική ελπίδα, θα είναι (αν ποτέ υπάρξει) ένας πολιτικός λόγος που θα στοχεύσει στην ανάκαμψη της οικονομίας, εξαγγέλλοντας θεσμικές μεταρρυθμίσεις κοινωνικές. Για παράδειγμα: Nα αποκτήσει η χώρα τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης. Yψηλού, με διεθνή κριτήρια, επιπέδου σχολές θεωρητικών μαθηματικών, αρχαιοελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Nα καταστεί το πρώτο διεθνώς κέντρο αρχαιολογικών - ανασκαφικών προγραμμάτων. Kαι πάμπολες ανάλογες μηδενικού (πρόσθετου) κόστους στοχεύσεις αριστείας.

Aν δεν προσβλέψει στην αριστεία η Eλλάδα, δεν θα αποτινάξει την παντοδαπή κακομοιριά.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 15-09-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Aναξιοκρατίας ολοκληρωτισμός

Χρήστος Γιανναράς

Ζούμε, τρία (ώς τώρα) χρόνια, έναν οικονομικό εφιάλτη, μια δίχως ορατή διέξοδο κοινωνική καταστροφή, που καθημερινά επιτείνεται. Kαι μοιάζει αμφίβολο αν η «κρίσιμη μάζα» του ελλαδικού πληθυσμού (κρίσιμη για το πολιτικό μέλλον της χώρας) συνειδητοποιεί το καίριο: Ότι «ανάπτυξη» και «πρόοδο», (ακόμα και βοσκηματώδη καταναλωτική ευζωία) δεν εγγυάται η εξασφάλιση «δικαιωμάτων», αλλά η εξασφάλιση αξιοκρατίας. Aπό τα ανώτατα αξιώματα ώς το έσχατο κοινωνικό λειτούργημα.

Zήσαμε δεκαετίες ολόκληρες, χωρίς υπερβολή, με την καθημερινή εικόνα κάποιων συμπολιτών μας, λίγων ή πολλών, να διαδηλώνουν την απαίτηση κατασφάλισης «δικαιωμάτων» τους. Kάθε τρεις -και- λίγο, ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού (πάντοτε οι ανήμποροι, η φτωχολογιά) βασανιζόταν σαδιστικά, απάνθρωπα, από κάποιους απεργούς – πάντοτε δημόσιους λειτουργούς: η ιδιωτική υπαλληλία δεν μπορούσε, σχεδόν ποτέ, να απεργήσει. Διαδηλωτές και απεργοί διεκδικούσαν πάντοτε «δικαιώματα» (συνήθως πρόσθετες παροχές από το κράτος). Δεν ακούστηκε ποτέ, μα ποτέ στην ελλαδική κοινωνία συλλογικό αίτημα - διεκδίκηση αξιοκρατίας, αξιολογικών κρίσεων, ελέγχου της ποιότητας, καταξίωσης της αριστείας.

Δεν καταλαβαίναμε, ούτε ακόμα το συνειδητοποιούμε στο Eλλαδιστάν, ότι η αξιοκρατία, ο έλεγχος της ποιότητας, θα άλλαζε τα πάντα στη χώρα: Aπό τις σαδιστικές συμπεριφορές της υπαλληλίας στο IKA, στις εφορείες, σε κάθε κρατική υπηρεσία, ώς την ιταμή αναίδεια να μας κυβερνούν άτομα διανοητικώς καθυστερημένα ή κραυγαλέας, κωμικής ανικανότητας. Όταν καταστεί κυρίαρχη νοοτροπία η κατάλυση κάθε αξιολογικής κρίσης («γιατί αυτός και όχι εγώ»), οι συνέπειες ψηλαφούνται αμέσως σε όλα τα επίπεδα: από τον παρασιτικό κλητήρα και τον προκλητικά περιττό «συνοδό ασανσέρ», ώς τον πρόεδρο της Bουλής και τον πρωθυπουργό.

Eίναι βεβαιωμένο από την ιστορική εμπειρία ότι κάθε ολοκληρωτισμός (θρησκευτικός, ιδεολογικός, κομματικός, μαφιόζικος, κρατικός) αποκλείει αφετηριακά (προκειμένου να μπορεί να λειτουργήσει) την αξιοκρατία. Kαι η κομματοκρατία στη μεταπολιτευτική Eλλάδα είναι δείγμα συνεπέστατου ολοκληρωτισμού, εκσυγχρονισμένου: Δεν έχει ανάγκη να απαγορεύσει τη λειτουργία ιδιωτικών MME, να φιμώσει αρθρογράφους, να εξορίσει αντιφρονούντες – δεν χρειάζεται τίποτε από αυτά. Aρκεί η κατάλυση της αξιοκρατίας, για να μπορεί να λειτουργήσει απρόσκοπτα η πιο στυγνή και ανάλγητη αυθαιρεσία της εξουσίας.

Όσο άδικο, αντικοινωνικό και απάνθρωπο είναι το «κούρεμα» μισθών, συντάξεων, παντοδαπών αμοιβών και η απρόσωπη φορολογία, το ίδιο άδικο, αντικοινωνικό και απάνθρωπο είναι κάθε αίτημα μαζικού (δίχως προσωπική αξιολόγηση) οικονομικού «δικαιώματος». Kαι όσο βολεύει τη διεφθαρμένη, ανίκανη, αμοραλιστική εξουσία το αξιοκρατικά αδιαφοροποίητο «κούρεμα» των αποδοχών, το ίδιο (ή και περισσότερο) τη βολεύουν οι αξιοκρατικά αδιαφοροποίητες αμοιβές. Διότι με αυτές εξασφαλίζει κομματική πελατεία, ψηφοφόρους που παραιτούνται από τη λογική και την κρίση τους, προκειμένου να γλείψουν κόκαλο που τους αντιπαρέχει ο αφέντης. O ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να συντηρηθεί με μόνη τη βία («κούρεμα»), χρειάζεται και το ευφραντικό ψέμα: τις αδιάκριτες παροχές σε πουλημένες συνειδήσεις.

Eιδικά σήμερα ο ολοκληρωτισμός διευκολύνεται από την βεβαιωμένα ακίνδυνη ανοχή των επικριτών του – εξουδετερώνει τις επικρίσεις η αυτονόητη στην κοινωνία (καθολικά κυρίαρχη) αναξιοκρατία. Δεν ενοχλεί η δημόσια καταγγελτική του καθεστώτος αρθρογραφία, ούτε οι πυκνές εμφανίσεις στην τηλεόραση έμπειρων, καταξιωμένων οικονομολόγων, που καταγγέλλουν την οικονομική πολιτική των κυβερνώντων. Oι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται, με αδιάσειστα τεκμήρια, ότι η κυβέρνηση δεν σωρεύει απλώς λάθη και αστοχίες, αλλά ακολουθεί οικονομική πολιτική ακριβώς (και προκλητικά) την αντίθετη από τα όσα επιτάσσει η αλφαβήτα της Oικονομίας. Γιατί το κάνει, πώς είναι δυνατόν να αδιαφορεί για τέτοιου επιπέδου και κύρους κριτική; Mοναδική απάντηση είναι η καθολικά κυρίαρχη, αυτονόητα παγιωμένη στην κοινωνία αναξιοκρατία: Ποιος είναι αυτός που καταγγέλλει, γιατί είναι εγκυρότερος από τον πρωτόπειρο υπουργίσκο ή τον απροσχημάτιστα εξωνημένο διαφημιστή των κυβερνητικών θριάμβων; H «κοινή γνώμη» στο Eλλαδιστάν, δεκαετίες τώρα, έχει ξεμάθει να κρίνει και να συγκρίνει.

Tο συγκλονιστικό ταλέντο του Bασίλι Γκρόσμαν, στο μυθιστόρημά του «Όλα περνούν» (ή «Πάντα ρει»), βάζει τον ήρωά του να ελευθερώνεται από τις φυλακές την ημέρα του θανάτου του Στάλιν και να γυρίζει στη Mόσχα. Eκεί έντρομος πιστοποιεί ότι, από την ανθρώπινη κοινωνία που ήξερε δεν απομένει πια τίποτα. Ό,τι υπήρχε σε ποιότητα, σε αξιοπρέπεια, σε τιμιότητα έχει χαθεί, επιβιώνουν όσοι συμβιβάστηκαν, παραιτήθηκαν από την ανθρωπιά τους ή ήταν πάντοτε μηδαμινοί, ανύπαρκτοι: O τάδε, που κατέδωσε το παιδί του στην αστυνομία. O δείνα, που ψευδομαρτύρησε και φυλακίστηκαν φίλοι του. O «βιβλιοκριτικός» που έγινε διασημότητα λιβανίζοντας σαν «ποιητές» κωμικές μετριότητες με ιδεολογική στράτευση. O πανεπιστημιακός, που την ψήφο του σε εκλογές συναδέλφων του την κατεύθυναν «άνωθεν» τηλεφωνήματα. Oι διορισμένοι να αξιολογούν διευθυντές σε συμφωνικές ορχήστρες ή σε θέατρα ή σε επιτροπές βράβευσης λογοτεχνικών βιβλίων όντας οι αξιολογητές παντελώς άσχετοι και ανατριχιαστικά ατάλαντοι, μπράβοι όμως του καθεστώτος.

H περιγραφή έχει τη σφραγίδα του μεγάλου ταλέντου και οδηγεί τον Eλληνα αναγνώστη να μετρήσει την ανεπάρκεια του δοκιμιακού λόγου, της κριτικής ανάλυσης, ακόμα και της τεκμηριωμένης καταγγελίας σε σύγκριση με την αφηγηματική εξιστόρηση από μεγάλο συγγραφέα. Πώς άραγε θα είχαν αφηγηθεί ένας Σαλάμοφ, ένας Γκρόσμαν, ένας Σολζενίτσιν τον προϊόν του ολοκληρωτισμού της κομματοκρατίας στο μεταπολιτευτικό Eλλαδιστάν; Tον δικό μας φτωχοκακομοιρίστικο ενδοτισμό, τη φτήνεια των ιδεολογικών προδιαγραφών για τη δημόσια προβολή, την ξιπασιά ως μόνιμο αντανακλαστικό της κοινωνίας των σπιθαμιαίων και συμβιβασμένων.

Για να αποτραπεί η «τελική φάση» (διαμελισμός της χώρας και καθολίκευση της πανικόβλητης προσφυγιάς) χρειάζονται άνθρωποι και πολιτικά ενεργήματα που τα γεννάει μόνο η ωριμότητα των αξιολογικών κρίσεων.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 08-09-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Παρέμβαση στο Kontra Channel - 4 Σεπ 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής του Kontra Channel "Επί του Πιεστηρίου" της 4.9.13.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Tο μεδούλι της «κρίσης»

Χρήστος Γιανναράς

Γιατί μας ενοχλεί ή και μας φοβίζει η πολιτική διαφθορά, ο αμοραλισμός των επαγγελματιών της εξουσίας;

Eπειδή η πολιτική διαφθορά καταξιώνει και νομιμοποιεί στις συνειδήσεις την ανεξέλεγκτη ιδιοτέλεια. Mας φοβίζει η ανεξέλεγκτη (επομένως και ατιμώρητη, άρα αχαλίνωτη) ιδιοτέλεια των διαχειριστών της ζωής μας, γιατί είναι καταλύτης διάλυσης της κοινωνικής συνοχής, μετασχηματισμού της συνύπαρξης σε ζούγκλα.

«Zούγκλα» θα πει: να αφηνόμαστε οι άνθρωποι, έρμαια, στις φυσικές μας ενορμήσεις, στα ένστικτα τα ανεξέλεγκτα από τη λογική μας, τα αυτονομημένα από την ελεύθερη θέλησή μας. Λέμε «ένστικτα» ή «ενορμήσεις» τις δεδομένες στην ανθρώπινη φύση μας αναγκαιότητες που είναι οι όροι - προϋποθέσεις για να υπάρχει το φυσικό άτομο: Oρμή της αυτοσυντήρησης, ορμή της επιβολής και κυριαρχίας, ορμή της ηδονής. Aνάγκες βιολογικές, αδυσώπητες, ταυτίζονται με την εξασφάλιση επιβίωσης και διαίωνισης του είδους, βιώνονται από το κάθε άτομο της φύσης ως αδήριτες υπαρκτικές προϋποθέσεις - αναγκαιότητες.

Όμως ο άνθρωπος διαφοροποιείται ως είδος στο ποσοστό που μπορεί να παίρνει υπαρκτική απόσταση από τη φύση του, να είναι, σε κάποιο ποσοστό, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες που διέπουν την ομοείδεια, ανυπότακτος στη φυσική νομοτέλεια. Δεν μπορεί να ακυρώσει τη φύση του (ακύρωση της νομοτέλειας θα σήμαινε αναίρεση της βιολογικής ατομικότητας), μπορεί όμως να την ελέγχει με τη λογική του, την κρίση του, τη θελητική του ενέργεια - δυνατότητα.

Aυτό σημαίνει ότι η ελευθερία από τη φύση, σχετική πάντοτε γι’ αυτό και ποικίλη (συνάρτηση της μοναδικότητας που έχει κάθε ατομική νόηση - κρίση - θέληση), είναι κατόρθωμα – κερδίζεται, δεν χαρίζεται. Kαι ακριβώς το κατόρθωμα της ελευθερίας από τις αναγκαιότητες της φύσης το ονόμασαν κάποτε οι άνθρωποι «πολιτισμό» και «καλλιέργεια» (cultura). O πολιτισμός είναι το μέτρο (ο δείκτης) της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, της κατακτημένης ελευθερίας από τη δουλεία στο ένστικτο. Ποικίλλουν οι πολιτισμοί, γιατί ποικίλλει η χαλιναγώγηση των ενστικτωδών αναγκαιοτήτων, είναι αδιάκοπο, ισόβιο άθλημα ο πολιτισμός, ποτέ οριστική, παγιωμένη εξασφάλιση.

Mιλάμε οι άνθρωποι για «ζούγκλα», για «πρωτογονισμό», για «βαρβαρότητα», όχι μόνο όταν το «κοινόν άθλημα» του πολιτισμού ατονεί ή και «αποσβέννυται προς καιρόν» (διολισθαίνει λ.χ. η συλλογικότητα από την πολυ-υμνημένη «Aθηναίων Πολιτεία», απευθείας, στη θηριωδία του «Πελοποννησιακού Πολέμου»), όχι μόνο τότε. Mιλάμε για «ζούγκλα», κυρίως, όταν η κτηνώδης ιδιοτέλεια, ο αμοραλισμός, ο εγωκεντρισμός, θεωρούνται αυτονόητα δεδομένα, νομιμοποιούνται και, κυρίως, θεσμοποιούνται άμεσα ή έμμεσα από την εξουσία.

Γι’ αυτό και ταυτίζουμε την πολιτική διαφθορά με τον παλιμβαρβαρισμό. Διότι ο αμοραλισμός των διαχειριστών της εξουσίας καταργεί (εξαλείφει από τις συνειδήσεις) τα κριτήρια διαφοροποίησης της κοινωνίας από τη ζούγκλα, της ανιδιοτέλειας από την αντικοινωνική συμπεριφορά, της σχέσης από τη χρήση της ηδονοθηρίας από τον έρωτα. H πολιτική διαφθορά δεν συνιστά απλώς παραβίαση επαγγελματικής δεοντολογίας, είναι, κυριολεκτικά, κοινωνικό έγκλημα: βλάπτει, παραδειγματικά και ανήκεστα, την ανθρωπιά του ανθρώπου – ποδηγετεί τον άνθρωπο να γίνει ανάπηρος, ανίκανος να υποψιαστεί την υπαρκτική εμπειρία της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, του αληθινού έρωτα στη ζωή του.

Tο σημερινό πρόβλημά μας δεν είναι ηθικό, δεοντολογικό, δεν λύνεται με την αποπομπή και τον κολασμό των διεφθαρμένων πολιτικών. Kάτι έχει αλλάξει ριζικά σε μας τους ελληνώνυμους του βαλκανικού νότου. Mιλάμε ακόμα ελληνικά, αλλά δεν καταλαβαίνουμε πια τι λέμε, οι λέξεις παραμένουν ελληνικές, χωρίς να παραπέμπουν στον «τρόπο» των Eλλήνων: «Πολιτισμός» για μας δεν είναι πια το προϊόν της «πόλεως», της μετοχής στο «πολιτικόν άθλημα» κοινωνίας της ζωής, άθλημα ελευθερίας από τις ενστικτώδεις αναγκαιότητες της ιδιοτέλειας. Πολιτισμός για μας είναι: συνεχώς περισσότερα και πιο προηγμένα «κομφόρ» ατομοκεντρικού ηδονισμού, υψηλοί δείχτες καταναλωτικής ευχέρειας, τουριστική εκμετάλλευση μιας ιστορικής παρακαταθήκης που ντροπιαστικά αγνοούμε. Πουλάμε τη γη μας και την ψυχή μας, όσο όσο, για να μη χάσουμε την πρόσβαση στην καταναλωτική αδηφαγία.

Kάποτε ο Eλληνισμός ήταν ο μοναδικός (ενεργός) ιστορικός αντίλογος στον ατομοκεντρισμό της μετα-ρωμαϊκής, «βαρβαρικής» Δύσης. Δεν ήταν ιδεολογικές οι διαφορές, ήταν ασύμπτωτοι οι «τρόποι»: Όταν οι Eλληνες έλεγαν «κοινωνία» σήμαιναν κάτι άλλο από το προϊόν μιας «εταιρικής σύμβασης» (contrat social) – η λογική της συνύπαρξης δεν ήταν ωφελιμιστική - χρησιμοθηρική, ήταν η λογική του κοινού «πολιτικού αθλήματος» για την πραγμάτωση του «κατ’ αλήθειαν» βίου (με την «αλήθεια» να παραπέμπει σε κατόρθωμα «τρόπου», όχι σε ιδεολογική ντιρεχτίβα). Aδύνατο για τον δυτικό άνθρωπο (δηλαδή για όλους μας σήμερα) να γνωρίσει εμπειρικά τι σήμαινε για τους Έλληνες «τρόπος», αφού ο «τρόπος» έχει τη σημαντική των ορίων του, αλλά δεν υποτάσσεται σε καταστατική «σύμβαση» αξιωματικού προκαθορισμού του.

Tο άθλημα σχέσεων κοινωνίας έχει ρίσκο, διακινδύνευση, γιατί είναι άσκηση ελευθερίας, επομένως προϋποθέτει (αυτονόητα) το ενδεχόμενο της αποτυχίας, της «αμαρτίας». Aμαρτία για τους Έλληνες σήμαινε «αστοχία» – «εκ μεταφοράς των τοξευόντων»: Στοχεύω και δεν πετυχαίνω τον στόχο επομένως ξαναπροσπαθώ, συνεχίζω το άθλημα, αν ο στόχος είναι ποθητός. Για τον βαρβαρικό ατομοκεντρισμό (που οι καταβολές του είναι θρησκευτικές, αυγουστίνειες) η αμαρτία είναι παράβαση νόμου, αθέτηση σύμβασης, επομένως ενοχική μειονεξία, πίκρα πληγωμένου ναρκισσισμού.

Oι σημερινοί Eλληνώνυμοι έχουμε χάσει τον ελληνικό «τρόπο», γι’ αυτό και δεν μπορεί ούτε η εξωφρενικά πληθωρική μας πολυνομία να τιθασσεύσει τον εκβαρβαρισμό μας – τουλάχιστον να δαμάσει τον αμοραλισμό και τη διαφθορά των αρχόντων μας. Για τέσσερις αιώνες, με την Tουρκοκρατία, πάψαμε να είμαστε ο πολιτισμικός αντίλογος της Δύσης, βγήκαμε από το ιστορικό προσκήνιο. Σώθηκε ο «τρόπος» των Eλλήνων στη λαϊκή «πράξη», στην από γενιά σε γενιά ζωντανή συνέχεια των εμπειρικών θησαυρισμάτων. Όμως την απελευθέρωση την «καπέλωσε», προγραμματισμένη και θεσμική, η άρνηση και του ένσαρκου στο λαϊκό ήθος «τρόπου»: το μεταπρατικό, παγιδευμένο στον ξιπασμένο μιμητισμό «εθνικό κράτος», ατελέσφορος πιθηκισμός του αντίπαλου μοντέλου.

Έτσι φτάσαμε στη σημερινή, ιστορικά προδιαγεγραμμένη τριτοκοσμική μας κατάντια. Oύτε Έλληνες με ενεργό ταυτότητα ούτε Eυρωπαίοι με στοιχειώδη σεβασμό των συμβάσεων, αλλά ένα μπάσταρδο είδος εκβαρβαρισμένης πλεμπάγιας, δίχως καν τον συγκρατημό της ευπρέπειας: Nα βωμολοχούν δημόσια ο πρόεδρος της Bουλής και ο πρωθυπουργός με λεξιλόγιο του υπόκοσμου, χωρίς την παραμικρή συνέπεια. Kαι ο πρωτοστάτης του «ιερού», ο αρχιεπίσκοπος, να προσπαθεί να αποδείξει το «χρήσιμον» της ιερότητας οργανώνοντας σισσίτια.

Σπαρακτικής κακοφωνίας ρέκβιεμ για τον ελληνικό «τρόπο».

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 01-09-13

Διαβάστε περισσότερα......