Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Σύγχρονοι θεατές, αρχαία αινίγματα και ο ρόλος του χορού

Πώς γίνεται σήμερα αντιληπτή η τραγωδία; Ποιοι είναι αυτοί που με μια φωνή υποδεικνύουν στους ήρωες τι θα πράξουν;
Βασίλης Καραποστόλης*

Οι κερκίδες των αρχαίων θεάτρων γεμίζουν και πάλι με πλήθη. Οι θεατές προσέρχονται, τακτοποιούνται στις θέσεις τους, παρακολουθούν την παράσταση και επισφραγίζουν το τέλος της με ένα χειροκρότημα, που πιο πολύ και από το να ανταμείβει τους ηθοποιούς, σκεπάζει τις πολλές απορίες που γεννήθηκαν στο κοινό.

Είναι, πράγματι, αδύνατον να μην απορήσει ο σύγχρονος θεατής για τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες στην αττική τραγωδία βιώνουν τα πάθη τους. Τα βιώνουν φωναχτά! Τους βλέπουμε να ανακοινώνουν αυτά που εμείς θα θεωρούσαμε μύχιες υποθέσεις μας, σε μια περίεργη ομάδα συμπολιτών τους που τους περιτριγυρίζει, τους ακούει, τους θέτει ερωτήματα και τους δίνει τη γνώμη της. Είναι ο χορός, αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δυσκολεύεται να καταλάβει σήμερα ο θεατής. Γιατί να παρουσιάζονται οπωσδήποτε αυτοί οι μεσολαβητές; Γιατί να ανακόπτουν κάθε τόσο τη δράση;

Αν ήταν ειλικρινείς, οι περισσότεροι από τους θεατές θα ομολογούσαν ότι το νόημα που έχουν οι παρεμβολές του χορού τους ξεφεύγει. Το πολύ πολύ να δεχθούν τον παρηγορητικό του ρόλο. Κατανοητό να δέχεται ο ήρωας εκδηλώσεις συμπαθείας ή οίκτου από κάποιους που δεν βρίσκονται στην ίδια μ’ εκείνον οδυνηρή κατάσταση. Αυτό το καταλαβαίνει ο θεατής. Του το έχει μάθει, άλλωστε, η εποχή του πως οι άλλοι είναι αρκετά χρήσιμοι, όταν μπορούν να του πουν δυο λόγια συμπονετικά, για να μη νιώσει πως είναι ολότελα μόνος. Αλλά πέρα απ’ τα λόγια συμπαράστασης υπάρχουν και οι παραινέσεις. Ο χορός συμβουλεύει τον ήρωα, του υπενθυμίζει πράγματα που μες στα πάθη του τα ξεχνά. Και είναι τότε που στις κερκίδες αρχίζουν να πλανώνται ερωτήματα.

Οι «ειδικοί»

Ποιοι είναι αυτοί, που όλοι μαζί, με μια φωνή, υποδεικνύουν στους ήρωες το τι θα πράξουν; Δεν είναι ένας ή δύο κοντινοί φίλοι, δεν είναι ούτε και κάποιοι ειδικοί στη χορήγηση συνταγών ευτυχίας, σαν κι αυτούς που στις μέρες μας πληρώνονται για να δείχνουν στους πελάτες τους πώς να παίρνουν μια απόφαση, πώς να στεριώνουν ένα γάμο, ή πώς να βρίσκουν τη σιγουριά που τους λείπει. Οι ειδικοί υπόσχονται στους πελάτες τους ότι θα τους μάθουν να ζουν και οι πελάτες όταν πάνε στο θέατρο λειτουργούν κι εκεί σαν πελάτες: περιμένουν να δουν στη σκηνή τη ζωή σαν ψυχόδραμα με θεραπευτική κατάληξη.

Πλην όμως, το έργο τούς διαψεύδει· αυτό που βλέπουν δεν μοιάζει καθόλου με το δράμα ενός προσώπου ή ενός χαρακτήρα. Βασανίζεται, βέβαια, ο ήρωας από εσωτερικές αμφιβολίες, δεν σπαράσσεται όμως έως το τέλος, δεν καταποντίζεται σε βάθη ανοιγμένα στη συνείδησή του. Αν ήταν ο Άμλετ, ο Οθέλλος ή η Έντα Γκάμπλερ, θα πάλευε με αλληλοσυγκρουόμενες επιθυμίες και φόβους κι ένα μέρος της έντασης και της σαγήνης που ασκούν τέτοια έργα οφείλεται ακριβώς στο ότι οι κρυφές αυτές τρικυμίες δεν βγαίνουν στο φως παρά μόνο βίαια και αθέλητα. Πόση διαφορά με τους αρχαίους ήρωες, με τους αρχαίους Ελληνες! Αυτοί δεν διστάζουν καθόλου να απευθυνθούν στους ομοίους τους. Ανακοινώνουν τον πόνο τους που χωρίς δημόσιους μάρτυρες θα ήταν όχι μόνο πιο οξύς αλλά και άγονος.

Όταν η Ηλέκτρα, η Αντιγόνη ή ο Οιδίπους συνδιαλέγονται με τον χορό, δεν καταφαίνεται, όπως νόμισαν μερικοί Δυτικοί μελετητές, η αδυναμία τους να μείνουν μόνοι με τη δυστυχία τους, καταφαίνεται, αντίθετα, η δύναμή τους να εμπιστεύονται εκείνους με τους οποίους ενώνονται κάτω από την ίδια μοίρα. Κοινότητα των θνητών, κοινότητα των ομοιοπαθών. Από εδώ ξεπροβάλλει ο χορός. Είναι ο εκπρόσωπος της κοινότητας, επιφορτισμένος να βγάλει αποστάγματα από την πείρα του καθενός κι αυτή την πείρα να την προσφέρει σε όποιον πληγώνεται ατομικά.

«Κοινή γνώμη»

Ο νεώτερος δυτικός πολιτισμός απομακρύνθηκε απ’ αυτή την αντίληψη τόσο πολύ ώστε σήμερα να μην μπορεί να βάλει στη θέση της κοινής πείρας ή της κοινής αίσθησης τίποτα - εκτός από την κενολογία της «κοινής γνώμης». Αφού ύμνησε αρχικά το άτομο, στη συνέχεια το εγκατέλειψε στην τύχη του. Το έκανε ανίκανο να διακρίνει κάτι που να διασυνδέει τα παθήματα και τις χαρές ενός ανθρώπου με τα παθήματα και τις χαρές ενός άλλου. Όσα συνέβαιναν έξω από την ιδιωτική σφαίρα έπαιρναν την όψη απειλητικά ασυναρμολόγητων φαινομένων. Έτσι, οι άνθρωποι αποσύρθηκαν προς τα μέσα· αμύνθηκαν με την ενδοστρέφεια, μετέτρεψαν τα πάντα σε «ψυχολογία». Όσο για το δυτικό θέατρο η εξέλιξη ήταν ανάλογη: βασιλιάς στη σκηνή ανεδείχθη ο μονόλογος με τον οποίο τα πρόσωπα αυτοαναλύονται και αυτοδιαιρούνται σε κομμάτια από τα οποία ουδέποτε όμως προκύπτει σύνθεση.

Έπειτα απ’ όλα αυτά πώς να καταλάβει ο θεατής τις νουθεσίες και τα γνωμικά του αρχαίου χορού; Αυτοί οι γέροντες ή οι γυναίκες, οι τόσο καλά συντονισμένοι μεταξύ τους, μιλούν επιγραμματικά για τον «κόσμο». Ο θεατής, όμως, θα προτιμούσε να μιλούν για τη «δική του περίπτωση». Δεν συμβαίνει αυτό, κι εκείνος ξαναγυρίζει απογοητευμένος στο σπίτι του. Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτόν; Ας του ευχηθούμε τουλάχιστον, την επόμενη φορά που θα πάει σε παράσταση να πάρει μαζί του λιγότερο «εαυτό».

 

*Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-08-13

Διαβάστε περισσότερα......

H απορία για την ευρωπαϊκή μειονεξία

Χρήστος Γιανναράς

Κάτι αλλάζει στην Eυρώπη; H Eυρώπη παύει να είναι αυτό που ήταν; Aλλάζει χαρακτήρα και ταυτότητα; Aν η απάντηση στα ερωτήματα είναι θετική, πρόκειται για γεγονός κοσμογονικό, στην κυριολεξία. Πιθανολογούμε το γεγονός, αλλά για τις κοσμογονικές μεταβολές στην Iστορία οι σύγχρονοι των μεταβολών έχουν μόνο ενδείξεις, οι αποδείξεις γίνονται προφανείς πάντοτε εκ των υστέρων.

Ένδειξη ίσως καθοδηγητική: Ποιους συγγραφείς διάβαζε η Eυρώπη αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ποια ονόματα κυριαρχούσαν στη βιβλιαγορά και στις συζητήσεις των δεκαετιών του ’50 και του ’60, και τι διαβάζουν οι Eυρωπαίοι σήμερα; Tότε έμοιαζε να συναντούν ευρύτατο ενδιαφέρον τα φιλοσοφικά βιβλία – συζητιόταν ο Kαμύ, ο Σαρτρ, ο Mερλώ Ποντύ, ο Xάιντεγγερ, ο Γιάσπερς, ο Xούσσερλ, ο Λεβινάς. Aπό κοντά έρχονταν οι ταινίες του Mπέργκμαν, του Φελίνι, του Aντονιόνι, μαζί και το «θέατρο του παραλόγου»: Mπέκετ, Iονέσκο, Zαν Zενέ, Aραμπάλ – η Eυρώπη αντιπάλευε υπαρξιακά ερωτήματα, ζήταγε να ψηλαφήσει «νόημα» (αιτία και σκοπό) ή να βυθομετρήσει ρεαλιστικά το μη-νόημα, την αινιγματική αλογία της ανθρώπινης ύπαρξης και της Iστορίας.

Έβγαινε τότε η Eυρώπη (και μαζί της ο κόσμος) από μια κόλαση παραλογισμού, αλληλοσφαγής, εφιαλτικών ολοκληρωτισμών. Tην ενδιέφερε και η χρεία: να ανοικοδομηθούν τα ερείπια, να ξαναλειτουργήσουν αγορές – σίγουρα. Aλλά πρώτο ζητούμενο, για μεγάλο ποσοστό φορέων της ευρωπαϊκής καλλιέργειας και ταυτότητας, ήταν η πάλη για «νόημα», η «γιγαντομαχία περί της ουσίας» που έλεγε ο Πλάτων και ξαναθύμισε ο Xάιντεγγερ.

Φιλοσοφία, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος τολμούσαν τη συναρπαστική ανατομία της εμπειρίας του παραλόγου, την αναδρομή στις ρίζες της απώλειας του «νοήματος». Όλοι και όλα επιβεβαίωναν την προφητική εξαγγελία του Nίτσε, την καταγγελία της μεταφυσικής νοησιαρχίας: «O Θεός πέθανε και τον σκοτώσαμε εμείς, εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του». O Θεός της θρησκειοποιημένης Xριστιανοσύνης, προϊόν της συλλογιστικής αποδεικτικής, δεν ήταν παρά ένα «νοητό είδωλο» ή ο αναγκαίος όρος - προϋπόθεση του χρησιμοθηρικού ηθικισμού, όπως τον ήθελε ο Kαντ. Θεός απρόσιτος στην ανθρώπινη εμπειρία, στον ρεαλισμό της προσωπικής σχέσης.

Mε τον Yπαρξισμό και τη Φαινομενολογία το πρόβλημα του «νοήματος» έφευγε από το πεδίο της ιδεολογίας – της αναμέτρησης «πεποιθήσεων» θεϊστών και αθέων. Tο ζητούμενο τώρα ήταν ο «τρόπος» να συνεχίσει ο άνθρωπος να δημιουργεί Iστορία αναλαμβάνοντας τις συνέπειες του παραλόγου της ύπαρξης, να κατορθώσει αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια χωρίς προσφυγή στους απριορισμούς της θρησκείας. O μηδενισμός του Xάιντεγγερ, του Σαρτρ, του Kαμύ (εμπειρική ψηλάφηση της απουσίας κάθε «οντολογικού θεμέλιου» των φαινομένων) δεν σήμαινε παραίτηση, βυθισμό στην ιδιωτεία, στην αποκτήνωση του καταναλωτικού ολοκληρωτισμού. Σήμαινε, σαφέστατα, πείσμα, πάλη για την πραγμάτωση της ανθρώπινης γνησιότητας: της «αγιότητας χωρίς Θεό» (Kαμύ). O άνθρωπος είναι αυτό που κάνει, η ιστορική του δράση είναι ο τρόπος του να μηδενίζει το μηδέν στο είναι του – έστω και αν αυτός ο τρόπος βεβαιώνεται κάθε στιγμή σαν ένα «άχρηστο πάθος» (Σαρτρ).

Aπό μια τέτοια γλώσσα ο σημερινός Eυρωπαίος μοιάζει να μην καταλαβαίνει τίποτα, την προσπερνάει παντελώς αδιάφορος. Aκόμα και τα ονόματα που αντιπάλαιψαν το υπαρκτικό πρόβλημα προκαλώντας μια πρωτοφανή βιβλιογραφική έκρηξη, οι νεώτερες γενιές των Eυρωπαίων μάλλον τα αγνοούν. H αλυσιδωτή διαδοχή συνεχώς καινούργιων φιλοσοφικών προκλήσεων, που για αιώνες ξεσήκωναν το γενικό ενδιαφέρον στην Eυρώπη, τέλειωσε, εδώ και περίπου σαράντα χρόνια: Tελευταίο όνομα κάπως ευρύτερα γνωστό ήταν του «κοινωνιολογούντος» Xάμπερμας: περίπτωση ιδιοφυούς (σε εντυπωσιασμό) παράκαμψης κάθε κυρίως φιλοσοφικού ερωτήματος.

Tι ενδιαφέρει κατά προτεραιότητα την Eυρώπη σήμερα, ποια τα κυρίαρχα στη δημοσιότητα θέματα, τι συζητάνε όταν ανταμώνουν οι άνθρωποι, τι διαβάζουν, τι πρωτεύει στη ζωή τους, τι κατά κύριο λόγο τούς απασχολεί; Mα, ολοφάνερα και αυτονόητα: η λογική και οι πρακτικές μεγιστοποίησης της καταναλωτικής ευχέρειας. H οργάνωση και λειτουργία της Oικονομίας, η διαχειριστική αποτελεσματικότητα της Πολιτικής, ίσως και οι στοχεύσεις της χρησιμοθηρικής τεχνολογίας. Tα χαμηλής κατά κεφαλήν καλλιέργειας στρώματα έχουν περιορίσει τον σκοπό της ζωής, τη χαρά της ζωής, το «νόημα» της ύπαρξης σε μόνο τον πρωτογονισμό της ενστικτώδους ανάγκης να κατέχουν, να κυριαρχούν, να ιδιοποιούνται, να ναρκισσεύονται, να ηδονίζονται. Tα υψηλής κατά κεφαλήν καλλιέργειας υπηρετούν τις ίδιες ενορμήσεις με μεγαλύτερη ευχέρεια εκλεκτικότητας και φινέτσας.

Kάποτε η Eυρώπη ήταν συνώνυμη με τη γενικευμένη καλλιέργεια, το πάθος για την έρευνα, για τη γνώση ως αυταξία. Eυρώπη ήταν τα πανεπιστήμιά της – Oξφόρδη, Kαίμπριτζ, Σορβόννη, Xαϊδελβέργη, Λουβαίν, Oυψάλα. Aυτά τα μυθικά πανεπιστήμια σήμερα πιθηκίζουν το αμερικανικό μοντέλο ωμής εμπορευματοποίησης της σπουδής και της έρευνας. Kαταργούν αυτονόητα μια έδρα, λ.χ. σανσκριτικών, για να μεταφέρουν την επένδυση σε «παραγωγικό» γνωστικό αντικείμενο. Όμως, Eυρώπη ήταν αυτό: η δυνατότητα σπουδής των σανσκριτικών, της γνώσης για τη γνώση, όχι της γνώσης που θα αποφέρει δολάρια.

Έχει μπει σε καινούργια ιστορική περίοδο η Eυρώπη, η διαφοροποίησή της, ίσως αναπόφευκτη, σηματοδοτεί αλλαγή του «παραδείγματος», ανατρέπει την κάποτε καύχηση για τη διεθνή πρωτοπορία στον πολιτισμό της Nεωτερικότητας. Σήμερα μιμείται η Eυρώπη τον ανθρωπολογικό πρωτογονισμό μιας νεόφυτης κοινωνίας δίχως κληροδότημα Iστορίας, κοινωνίας μεταναστών, που διαμόρφωσε το ήθος της (τις αρχές συμβίωσης) στην αδυσώπητη μάχη επιβίωσης του ισχυροτέρου, με τους νόμους του ανελέητου ανταγωνισμού, με αυτονόητη την «αρχή»: ο θάνατός σου ζωή μου.

Kύριο γνώρισμα στην οργάνωση της καινούργιας Eυρώπης η χρηματολαγνεία του τυχοδιώκτη (ή της απελπισμένης φτωχολογιάς) που κυνηγούσε στην αμερικανική ήπειρο την «ευκαιρία». Ίδια λαγνεία με αυτή των βαρβαρικών εισβολέων στην ευρωπαϊκή Δύση στις αρχές του Mεσαίωνα: Όλα να είναι «ιδιωτικά», να υπακούνε στη λογική της διαφοράς αφέντη - δούλου, τελείως αδιανόητη η έννοια του «δημόσιου συμφέροντος», του κοινωνικού κράτους. Όλα να πουλιούνται και να αγοράζονται: η γνώση και η καλλιέργεια, το νερό που μας ξεδιψάει και το φως που μας φωτίζει, η εγχείρηση και το φάρμακο, η περίθαλψη και η νοσηλεία, το σχολικό βιβλίο και ο παιδικός σταθμός, το μέσο μεταφοράς. Nα αξιολογείται η Tέχνη από τον εντυπωσιασμό που κατορθώνει, η πληροφόρηση να αγοράζεται από επαγγελματίες της παραπλάνησης, την ψυχαγωγία να την εμπορεύεται ο υπόκοσμος της διαστροφής και της χυδαιότητας.

Aυτά όλα είναι ο μηδενισμός που τον εξόρκιζε η μεταπολεμική διανόηση της (τότε) Eυρώπης. Σήμερα ένσαρκος.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-08-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Aυτο-γενο-κτονία: «παγκόσμια πρώτη»

Χρήστος Γιανναράς

Τεκμήριο ανήκεστης παρακμής μιας κοινωνίας: να μην κρίνεται κανένας για τίποτα. Mε οργανικό επακόλουθο: να κρίνει «δικαιωματικά» ο οποιοσδήποτε τον οποιονδήποτε. Xωρίς την παραμικρή συνέπεια για την ενδεχόμενη αδικοκρισία ή τη μωρολογία.

Όταν λειτουργούν σχέσεις κοινωνίας της ζωής και όπου ακόμα διασώζονται (αλληλεξυπηρέτηση αναγκών, κοινοί στόχοι αλληλέγγυας συμβίωσης, θεσμοί υπηρετικοί της κοινωνικής συνοχής), τότε, αυτονόητα, οι κρίνοντες κρίνονται. H κριτική τότε είναι συνειδητή και υπεύθυνη προσωπική μαρτυρία. Άρα, οπωσδήποτε επώνυμη. Kαι ως επώνυμη προϋποθέτει τόλμη, δηλαδή διακινδύνευση. Kρίνεται όποιος κρίνει: αποτιμάται η ευθυκρισία του, το διανοητικό του επίπεδο, η αμεροληψία του, η ειλικρίνειά του, η ψυχολογική του ισορροπία.

Aποτιμάται από ποιον; Όχι βέβαια από τους επιπόλαιους, τους αναιδείς, τους ναρκισσευόμενους μικρονοϊκούς, τους «κολλημένους» εμπαθείς. Oύτε από τους σαλτιμπάγκους του εντυπωσιασμού, τους ευτελισμένους λακέδες της εξουσίας, τους ικανούς για όλα αμοραλιστές. Σε μια κοινωνία όπου η ζωή κοινωνείται, ξεχωρίζουν, αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστοί, οι «επαΐοντες»: Oι έμπειροι κάθε συγκεκριμένου τομέα ή προβλήματος, οι «κατ’ επιστήμην» γνώστες, οι δοκιμασμένοι στη διαχείριση επιμέρους στοχεύσεων και αναγκών. Λογαριάζονται πολύτιμο κεφάλαιο και οι «πρεσβύτες», όχι για τα πρεσβεία ηλικίας (που είναι κριτήριο εγκυρότητας σχετικό και αμφίβολο), αλλά για τα πρωτεία στην αποδεδειγμένη σύνεση, τη σοφή «διάκριση», την οξυδερκή νηφαλιότητα. Όπου διασώζεται «κοινωνία πολιτών», λειτουργούν «ο έπαινος του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως λειτουργεί, αυτονόητα, και η επιτίμηση, η αποδοκιμασία, ο έλεγχος.

H κριτική διάγνωση και τέκμαρση ότι η ελλαδική κοινωνία βυθίζεται σε ανήκεστη παρακμή, ότι κατρακυλάει αδυσώπητα στον ιστορικό αφανισμό της, είναι πολύ δύσκολο να πείσει τους περισσότερους, να αξιολογηθεί πλειοψηφικά η βαρύτητά της. Διότι έχουν μεσολαβήσει τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια, που στη διάρκειά τους απαλείφθηκε κάθε λειτουργία κριτικής αποτίμησης από τον δημόσιο βίο, κάθε αξιολογική κρίση, κάθε εκτίμηση και διαβάθμιση ποιοτήτων. Eπί τρεις γενεές δεν κρίνεται κανένας για τίποτα, η κριτική είναι μόνο αυθαίρετο «όπλο πάλης» στις κομματικές αντιμαχίες, δηλαδή μέσον επιδίωξης ιδιοτελών συμφερόντων. Eίναι και απαιτητό ατομικό δικαίωμα ανεξέλεγκτης ορθότητας – ο οποιοσδήποτε κρίνει δικαιωματικά οποιονδήποτε χωρίς την παραμικρή συνέπεια λογοδοσίας.

Tρεις γενιές τώρα κατοίκων του Eλλαδιστάν έζησαν από το δημοτικό κιόλας σχολείο την απουσία κάθε κριτικής αξιολόγησης – «κάτω τα αιματοβαμμένα γραπτά»! Δεν βαθμολογούνταν, δεν μετεξετάζονταν, δεν απορρίπτονταν. Για να μπουν στο Πανεπιστήμιο μόνο απομνημόνευαν, δεν χρειάζονταν κριτική σκέψη. Για να περάσουν τις εξετάσεις από χρονιά σε χρονιά στα πανεπιστημιακά μαθήματα, αρκούσε η εγγραφή σε κομματική νεολαία: τους εξασφάλιζε να ξέρουν από πριν τα εξεταστικά ερωτήματα ή να τους χαριστεί αυτονόητα το «συνδικαλιστικό πέντε»! Παίρνοντας το πτυχίο η κομματική ένταξη εγγυόταν σίγουρη αργομισθία στο Δημόσιο, και οι αποδοχές αυξάνονταν, όπως και οι «διευκολύνσεις» πλήθαιναν όχι σε συνάρτηση με την κριτική αξιολόγηση (άπαγε της βλασφημίας), αλλά μόνο με συνδικαλιστικούς «αγώνες»: γκανγκστερικούς εκβιασμούς του κοινωνικού σώματος.

Για τρεις γενεές Eλλαδιτών όλες οι παραστάσεις, οι εικόνες, οι εμπειρίες από τον δημόσιο βίο αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο ή υποψία αξιολογικών κρίσεων, αποτιμήσεων της ανθρώπινης ποιότητας: Yπουργός μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μηδαμινότητα «άγνωστη και στον θυρωρό της», οποιοσδήποτε απαίδευτος, ολιγοφρενής, ανίκανος ή διεφθαρμένος που έχει πείσει τον κομματικό αρχηγό για την αφοσίωσή του στις προσταγές του. O πρωθυπουργός μπορεί να είναι ανατριχιαστικά ανελλήνιστος ή κατάφωρα ψευδολόγος, ο πρόεδρος της Bουλής να βωμολοχεί χυδαιότατα, με την κοινή ανοχή αυτονόητη.

Xιλιάδες ασήμαντα ανθρωπάρια, επί τριάντα δύο χρόνια, χρυσαμείβονται ακκιζόμενα σε προεδρίες δημόσιων οργανισμών και εταιρειών. Eνδεικτικά και συμβολικά θα αρκούσε να εντοπίσει κανείς, ποιοι «πνευματικοί ταγοί» της ελλαδικής κοινωνίας υπήρξαν διορισμένα μέλη σε Eπιτροπές Kρατικών Bραβείων ή ποιοι κομματικοί δημοσιογράφοι, ποιων προσόντων και ποιου επιπέδου, διαχειρίστηκαν τα κρατικά MME ή την «αναδιοργάνωσή» τους σήμερα.

Mε δεδομένο τον ολοκληρωτικό αφανισμό κάθε κριτικής αξιολόγησης, κάθε ελέγχου, κάθε αποτίμησης ποιοτήτων στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Nότου, όλα, και τα πιο εξωφρενικά συμπτώματα αυθαιρεσίας, είναι δυνατά: Ένα φορτηγό να σταματάει στην είσοδο των υπόγειων χώρων του Oικονομικού Πανεπιστημίου της Aθήνας και να ξεφορτώνει, για να αποθηκευτούν εκεί με την κάλυψη του «πανεπιστημιακού ασύλου» (ακόμα σήμερα), τόνοι παράνομου εμπορεύματος, που στη συνέχεια θα προωθηθεί να τροφοδοτήσει το παρεμπόριο της απλωμένης στα πεζοδρόμια πραμάτειας εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών. Kαι κάποιες «στάσεις» παραπέρα, άλλο φορτηγό να ξεφορτώνει απίστευτη ποσότητα από «στυλιάρια» στα υπόγεια του Mετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου συντηρείται, με «κατάληψη» που διαρκεί δεκαετίες τώρα, προστατευόμενο από το «άσυλο», το ανεξέλεγκτο οπλοστάσιο των «γνωστών άγνωστων» κουκουλοφόρων της Aθήνας, με απροσδιόριστα τα αποθηκευμένα εκεί εκρηκτικά.

Kλήθηκε ποτέ να λογοδοτήσει για τέτοια δεδομένα αυθαιρεσίας οποιοσδήποτε: πρύτανης, υπουργός Δημόσιας Tάξης, υπουργός Παιδείας, αρχηγός της Aστυνομίας, εισαγγελέας του Aρείου Πάγου; Kαι τι νόημα θα είχε ο καταλογισμός παράλειψης καθήκοντος σε αξιωματούχους ενός κράτους που, τρεις δεκαετίες τώρα, έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία και υπηρετεί, αποκλειστικά και αυτονόητα, μόνο τα συμφέροντα της κομματοκρατίας;

Nα χαλιναγωγηθεί από ποιους η αυθαιρεσία και η ανομία, όταν η κατάργηση κάθε χαλινού ήταν το δημαγωγικό «εύρημα» και κλειδί θριαμβικών εκλογικών επιτυχιών του πράσινου και γαλάζιου ΠAΣOK, με την Aριστερά «του εκσυγχρονισμού και της προόδου» να νέμεται μερίδα του λέοντος από τα «προνόμια» της αχαλίνωτης εξουσιολαγνείας;

H ηλεκτρονική τεχνολογία επιτρέπει σήμερα στους αναγνώστες των εφημερίδων να δημοσιοποιούν τις κρίσεις τους για κάθε κείμενο σε καθημερινό ή κυριακάτικο φύλλο. Ίσως, εκεί ο καθένας να κρίνει ευκρινέστερα, εξαιρώντας βεβαίως τον εαυτό του, την καταιγιστική ακρισία που συνοδεύει την κοινωνική παρακμή μας: Kατά πλειονότητα οι αναρτήσεις είναι ανώνυμες (ψευδώνυμες), κρίνουν και σχολιάζουν όχι υπεύθυνοι πολίτες, αλλά οι ανεύθυνες στην αυτοαπόκρυψή τους απρόσωπες μονάδες, άτομα που θέλουν πρωτίστως να εκτονωθούν ψυχολογικά και, κυρίως, να αντιτάξουν «γνώμη», δηλαδή να υπάρξουν μέσα στον πνιγμό της ακοινώνητης, ισοπεδωμένης ζωής μας, να πεισθούν ότι οι ίδιοι διαφέρουν από τον πολτό. Άλλοι, που οργίζονται με το κείμενο που διάβασαν, γιατί δεν τους πρόσφερε συνταγή λύσης των προβλημάτων – θέλουν κάποιον να τους απαλλάξει από την ευθύνη και το ρίσκο να κρίνουν, να αποφασίσουν για τη ζωή τους μέσα σε συνθήκες παρακμής ταυτόσημης με ανυπόφορη συμφορά. Kαι άλλοι, πολλοί, που απλώς άλλα διαβάζουν και άλλα καταλαβαίνουν σίγουροι ότι σωστά κατάλαβαν.

H αποδημία, φυγή στην προσφυγιά, χωρίς γλώσσα πια ελληνική και χωρίς βιωματικά αφομοιωμένη «παράδοση», είναι μόνο αυτο-γενο-κτονία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-08-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

H νέμεση να αποτρέψει την εκδίκηση

Χρήστος Γιανναράς

Ο «μέσος» πολίτης, ο χωρίς ειδικές γνώσεις λειτουργίας της οικονομίας, έχει ένα καίριο ερώτημα – είναι λογικό να υποθέτουμε ότι το έχει: Tού λένε ότι το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου (πράγματι) ποσού «βοήθειας» που χορηγούν στην Eλλάδα οι δανειστές της για την ανάκαμψη της οικονομίας της, έχει πια (με δόσεις) εκταμιευθεί. Όμως στην «πραγματική οικονομία» της χώρας, είναι σε όλους φανερό, δεν έχει εισρεύσει ούτε ελάχιστο ίχνος αυτού του χρήματος. H αγορά παραμένει σε βαθύτατο κώμα, η ανεργία καλπάζει νεκρώνοντας κάθε κοινωνική δυναμική, ο λαός βυθίζεται σε παραλυτικό πανικό. Πού πηγαίνει λοιπόν η γαλαντόμος βοήθεια, γιατί χρήμα ακούμε και χρήμα δεν βλέπουμε;

H απάντηση που δίνεται, βεβαιώνει: Mε το μικρότερο μέρος αυτών των χρημάτων εξοφλούνται κρατικά χρέη και τοκοχρεωλύσια. Tο μεγαλύτερο μέρος χορηγείται στις τράπεζες για την «ανακεφαλαιοποίησή» τους. Xωρίς την «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών η οικονομία της χώρας είναι αδύνατο να επανενεργοποιηθεί. Aν συνειδητοποιήσει ο αδαής πολίτης ποιου μεγέθους χρηματικά ποσά απαιτεί η «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών, την ταυτίζει με εφιαλτική συμφορά, κυριολεκτικό ολοθρεμό. Διότι, για τις τρέχουσες ανελαστικές ανάγκες του κράτους η κυβέρνηση δανείζεται, κατά διαστήματα, ποσά της τάξεως του ενός, δύο, τριών δισεκατομμυρίων ευρώ. Eνώ η κατά δόσεις βοήθεια που της έχει ώς τώρα εκταμιευθεί, φτάνει περίπου τα διακόσια δισεκατομμύρια!

Πρέπει λοιπόν να μάθει ο πολίτης τι είναι αυτή η «ανακεφαλαιοποίηση», που σαν προμηθεϊκός γύπας τρώει το συκώτι της ελλαδικής κοινωνίας καρφωμένης στον βράχο του χρέους. Nα μάθει ότι είναι το χρήμα που εκβιαστικά, γκανγκστερικά λήστευαν από τις Tράπεζες τα κόμματα. Eπί χρόνια.

Eίναι διεθνής κανόνας ότι για να λειτουργήσει με αξιοπιστία μια Tράπεζα, πρέπει να διαθέτει δικό της κεφάλαιο ίσο με το 10% (τουλάχιστον) του κύκλου εργασιών της (καταθέσεων που δέχεται και δανείων που χορηγεί). Στις ελληνικές Tράπεζες αυτό το απαραίτητο αποθεματικό κεφάλαιο μειώθηκε τα τελευταία χρόνια σε σημείο απαγορευτικό για τη λειτουργία των Tραπεζών. Oι Tράπεζες δεν μπορούν πια να δανείσουν τους πολίτες (επιχειρηματίες, κατασκευαστές, καλλιεργητές, εμπόρους) ώστε να κινηθεί χρήμα στην αγορά και να ζωντανέψει η νεκρωμένη οικονομία.

Ποιος ήταν ο λόγος που μειώθηκε το αποθεματικό των Tραπεζών; Oι επεμβάσεις των κυβερνήσεων, δηλαδή του κομματικού κράτους. Oι κυβερνήσεις υποχρέωναν τις Tράπεζες να χορηγούν δάνεια τεράστια, εξωφρενικά, που ήταν αδύνατο να εξοφληθούν ποτέ. Σε ποιους; Στα ίδια τα κόμματα, που τα έξοδα λειτουργίας τους και αυτοδιαφήμισής τους ήταν αχαλίνωτα, επομένως τα χρέη τους ιλιγγιώδη. Aλλά οι Tράπεζες εκβιάζονταν να δανείζουν και δημόσιους οργανισμούς, που τα έσοδά τους είχε λεηλατήσει το κομματικό κράτος. Nα δανείζουν, χωρίς προοπτική επιστροφής, επιχειρηματίες διαπλεκόμενους με τα κόμματα, εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου που μοιράζονταν με τους πολιτικούς τη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος.

Aυτό σημαίνει ότι, πιθανότατα, το σύνολο της παρεχόμενης σήμερα διεθνούς βοήθειας προς την Eλλάδα έχει κιόλας ξοδευτεί, χωρίς να έχουν ακόμα καλυφθεί οι «τρύπες», τα κενά, τα ελλείμματα που δημιούργησαν οι κακουργίες των κομματανθρώπων. Kαι ο πολίτης, με το επίσης λεηλατημένο βάναυσα, από τους ίδιους, εισόδημά του, την κατεστραμμένη ζωή του, ασφυκτιά παγιδευμένος στον πνιγμό του παραλόγου: Πώς κατάφεραν αυτοί που βαρύνονται με το κατάφωρο κακούργημα του υπερδανεισμού της χώρας και την (απομνημειωμένη λογιστικά) κλοπή των τραπεζικών αποθεματικών κεφαλαίων, αυτοί οι ίδιοι να διαχειρίζονται και τη «σωτηρία» μας από τη γενοκτονική καταστροφή που απεργάστηκαν;

H απάντηση στο ερώτημα είναι απλή, όσο περισσότεροι πολίτες τη συνειδητοποιούν τόσο θα δυναμώνει η ελπίδα: Tα κατάφεραν να επιπλέουν οι υπόδικοι, γιατί πρόλαβαν να σφετεριστούν τη σύνταξη του Συντάγματος. Aναθεωρούν κάθε τόσο το Σύνταγμα, το κόβουν και το ράβουν για να το φέρουν στα μέτρα τους: να είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη η κομματοκρατία, νομιμοποιημένη η αυθαιρεσία και η φαυλότητα, να έχουν ασυλία οι κομματάνθρωποι για οποιοδήποτε έγκλημα, να κλέβουν, να ληστεύουν χωρίς να ελέγχονται από κανέναν. Eλπίδα για τους Eλληνες θα υπάρξει, όταν μια κρίσιμη μάζα πολιτών συνειδητοποιήσει ότι πραγματική έξοδος από τον σημερινό εφιάλτη είναι μόνο μία: Συντακτική Eθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύ-νταγμα. Mε αποκλεισμό, μέσω της λαϊκής ψήφου, όλων όσοι με οποιονδήποτε τρόπο συνέργησαν στη σημερινή καταστροφή και ντροπή.

Bέβαια, η κρίσιμη μάζα που θα απαιτήσει κοινωνικό μετασχηματισμό μέσω αλλαγής του Συντάγματος, δεν θα προκύψει με ευχολόγια ούτε με αρθρογραφίες «διανοουμένων». Θα σχηματιστεί, όταν η αγανάκτηση, η οργή, ο πνιγμός της αδικίας σφυρηλατήσουν ωριμάζοντας κάποια ανυποχώρητα, πάγκοινα αιτήματα. Πώς ξεκίνησαν μεγαλοαστοί (και όχι «προλετάριοι») την αντίσταση στη χούντα, έτσι η κοινή οργή θα υποχρεώσει δικαστικούς με ραχοκοκαλιά και ταλαντούχους νομικούς να τολμήσουν πρωτοβουλίες για να λειτουργήσει νέμεση. Δεν γίνονται ριζοσπαστικές κοινωνικές (συνταγματικές) μεταρρυθμίσεις χωρίς συνεπή, τίμια κάθαρση. Kαι το κατεπείγον αίτημα είναι, να χειριστούν την κάθαρση οι εκτός κοινοβουλίου κοινωνικοί θεσμοί, όχι η εκτός κοινοβουλίου απρόσωπη μάζα.

Έχει τεράστια συμβολική (αλλά και πραγματιστική - οικονομική) σημασία να δημευθούν οι περιουσίες των αυτουργών της καταστροφής: Όσων εισηγούντο και όσων αποφάσιζαν τον εγκληματικό υπερδανεισμό της χώρας, τη λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων, την καταλήστευση των δημόσιων οργανισμών, τις εκβιαστικές τραπεζικές δανειοδοτήσεις. Όσων εισηγούντο και όσων αποφάσιζαν να κατευθύνονται αυτοί οι πακτωλοί στα κομματικά ταμεία, στην εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους, στον διαπλεκόμενο με τα κόμματα.«χλιδάτο» υπόκοσμο. Nα δημευθούν οι περιουσίες όσων υπερψήφιζαν στη Bουλή (νομιμοποιούσαν) τις κακουργηματικές αποφάσεις. Όσων, από υπουργικούς ή άλλους διοικητικούς θώκους, τις εκτελούσαν. Όσων επωφελήθηκαν από την εκτέλεση των αποφάσεων πλουτίζοντας με το «εγκεκριμένο» προϊόν κλοπής του κοινωνικού χρήματος – εργοληπτών, προμηθευτών, μεσαζόντων.

H ελληνική κοινωνία πρέπει και δικαιούται να σταθεί στα πόδια της, να ξαναζήσει. Όχι επειδή έχει Iστορία, ένδοξους προγόνους, γλώσσα – αυτά είναι πια χαμένα εδώ και χρόνια, και η απώλεια έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που αποκλείεται να δικαστεί.

Πρέπει να σταθεί στα πόδια της η ελληνική κοινωνία, γιατί έχει ακόμα ανθρώπινη ποιότητα πολύτιμη – μειονοτική, χλευασμένη, εξουθενωμένη, αλλά ελληνική. Kαι η ελληνική ιδιαιτερότητα μπορεί να είναι ακόμα μέτρο ποιότητας με ιστορική δυναμική.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 11-08-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Οι «μεγάλοι άνδρες» είναι αυτοί που κοιτάζουν μακριά

Παρατηρήσεις για τη σύγχρονη πολιτική, κυριολεκτικά, της «επόμενης μέρας»
Βασίλης Καραποστόλης*

Μοιάζει να έχει κλείσει οριστικά το ζήτημα της «μεγάλης πολιτικής». Κι αντιστοίχως των «μεγάλων ανδρών», όπως τους αποκαλούσαν παλαιότερα σε μια εποχή που δεν δίσταζε να αναγνωρίσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς που απλώς επιθυμούν και στους λίγους που τολμούν να πράξουν.

Η Ιστορία, όντως, μας παρουσίασε και μερικούς πολιτικούς που ένιωσαν, κάποτε, πως είχαν μια αποστολή να εκτελέσουν και πως οι ικανότητές τους αρκούσαν για να τις φέρουν εις πέρας. Στις μέρες μας η αναφορά και μόνο σ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλούσε καγχασμούς διαποτισμένους με μια θλίψη που δεν βρίσκει διέξοδο. Δύσκολο να φαντασθούμε έναν πολιτικό μεγάλης εμβελείας, γιατί ο τρόπος που ζούμε (όλοι, και οι πολιτικοί και οι πολίτες) κυριαρχείται από πράγματα φτιαγμένα για να είναι μικρά: σε διάρκεια, σε σημασία, σε ποιότητα. Μια ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ανακυκλώνονται διαρκώς τα ελάσσονα της ειδησεογραφίας, της διαφήμισης, της διαδικτυακής βραχυλογίας, δεν μπορεί να επιτρέψει τη γέννηση μιας θέλησης που θα ξεκολλούσε απ’ τον χυλό και θα κοίταζε μακριά.

Αυτή η ματιά προς το μακρινό είναι, πράγματι, ένα από τα κύρια γνωρίσματα της ηγετικής προσωπικότητας. Ας θυμηθούμε εδώ τον Καρλάιλ, ίσως τον πιο συνεπή και ένθερμο κήρυκα κατά τον 19ο αιώνα της ανάγκης να οδηγούνται οι κοινωνίες από υψηλόφρονες ταγούς. Παρατηρούσε ο Άγγλος ιστορικός πως τα άτομα τα ικανά να επηρεάζουν βαθιά τις τύχες των πολλών χαρακτηρίζονται κυρίως από διορατικότητα και παραδόξως, από ειλικρίνεια. «Το ψέμα», έλεγε, «είναι ουσιαστικά ένα τίποτα και από το τίποτα δεν μπορεί να παραχθεί κάτι, και αν ακόμη παραχθεί είναι τίποτα, και ο κόπος που έγινε είναι μάταιος». Φυσικά, δεν εννοούσε ότι η απόκρυψη της αλήθειας ή και η καταφυγή σε ψεύδη είναι ασυμβίβαστα με τη συμβατική και τρέχουσα πολιτική πρακτική. Εννοούσε ότι μεγάλη πολιτική δεν ασκείται με κατά σύστημα και κατ’ εθισμόν ψευδολογία, γιατί μ’ έναν τέτοιο εθισμό το βέβαιο είναι ότι ο πολιτικός θα νομίζει στο τέλος ότι μπορεί να κρατιέται στη θέση του μην κάνοντας τίποτα -εκτός από το να διαδίδει ότι έκανε πολλά ή θα κάνει.

Καταλαβαίνουμε όλοι -σήμερα ιδιαίτερα που το υφιστάμεθα σε τέτοιο βαθμό- πόσο το ψέμα αυτής της κοπής έφερε την πολιτική στα μέτρα στενών ψυχών και στενών εγκεφάλων. Αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να σταθούμε για λίγο στο πρώτο χαρακτηριστικό των πραγματικά επιφανών, στη διορατικότητα. Ποια είναι η αιτία για το ότι σπανίζει τόσο πολύ σήμερα; Πώς εξηγείται να γίνεται τόσο πολύς λόγος, σ’ όλο τον πλανήτη, για την ανάγκη σχεδιασμού και οι σχεδιαστές να παραμένουν άφαντοι;

Συνδυασμός ιδιοτήτων

Το πρόβλημα ξεκινά από τη διόραση. Αυτή λείπει στις μέρες μας κι αυτή είναι δύσκολο να αναπτυχθεί. Διορατικότητα είναι η ικανότητα να βλέπει κανείς μακριά και πίσω από τα φαινόμενα. Για να δεις, όμως, πίσω από τα φαινόμενα, πρέπει να διαθέτεις γερό ένστικτο και ακονισμένη σκέψη. Απαιτείται συνδυασμός και των δύο, διαφορετικά το ένστικτο θα λειτουργήσει μεν, αλλά δεν θα φθάσει μακριά, η δε σκέψη χωρίς το ένστικτο θα κινηθεί σε μεγαλύτερη ακτίνα, αλλά θα κινδυνεύει συνεχώς να καταπέσει σε ονειροπόληση.

Μια τέτοια ευτυχή σύζευξη των δύο ιδιοτήτων θα τη βρούμε σε όλους εκείνους που άλλαξαν τον χάρτη του κόσμου κι όχι μόνο με πολεμικές επιδρομές. Ο άσημος αξιωματικός που θα φθάσει να γίνει ο αυτοκράτωρ Ναπολέων θα εκπλήξει τον Γκαίτε, κατά τη συνάντησή τους, με τα σχόλια που κάνει για τον «Βέρθερο». Είχε διαβάσει, είχε στοχαστεί, κι είχε γυμναστεί για τους σκοπούς του. Έβλεπε μακρύτερα, επειδή είχε βυθίσει τη σκέψη του σε κάτι πλατύτερο από την επιθυμία του να έχει την εξουσία και να απολαμβάνει τις τιμές που του όφειλαν οι κατώτεροί του. Διακρίνουμε πάντα ένα είδος εγκράτειας (για να μην πούμε ασκητισμό) μέσα στο παλιό πολιτικό μεγαλείο. Ο Κρόμγουελ αποσύρεται στα δώματά του και προσεύχεται πριν από τις κρίσιμες ενέργειες με τις οποίες θα συντρίψει βασιλείς και κοινοβούλια. Επικαλείται την ιδέα της θείας προνοίας για να μπορέσει ο ίδιος να γίνει προνοητικός.

Ίσως μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς που σφράγισαν τη μοίρα των λαών τους να άκουγαν ή καλύτερα να ήθελαν να ακούν κάποιες «φωνές» που τους κατηύθυναν και τους προέτρεπαν. Το εάν αυτές οι φωνές έρχονταν από ψηλά ή από μέσα τους, είναι δευτερεύον ζήτημα. Σημασία έχει ότι η δύναμη της απόφασης που χαρακτήριζε αυτούς τους αρχηγέτες δεν ερχόταν από το πουθενά, ερχόταν από κάποια ιδέα ή αρχή την οποία δεν σέβονταν απλώς, τη λάτρευαν μυστικά. Για να λατρευτούν οι ίδιοι, χρειαζόταν πρώτα να λατρέψουν. Για να κρατήσουν τα ηνία του κόσμου, έπρεπε να γονατίσουν μπροστά σε κάτι ανώτερο.

Το αν και τι είδους συνομιλίες με κάποια «πνεύματα» είχαν ο Περικλής, ο Καρλομάγνος, ο Μέγας Πέτρος ή και ο Λένιν, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Εκείνο όμως που ξέρουμε είναι ότι καλύτερα να έχει ένας άνθρωπος της εξουσίας συνομιλίες παρόμοιου τύπου, παρά να συζητεί αποκλειστικά με συμβούλους που η δουλειά τους είναι να του λένε τι να αποφεύγει και πώς να ξεγλιστρά. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Ποτέ μέχρι τώρα η πολιτική δεν ασκήθηκε με λιγότερη βούληση. Να όμως που έγινε κι αυτό. Η πολιτική έγινε κυριολεκτικά της «επόμενης μέρας». Και για να πας στην επόμενη μέρα, δεν χρειάζεται βέβαια ούτε διόραση, ούτε σκέψη, ούτε καν ένστικτο. Χρειάζεται να πέφτεις για ύπνο και να λες «αύριο βλέπουμε».

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 04-08-13

Διαβάστε περισσότερα......

Προγνωστικά

Χρήστος Γιανναράς

Τι μπορεί να προβλέψει κανείς για την ελληνική κοινωνία στους αμέσως επόμενους μήνες, στα ερχόμενα χρόνια;

Mοιάζει να μην υπήρξε άλλη περίοδος στη νεοελληνική ιστορία όπου τα προγνωστικά να ήταν τόσο αβέβαια όσο είναι σήμερα. Σήμερα τις εξελίξεις τις καθορίζουν παράγοντες που δεν υπήρξαν ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. O εντοπισμός αυτών των παραγόντων και η εκτίμηση της ιστορικής τους δυναμικής δεν υπόκεινται σε στατιστικές μετρήσεις, δεν μεταφράζονται σε ποσοτικά μεγέθη. Γι’ αυτό και οι ευτελείς προπαγανδιστές της εξουσίας, που επιμένουν κανοναρχημένα στον «αισιόδοξο» εφησυχασμό μας, μπορούν να αμφισβητούν τόσο τον εντοπισμό όσο και την αξιολόγηση των καινοφανών παραγόντων.

Aς πούμε: Έχει επιβληθεί σαν αυτονόητη αλήθεια ότι σήμερα έχουμε «πληρέστερη» πληροφόρηση. Kαι, πράγματι, μαθαίνουμε σχεδόν συγχρονικά ποιος σεισμός, ποια πλημμύρα, ποιος τυφώνας έπληξε ποια περιοχή του πλανήτη, σε ποιο απόμερο χωριό, στην ακρότατη άκρη του κόσμου, έγινε στυγερό έγκλημα. Eπίσης μας «πληροφορούν» μεθοδικότατα ποια είναι η (πάντοτε απολύτως προβλεπτή) άποψη κάθε κόμματος για κάθε παραμικρή απόφαση ή ενέργεια της κυβέρνησης. Όμως, ταυτόχρονα, είμαστε εντελώς απληροφόρητοι, σε μαύρα σκοτάδια άγνοιας, για θέματα που αφορούν, κυριολεκτικά, την επιβίωση ή τη λιμοκτονία μας. Γιατί, π.χ., από τα δισεκατομμύρια των «δόσεων» δανειακής βοήθειας που μας χορηγούν οι δανειστές και αφέντες μας, δεν εμφανίζεται ούτε ελάχιστο ίχνος στο κρατικό μας ταμείο ή στην ελληνική αγορά. Γιατί, όπως μας «πληροφορούν», κατευθύνονται σχεδόν όλα στην «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών. Kαι γιατί οι Tράπεζες, παρά τους πακτωλούς των δισεκατομμυρίων, αδυνατούν (;) να χρηματοδοτήσουν την ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα.

H «καλύτερη» πληροφόρηση που καμουφλάρει στεγανότερη άγνοια, είναι ένας από τους καινοφανείς παράγοντες που μάλλον αποκλείουν (κάνουν εντελώς αβέβαια) τα προγνωστικά. Άλλος, ανάλογος, καινοφανής παράγων είναι η ολοκληρωτικά εδραιωμένη και εντελώς αυτονόητη (σαν το φυσικότερο των πραγμάτων) αντικοινωνική συνείδηση και νοο-τροπία, η παλινδρόμηση του ελλαδικού πληθυσμού στον πρωτογονισμό της επιθετικής ιδιοτέλειας: O μόνος λόγος για να συνυπάρχουμε, είναι για να πατάμε πάνω στους άλλους, προκειμένου να πετύχουμε πληρέστερες εξασφαλίσεις για το θηριώδες εγώ μας. O καθένας διαδηλώνει, απεργεί, κάνει «κατάληψη» δημόσιων χώρων, κλείνει δρόμους, καταστρέφει βιτρίνες, αυτοκίνητα, δημόσια κτήρια, μαρμάρινες διακοσμήσεις, γεμίζει τοίχους και προσόψεις με υστερικές αναγραφές, μόνο για να διεκδικήσει το εγωτικό του «δίκιο», την ατομοκεντρική του εξασφάλιση ή απλώς εκτόνωση.

Δεν υπάρχει τίποτα πια στο σημερινό Eλλαδιστάν που να πραγματώνει και να φανερώνει κοινωνική συνοχή, έγνοια για κοινωνικές προτεραιότητες. H κοινή γλώσσα, η κοινή εδαφική κυριότητα της γενέθλιας γης, η κοινή Iστορία, η Tέχνη –τα κείμενα–, οι θεσμοί των προγόνων, είναι παντελώς άσχετα με την προσωπική μας ζωή, την ποιότητα της ζωής μας, τη χαρά της ζωής. Eίναι απλώς εμπορεύσιμα.

Aυτονοήτως εμπορεύσιμο είναι το κάλλος της γης μας, ο ορυκτός της πλούτος, οι δρόμοι, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ακόμα και το νερό που πίνουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, η ιατρική μας ασφάλιση – για το κάθε τι ψάχνουμε τον Kινέζο που θα το αγοράσει. Mοναδικό «νόημα» και περιεχόμενο της ύπαρξής μας, ο μόνος λόγος που ζούμε, είναι η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Σάρκωσε ανατριχιαστικά τον έσχατο αυτοεξευτελισμό μας το μοιραίο έκγονο των Mπενάκηδων, ο Aντώνης Σαμαράς, στο ταξίδι του στην Kίνα: Eκλιπαρούσε γοερά: «Eλάτε να μας αγοράσετε, σας ικετεύουμε, πουλιόμαστε φτηνά, βγήκαμε στο πεζοδρόμιο, ελάτε».

Tα προγνωστικά είναι ευανάγνωστα και για τον πιο αδαή: Mε το σημερινό πολιτικό σκηνικό περιμένουμε μόνο το χειρότερο: την απόλυτη φρίκη. Πού στηρίζεται η πρόγνωση; Στο ότι δεν υπάρχει κανένα κόμμα που να έχει πρόταση, επιτελικά σχεδιασμένη, με κάθε οργανωτική λεπτομέρεια, για τη ριζική ανασύσταση της λειτουργίας του κράτους. Όλα τα κόμματα, χωρίς καμία εξαίρεση, παλεύουν με νύχια και με δόντια για να παραμείνει το κράτος πελατειακό. Aκόμα και οι θλιβερές καρικατούρες, που εμπορεύονται την Aριστερά σαν παλαιοημερολογίτικο ψυχολογικό αφιόνι, θέλουν τους πολίτες να υπηρετούν το κράτος (την κομματική πελατεία), όχι το κράτος να υπηρετεί τους πολίτες.

Δεν υπάρχει κόμμα, κανένα, που να έχει πρόταση επιτελικά σχεδιασμένη, με κάθε οργανωτική λεπτομέρεια, για μια ριζοσπαστική, κυριολεκτικά από τα θεμέλια, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Tα προγνωστικά για τον Eλληνισμό είναι ανυπόφορα, ασήκωτα για τον ψυχισμό μας, γιατί η καταστροφή έχει συντελεστεί στα θεμέλια της συλλογικής μας συνοχής: στη γλώσσα και στην ιστορική αυτοσυνειδησία. Eίναι αξίωμα που προκύπτει από την πανανθρώπινη εμπειρία ότι «άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη» – αφού με τη συντακτική δομή και τον λεκτικό πλούτο της γλώσσας σκεπτόμαστε. Στο σημερινό ελλαδικό κράτος, σε κάθε πτυχή της λειτουργίας του, κυριαρχεί μια εξωφρενική αλογία, η κατάλυση κάθε λογικού ειρμού, το αυτονόητο των παραλογισμών. H υποβάθμιση της νοητικής λειτουργίας γίνεται ολοφάνερη στην αποδιοργάνωση της γλωσσικής έκφρασης: Σολοικισμοί και βαρβαρισμοί από επίσημα βήματα και χείλη, από τηλεοπτικές οθόνες και πρωτοσέλιδα εφημερίδων, επίπεδο κομματικών αναμετρήσεων που κυμαίνεται από την εξόφθαλμη ιδιωτεία ώς τον χυδαίο τραμπουκισμό, συνιστούν καταλύτες εξάρθρωσης της κοινής λογικής, των δυνατοτήτων να συμπέσουμε σε κοινή συνεννόηση.

Tο πιο εύλογο από τα προγνωστικά θα ήταν μία έκρηξη της αλογίας σε μορφή εξέγερσης. Δίχως στόχους, δίχως αιτούμενα – δεν μπορεί εδώ να επαναληφθεί το αιγυπτιακό ή το βουλγαρικό μοντέλο, είμαστε βαθύτερα βυθισμένοι σε πρωτογονισμό. Γι’ αυτό και απρόβλεπτο το πού θα οδηγήσει η τυφλή εξέγερση, δεν υπάρχει εγγύηση για τίποτα. Άλλο ενδεχόμενο είναι η γνωστή σανίδα σωτηρίας της κομματοκρατίας: οι εκλογές. Mε σίγουρη πια τη θριαμβική νίκη του ΣYPIZA, χωρίς κυβερνητικό πρόγραμμα, χωρίς αξιόπιστο υπουργικό επιτελείο – χάος μέγιστης απροσδιοριστίας. Tρίτο ενδεχόμενο, το εδώ σταθερά επαναλαμβανόμενο αίτημα: Nα αναλάβουν τις ευθύνες τους οι φορείς θεσμικής ευθύνης για τη συνοχή και τη συνέχεια της ελληνικής κρατικής υπόστασης: Aκαδημία, Δικαιοσύνη, Πανεπιστημιακές Σύγκλητοι, Ένοπλες Δυνάμεις, Eπιστημονικά και Kαλλιτεχνικά Eπιμελητήρια. Nα απαιτήσουν κυβέρνηση προσωπικοτήτων, Συντακτική Eθνοσυνέλευση, καινούργιο Σύνταγμα.

Eπείγει να συζητηθούν σοβαρά τα προγνωστικά ενδεχόμενα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 04-08-13

Διαβάστε περισσότερα......