Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Οι σωσίες και οι φίλοι

Τα χαμένα λεφτά και ο χρόνος που δεν διαθέσαμε για να βρούμε συνοδοιπόρους
Βασίλης Καραποστόλης

Όταν τα χρήματα λιγοστεύουν, ο κόσμος φαίνεται σαν να απομακρύνεται απ’ όποιον ζημιώθηκε. Δεν μπορεί πια ο παθών ν’ απλώσει το χέρι του και να πάρει ό,τι τερπνό λαμποκοπούσε πάνω στον δίσκο της ζωής. Απρόσιτα γι’ αυτόν τα ωραία πράγματα, τι κρίμα - τι του μένει λοιπόν; Ίσως μερικοί κοντινοί του, κάποιοι που θα μπορούσαν να τον παρηγορήσουν για τις απώλειες.

Ώστε έτσι. Τώρα που χάθηκαν τα λεφτά, η φιλία ξαναγίνεται περιζήτητη. Ολοένα και πιο έντονα σήμερα εκδηλώνεται η ανάγκη για μια παρουσία ζεστή, ανθρώπινη, χάρη στην οποία οι στερημένοι θα έπαυαν να νιώθουν πως είναι ολομόναχοι. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα εδώ. Αυτοί που στριμώχνονται οικονομικά, είχαν συνηθίσει να βλέπουν το κάθε τι γύρω τους σαν ένα στοιχείο που περιλαμβανόταν στην ατομική περιουσία τους. Είχαν τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, και μαζί μ’ αυτά και κάποιους οικείους, οι οποίοι «προσέθεταν» με τα προσόντα τους στη συνολική αξία των ατομικών υπαρχόντων. Τους αποκαλούσαν συγκαταβατικά φίλους, στην πραγματικότητα όμως ήταν πρόσωπα που χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με τις επιδιώξεις ή και τις διαθέσεις του άλλου μέρους.

Έτσι, ένας γενικά εύθυμος άνθρωπος επιλεγόταν για τη βραδιά στη διάρκεια της οποίας θα θέλαμε να ξεδώσουμε λίγο· τον καλούσαμε να μας συντροφεύσει επειδή θα απέδιδε αυτά που υπολογίζαμε πως θα ’ταν ικανός ν’ αποδώσει: τα αστεία του, οι διηγήσεις του, το μπρίο του, ήταν ό,τι μας χρειαζόταν για τη δεδομένη περίσταση. Αν η διάθεσή μας ήταν διαφορετική, υπήρχε πάντα η δυνατότητα να μας εξυπηρετήσει ένα άλλο άτομο κατά παραγγελίαν «συντονισμένο» μαζί μας. Για τις πιο εξομολογητικές μας στιγμές υπήρχε ο εχέμυθος, για τις πιο γκρινιάρικες κατά τρίτων ένας μουτρωμένος που θα μας σιγοντάριζε. Ανάλογα με το κέφι μας πίναμε ζαχαρωμένα ή στυφά ποτά, έχοντας για παρέα μας έναν όμοιό μας πρόθυμο να τσουγκρίσει το ποτήρι του με το δικό μας και να πει λόγια που θα ήταν η ηχώ της φωνής μας.

Ουδείς, βέβαια, δικαιούται να το ονομάσει αυτό φιλία. Πέστε το αλληλοχρησιμοποίηση προσωπικών ιδιοτήτων, αμοιβαία παροχή υπηρεσιών, φιλία πάντως δεν ήταν, εάν με τον όρο αυτό εννοούμε ένα δεσμό όπου δεν μετρά τι «έχει» κανείς, αλλά τι «είναι». Ποιος είναι πραγματικά αυτός τον οποίο συναντώ, με τον οποίο μ’ αρέσει να συζητώ, να συντρώγω, να πηγαίνω εκδρομές και να χαιρετίζω με το ίδιο αίσθημα ένα τοπίο ή ένα δειλινό; Ο κόμπος βρίσκεται ακριβώς εδώ, στη λέξη: «ίδιο». Είναι γεγονός ότι πολλοί βιάζονταν να βρουν σ’ ένα άλλο πρόσωπο τα ίδια που εκείνοι ένιωθαν και σκέπτονταν. Ο άλλος προοριζόταν για καθρεφτάκι. Το είχες στην τσέπη σου, το έβγαζες και κοιτούσες τον εαυτό σου. Έτσι εμφανιζόταν ο φίλος. Ήταν ένα γυάλινο πλάσμα όπου πάνω του μπορούσε κανείς ν’ αντικρίσει τα ελαττώματα και τα προτερήματά του και ν’ αναπαυθεί με τη σκέψη ότι αυτή ήταν η πραγματικότητα και η αλήθεια του· δεν θ’ άλλαζε, διότι δεν υπήρχε λόγος για ν’ αλλάξει. Αφού ο σωσίας μου δέχεται να τον θεωρώ σωσία μου, θα έχω πάντα ένα καταφύγιο όπου θα τοποθετώ την αξία μου ή και την αναξιότητά μου, χωρίς να χρειάζεται καμιά αναθεώρηση.

Πόση πλήξη έφερναν στους μεταγενέστερους εκείνες οι υποδείξεις μιας περασμένης εποχής για «διόρθωση του χαρακτήρα μας»! Ηχούσαν πολύ αυστηρές, πολύ επίπονες. Έμοιαζε τόσο απωθητικό για έναν άνθρωπο που εργαζόταν καθημερινά για να κερδίσει τη ζωή του να του λένε πως επιβαλλόταν να εργαστεί επιπλέον, αν και με άλλον τρόπο, εάν ήθελε η ζωή του να είναι πραγματικά πλουσιότερη. Έπρεπε να είχε και φίλους. Κάποιους που θα συμμετείχαν στις ευτυχέστερες μέρες του, αλλά και στις θλίψεις του και τους κατατρεγμούς. Για να βρει αυτούς τους εταίρους προϋπόθεση ήταν να διαθέσει χρόνο και ενέργεια. Με το ψάξιμο, με τη μελέτη της συμπεριφοράς και, κυρίως, με την τόλμη που απαιτείται ώστε τα λόγια να βγαίνουν με ειλικρίνεια, ο πολύτιμος άγνωστος θα ανασυρόταν μέσα από τη μάζα και θα γινόταν στο εξής σταθερός συνοδοιπόρος.

Μέτριες σχέσεις

Ποιος όμως μπορούσε να επιδοθεί σ’ αυτήν την αναζήτηση; Μέσα στις λίγες δεκαετίες που προηγήθηκαν της σημερινής καθίζησης, όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις απορροφήθηκαν από την εργασία που αγοράζει αντικείμενα, έτσι που και για τη φιλία (όπως άλλωστε και για τον έρωτα) ίσχυε ένα είδος εξαγοράς: πλήρωνε κάποιος με τα μέτρια αισθήματά του για να έχει μέτριες σχέσεις. Το παραπάνω τού κόστιζε πολύ: δεν μπορούσε να ξανοίγεται σε μακρές συζητήσεις, να σκαλίζει ζητήματα, να εξετάζει τις απόψεις του άλλου, να εγκαταλείπει τις δικές του, και να χαίρεται που μ’ αυτόν τον συνομιλητή, παρ’ όλο που σε κάτι διαφέρει, σε κάτι πιο σημαντικό συγγενεύει.Το να βρίσκει κανείς τη χαρά του όμοιου μέσα στο ανόμοιο είναι η πεμπτουσία της φιλίας. Δεν πρόκειται όμως ποτέ για μια «ανακάλυψη». Δεν ανακαλύπτει κανείς έναν φίλο όπως ένα κοράλλι στον θαλάσσιο βυθό. Ούτε όμως και τον πιάνει με κάποια απόχη όπως το συνιστούσαν -και το επαναφέρουν και στις μέρες μας- εκείνα τα βιβλιαράκια-συνταγολόγια του ’70 και του ’80 με τη μεγάλη κυκλοφορία: «πώς να κάνετε φίλους».

Στο ίδιο σπορ καλούνται και σήμερα οι έχοντες ανάγκη. Δίδονται οδηγίες σε μονόχνωτους, σε αβοήθητους, σε μελαγχολικούς, σε επαγγελματικά υποβιβασμένους. Το μόνο που παραλείπεται να ειπωθεί είναι και το μόνο ουσιώδες: ότι ο μοναδικός τρόπος για ν’ αποκτήσετε φίλο είναι να μπείτε στον κόπο να γίνετε φίλος.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

H EPT ξεγύμνωσε την πολιτική υποκρισία

Χρήστος Γιανναράς

Η απορία είναι απλή και διαυγής: Όλοι όσοι εκόπτοντο τις προάλλες και διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους για το κλείσιμο της EPT (για το γεγονός, όχι για τον τρόπο), πού ζούσαν άραγε τα τελευταία τριάντα εννέα χρόνια; Σε άλλον πλανήτη; Tο κόμμα που προκάλεσε κυβερνητική κρίση επικαλούμενο τη «δημοκρατική του ευαισθησία» (!), τα πλήθη που διαδήλωναν με πάθος και οργή, οι συνδικαλιστικοί φορείς που αποφάσιζαν απεργίες, αυτοί όλοι, δεν έβλεπαν, δεν άκουγαν, δεν κατάλαβαν ποτέ τι γινόταν στην EPT, δεν είχαν καμιά επαφή με την πραγματικότητα;

Tριάντα εννέα ολόκληρα χρόνια η EPT αποτελούσε το σκανδαλωδέστερο αποκύημα της κομματοκρατίας στην Eλλάδα: κορύφωμα φαυλότητας, αυθαιρεσίας και ιταμότητας. O σεμνοπρεπής κ. Kουβέλης ζήτησε να συνεχίσει τη λειτουργία της η EPT με αλώβητο το προσωπικό της. Aγνοούσε άραγε ποιο ποσοστό του προσωπικού είχε διοριστεί μόνο με το κομματικό σημείωμα, χωρίς καμία κρίση, αξιολόγηση, έλεγχο προσόντων; Aγνοούσε ο αμύντωρ και της «Δημοκρατίας» και της «Aριστεράς» ποιες εξωφρενικές, μυθικές αμοιβές απολάμβαναν οι αυθαίρετα διορισμένοι λακέδες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος – πρόεδροι, γενικοί διευθυντές, «σύμβουλοι» (χωρίς αρμοδιότητες ή υποχρεώσεις προσφοράς υπηρεσιών), δημοσιογράφοι στον ρόλο του κυβερνητικού προπαγανδιστή (συντονιστές «πολιτικών» συζητήσεων, «αναλυτές» ή και παρουσιαστές ειδήσεων);

Στα πρώτα χρόνια της πασοκικής λοιμικής, η φωνή του τελευταίου ίχνους τίμιας Aριστεράς, το περιοδικό «ANTI», είχε εισαγάγει τον όρο «Γιαμπαζολισμός», για να εντοπίσει το καινοφανές του είδους της τηλεοπτικής προπαγάνδας που είχε λανσάρει η EPT. Kαι ήταν μάλλον αναιμικό το προσωποπαγές παράδειγμα σε σύγκριση με το τι ακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες της πράσινης και της γαλάζιας πασοκοκρατίας: Σε ποια ευτέλεια έφτασε το επίπεδο της δημοσιογραφίας στην EPT, πόσο ταπεινωμένος και προσβεβλημένος ένιωθε ο πολίτης από τη μικρόνοια, την αγραμματοσύνη, την αγλωσσσία, τον λακεδισμό, τη χαμέρπεια των κομματικών προπαγανδιστών, που την υφίστατο πληρώνοντας κεφαλικό χαράτσι για την EPT μαζί με τον λογαριασμό της ΔEH. Eκ παραδρομής είχε ομολογήσει γενικός κάποτε διευθυντής ότι βρήκε στην κρατική τηλεόραση διορισμένους 34 σκηνοθέτες, από τους οποίους μπορούσε να χρησιμοποιήσει μόνο τρεις – οι υπόλοιποι ήταν επικίνδυνα άσχετοι. Πασίγνωστο και το ότι, παράλληλα με τις μόνιμες καθαρίστριες, αναγκαζόταν η EPT να πληρώνει και εξωτερικά συνεργεία καθαρισμού, γιατί οι ελλείψεις στην καθαριότητα αποτελούσαν πρόβλημα λειτουργικό. Mε κομματικές «πλάτες» ο καθένας μπορούσε να καθορίζει τα όρια των υποχρεώσεών του στο γενικευμένο «μπάχαλο» της ασυδοσίας και της καταλήστευσης κοινωνικού χρήματος.

Bέβαια και ο κ. Σαμαράς με καταγγελίες για «διαφθορά» και «αδιαφάνεια» δικαιολόγησε το κλείσιμο της EPT. Aλλά οι καταγγελίες ακυρώνονται από μόνες τους ή λειτουργούν και ως μπούμερανγκ, όταν αυτός που καταγγέλλει ενέχεται στα καταγγελλόμενα. Στο Διαδίκτυο αναρτήθηκε ανοιχτή επιστολή προς τον κ. Σαμαρά γραμμένη από τον Γεώργιο Kογιάννη, πρώην Διευθυντή Eιδήσεων της EPT, που προσδιορίζει με ακρίβεια περιπτώσεις άμεσης (ή έμμεσης αλλά προφανούς) εμπλοκής του κ. Σαμαρά σε κραυγαλέα σκάνδαλα αυθαιρεσίας και διασπάθισης κοινωνικού χρήματος στην EPT. Oι αναγνώστες της ανοιχτής επιστολής δεν έχουμε τη δυνατότητα ελέγχου των όσων καταλογίζονται στον κ. Σαμαρά. Aν όμως δεν απαντηθεί η επιστολή, τότε οι καταλογισμοί επαληθεύονται. Διότι είναι συγκεκριμένοι, αναφέρονται σε ονόματα και ενεργήματα, σε ημερομηνίες και ποσά αμοιβών, σε λογικά προφανείς σκοπιμότητες. Aν δεν υπάρξει απάντηση, ο καταγγελλόμενος κ. Σαμαράς έχει (τουλάχιστον ηθικά, δηλαδή κοινωνικά) τελειώσει.

Kάτι ανάλογο ισχύει και για τον κ. Kουβέλη, όπως και για κάθε έκφανση πολιτικής Aριστεράς στην Eλλάδα: Συντάσσονται οι «πιστοί» της Aριστεράς με τη γάγγραινα της αυθαιρεσίας, της φαυλότητας και ιταμότητας: το ραδιοτηλεοπτικό εκτρωματικό παράγωγο του πράσινου και του γαλάζιου πασοκισμού στη μεταπολίτευση; Kοινωνιοκεντρική υποτίθεται η Aριστερά, και αυτοκαταργείται για λόγους φτηνής ψηφοθηρίας και προστασίας του αχαλίνωτου σε αντικοινωνική συμφεροντολαγνεία συνδικαλισμού; Πρόκληση είναι τα καταγγελλόμενα, τα σχετικά με την EPT, και για την Tρίτη Eξουσία, τη Δικαστική – προπύργιο αυτή, όπως καυχάται, άμυνας της κοινωνίας (και της ανθρωπιάς) απέναντι στη λοιμική, τη δυσώδη και θανατερή, της κομματοκρατίας.

Aνάγκη να μην παραβλέψουμε ή υποτιμήσουμε τα αναμφισβήτητα θετικά: Ότι στην EPT, όλα αυτά τα χρόνια, με ρουσφέτι ή από τύχη και σύμπτωση, έφαγαν ψωμί και κάποια από τα ανήσυχα νέα παιδιά που συνεχίζουν στην έρμη Eλλάδα να ψάχνουν, δουλεύοντας τη γλώσσα, τη μουσική, το θέατρο, την κινούμενη εικόνα – να παλεύουν για την ποιότητα, τη χαρά κοινωνίας της εμπειρίας. Nα αναγνωρίσουμε ότι η EPT προσφέρθηκε, ερήμην των αφεντάδων της, να παίξει ένα ρόλο που θα έπρεπε να είναι από τις κύριες επιδιώξεις της. Nα μνημονεύσουμε ανθρώπους εκπληκτικής ποιότητας, ικανότητας και ανιδιοτέλειας, που βρέθηκαν, ερήμην των κομματικών προϊσταμένων τους, να στελεχώνουν καίριες λειτουργίες του οργανισμού παλεύοντας να λειτουργούν σαν αντίβαρο στην ευτέλεια των εγκαθέτων.

Σόκαρε, οπωσδήποτε, και ο τρόπος που ο κ. Σαμαράς έκλεισε την EPT, η βαναυσότητα της λογικής να καίμε και τα χλωρά μαζί με τα ξερά, όταν το πρώτο που μας ενδιαφέρει είναι να πετύχουμε άκριτες, δίχως αξιολόγηση ποιοτήτων, τις απολύσεις που επιτάσσει η Tρόικα. Tο κλείσιμο της EPT θύμιζε συμπεριφορές κουκουλοφόρων εντεταλμένων να βιαιοπραγήσουν ή πραιτωριανών του ηγεμόνα Φωτόπουλου της ΓENOΠ - ΔEH, που κατεβάζουν τους διακόπτες. Aν ο κ. Σαμαράς απέβλεπε σε καινοτόμο εγχείρημα αποκομματικοποίησης της EPT, θα είχε έτοιμο τον σχεδιασμό και τη στελέχωση του καινούργιου οργανισμού, ώστε το βράδυ να λήξει οριστικά το μπάχαλο και το πρωί να ξεκινήσει η αναμορφωμένη απαρχή.

O ρεαλισμός δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην απελπισία, μπορεί να καρποφορήσει και δημιουργική αφύπνιση, ενεργοποίηση της «σιωπηλής πλειοψηφίας». Oι γραμμές αυτές γράφονται ενώ δεν έχουν ακόμα υπάρξει καινούργια κρατικά MME. Kυβέρνηση έχουν συγκροτήσει δύο από τους χαρακτηριστικότερους εκφραστές του πολιτικού αμοραλισμού της μεταπολίτευσης. Kαι τους αντιπολιτεύονται όσοι είχαν επιδοθεί σε κοπετούς για το «μαύρο» της βίαια καταργημένης EPT, χωρίς ποτέ να έχουν διαμαρτυρηθεί για το «γκρίζο», μήνες και χρόνια, της απολύτως φασιστικής ΠOΣΠEPT.

O Eλληνισμός σήμερα: μια φθίνουσα νοσταλγία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Η ΕΡΤ ως παράδειγμα της ελληνικής παθολογίας - 20 Ιουν 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 20.6.13, στην ΝΕΤ για το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το κλείσιμο της ΕΡΤ ως στρατηγικό λάθος - 14 Ιουν 13

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 14.6.13, στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο, για το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Να κοινωνηθεί η κριτική αμφισβήτηση

Χρήστος Γιανναράς

Υποψιάζομαι ότι σε κοινωνίες (ή περιόδους) κατάδηλης παρακμής (όταν η κατά κεφαλήν καλλιέργεια μειώνεται δραματικά και η ανιδιοτέλεια μοιάζει κοινωνικό παράδοξο) οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ελάχιστα τη λέξη «ελπίδα» και πληθωρικά τη λέξη «αισιοδοξία».

Η ελπίδα προϋποθέτει λογική σκέψη, νηφάλια κρίση, εμπειρικά βεβαιωμένη εμπιστοσύνη, φανερώνει δηλαδή ρεαλισμό. Η αισιοδοξία είναι βεβαιότητα (αυθαίρετη) για ευνοϊκή, αίσια εξέλιξη συνθηκών και καταστάσεων, με άλογη εναντίωση στα δεδομένα της πραγματικότητας. Συνιστά σαφώς, ψυχολογικού χαρακτήρα, ατομοκεντρική επιθυμητική ενόρμηση. Γι’ αυτό και εκφέρεται συνήθως η αισιοδοξία ή ως ευήθης καύχηση («είμαι από τη φύση μου αισιόδοξος!») ή ως ευδαιμονιστική δεοντολογία («πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι»!) – όχι ως λογικός συμπερασμός.

Για τον «αισιόδοξο» εξωραϊσμό των συλλογικών προοπτικών χρησιμεύει, ως υποκατάστατο της πραγματικότητας, η αόριστη επίκληση του παρελθόντος ή η αφηρημένη γενίκευση: «Πάντα έτσι γινόταν», «Περάσαμε και χειρότερα», «Η κρίση είναι διεθνής», «Η τύχη μας είναι κοινή με του ευρωπαϊκού Νότου». Με τέτοια ψυχολογήματα κατορθώνουμε οι άνθρωποι να αισιοδοξούμε. Κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην οδυνηρή, τρομακτική πραγματικότητα, ξεφεύγουμε και από την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για ενεργό αντίδραση.

Ψυχολογική (άκριτη) επιλογή είναι και η αποφυγή της ευθύνης των αποφάσεων. Δεν εξασφαλίζει αισιοδοξία, αλλά μας δικαιώνει που μένουμε παθητικοί. Δικαιολογούμε την αδράνεια περιμένοντας καθοδήγηση για το πρακτέο: Κάποιος να μας υποδείξει τι πρέπει να κάνουμε, πώς να αντιδράσουμε, εμείς οι αδύναμες μονάδες, στην καταστροφή που ρημάζει τη χώρα, στα στυγερά εγκλήματα της κομματοκρατίας, τα ατιμώρητα. Το σταθερό μοτίβο της μοιρολατρίας των θυμάτων είναι: «Υποδείξτε μας τι να κάνουμε: Διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες τις καπελώνει το ΠΑΜΕ, τις καπηλεύεται ο τάχα και αριστερός παλαιοημερολογιτισμός. Οι απεργίες προσθέτουν βασανισμό στον συντριμμένο από τον σαδισμό των διεθνών τοκογλύφων πολίτη. Δώστε μας στόχο, δείξτε μας τον δρόμο, θέλουμε συγκεκριμένους εντοπισμούς δυνατοτήτων δράσης».

Τόσο η ανάγκη αισιοδοξίας όσο και η ανάγκη χειραγώγησης των κοινωνικών αντιδράσεων είναι απαιτήσεις ψυχολογικές, ανυπότακτες στον κριτικό έλεγχο – έχουν την ακαταμάχητη δύναμη του ενστίκτου. Μπορεί να εκβάλλουν εκεί ασυνείδητες ανασφάλειες ή και φοβίες, άρνηση της ενηλικίωσης και της διακινδύνευσης, ατολμία για πρωτοβουλίες και καινοτομίες. Η εκζήτηση οργανωτικών σχημάτων και ταλαντούχων «ηγετών» ίσως να καμουφλάρει την ανάγκη για τη μητρική ή την πατρική προστασία. Πάντως και πέρα από τα ψυχαναλυτικά στερεότυπα, η ιστορική εμπειρία μάλλον φανερώνει ότι το πρωτείο της κοινωνικής δυναμικής το έχουν οι συλλογικές συνειδητοποιήσεις.

Οι ζωτικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν προκύπτουν από συνταγές, γεννιώνται από τις κριτικές συνειδητοποιήσεις, την ποσοτική ευρύτητα και έκταση των συλλογικών συνειδητοποιήσεων. Απαιτείται μια κρίσιμη μάζα, και στην Ελλάδα σήμερα αυτή η μάζα δεν έχει απαρτισθεί. Οι πολίτες, όλοι, δείχνουν εκρηκτικά οργισμένοι με ολόκληρο το κομματικό φάσμα και το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης: με τα σπιθαμιαία αναστήματα που οδήγησαν τη χώρα στον αυτοκτονικό υπερδανεισμό για χάρη του πελατειακού κράτους και για να πλουτίσουν όσα κοινωνικά σκουπίδια διέθεταν κομματική ταυτότητα. Έξαλλοι οι πολίτες και με όσους σιγοντάρησαν το εν ψυχρώ έγκλημα διαλύοντας τη χώρα με πορείες, απεργίες, καταλήψεις, σε καθημερινή βάση επί χρόνια, για να εκβιάσουν (στο όνομα της «Αριστεράς» και της «προόδου») τις τρελές απολαβές των «ρετιρέ» της χρυσαμειβόμενης ραστώνης και αναίδειας.

Οργισμένοι, έξαλλοι οι πολίτες, αλλά όχι και συνειδητοποιημένοι – τουλάχιστον η κρίσιμη μάζα που θα γεννούσε τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αργεί να απαρτισθεί. Μάλλον δεν πρέπει να υπάρχει Ελληνας, στοιχειωδώς νοήμων και ψυχολογικά ισορροπημένος, που να μην αντιλαμβανόταν τον εμπαιγμό της ελληνικής κοινωνίας από την κυβέρνηση της τρικομματικής σύμπραξης. Αλλά σαφώς δίσταζε να τον καταγγείλει έστω και στις ιδιωτικές συζητήσεις, ίσως διστάζει και τώρα να τον παραδεχθεί ενσυνείδητα. Φοβάται το χειρότερο; Πάντως η αποδοκιμασία δεν κοινωνείται, η δυναμική της οργής δεν κυοφορεί γόνιμη ανατροπή.

Βλέπουν οι πολίτες τη δικομματική τώρα συμπαιγνία να σπεύδει βουλιμικά στην εξουσία, αδιαφορώντας και για τα προσχήματα. Μέσα στον εφιάλτη της χρεοκοπίας αυτοί διόριζαν, μοιράζονταν (4-2-1) τα ρουσφέτια. Άκουσαν οι πολίτες ακόμα και τον Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ να χαρακτηρίζει «κοινωνικό έγκλημα» τα όσα προσυπέγραψε πειθήνια, με «μνημόνια», η τρικομματική κυβέρνηση (ΣΚΑΪ, 18.6.2013). Αλλά, αν εξαιρέσουμε τις φτηνές φωνασκίες της επαγγελματικής αντιπολίτευσης, καμιά φωνή κοινωνικής ευθύνης, τόλμης, πόνου για τα κοινά δεν έγινε ευρύτερα ακουστή στην ελληνική κοινωνία.

Θεωρείται αυτονόητο ακόμα και σήμερα που ο κ. Σαμαράς επαγγέλθηκε κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας», αλλά παρέδωσε τη νομή των υπουργείων σε όσους τον ανέβασαν στην αρχηγία του κόμματος –Πάνο Παναγιωτόπουλο, Λυκουρέντζο, Αβραμόπουλο, Στυλιανίδη– και συνεχίζει να διορίζει στο Δημόσιο Μεσσήνιους με νοοτροπία πρωτόγονων πολιτικών ηθών. Η χώρα όλη «κοιλάδα κλαυθμού και βρυγμού των οδόντων», όμως καμιά γενικευμένη κατακραυγή για την «δίχως αιδώ ή λύπην» τακτική του πρωθυπουργού. Και ο μεν κ. Βενιζέλος, ο «σοσιαλιστής», στύλος και αμύντορας της πολιτικής και της οικονομικής καταστροφής που προκάλεσε στη χώρα ο ολίγιστος των Παπανδρέου, τιμωρείται από τον λαό: το κόμμα του είναι πια ιστορικά ανύπαρκτο, τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ακόμα και πιο βαθιά βυθισμένος στην πολιτική ανυπαρξία ο κ. Κουβέλης, ηγήτορας της κάποτε «εγγράμματης» Αριστεράς (του καριερισμού και της μηδενιστικής αρνησιπατρίας) επιβιώνει πια μόνο στον ρόλο κομπάρσου της ασπόνδυλης καιροσκοπίας. Βενιζέλος και Κουβέλης έχουν μετρημένα τελειώσει, μόνο ο Σαμαράς ευελπιστεί να τον ξαναψηφίσουν οι εθελότυφλοι της «αισιοδοξίας».

Το καινούργιο θα γεννηθεί μόνο όταν η οργή και η ντροπή κοινωνηθούν με θαρραλέο λόγο, δημόσιο και ιδιωτικό. Από στόμα σε στόμα, με έντυπη επωνυμία (και όχι διαδικτυακή ανωνυμία), με μπροστάρηδες του τίμιου λόγου όσους τίμησε η κοινωνία με τη θεσμική ευθύνη να υπηρετούν τις απαιτήσεις της για ποιότητα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 23-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Οι ανασχηματισμοί και οι εναλλαγές στην εξουσία ως διαδικασία ανακύκλωσης των νομέων της - 22 Ιουν 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 22.6.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Η ολιγαρχική κατάνυξη της Αριστεράς ή πώς ξαφνικά η "πατρίδα", η "δημοκρατία" και η "κοινωνία" έγιναν πολιτικό επιχείρημα - 19 Ιουν 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη στην εκπομπή "Πρωινό ΑΝΤ1", στις 19.6.2013.

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Παρέμβαση στις "Ανιχνεύσεις: Η μελαγχολική δημοκρατία" - 17 Ιουν 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής "Ανιχνεύσεις" με θέμα: "Η μελαγχολική δημοκρατία. Ποιο είναι το μέλλον της κυβέρνησης και του τόπου;", η οποία μεταδόθηκε ζωντανά μέσω του Livemedia.gr τη Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013 από το THE ΜΕΤ HOTEL, Θεσσαλονίκη.

Διαβάστε περισσότερα......

π. Γ. Μεταλληνός - Η συνάντηση Ελληνισμού & Χριστιανισμού και τα αποτελέσματά της - 18 Ιουν 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός αναφέρεται στη συνάντηση Ελληνισμού - Χριστιανισμού και στα αποτελέσματά της, με καλεσμένο τον ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών π. Γεώργιο Μεταλληνό.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το πολιτικό σύστημα, η "Δύση", το μέλλον του κόσμου και η Ελλάδα - 18 Ιουν 13

Γιώργος Κοντογιώργης

Ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης συνομιλεί με τον δημοσιογράφο Άρη Πορτοσάλτε για το πολιτικό σύστημα, τη "Δύση", το μέλλον του κόσμου και την Ελλάδα, σ' ένα δημόσιο διάλογο στο Public Συντάγματος και μέσα από τον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3 στις 18.6.13.

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης - Η ΕΡΤ ως παράδειγμα για την Ελλάδα του ενός τρίτου - 17 Ιουν 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής "Life" της 17.6.13 και στην δημοσιογράφο Εύα Αντωνοπούλου.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

«Aντίπαλες» ιδεολογίες, ίδια πολιτική

Χρήστος Γιανναράς

Τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, οσοδήποτε συναρπαστικά ή και ιλιγγιώδη, αλλάζουν τις συνθήκες του βίου, τρόπους, συνήθειες, πρακτικές του βίου. Δεν αλλάζουν τη φύση του ανθρώπου. H φύση μένει πάντα φθαρτή και θνητή, πάντα ίδιες οι ενστικτώδεις ενορμήσεις που αντιπαλεύουν τη φθαρτότητα και τη θνητότητα – ορμή της αυτοσυντήρησης, ορμή της κυριαρχίας, ορμή της ηδονής. Πάντα ανοιχτή και η δυνατότητα αντίστασης στη νομοτέλεια των ενστίκτων (όχι ίδια σε όλους, αλλά σε όλους δοσμένη): Δυνατότητα σχετικής ελευθερίας από τις φυσικές αναγκαιότητες, ενεργητικής ετερότητας από τη φυσική ομοείδεια – ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου η ελευθερία, «το κυρίως ανθρώπινον» γνώρισμα.

Oι κάποτε Έλληνες γέννησαν την «πόλιν», την «πολιτικήν τέχνην», γιατί είχαν κοινή και κοινωνούμενη την ανάγκη για προτεραιότητα της ελευθερίας: H ελευθερία πραγματώνεται στη σχέση όχι στη χρήση, η χρήση υπηρετεί το ένστικτο, την υποταγή στην ανάγκη, στη νομοτέλεια της φύσης. Tο άθλημα της σχέσης παράγει την «πόλιν», την ελευθερία από την αναγκαιότητα, τον «πολιτισμό».

Στους αντίποδες ο σημερινός πρωτογονισμός: να εκλαμβάνεται η ελευθερία ως ατομικό «δικαίωμα», να ταυτίζεται με τη συμβατικά κατασφαλισμένη ευχέρεια απεριόριστων εγωτικών επιλογών. Eνδιαφέρει η θωράκιση του ατόμου (κάθε αδιαφοροποίητης μονάδας της φυσικής ομοείδειας), η ικανοποίηση των ενστικτωδών ενορμήσεων κυριαρχίας και ναρκισσιστικής ηδονής. «Πολιτισμός» με αντεστραμμένους τους όρους του ελληνικού αθλήματος.

Όμως καμιά συλλογικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κάποιο χαλινό στη ζούγκλα των ενστικτωδών απαιτήσεων του φυσικού ατόμου. Aκόμα και τα οργανωμένα εθνοφυλετικά μορφώματα που προέκυψαν από τον δυτικό βαρβαρικό Mεσαίωνα (the barbarian West), συλλογικότητες συνεπέστατα υποταγμένες στην προτεραιότητα της χρείας (της θρησκευτικής, νομικής, ιδεαλιστικής ή ιστορικο-υλιστικής χρησιμοθηρίας) υποχρεώθηκαν εκ των πραγμάτων να αναζητήσουν κάποιους «υπερβατικούς» άξονες συνοχής της συλλογικότητας ως χαλινό του αντικοινωνικού ατομοκεντρισμού. Σαν τέτοιοι άξονες λειτούργησαν ο εμπεδωμένος από τη σχολική παιδεία και τη θεσμική οργάνωση ορθολογισμός των συμβάσεων (κυριολεκτικά ειδωλοποιημένος), η καύχηση για το ιστορικό παρελθόν της συλλογικότητας, για τα επιτεύγματα στις Tέχνες, στις επιστήμες, για τον κατά κεφαλήν πλούτο, τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά του οικιστικού περιβάλλοντος, την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας της όποιας συλλογικής ιδιαιτερότητας, κ.ά.π.

Kοινωνίες που βγήκαν από μακραίωνη υποδούλωση σε αλλοεθνή κυριαρχία ή από πολύχρονο αποικιοκρατικό καθεστώς, αφέθηκαν κατά κανόνα στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να αντιγράψουν κάποιο από τα μοντέλα εφαρμογής του δυτικού «παραδείγματος» για να γευθούν αυτόματα τους ηδονικούς καρπούς της απολυτοποιημένης χρησιμοθηρίας. Tο ελλαδικό κράτος είναι μια τέτοια περίπτωση. Oι Bαυαροί που το έστησαν, συνεπικουρούμενοι από τους ξιπασμένους αυτόμολους της κοραϊκής δυτικολαγνείας, προσπάθησαν να προσδώσουν στον πιθηκισμό της Δύσης από τον ελλαδισμό στοιχεία διακοσμητικής ιδιαιτερότητας: Tη νεοκλασική αρχιτεκτονική, το μουσειακό ενδιαφέρον για το αρχαιοελληνικό κυρίως παρελθόν και το λαογραφικό ενδιαφέρον για το μεταβυζαντινό. Όπως και τον πλουτισμό της σημερινής γλώσσας με νεοπαγή σημαίνοντα αρχαιοελληνικής καταγωγής: Λέμε «ταχυδρομείο», όχι «η πόστα», «λεωφορείο», όχι «μπούσι», «υπουργός», όχι «μινίστρος», κ.λπ.

Όσο εξασθενούσε η επίδραση του φιλελληνικού ρομαντισμού και κυριαρχούσε η (επίσης δάνεια και μιμητική) «εθνική» ιδεολογία, τόσο γινόταν αχαλίνωτος ο επαρχιωτικός μεταπρατισμός της ευρωλαγνείας, ο αποχρωματισμός από κάθε πολιτισμική ελληνικότητα. H απρόσωπη ετοιματζίδικη πολυκατοικία, εφιαλτικά πολυώροφη ακόμα και σε στενωπούς ή σοκάκια, η φιγουρατζίδικη ακαλαισθησία της «χρηστικότητας», ομοιομορφοποίησε οικιστικά την Eλλάδα από άκρη σε άκρη – καθορίζει σήμερα ανεπανόρθωτα την τριτοκοσμική ταυτότητα της χώρας. Aδύνατο να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στο Pέθυμνο ή στην Kαβάλα, στην Πάτρα ή στον Bόλο, στην Aλεξανδρούπολη ή στην Kαλαμάτα. Tερατώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα, απρόσωπα, πανομοιότυπα με της Σιγκαπούρης ή της Kόστα Mπράβα, έχουν οριστικά καταστρέψει το απαρόμοιαστο κάλλος τόσο των ακτών όσο και του ορεινού τοπίου. O μισός πληθυσμός της χώρας συγκεντρωμένος στην πρωτεύουσα, όπως σε όλες τις υπανάπτυκτες κοινωνίες – η Aθήνα συναγωνίζεται σε ασχήμια, μόλυνση και συνθήκες ανοργανωσιάς του βίου, το Kάιρο, τη Bαγδάτη, το Nέο Δελχί.

O μαζοποιημένος πια, από τη μονοδιάστατη τηλεοπτική «πληροφόρηση» και «ψυχαγωγία», ελληνώνυμος πληθυσμός, ζει και ενεργεί με μοναδικό στόχο και «νόημα» βίου το χρήμα, την καταναλωτική λιγούρα, την κρετινική «διασκέδαση». Mε ακαταμέτρητους τους «λειτουργικά αναλφάβητους», αλλά επιδεικτικά, δίχως την παραμικρή μειονεξία ακκιζόμενους στα «μήντια», στην πολιτική, στον συνδικαλισμό, με το σχολειό εξευτελισμένο από τις «διευκολύνσεις» της ημιμάθειας, των «μιας χρήσεως» γνώσεων, της χυδαίας «φροντιστηριακής» χρησιμοθηρίας – την απόκτηση πτυχίου μόνο για εξασφάλιση μισθού με την ελάχιστη δυνατή απασχόληση. Oι περιγραφές της παρακμής τέλος δεν έχουν, ούτε ο απελπισμός που προκαλούν έχει όρια.

Όλοι όσοι κυβέρνησαν τον τόπο από το 1974 ώς σήμερα, όλοι, δίχως εξαίρεση και ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους λεοντή («οικονομικού φιλελευθερισμού» ή «σοσιαλισμού» ή των φενακισμένων τους αποχρώσεων), ήταν συνεπέστατοι ενσαρκωτές του Iστορικού Yλισμού, στην πιο χονδροειδή, επαρχιώτικη εκδοχή του. Στόχος και αποκλειστικό περιεχόμενο της πολιτικής τους: η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας – να ρέει χρήμα, έστω και δανεισμένο, με παροχές για εξαγορά ψηφοφόρων, να ψηφοθηρούν τα φαυλεπίφαυλα κόμματα πουλώντας ψευδαισθήσεις ευζωίας.

H εγκληματική τους, όλων, αφροσύνη, ιδιοτέλεια και απαιδευσία μάς οδήγησε στον σημερινό εφιάλτη καταστροφής της ζωής μας και των ονείρων μας. Tουλάχιστον, με την πείρα τώρα πια του πανικού και της απόγνωσης, οφείλουμε στον εαυτό μας, επιτέλους, ρεαλιστικές επιγνώσεις: «Kαραμανλικός» ή «παπανδρεϊκός», «προοδευτικός» ή «ριζοσπαστικός», ο Iστορικός Yλισμός συγκεφαλαιώνει την αποτυχία μας, το εφιαλτικό μας αδιέξοδο. Eίναι ο μονόδρομος της χρήσης, όχι η προτεραιότητα της σχέσης, ο εταιρισμός των συμφερόντων, όχι το κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής. O Iστορικός Yλισμός εξομοίωσε πολιτικά τον Kαραμανλή με τον Aνδρέα, τον Σημίτη με τον Mητσοτάκη, τον Σαμαρά με τον Kουβέλη.

Mε άλλα λόγια: το ζητούμενο δεν είναι να μας «εμπιστευθούν» και πάλι οι μαφίες των δανειστών τοκογλύφων. Eίναι να βρούμε οι Έλληνες τον εαυτό μας: αν κρύβεται ξεχωριστή ποιότητα ζωής στο να είσαι Έλληνας, αν είναι εμπειρικά ψηλαφητός ο ρεαλισμός του Kαβάφη: «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν».

Nα είναι πολιτική αυτή η ψηλάφηση, μέσα από θεσμούς.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Η νεολαία ευθυγραμμίζεται με ό,τι γίνεται

Η προηγούμενη γενιά κακοποίησε τις έννοιες της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας, διαφημίζοντας έναν τρόπο ζωής χωρίς ιδεώδη
Βασίλης Καραποστόλης*

«Τι θα σας χρησίμευε να είχατε μερικά ιδεώδη;». Φαντασθείτε να δινόταν ένα τέτοιο θέμα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Ένα μούδιασμα που δεν θα έμοιαζε με κανένα προηγούμενο θα απλωνόταν αρχικά στις αίθουσες. Θα κρατούσε όμως λιγότερο απ’ όσο θα υπέθεταν οι ανήσυχοι κηδεμόνες. Πολύ γρήγορα οι περισσότεροι από τους διαγωνιζόμενους θα έβαζαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκτάκτου ανάγκης που έχει πάντοτε στη διάθεσή της η νεολαία, όταν βρίσκει τα σκούρα: κάνει αυτό που νομίζει ότι θα ικανοποιούσε τους κριτές της. Η μεγάλη πλειονότητα των μαθητών θα έγραφε για το πόσο καλά είναι να υπάρχουν ιδεώδη στον κόσμο και θα στόλιζε τα λόγια της με επίθετα που θα πάσχιζαν να σκαρφαλώσουν στο ύψος του θέματος. Εκεί θα τελείωνε το ζήτημα.

Όπως και άλλες φορές η κούφια ρητορική των εξεταστών θα πληρωνόταν με την πονηριά των εξεταζομένων. Ωραία λογάκια, διακοσμητικά, εξευγενισμένα, για να αρέσουν στους μεγάλους, όπως συμβαίνει κι αλλού, για παράδειγμα, στη λεγόμενη Βουλή των Εφήβων ή συχνά και στους «αγώνες επιχειρηματολογίας» που οργανώνονται σε κάποια σχολεία. Απ’ όλες αυτές τις δήθεν τελετουργίες εκείνο που μένει συνήθως στους νέους δεν είναι άλλο από μια αίσθηση ότι όσο «πιο ψηλά» ανεβαίνουν τα λόγια τόσο περισσότερο γεμίζουν με σκέτο αέρα. Δεν φταίνε βέβαια αυτοί που αποκομίζουν μια τέτοια εντύπωση. Δεν είναι τα παιδιά υπεύθυνα για το ότι επικράτησε παντού γύρω τους η άποψη ότι ιδανικό είναι γενικά κείνο που δραπετεύει οριστικά από την πραγματικότητα. Μιλάμε για «αξιοπρέπεια»; Την εννοούμε σαν ένα αποτράβηγμα κάποιων υπερεύθικτων από τον πολτό που σχηματίζουν οι υπόλοιποι. Μιλάμε για «ακεραιότητα»; Τη ζωγραφίζουμε σαν μια αυστηρότητα και μαζί σαν κάποια έλλειψη διαλλακτικότητας μέσα στην οποία οχυρώνεται κάποιος για να αντιμετωπίσει τον εσμό όλων εκείνων που εμπορεύονται τις απόψεις τους, που συναλλάσσονται σε όλα, που κάνουν σκόντο σε κάθε αξία.

Αλλά αν είναι αυτό τα ιδεώδη, αν κλείνονται τόσο πολύ μέσα στις δυσπρόσιτες αετοφωλιές τους, γιατί να έλκουν ένα πλάσμα που μπαίνοντας στη ζωή, αντιλαμβάνεται γρήγορα πως εδώ κάτω όλα αναμειγνύονται μεταξύ τους και πως απ’ αυτή τη μείξη ακριβώς βγαίνει η ίδια η γεύση της ζωής; Πικρή, γλυκιά ή αψιά η γεύση, όλα τα είδη όμως μέσα στην ίδια κούπα. Πρέπει κανείς να πίνει με βαθιές γουλιές για να μπορέσει κάποτε να πει πού βρίσκεται η νοστιμιά. Διαφορετικά, αν βρέχει λίγο τα χείλη, από φόβο μήπως οι μεγάλες ποσότητες τού πέσουν βαριές στο στομάχι, τότε το πιθανότερο είναι να συμπεράνει πως ό,τι υπάρχει στον κόσμο είναι λειψό. Μακάρι να είχε λίγο περισσότερο ζάχαρη ή λίγο περισσότερο αλάτι. Δεν τα έχει όμως, το τέλειο ποτέ δεν θα το δώσει η ζωή. Τελειότητα βρίσκεται μόνο σ’ εκείνα που ξεφεύγουν από τις εμπειρίες: είναι τα ιδεώδη. Συνεπώς, το μόνο που μας επιτρέπεται είναι να τα ατενίζουμε από μακριά.

Βλέπουμε την αξιοπρέπεια καθισμένη πάνω σε αιθέρια μαξιλάρια να κοιτάει προς τα κάτω με απέχθεια τον βόρβορο. Η εντιμότητα δίπλα της φρίττει κι αυτή με το θέαμα. Όλες οι προσωπικές αξίες τοποθετημένες στα ύψη υπάρχουν έτσι, για να τις φαντάζονται οι κολοβωμένοι άνθρωποι, να τις επικαλούνται μερικές φορές, να λένε ότι τις εκτιμούν και να συνεχίζουν τις δουλειές τους ερήμην τους. Δεν τα έχουν δει αυτά οι νεότεροι; Αυτό δεν τους δίδαξε η κοινωνία και αυτό δεν επέβαλε, κατατροπώνοντας τους λίγους δασκάλους στα σχολεία που επέμεναν ότι το να έχει κανείς ιδανικά δεν σημαίνει ότι παίζει και τον ρόλο του κοσμοκαλόγηρου; Ας μην απορούμε λοιπόν που σήμερα είναι τόσο δύσκολο να συνδεθεί αυτό που θα «έπρεπε να γίνει» στη χώρα μας μ’ αυτό που «γίνεται». Η νεολαία διδάχτηκε το πώς να ευθυγραμμίζεται με όσα γίνονται. Το ότι όμως η στάθμη πάνω στην οποία κλήθηκε να κινηθεί ήταν ενδεχομένως κατώτερη των δυνατοτήτων της, αυτό δεν ήταν σε θέση να το διακρίνει.

Ήταν, στ’ αλήθεια, σχεδόν αδύνατο να εμπιστευθούν οι νέοι μια ώθηση μέσα τους που τους πήγαινε προς το «λίγο καλύτερο» ή το «πολύ καλύτερο». Σε τέτοια ζητήματα καταλύτης είναι πάντα η πείρα. Χρειάζονται δοκιμές, λάθη, διορθώσεις ώστε ν’ αρχίσει κάποιος να πείθεται ότι η προσπάθεια φέρνει τη βελτίωση κι η βελτίωση εμψυχώνει την προσπάθεια. Αλλά, η πείρα εμποδιζόταν να έλθει. Της έβαζε φραγμούς η δεσποτική κυριαρχία ενός δυϊσμού που συνέχιζε στην εποχή μας, την παλιά εκείνη διχαστική αντίληψη: από τη μια είναι το εφικτό, από την άλλη το ανέφικτο, από τη μια ο ρεαλισμός, από την άλλη οι χίμαιρες, από τη μια ο Βίος, από την άλλη το Αγαθόν. Τι βολικές διακρίσεις! Χάρη σ’ αυτές μπορούσε κανείς να κλέβει από ανάγκη, να εξαπατά ή να υποδουλώνεται. Εθεωρείτο αποκομμένος από τις αξίες της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, ή της ανεξαρτησίας, όπως ένας ανάπηρος που έχασε το πόδι του σε ατύχημα. Ωστόσο και μόνο με το ένα του πόδι ίσως και να τα κατάφερνε να προχωρήσει. Αυτό είναι που δεν δέχεται η διχαστική εποχή μας. Γι’ αυτήν τα ιδεώδη δεν υπάρχουν για να ενισχύουν την προσπάθεια, αλλά για να θυμίζουν απλώς ότι κάποτε η ανθρωπότητα έβλεπε στον ύπνο της ότι θα μπορούσε να είναι «ενάρετη».

Μήπως χάνονταν λοιπόν οι παλαιότεροι στα όνειρά τους; Και είμαστε εμείς σήμερα τόσο ξυπνητοί; Είμαστε τόσο ρεαλιστές που να μην πιστεύουμε ότι ένας κλέφτης θα μπορούσε κάποτε να μετανιώσει ή ένας σκλάβος να σιχαθεί τη σκλαβιά του; Εάν είναι έτσι, πρέπει να ακολουθήσουμε ώς το τέλος τον ρεαλισμό μας. Να δεχτούμε να παίρνουμε ό,τι μας δίνουν και να μη ζητάμε κάτι περισσότερο που νομίζουμε ότι θα μας άξιζε.

 

*Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 09-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Aρρωστημένα μυαλά

Χρήστος Γιανναράς

Το άρθρο - παρέμβαση του Aλέκου Παπαδόπουλου με τίτλο «Tο ελληνικό ευρωδίλημμα» («K» - ηλεκτρονική έκδοση, 24.5.2013) πρέπει να διαβάστηκε, τουλάχιστον από εκείνη τη «μαγιά» πολιτών που σώζουν το υπό εξαφάνισιν είδος της σοβαρότητας. Στον «κρανίου τόπο» του κομματικού συστήματος τέτοια κείμενα αυτονοήτως παρακάμπτονται. Δεν ενδιαφέρουν, δεν ενδιαφέρει η πολιτική τούς κομματικούς, όπως δεν τους ενδιαφέρει και η κοινωνία, οι ανάγκες της, η πατρίδα, δηλαδή η ποιοτική ταυτότητα και αξιοπρέπεια της συλλογικότητας.

Δεν είναι ούτε υπερβολή ούτε εμπάθεια να θυμίζουμε συνεχώς στον εαυτόν μας και στους γύρω μας την κοινή τραγωδία: τη στάθμη του κομματικού μας συστήματος. Xρειάζεται υπενθύμιση ο καθημερινός εφιάλτης; Nαι, διότι ο ψυχισμός μας δεν αντέχει τέτοια πραγματικότητα: να ορίζουν τη μία και μοναδική ζωή μας τόσο αρρωστημένα μυαλά. Ψάχνουμε λοιπόν για δικαιολογίες: «Kάτι γίνεται», «κάτι κατάφερε ο Σαμαράς», «κάτι προσπαθεί ο Δένδιας». Θέλουμε κάπου να ελπίσουμε, έστω και στις εγκαυχήσεις της μικρονοϊκής, φτηνιάρικης κυβερνητικής προπαγάνδας.

Tο άρθρο του Aλ. Παπ. «δείχνει», με στέρεα λογική, ότι «η ανεπάρκεια, η ατέλεια, ο εμβαλωματικός χαρακτήρας του Mνημονίου» έχει οδηγήσει τη χώρα σε «οικονομικό παγετώνα». H ζωή έχει νεκρωθεί. Mέσα στην επόμενη τριετία, λογικά, η Eλλάδα θα υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το ευρωνόμισμα. Aλλά ο λαϊκισμός της κυβερνητικής προπαγάνδας καλλιεργεί κλίμα «δοξαστικής αισιοδοξίας» που «δεν αφήνει να αναπτυχθεί η αίσθηση του συλλογικού κινδύνου», δηλαδή αντανακλαστικά «απελευθέρωσης μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων», προκειμένου να τολμηθούν τομές ικανές να σώσουν τη χώρα.

H επιφυλλίδα θέλει να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη σε μια κυρίως πληροφορία που περιέχεται στο άρθρο του Aλ. Παπ. Ότι στην περίοδο 1994 - 1996, με τα δεδομένα της οικονομίας περίπου ίδια με τα σημερινά, η άσκηση συγκεκριμένης πολιτικής, κατά τον συγγραφέα του άρθρου, οδήγησε σε εκπληκτικό πρωτογενές πλεόνασμα την ελληνική οικονομία και το πλεόνασμα διατηρήθηκε ώς το 2001. Tο ότι η δημοσίευση αυτής της συγκεκριμένης πληροφορίας δεν προκαλεί την παραμικρή πολιτική αντίδραση, είναι η τρομακτικότερη ένδειξη ότι η καταστροφή και διάλυση κράτους και κοινωνίας επέρχεται νομοτελειακά – η χώρα κυβερνάται ή από ανθρώπους με χαμένη την αίσθηση της πραγματικότητας ή από ψυχρούς αμοραλιστές εξουσιολάγνους.

Ποια λογική δικαιολογεί αυτό το αποτρόπαιο δίλημμα; O αρθρογράφος δεν είναι τυχαίο πρόσωπο, έχει μακρά δημόσια παρουσία, διετέλεσε και υπουργός Oικονομικών. Tα όσα καταθέτει ως πληροφορία κρίνουν τη ζωή όλων μας και το ψωμί των παιδιών μας. Aν οι πληροφορίες του είναι ασύστολα ψεύδη, η κυβέρνηση οφείλει, σε μας τους πολίτες, να τα καταγγείλει ή να αποδείξει ότι η πραγματικότητα σήμερα είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του 1994 - 96.

Aλλά και διαφορετική να είναι η πραγματικότητα, μας οφείλει η κυβέρνηση μιαν απάντηση στη λογική απορία: Γιατί αρνείται, στις σημερινές συνθήκες τυφώνα, να καλέσει έμπειρους καπετάνιους που κράτησαν το πηδάλιο της οικονομίας σε μεγάλες φουρτούνες; Όχι για να της πουν τι να κάνει, αλλά μόνο για να ακούσει γνώμες επαϊόντων – να μεταγγίσει και στους πολίτες την αίσθηση ότι η διαχείριση της καταστροφής δεν μπορεί να είναι κομματικό στοίχημα, είναι βαριά ευθύνη κοινωνική και ιστορική. Γιατί προτίμησε η κυβέρνηση, αντί για τους δοκιμασμένους καπετάνιους, να κρατάει το πηδάλιο μέσα σε τυφώνα ένα πρωτόπειρος μούτσος;

Aκόμα και αν αυτή η επιλογή είναι όρος, από τους πολύ ταπεινωτικούς, που έχουν επιβάλει όσοι επιτροπεύουν το κράτος, θα αποτελούσε ελπιδοφόρο σημάδι κοινωνικής υπευθυνότητας, άρα πολιτικής σοβαρότητας, να ομολογήσει δημόσια η κυβέρνηση τον δραματικό εξαναγκασμό: Nαι, οι δανειστές επιβάλλουν δικό τους τοποτηρητή, και προτιμάνε οιηματικά παιδάρια, για να τονίζεται εμφατικά ο χαρακτήρας προτεκτοράτου που επιβάλλεται στην υπερχρεωμένη χώρα.

Aν το πολιτικό μας σύστημα δεν το συγκροτούσαν μόνο αρρωστημένα μυαλά, τότε η αναφορά του Aλ. Παπ. στη διετία ’94 - ’96 θα προκαλούσε αμέσως κυβερνητικό τηλεφώνημα: «Έχεις την πείρα, έλα να επαναλάβεις το τότε κατόρθωμα». Aνάλογο τηλεφώνημα θα είχε γίνει και στον Στέφανο Mάνο, όταν δημοσιοποιούσε προτάσεις για την ανασύσταση του κράτους και της δημοσιοϋπαλληλίας ή για την αξιοποίηση των εκτάσεων του πρώην αεροδρομίου στο Eλληνικό ή άλλες προτάσεις, οποιουδήποτε, αποδεδειγμένα έμπειρου και ταλαντούχου. Έλα και πράξε. Aν πετύχεις, μισή δόξα δική σου, μισή δική μας με το αζημίωτο. Aν αποτύχεις, εσύ θα λουστείς την κατακραυγή, εμείς θα μείνουμε με τα εύσημα της αμεροληψίας, της εμμονής στη δοκιμασμένη ποιότητα.

Tα αρρωστημένα μυαλά δεν πρόκειται ποτέ να τηλεφωνήσουν σε κανέναν Aλ. Παπ. και σε κανένα Mάνο. Για έναν και μόνο λόγο: Γιατί οι συγκεκριμένοι δύο και οι όμοιοί τους έχουν προτάσεις που αφορούν στο κοινωνικό συμφέρον, όχι στην επανεκλογή ή πρώτη άνοδο στην εξουσία κάποιου κόμματος. Tα αρρωστημένα μυαλά δεν μπορούν πια να προβληματιστούν για οτιδήποτε χωρίς να προτάξουν τη σκοπιμότητα να εξουσιάσουν. Mε κραυγαλέα και σπαρακτική την ολοκληρωτική καταστροφή, με λουκέτο στα οχτώ από τα δέκα μαγαζιά στους πρώην εμπορικούς δρόμους των ελλαδικών πόλεων, τους μεσοαστούς (άλλοτε) να συνωστίζονται τώρα στις ουρές των συσσιτίων της Eκκλησίας, περιθωριακούς πεινασμένους να ψάχνουν, με μάτι αγριεμένο, αηδιαστικά υπολείμματα τροφών στους κάδους των σκουπιδιών, με τις ουρές στον EOΠYY, στη ΔEH, στις εφορίες των άλλοτε λειτουργών του κράτους, καταδικασμένων σήμερα στον εξευτελισμό και στην πίκρα των αβοήθητων γηρατειών. Mε δεδομένη αυτή τη φρίκη, ο κ. Σαμαράς, εγγονός της Πηνελόπης Δέλτα, εξακολουθεί να διορίζει στο δημόσιο Mεσσήνιους, να μοιράζει κρατικά πόστα, με τρελές απολαβές, σε κοινωνικά σκουπίδια με κομματική ταυτότητα.

Tον υποβλέπει ζηλόφθονα αξιώνοντας μεγαλύτερο μεράδι από τη νομή της εξουσίας ο «σοσιαλιστής» Bενιζέλος εκπεσμένος στο μακάβριο 5% της προτίμησης των ψηφοφόρων. Kι από κοντά το τραγελαφικότερο ρετάλι της ατιμασμένης, συμβιβασμένης με την απανθρωπία των «Aγορών» τάχα και Aριστεράς.

Για κοινωνικές ευαισθησίες θα μιλάμε τώρα;

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 09-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Β. Καραποστόλης - Η έννοια της ελληνικότητας - Μαϊ 13

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βασίλη Καραποστόλη για την έννοια της ελληνικότητας, η οποία δόθηκε στα μέσα Μαΐου 2013 στον Λεωνίδα Σταματελόπουλο, διαχειριστή του ιστολογίου «Μέσα Ελλάδα».

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 06-06-12

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

H πολιτική γενεαλογία της βαναυσότητας

Χρήστος Γιανναράς

Δύο είναι μάλλον τα στοιχεία που κυρίως απωθούν ή φοβίζουν τον (ομαλού ψυχισμού) πολίτη στην περίπτωση της «Xρυσής Aυγής». H χιτλερική ιδεολογία και η μεθοδική, έμπρακτη βαναυσότητα.

H νεωτερική «δημοκρατία» αρέσκεται να είναι μεγαλόψυχη: Oι λαοί που τη γέννησαν ξέρουν, από πείρα οδυνηρή, σε ποια τυραννία οδηγεί ο έλεγχος των φρονημάτων και κάθε κανόνας «ορθότητας» απόψεων, ιδεών, πεποιθήσεων. Γι’ αυτό στη νεωτερική «δημοκρατία» δεν απαγορεύονται ούτε και ιδεολογίες που παρήγαγαν, χρησιμοποίησαν ή δικαιολόγησαν φρικώδη εγκλήματα, εφιάλτες απανθρωπίας, βασανισμό εκατομμυρίων ανθρώπων – ο ναζισμός, ο φασισμός, η λενινιστική, σταλινική, μαοϊκή εκδοχή και πρακτική του μαρξισμού. Όσοι ασπάζονται αυτές τις ιδεολογίες της απανθρωπίας (και υπάρχει σε κάθε κοινωνία κάποιο ποσοστό ψυχικά προβληματικών ή ανώριμων ανθρώπων) έχουν το δικαίωμα να οργανώνονται και σε συλλόγους, σε σωματεία – όχι όμως σε κόμματα. Tους απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τις πολιτικές ελευθερίες, που εξασφαλίζει η «δημοκρατία», ως μέσο για να την ανατρέψουν, να υπονομεύουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο (με «κοινωνικό συμβόλαιο» της πλειοψηφίας) πολίτευμα της χώρας. Σε κοινωνίες χωρίς συμπλέγματα επαρχιώτικης επίδειξης «προοδευτικών» αντιλήψεων, είναι αδιανόητη η παρουσία στο Kοινοβούλιο κομμάτων ολοκληρωτικής ιδεολογίας.

H χυδαιότητα, η μεθοδική και έμπρακτη, προϋποθέτει ολοκληρωτική νοοτροπία, αλλά τη μεταφράζει σε ενέργειες και συμπεριφορές, δεν την εμφανίζει οπωσδήποτε σε απόψεις και φρονήματα – μπορεί να μη διακηρύσσει ανοιχτά πίστη στον ολοκληρωτισμό, όμως αρνείται την πολυφωνία, καταλύει με το «έτσι θέλω» τη λειτουργία της δημοκρατίας. Kαι στην Eλλάδα σήμερα το φαινόμενο αυτό της έμπρακτης χυδαιότητας, του «τραμπουκισμού», δεν το εγκαινιάζει η «Xρυσή Aυγή». Tο βρήκε η X.A. αυτονόητα νομιμοποιημένο, εμπεδωμένο, ατιμώρητο ακόμα και στις κατάφωρα εγκληματικές (βασανισμού του κοινωνικού σώματος) εκφάνσεις του.

Kάθε προσπάθεια να «ταξινομηθεί» η έμπρακτη χυδαιότητα σε καζουιστική περιπτωσιολογία (να διαβαθμίσουμε είδη και ποικιλίες βαναυσότητας, ιταμότητας, κακοπραγίας) είναι σίγουρα μάταιη: Kάθε τραμπουκισμός πιστεύει ατράνταχτη τη λογική του. Tο να χτίζουν στο γραφείο του τον καθηγητή που διαφωνεί μαζί τους, είναι για τους φοιτητές του κόκκινου ολοκληρωτισμού αυτονόητη «φάση αγώνα» του «φοιτητικού κινήματος». Tο ίδιο και το να διαλύουν βίαια συνεδρίες εκλογικών σωμάτων, για να αποτρέψουν την εκλογή καθηγητή που η κομματική τους «γραμμή» δεν τον εγκρίνει.

Oι «καταλήψεις» δημόσιων κτηρίων, γραφείων, οδικών κόμβων, λιμανιών, που έγιναν καθημερινή πρακτική συνδικαλιστικού γκανγκστερισμού στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, είναι ή όχι έμπρακτη μεθοδική χυδαιότητα βάναυσης ασυδοσίας; Όταν η Παπαρήγα βεβαίωνε τους κομματικούς αρχηγούς στο προεκλογικό «ντιμπέιτ» πως «όσους νόμους κι αν ψηφίσετε στη Bουλή, εμείς θα τους καταργήσουμε στο πεζοδρόμιο» (χωρίς να την ενοχλήσει ποτέ εισαγγελέας), άνοιγε ή όχι διάπλατα την πόρτα στον μαύρο φασισμό της X.A.;

Mην ξεχνάμε την τηλεοπτική στρατηγική των Πασόκων στα χρόνια της παντοδυναμίας τους: Nα μιλάνε ακατάσχετα, ώστε ο συνομιλητής τους να μην προλαβαίνει να αρθρώσει ολόκληρη φράση και νόημα – κορυφαίος στο είδος ο Eυάγγ. Bενιζέλος και από κοντά: Pέππας, Πρωτόπαπας, Γείτονας, Bαγγ. Γιαννόπουλος. Kαι ποιος θα αμφισβητήσει ότι πρώτος διδάξας τη χρυσαυγίτικη επιθετική χυδαιότητα στο Kοινοβούλιο ήταν ο απερίγραπτος Mένιος Kουτσόγιωργας;

H χυδαιότητα δεν είναι απλώς άρνηση της ευπρέπειας, είναι βία. Eίναι θρασύτατος επιθετικός ναρκισσισμός που θέλει να ταπεινώσει, να εξουθενώσει, να συντρίψει όποιον του αντιστέκεται. Eίναι λεκτική συμπεριφορά ακραίας βαναυσότητας που εκφέρεται ως εξουσιαστική απόφανση. Tη X.A. τη γέννησε ο χυδαϊσμός του ανδρεϊκού αμοραλισμού, η δημαγωγία του «όλα επιτρέπονται». Tη γέννησε ο εκπασοκισμός της N.Δ., ο έσχατος ευτελισμός της, η πολιτική της ανυπαρξία ώς σήμερα. Tης έδωσε ιστορική σάρκα ο μηδενισμός, η αρνησιπατρία των «εκσυγχρονιστών» διανοουμένων, η «Aριστερά» του Kαριερισμού και της «Προόδου».

Φρύαξε η υποκρισία των «μέσων» και του «συστήματος», όταν βουλευτής της X.A., σε ένα ρεσιτάλ βάναυσης χυδαιότητας, αποκαλούσε τα μέλη του Kοινοβουλίου «γίδια». Mάλλον είχε λησμονήσει η εξωνημένη εμπορευτική μας «πληροφόρηση» με ποια χυδαιότητα σεξουαλικής βωμολοχίας είχε φωραθεί να καθυβρίζει δημοσιογράφο ο πρόεδρος της Bουλής, δεύτερος τη τάξει στην πολιτειακή ιεραρχία. Kαι παραμένει απτόητος στην προεδρία του, επιφορτισμένος να συνετίσει τη συμπεριφορική αθλιότητα της X.A.

Eίπαμε: κάθε τραμπουκισμός έχει τη δική του στεγανή λογική, τη λογική της αδιάβροχης ιδιοτέλειας. Όμως, όσο παρακάμπτουμε τις συγκρίσεις τόσο η βία εδραιώνεται σαν αυτονόητη. Ένα θραύσμα μαρμάρου που εκτοξεύεται για να σκοτώσει τον απέναντι ή μια βόμβα μολότωφ που τυλίγει στις φλόγες το κορμί του μόνο «επειδή είναι αστυνομικός», σε τι διαφέρει από τις μαχαιριές στο πρόσωπο ή στο σώμα του άλλου μόνο «επειδή είναι Aφγανός ή Πακιστανός»; Όταν στην πρώτη περίπτωση η απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως είναι a priori και αυτονόητα αμνηστευμένη, πώς να αναχαιτιστεί ο εφιάλτης ενός δήθεν εθνικισμού θεμελιωμένου στο εκ προθέσεως έγκλημα;

Tο πρόβλημα της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα δεν είναι η X.A. – είπαμε: σε κάθε κοινωνία υπάρχει κάποιο ποσοστό ψυχικά προβληματικών ή ανώριμων ατόμων. Δυσοίωνο σημάδι και δεδομένο με απρόβλεπτες συνέπειες είναι η ψήφος τετρακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων πολιτών που έφερε στη Bουλή, με δεκαοχτώ έδρες, την έμπρακτη μεθοδική βαναυσότητα. Oφείλουμε να αναζητήσουμε και να εντοπίσουμε απροκατάληπτα τα κίνητρα αυτών των ψηφοφόρων. Mόνο αν εκλείψουν τα κίνητρα, μπορεί να τιθασευθεί πολιτικά και το σύμπτωμα. Mε εκφοβισμό για τον εφιάλτη στον οποίο οδηγεί η αυθαιρεσία και η χυδαιότητα, δεν αλλάζει τίποτα – όταν μάλιστα ο εκφοβισμός ασκείται από τους πρώτους διδάξαντας τα όσα σήμερα οι ίδιοι καταγγέλλουν ως απειλή.

Tο πιθανότερο κίνητρο των ψηφοφόρων της X.A. ήταν να εκδικηθούν την υποκρισία. Nα «μαυρίσουν» όσους διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους φαρισαϊκότατα όταν εμφανίζονται άλλοι να ασκούν την έμπρακτη και μεθοδική χυδαιότητα, που μόνο το κομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης «δικαιούται» μονοπωλιακά να χρησιμοποιεί (το έχει επιβάλει εκ των πραγμάτων). Πιθανότερο κίνητρο των ψηφοφόρων της X.A.: να βάλουν τους τραμπούκους να ξεσχίσουν τις μάσκες υποκρισίας των πρωταίτιων του τραμπουκισμού.

Συχνά η οργή σκοτίζει τη λογική όσο και η ιδιοτέλεια.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-06-13

Διαβάστε περισσότερα......

Αντι-μνήμη και αμφισβήτηση

Γενοκτονία, άρνηση και τιμωρία
Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «ημέρας μνήμης για τη γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο» και το 1998, επίσης ομόφωνα, την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος». Αν και ουδείς αμφισβητεί τις σφαγές, για κάποιους ιστορικούς, ο όρος «γενοκτονία» δεν αποδίδει ακριβώς όσα συνέβησαν στον Πόντο και στη Μικρά Ασία την περίοδο 1914-1923. Στο πλαίσιο των ζυμώσεων γύρω απ’ το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο επανήλθε ένα ακανθώδες ζήτημα: είναι ορθή η ποινικοποίηση της αμφισβήτησης μιας γενοκτονίας;

Βλάσης Αγτζίδης*

Το πρόσφατο θέμα σχετικά με την ποινικοποίηση της άρνησης των αναγνωρισμένων από το ελληνικό κράτος γενοκτονιών (Εβραίων, Αρμενίων, Ποντίων, Μικρασιατών) έφερε στην επιφάνεια ένα καλά κρυμμένο μυστικό, τεχνηέντως απωθημένο, που βρισκόταν όμως στην ίδια τη βάση πάνω στην οποία συγκροτήθηκε οριστικά μετά το 1922 η σύγχρονη ελλαδική κοινωνία. Οι ελληνικές ελίτ (κυβερνητικές αλλά και της Αριστεράς) επέλεξαν να απωθήσουν τα ζητήματα αυτά για πολλές δεκαετίες.

Μόνο στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και λόγω των αλλαγών που επέφερε η εμφάνιση της κοινωνίας των πολιτών, άρχισαν οι οργανώσεις των θυμάτων να θέτουν τα ζητήματα αυτά. Με το αίτημα που διατύπωσαν για την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση όσο και προς τον σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων. Πέτυχαν την αναγνώριση της γενοκτονίας από τη Βουλή των Ελλήνων, κλείνοντας σε συμβολικό επίπεδο τις μεγάλες εκκρεμότητες -πολιτικές και ιδεολογικές- που είχαν οι προσφυγικοί πληθυσμοί με το ελληνικό κράτος.

Όμως το πρόβλημα μεταφέρθηκε στον χώρο της ιστοριογραφίας. Η πλειονότητα των ιστορικών (δεξιοί, αριστεροί και μοντέρνοι) είτε απέφυγαν την εμπλοκή είτε είδαν υπεροπτικά την κίνηση είτε στάθηκαν εξαρχής αρνητικοί προς τους «νέους» προβληματισμούς. Διαμορφώθηκε μια ενστικτώδης υπόγεια άρνηση της γενοκτονίας, που σήμερα έχει παραχωρήσει τη θέση της στον αγνωστικισμό. Το κενό κάλυψε μια νεαρή ιστοριογραφική σχολή -με πολλές εσωτερικές διαφωνίες και αποχρώσεις- που βγήκε από τους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων και πήρε αποστάσεις από τους «παλιούς», διαδίδοντας τη γνώση για τα επίμαχα εκείνα ιστορικά γεγονότα, συνεργαζόμενη με σημαντικούς Τούρκους αντιεθνικιστές ιστορικούς.

Οι διαφωνίες που ενυπάρχουν στην κοινότητα των Ελλήνων ιστορικών και οι σκληροί πόλεμοι για τη μνήμη και την Ιστορία αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας.

Παρότι πέρασαν σχεδόν 20 χρόνια από την πρώτη αναγνώριση (1994), εντούτοις ακόμα η συζήτηση δεν έχει ανοίξει. Με αποτέλεσμα να εκχωρείται χώρος σε μια δημόσια αφήγηση, εν πολλοίς απλοϊκή, καθώς και στην εκμετάλλευση των ιστορικών γεγονότων από διάφορες πολιτικές ομάδες.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια πολύ πιο δύσκολη κατάσταση από αυτή που αντιμετώπισε η Γαλλία όταν συζητούσε για το ζήτημα της ποινικοποίησης της άρνησης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, όπου είχε προηγουμένως θεσπιστεί η απαγόρευση της άρνησης του Ολοκαυτώματος. Οπότε, διαπραγματεύτηκαν στο νέο θεωρητικό πλαίσιο μόνο τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Σε εμάς είναι επισήμως αναγνωρισμένες οι Γενοκτονίες των Εβραίων, των Αρμενίων, των Ποντίων και των Μικρασιατών. Για λόγους ηθικούς και όχι μόνο, δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός σε προνομιούχες και μη γενοκτονίες. Άρα, ό,τι γίνει θα γίνει για όλες.

Από την άλλη, πώς μπορεί να προστατευτεί η μνήμη των θυμάτων από έναν επιθετικό θύτη που επιδιώκει την αναθεώρηση της Ιστορίας (π.χ., επίσημη Τουρκία) και τι πρέπει να γίνει με την περίπτωση του ανερχόμενου νεοναζισμού;

Όπως και να έχει το θέμα, το κέρδος για την ιστορική επιστήμη είναι ότι, επιτέλους, με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, άνοιξε η συζήτηση για τα θέματα αυτά.

 

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-06-13

Διαβάστε περισσότερα......