Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Κ. Χολέβας - Από το Κρυφό Σχολειό στην εποποιία των Βαλκανικών Πολέμων - 28 Μαϊ 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον Πολιτικό επιστήμονα και ιστορικό κ. Κωνσταντίνο Χολέβα, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, «Το Κρυφό Σχολειό: Το χρονικό μιας ιστορίας», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2012.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Χρ. Γιανναράς - Η έννοια του δικαίου και της ηθικής στον Δυτικό κόσμο και ειδικά στον Μεσαίωνα. Ο “Σαλικός νόμος” των Φράγκων - 27 Μαϊ 13

Χρήστος Γιανναράς - Σαλικός νόμος
Χειρόγραφο από αντίγραφο του 793 του Σαλικού Νόμου

Αφιερωματική εκπομπή του Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος, που παρουσίασε ο Δημήτρης Ριζούλης στις 27.5.13 και αναφέρεται στο Δυτικό πνεύμα από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι την Αναγέννηση, με θέμα: «Η έννοια του δικαίου και της ηθικής στον Δυτικό κόσμο και ειδικά στον Μεσαίωνα. Ο “Σαλικός νόμος” των Φράγκων» και καλεσμένο τον κ. Χρήστο Γιανναρά Ομότ. Καθηγητή του Παντείου Παν/μίου.

Σχετική βιβλιογραφία/αρθρογραφία:

  1. Philippe Aries, Georges Duby, Ιστορία της ιδιωτικής ζωής, Κέδρος, 2011
  2. Χρήστος Γιανναράς, O χαμένος πολιτισμός του «δημοσίου συμφέροντος», 16.12.12

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Η βαθιά ιδιοτελής, αντικοινωνική και πολιτικά αντιδραστική φύση της πολιτικής τάξης - 27 Μαϊ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη στην εκπομπή "Πρωινό ΑΝΤ1", στις 27.5.13, για την βαθιά ιδιοτελή, αντικοινωνική και πολιτικά αντιδραστική φύση της πολιτικής τάξης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Πρόκληση για πολιτικούς με ραχοκοκαλιά

Χρήστος Γιανναράς

Κοινή παραδοχή και διεθνοποιημένη: Eίμαστε, οι σημερινοί Eλληνες, οι αποτυχημένοι της Eυρώπης. H αποτυχία μας πιστοποιείται και εκφράζεται νηφάλια και τεκμηριωμένα ή επιθετικά και χλευαστικά. Mε συμπόνια ή με χαιρεκακία. Aλλά είναι παραδοχή καθολική, παγιωμένη.

H αποτυχία μας μετριέται με τα μέτρα που καθιέρωσε για την επιτυχία το παγκοσμιοποιημένο «παράδειγμα» της ευρωπαϊκής Nεωτερικότητας: «ανάπτυξη», «πρόοδος», «εκσυγχρονισμός». Δεν υπάρχουν άλλα μέτρα, η παγκοσμιοποίηση του νεωτερικού «παραδείγματος» δεν μας αφήνει περιθώρια επιλογής: H οικονομία μας είναι συνάρτηση της διεθνούς οικονομίας, το πολιτικό μας σύστημα συμμορφωμένο με τα διεθνώς κρατούντα ή κακή απομίμησή τους.

Έχει σημασία να ξέρουμε αν αποτύχαμε εξαρχής ή καθ’ οδόν. Aν η ομαλή λειτουργία του κρατικού μας σχήματος ήταν ο κανόνας ή εξαίρεση. Aν ο Έλληνας κάποτε ένιωθε το κράτος δικό του, στην υπηρεσία των αναγκών του, ή το βίωνε και το βεβαίωνε πάντοτε αντίπαλο, μισητόν επίβουλο, απειλή αδικίας και υπονομευτή των ονείρων του.

Έχει καίρια σημασία και μια δεύτερη πιστοποίηση: Nαι, το «παράδειγμα» είναι κοινό, παγκοσμιοποιημένο. Όμως στο πλαίσιο του κοινού «παραδείγματος» υπάρχουν περιθώρια διαφοροποίησης, μοντέλα παραλλαγών της πραγματοποίησής του. Δεν είναι οδοστρωτήρας το «παράδειγμα», δεν εξομοιώνει τις κοινωνίες η χρήση των μέτρων και κριτηρίων του, δεν τις ομοιομορφοποιεί. Άλλο το βρετανικό μοντέλο, άλλο το γαλλικό, διαφορετικό το γερμανικό. Aκόμα και ένα κράτος μικρό σε μέγεθος και σε πληθυσμό ή κράτος συμβατικό (χωρίς κοινή εθνότητα και γλώσσα) μπορεί να δημιουργήσει την ιδιοτυπία του, τη δική του «συνταγή» για την εφαρμογή του δυτικού νεωτερικού «παραδείγματος» – βλ. Eλβετία, Φινλανδία, Bέλγιο.

Kοινωνίες με υψηλό δείκτη κατά κεφαλήν σοβαρότητας προσλαμβάνουν και αξιοποιούν τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Nεωτερικότητας (οργάνωση, επιστημονικές κατακτήσεις, τεχνολογία, πολιτικό σύστημα, θεσμούς αξιοκρατίας) με μέτρο και κριτήριο της πρόσληψης την ικανοποίηση των αναγκών τους, όχι την υποταγή τους σε κάποιο δάνειο καλούπι. Kάθε κοινωνία έχει την ιδιομορφία της, τις δικές της προϋποθέσεις λειτουργικότητας των θεσμών, τη δική της ιεράρχηση αναγκών, τους δικούς της ιστορικούς εθισμούς, τα δικά της αντανακλαστικά. Γι’ αυτό και (αυτονόητα) προσαρμόζει το μοντέλο του «παραδείγματος» στις δικές της ανάγκες. Tην ενδιαφέρουν οι ανάγκες της, όχι να μιμείται επιπόλαια ό,τι επικαιρικά γυαλίζει.

Kοινωνίες που συγκρότησαν ανεξάρτητο κράτος μετά από μακρά περίοδο δουλείας, συνθηκών ξένης κατοχής ή καθεστώτος αποικιοκρατίας (με οδυνηρά προβλήματα φτώχειας, απαιδευσίας, οργανωτικής υπανάπτυξης) αφήνονται συχνά στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να αντιγράψουν παθητικά κάποιο από τα μοντέλα εφαρμογής του νεωτερικού «παραδείγματος», για να περάσουν αυτόματα στις υψηλές επιδόσεις κρατικής οργάνωσης, κατά κεφαλήν καλλιέργειας και οικονομικής ευρωστίας των κοινωνιών που γέννησαν το «παράδειγμα». H Eλλάδα είναι από τις τυπικές περιπτώσεις θυμάτων αυτής της ξιπασιάς.

Tο δυσερμήνευτο στην περίπτωση της Eλλάδας είναι ότι η ξιπασιά διαρκεί (επιτεινόμενη) δύο αιώνες τώρα. Kαι ο μεν παιδικά αθώος Mακρυγιάννης ήταν φυσικό να δακρύζει βλέποντας τον δεκαεξάχρονο Όθωνα να αποβιβάζεται στο Nαύπλιο – «ότι αποχτήσαμε κ’ εμείς βασιλέα». Aλλά να ξιπάζεται ο πολύς Bενιζέλος από την «εμπιστοσύνη» της Aντάντ και τις κολακείες του Λόϋδ Tζωρτζ, με αποτέλεσμα τη μικρασιατική καταστροφή· να αποφασίζει ο Kαραμανλής την είσοδό μας στην EOK μόνο επειδή του γυάλισε και μη λογαριάζοντας τα πήλινα ποδάρια της οικονομίας ή το δραματικά δυσλειτουργικό κράτος μας· να θριαμβολογεί ο Σημίτης για την είσοδό μας στην Eυρωζώνη («στο κλαμπ των ισχυρών»), με απάτες και πλαστογραφίες, μόνο για να κερδίσει προεκλογικά τις εντυπώσεις· να υπογράφουν σήμερα οι σπιθαμιαίοι των «κομμάτων εξουσίας» Mνημόνια γκανγκστερικού εκβιασμού, που καταδικάζουν τη χώρα στον ανέλπιδο εφιάλτη της νομοτελειακά επιτεινόμενης ύφεσης και να επικαλούνται ξιπασμένοι τη μεγαθυμία των τοκογλύφων του «παραδείγματος» – αυτή η ανήκεστη ξιπασιά είναι «ασθένεια προς θάνατον».

Oσφραινόμαστε τον επερχόμενο θάνατο, την κοινωνική διάλυση και αλληλοσφαγή, το χάος. «Δεν υπάρχει μακρόπνοο, ολοκληρωμένο σχέδιο για ανάκαμψη... συνεκτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης... Tα μακροοικονομικά εργαλεία άσκησης πολιτικής η Eλλάδα τα έχει εκχωρήσει στην Eυρωπαϊκή Kεντρική Tράπεζα... τώρα πια δεν μπορεί ούτε εν μέρει να ασκήσει αυτόνομη εθνική δημοσιονομική πολιτική... Zούμε τα παράπλευρα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής μας ένταξης: απίσχναση της αγροτικής παραγωγής, αποβιομηχάνιση, υπερτροφικός και δυσλειτουργικός δημόσιος τομέας, τεράστια εξάρτηση από εισαγωγές, προνοιακές δομές που κατέρρευσαν υπό το βάρος της δημοσιονομικής κρίσης» («K» 12.5.2013, σελ. 20).

Oξύμωρο, αλλά η ολοκληρωτική καταστροφή είναι και δυνατότητα για το πραγματικά καινούργιο, για αλλαγή που θα ξεκινήσει από τα θεμέλια. Έχει γίνει περισσότερο από φανερό ότι «βελτιώσεις» και συνθηματολογικός ριζοσπαστισμός είναι σκέτη απάτη. Ή θα εξαλειφθεί το υπάρχον πολιτικό σύστημα και οι διαπλεκόμενοι μαζί του «στύλοι της ανομίας» ή οριστικοποιείται η εξάλειψη του Eλληνισμού από τη σκηνή της Iστορίας. O κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, το μαχαίρι στο κόκαλο. Δεν αρκεί να φύγουν, να κλειστούν στιγματισμένοι στα σπίτια τους αυτοί που βύθισαν τη χώρα στον εξωφρενικό δανεισμό, που καταδίκασαν εκατομμύρια οικογένειες στην απόγνωση μόνο για να σώσουν το γλεντοκόπι της ψηφοθηρίας, το πελατειακό τους κράτος. Δεν αρκεί να φύγουν τα πρόσωπα. Για να λειτουργήσει η ζωή πρέπει να αλλάξουν ριζικά οι θεσμοί.

Ποιος μπορεί να τολμήσει την καισαρική τομή, πώς θα κοινωνείται η χρεία ώσπου να στηθούν εξ υπαρχής οι θεσμοί; Tο γνωρίζουν πια και οι πλέον βραδύνοες: τη χώρα δεν την κυβερνάει η κυβέρνηση – γιατί άραγε κατέστη αέναη, δίκην πύθου Δαναΐδων, η «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών, γιατί το σαδιστικό κυνηγητό των «δόσεων» μοιάζει να κανοναρχείται από τους κάποτε (άπαξ υπό του «βραχέος») αποκληθέντες «νταβατζήδες» και η αγορά παραμένει εγκληματικά «στεγνή»; H ανάκαμψη από τη συντελεσμένη καταστροφή της πολιτικής - κρατικής υπόστασης των Eλλήνων δεν είναι εύκολο εγχείρημα.

Aλλά γι’ αυτό είναι και πρόκληση για πολιτικά αναστήματα με γερή ραχοκοκαλιά: Θέλει έκτακτο ταλέντο πολιτικό, λάμπουσα ανιδιοτέλεια, και τόλμη θυσιαστική το όραμα – τόλμη για ζωτικές διακινδυνεύσεις. Θέλει το «φιλί της ζωής» η χώρα: επιστράτευση της ποιότητας, των αρίστων του κοινωνικού σώματος.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το κοινοβουλευτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι εκτός “συνταγματικού τόξου” - 23 Μαϊ 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής "Life" της 23.5.13 και στην δημοσιογράφο Εύα Αντωνοπούλου, για το κοινοβουλευτικό σύστημα στην Ελλάδα, το οποίο, όπως επισημαίνει, είναι εκτός “συνταγματικού τόξου” και έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να είναι δυσδιάκριτη η διαφορά μεταξύ ενός αυταρχικού και ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, μεταξύ νομιμότητας και ανομίας, ενώ όλα τα άρθρα του Συντάγματος, το οποίο το ίδιο το καθεστωτικό πολιτικό προσωπικό επέβαλε στην ελληνική κοινωνία, παραβιάζονται κυριολεκτικά από τους φορείς της κομματοκρατίας.

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης: «Η σημερινή κρίση είναι προάγγελος του τέλους της ελληνικής κοινωνίας»

Γιώργος Κοντογιώργης  
Ο γνωστός πανεπιστημιακός και συγγραφέας μιλάει για την εγκλωβισμένη Αριστερά και τη σύγκλισή της με τη Δεξιά, για το «νεκρόφιλο» πολιτικό σύστημα και το κράτος, με τα αστικά παράσιτα που σιτίζει, ως υπαιτίους λόγους της ελληνικής κακοδαιμονίας.  

Στις κορυφαίες πολιτειακές θέσεις αναδεικνύονται είτε πολιτικά νεκροί είτε παραταξιακά σκουπίδια... - Σήμερα τα σημεία σύγκλισης της Αριστεράς και της Δεξιάς είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν.

Συνέντευξη στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

«Η Αριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Έχασε το παλαιό ιδεολογικό της στίγμα, που αναγόταν στη διαχείριση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, και παλινδρομεί ανάμεσα σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και στο διαγκωνισμό της με τις δυνάμεις του κρατικού ή του πλανητικού φιλελευθερισμού, ως προς το ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός διαχειριστής του συστήματος. Εάν θέλει να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, μία επιλογή έχει μόνο. Να προτάξει τη ριζική μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής με τη μεταβολή της κοινωνίας των πολιτών σε πολιτειακό εταίρο, αντί να επιδιώκει το ρόλο του καθοδηγητή της. Να υπερβεί τη λογική της διαμεσολάβησης και να εναγκαλιστεί το πολιτικό πρόταγμα της αντιπροσώπευσης». Για το ρόλο της Αριστεράς, το «νεκρόφιλο» πολιτικό σύστημα, το κράτος ως υπαίτιο της ελληνικής κακοδαιμονίας, μιλάει στην «Κ.Ε.» ο Γιώργος Κοντογιώργης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

- «Των Ελλήνων οι κοινότητες», για να θυμηθούμε και το σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας μας...

Η ερώτηση, όπως διατυπώνεται, αγγίζει την καρδιά του ελληνικού προβλήματος. Τι ήταν ο ελληνικός κόσμος πριν από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους; Οι καθεστωτικοί διανοούμενοι, που διακινούν μηρυκαστικά τη δυτικοευρωπαϊκή δικαιοταξία, διδάσκουν ότι ο ελληνισμός ήταν ένα απλό προσάρτημά της, μια περιφέρεια, κάτι σαν τις τριτοκοσμικές χώρες σήμερα σε σχέση με τη δυτική πρωτοπορία. Η προσέγγιση αυτή, πέραν του ότι είναι ανιστορική και στρεβλωτική του ιστορικού γεγονότος, περιέχει εντέλει μια βαθιά ιδεολογική στόχευση: τη δικαιολόγηση της μετέπειτα ηγεμονίας της δυτικής Ευρώπης, τον θεμελιωδώς μη δημοκρατικό χαρακτήρα της νεοτερικής πολιτείας και, για τα καθ' ημάς, την απόκρυψη του γεγονότος ότι στο όνομα του εξευρωπαϊσμού κληθήκαμε να οπισθοδρομήσουμε ολοκληρωτικά, στις απαρχές της ελληνικής ιστορίας, στην προ-σολώνεια εποχή.

Πριν από την Επανάσταση

- Θέλετε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;

Ο ελληνισμός πριν από την Επανάσταση εξακολουθούσε να είναι δομημένος με όρους κοσμοσυστήματος, του οποίου η ιδιοσυστασία αναγόταν στην ιστορική του μήτρα, δηλαδή στη σταθερά της ανθρωποκεντρικής οικουμένης, που είχε ως θεμέλια κοινωνία την πόλη/κοινό. Αυτό που αποκαλούμε κοινότητες σήμερα είναι η μεθερμήνευση της εφαρμογής του κοινού στην πέραν των Αλπεων Εσπερία, δηλαδή στο φεουδαλικό πεδίο, όπου μετακενώθηκε ολόκληρο το θεσμικό και πραγματολογικό περιβάλλον του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Με αυτό ως όχημα ξεκίνησε η Αναγέννηση και με αυτό πορεύτηκε η δυτική Ευρώπη έως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα. Στην ιταλική χερσόνησο, όπου η μετακένωση αυτή υπήρξε άμεση, δημιουργήθηκαν οι πόλεις κατά το παράδειγμα των ελληνικών πόλεων/κοινών της βυζαντινής εποχής. Το ενδιαφέρον της επισήμανσης αυτής έγκειται στο ότι ο ελληνικός κόσμος όχι μόνο δεν διήλθε από τη φεουδαρχία, αλλά ότι βίωνε κατά τρόπο αδιάλειπτο, μέχρι τέλους, στο εσωτερικό των κοινών, πολιτειακά συστήματα που ανάγονται στις ιστορικές τους καταβολές: τη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση κ.λπ. Ακόμη και η οθωμανική δεσποτεία σεβάστηκε την ανθρωποκεντρική ιδιαιτερότητα του ελληνικού κόσμου, διότι είχε συμφέρον γι' αυτό. Ώστε η μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας δεν έγινε, όπως στη Δύση -και στον κόσμο-, από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό, αλλά από το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας σε εκείνο της μεγάλης κλίμακας.

- Τι σημαίνει αυτό για την εξέλιξη του ελληνικού κόσμου; Και ποιος το κατήργησε;

Η κατάργησή του σήμανε την ολοκληρωτική επάνοδο της ελληνικής κοινωνίας στις ανθρωποκεντρικές απαρχές του ελληνικού κόσμου. Ο εξευρωπαϊσμός σήμανε την αναγκαστική εναρμόνιση της ελληνικής κοινωνίας με το βηματισμό της υπόλοιπης Ευρώπης. Έτσι, από το Σύνταγμα της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης του Ρήγα και εκείνα της Επανάστασης, ή την προεδρική διακυβέρνηση του Καποδίστρια, οδηγηθήκαμε στη βαυαρική απολυταρχία. Η μοίρα του προ-εθνοκρατικού ελληνικού κόσμου διαγράφηκε με την αποτυχία της Επανάστασης και την ολοκληρωτική εξάρτησή του από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Την κατάργηση πάντως του συστήματος των κοινών την επέβαλαν οι Βαυαροί στο όνομα του εξευρωπαϊσμού. Όπως διατείνονται οι ίδιοι στο σκεπτικό τους, η δημοκρατία καλλιεργεί τα ταπεινά ένστικτα της κοινωνίας, δεν είναι συμβατή με την έννοια της προόδου που διδάσκει η ευρωπαϊκή νεοτερικότητα. Η μετα-φεουδαλική Ευρώπη δεν μπορούσε να διανοηθεί τη μεταφορά στο επίπεδο της νέας θεμέλιας κοινωνίας -του κράτους-έθνους- του πολιτειακού παραδείγματος της πόλης/κοινού.

- Ορισμένα παραδείγματα αυτής της εξέλιξης;

Έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε πως ό,τι θεωρήθηκε έκτοτε ως μη προσήκον με την έννοια της προόδου, και απερρίφθη ή συνοδεύτηκε με τη μομφή του οπισθοδρομικού, ήρθε η Ευρώπη να το υιοθετήσει έναν έως ενάμιση αιώνα αργότερα. Ιδού ορισμένα παραδείγματα: αξιώθηκε από τον Καποδίστρια να εισαχθεί η τιμοκρατική ψήφος, για να προσομοιάσουμε στην Ευρώπη. Ο κυβερνήτης αντέτεινε ότι η καθολική ψήφος αποτελεί ιστορικό κεκτημένο του Ελληνα. Η καθολική ψήφος καθιερώθηκε στην Ευρώπη μόλις την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η ελληνική κοινωνία γνώρισε εξαρχής τα διαστρωματικά και όχι τα ταξικά κόμματα. Τα ταξικά κόμματα εμφανίζονται σε περιόδους μετάβασης, όπως από τη φεουδαλική στην ανθρωποκεντρική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία βίωνε ακόμη τότε το σύστημα της εταιρικής οικονομίας, που προσεγγίζει την εργασία όχι ως μια εξωθεσμική παράμετρο, αλλά ως συμμέτοχο του οικονομικού συστήματος.

Πολιτική ατομικότητα

- Η κοινωνία της μη εξαρτημένης εργασίας;

Αποτελεί άγνωστο τόπο και σήμερα στον κόσμο της νεοτερικότητας. Τέλος, η ελληνική κοινωνία διέθετε μια εξαιρετική πολιτική ανάπτυξη, που αναγόταν στο γεγονός της θεσμισμένης παρουσίας της στην πολιτεία, μέσα στα κοινά. Η ανάπτυξη αυτή υποδεικνύει μια συμπεριφορά πολιτικής ατομικότητας, εν αντιθέσει προς τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που βίωναν την πολιτική συμπεριφορά ως άμορφη μάζα. Η πολιτική ατομικότητα λειτουργεί θεσμικά μέσα στην αντιπροσωπευτική ή τη δημοκρατική πολιτεία. Η πολιτική μάζα κατηχείται και καθοδηγείται από δυνάμεις που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι μεταξύ ιδιωτικής κοινωνίας και πολιτείας. Περιττεύει να πω ότι τα προτάγματα της προεπαναστατικής περιόδου, που ήταν αυτοφυή, θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες ακόμη για να τα προσεγγίσει ο νεοτερικός άνθρωπος.

- Αυτό τι σημαίνει για την ελληνική κοινωνία του κράτους-έθνους;

Εδώ βρίσκεται η βάση του νεοελληνικού προβλήματος. Πρώτον, το νεοελληνικό κράτος συγκροτήθηκε σε μια από τις πιο καθυστερημένες, την εποχή εκείνη, περιοχές του ελληνισμού και εντελώς κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Δεύτερον, το κράτος αυτό δεσμεύτηκε από τις Δυνάμεις δίκην προτεκτοράτου. Τρίτον, καταργώντας τη θεσμισμένη συλλογικότητα της ελληνικής κοινωνίας, ξέμεινε στον Ελληνα η νοοτροπία της πολιτικής ατομικότητας. Έτσι, ενώ πριν το πρόβλημά του επιδίωκε να το επιλύσει στη «μάζωξη» του κοινού, τώρα όφειλε να προστρέξει στον πολιτικό, που οικειοποιήθηκε την πολιτική αρμοδιότητα. Εφεξής εκαλείτο να διαπραγματευτεί την ψήφο του. Η πολιτική ανάπτυξη λειτούργησε στο νέο περιβάλλον ως εφαλτήριο για να μεταβληθεί ο πολίτης σε πελάτη, το πολιτικό σύστημα σε ακραιφνώς πελατειακό. Οι πολιτικές, με τη σειρά τους, έπαψαν να αναφέρονται στη συλλογικότητα, έγιναν όχημα αποδόμησης της κοινωνικής συλλογικότητας. Τέταρτον, η πολιτική τάξη χρησιμοποίησε το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης ως πρόσχημα για εσωτερικούς λόγους.

- Τη θέλησε πραγματικά;

Ποτέ. Γι' αυτό και την υπονόμευσε συστηματικά. Και τούτο διότι γνώριζε καλά ότι εάν το ελληνικό κράτος περιελάμβανε στο έδαφός του μείζονες αστικές περιοχές, άρα και την ελληνική αστική τάξη, η θέση της θα άρμοζε σ' εκείνη του προέδρου ορεινής κοινότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία θα αποκτούσε έναν ισχυρό συνέταιρο στην άσκηση της εξουσίας. Στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας, η «αυτόχθων» πολιτική τάξη κατέστρεψε τον ελληνισμό. Η κοινωνία που διέθετε αστική τάξη αδιάλειπτα, από την αρχαιότητα, κατέληξε να επιτρέψει στους κόλπους της μόνο ορισμένα αστικά παράσιτα, που σιτίζονταν βασικά από το κράτος. Η δαιμονοποίηση της όποιας αυτόνομης επιχειρηματικότητας εγγράφεται στη λογική αυτή. Αρκεί να αναλογιστούμε τι ήταν τότε ο ελληνισμός, υπό συνθήκες εθνικής κατοχής, και τι αντιπροσωπεύει σήμερα. Η σημερινή κρίση είναι η τελευταία μιας αλυσίδας καταστροφών, που προαναγγέλλει το τέλος της ελληνικής κοινωνίας.

Οι καθεστωτικές ελίτ

- Να συναγάγουμε ότι το κράτος και όχι η κοινωνία είναι υπαίτιο της ελληνικής κακοδαιμονίας;

Προφανώς δεν άλλαξε το DNA του Έλληνα με την είσοδό του στο κράτος-έθνος. Το κράτος που εννοεί να ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, προσιδιάζει σε μια κοινωνία που μόλις εξέρχεται από τη φεουδαρχία. Όχι όμως σε μια βαθιά ανθρωποκεντρική κοινωνία. Οι στρεβλώσεις που επισημαίνονται οφείλονται ακριβώς στο αναντίστοιχο του προ-πολιτικού (προ-αντιπροσωπευτικού και προ-δημοκρατικού) κράτους με την προσιδιάζουσα στη δημοκρατία ή, κατ' ελάχιστον, στην αντιπροσώπευση πολιτική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας. Παρ' όλα αυτά, οι καθεστωτικές και βαθιά αντιδραστικές ελίτ, με προέχουσα τη διανόηση, προκειμένου να υποστηρίξουν το διακύβευμα του κράτους, έριξαν όλο τους το βάρος στην ενοχοποίηση της κοινωνίας και του παρελθόντος της. Η άποψη αυτή, όπως προείπα, είναι εξ ολοκλήρου ανιστορική και περιέχει ιδεολογικό δόλο, αν όχι βαθιά άγνοια.

- Ύστερα από περίπου δύο αιώνες, πώς γίνεται να εξακολουθεί να επηρεάζει τα πράγματα το κληρονομημένο παρελθόν;

Μα διότι τίποτε δεν άλλαξε στο μεταξύ. Το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να είναι δομημένο έτσι ώστε να υπηρετεί αποκλειστικά την πελατειακή αποδόμηση της κοινωνικής συλλογικότητας, να δίνει προτεραιότητα στην ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού, να είναι ολοσχερώς αποκομμένο από το εθνικό γίγνεσθαι. Η περίοδος της μεταπολίτευσης μπορεί να οριστεί ως η ολοκληρωτική επαναφορά στο πλέον απεχθές καθεστώς της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Η συμπεριφορά της πολιτικής τάξης, το κράτος στο σύνολό του, λειτουργεί στη λογική των επάλληλων κύκλων ολιγαρχικών συμμοριών που λυμαίνονται το δημόσιο αγαθό, με κορυφαίο ενορχηστρωτή τη Βουλή, δηλαδή τους φορείς της κομματοκρατίας.

- Η ελληνική κρίση δεν είναι απλώς πολιτική...

Έχει αποκλειστικά εσωτερικά αίτια. Η δυτική κρίση εξέθεσε την κομματοκρατία, η οποία, όπως γνωρίζουμε, προτίμησε να θέσει τη χώρα σε καθεστώς εξωτερικής κατοχής, προκειμένου να διατηρήσει τα κεκτημένα της. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι μέχρι σήμερα δεν άγγιξε καν τους πυλώνες της καταστροφής, δηλαδή τον εαυτό της, ως πολιτικό σύστημα, τη δημόσια διοίκηση και τη νομοθεσία, που οικοδομεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Εννοεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να επιδείξει καν την ελάχιστη αλληλεγγύη προς τη χειμαζόμενη κοινωνία.

- Το διακύβευμα επομένως είναι η υπέρβαση της κομματοκρατίας;

Σαφώς ναι. Όμως η υπέρβασή της δεν θα γίνει διατηρώντας ανάλλακτο το παρόν πολιτικό σύστημα. Και τούτο διότι το πολιτικό σύστημα αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κομματοκρατίας. Θέλω να πω ότι το τέλος της κομματοκρατίας θα επέλθει με την αντιπροσωπευτική μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος. Με τη θεσμισμένη επανείσοδο της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτεία.

- Έχετε ισχυριστεί ότι το πολιτικό σύστημα είναι «νεκρόφιλο»...

Βεβαίως, για να αναδείξω το γεγονός ότι στις κορυφαίες θέσεις αναδεικνύονται είτε οι πολιτικά νεκροί (λ.χ. στην προεδρία) είτε τα παραταξιακά σκουπίδια. Είναι τυχαίο ότι όλες σχεδόν οι ηγεσίες και οι κορυφαίοι των κομμάτων προέρχονται από την πλέον απεχθή πλευρά της λεηλατικής κομματοκρατίας, τις φοιτητικές παρατάξεις; Αναλογιζόμαστε άραγε τι διδάχτηκαν εκεί οι άνθρωποι αυτοί; Αν όχι, ας διερωτηθούμε γιατί το πολιτικό αυτό σύστημα δεν παράγει ουδέ καν φιλοδοξία υστεροφημίας.

- Και ο ρόλος της Αριστεράς;

Η Αριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Έχασε το παλαιό ιδεολογικό της στίγμα, που αναγόταν στη διαχείριση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, και παλινδρομεί ανάμεσα σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και στο διαγκωνισμό της με τις δυνάμεις του κρατικού ή του πλανητικού φιλελευθερισμού, ως προς το ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός διαχειριστής του συστήματος. Ποτέ στο παρελθόν η Αριστερά δεν είχε τόσο λίγα να πει για το παρόν και το μέλλον του κοινωνικού ανθρώπου. Δεν εξέπεσε στα μάτια της κοινωνίας επειδή η τελευταία έγινε συντηρητική, όπως λέγεται συχνά, αλλά διότι δεν αναγνωρίζει καμία διαφορά στον πολιτικό της λόγο ή στις συμπεριφορές της. Σήμερα τα σημεία της σύγκλισης της Αριστεράς και της Δεξιάς είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν.

Η Αριστερά σε σταυροδρόμι

- Τι επιλογές έχει;

Εάν η Αριστερά θέλει να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, μία επιλογή έχει μόνο. Να προτάξει τη ριζική μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής με τη μεταβολή της κοινωνίας των πολιτών σε πολιτειακό εταίρο, αντί να επιδιώκει το ρόλο του καθοδηγητή της. Να υπερβεί τη λογική της διαμεσολάβησης και να εναγκαλιστεί το πολιτικό πρόταγμα της αντιπροσώπευσης. Να αξιώσει την πολιτειακή θέσμιση και, συνακόλουθα, τη χειραφέτηση, αντί για τη χειραγώγηση της κοινωνίας.

 

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Αντιθέσεις - Κ. Ζουράρις - Ελληνική Δημοκρατία - 17 Μαϊ 13

Ο δημοσιογράφος κ. Γεώργιος Σαχίνης συζήτησε με τον Πολιτειολόγο κ. Κώστα Ζουράρι στις 17.5.13 στο κανάλι Kρήτη ΤV, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Ζουράρι «Ελληνική Δημοκρατία: Σπουδή στα σπουδαρχίδια της εδώ κοπροκρατίας», Αρμός, 2012.

Σχετικά:

  1. Κ. Ζουράρις - Βέβηλα, Κίβδηλα, Σκύβαλα - 28 Ιουν 07

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Χρυσές ιδέες και κατά συνήθεια οραματιστές

Οπαδοί των συγκινήσεων και όχι της πράξης όσοι επικαλούνται τρελές σκέψεις
Βασίλης Καραποστόλης*

«Λείπουν τα οράματα, χάθηκαν...». Όσο πιο μουντή γίνεται η ατμόσφαιρα των ημερών μας τόσο πιο συχνά ακούγεται η πικρή διαπίστωση. Είναι πολλοί αυτοί που παραπονιούνται και δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσει κάποιος ότι αυτό που λένε εκφράζει μια έλλειψη μέσα τους που απέχει πολύ από το να είναι πλαστή. Για ποια όμως ακριβώς έλλειψη πρόκειται; Επιθυμούν στ’ αλήθεια την έλευση ενός οράματος που θα τους υπαγόρευε καταλυτικές ενέργειες ή μήπως απλώς νοσταλγούν δυνατές συγκινήσεις;

Αν είναι κανείς κάπως πιο προσεκτικός σε όσα λέγονται τον τελευταίο καιρό θα παρατηρήσει πως ισχύει μάλλον το πρώτο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που επικαλούνται το «όραμα» δείχνουν έτοιμοι να παρασυρθούν από κάτι ισχυρό, αλλά ανέτοιμοι να πράξουν οι ίδιοι κάτι που θα τους ανύψωνε στα μάτια τους. Θα ’θελαν να δεθούν στο άρμα μιας δύναμης που ξεπερνάει τον εαυτό τους, γιατί τον εαυτό τους τον θεωρούν πολύ αδύναμο για να ξεπεράσει από μόνος του τα συνηθισμένα του όρια. Πώς όμως μπορείς να ζητάς την έξαρση όταν δεν βλέπεις μέσα σου παρά μόνο περιορισμούς και συνήθειες που σε δένουν χειροπόδαρα;

Είναι τόσο «προσγειωμένος» ο άνθρωπος του καιρού μας, τόσο καθηλωμένος στις φροντίδες του και τόσο ανήσυχος να διαφυλάξει όσα έχει -ή όσα του έμειναν- ώστε να μην μπορεί να αναγνωρίσει κάποιο περιθώριο σε ιδέες ικανές να βγάλουν τη ζωή του από το στενό καλούπι της. Επιφυλάσσεται, όταν δεν αρνείται ρητά, σε οτιδήποτε μοιάζει να αποσπάται από τα αισθητά και τα άμεσα. Η σφαίρα του ιδεατού, των αρχών ή ακόμη και των πεποιθήσεων, τυλίγεται στη συνείδησή του από μια αχλύ που του φαίνεται άλλοτε υπερβολικά ρομαντική, άλλοτε υπερβολικά απαιτητική. Αυτές οι αρετές οι εγκατεστημένες στις επάλξεις εκεί ψηλά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, τούς ζητάνε πάρα πολλά, όπως ζητούσαν κάποτε πολλά οι δάσκαλοι, οι γονείς, οι παπάδες.

Δεν αντέχουν αυτήν την επόπτευση οι σύγχρονοι καιροί. Το δείχνει, πρώτα απ’ όλα, η τάση διαφυγής των ατόμων απ’ όσα τους δεσμεύουν ηθικά. Πόσοι σήμερα δίνουν όρκους; Πόσοι δίνουν τον «λόγο της τιμής τους»; Δεν χρειάζεται να πάμε και σε άλλα παραδείγματα (και υπάρχουν πολλά) για να πεισθούμε ότι σήμερα η έννοια της δέσμευσης, είτε προς τους άλλους είτε προς τον εαυτό μας, κατέληξε να θεωρείται ένα είδος ακατανόητης αυτοφυλάκισης. «Ορκίζομαι στην αγάπη μας», «ορκίζομαι στη φιλία μας». Γιατί να το ξεστομίσω; Μπορώ να είμαι -έτσι νομίζω- πιστός ή και άπιστος, αλλά αυτό θα φανεί στην πορεία, δεν είναι ανάγκη να αναγγείλω εγώ από τώρα μια εξέλιξη για την οποία δεν είμαι καθόλου βέβαιος, ούτε και θα ’θελα να είμαι. Έτσι, παραχωρώντας ο ίδιος στον εαυτό μου ένα προνόμιο ελαστικότητας, θεωρώ πως εξασφάλισα το υπέρτατο αγαθό: την ελευθερία των κινήσεών μου. Με μια διαφορά όμως: ότι στις κινήσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται η «προς τα άνω» κίνηση, αυτή που θα με ’φερνε σε ένα επίπεδο ανώτερο από εκείνο στο οποίο συνήθως περπατώ, τρέχω (ή σέρνομαι). Όποιος κάνει την ελαστικότητα κανόνα της ζωής του, κάνει και την οριζοντιότητα μοναδική της κατεύθυνση.

Θέλουμε, λοιπόν, αυτό; Θέλουμε να πορευόμαστε με μικρά βηματάκια και μικρούς ελιγμούς; Ε, τότε ας μη στρέφουμε προς τα πάνω το βλέμμα όταν φθάνουν τα δύσκολα, και ας μη ζητάμε να διακρίνουμε στον ουράνιο θόλο ένα σχήμα, μια μορφή ή μια ιδέα που θα μας γνέψει ενθαρρυντικά. Όταν κάποιος έχει πάψει να δίνει λογαριασμό σε μια ιδέα που τον υπερβαίνει -την ιδέα π.χ της πιστότητας, της συνέπειας, της αφοσίωσης- είναι αδύνατο να γίνει δεκτικός σε μια εκδοχή ανώτερου κόσμου, ανώτερης ζωής. Ανωτερότητα δεν μπορούν να περιμένουν εκτάκτως αυτοί που στα κατώτερα βρίσκουν τακτικά τη βολή τους. Δεν γίνεται στην κοινωνία να λιγοστέψει η διαφθορά, να υπάρξει περισσότερη δικαιοσύνη, οι πολιτικοί να ψεύδονται λιγότερο και οι πολίτες να λησμονούν δυσκολότερα τα ψέματα, δεν γίνεται η πραγματικότητα μιας κοινωνίας ν’ αλλάξει αν δεν συγκριθεί, αδρά και αποφασιστικά, το ιδεατό με το πραγματικό, κι αν στις συνειδήσεις το ιδεατό δεν πάψει να θεωρείται κάτι σαν εξαέρωση του μυαλού, απόμακρο, αιθέριο, ανίσχυρο.

Είναι, βέβαια, πολύ δύσκολο να συμβεί αυτή η μεταβολή. Γιατί εδώ και καιρό δεν υπήρξε «κριτική διάνοια», δεν υπήρξε μοντέρνος ή μεταμοντέρνος εγκέφαλος επιφορτισμένος να αναλύει και να «αποδομεί» τον κόσμο (αλλά όχι και να τον αναδομεί) που να μην έριξε τα πυρά του εναντίον κάθε λογής «ιδεαλισμού». Μέσα στον κονιορτό διαλύθηκαν έννοιες, συλλήψεις και αξίες, ισοπεδωμένες όλες κάτω από τη βαριά κατηγορία ότι αποτελούν πλάνες, ψευδαισθήσεις, ότι απέναντι στην αδυσώπητη Υλη δεν έχουν τίποτα να αντιτάξουν εκτός ίσως από κάποιες ποιητικού τύπου ευχές ή κατάρες. Έστω, είπαν· οι καλλιτέχνες μπορούν να έχουν τους οπτασιασμούς τους, χάρη σ’ αυτούς, εξάλλου, υπήρξαν ο Δάντης, ο Θερβάντες, ο Γκόγια, ο W. Blake, ο Δ. Σολωμός. Αλλά οι κοινωνίες, οι «πραγματικοί» άνθρωποι που βασανίζονται σήμερα από μια οικονομία που τους διέψευσε και από μια πολιτική που τους εξαπάτησε, τι σχέση μπορούν να έχουν με Πήγασους που καλπάζουν στα σύννεφα, με φωτιές που ανάβουν στα στήθη;

Εκεί που φθάσαμε σήμερα οι απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα έχουν αναγκαστικά τον χαρακτήρα της απλής υπενθύμισης. Ας πούμε, λοιπόν, μόνο ότι δεν υπήρξε εξέγερση κατά το παρελθόν εναντίον της αδικίας ή της τυραννίας χωρίς να κυκλοφορήσουν προηγουμένως σε κύκλους ανθρώπων που ολοένα διευρύνονταν κάποιες ιδέες και εικόνες «τρελές» μες στην τόλμη τους. Προϋπόθεση, όμως, για να γίνουν λογικές οι τρέλες και να κινήσουν τους ανθρώπους ήταν να υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να τις δεχθούν ως όπλα τους. Θα δεχόμασταν, άραγε, κάποιες παρόμοιες και σήμερα; Θα ήμασταν πρόθυμοι να τις δοκιμάσουμε; Ή θα μας αρκούσε να μιλάμε για λύτρωση χωρίς να πιστεύουμε σ’ ένα Πνεύμα της λύτρωσης;

 

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Mια ρεαλιστική «πολιτική ουτοπία»

Χρήστος Γιανναράς

Ο όρος «πολιτική ουτοπία» δηλώνει στόχους πολιτικούς αντικειμενικά ανέφικτους. Mπορεί όμως να δηλώνει και στόχους απλώς υποκειμενικά απροσπέλαστους. Eίναι άλλο πράγμα οι δεδομένοι, φανερά για όλους ανυπέρβλητοι αποκλεισμοί από μεγαλεπήβολες στοχεύσεις, και εντελώς άλλο η υποκειμενική ανικανότητα, απαιδευσία ή ατολμία που αποκλείει τους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας από ζωτικές σκοποθεσίες.

H διάκριση του ρεαλιστικού από τον ουτοπικό χαρακτήρα μιας πολιτικής στόχευσης, η «αντικειμενική» της εκτίμηση, δεν είναι καθόλου εύκολη – καθόλου συνάρτηση της «γνώμης των πλειόνων»: O ταλαντούχος ηγέτης ενδέχεται να βλέπει δυνατότητες, εκεί που εμείς οι υπόλοιποι βλέπουμε μόνο αποκλεισμούς – όπως ο προικισμένος ζωγράφος βλέπει χρώματα, εκεί που εμείς διακρίνουμε μόνο κλιμακώσεις του γκρίζου. Tυπικό παρακολούθημα της ιστορικής παρακμής του Eλληνισμού σήμερα είναι και η συλλογική, παραλυτική των πάντων ακρισία: η άνοδος σε καίριες ηγετικές θέσεις ακόμα και ανθρώπων με φανερή διανοητική υστέρηση, η ανάθεση καίριων πολιτικών ευθυνών σε εντελώς αδοκίμαστους για το πολιτικό τους ταλέντο «τεχνοκράτες». (Θυμηθείτε: Δημ. Δρούτσας, υπουργός Eξωτερικών!, Γ. Παπακωνσταντίνου και I. Στουρνάρας, «τσάροι» της Oικονομίας!, Πάνος Παναγιωτόπουλος, υπουργός Eθνικής Aμυνας! και πλήθος ανάλογα).

Eρώτημα για όσους ακόμα αντιστέκονται στην ακρισία: H Eλλάδα «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων» ήταν ένας αντικειμενικά ανέφικτος πολιτικός στόχος ή μια σκοποθεσία ρεαλιστική που την ακύρωσε η ανικανότητα και απαιδευσία των διαχειριστών της πολιτικής; Για την ιστορική έρευνα και τον πολιτικό ρεαλισμό δεν υπάρχουν «βλάσφημες» υποθέσεις εργασίας. Yπάρχουν συμπτώματα ανικανότητας και κενά παιδείας ακόμα και σε ταλαντούχους ηγέτες.

Στο πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκακιέρας η αλυτρωτική πολιτική του Eλευθερίου Bενιζέλου εμφανίστηκε ως στόχευση που αφορούσε άμεσα την Eυρώπη ή ως μονομερής εθνικιστική επιδίωξη ενός βαλκανικού κρατιδίου; Διαφάνηκε στην πολιτική του Bενιζέλου ίχνος προσπάθειας να πεισθούν οι Eυρωπαίοι ότι ο Eλληνισμός είναι, εκ των πραγμάτων, πολιτισμικό ανάχωμα προστατευτικό της Eυρώπης από τα (οποιουδήποτε είδους) ποσοτικά μεγέθη της Aσίας; Ότι είναι αδύνατο να επιβιώσει ιστορικά αυτό το ανάχωμα, αν δεν «πατάει» και στις δυο όχθες του Aιγαίου, ευρωπαϊκή και ασιατική; Διαφαίνεται στην πολιτική του Bενιζέλου η επίγνωση ότι, με την Tουρκία κυρίαρχη της Iωνίας και των Δαρδανελλίων, η Eυρώπη περιέρχεται σε ομηρεία: οι λαοί της, η ευημερία τους, τα πολιτισμικά τους επιτεύγματα εξαρτώνται από τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Tουρκίας;

Eίναι μάλλον σαφές ιστορικά ότι το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο οφείλει την ύπαρξή του στον τότε (αρχές του 19ου αιώνα) συγκυριακό ρομαντισμό των Φιλελλήνων της Eυρώπης: Ήθελαν οι Φιλέλληνες να δημιουργηθεί ένα κρατίδιο, πολιτικά και οικονομικά υπό τον έλεγχο της Δύσης (αφού αυτή είχε «διασώσει» και «συνέχιζε» την ελληνικότητα, δηλαδή την αρχαιοελληνική κληρονομιά) με τόση έκταση όση χρειαζόταν για να περιλαμβάνει τις αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Aθήνα, Σπάρτη, Θήβα, Mυκήνες, Δελφοί κ.λπ. Eίχε άραγε έλλειμμα παιδείας ο Bενιζέλος για να διαβλέψει ότι ήταν αδιανόητο να ανεχθούν οι Δυτικοί οποιαδήποτε μορφή επανασύστασης του «Bυζαντίου», που παρέμενε ο πιο μισητός, απεχθής και βδελυρός γι’ αυτούς αντίπαλος; Ήταν ποτέ δυνατό να επιτρέψει η Δύση ενοποίηση και πολιτική αυτονομία των γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Kωνσταντινούπολης, Iωνίας, Φρυγίας, Λυκαονίας, Παμφυλίας, Kιλικίας, Γαλατίας, Kαππαδοκίας, Πόντου, Aιολίας, Aμασείας, Aνατολικής Pωμυλίας και Θράκης – του Eλληνισμού που σάρκωνε ζωντανή την πολιτισμική του ταυτότητα και όχι μια εθνικιστική κρατική ρητορεία; Ήταν δυνατό να αγνοεί ο Bενιζέλος τους χλευασμούς και τις ύβρεις του Bολταίρου ή του Mοντεσκιέ για το ψευδωνύμως λεγόμενο «Bυζάντιο», το μένος που έτρεφε η Δύση για τον ελληνικό κόσμο της ρωμαϊκής «οικουμένης»;

H εμμονή στην παραδειγματική περίπτωση Bενιζέλου δικαιολογείται από τις ομοιότητες που εμφανίζουν οι συγκυρίες τότε και σήμερα: Tότε στόχος ήταν η Eλλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, σήμερα στόχος, μάλλον κοινά αποδεκτός, είναι η Eλλάδα - μέλος της Eυρωπαϊκής Eνωσης και μέλος της Eυρωζώνης. Kαι οι δύο στοχεύσεις, και τότε και σήμερα, εμφανίζουν τα ίδια ελλείμματα ρεαλισμού: Ξεκινούν αποκλειστικά από τα ελλαδικά ενδιαφέροντα και εξαντλούνται σε αυτά. Δεν υπάρχει προβληματισμός, ούτε καν υποψία, πως θα μπορούσαν οι ελληνικές στοχεύσεις να είναι ζωτικά συμφέρουσες και για τη Δύση.

Σήμερα, η μετοχή μας στον εταιρισμό των εθνών της E.E. αρχίζει και τελειώνει στον παρακμιακό μεταπρατισμό μας, στην ολοφάνερα ατελέσφορη, διακόσια χρόνια τώρα, μίμηση. Mετοχή μας είναι ο εξευτελισμός μιας αδιάκοπης ζητιανιάς με στόχο την εξηλιθιωτική «ευζωία». Zούμε επαιτώντας την επόμενη «δόση» εξουθενωτικής καταισχύνης μας, και μας την παρέχουν οι εταίροι μας με εμφατικό κάθε φορά τον διεθνή διασυρμό μας. Aς σκεφθεί και ας κρίνει ο καθένας μας τον ρεαλισμό ή την ουτοπία μιας διαφορετικής πολιτικής στόχευσης. Mε αφετηρία το ερώτημα: Πώς να προσανατολίσουμε τις προσπάθειές μας, ώστε η δική μας «ανάκαμψη» να είναι ζωτικά συμφέρουσα και για τους εταίρους μας; Tο ξεπούλημα της χώρας με «Mνημόνια» φεουδαλικών αρχετύπων δεν είναι η μόνη μας επιλογή, Eυρώπη δεν είναι μόνο οι επικαιρικοί μάνατζερς της εξουσίας κερδοσκόποι και νεοχιτλερικοί Tραπεζίτες.

Mόνο μωρόνοες αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η «ανάκαμψη» της Eλλάδας απαιτεί θεμελιακές αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία του κρατικού μας σχήματος. Kαι επειδή η ιστορική περίοδος είναι σαφώς μεταβατική σε διεθνή κλίμακα, οι μεταρρυθμιστικές μας πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν ζωτικά την E.E. ως πρωτοποριακός πειραματισμός σε ευρωπαϊκά πλαίσια.

Kάποιες παραδειγματικές, απλοϊκά και άγαρμπα συγκεκριμένες αναφορές, είναι μόνο δείχτες προσανατολισμού της σκέψης και της αναζήτησης, όχι προτάσεις. H εμπορευματοποίηση της πολιτικής, διεθνές, οξύτατο πρόβλημα σήμερα. Για τη θεσμική αντιμετώπισή του, πεδίο πρωτοποριακού πειραματισμού θα μπορούσε φιλόδοξα να εμφανιστεί η Eλλάδα. Ξαναζωντανεύοντας θεσμικά συμμετοχικές (όχι μόνο αντιπροσωπευτικές) λειτουργίες «πόλεως» σε μικρές αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες – με καίριο περιορισμό τού συγκεντρωτικού, αυτονομημένου από την κοινωνία, κράτους. Πρωτοποριακός πειραματισμός και η θεσμική αντίσταση στην αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία: Nα αξιοποιηθεί λ.χ. η πείρα από το «αλληλέγγυον» – υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης η κοινότητα και όχι το άτομο, ώστε να κοινωνείται ευέλικτα η συνεισφορά στα κοινά. Eύνοια στις μικρές επιχειρηματικές μονάδες, στην προσωπική δημιουργικότητα, στις μικρές συνεταιριστικές Tράπεζες.

Xωρίς κανένα παραπάνω κόστος, η Eλλάδα μπορεί να έχει τα αρτιότερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης. Tις καλύτερα σχεδιασμένες πανεπιστημιακές σχολές Mαθηματικών, Aρχαιολογίας, Kλασικής Φιλολογίας, Iστορίας της αρχαιοελληνικής και «βυζαντινής» Tέχνης. Eγκύκλια παιδεία με θεμέλιο τα Aρχαία Eλληνικά (από το Δημοτικό) ως άσκηση λογικής και τα Mαθηματικά ως γλώσσα της λογικής.

Όροι ενεργητικής επανένταξης του Eλληνισμού στην Iστορία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Μονόγραμμα: “Γιώργος Κοντογιώργης” - 16 Μαϊ 13

Αφιέρωμα της εκπομπής Μονόγραμμα των Γιώργου & Ηρώς Σγουράκη στον καθηγητή της Πολιτικής Επιστήμης Γιώργο Κοντογιώργη.

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Βιβλιοπαρουσίαση - Χρ. Γιανναράς - Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές - 2 Δεκ 11

Ο ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας κ. Χρήστος Γιανναράς παρουσίασε στις 2.12.11 σε εκδήλωση με συνδιοργανωτές τον Δήμο Καλαμαριάς, τον εκδοτικό οίκο «ΙΚΑΡΟΣ» και τα βιβλιοπωλεία «ΙΑΝΟΣ», το νέο βιβλίο του «Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος και συνιστά μια συναρπαστικά εύληπτη συγκεφαλαίωση του έργου του.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει την υπέρβαση της εποχής

Γιώργος Κοντογιώργης

Ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για “το μύθο του γιδοβοσκού που τελικά ποδοπατήθηκε από το καταπονημένο κοπάδι του, ή πώς ο τρόμος της κοινωνίας των πολιτών επικρέμαται πάνω από την κομματοκρατούμενη «πόλη»”, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.gr.

 

      Από τη δεκαετία του ’80 σε όλο τον κόσμο έχει συμβεί μία μεταβολή κοσμοϊστορικής σημασίας:

      Η οικονομία και η επικοινωνία, δύο από τους κεντρικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη ζωή των ανθρώπων, επέβαλαν την αυτονομία τους από τα σύνορα και την εξουσία του κράτους. Η οικονομία έχει ακτινωθεί στο σύνολο του πλανήτη, η επικοινωνία κάνει γνωστά όλα όσα συμβαίνουν σε κάθε χώρα επίσης στο σύνολο της γης.

      Στον αντίποδα, η κοινωνία (ως πολιτική κατηγορία) και το κράτος (ως πολιτικό σύστημα) έχουν παραμείνει ερμητικά κλεισμένα και στοχάζονται τη λειτουργία τους με τους όρους του 18ου αιώνα.

      Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή κρίση δεν έχει να κάνει με τις προηγούμενες (είτε οικονομικές είτε πολιτικές) κρίσεις. Οι προηγούμενες κρίσεις, από τον 18ο αιώνα έως τη δεκαετία του ’80, ήταν κυρίως κρίσεις μετάβασης από τη φεουδαρχία στην πρωτόλεια ανθρωποκεντρική κοινωνία. Αφορούσαν δηλαδή στον αγώνα του κοινωνικού ανθρώπου να απελευθερωθεί ως ατομική οντότητα και να αποκτήσει ορισμένα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα.

      Αυτή η (ατομική) ελευθερία και τα κοινωνικο-πολιτικά δικαιώματα δεν ήσαν ασύμβατα με το νεότερο, το σημερινό πολιτικό σύστημα, το οποίο το ενσαρκώνει το κράτος, διότι δεν αγγίζουν την φύση του, ούτε την φύση του οικονομικού συστήματος.

      Στην πραγματικότητα, τόσο το οικονομικό όσο και το πολιτικό σύστημα, συνεχίζουν να αναπαράγουν το παλαιό καθεστώς: ανήκουν σε έναν τρίτον, πέραν της κοινωνίας των πολιτών, φορέα, με όρους ιδιοκτησίας.

      Η συνάντηση ανάμεσα στην κοινωνία της εργασίας και στην κοινωνία των πολιτών αφενός με τα συστήματα της οικονομίας και της πολιτικής γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται εξωθεσμικά: στους δρόμους με διαδηλώσεις ή με απεργίες.

      Αυτό σημαίνει ότι τη διαχείριση των συμφερόντων της η κοινωνία των πολιτών δεν επιζητά να την αναλάβει απευθείας η ίδια, όπως συμβαίνει με τα ζητήματα της άμεσης προσωπικής της ζωής, ούτε και να αποκαταστήσει μια θεσμική σχέση με τους φορείς της πολιτικής (ή και οικονομικής) εξουσίας. Έτσι, την πολιτική λειτουργία την ανέλαβαν αυτόκλητοι διαμεσολαβητές (οι κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις), οι οποίοι, επιζήτησαν τη νομιμοποίησή τους με την υπόσχεση να παρέμβουν στην πολιτική εξουσία ή και να αναλάβουν τη διαχείρισή της, προκειμένου να υπερασπισθούν τα συμφέροντα της.

      Για την μεταφεουδαλική κοινωνία, ο εγκιβωτισμός της στον ιδιωτικό χώρο και η ολική εκχώρηση του πολιτικού συστήματος σε τρίτους διαμεσολαβητές, θεωρήθηκε, σε σχέση με το παρελθόν, μεγάλη πρόοδος... Άλλωστε, όχι μόνο οι προτεραιότητές της αλλά και η πολιτική της εμπειρία προδιέθετε για την ύπαρξη ενός αξιακού συστήματος που θα έθετε σε αμφισβήτηση το ανήκειν του οικονομικού και πολιτικού συστήματος στην ιδιοκτησία.

      Μην ξεχνάμε ότι οι αγώνες του 20ου αιώνα έγιναν με πρόσημο το ανήκειν του συστήματος στην ιδιοκτησία ή στο κράτος. Η κοινωνία ήταν και στις δυο ιδεολογίες εκτός.

      Η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία δεν αποτελεί μέρος των αξιών της εποχής μας. Έτσι όταν στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου εισήχθη η καθολική ψήφος στις ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία, που ήταν η πιο καθυστερημένη κοινωνία στην Ευρώπη και φορτωμένη με πολλά αυταρχικά βαρίδια, εκχώρησε με ολοκληρωτικό τρόπο το σύνολο της πολιτικής εξουσίας στον Χίτλερ.

      Η κρίση του ’29 δεν ήταν η αιτία που έκανε την εμφάνισή τους ο Χίτλερ και ο ναζισμός. Ήταν η αφορμή, που επέτρεψε στην κοινωνία, που συγκροτούσε μια απλώς πολιτική μάζα, που δεν συγκροτούσε πολιτική κατηγορία, τον Χίτλερ στην εξουσία. Το ίδιο συνέβη και στη Ρωσία.

      Πρόκειται λοιπόν για κρίση που επαγγέλλεται την υπέρβαση του αξιακού και οικονομικο-πολιτικού συστήματος της εποχής του διαφωτισμού, με το οποίο ζήσαμε μέχρι σήμερα. Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νέας αυτής περιόδου στην οποία εισέρχεται ο νεότερος ανθρωποκεντρικός κόσμος;

      Πρώτον, όπως ανέφερα, η ολοκλήρωση για τη Δύση της πρώιμης ανθρωποκεντρικής μετάβασης. Δεύτερον, αλλά εξίσου σημαντικό, η διακτίνωση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος στο σύνολο του πλανήτη.

      Εφεξής, και οι κοινωνίες του λεγόμενου "τρίτου κόσμου", εξήλθαν ως προς το ουσιώδες από τη δεσποτεία, μετέχουν δηλαδή στο ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι. Με μια διαφορά:

      Ενώ η Δύση έφτασε στο τέλος της πρώτης αυτής φάσης και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εγκατάστασή της στη νέα, την επόμενη φάση, το υπόλοιπο του πλανήτη, βιώνει μόλις την είσοδό του σ'αυτήν.

      Όχημα και για τις δύο αυτές περιοχές του πλανήτη αποδεικνύεται η τεχνοδικτυακή οικονομία και η επικοινωνία. Στον χώρο του τρίτου κόσμου, αποσαθρώνει τις βάσεις του παλαιού καθεστώτος και δημιουργεί οργανικούς συνεκτικούς δεσμούς με τη Δύση, η οποία οδηγεί τις εξελίξεις, σε μια σχέση κέντρου περιφέρειας.

      Μια σημαίνουσα εκδήλωση της σχέσης αυτής είναι το φαινόμενο της οικονομικής μετανάστευσης, που υποδηλώνει ότι το κοινωνικό πρόβλημα εφεξής επιδιώκεται να επιλυθεί δια της μεταφοράς του στη Δύση. Μια άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα εξέλιξη είναι η οβιδιακή μεταβολή στην έννοια και στο περιεχόμενο της εργασίας, με τη μεσολάβηση της τεχνολογικής καινοτομίας, που αλλάζει άρδην την ίδια την λογική της σχέσης μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας.

      Στον δυτικό κόσμο, οι εξελίξεις αυτές οδηγούν στην ριζική ανατροπή του αξιακού περιβάλλοντος και των συσχετισμών και, ήδη, στη ρήξη της ισορροπίας ανάμεσα στην κοινωνία, το κράτος/σύστημα και στην οικονομία, υπέρ της καθολικής κυριαρχίας της τελευταίας.

      Η ρήξη αυτή "σημαίνεται" επίσης, στο εσωτερικό της οικονομίας, από μια ουσιώδη ανατροπή, υπέρ των δυνάμεων του χρηματοπιστωτικού και του εμπορευματικού κεφαλαίου. Το ίδιον γνώρισμα των δυνάμεων αυτών, που συμβατικά αποκαλούνται "αγορές", είναι ότι προκαλούν μια εσωτερική αναδιανομή, συσσωρεύοντας, εν προκειμένω στη Δύση όπου εδρεύουν, τον πλούτο που δημιουργείται από την παραγωγική οικονομία, σε έναν περιορισμένο κύκλο ανθρώπων.

      Η παραγωγική βάση της οικονομίας όμως έχει ήδη μετακινηθεί στις χώρες του "τρίτου κόσμου". Συμβαίνει έτσι, οι μεν θέσεις εργασίας, που ανάγονται στην κλασική παραγωγική διαδικασία, να δημιουργούνται στον "τρίτο κόσμο", ο δε πλούτος να μεταφέρεται, και μαζί του το εκεί κοινωνικό πρόβλημα, στη Δύση.

      Ο πλούτος ακριβώς αυτός, στη Δύση, παράγει τεράστια πολιτική δύναμη, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί αναλόγως θέσεις εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος της εργασίας στη Δύση δεν έχει σχέση με εκείνον της προ του Ψυχρού Πολέμου περιόδου.

Επομένως, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας είναι η αιτία της ανατροπής των συσχετισμών στις δυτικές κοινωνίες;

      Ο καταμερισμός αυτός στο εσωτερικό της οικονομίας, η πλανητική της διακτίνωση και η οριζόντια (διακρατική) κινητικότητα της εργασίας, αποτελούν την πρώτη αιτία της πολιτικής αδυναμίας, στην οποία έχει περιέλθει η κοινωνία των πολιτών.

      Εκδήλωση της ανατροπής αυτής είναι η συντελούμενη στις μέρες μας ολοκληρωτική αποδόμηση της σχέσης εργασίας και ιδιοκτησίας επί του συστήματος, με άμεση ορατή εκδήλωση τη μεταβολή της εργασίας, από σχέση δημοσίου δικαίου, σε εργασία εμπόρευμα και ο μονοσήμαντος προσανατολισμός του σκοπού της πολιτικής στο συμφέρον των αγορών.

      Εντούτοις, μια πιο εμπεριστατωμένη ματιά στα γεγονότα αποκαλύπτει ότι η υπέρμετρη ισχύς των αγορών, δεν είναι πρωτογενής. Οφείλεται στο ότι η μεν, οι παράμετροι της οικονομίας και της επικοινωνίας, έχουν μεταβεί στο μέλλον, κινούνται σε κοσμοσυστημικό επίπεδο, οι δε, κοινωνία και πολιτεία, παραμένουν ερμητικά έγκλειστες στο παρελθόν, ουσιωδώς στον 18ο αιώνα.

      Η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που εγκαθιδρύθηκε με αφετηρία τον 18-19ο αιώνα, ανεξαρτήτως των εννοιολογικών ακροβασιών που την επενδύουν, υφαίνεται εξωθεσμικά. Η κοινωνία δεν μετέχει στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων και ρητώς το συμφέρον της δεν εγγράφεται στο σκοπό της πολιτικής.

      Συμβαίνει λοιπόν, στο νέο περιβάλλον που δημιούργησε η κοσμοσυστημική ανάπτυξη της οικονομίας και της επικοινωνίας, η εξωθεσμική/εξωπολιτειακή συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, να μην παράγει εφεξής αποτέλεσμα.

      Ουδείς από τους πολιτικούς διαμεσολαβητές έχει λόγους να συνεκτιμά την κοινωνία, καθώς αντλούν νομιμοποίηση αποκλειστικά από τους μηχανισμούς και τις σχέσεις δύναμης που υφαίνονται γύρω από το κράτος. Το πολιτικό κόστος, συνδέεται με τις αντιδράσεις των δυνάμεων αυτών, ενώ η κοινωνική συνοχή μετριέται πια με γνώμονα όχι την κοινωνία των πολιτών, αλλά με τις αντοχές και τις ανοχές της έναντι των πολιτικών αποδόμησης που την οδηγούν στο περιθώριο.

      Με λίγα λόγια, η παντοδυναμία των αγορών είναι απόρροια του πλανητικού τους αναπτύγματος, οφείλεται όμως στο γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα και, επομένως, η σχέση κοινωνίας και πολιτικής, παρέμεινε ανάλλακτη.

      Το χειρότερο είναι ότι προσεγγίζεται ως μια πραγματικότητα, που δεν υπόκειται στην εξέλιξη. Εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή της πολιτείας, είναι ανιστορική και, σε κάθε περίπτωση, βαθιά συντηρητική.

      Εάν αντιμετωπίσουμε την σημερινή πολιτεία ως την πρώιμη φάση της ανθρωποκεντρικής μετάβασης, όπως πράγματι είναι, τότε θα συνομολογήσουμε ότι οι αγορές έγιναν παντοδύναμες και έθεσαν σε μονοσήμαντη ομηρία την πολιτική τάξη, επειδή η βούληση της κοινωνίας απουσιάζει από την πολιτεία.

Και πώς θα μπορούσε κάτι τέτοιο να ανατραπεί;

      Εάν υιοθετήσουμε τον συλλογισμό αυτόν, εάν επομένως συμφωνήσουμε ότι η κρίση είναι προεχόντως πολιτική, οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε με πολιτικούς όρους.

      Δεν εννοώ, προφανώς, να σταματήσουμε την εξέλιξη και να επανέλθουμε στο παλαιού τύπου κράτος, ούτε να προκρίνουμε την δεοντολογία, ορθώνοντας έναν κώδικα συμπεριφοράς των κατόχων της εξουσίας, έναντι της κοινωνίας. Η εξέλιξη δεν σταματά παρά μόνο με την ακύρωση της ανθρωποκεντρικής προοπτικής των κοινωνιών. Και η δεοντολογία σταδιοδρομεί όπου οι κοινωνίες είναι εξοβελισμένες από το πολιτικό σύστημα και ο ηγέτης δεν υπόκειται σε έλεγχο και, ακόμη περισσότερο, σε περιορισμούς κατά την άσκηση της εξουσίας.

      Η λύση λοιπόν δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο με ρυθμίσεις που θα μεταβάλουν τους συσχετισμούς, ώστε και η πολιτεία και, κατ'επέκταση, η κοινωνία να μεταβούν στο μέλλον.

      Πως θα γίνει αυτό; Στην φάση που διέρχεται ο ανθρωποκεντρικός κόσμος σήμερα, αποκλείεται η αναζήτηση λύσεων σε κοσμοσυστημικό/πλανητικό επίπεδο, με τη συγκρότηση για παράδειγμα ενός κοσμοκράτους. Άλλωστε, το ζήτημα δεν είναι να συγκροτηθεί ένα ακόμη κράτος, που θα ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, αλλά ένα νέο πολιτικό σύστημα που θα αναδιαμορφώνει τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, προκειμένου να ανασταλεί η μονοσήμαντη ομηρία της τελευταίας από τις δυνάμεις των αγορών.

      Θα πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι στις ανθρωποκεντρικές κοινωνίες συντρέχει μια αδήριτη "νομοτέλεια":

      όσο οι αγορές αυτονομούνται, αναπτυσσόμενες σε κοσμοσυστημικό/πλανητικό επίπεδο, τόσο οι κοινωνίες θα επιχειρούν να ελέγξουν την πολιτεία για να εξισορροπήσουν την δύναμή τους. Αυτό μπορεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, να συμβεί αποκλειστικά εντός του κράτους.

      Και, στο πλαίσιο αυτό, είναι εξίσου σαφές ότι δεν μπορεί να αλλάξει η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής εντός του παρόντος συστήματος, χωρίς να θιγεί η θεμέλια βάση της νεοτερικής πολιτείας. Επομένως, δεν αρκεί η αναθεώρηση του Συντάγματος, μια διαφορετική διαρρύθμιση των εξουσιών ανάμεσα στον πρόεδρο ή στο κοινοβούλιο ή στην κυβέρνηση, για να υπερβούμε την κρίση. Αυτά, είναι λεπτομέρειες που αφορούν την εσωτερική δομή της εξουσίας, την οποία ενσαρκώνει το κράτος.

Και άρα;

      Πρώτον, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι είναι και τι δεν είναι το παρόν σύστημα.

      Το πολιτικό σύστημα της εποχής μας δεν είναι, παρόλα τα ψεύδη που διδάσκει η ολιγαρχική διανόηση, ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε δημοκρατικό. Η συνειδητοποίηση αυτή, είναι εκ των ων ουκ άνευ για να πάψουμε να είμαστε εγκιβωτισμένοι στο παρελθόν, σε μια στρεβλή και ιδίως συντηρητική και αδιέξοδη λογική. Η απελευθέρωσή μας από τις βεβαιότητες που μας σέρβιραν οι νεοτερικές ελίτ, ήδη από την εποχή του ευρωπαϊκού διαφωτισμού είναι πια θεμελιώδης για να μεταβούμε στο μέλλον.

      Πρέπει να πω ότι η μάχη των εννοιών είναι αδυσώπητη, γιατί προϋποθέτει εσωτερική κάθαρση, τη συγκρότηση ενός νέου αξιακού συστήματος. Η αποκάθαρση αυτή, είναι αναγκαία για να στοχασθούμε την αιτία της κρίσης. Για να αντιληφθούμε προς τα που κατευθύνεται ο κόσμος. Για να διακρίνουμε την έξοδο, το τι πρέπει να κάνουμε.

      Όσο γρηγορότερα απελευθερωθούμε από τις δουλείες του συντηρητικού πια παρελθόντος, τόσο μικρότερες θα είναι οι αρνητικές για την κοινωνία επιπτώσεις. Εάν δεν το πράξουμε εμείς, θα μας το επιβάλει η ανάγκη, δηλαδή η περαιτέρω κάθοδός μας στον Άδη.

      Ώστε, η επίγνωση ότι δεν ζούμε σε καθεστώς δημοκρατίας ή έστω αντιπροσώπευσης, δεν έχει θεωρητική αξία, δεν είναι μέρος μιας διανοητικής άσκησης. Αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την επεξεργασία ενός νέου προτάγματος, που θα μας βγάλει από την κρίση και θα μας οδηγήσει στο μέλλον.

      Προσθέτω, επίσης, ότι η διευκρίνιση μέσα μας του τι είναι δημοκρατία, ότι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την αντιπροσώπευση, ή ότι ο χρόνος κάθε πολιτείας δεν εξαρτάται από την φαντασία μας, αλλά από το στάδιο της ωριμότητάς μας, θα μας επιτρέψει να μην λέμε όλες τις ανοησίες που κυκλοφορούν στην "αγορά" για τα περί "άμεσης δημοκρατίας", "αντιπροσωπευτικής" ή "συμμετοχικής δημοκρατίας" κλπ.

      Για να οδηγηθούμε στη δημοκρατία είναι αναγκαίο να διέλθουμε από ένα μεταβατικό στάδιο, που είναι η αντιπροσώπευση.

      Η αντιπροσώπευση μεταβάλει την κοινωνία σε μερικό θεσμό της πολιτείας, ανασυγκροτεί τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, υπό το πρίσμα της υποχρεωτικής γέφυρας για τη δημοκρατία. Αλλά δεν είναι η δημοκρατία.

      Όσο και αν δεν αρέσει στους θαμώνες της ολιγαρχίας, θεσμοί όπως το δημοψήφισμα, δεν είναι δημοκρατικοί, ουδέ καν αντιπροσωπευτικοί. Ομοίως, η επιλογή ορισμένων, όλως συμπληρωματικών θεσμών, όπως η κλήρωση ή η αρχή της πλειοψηφίας, δεν ορίζουν τη δημοκρατία. Μπορούμε να τους συναντήσουμε και σε άλλες πολιτείες.

      Η δημοκρατία δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε σύστημα διακυβέρνησης. Είναι η πολιτεία που προόρισται να εμπραγματώσει την καθολική (ατομική, κοινωνική, πολιτική) ελευθερία, εν αντιθέσει προς το σημερινό σύστημα που εγγυάται μόνο την ατομική ελευθερία και ορισμένα κοινωνικο-πολιτικά δικαιώματα.

Ποιά είναι συνεπώς η πολιτεία που θα μας μεταφέρει στο μέλλον;

      Η μετάβαση στο μέλλον, που θα αλλάξει τα πράγματα, αξιώνει όπως η κοινωνία θεσμηθεί ως μια σταθερή, ως μια καθημερινή -και όχι ευκαιριακή κατά τη συγκυρία- συνιστώσα της πολιτείας, ότι ακριβώς είναι η βουλή και η κυβέρνηση.

      Το επόμενο ερώτημα είναι ποιες αρμοδιότητες θα δοθούν στην κοινωνία/δήμο. Προφανώς ορισμένες από αυτές που προσιδιάζουν στην ιδιότητα του εντολέα.

      Ποιες μπορεί να είναι αυτές; Ο καθορισμός του γενικού πολιτικού πλαισίου, όπου θα κινηθεί η πολιτική εξουσία, ο έλεγχος, η (ποινική και αστική) ευθύνη των φορέων της, η ανάκληση των αποφάσεων και του πολιτικού προσωπικού που αποκλίνει από την βούληση της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

      Το σύστημα αυτό θα το αποκαλούσαμε αντιπροσωπευτικό. Είναι προφανές, ωστόσο, ότι η είσοδος της κοινωνίας στην πολιτεία, με πρόσημο την αντιπροσώπευση, θα αλλάξει άρδην και την "ατζέντα" του διαλόγου, επομένως και την φύση της πολιτικής διαδικασίας.

      Τελικός αποδέκτης της προεργασίας για την λήψη μιας απόφασης θα είναι εφεξής η κοινωνία/δήμος και όχι ο υπουργός, ο πρωθυπουργός ή η βουλή. Τα τελευταία αυτά σώματα γίνονται προδικαστικά, νομοπαρασκευαστικά, όχι αποφασιστικά.

      Οι επισημάνσεις αυτές δείχνουν τελικά τι δεν είναι δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι η αντιπροσώπευση. Η δημοκρατία καταργεί την αντιπροσώπευση, τη σχέση εντολέα εντολοδόχου και αποδίδει το σύνολο της πολιτείας στην κοινωνία/δήμο. Η τελευταία γίνεται αυτό που σήμερα είναι το κράτος σε σχέση με την πολιτεία. Ο αποκλειστικός της ενσαρκωτής.

      Στη δημοκρατία, η κοινωνία κάνει ότι η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί, η βουλή και πολλοί άλλοι θεσμοί, μαζί ή χωριστά. Στην αντιπροσώπευση μοιράζονται τις αρμοδιότητες αναλόγως. Στη δημοκρατία, ο πολιτικός ηγέτης είναι απλώς ο κατά συνήθειαν εισηγητής, ο ρήτορας, όχι κυβερνήτης.

      Στις μέρες μας, εκτός από την ατομική ελευθερία, ο νεοτερικός άνθρωπος δεν βιώνει ούτε κόκκο κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας. Το τραγικό είναι ότι διδάχθηκε να το πιστεύει το αντίθετο.

      Θα έλεγα μάλιστα ότι ο βαθμός της ψευδούς απεικόνισης των εννοιών είναι τέτοιος που φθάνει στο σημείο να ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση στον πολίτη ορισμένων δικαιωμάτων εξισώνεται με την απόλαυση της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας. Λάθος μέγα.

      Η ελευθερία ορίζεται ως αυτονομία, προϋποθέτει την κατάργηση κάθε "καταμερισμού" στην άσκηση του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού έργου, "το μη άρχεσθαι υπό μηδενός". Άρα η δημοκρατία συγκροτεί μια διαδικασία συσσώρευσης ελευθερίας, πέραν του ατομικού, στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο. Υπό την έννοια αυτή, αναγγέλλει ένα εντελώς νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα.

      Οι διευκρινίσεις αυτές είναι αναγκαίες για να αντιληφθούμε ότι στο αξιακό σύστημα του σημερινού κοινωνικού ανθρώπου απουσιάζει όλο εκείνο το υπόβαθρο που συνεπάγεται η έννοια της δημοκρατίας, αλλά αυτής της απλής αντιπροσώπευσης.

      Κατά τούτο, το ζήτημα σήμερα τίθεται στην πρωταρχική του μορφή. Πρώτον, με όρους προσομοίωσης της νεοτερικής πολιτείας στην αντιπροσώπευση, και όχι προφανώς στη δημοκρατία. Και δεύτερον, η αντιπροσωπευτική μεταβολή της πολιτείας αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της μεταβολής των συσχετισμών δύναμης, ώστε να πάψει η κοινωνία των πολιτών να χάνει ότι κατόρθωσε να αποκτήσει υπό το παλαιό καθεστώς, πριν ανατραπεί η καθημερινότητά της. Η άσκησή της όμως είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει στην εκκόλαψη του νέου αξιακού μέτρου της κοινωνίας, το οποίο σε βάθος χρόνου θα οδηγήσει στη δημοκρατία.

Οπότε, το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν μπορεί να επαναφέρει του παλαιούς συσχετισμούς. Πώς γίνεται όλη η ανθρωπότητα να αποδέχεται ή να πιστεύει ότι το σύστημά της είναι συγχρόνως και αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό;

      Ποια από τα στοιχεία της αντιπροσώπευσης περιέχει το σημερινό πολιτικό σύστημα; Κανένα! Δηλώνει ο πολιτικός ότι είναι αντιπροσωπευτικό, με το επιχείρημα ότι δεν κατέχεται από έναν άρχοντα, όπως ήταν ο Λουδοβίκος, ο απόλυτος μονάρχης. Διακηρύσσει όμως ότι δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνία, αλλά το "έθνος", το γενικό όχι το κοινό συμφέρον.

      Ποιος ορίζει, ωστόσο, τι είναι εθνικό συμφέρον; Ο ίδιος ο πολιτικός, που θα εφαρμόσει και τις πολιτικές που θα δώσει ο ίδιος εντολή στον εαυτό του! Ο πολιτικός στο νεοτερικό σύστημα είναι και εντολέας και εντολοδόχος!

      Άλλωστε, ο ίδιος ομολογεί ότι το κράτος κατέχει την πολιτική κυριαρχία και η κοινωνία είναι ένας απλός ιδιώτης.

      Οι ακραιφνείς ολιγάρχες διακινούν συστηματικά την ιδέα ότι η κοινωνία εκλέγει τους πολιτικούς και άλλα συναφή.

      Αποκρύπτεται ότι η ψήφος δεν περιέχει κανένα στοιχείο, ούτε αντιπροσώπευσης, ούτε δημοκρατίας. Είναι μια πράξη νομιμοποίησης ενός πολιτικού προσωπικού, που διαμόρφωσαν οι "μηχανισμοί" που νέμονται το κράτος. Το να επιλέξουμε το άλφα αντί του βήτα κόμματος, τον γάμα αντί του δέλτα ηγέτη είναι άνευ σημασίας, αφού μετά την ψήφο, καθιερώνεται ρητώς το ανεύθυνο, το ανεξέλεγκτο και το ανέκκλητο του πολιτικού.

      Εάν θέσετε το ερώτημα σε κάποιον ολιγάρχη της καθημερινότητας, πως εξηγεί το γεγονός ότι κατοχυρώνεται συνταγματικά το δικαίωμα του πολιτικού να αγνοεί τις προεκλογικές του υποσχέσεις, αμέσως την επομένη, θα σας κοιτάξει με έκπληξη και είναι βέβαιο ότι θα σας εγκαλέσει για λαϊκισμό. Το ίδιο θα πράξει εάν του επισημάνετε ότι το "κράτος δικαίου" ισχύει για όλους εκτός από την πολιτική τάξη.

      Για τους θιασώτες της νεοτερικότητας, δημοκρατία είναι η δυνατότητα του πολίτη να διαδηλώνει. Όχι η υποχρέωση της κυβέρνησης να ακροάται και να συνεκτιμά την κοινωνική βούληση. Μπορεί, επομένως, να κατέβη όλη η κοινωνία ενώπιον του κυβερνείου ή της βουλής για να διαδηλώσει την αντίθεσή της στην ακολουθούμενη πολιτική ή στη διαφθορά, ή να το δηλώσει με το μέσον των δημοσκοπήσεων. Το Σύνταγμα εντούτοις εξουσιοδοτεί τον κυβερνήτη να πει ότι γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τις αντιρρήσεις της. Αυτός γνωρίζει τι είναι καλό γι αυτήν, όχι η ίδια...

      Ας αναλογισθούμε ποιες θα ήσαν οι πολιτικές της κυβέρνησης εάν οι αποφάσεις της όφειλαν να έχουν την εκπεφρασμένη κάθε φορά εκτός συναίνεση της κοινωνίας. Εάν δηλαδή αντί για εντολοδόχος της τρόικας, όφειλε να λειτουργεί θεσμικά ως εντολοδόχος της κοινωνίας των πολιτών.

Με ποιόν τρόπο λοιπόν θα μπορούσε "η κοινωνία να μπει στην πολιτική";

      Πρώτα πρέπει να διευκρινίσουμε τι μας ενδιαφέρει. Να δούμε την κοινωνία να εκκλησιάζεται στην Πνύκα, στην πλατεία Συντάγματος, κάπου τέλος πάντων; Ή να αντλήσουμε τη βούληση της κοινωνίας; Ο σκοπός που εκκλησιάζονταν οι Αθηναίοι στην Πνύκα, ήταν ένας τρόπος για να διαμορφώσουν τη βούλησή τους, επομένως για να πάρουν αποφάσεις!

      Βεβαίως, αν κάνουμε μια προβολή στο μέλλον, ο τρόπος που μια κοινωνία θα συγκροτείται και θα λειτουργεί ως δήμος, η ίδια η συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, θα πρέπει να αναζητηθεί στο επίπεδο της τεχνολογίας της επικοινωνίας, κάτι σαν το ιντερνέτ που γνωρίζουμε σήμερα.

      Στο σημερινό στάδιο έχουμε ήδη ορισμένους απλούς, αλλά αλάνθαστους τρόπους να αναζητήσουμε την κοινωνική βούληση. Με την ηλεκτρονική ψηφοφορία, όπου θα δοθεί στον κάθε πολίτη η δυνατότητα, μετά από ενημέρωση και διάλογο, να ψηφίζει για κάθε θέμα ή να ελέγχει, να ανακαλεί κλπ. τους πολιτικούς, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

      Υπογραμμίζω την επισήμανση ότι η έννοια του δήμου, δηλώνει την συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών σε διαρκή θεσμό, κατά το ανάλογο της κυβέρνησης ή της βουλής και όχι επ'ευκαιρία. Θα προσέθετα, ακόμη, κάτι απλούστερο:

      Τη δημιουργία ενός διαρκούς δημοσκοπικού δήμου: Είτε με τον συμβατικό τρόπο των δημοσκοπήσεων είτε με μια πιο προωθημένη μορφή, με έναν "ζωντανό" δημοσκοπικό δήμο, ένα δείγμα πολιτών, που θα βουλεύεται και θα αποφαίνεται για τα ζητήματα της ημερήσιας διάταξης της βουλής ή της κυβέρνησης ή που θα εγείρει η ίδια άλλα προς αντιμετώπιση θέματα. Όπως οι δημοσκοπήσεις, έτσι και ο δημοσκοπικός δήμος παρέχουν ακρίβεια σχεδόν 100%, όταν γίνονται με επιστημονικό τρόπο.

      Άρα, λοιπόν, τρόποι υπάρχουν. Αρκεί να ωριμάσει η σκέψη των κοινωνιών, να υπερβούν τις ολιγαρχικές τους επιφυλάξεις και κυρίως να αντιληφθούν ότι είναι ο μόνος δρόμος για να βγουν από τη σημερινή κρίση, για μεταβούν και αυτές στο μέλλον.

      Διότι, το ζητούμενο δεν είναι να ξανα-ρυθμισθούν οι αγορές, αλλά το ποιος πληρώνει το κόστος ή ορθότερα, ποια θα είναι η θέση των κοινωνιών στο οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

      Το ζητούμενο αυτό, ως διερώτηση έχει μόνο μια απάντηση. Οι κοινωνίες είναι ο λόγος ύπαρξης των αγορών, των κρατών, του παντός. Δεν γίνεται λοιπόν να αντιστρέφεται η λογική του πράγματος και να λειτουργούν ως υποζύγιό τους. Το σύστημα αυτό που θέλει τις κοινωνίες υποζύγια των ιδιοκτητών της οικονομίας και των νομέων της πολιτικής, ανάγεται στο παρελθόν της δεσποτικής βαρβαρότητας, όχι στο μέλλον.

Ας υποθέσουμε ότι οι κοινωνίες απαιτούν την αντιπροσωπευτική τους υποστασιοποίηση στο πολιτικό σύστημα. Πώς όμως θα γίνει αυτό, με δεδομένο ότι οι άρχουσες κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις το αρνούνται;

      Πρώτη επισήμανση. Η γενική τάση που θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και στο μέλλον θα είναι συγκεκριμένη:

      Όσο οι αγορές θα αποκτούν δύναμη, που θα διέρχονται οριζοντίως τα κράτη, θα κινούνται σε κοσμοσυστημικό επίπεδο, τόσο πιο πολύ οι κοινωνίες να επιζητούν μια μεγαλύτερη συμμετοχή στην πολιτεία, ώστε να βαρύνουν στην πολιτική λειτουργία και να εξισορροπήσουν την δύναμή τους. Η αντιπροσώπευση και προοπτικά η δημοκρατία θα κληθούν να αποτελέσουν την απάντηση στο πρόβλημα που τίθεται ήδη.

      Σήμερα, η ολοκληρωτική επικράτηση των αγορών, σηματοδοτεί την πολιτική κυριαρχία των δυνάμεων της ολιγαρχίας. Αυτή καθεαυτή η κυριαρχία των αγορών προμηνύει μια μείζονος σημασίας οπισθοδρόμηση του κεκτημένου των κοινωνιών. Στην υπηρεσία της οποίας, συστρατεύονται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλες οι καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις.

      Διότι, όλες οι πολιτικές δυνάμεις, και αυτές που δηλώνουν φιλολαϊκές και οι άλλες, από την αριστερά έως την δεξιά, είναι βαθιά ολιγαρχικές. Όλες εχθρεύονται την πολιτειακή θέσμιση της κοινωνίας και, συνακόλουθα, αντιπροσωπευτική μετάλλαξη της πολιτείας. Μπορεί να συγκρούονται μεταξύ τους για τη νομή της εξουσίας, αλλά είναι εξ ολοκλήρου αλληλέγγυες στο ζήτημα του αποκλεισμού της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτεία. Ώστε, η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών υπέρ της κοινωνίας, δεν θα επέλθει με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία.

      Δεν πρέπει επίσης να αναμένει κανείς την υιοθέτηση ενός προτάγματος εξόδου προς το μέλλον, από τις κρατούσες πολιτικές δυνάμεις. Ούτε το θέλουν ούτε το μπορούν.

      Το γεγονός αυτό κάνει φανερό γιατί ποτέ άλλοτε τους τελευταίους αιώνες δεν υπήρχε τόση πενία ιδεών και προταγμάτων. Η χειραφέτηση της κοινωνίας διέρχεται από την εκπαραθύρωση της κομματοκρατίας, από μια συνολική αντιπαράθεσή της με ότι αναπέμπει στο παρελθόν.

      Η ολική εναντίωση με πρόσημο τον εξαναγκασμό της πολιτικής τάξης, προσφέρει δύο ενδεχόμενα: το ένα, να εξέλθουν από αυτήν κάποιες δυνάμεις που θα διακρίνουν τη δυνατότητα της ηγεμονίας τους μέσω του προσεταιρισμού της κοινωνίας. Το άλλο, να αναδειχθούν νέες δυνάμεις από τα σπλάχνα της κοινωνίας, που οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση του ολιγαρχικού κατεστημένου.

      Η προοπτική της ολικής απόρριψης της καθεστωτικής πολιτικής τάξης όπως και εκείνη της επανάστασης, τελεί υπό μια προϋπόθεση: Ότι, πέραν του προφανούς, πως ήδη συσσωρεύονται, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, τα σύννεφα μιας σημαίνουσας αμφισβήτησης (ή και εξεγερτικής λογικής, στις κοινωνίες), απουσιάζει μια καίρια παράμετρος:

      η αποπροσωποποίηση της ευθύνης και, περαιτέρω, η απόδοσή της στην πολιτειακή πηγή της. Η επισήμανση της παραμέτρου αυτής μας επαναφέρει επομένως στην αρχική μας σκέψη.

      Ότι η υπέρβαση της κρίσης, προϋποθέτει την υπέρβαση της εποχής μας, δηλαδή των βεβαιοτήτων μας. Απαιτείται πρωταρχικά η μεταβολή προτάγματος και, πρωταρχικά, σε μια επανάσταση στο πεδίο των εννοιών. Που θα απολήξει στη διαμόρφωση νέων ιδεών με πρόσημο τη διεύρυνση της ελευθερίας και, σε τελική ανάλυση, στη μετάβαση στην αντιπροσωπευτική πολιτεία του μέλλοντος.

      Οπωσδήποτε όμως, η κοινωνική δυναμική περιέχει ένα στοιχείο απροσδιοριστίας, σε σχέση με τη δυνατότητα του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, να ελέγχει τις εξελίξεις. Ο μύθος του γιδοβοσκού, που τελικά ποδοπατήθηκε από το καταπονημένο κοπάδι του, είναι από την άποψη αυτή διδακτικός, για όσους τουλάχιστον μπορούν να εξέλθουν της αλαζονείας τους και να ανιχνεύσουν τις εξελίξεις.

      Σήμερα, λοιπόν, το διακύβευμα είναι πολυσήμαντο, αλλά σαφείς τις προδιαγραφές του.

 

* Ο Γιώργος Κοντογιώργης είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και ασχολείται με τη «μεταβολή πολιτειών» όπως και την κατασκευή των εννοιών δημοκρατία, αντιπροσώπευση και την εξέλιξη -ειρηνικά ή επαναστατικά- των πολιτικών συστημάτων.

Αναδημοσίευση από το tvxs.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 13-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος. Πρόταση δημοκρατίας από τους πολίτες - 3 Φεβ 13

Ομιλία του καθηγητή Γ. Κοντογιώργη με θέμα: ”Αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος - Πρόταση δημοκρατίας από τους πολίτες”, που έγινε στις 3 Φεβρουαρίου 2013 στα πλαίσια εκδήλωσης της Συνέλευσης Πολιτών Γλυκών Νερών.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Tα κόμματα τελείωσαν: ώρα για πολιτική

Χρήστος Γιανναράς

Τα κόμματα που συγκροτούν το σκηνικό εξουσίας στην Eλλάδα σήμερα δεν είναι πολιτικοί σχηματισμοί με κυριολεκτική σημασία. Eκφράζουν απόψεις, γνώμες, ιδέες για τα προβλήματα του τόπου, αλλά δεν έχουν πρόταση πολιτική, δεν υποψιάζονται την επιτελική λογική, την εργώδη συστηματική προετοιμασία που προϋποθέτει η συγκρότηση μιας πολιτικής πρότασης.

Eκφράζονται και αποφαίνονται για προβλήματα, ανάγκες, στοχεύσεις, αλλά με τη νοοτροπία του δημοσιολόγου, όχι του πολιτικού. Aναφέρονται στο όποιο τυχόν πρόβλημα, για να επιδείξουν δήθεν άποψη, προσχηματικό ενδιαφέρον, ενημερότητα – δεν διαθέτουν τη σοβαρότητα, τη σπουδή, την ανιδιοτέλεια που απαιτεί μια πρόταση λύσης του προβλήματος. Zητούν την ψήφο των πολιτών για τα «γκολ» που συγκυριακά ή με ατομική κάποιων δεξιοτεχνία πέτυχαν – όχι για το «παιχνίδι» που είναι ικανοί και προετοιμασμένοι να παίξουν, όχι για την αξία τους, όχι υπηρετώντας όραμα κοινωνικό και στόχους.

Δεν είναι πολιτικοί σχηματισμοί, είναι «κόμματα» όπως ακριβώς τα όρισε ο Pοΐδης από το 1875, χωρίς να έχουν φιλοδοξήσει να τον διαψεύσουν επί εκατόν τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Kόμματα, δηλαδή συντεχνίες με αμιγώς εμπορευματικό χαρακτήρα, απολύτως υποταγμένες στους νόμους του μάρκετινγκ. Tο προϊόν που εμπορεύονται είναι επαγγελίες, συνταγές – ένα θαυματουργό φάρμακο για τη φαλάκρα. Iσχυρίζονται ότι έχουν τη συνταγή, στην πραγματικότητα πουλάνε μόνο επαγγελίες, μόνο συσκευασία – εμπορεύονται τον εντυπωσιασμό από το λανσάρισμα αφηρημένων, συνθηματικών γενικοτήτων, δηλαδή την καθαρή εξαπάτηση του ψηφοφόρου. Mιλάνε, λ.χ., για «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» ή για «δημοκρατικό σοσιαλισμό» ή για «ευρωπαϊκού προσανατολισμού Aριστερά», ακριβώς για να κερδίσουν πελάτες ολόιδια όπως οι οδοντόκρεμες λανσάρουν το «διπλό φλουόρ-ράιντ» ή όπως τα απορρυπαντικά τους «γαλάζιους ενεργειακούς κόκκους» – δηλαδή πλεονεκτήματα που ο πελάτης δεν καταλαβαίνει τι σημαίνουν, αλλά τον ξιπάζουν, κερδίζουν άλογα την προτίμησή του.

Aποκορύφωμα της φενάκης των τίτλων είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα: Ένα κόμμα της «ιστορικής Δεξιάς» (υποτίθεται) συγκυβερνάει με ένα κόμμα κατ’ επαγγελίαν «σοσιαλιστικό» και με ένα τρίτο τάχα «δημοκρατικά μαρξιστικό», προκειμένου να διεκπεραιώσουν από κοινού (για το «συμφέρον της χώρας» βεβαίως) το «δόγμα σοκ» της σισύφειας «εσωτερικής ύφεσης» – «να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των πιστωτών της Eλλάδας».

H «Nέα Δημοκρατία» και το ΠAΣOK αναδείχθηκαν «κόμματα εξουσίας», επειδή κυβέρνησαν για μακρό διάστημα τη χώρα. Kαι πολυχρόνισαν στην εξουσία όχι για την πολιτική τους πρόταση, αλλά σαφώς, σαφέστατα, για την ικανότητα των αρχηγών - ιδρυτών τους να πείθουν τους ψηφοφόρους. Ήταν κόμματα που ιδρύθηκαν με μοναδικό, αποκλειστικό στόχο να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες των ιδρυτών - αρχηγών τους – όχι για να υπηρετήσουν κάποιον τεθειμένο επιτελικό σχεδιασμό, επεξεργασμένο με σοβαρότητα, μόχθο και ιδιοφυΐα πολιτικό πρόγραμμα.

Στη N.Δ. το κενό από την απουσία μιας κοινής πίστης σε κοινωνικό όραμα, στοιχειώδους επίγνωσης ποιοι στόχοι και ποια ταυτότητα προτεραιοτήτων εξασφαλίζουν την κομματική συνοχή, ήταν και είναι έλλειψη τόσο κραυγαλέα και προκλητική, ώστε να δημιουργεί κρίσιμα, οδυνηρά ερωτήματα. O μυθοποιημένος ιδρυτής του κόμματος ασφαλώς διέθετε φυσικό χάρισμα πολιτικής ευφυΐας και ηγετικής επιβολής, σίγουρα παρήγαγε έργο, ομολογημένα έπαιξε ρόλο θετικό σε ιστορικές στιγμές. Aλλά τα προσόντα του ήταν σαφώς ενορμητικά, αντανακλούσαν τη σοφία του ενστίκτου, ήταν παντελώς άσχετος με επιτελική δουλειά, με προγραμματισμό συνέχειας και διάρκειας, με διασάφηση κοινωνικών ή πολιτισμικών στόχων πέρα από τη χρηστική αποτελεσματικότητα.

Δύο είναι τα πιο εξόφθαλμα παραδείγματα της πολιτικής ανεπάρκειας του ιδρυτή της N.Δ.: Δεν κατάλαβε ποτέ την πολιτική σημασία και ανάγκη να εκφράσει (και να μεταγγίσει στο κόμμα του) καύχηση για την πατριωτική αντίσταση των Eλλήνων στο μεταπολεμικό πολυαίμακτο πραξικόπημα των οπαδών του σταλινικού ολοκληρωτισμού. H N.Δ. φορτώθηκε, με μαζοχισμό κυριολεκτικά ηλίθιο, μιαν εντελώς παράλογη μειονεξία ενοχής για τον «εμφύλιο», άφησε να εξωραϊστεί το έγκλημα σε «ηρωική δημοκρατική αντίσταση», η πατριδοκτόνα παράνοια σε καύχηση «προοδευτικής» πρωτοπορίας. Tέτοιο πολιτικό Bατερλώ, σε επίπεδο νοηματοδότησης της πολιτικής, δεν έχει υποστεί ούτε ο μετριότερος κομματάρχης.

Στην ίδια παραλυτική μειονεξία παραπέμπει και το δεύτερο παράδειγμα πολιτικής ανεπάρκειας του ιδρυτή της N.Δ.: Όταν ήταν πια ολοφάνερο ότι το δημαγωγικό ταλέντο έφερνε τον Aνδρέα Παπανδρέου πλησίστιο στην εξουσία, ο Kων. Kαραμανλής επέλεξε όχι την αναμέτρηση (που θα επιδίωκε κάθε πολιτικός με πίστη σε στόχους και στο ταλέντο του), αλλά να τραπεί σε φυγή – να καταφύγει στην πολιτικά ανεύθυνη Προεδρία της Δημοκρατίας. Δεν είχε πολιτική αντιπρόταση να αντιτάξει στον Aνδρέα ούτε κριτήρια για να αντιληφθεί τον καταστροφικό, αντικοινωνικό χαρακτήρα του λαϊκισμού του. Kαι αυτό αποδείχθηκε περίτρανα επίσης από το γεγονός ότι, σε όλη τη διάρκεια που κυβερνούσε το ΠAΣOK, το κόμμα του Kων. Kαραμανλή ήταν πολιτικά εντελώς ανύπαρκτο – δεν άρθρωσε ούτε τον ελάχιστο ψίθυρο αντίρρησης για τον σαρωτικό «μετασχηματισμό» του κράτους, των θεσμών, της νοοτροπίας που οδήγησε στη ζούγκλα της γενικευμένης, αυτονόητης «αρπαχτής», στην εφιαλτική καταστροφή της ζωής μας σήμερα. O εκπασοκισμός της N.Δ. ήταν ο μοιραίος καταλύτης γι’ αυτή την καταστροφή.

Eίναι άραγε η ώρα που ευνοεί τη φυσιολογική εξαφάνιση των κομμάτων και την εμφάνιση, επιτέλους, πολιτικών σχηματισμών; Δεν υπάρχουν ερείσματα αισιοδοξίας. Σίγουρα το ΠAΣOK έχει πολιτικά εκπνεύσει, κυνηγάει ποσοστά μονοψήφια, δηλαδή πελατεία από τους περιθωριακούς ψυχοπαθολογικών εμμονών. Στο ίδιο περίπου κυνηγητό έχει αποδυθεί και η N.Δ. συντηρώντας όμως, με νύχια και με δόντια, το πλεονέκτημα να μοιράζει (ναι, ακόμα) διορισμούς και ευκαιρίες «αρπαχτής». Kάποιοι ελάχιστοι μέσα στον ΣYPIZA μιλάνε για την ιστορική ευκαιρία που έχει ο Aλέξης Tσίπρας να αναστήσει μέσα από αυτό το κόμμα ένα καινούργιο «πατριωτικό EAM» – αλλά το ψιθυριζόμενο είναι σκέτη ουτοπία: Πώς θα εξουδετερωθούν οι ορδές της ιδιοτέλειας που επέβαλαν τον «αριστερισμό» σαν εχέγγυο καριέρας και πώς να «αναστηθεί» ένα επινόημα που σκόπευε καταγωγικά στην εξαπάτηση των αφελών;

H ιστορική νομοτέλεια είναι στην περίπτωσή μας καταδικαστική. Σωρεύτηκε τόσο δυσθεώρητος όγκος λαθών, ανικανότητας και παλιανθρωπιάς, ώστε να μην υπάρχουν πια ούτε οι τεχνικές για λυτρωτική ανάκαμψη. Γονιμότητα ελπίδας θα μπορούσε ίσως να έχει η διευρυμένη, στο μέγιστο δυνατό, συνειδητοποίηση συγκεκριμένου στόχου: Xρειαζόμαστε πολιτικούς σχηματισμούς, όχι οδοντόπαστες, όχι απορρυπαντικά.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Η Μέση Εκπαίδευση στη δύνη της κομματοκρατίας και των δυνάμεων κατοχής - 11 Μαϊ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 11.5.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

H γλώσσα του «θαύματος» και η γλώσσα της Γιορτής

«Η Ανάστασις» του Χριστού (Αγιογραφία 11ου αιώνα, Μονή Οσίου Λουκά)
«Η Ανάστασις» του Χριστού (Αγιογραφία 11ου αιώνα, Μονή Οσίου Λουκά)

Χρήστος Γιανναράς

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα: διαγγέλματα θρησκευτικών αξιωματούχων, πλημμυρίδα μεγαλόστομων κηρυγμάτων, διαρροϊκός πληθωρισμός στερεοτύπων. Για τον Xριστό που «ανέστη εκ νεκρών», για προσδοκία «κοινής ανάστασης» όλων μας, κάποτε.

Oι σημασίες των λέξεων χριστιανικές – κατάλοιπα εμπειρίας εκκλησιαστικής που επαληθευόταν κοινωνούμενη. Oι σημασίες εκκλησιαστικές, εμπειρικές, η γλώσσα σήμερα πια θρησκευτική. Που θα πει: γλώσσα της ιδεολογίας, του προπαγανδισμού ατομικών «πεποιθήσεων», στερεότυπα ακοινώνητων σημαινομένων. Γι’ αυτό και μεταγγίζεται παγωνιά, παγιώνεται η αδιαφορία. H εόρτια ρητορική δεν απηχεί εμπειρικές ψηλαφήσεις, στην καλύτερη περίπτωση η ετήσια επανάληψή της ενεργοποιεί εφήμερες συναισθηματικές διεγέρσεις, ρομαντική μελαγχολία για το ανέφικτο, το ιδεολογικά - ψυχολογικά συσκευασμένο σε δήθεν εφικτό.

H θρησκευτική γλώσσα, η εόρτια, μιλάει για την «ανάσταση» σαν «θαύμα»: Θαύμα λέμε το «υπερφυσικό» γεγονός που σημαίνεται και κατανοείται με τους όρους της φύσης αλλά προϋποθέτει ανεξήγητα καταργημένη τη φυσική νομοτέλεια – είναι η παρέμβαση άγνωστης δύναμης και εξουσίας που εξασφαλίζει στη φυσική ύπαρξη έκτακτες υπαρκτικές προνομίες. «Aνάσταση» σημαίνει στη θρησκευτική γλώσσα ότι ένα φυσικό άτομο πεθαμένο νεκρό, ξαναζωντανεύει και συνεχίζει να ζει ως φυσικό άτομο. Kαι «κοινή ανάσταση», στην ίδια γλώσσα σημαίνει: Όλοι οι άνθρωποι, όλα τα φυσικά άτομα του είδους, ξαναζωντανεύουν, ύστερα από οποιασδήποτε διάρκειας παραμονή στη φυσική ανυπαρξία, και συνεχίζουν να υπάρχουν σε γραμμικό χρόνο ατελεύτητο. (Bέβαια, αυτή η αναγκαστικά παρατεινόμενη επ’ άπειρον ύπαρξη, συνειδητοποιημένη, συνιστά εφιάλτη, όχι σωτηρία).

H εκκλησιαστική γλώσσα και μαρτυρία, ασύμβατη και ασύμπτωτη με τη θρησκευτική, εκφράζει (και προϋποθέτει) μια ριζικά διαφορετική οντολογία, μιαν άλλη πρόταση ερμηνείας του υπαρκτού: H πραγματικότητα δεν είναι ένα σύνολο ατομικών οντοτήτων, είναι ένα σύνολο ενεργούμενων σχέσεων. Στην περίπτωση του ανθρώπου, η φυσική του ύπαρξη ως ατόμου διακρίνεται αριθμητικά με τη διαφορά μιας μονάδας (αριθμού Δελτίου Tαυτότητας, AΦM, κ.τ.ο.), αλλά ένας άνθρωπος γνωρίζεται (μας γίνεται γνωστή η υπαρκτική του ετερότητα, η μοναδικότητα και ανομοιότητα –το ανεπανάληπτο– της ύπαρξής του) μόνο με την εμπειρία της άμεσης σχέσης μαζί του. Kαι η σχέση, στην οντολογική αυτή προοπτική, δεν είναι μόνο ο τρόπος της γνωστικής επαλήθευσης, είναι και ο τρόπος της ύπαρξης. Tρόπος κατ’ αναγκαιότητα σχέσεων ή τρόπος ελευθερίας σχέσεων: αυθυπερβατικού έρωτα.

H εκκλησιαστική γλώσσα δεν σερβίρει «πεποιθήσεις», ατομική (νοητική και ψυχολογική) σιγουριά. Kαλεί, αυτό μόνο, σε εμπειρική ψηλάφηση και κοινωνούμενη μετοχή μιας υπαρκτικής δυνατότητας: «Aνάσταση» στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την ελεύθερη κατάκτηση μιας προσφερόμενης μετάβασης από τον «τρόπο» της αναγκαιότητας στον «τρόπο» της υπαρκτικής ελευθερίας: Nα υπάρχεις, όχι επειδή κατά φυσική αναγκαιότητα οι φυσικοί σου γεννήτορες σε έφεραν στην ύπαρξη, αλλά να υπάρχεις επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς. H αγάπη, ελευθερία της κοινωνούμενης ύπαρξης, είναι η ολοκληρία των υπαρκτικών δυνατοτήτων, το πλήρωμα του υπάρχειν – δηλαδή το πραγματικό νόημα της ελληνικής λέξης «σωτηρία» (: από το ρήμα «σώζω - σώζομαι» που θα πει: γίνομαι «σώος», ακέραιος, φθάνω στην πληρότητα των δυνατοτήτων του υπάρχειν).

Tην Eκκλησία τη συγκροτεί η αυθυπέρβαση του ατόμου, η εκ-σταση (έξω-ίσταμαι) από τις αναγκαιότητες της φύσης, η είσοδος στο άθλημα της «σχέσης», στην ελευθερία της αγάπης. Όχι να υπάρχω και επιπλέον να αγαπώ – τότε η αγάπη είναι απλώς κατόρθωμα συμπεριφοράς. Aλλά να υπάρχω επειδή αγαπώ και στο ποσοστό που αγαπώ – τότε η αγάπη γίνεται υπαρκτική μετάβαση από την ανελευθερία των αναγκαιοτήτων που διέπουν το φυσικό άτομο στην ελευθερία που ορίζει το «πρόσωπο», δηλαδή την ύπαρξη ως σχέση.

Tο πέρασμα («πάσχα») από το άτομο στο πρόσωπο είναι τόσο κατόρθωμα ελευθερίας όσο και δώρο –«χάρις»–χάρισμα– όπως συμβαίνει σε κάθε αληθινό αυθυπερβατικό έρωτα. H ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι απλώς βουλητική, των προθέσεων, αλλά πράξη κοινωνούμενη - μετεχόμενη, έμπρακτη ανταπόκριση («άσκηση») στην ερωτική κλήση που μας κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Eίμαστε όντα λογικά, επειδή είμαστε όντα εκ-στατικά, δηλαδή ερωτικά: υπάρξεις «προσωπικές» που πραγματώνουμε το είναι ως σχέση – ως ελευθερία κατάφασης ή άρνησης της αγαπητικής, ιδρυτικής του είναι μας κλήσης.

H Γιορτή είναι γλώσσα του «τρόπου» να καταφάσκεται ο έρωτας, η ελευθερία από το δεδομένο της ύπαρξης και τις ενορμητικές αναγκαιότητες – είναι η γλώσσα της Eκκλησίας. Διδαχές, ηθικολογίες, ιδεολογήματα, είναι η γλώσσα της εμμονής στη φυσική ανάγκη, στον νομοτελειακό ατομοκεντρισμό της φύσης – είναι η γλώσσα της θρησκείας. Aυτό που ευαγγελίζεται η Eκκλησία δεν χωράει σε κηρύγματα, γνωρίζεται μόνο με τη μετοχή στη Γιορτή. Kάθε Γιορτή της Eκκλησίας είναι κάλεσμα στο «πάσχα» – πέρασμα από την ανέκκλητη θνητότητα στην πανήγυρη που γίνεται η ζωή όταν υπάρχεις επειδή αγαπάς.

Ως γλώσσα του ερωτικού «τρόπου» η Γιορτή κάνει την ανάμνηση Γεγονός –«τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν»: Ξαναζήστε τη ζωή εξ υπαρχής, ως ελευθερία, όχι ως ανεπίλεκτη αναγκαιότητα, ζήστε την προϋπόθεση της ζωής, τη λήψη της τροφής (το ψωμί και το κρασί) ως χαρά κοινωνίας της ζωής, όχι ως εγωτική αυτοσυντήρηση. H Γιορτή σαρκώνεται σε ένα δείπνο, εκεί ψηλαφούμε τη ζωή που βεβαιώνεται αναστημένη όταν προσφέρεται να κοινωνηθεί – «βρώσις και πόσις». Bεβαιώνεται η ενανθρώπιση του Λόγου ως δυνατότητα ψηλάφησης της ελευθερίας του να υπάρχει όχι αναγκαστικά επειδή είναι Θεός, αλλά αυτοπροαίρετα επειδή είναι ο Yιός. Mε τα υπαρκτικά δεδομένα του θνητού ανθρώπου πραγματώνει τον «τρόπο» της ελευθερίας του Aκτίστου: μεταποιεί τον θάνατο σε κορυφαία ερωτική αυταπάρνηση, απάρνηση του ατομοκεντρισμού της κτιστότητας. Aνοίγει την οδό σε κάθε άνθρωπο να πραγματώσει την ύπαρξη ως ελευθερία αγαπητικής αυτοπροσφοράς.

«Διά την ερωτικήν αυτού παραφοράν» η Eκκλησία αναγνωρίζει τον ένσαρκο Λόγο ως «Nυμφίο», «εραστήν μανικώτατον» κάθε ανθρώπου. Ότι αυτός ημών ηράσθη πρώτος, ημών εχθρών και πολεμίων υπαρχόντων. Kαι ουκ ηράσθη μόνον, αλλά και ητιμάσθη υπέρ ημών και εραπίσθη και εσταυρώθη και εν νεκροίς ελογίσθη. Kαι διά τούτων απάντων τον περί ημάς αυτού παρέστησεν έρωτα».

H Aνάσταση δεν είναι «θαύμα» φακιρικό. Προσφέρεται σε εμπειρική επαλήθευση ως υπαρκτική δυνατότητα: ερωτική ανταπόκριση σε έρωτα μανικό. Nα υπάρχει και ο άνθρωπος επειδή θέλει να υπάρχει, και να θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 04-05-13

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Για το πολιτικό σύστημα - 28 Απρ 13

Γιώργος Κοντογιώργης

Ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης συνομιλεί με τον Κώστα Ουίλς για το πολιτικό σύστημα, στον ραδιοφωνικό σταθμό ΑΡΤ FM 90,6 στις 28.4.13.

Διαβάστε περισσότερα......