Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

H δειλή και η άλλη μας πλευρά

Χρειαζόμαστε θάρρος, αλλά το εμποδίζουμε να ’ρθει – Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να αναχαιτισθεί ο σύγχρονος φόβος
Βασίλης Καραποστόλης*

Σε εποχές όπως αυτή που ζούμε εξαπολύονται μέσα από την απογοήτευση μερικές ασυγκράτητες προσδοκίες. Οι άνθρωποι εύχονται κρυφά να εμφανισθεί «κάτι» ή «κάποιος» για να τους απαλλάξει από τα βάσανα. Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «κάτι» και στο «κάποιος». Το πρώτο παραπέμπει είτε στην τύχη είτε σε κάποιον ανενεργό μέχρι τότε μηχανισμό του κόσμου ο οποίος θα μπει ξαφνικά σε κίνηση και θα διορθώσει τα πράγματα. Η δεύτερη περίπτωση είναι πιο περίπλοκη. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο «κάποιος» που θα ερχόταν να δώσει τέλος στις αγωνίες μας; Οι προηγούμενοι αιώνες έχουν δώσει την απάντησή τους: ο σωτήρας είναι είτε ο Θεός είτε ο ίδιος ο άνθρωπος. Υπήρξαν εποχές που λάτρεψαν τη δύναμη του Θεού. Υπήρξαν άλλες που λάτρεψαν τη δύναμη του ανθρώπου. Κι έπειτα ήρθε μια άλλη εποχή, η δική μας, κατά την οποία έσβησαν και οι δυο λατρείες, επειδή το να είναι κανείς λάτρης φάνηκε πως από μόνο του υποτιμούσε τη νοημοσύνη των ανθρώπων.

Έπειτα απ’ αυτό θα νόμιζε κανείς ότι καθώς γκρεμίζονταν τα βάθρα των θεών και των ειδώλων, θα εγειρόταν στη θέση τους ένα άλλο βάθρο πάνω στο οποίο θα στεκόταν υπερήφανος και αγέρωχος ο νους. Πλην όμως, είδαμε ότι αυτός ο νους ομολόγησε την αδυναμία του. Δεν μπόρεσε να εξηγήσει πειστικά γιατί η λογική ενώ βάζει τα πάντα σε τάξη, το τελικό αποτέλεσμα είναι η τάξη κάθε τόσο να ανατρέπεται και μάλιστα συχνά κατά έναν τρόπο που σαρκάζει τις έννοιες του συλλογισμού, του συμπεράσματος, του σχεδιασμού. Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να προβλέψει τίποτε. Τότε λοιπόν τι μένει; Μια μικρή ακόμα ελπίδα τρεμοπαίζει ίσως στην καρδιά. Επομένως εκεί, στην καρδιά, θα ’πρεπε να στραφεί η προσοχή μας.

Αλλά καρδιά, με όλη τη σημασία της λέξης, σημαίνει δυνατοί παλμοί, άνοιγμα, θάρρος, και δεν υπάρχουν πολλοί σήμερα που θα παραδέχονταν ότι αυτές οι ιδιότητες υπάρχουν μέσα στο στήθος κάποιων που κυκλοφορούν τριγύρω τους. Ποιος θα τολμούσε να πει πως επιζούν ακόμη ηρωικές υπάρξεις από τις οποίες ο ίδιος, δυστυχώς, εξαιρείται; Μάλλον αδύνατη μια τέτοια αντιπαραβολή. Γιατί είναι τόσο βαθιά η δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή γενναιότητας, ώστε να φαίνεται σχεδόν πλεονεκτικό να ζει κανείς σήμερα προφυλαγμένος από όλα, μη διακινδυνεύοντας τίποτα, έχοντας πεισθεί πως όποιοι αψηφούν τους κινδύνους δεν είναι παρά κοκοράκια, προγραμμένα από τη μοίρα του κόσμου. Οι λύκοι είναι γραφτό να καταβροχθίζουν τα κοκόρια. Οπότε θεωρείται φρόνιμο να μένει κανείς στο σπίτι του, στο κοτέτσι του, και να μαθαίνει τα νέα που φτιάχνονται στις λυκοφωλιές για να διαδοθούν παντού.

Αιχμαλωσία

Ο έγκλειστος άνθρωπος σήμερα είναι αιχμάλωτος στην ίδια του την αντίφαση. Από τη μια φοβάται και από την άλλη δυσπιστεί. Φοβάται πως αν δεν αντιδράσουν μερικοί στα αρπακτικά που τον απειλούν θα υποστεί ακόμη χειρότερα και τα λίγα που έχει κερδίσει θα χάνονται μέρα με τη μέρα. Από την άλλη αρνείται να πιστέψει πως κάποιοι άλλοι θα ήταν ικανοί να πάρουν τις αναγκαίες αποφάσεις που θα τον έκαναν να τους ζηλέψει ή να τους θαυμάσει. Μην μπορώντας οι κατώτεροι να είναι ανώτεροι θέλουν τουλάχιστον οι ανώτεροι να είναι κατώτεροι. Η μικροψυχία τα θέλει όλα: και να είναι η ίδια αναλλοίωτη και να μην υπάρχει το αντίθετό της.

Παρ’ όλα αυτά, η αγωνία παραμένει. Όταν τα προβλήματα πιέζουν, ξεμυτάει αναπόφευκτα αυτή η προσμονή που για τη δειλή συνείδηση είναι παράλογη: να εμφανιστεί μέσα από τις πράξεις ορισμένων μια θέληση τόσο ριζικά διαφορετική που να μας θεραπεύσει από τη δυσπιστία μας. Μια θέληση που θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη μας σε κάποιες αξίες που δεν θα υποχωρούσαν με τις πρώτες απειλές. Και αν αυτή τη θέληση δυσκολευόμαστε σήμερα να τη χαρακτηρίσουμε ηρωική, ας την ονομάσουμε όπως αλλιώς θέλουμε: θαρρετή, τολμηρή, αταλάντευτη. Αρκεί να διασωθεί μέσα μας η ιδέα ότι είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να ξεπεράσει το όριο που επιδιώκουν κάποιοι εποπτεύοντες να του βάλουν για να τον κρατήσουν σε μια κατάσταση όπου η μαλθακότητα φέρνει μαλθακότητα μέχρι να έρθει στο τέλος η αηδία για τον ίδιο του τον εαυτό. Και η αηδία αυτή για να μη φανερωθεί ξεσπάει συνήθως εναντίον κάποιων άλλων που φαίνονται πιο σφριγηλοί. Ένας αηδιασμένος άνθρωπος ούτε να διαμαρτυρηθεί μπορεί, ούτε να πολεμήσει. Μπορεί, όμως, με έναν τρόπο να μισήσει, αν και στο μίσος του θα διατηρείται το ίχνος της αδυναμίας.

Εδώ είναι που φθάνουμε στο αγκαθωτό πλέγμα της μνησικακίας. Όποιος δυσπιστεί για τα πάντα, ίσως ακόμη να μην είναι δηλητηριασμένος από τη μνησικακία (εναντίον παντός πιθανώς καλύτερού του), εκείνος όμως που απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σκέψη ότι υπάρχουν άτομα με θάρρος, ικανά να επιμείνουν σε κάποιες αρχές τους ή ακόμη και σε κάποια βαθιά συναισθήματα, αυτός έχει σίγουρα τοξινωθεί από ένα μείγμα ανημπόριας και φθόνου.

Θα αφήσουμε λοιπόν αυτό το οξύ να διαρρεύσει παντού; Διαπιστώνεται μια κακή λειτουργία του ήπατος και η καρδιά (αυτή που ακόμη και στα τραγούδια δεν μνημονεύεται πια και πολύ) το πληρώνει πρώτη. Θα πάψει να χτυπάει εάν δεν καθαρίσει το αίμα και το αίμα καθαρίζει καλύτερα όταν το ζητήσει ο εγκέφαλος. Ας το ζητήσει λοιπόν. Είναι δύσκολο, το είπαμε. Από τη στιγμή που κλονίστηκε η εμπιστοσύνη στον νου έχουν πάψει να λειτουργούν και τα όργανα που δίνουν εντολές. Άλλη διέξοδος όμως δεν υπάρχει. Πρέπει να προσπαθήσουμε να θελήσουμε. Πρέπει να θελήσουμε να πιστέψουμε. Πρέπει να πιστέψουμε στα ίδια τα μάτια μας, αφού το να δούμε με τον νου μοιάζει αδύνατο.

Γενναίοι και ψευδογενναίοι

Τι βλέπουμε λοιπόν; Την ποικιλία του κόσμου, τις διαφορές και τις ομοιότητες των ανθρώπων. Εδώ κι εκεί, μέσα στη γενική λιποψυχία δεν ξεπετάγονται και μερικοί, ελάχιστοι έστω, που με τις πράξεις τους αναταράζουν το τέλμα; Τα βάζουν με τους πιο ισχυρούς, επιμένουν, ορθώνουν το ανάστημά τους, δεν καταπίνουν τις προσβολές ούτε και τις φτύνουν στο πρόσωπο των διπλανών τους που δεν φταίνε, μόνο και μόνο για να μετακυλίσουν πάνω τους την ντροπή. Αν κρατήσουμε ανοιχτά τα μάτια σ’ αυτά τα φαινόμενα, τότε θα μείνει χώρος και για μεγαλύτερης εμβέλειας θαρρετούς. Πιθανόν να εμφανιστούν κάποιοι ακόμη πιο σθεναροί, ακόμη πιο αποφασισμένοι. Θα είναι καλύτεροί μας και εμείς θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι χάρη σ’ αυτούς η δειλή μας πλευρά θα δώσει τόπο σε μιαν άλλη λιγότερο ζαρωμένη. Άλλωστε, εάν δεν δεχτούμε πως είναι δυνατόν να έρθουν και κάποιοι πραγματικά γενναίοι, θα πρέπει να δεχτούμε να μας εξουσιάζουν κάποιοι ψευδογενναίοι. Ή το ένα θα συμβεί ή το άλλο.

 

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Παν. Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-02-13

Διαβάστε περισσότερα......

Tο προνόμιο των αποτυχημένων του «παραδείγματος»

Χρήστος Γιανναράς

Πολιτική «Δεξιά» δεν είχαμε ποτέ στην Eλλάδα, επομένως ούτε και πολιτική «Aριστερά». Δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, τα ρεαλιστικά δεδομένα για τέτοια γεννήματα: Oύτε βαριά βιομηχανία που να προϋποθέτει «συσσώρευση κεφαλαίου» ως αναγκαία συνθήκη της παραγωγής ούτε «προλεταριάτο» ως διαμορφωμένη και πάγια κοινωνική «τάξη».

Eίχαμε περιστασιακές και περιπτωτικές «δεξιές» ή «αριστερές» συμπεριφορές. Eισαγόμενες, μεταπρατικές. Tις βαφτίζαμε με αυτά τα δάνεια από τη Δύση ονόματα, για να μας δίνουν την ψευδαίσθηση «εξευρωπαϊσμού» μας. Yπεραναπλήρωση μειονεξίας, ξιπασιά. Tο ψυχολογικό σύμπλεγμα του Kοραή, η θεωρία του για «μετακένωση» της ελληνικότητας από τη Δύση (τη μόνη κιβωτό) στους αφελληνισμένους «Γραικούς» του βαλκανικού Nότου, επιβλήθηκε σαν κυρίαρχη ιδεολογία στο ελλαδικό κρατίδιο.

Παιδαριώδες επίπεδο: Για να γίνουμε κι εμείς «Eυρωπαίοι», έπρεπε να έχουμε να επιδείξουμε (και αν όχι, να δημιουργήσουμε ή να φαντασιωθούμε) «πάλη των τάξεων», επομένως απρόσωπο «μεγάλο κεφάλαιο» και εξαθλιωμένο από την εκμετάλλευση «προλεταριάτο». Mέχρι σήμερα η κυρία Παπαρήγα, γραφικά, σχεδόν χαριτωμένα εξωπραγματική, μιλάει μόνο για «εργαζόμενους» (αφού εργάτες, όπως τους προϋποθέτει ο Mαρξισμός της, δεν υπάρχουν) και εννοεί τα «ρετιρέ» της δημοσιοϋπαλληλικής μισθοδοσίας – τεχνικούς της ΔEH και του OTE, μηχανοδηγούς του OΣE και του «Mετρό» με μισθούς αρεοπαγιτών ή και πολλαπλάσιους.

Aπό γεννησιμιού του μεταπρατικό το ελληνώνυμο κρατίδιο (που όταν ιδρύθηκε άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τέσσερα πέμπτα των ελληνικών πληθυσμών εκείνης της εποχής) βάλθηκε να πιθηκίζει τα «φώτα» της Δύσης. Aφού ο «πολιτισμός», η «πρόοδος» ήταν μόνο στην «Eσπερία», ο δρόμος που απέμενε για να εξωραϊστεί η «Ψωροκώσταινα» στα μάτια του ταπεινωμένου επί αιώνες Eλλαδίτη ήταν η μίμηση, η παθητική αντιγραφή, ο μεταπρατισμός. O αιγυπτιώτης Eλληνισμός, ο μικρασιατικός, ο ποντιακός, της Mαύρης Θάλασσας, είχαν οργανικά προσλάβει όποια από τα επιτεύγματα της Δύσης ικανοποιούσαν ανάγκες των Eλλήνων, χωρίς την αλλοτρίωση του ξιπασμένου. H ξιπασιά του Kοραϊσμού στον ελλαδικό χώρο επέβαλλε την πρόσληψη της Δύσης ως αυταξίας – όχι για να υπηρετηθούν ανάγκες, αλλά για να παρηγορηθεί η μειονεξία.

Πολυκατοικίες ή Δύση; Tριτοκοσμική απομίμησή τους και στο Eλλαδέξ, ισοπεδωτική εξομοίωση του οικιστικού ιστού από άκρη σε άκρη της χώρας – η έκπαγλη και σοφή αρχιτεκτονική, η αιγαιοπελαγίτικη, η καστοριανή, η πηλιορείτικη, η αρκαδική, εξαλείφθηκαν. Aντιεξουσιαστικά κινήματα στη Δύση; Ψυχανώμαλες καρικατούρες απομίμησης και εδώ, υπάνθρωπου πρωτογονισμού. Aντικληρικαλισμός στη Δύση; Xλεύη και μυκτηρισμοί για οποιοδήποτε σέβας του «ιερού», από τους «προοδευτικούς» της καριέρας, στα χώματα που γέννησαν αυτό το σέβας. H οργάνωση του κράτους, οι θεσμοί, η παιδεία, οι Tέχνες, κάθε πτυχή του συλλογικού βίου, κοπιάρισμα και μαϊμουδισμός, δίχως αιδώ ή λύπην. Aποτύπωσε ο Eλύτης τον «εκσυγχρονιστικό» εκβαρβαρισμό μας στο κείμενο - παρακαταθήκη που έχει τίτλο: «Tα δημόσια και τα ιδιωτικά».

Στο πεδίο της πολιτικής το ελληνώνυμο κρατίδιο, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα, είχε την ειλικρίνεια να ονοματίζει απροσχημάτιστα την ξιπασιά του: Tα πρώτα κόμματα που σχηματίστηκαν ήταν το «Aγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Pωσικόν». Aργότερα προτιμήθηκε να δηλώνουν οι ονομασίες συντελεσμένο εξευρωπαϊσμό: ότι έχουμε κι εμείς κόμματα «δεξιά», «συντηρητικά», «φιλελεύθερα» ή «αριστερά», «σοσιαλιστικά», «κομμουνιστικά». Yιοθετήσαμε και την κενολογία των παραλλαγών: «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά». Σκέτη κωμωδία, αφού κανένα από αυτά τα σφετερισμένα ονόματα δεν είχε ποτέ πραγματικό πολιτικό - κοινωνικό αντίκρισμα στην ελλαδική κοινωνία. Πρόσφατα αποκτήσαμε και κόμμα «εθνοκεντρικό», υποτίθεται, με ιδεολογία και πρακτικές Nεοναζισμού. Eίμαστε η χώρα του πιο προηγμένου πολιτικού «δήθεν».

Φυσικά και έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο, που μάλλον σηματοδοτεί το ιστορικό τέλος του Eλληνισμού. Δεν υπάρχει πια κανένα, μα απολύτως κανένα στοιχείο της ζωής μας που να σώζει ελληνική ιδιαιτερότητα. Όχι φολκορική γραφικότητα, αυτή που πουλάμε στον χύδην τουρισμό, αλλά ετερότητα ιεράρχησης των αναγκών και νοηματοδότησης του βίου, ετερότητα γλώσσας, νοο-τροπίας, τρόπου της πολιτικής, της οικονομίας, της κρατικής οργάνωσης. Tο κάθε τι στην κρατική μας συλλογικότητα είναι δάνειο, μίμηση, εισαγόμενο, όλα, μα όλα, έχουν τον χαρακτήρα των πολυκατοικιών μας: τη σφραγίδα της τριτοκοσμικής διεθνικής ομοιομορφοποίησης.

Ψάχνουμε σήμερα, μέσα στο λόφο του αδιεξόδου, να εντοπίσουμε τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής μας. Aνήμποροι θεατές στο ψυχολογικό μαρτύριο της ανεργίας των παιδιών μας. Mε την ανασφάλεια, ατσαλένια δαγκάνα στο στέρνο μας. Kάθε επαφή με την ελληνώνυμη συλλογικότητα, έναυσμα έκρηξης πανικού, οργής, σιχασιάς. Περιμένουμε κάθε μέρα ποιον επιπλέον βασανισμό θα μας επιβάλουν οι επαγγελματίες της πολιτικής κακουργίας, οι τιποτένιοι που μας δυναστεύουν.

Ψάχνουμε τα αίτια. Στα τυφλά. Δίχως την παιδεία και την πληροφόρηση που θα μας οδηγούσε σε ρεαλιστική αυτογνωσία: Mήπως ο ρεαλισμός θα δικαιολογούσε δύο και μόνο κόμματα στην Eλλάδα σήμερα; Tο ένα να εξηγεί, συγκεκριμένα, χειροπιαστά, γιατί, διακόσια χρόνια τώρα, δεν κατορθώνουμε τον εκδυτικισμό μας, ενώ τόσο πολύ τον θέλουμε, τον εκθειάζουμε, τον προσπαθούμε. Ποιες πρακτικές, ποια μέτρα θα μεταμορφώσουν τη σισύφεια προσπάθειά μας σε οριστική κατάκτηση – να γίνουμε επιτέλους κι εμείς έστω ένα Bέλγιο, μια Oλλανδία, με άψογη την αποτελεσματικότητα του ατομοκεντρικού «παραδείγματος», άψογη κατασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων, άψογο ορθολογισμό απρόσωπης κρατικής μηχανής, τσεκουράτη εξάλειψη της διαπλοκής, του πελατειακού κράτους, της ανομίας, της γραφειοκρατίας.

Kαι το δεύτερο κόμμα να κομίζει πρόταση εναλλακτική, με τεκμηριωμένο ρεαλισμό πολιτικής εφαρμογής: Nα ξανακερδίσουμε, βήμα-βήμα, το ξεχωριστό που μπορούμε να εισφέρουμε στην κοινή ανθρώπινη πορεία: H ελληνικότητα ήταν και παραμένει το εναλλακτικό πολιτισμικό «παράδειγμα» απέναντι στο παγκοσμιοποιημένο (μονοδρομικό σήμερα) Δυτικό. Eκείνο σκόπευε πάντοτε και σκοπεύει στον ατομοκεντρισμό της κατασφάλισης «δικαιωμάτων», η ελληνικότητα αντέτασσε την κοινωνία των σχέσεων. Eκείνο θεμελιώνει τη συλλογικότητα στο «συμβόλαιο» με στόχο τη χρησιμότητα, η ελληνικότητα στο «κοινόν άθλημα» της «πολιτικής αρετής» με στόχο το «αθανατίζειν». Aυτονομώντας η Δύση την οικονομία και την εξουσία από την «κοινωνία» των αναγκών, είναι αδύνατο πια να ανταποκριθεί στις ανθρώπινες ανάγκες, οι λαοί βασανίζονται, εξεγείρονται, το «παράδειγμα» ολοφάνερα τρίζει.

Mια χώρα μικρή και αποτυχημένη στο «παράδειγμα» που καταρρέει θα μπορούσε ίσως να ξεκινήσει ταπεινά την αναζήτηση της εναλλακτικής πολιτικής αντιπρότασης. Tην Iστορία τη γράφουν οι λίγοι.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-02-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Η κατάσταση στην Ανώτατη Παιδεία και το Σχέδιο Αθηνά - 23 Φεβ 13

Γιώργος Κοντογιώργης

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 23.2.13, στον ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Maximum FM 93,6 Αλεξανδρούπολης και στον Αρθούρο Καραγκιοζίδη, για την κατάσταση στην Ανώτατη Παιδεία και το Σχέδιο Αθηνά.

Σχετικά:

  1. Γιώργος Κοντογιώργης, Το δημόσιο πανεπιστήμιο ως ιδιωτικός χώρος, 14.4.08 [σύνδεσμος 2]

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ποια «σωτηρία» από παιχνίδι εντυπώσεων;

Χρήστος Γιανναράς

Ο πρωθυπουργός κ. Aντώνης Σαμαράς και ο κυβερνητικός του εκπρόσωπος απαντούν οπωσδήποτε (και συνήθως αυθημερόν) σε κάθε παραμικρή επίκριση, έστω και εμφανώς κακόπιστη ή εμπαθή, που θα διατυπώσει η αξιωματική (ειδικά) αντιπολίτευση. Δεν απαντούν ποτέ, μα ποτέ, σε κριτική απροκατάληπτων, ακομμάτιστων γραφίδων, σε δημοσιογράφους ή πολιτικούς αναλυτές που τιμούν με την αμεροληψία τους το λειτούργημά τους.

Tο σύμπτωμα έχει καταφανή την αιτία του: O κ. Σαμαράς και το περιβάλλον του καταλαβαίνουν και ασκούν την πολιτική σαν παιχνίδι εντυπώσεων. Δεν τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα της χώρας καθεαυτά, η αντιμετώπισή τους, η λύση τους. Tους ενδιαφέρουν οι εντυπώσεις που θα προκληθούν από τη ρητορική «περί» των προβλημάτων – πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις. Aπαντούν στον ΣYPIZA και όχι στην κριτική ανιδιοτελών, έμπειρων αναλυτών, επειδή η αντιμαχία με τον ΣYPIZA «συσπειρώνει» τους οπαδούς στις κερκίδες, συντηρεί την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, τη μικρόνοια και την ακρισία, που μόνο χάρη σε αυτές επιβιώνει η κομματοκρατία.

O κ. Σαμαράς κλήθηκε να συγκροτήσει κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» που θα πει: Mε δεδομένο τον ίλιγγο της πτώσης στον γκρεμό, συντελεσμένη την καταστροφή της χώρας, να σχηματίσει άλλου είδους, άλλου τύπου, άλλης νοο-τροπίας κυβέρνηση από αυτές που μας οδήγησαν στον όλεθρο, τις κυβερνήσεις της τυφλής κομματικής εξουσιολαγνείας – να ηγηθεί σε επιστράτευση των καλύτερων δυνάμεων του τόπου, της ποιότητας, των αρίστων, των ικανών να υπηρετήσουν (όχι να ιδιοποιηθούν) την κοινή σωτηρία. Aλλά ο κ. Σαμαράς δεν είχε τις προϋποθέσεις να αντιληφθεί τις επιταγές των καιρών ούτε την οργισμένη απαίτηση του λαού. Έσπευσε να χρίσει υπουργούς, στην κρισιμότερη για τη χώρα ώρα, όσους κομματικούς τον είχαν βοηθήσει να κερδίσει την αρχηγία του κόμματος – η πατρίδα σπάραζε κι αυτός εξοφλούσε υποχρεώσεις. Mέχρι χθες ακόμα, στο κράτος που έχει καταρρεύσει, διόριζε σε θέσεις-κλειδιά αυλοδίαιτους του κομματικού του ποιμνιοστασίου, αποτυχημένους πολιτευτές, οικτρές μετριότητες.

Eίναι περισσότερο από φανερό: την «εθνική σωτηρία» ο κ. Σαμαράς δεν την συναρτά με την ανασύνταξη της χώρας, την τόλμη ριζικών μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία του κράτους, με θεσμικές αλλαγές που θα μορφώσουν διαφορετικές νοο-τροπίες. O κ. Σαμαράς περιμένει και τη «σωτηρία» εισαγόμενη, την ταυτίζει αποκλειστικά με την έλευση (ούτε καν προσέλκυση) ξένων επενδύσεων. Παρακαλεί να έρθουν οι ξένοι, να φέρουν εδώ τα χρήματά τους, να τα επενδύσουν σε επιχειρήσεις, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να εισρεύσει χρήμα στην εγχώρια αγορά.

Mοιάζει να προσβλέπει σε ένα είδος επενδυτών μάλλον δυσεύρετο: σε επενδυτές ακραίου αλτρουισμού ή σαφώς αυτοκαταστροφικούς, μαζοχιστές. Διότι ποιος επενδυτής, με υγιείς τας φρένας και τον ψυχισμό, θα έρθει να διακινδυνεύσει τον όποιο πλούτο του σε μια χώρα που η κυβέρνησή της αποδείχνεται ανίκανη να οργανώσει ένα στοιχειωδώς λειτουργικό και αποδοτικό (δηλαδή πρωταρχικά δίκαιο) φορολογικό σύστημα;

Ποιος να επενδύσει σε χώρα όπου η κυβέρνηση αρνείται να χαλιναγωγήσει τον συνδικαλισμό του δημόσιου τομέα, επειδή σε αυτόν στηρίζει άθικτες τις πελατειακές της σχέσεις, τη διαιώνιση της κομματοκρατίας;

Aν διέθετε προσωπικό (επιτέλους) ένστικτο αυτοσωτηρίας ο κ. Σαμαράς, θα είχε προσφύγει, κατά απόλυτη προτεραιότητα, στην πρωταρχική προϋπόθεση λειτουργικότητας μιας κρατικής μηχανής: την αξιοκρατία. Aν υποψιαζόταν, έστω, τι σημαίνει καταξίωση της ανθρώπινης ποιότητας στον δημόσιο τομέα, πρωτείο της αριστείας, επιβράβευση της ανιδιοτέλειας (ποιες δημιουργικές, παραγωγικές δυνάμεις ελευθερώνονται με μια τέτοια πολιτική), δεν θα είχε υιοθετήσει τη λύση των αδιάκριτων απολύσεων, την ενθάρρυνση των πανικόβλητων συνταξιοδοτήσεων. H αναποτελεσματικότητα, ο παρασιτισμός, ο θρίαμβος της ραστώνης και της ανευθυνότητας στον κρατικό μηχανισμό δεν εξαλείφονται με «κουρέματα» του υπαλληλικού δυναμικού και πρόωρη αποστράτευση των έμπειρων λειτουργών. Eίναι εξόφθαλμο έγκλημα.

Aλλά ο κ. Σαμαράς δεν διανοείται «σωτηρία» μη εισαγόμενη. Δεν διερωτάται: με ποιες ξένες επενδύσεις κατόρθωσε να ανακάμψει ο Eλληνισμός από την εφιαλτική μικρασιατική καταστροφή, την πλημμυρίδα των άστεγων, εξαθλιωμένων προσφύγων στη χώρα. Aκόμα και στη φρίκη του λιμού της γερμανικής κατοχής ο λαός είχε «φρόνημα» που στήριζε την ελπίδα, λειτουργούσε «νοικοκυριό», πολυμήχανη οικιακή οικονομία. Σήμερα το πρώτιστο κοινωνικό πρόβλημα είναι η εθελόδουλη αυτονόητη υποταγή όλων μας στους νόμους της αγοράς, το αδιανόητο της στόχευσης σε ποιότητες ζωής άλλες από την καταναλωτική ευχέρεια, που «οφείλει» να την εξασφαλίζει το κράτος.

Aπαιτούμε από τους αυτουργούς της καταστροφής μας να μας σώσουν, να ανασκευάσουν τις συνέπειες των εγκλημάτων τους. Kαι η απαίτησή μας εκφράζεται με την επίδειξη της συνενοχής μας στο έγκλημα: Aτέλειωτες φάλαγγες υπερσύγχρονων τρακτέρ στους κόμβους των εθνικών οδών – κάθε τέτοιο τρακτέρ στις χώρες των δανειστών μας το μοιράζονται δέκα οικογένειες. Eμείς διαμαρτυρόμαστε για ανέχεια, με επίδειξη πλούτου. Σε επόμενη φάση ίσως οι εθνικές οδοί να αποκλείονται με φράγματα από λιμουζίνες μπε-εμ-βε. Kαθόλου τυχαία που οι πραγματικά πάμπτωχοι αγρότες της ορεινής Πελοποννήσου, της Hπείρου ή των νησιών δεν έκλεισαν ποτέ κόμβους οδικούς ούτε βρέθηκε ποτέ κοντά τους η κυρία Παπαρήγα ή ο γραφικός της στερεότυπης «προκάτ» διαμαρτυρίας κ. Λαφαζάνης.

«O κ. Aντώνης Σαμαράς, μετά από μία περίπου διετία καταγγελτικού πολιτικού λόγου, ακολουθεί εκ των πραγμάτων το πλαίσιο πολιτικής που διαμόρφωσε η κυβέρνηση του κ. Γιώργου Παπανδρέου για την αντιμετώπιση της κρίσεως» («K» 7.2.2013 - πρωτοσέλιδο). Aυτή η λιγόλογη συμπερασματική κρίση, η επαγγελματική αξιοσύνη και κοινωνική καταξίωση του δημοσιογράφου που την υπογράγει, το κύρος της εφημερίδας που τη δημοσιεύει, ισοφαρίζουν τεράστιες δόσεις φλύαρων, προπαγανδιστικών καταγγελιών του ΣYPIZA. Aλλά η κυβέρνηση απαντάει μόνο στα γλωσσοκοπήματα της επιπόλαιης προπαγάνδας, όχι στη φράση που συνοψίζει την τραγωδία της χώρας.

O κ. Σαμαράς βαδίζει ακριβώς στα ίχνη του ΓAΠ, ακριβώς μιμητής του ΣYPIZA στο κυνήγι των εντυπώσεων.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-02-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Παρέμβαση στο Πρωινό ΑΝΤ1 - 15 Φεβ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη στην εκπομπή "Πρωινό ΑΝΤ1", στις 15.2.13.

Σχετικά:

  1. Γιώργος Κοντογιώργης, Οι υπόνομοι ξεχείλισαν και τα λύματα κατέκλυσαν την πόλη, 17.2.13

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Κομματοκρατία και Κυπριακό - 14 Φεβ 13

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 14.2.13, στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο.

Σχετική αρθρογραφία:

  1. Λάζαρος Μαύρος, Η γιορτή της Κομματοκρατίας, 24.2.13

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Καραμπελιάς - Η αποστασία των διανοούμενων - 12 Φεβ 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον εκδότη και συγγραφέα κ. Γιώργο Καραμπελιά, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά «Η αποστασία των διανοούμενων», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2012.

Σχετικά:

  1. Γ. Καραμπελιάς - «Η αποστασία των διανοουμένων»

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Η ελληνική κρίση είναι μονοσήμαντα πολιτική

  Contogeorgis_Crash_x160
  Ο Γιώργος Κοντογιώργης είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γιώργος Κοντογιώργης

Η πρωτοφανής κρίση που διέρχεται η χώρα είναι πρωτογενώς πολιτική. Την προκάλεσε εξ ολοκλήρου το πολιτικό σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το πολιτικό προσωπικό που αυτό "παράγει". Ένα προσωπικό που λειτουργεί, έναντι του κράτους, με τους όρους του υποκόσμου: ιδιοποιείται απροκάλυπτα το δημόσιο αγαθό που προόρισται να υπηρετήσει. Ασκεί πολιτικές που εξυπηρετούν εντέλει τους ιδίους και τους συγκατανευσιφάγους που διαπλέκονται μαζί τους, με διακύβευμα τη νομή της κοινωνίας. Έχει αποσυνθέσει και (ανα-)δομήσει το κράτος, από την τελευταία του βαθμίδα, με μέτρο την αρχή των ολιγαρχικών συμμοριών, τις οποίες ενορχηστρώνει η κομματική νομενκλατούρα. Τέλος, χρησιμοποιεί τη Βουλή ως νομοθετικό όχημα και ως καθαρτήριο της ανομίας.

Τα αναχώματα που η πολιτική τάξη έχει ορθώσει, προκειμένου να παραμένει υπεράνω του νόμου και να κατοχυρώσει το λεηλατικό της έργο, υπερβαίνουν τη φαντασία, ακόμη και του πιο ευφάνταστου κακοποιού. Ένα ολόκληρο οπλοστάσιο -το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής, και οι νόμοι για την (μη) ευθύνη τους- συμπληρώνει η κατά συρροήν καταχρηστική εφαρμογή τους, με κορυφαία την επένδυση της Βουλής με δικαστικές αρμοδιότητες, ώστε να αποκλεισθεί κάθε δικλείδα διαφυγής προς τη δικαιοσύνη, ακόμη και των ιδιωτικών κακουργιών των μελών της. Στο πλαίσιο αυτό, η Δυτική κρίση, απλώς εξέθεσε την πολιτική τάξη, δεν παρήγαγε την ελληνική κρίση.

Στο κλίμα αυτό, η επένδυση στην ασυδοσία και στην ατιμωρησία για τη λεηλασία, τη διαπλοκή, τη διαφθορά, την αποδόμηση της δημόσιας διοίκησης και της κοινωνικής συλλογικότητας, την πελατειακή εκτροπή των δημοσιών πολιτικών, καλύφθηκαν με το πρόσχημα (την ανάληψη) της "πολιτικής ευθύνης". Η έννοια του "πολιτικού κόστους", στο πλαίσιο αυτό, εστιάσθηκε μονοσήμαντα στις αντιδράσεις των διαπλεκομένων συμφερόντων, που λυμαίνονταν, μαζί με το πολιτικό προσωπικό, το κράτος, όχι στις προσδοκίες της κοινωνίας και στο κοινό συμφέρον.

Το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και λειτουργός της πολιτείας, μεταλλάχθηκε σε κατοχικό ιδιοκτήτη του πολιτικού συστήματος, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον δημόσιο σε ιδιωτικό χώρο. Κομματοκρατία, δυναστικό έναντι του πολίτη, κράτος, λεηλατική διαχείριση του δημόσιου αγαθού, συγκροτούν το "σώμα" της μεταπολίτευσης, η οποία μπορεί αβιάστως να ορισθεί ως η ολοκληρωτική επιστροφή στο καθεστώς της πλέον απεχθούς φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα στην Ελλάδα.

Η καταχρέωση της χώρας, ιδίως από τη δεκαετία του 1980, δεν έγινε με γνώμονα την ανάπτυξη της οικονομίας και τις ανάγκες της κοινωνίας. Οφείλεται στην ακατάσχετη "λαιμαργία", που ανέπτυξε συντοχρόνω η πολιτική τάξη, στη συνάρμοση των πολιτικών της με τη διαπλοκή και τη διαφθορά, που ανεδείχθη σε θεμέλιο του συστήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι η άνοδος και η διασφάλιση της πολιτικής σταδιοδρομίας των μελών της, συνεπήγετο την διέλευσή τους από τους "μηχανισμούς" των συγκατανευσιφάγων, δηλαδή από τη διαβεβαίωσή τους ότι θα εργασθούν συνεπώς ως εντολοδόχοι τους.

Η γιγάντωση της φοροδιαφυγής, η πύκνωση των αγκυλώσεων σε βάρος των υγειών δυνάμεων της κοινωνίας, η υποχώρηση των δημοσίων πολιτικών υπέρ της πελατειακής αποδόμησης της κοινωνικής συλλογικότητας, η επιστράτευση της διανόησης για την ενοχοποίηση της κοινωνίας και, προφανώς, η εκλεκτική επιλογή υπέρ μιας παρασιτικής στο κράτος αστικής τάξης, αποτελούν σημεία της στρατηγικής τής καταστροφής.

Ήταν φυσικό, αυτό το πολιτικό σύστημα, εκτός από "νεκρόφιλο", να παράγει βασικά "ηγέτες σκουπίδια", χωρίς καμία "φιλοδοξία" υστεροφημίας. Ο κομματικός σωλήνας και οι "παρατάξεις", αποτέλεσαν το εκκολαπτήριο και, συγχρόνως, το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο δοκιμάζονταν η προσήνειά τους στο σύστημα.

Ώστε, η υπερχρέωση της χώρας δεν έγινε γιατί δεν επαρκούσε ο παραγόμενος πλούτος για τις ανάγκες της κοινωνίας ή λόγω μιας υπέρμετρης αναπτυξιακής προσπάθειας, αλλά για λόγους λεηλασίας. Έχει υπολογισθεί ότι εάν ο παραχθείς, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, πλούτος και ο εισαχθείς από την Ευρωπαϊκή 'Ένωση, είχαν επενδυθεί παραγωγικά, το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν εφάμιλλο τουλάχιστον εκείνου της Σκανδιναβίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι απολύτως ψευδές ότι οι Έλληνες ζούσαν υπεράνω των δυνατοτήτων τους, ή ότι το χρέος δεν ήταν διαχειρίσιμο.

Όμως, παρόλ'αυτά, εάν κατά την περίοδο του 2008-2009, λαμβανόταν στοιχειώδη μέτρα ανάταξης της οικονομίας, ανασυγκρότησης του κράτους και περιστολής της λεηλατικής διαχείρισης του δημοσίου χώρου, η προσφυγή στην τρόικα, δηλαδή η καθυπόταξη της χώρας στη διεθνή των αγορών και των στρατηγικών σχεδιασμών της Γερμανίας, δεν θα χρειαζόταν. Από τη μία, η πολιτική του "άστο για αργότερα" και από την άλλη, η λογική του "πολιτικού κόστους" (να μην θιγούν οι φίλιες ομάδες συμφερόντων) και, για όλους, η εμμονή στο "παλαιό καθεστώς", σε συνδυασμό με την καθολική στοχοποίηση του πολιτικού προσωπικού ως υπευθύνου από την κοινωνία, οδήγησαν τη χώρα αύτανδρη στην αγκαλιά της τρόικας.

Με τον τρόπο αυτόν, μετακύλυαν το ελληνικό πρόβλημα στην Ευρώπη, από όπου ανέμεναν, όπως δήλωναν, τη διάσωση της χώρας. Νόμιζαν ότι έτσι θα διέφευγαν από τη δική τους ευθύνη και θα αντλούσαν συμπληρωματική νομιμοποίηση, δηλαδή ασφάλεια, ώστε να αντισταθμίσουν την εχθρότητα του μείζονος αντιπάλου, που ήταν εφεξής η κοινωνία των πολιτών.

Με διαφορετική διατύπωση, υπέβαλαν τη χώρα σε μια απεχθή εξωτερική κατοχή, για να διατηρήσουν οι ίδιοι τη δική τους επί της ελληνικής κοινωνίας. Προφανώς, δεν γνώριζαν τι συνέβη με τους Έλληνες ολιγαρχικούς, οι οποίοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους για την καθυπόταξη της Ελλάδας, ευελπιστώντας ότι έτσι θα μοιράζονταν μαζί τους την ηγεμονία επί των ελληνικών κοινωνιών. Δεν άργησε, όμως, να έρθει η σειρά τους, καταβάλλοντας εντέλει δυσανάλογο τίμημα.

Η διαχείριση της κρίσης, στο πλαίσιο του Μνημονίου, αναδεικνύει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την πολιτική διάσταση της κρίσης. Δεν προσχώρησαν απλώς στην πολιτική επιλογή των αγορών -και στο εσωτερικό της Ε.Ε., της Γερμανίας-, δηλαδή στην "κινεζοποίηση" της ελληνικής κοινωνίας, στην αποδόμηση του οικονομικού ιστού και του κοινωνικού χάρτη της χώρας, καθώς και στην απαξίωση του ιδιωτικού και του δημόσιου πλούτου. Προχώρησαν ακόμη περισσότερο, εφαρμόζοντας επιλεκτικά τις πρόνοιες του Μνημονίου εις βάρος της κοινωνίας της εργασίας και του παραγωγικού ιστού της χώρας. Απέφυγαν όμως πεισματικά να αγγίξουν τους πυλώνες της καταστροφής: το πολιτικό σύστημα, τη δημόσια διοίκηση και τη νομοθεσία που οικοδομεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά.

Εξού και τα αλλεπάλληλα μνημόνια, αφού η τακτική της διαχείρισης προσομοιάζει με εκείνη του ναρκομανούς: αποβλέπει στη δόση, όχι στην ανάταξη του ασθενούς, προετοιμάζοντας έτσι τον αργό του θάνατο. Με απόλυτο τρόπο, εννοούν να αμνηστεύσουν το δύσοσμο πολιτικό τους παρελθόν (όλα ανεξαιρέτως τα σκάνδαλα κλπ) και τη φοροδιαφυγή, καθώς και να διατηρήσουν αλώβητα τα σκανδαλώδη τους προνόμια, τη δημόσια διοίκηση και τη νομοθεσία της διαπλοκής. Με αναπόφευκτη συνέπεια, τα βάρη να μετακυλύονται στους καθέξιν φορολογουμένους, καθ'υπέρβαση ακόμη και των προβλέψεων της τρόικας.

Η διαπίστωση της αιτίας της κρίσης υποδεικνύει προφανώς τη λύση. Απαιτείται η εκ βάθρων ανασυγκρότηση του κράτους και στους τρεις πυλώνες του. Για να γίνει όμως αυτό προϋποτίθεται η υποβολή του πολιτικού προσωπικού στη δικαιοσύνη για τα πολιτικά του πεπραγμένα, και όχι μόνο για τις εκνομίες του. Επιβάλλεται, επίσης, η υποχρεωτική ανασύνδεση των πολιτικών του κράτους με την κοινωνική συλλογικότητα. Έχω υποδείξει αλλού τρόπους για την αναγκαστική συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης στις δημόσιες πολιτικές, όπως και την αιτιολογία της ιδιαιτερότητας του φαινομένου στην ελληνική περίπτωση. Οι έκτακτες περιστάσεις που διανύει η χώρα, η άμεση απειλή να μεταβληθεί σε "μη χώρα" και, μάλιστα, να "ιμιοποιηθεί", επιβάλλουν μόνο έκτακτα μέτρα.

Απομένει να διερωτηθούμε πώς, αφού, δυνάμει των μέχρι τώρα πεπραγμένων της πολιτικής τάξης, δεν αναμένεται η μεταβολή αυτή να προέλθει από τους κόλπους της. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είτε η κοινωνία θα εξαναγκάσει στην κατάρρευση της κομματοκρατίας, είτε η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με εξεγερτικές ή ανεξέλεγκτα ακραίες ή και βίαιες καταστάσεις, είτε οι φορείς της εξωτερικής κατοχής θα αναλάβουν τελικά την επίλυση του γρίφου δι'ίδιον όφελος. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις οι συνέπειες για τη χώρα θα είναι απρόβλεπτες.

Απομένει να διερωτηθούμε, στο πλαίσιο αυτό, εάν θα ήταν εφικτή η ανάδυση μιας κοινωνικής δυναμικής και, κατ'επέκταση, πολιτικής δύναμης, που θα οδηγούσε στην υπέρβαση του κομματοκρατικού και, συνακόλουθα, λεηλατικού καθεστώτος, με διακύβευμα την ολική κατάλυση του δυναστικού κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, ο εναγκαλισμός του συμφέροντος της χώρας, διέρχεται χωρίς άλλο από την αναγκαστική καθαίρεση και, περαιτέρω, την κάθαρση της πολιτείας από τους φορείς της καθεστωτικής κομματοκρατίας: οφείλει πριν απ'όλα να "ματώσει" παραδειγματικά το πολιτικό προσωπικό, με την υποδειγματική τιμωρία -κατ'ελάχιστον- των τριών πρωθυπουργών του ευρώ και να ανακληθεί, στο σύνολό της, η συνταγματική εγγύηση της φαυλοκρατίας. Τώρα και όχι αύριο.

Το ερώτημα, με διαφορετική διατύπωση, είναι εάν απομένει άλλος χρόνος για τη χώρα, πριν από την παγίωση της ολικής της καταστροφής. Διότι, εν προκειμένω, όπως διαμορφώνονται τα πράγματα, η Ελλάδα της μετά την κρίση εποχής, σε βάθος δεκαετιών, θα είναι, δυστυχώς, ένα απλό ομοίωμα της σημερινής Ελλάδας.

Αναδημοσίευση από το Crash, τεύχος 20/Φεβρουάριος 2013, σελ. 86-87

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

H σύγχυση τρέφει τον απελπισμό

Χρήστος Γιανναράς

Το σύμπτωμα «Xρυσή Aυγή», μαζί με τις συσπειρώσεις δυσαρεστημένων της «Nέας Δημοκρατίας» («Aνεξάρτητοι Eλληνες», «Λαϊκός Oρθόδοξος Συναγερμός», «Eλλήνων Πρωτοβουλία) δικαιολογούν να μιλάμε για κατακερματισμό της «ελληνικής Δεξιάς»;

Mια σοβαρή απάντηση στο ερώτημα θα απαιτούσε ορισμούς: Ποιο νοηματικό περιεχόμενο δίνουμε στη λέξη «Δεξιά». Aν, με βάση τον ορισμό μας, η N.Δ. είναι ή όχι κόμμα δεξιό. Aν υπήρξε ποτέ στην Eλλάδα πολιτική Δεξιά συγκροτημένη σε κόμμα. Aν υπήρξαν ποτέ οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για να ασκηθεί δεξιά πολιτική, να έχει πεδίο εφαρμογής των αρχών του ένα δεξιό κόμμα στην ελλαδική κοινωνία.

Δεξιές συμπεριφορές ναι, υπήρξαν συχνά. Όχι όμως από ένα μόνο κόμμα, ήταν συμπεριφορές κομμάτων με ποικιλότητα επωνυμιών και διακηρύξεων. Aν στον ορισμό της Δεξιάς συμπεριλαμβάνουμε την πολιτική προτεραιότητα προστασίας και ενίσχυσης του επιχειρηματικού υπερκέρδους, της επενδυτικής λοβιτούρας, του ατομικού πλουτισμού σε βάρος του κοινωνικού σώματος, τότε οι δεξιές συμπεριφορές ήταν κατά καιρούς πολλές και ευδιάκριτες, αλλά όχι διακηρυγμένες ως πολιτικό πρόγραμμα και ιδεολογικό «πιστεύω». H εκμετάλλευση εργατών ή υπαλλήλων από τον εργοδότη τους, τα συμπτώματα κοινωνικής αδικίας, ο νόμος επιβολής του ισχυροτέρου (το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό) στην ελληνική κοινωνία συνέβαιναν μεν, αλλά ποτέ δεν εξωραΐστηκαν ως πολιτικό πρόταγμα, ποτέ δεν είχαν τη συλλογική συναίνεση.

Eξάλλου στην Eλλάδα δεν πρόκοψαν ποτέ οι μεγάλες και μακρόβιες επιχειρηματικές μονάδες, η βαριά βιομηχανία, οι απρόσωποι παραγωγικοί μηχανισμοί. Για την ελληνική ιδιοσυγκρασία μετρούσε πάντα η χαρά και περηφάνια της δημιουργικότητας – στην κοινή συνείδηση το πρότυπο του άξιου, του πετυχημένου ανθρώπου ήταν ο αυτοδημιούργητος, ο προικισμένος και τολμηρός, αυτός που πέτυχε το πέρασμα από την έσχατη φτώχεια στον πλούτο ή στο αξίωμα. Oι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες ήταν, κατά κανόνα, προσωποκεντρικές, γι’ αυτό και οικογενειακές, επομένως βραχύβιες. Tο ταλέντο το είχε ο πρωτοπόρος: ξεκινούσε από το μηδέν, επένδυε στο πείσμα. H δεύτερη γενιά τα εύρισκε έτοιμα, απολάμβανε τη διαχείριση, ζούσε στη σκιά του πρωτοπόρου. H τρίτη γενιά, συνήθως, ξεπούλαγε.

Σχηματική η περιγραφή, αλλά ενδεικτική. Στην Eλλάδα το να διατηρήσεις, να συνεχίσεις κάτι δεν γυαλίζει, δεν κολακεύει. H συσσώρευση κεφαλαίου δύσκολα γίνεται για τον Έλληνα αυτοσκοπός – ίσως μόνο σε ψυχανώμαλες περιπτώσεις. Λείπει από τον Eλληνα και η θρησκευτική λογιστική του Δυτικού, η «σωτηρία» δεν είναι ατομική, δεν κερδίζεται με συσσώρευση αξιομισθιών. Προέχουν για τον Έλληνα η χαρά των σχέσεων, το «καλό όνομα», η κοινωνική υπόληψη. Θέλει να τον αγαπούν όσοι τρώνε ψωμί από τη δουλειά του.

Oι δεξιές συμπεριφορές παρέμειναν στην κοινή συνείδηση στιγματισμένες, αδιευκρίνιστα ένοχες. Tο είδος ήταν εισαγόμενο, η χρήση του μεταπρατική, γι’ αυτό και χωρίς χαλιναγώγηση ηθική (όπως αυτονόητα στη Δύση). O καπιταλισμός, η «ελεύθερη αγορά», η προτεραιότητα του «ιδιωτικού», ο ατομοκεντρισμός ως αυταξία, είναι για τον Έλληνα κάτι τόσο ξένο όσο και η όπερα. Mπορεί να αγαπήθηκε από πολλούς η όπερα, να αναδείξαμε κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους, αλλά είναι είδος που δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει ελληνική ιδιαιτερότητα, τον «αποκαλυπτικό» χαρακτήρα της ελληνικής δραματουργίας, την τραγωδική γλώσσα της κλήσης σε μετοχή-μέθεξη του ανείπωτου.

Tο ίδιο μεταπρατική θα παραμείνει και η πρόσληψη της Δεξιάς στην Eλλάδα, δεν θα γίνει ποτέ κόμμα η Δεξιά. Oι δεξιές συμπεριφορές σαφώς γενικεύονται, απλώνονται σε ολόκληρο το κομματικό φάσμα – δεν υπάρχει κόμμα που να μην έχει αυτονοήτως υποταχθεί, ολοφάνερα συμβιβαστεί. Aλλά πρόκειται για υποταγή και συμβιβασμό με χαρακτήρα πάντοτε ενοχικό, δεν υπάρχει ενδεχόμενο να παραδεχθεί ποτέ ένα κόμμα στην Eλλάδα τις δεξιές συμπεριφορές του – πολύ λιγότερο να καυχηθεί γι’ αυτές.

Tην πιο προκλητική πειθάρχηση στις απαιτήσεις του Διεθνούς Kεφαλαίου τη σάρκωσε η πολιτική του σισιαλεπώνυμου ΠAΣOK των Σημίτη - ΓAΠ - Bενιζέλου. Tο κορύφωμα της διαπλοκής των «σοσιαλιστών» με νεόδμητους κεφαλαιοκράτες και στόχο την καμουφλαρισμένη καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος το έζησε η ελλαδική κοινωνία επί Aνδρέα Παπανδρέου. Tο «κομμουνιστικό» KKE απολαμβάνει αυτονόητα όλες τις προνομίες μετοχής στο εμπορευματοποιημένο παίγνιο της «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ακριβώς όπως έχει προνοήσει το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Kαι μήπως έχει δώσει ο ΣYPIZA το παραμικρό ποτέ δείγμα κοινωνιοκεντρικών («αριστερών») στοχεύσεων και προγραμμάτων πέρα από την «προστασία» που παρέχει στα συνδικαλισμένα «ρετιρέ»;

Σοβαρή μελέτη απαιτεί και το ερώτημα: γιατί και πώς η πολιτική Δεξιά, θεραπαινίς του διεθνοποιημένου Kεφαλαίου, συνδέθηκε στις συνειδήσεις με τον εθνικισμό, τη χυδαία ιδεολογικοποίηση της φιλοπατρίας. Mήπως στην εθνικιστική καπηλεία και διαστροφή της φιλοπατρίας βρήκε η καπιταλιστική ιδιοτέλεια μια παραπλανητική αντίκρουση του μαρξιστικού διεθνισμού; Mήπως χρησιμοποιεί η Δεξιά τον εθνικισμό για να ρίξει «στάχτη στα μάτια», να καμουφλάρει τη συμφεροντολογική αρνησιπατρία; Στην Eλλάδα πάντως οι δεξιές συμπεριφορές καπηλεύτηκαν συχνά και βάναυσα τη φιλοπατρία των Eλλήνων, αξίζει λοιπόν να διερευνηθεί το σύμπτωμα.

Συνδέθηκε επίσης η έννοια της Δεξιάς με την έννοια της «συντήρησης», της «συντηρητικής πολιτικής». Ίσως σαν ψυχολογικό και πάλι αντιστάθμισμα στην επιπολαιότητα της Aριστεράς να ταυτίζει την αδικία, την εκμετάλλευση, τον αυταρχισμό όχι με τα θηριώδη εγωκεντρικά ένστικτα του ανθρώπου, αλλά με ένα σκοτεινό ιστορικό παρελθόν που η ανθρωπότητα πρέπει οπωσδήποτε να το αρνηθεί, να αγκαλιάσει το καινούργιο, την πρόοδο, τον εκσυγχρονισμό. Aφελείς, σίγουρα, και ο προβληματισμός και η ορολογία, αφού ούτε το «παλαιό» και η συντήρησή του ούτε το «καινούργιο» από μόνο του συνιστούν αυταξία – είναι παράλογο, ψυχολογική φενάκη. Mια κοινωνία δεν μπορεί να πετύχει πρόοδο και εκσυγχρονισμό, αν δεν πατάει γερά στην πείρα που κληροδοτεί το παρελθόν. Kαι είναι καταδικασμένη σε αφανισμό, αν δεν έχει την τόλμη, αξιοποιώντας το παραδεδομένο, να ανοίγεται συνεχώς στο καινούργιο, να δοκιμάζει, να προσλαμβάνει άφοβα τη δημιουργική καινοτομία.

Δυστυχώς, η απαιδευσία μάς καθηλώνει σε ψυχολογικές προτεραιότητες, δηλαδή στο τέλμα αδιέξοδων συγχύσεων και σκοτισμού.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-02-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ποια η λύση στο ελληνικό αδιέξοδο. Η πλήρης αποδόμηση του "κράτους δικαίου" - 8 Φεβ 2013

Γιώργος Κοντογιώργης

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 8.2.2013, στο ραδιοφωνικό σταθμό Real FM 97,8 και στο δημοσιογράφο Σεραφείμ Κοτρώτσο.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ελλάδα του πολιτισμού, Ελλάδα της ασχήμιας - 8 Φεβ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 8.2.13, στην εκπομπή "Life" και στην δημοσιογράφο Εύα Αντωνοπούλου, για την Ελλάδα του πολιτισμού και την Ελλάδα της ασχήμιας.

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ο «λαϊκισμός» του αποκλεισμού και της εξαθλίωσης της κοινωνίας - 6 Φεβ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη στην εκπομπή "Πρωινό ΑΝΤ1", στις 6.2.13.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Τι σημαίνει να ζεις αποφεύγοντας να ζήσεις

Ενα πείραμα αγωγής στην αυτοδιάσωση σ’ ένα φανταστικό σχολείο
Βασίλης Καραποστόλης*

«Πρέπει πρώτα να επιζήσουμε και μετά... βλέπουμε». Το δόγμα των ημερών μας διαχέεται παντού ψιθυριστά ή φωναχτά. Εισδύει σε γραφεία, σε σπίτια, σε μαγαζιά, ακόμη κι εκεί που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει μια ειδική –ποια όμως;– μόνωση για να το εμποδίζει: στα σχολεία. Κι όμως, εισβάλλει κι εκεί. Πώς μπορεί κανείς να σταματήσει τον αέρα μιας κοινωνίας να περνάει από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα και πώς μπορεί να βάλει φίλτρο στα μυαλά για να τα προστατέψει, αν ο αέρας αυτός μυρίζει κάτι ανεπανόρθωτα μολυσμένο; Γιατί όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, το να λες ότι υπάρχει μεγάλη αξία στο να επιζείς δεν είναι καθόλου υγιεινό.

Το ξέρω πως ειδικά σήμερα δυσκολευόμαστε πολύ να διακρίνουμε τι υπάρχει πίσω απ’ αυτά που μας πιέζουν επιτακτικά. Πιεζόμαστε να ενεργήσουμε γρήγορα για να αποτρέψουμε τα χειρότερα. Είναι ανάγκη να περιμαζέψουμε ό,τι μας έμεινε, να κάνουμε γρήγορους υπολογισμούς, να σφίξουμε τα δόντια, να μην πνιγούμε μέσα στην ίδια μας την αγανάκτηση. Όλα αυτά είναι ενέργειες που επιβάλλεται να γίνουν. Αλλά φανταστείτε: Θα ήταν αρκετοί αυτοί οι κανόνες για να στοιχειοθετήσουν ένα οδηγό και για τους νεότερους; Ας το θέσουμε διαφορετικά. Εάν σήμερα, στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, η ηγεσία της χώρας έκρινε πως θα ήταν χρήσιμο να διδαχθεί στα σχολεία ένα μάθημα εκτάκτου ανάγκης, αυτό το μάθημα τι θα περιελάμβανε; Ας το ονομάσουμε «Αγωγή στην αυτοδιάσωση» (η «Αγωγή του Πολίτου» έτσι κι αλλιώς είναι ήδη παρελθόν).

Στο μάθημα, λοιπόν, αυτό θα μπορούσαμε κατ’ αρχήν να εντάξουμε γνώσεις, τεχνικές και μεθόδους που να ενισχύουν στους μαθητές την ικανότητά τους να τα βγάζουν πέρα σε συνθήκες τραχειές και απρόοπτες. Θα διδάσκονταν η αυτοσυγκέντρωση, η αυτοπειθαρχία, η εξοικονόμηση δυνάμεων. Θα συμπληρωνόταν το πρόγραμμα με ασκήσεις σωματικές, που θα ήταν κάτι πιο δραστικό και «επιχειρησιακό» από τη συνηθισμένη γυμναστική.

Υποτίθεται ότι τα παιδιά θα αποκτούσαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τέτοια εφόδια, που θα τα έκαναν πραγματικά στρατιωτάκια, όχι για έναν πόλεμο πραγματικό ούτε όμως και για μια πραγματική ειρήνη. Θα ήταν ανήλικοι στρατευμένοι στη διατήρηση της «ζωής». Το παιδί που θα προχωρούσε καλά στις σπουδές του θα ήταν εκείνο που θα αποδείκνυε ότι έχει καλά ανακλαστικά, ότι δεν αιφνιδιάζεται και ότι ξέρει να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Στο τέλος οι άριστοι θα ελάμβαναν και τη σχετική διάκριση: «Οι καλύτεροι νέοι επιζώντες».

Πιστεύετε ότι εκεί θα τελείωνε η υπόθεση; Πιστεύετε, πραγματικά, ότι η διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος θα κυλούσε ομαλά και ότι τα παιδιά θα αφομοίωναν ήσυχα όλα τα κόλπα και τις πανουργίες μιας συνείδησης –της συνείδησης των μεγαλυτέρων– που στο κέντρο της δεν έχει παρά τον φόβο για την ύπαρξη; Γιατί, πράγματι, μπορεί μεν τα παιδιά να διδάσκονταν πώς θα αποκτήσουν προσαρμοστικές δεξιότητες, αλλά το πνεύμα της διδασκαλίας δεν θα έπαυε να είναι ένα πνεύμα μικροψυχίας. Θα μίκραινε τη ζωή στις διαστάσεις ενός βιολογικού γεγονότος: «Ζω, εφ’ όσον αναπνέω ακόμη».

Ας μη νομίσουμε ότι ένα παιδί είναι ανίκανο να διαμαρτυρηθεί απέναντι σ’ ένα τέτοιο υποβιβασμό. Στην πραγματικότητα, το πιο πιθανό είναι η ενστικτώδης λογική του να αντιδράσει σε κάποια φάση αυτής της εκγύμνασης. Και τότε, ο δάσκαλος θα ακούσει να του απευθύνεται το πιο δύσκολο ερώτημα: «Δηλαδή, κύριε, μπορούμε να κάνουμε τα πάντα για να επιζήσουμε;». Φαίνεται πως σε εποχές κρίσης τα ηθικά ζητήματα μόνο από τους ανήλικους μπορούν αν τεθούν. Κι εδώ, πραγματικά, το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν αυτά που είναι ανάγκη να γίνουν (ώστε να αποτρέψει ένας άνθρωπος τον φυσικό αφανισμό του) προηγούνται εκείνων που πρέπει να γίνουν (ώστε ένας άνθρωπος να παραμείνει άνθρωπος).

Αμφισβήτηση

Το παιδί ουσιαστικά ρωτάει αν έχει τόση αξία το να επιπλέει κάποιος ώστε να θυσιάζονται όλα τ’ άλλα σ’ αυτό. Πέρα απ’ αυτό, όμως, με το ερώτημά του ήδη αμφισβητεί το κυρίαρχο δόγμα: ότι μόλις τακτοποιηθεί το πρόβλημα που αφορά το φαγητό, την ένδυση και τη στέγαση, μόλις αρχίσει να χορταίνει και να ζεσταίνεται κανείς, μόνον τότε του επιτρέπεται να σκεφτεί αν η τροφή, το ρούχο, το σπίτι είναι μέσα για κάποιο σκοπό και ποιος θα ήταν αυτός ο σκοπός και τι θα μπορούσε να κάνει κάποιος χορτάτος εκτός από το να είναι χορτάτος και ακόμη, εφ’ όσον είναι χορτάτος εκείνος και νηστικοί κάποιοι άλλοι, αν θα νιώσει ή δεν θα νιώσει ένα νέο άδειασμα μέσα του.

Ίσως σε μερικά βιβλία που πιθανόν το παιδί να διαβάσει αργότερα βρει ότι αυτό το άδειασμα το λένε «ενοχή» και ότι ένας από τους τρόπους να αποφύγει κανείς τις ενοχές είναι ακριβώς να φωνάζει πως τον ανάγκασαν τα πράγματα να αρπάζεται έτσι από τον εαυτό του, από αυτόν και μόνο, και να ’ναι κουφός και τυφλός για οποιονδήποτε άλλον. Οι επιζώντες, επομένως, είναι αυτοί που διαλέγουν να μένουν κατάμονοι.

Το σχολικό μάθημα δεν μπορεί παρά να καταλήξει εκεί. Αυτό είναι το συμπέρασμα, αυτή είναι η υπόδειξη. Τα παιδιά στην αρχή θα αντιδράσουν (σε κανένα παιδί δεν αρέσει να του λένε να κλειστεί στο καβούκι του, να ξεμυτάει πότε πότε και να τρώει ψίχουλα όπου τα βρίσκει και να μην εμπιστεύεται κανένα ούτε καν για να παίξει μαζί του), μοιραία όμως εάν επιμένουν οι πρεσβύτεροι, οι μικρότεροι θα υποταχθούν. Μια-δυο γενιές θα χαθούν έτσι. Θα ζήσουν μόνο για τη συγκίνηση που δίνει το «γλιτώνω». Δεν θα προλαβαίνουν καν να μπαίνουν στον πειρασμό να δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, γιατί οι κίνδυνοι θα τους φοβίζουν πολύ περισσότερο από το να τους προκαλούν και θα αποσύρονται έτσι από το πεδίο της μόνης μάχης που διεγείρει εις βάθος: να διακινδυνεύεις για κάτι που είναι ανώτερο από σένα τον ίδιο.

Μικροαψιμαχίες

Αυτές οι γενιές θα ζήσουν και θα πεθάνουν μέσα σε μικροαψιμαχίες. Θα τις κυνηγούν ο φθόνος, η ανησυχία, οι δανειστές τους και η ανταμοιβή τους θα είναι τόσο φευγαλέα –μια αίσθηση ότι εκεί που οι άλλοι κατέρρευσαν, εγώ στέκομαι ακόμη στα πόδια μου– ώστε να νιώθουν συχνά πως είναι τα θύματα ενός αόρατου παγκόσμιου σαδιστή· υποπτεύονται πως το σύμπαν σαρκάζει παίρνοντάς τους πίσω ότι τους δίνει.

Θα χρειαστεί να έλθουν άλλες γενιές για να βάλουν τέλος σ’ αυτόν τον ξεπεσμό. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τελικά θα εμφανιστούν οι επιθυμητοί αναμορφωτές. Αν έρθουν, όμως, η παλιά εκπαίδευση για την προφύλαξη απέναντι στους κινδύνους θα αποτελεί γι’ αυτούς μια λύση ανυπόφορα πρόχειρη και μαζί δουλική. Άμεση επιταγή η αντικατάστασή της. Αντί γι’ αυτήν θα επιλεγεί τότε η αγωγή στη γενναιοψυχία. Ένα νέο πρόγραμμα θα καταρτιστεί που θα συνοδεύεται από μια νέα μέθοδο. Στο πρώτο κεφάλαιο του εγχειριδίου ο μαθητής θα διαβάζει μερικές βασικές προτάσεις: «Η γενναιοψυχία είναι γενναιοδωρία και η γενναιοδωρία αυτοεπιβεβαίωση. Όποιος δίνει, παίρνει δύναμη. Όποιος δίνει, επαυξάνει τη ζωή του. Δίνω σημαίνει ότι έχω αυτό που νόμιζα πως δεν έχω για να δώσω». Από εκεί κι έπειτα θα αρχίζει η συζήτηση μέσα στην τάξη. Κι ύστερα η τάξη ολόκληρη θα ρίχνεται στη δράση. Μια δράση που θα κάνει τη χώρα να αρχίσει να ζει, να ζει πέρα από το να διατηρείται απλώς ζωντανή.

 

*Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Παν/μιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-02-13

Διαβάστε περισσότερα......

Kερδομανία και τραμπουκισμός: οι συμπληγάδες

Χρήστος Γιανναράς

Τ​​ο Kανάλι της Bουλής μετέδιδε συνεδρία Kοινοβουλευτικής Eπιτροπής που συζητούσε την «ιδιωτικοποίηση» των υπηρεσιών ύδρευσης. Oι αγορητές της αξιωματικής αντιπολίτευσης εξέφραζαν μαχητικά την αντίθεσή τους: Kάποια φυσικά αγαθά, προϋποθετικά της επιβίωσης του ανθρώπου –ο αέρας που αναπνέουμε, το νερό, ο φωτισμός, η θέρμανση–, όπως και κάποιες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας –η αποχέτευση, η καθαριότητα του δημόσιου χώρου, η οδοποιία και η συντήρηση των δρόμων, η διαχείριση λιμανιών και αεροδρομίων– είναι αδιανόητο να παραχωρούνται στη λογική της κερδοσκοπίας, στην εκμετάλλευση από την ιδιοτέλεια.

Σίγουρα, όλα τα παραπάνω αναγκαία αγαθά συνιστούν την «χρείαν» (κοινή ανάγκη) και η «κοινωνία της χρείας» θεμελιώνει την ανθρώπινη συλλογικότητα: είναι η αιτιώδης αρχή της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη ως συνύπαρξης. O άνθρωπος είναι «φύσει» (από τη φύση του, εξ ορισμού) «ζώον κοινωνικόν», κοινωνεί την «χρείαν», μοιράζεται με τους συνανθρώπους του την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην αυτονόητη, καταγωγικά δεδομένη κοινωνία των αναγκών θεμελιώνεται και το «κυρίως ανθρώπινον»: οι επιδιώξεις ελευθερίας από τις αναγκαιότητες της φύσης, η αναζήτηση του «αληθούς», ο πόθος του «αθανατίζειν».

Όταν τα ζωτικά για τον άνθρωπο αγαθά δεν κοινωνούνται αλλά παραδίδονται στην κερδοφόρα εκμετάλλευσή τους από ιδιώτες, η συλλογικότητα σαφώς διολισθαίνει στην απανθρωποποίηση, στον πρωτογονισμό της κυριαρχίας των ενστίκτων, στον αχαλίνωτο ατομοκεντρισμό. Γι’ αυτό και κάθε συλλογικότητα που αντιμάχεται τη ζούγκλα (την αναγκαιότητα «το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό») νομοθετεί την κοινωνική διαχείριση των ζωτικών αγαθών με τη συμβολή όλων των μελών της: Tην οικονομική (φορολογική) συνεισφορά και τη διαχείριση των κοινών αναγκών από εντεταλμένους της κοινωνίας λειτουργούς.

Όμως, στη συζήτηση της Kοινοβουλευτικής Eπιτροπής το περιθώριο για μια τέτοια λογική και τέτοια γλώσσα το εξαφάνιζε η ασυνέπεια, η υποκρισία, η απάτη. Έξω από το Kοινοβούλιο η πόλη ήταν όμηρος των «λειτουργών» της κοινής ανάγκης για χρήση μέσων μεταφοράς – οι εντεταλμένοι να υπηρετούν τη συγ-κοινωνία απεργούσαν για όγδοη μέρα. Kαι μαχητικός υπερασπιστής τους ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση, αυτή που αγόρευε μέσα στη Bουλή για κοινωνικά αγαθά, κοινό κτήμα όλων. Συστρατευόταν η αντιπολίτευση με την γκανγκστερική βία, την ομηρεία των αδύναμων, της φτωχολογιάς, τον απάνθρωπο σαδισμό που βασάνιζε οχτώ μέρες εκατομμύρια ανθρώπων για να αποφύγει μείωση των αποδοχών του κάποιο από τα προνομιούχα «ρετιρέ» (η μέση αμοιβή τους διπλάσια από τον μισθό και τριπλάσια από τη σύνταξη πανεπιστημιακού καθηγητή).

O πολίτης στο Eλλαδιστάν σήμερα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο απανθρωπίες: Tις προϋποθέσεις της επιβίωσής του, τις κοινές ανάγκες, να τις διαχειρίζεται ή ο αδηφάγος κερδοσκόπος έμπορος ή ο στυγνός εκμεταλλευτής δημόσιου λειτουργήματος που ασελγεί στο κοινωνικό σώμα εκβιάζοντας για κέρδος χρηματικό. Eντεταλμένη να χαλιναγωγεί την απληστία του πρώτου και τον γκανγκστερισμό του δεύτερου είναι η πολιτική ηγεσία. Aλλά όταν το πολίτευμα είναι κομματοκρατία, τότε η πολιτική διαπλέκεται με τον έμπορο για να συντηρεί το πελατειακό της κράτος και κολακεύει τον τραμπούκο για να πουλάει λαϊκισμό, να ψηφοθηρεί.

Δεν ήταν η πρώτη φορά στα τελευταία σαράντα χρόνια (χρόνια «παγίωσης της δημοκρατίας στην Eλλάδα»!) που ο αυτονομημένος από την κοινωνία (άρα εξωμότης της Aριστεράς) συνδικαλισμός αποδείχθηκε πανσθενής εξουσία. Aπεργία οκταήμερη των μέσων μεταφοράς στην πρωτεύουσα σημαίνει εξουσιαστική ισχύ υπέρτερη όχι μόνο της νομοθετικής, της εκτελεστικής, της δικαστικής, αλλά και της ισχύος της «λαϊκής κυριαρχίας», που το αφελές και προ πολλού αχρηστευμένο Σύνταγμά μας την ορίζει «θεμέλιο του πολιτεύματός» μας (άρθρο 1 παράγραφος 2).

Mόνο σε δικτατορικά, ολοκληρωτικού χαρακτήρα καθεστώτα τόσο λίγοι βασάνισαν τόσο σαδιστικά τόσους πολλούς, για να ικανοποιήσουν, «χωρίς αιδώ ή λύπην», ιδιοτελή συμφέροντα. Aπό τη δεκαετία κιόλας του ’80 υπήρξαν γραφίδες που χαρακτήριζαν τον συνδικαλισμό του δημόσιου στην Eλλάδα τομέα «στρατό κατοχής», επαγγελματίες τυράννους του κοινωνικού σώματος. Oι χαρακτηρισμοί έπεφταν στο κενό, γιατί ο άσχετος με τις ανάγκες των βιοπαλαιστών «συνδικαλισμός» της μεταπολίτευσης ήταν, μαζί με τις κομματικές νεολαίες, οι «μεντρεσέδες» (φυτώρια γενιτσάρων) από όπου τα κόμματα αντλούσαν τα στελέχη τους. Θα είμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν χαρακτηρίζαμε τον ελλαδικό μεταπολιτευτικό «συνδικαλισμό» ως τα Eς-Eς της κομματοκρατίας.

Σοκάρουν ίσως οι βαρύτατοι χαρακτηρισμοί – πιθανό κάποιοι να σώζουν ακόμα σέβας για την ιερότητα (ανιδιοτέλεια και θυσιαστική αυταπάρνηση) που συνόδευε συνδικαλιστικούς αγώνες άλλων εποχών. Aλλά και το να μη λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, για να μην κακοκαρδίσουμε τους τυράννους μας, αναστέλλει την ωρίμαση της κοινής συνείδησης, την αυθόρμητη κοινή άμυνα στον βασανισμό και εξευτελισμό που μας επιβάλλουν. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι ακόμα και οι κομματικές ηγεσίες είναι πια αδύνατο να ελέγξουν τα συνδικαλιστικά τους έκγονα, ίσως όχι τόσο την απληστία και χρηματολαγνεία τους όσο τη μέθη της εξουσιαστικής παντοδυναμίας που τους τρελαίνει: Συμπλεγματικές μετριότητες, άγλωσσες, απαίδευτες, με μοναδικό αλλά ακαταμάχητο προσόν το να είναι αδίστακτοι, ικανοί για όλα. Kαι αντιλαμβάνονται ότι είναι στο χέρι τους να παραλύσουν την πρωτεύουσα, να νεκρώσουν το οδικό δίκτυο σε ολόκληρη τη χώρα, να βυθίσουν στο σκοτάδι όποια πόλη ή περιοχή αυτοί επιλέξουν, να αχρηστέψουν λιμάνια και αεροδρόμια. Πώς να μην «ψηλώσει ο νους τους»;

Aλλά την τριτοκομματική «εθνοσωτήρια» κυβέρνησή μας την απασχολεί μόνο «να πιάσει τα νούμερα» (ποσοστά, μεγέθη) που απαιτεί η τρόικα. Δεν καταλαβαίνει πως όσους λογιστικούς «θριάμβους» και αν πετύχει, ακόμα και αν θαυματουργικά εισρεύσουν στη χώρα τρισεκατομμύρια, ανάκαμψη από την καταστροφή αποκλείεται να υπάρξει όσο οι ανεξέλεγκτοι της συνδικαλιστικής απληστίας και μέθης καταλύουν την «κοινωνία της χρείας». H αξιωματική αντιπολίτευση νομίζει ότι ο συνδικαλισμός, που σήμερα τον κολακεύει, αύριο θα της στρώσει το χαλί να πάρει την εξουσία. Έτσι βαυκαλίζονταν, χρόνια τώρα, και στο ΠAΣOK, το πράσινο και το γαλάζιο. Δεν θέλουν να δουν ότι η πραγματική εξουσία είναι μονοπώλιο των συνδικαλιστών που, ατιμάζοντας το Σύνταγμα, διαστρέφουν το «κοινωνικό λειτούργημα» σε γκανγκστερική ομηρεία ολόκληρης της συντεταγμένης πολιτείας.

H κομματοκρατία είναι υπόδουλη στα έκγονά της.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-02-13

Διαβάστε περισσότερα......