Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Γιώργος Κοντογιώργης: Οι συγκατανευσιφάγοι ΚΑΤΑ μιας ολόκληρης κοινωνίας…

Γιώργος Κοντογιώργης

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του πρύτανη Παντείου Πανεπιστημίου στη Μαργαρίτα Ικαρίου

Ο Γιώργος Κοντογιώργης, (πρύτανης Παντείου, πρώτος γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου και του Συμβουλίου Ερευνών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας, καθώς και ένας εκ των πρωτεργατών στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πολιτικής Επιστήμης) μιλά στην a-typos και τη Μαργαρίτα Ικαρίου για τα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν το σύγχρονο Έλληνα πολίτη.

Ένα εκ των σημαντικότερων Ακαδημαϊκών προσώπων της χώρας, με επιλεγμένη και καίρια δημόσια παρουσία, σχολιάζει και διερμηνεύει τη κρίση και τις αιτίες της, μιλά για το «αναντίστοιχο κράτος», τους κομματικούς ηγήτορες και «ινστρούχτορες» αλλά και την αναγκαιότητα «ολοκληρωτικής ανασύνταξης» μιας κοινωνίας πολιτών ώστε να μετατραπεί σε οργανική συνιστώσα της πολιτείας!

Η Ελλάδα υφίσταται τις συνέπειες μιας οικονομικής κρίσης που ωστόσο είναι παράλληλα κρίση θεσμών και αξιών. Ποια είναι η πρωτογενής αιτία αυτής της κρίσης; Με ποιες λανθασμένες πρακτικές/επιλογές, οδηγηθήκαμε σε αυτήν;

     Στην περίπτωση της Ελληνικής κρίσης δεν πρόκειται για λανθασμένες πρακτικές ή επιλογές, αλλά για σκόπιμες πράξεις, εκ μέρους της πολιτικής τάξης, οι οποίες απέβλεπαν στην ιδιοποίηση του κράτους και στη νομή του δημόσιου αγαθού και, μάλιστα, με λεηλατικούς όρους. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελληνική κρίση είναι πρωτογενώς πολιτική. Από τη δεκαετία του 1980 τέθηκαν οι βάσεις για την εγκατάσταση στην εξουσία της πλέον απεχθούς εκδοχής της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Ήδη από τις αρχές του 1986 και, συστηματικά, από το 1992, περιέγραφα τα χαρακτηριστικά του κράτους αυτού και κατέγραφα με σαφήνεια που οδηγούσε.

Πως ερμηνεύετε λοιπόν το γεγονός αυτό;

     Οι πηγές της πολιτικής αυτής κρίσης στην Ελλάδα, εντοπίζονται στον 19ο αιώνα και, συγκεκριμένα, στην ασυμβατότητα του κράτους, που της επεβλήθη από την ευρωπαϊκή απολυταρχία, με την πολιτική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας. Μια βαθιά ανθρωποκεντρική κοινωνία εκκαλείτο να αποκηρύξει το παρελθόν της, το οποίο άλλωστε αποτύπωνε αδιαλείπτως στα προ-επαναστατικά και στα επαναστατικά δημοκρατικά της προτάγματα, προκειμένου να ζήσει στο απεχθές καθεστώς της κρατικής δεσποτείας/απολυταρχίας. Αυτό που συνέβη ήταν βαρύτερο από την επιβολή ενός δικτατορικού καθεστώτος σήμερα. Της κατάργησαν, στο όνομα του εξευρωπαϊσμού, δηλαδή της προόδου, που αντιπροσώπευε τότε η απολυταρχία, την δημοκρατική βάση της πολιτικής της συλλογικότητας, που αποτυπωνόταν με την ύπαρξη του δήμου μέσα στα κοινά, την εταιρική οικονομία και πολλούς άλλους σημαίνοντες ανθρωποκεντρικούς θεσμούς. Η δημοκρατική αυτοκυβέρνηση θεωρήθηκε ότι απείδε από τις προοδευτικές ιδέες της τότε Ευρώπης, ότι δηλαδή ήταν κατώτερη της απολυταρχίας. Επομένως, δεν ήταν άξια να καταλάβει την θέση της πολιτείας στο νεοελληνικό κράτος. Η κοινωνία από θεσμός της πολιτείας εκκαλείτο να γίνει ιδιώτης, να συμπεριφέρεται και να επιδιώκει την ατομική της ευτυχία, εάν χρειαζόταν και εναντίον του συλλογικού συμφέροντος. Η ευθύνη του συλλογικού περιήλθε εφεξής στο κράτος, και, κυριολεκτικά, στο πολιτικό προσωπικό που το κατείχε. Η αντίληψη αυτή για τη δημοκρατία κυριαρχεί και σήμερα, θα έλεγα κατά τρόπο μονοσήμαντο, καθώς θεωρείται ότι είναι κατώτερη από το σημερινό ολιγαρχικό πολιτειακό συμπίλημα, που διακινείται από την καθεστωτική διανόηση ως το καταστάλαγμα της δημοκρατίας.

     Η ανατροπή αυτή, στον Ελληνικό κόσμο, αποτέλεσε το θεμέλιο της αποδόμησης του συλλογικού και της οικοδόμησης της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής σε αποκλειστικά πελατειακές βάσεις. Διότι ο Έλληνας πολίτης, εμποτισμένος με την πολιτική ωριμότητα της αυτοκυβέρνησης, αναζήτησε έκτοτε να ανταλλάξει τη σχέση που είχε προηγουμένως με τον δήμο, του οποίου ήταν συντελεστής, με μια προσωπική σχέση με τον πολιτικό. Το πολιτικό σύστημα της απολυταρχίας και, αργότερα, του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, που αυθαιρέτως διακινούν ως δημοκρατία, αντιλαμβανόταν την πολιτική συμμετοχή υπό το πρίσμα της μάζας, που την στρατεύουν και την καθοδηγούν η κομματικοί ηγήτορες. Ένας πολιτικά ώριμος άνθρωπος, που έχει εθιστεί να πολιτεύεται με όρους ατομικότητας, όπως στο πλαίσιο του δήμου, δεν μαζοποιείται ξαφνικά ούτε στρατεύεται πίσω από “ινστρούχτορες”. Από την Ελληνική κοινωνία αξιώθηκε τελικά να επανέλθει, από την ηλικία της ωριμότητας στα βρεφικά της χρόνια.

     Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι το μόνο στην Ευρώπη όπου η πελατεία εγκαταστάθηκε όχι ως παρέκκλιση, αλλά ως χαρακτηριστικό ιδίωμα του πολιτικού συστήματος. Εφεξής η πολιτική τάξη, αντί να εφαρμόζει δημόσιες πολιτικές, αναφορικές στο κοινό συμφέρον, αφοσιώθηκε στην αποδόμηση και στην εξατομίκευση των πολιτικών του κράτους, δηλαδή στην ιδιοποίηση του δημοσίου αγαθού με γνώμονα την συγκρότηση προσωπικών επιρροών ισχύος.

     Τι απέμενε για την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία της κομματοκρατίας, για την οριστικοποίηση της μετάλλαξής της, από διαμεσολαβητής και διαχειριστής του κράτους σε επικυρίαρχο; Η αποτροπή της εισόδου στην επικράτεια του νεοελληνικού κράτους της αστικής και της πνευματικής τάξης του μείζονος Ελληνισμού. Πώς το απέτρεψε αυτό; Μέσα από μια επιτήδεια διαχείριση του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης, που απέβλεπε στην ακύρωση του. Έτσι, η φυσική ηγεσία του Ελληνικού κόσμου θα αφήνετο βορά στις εξελίξεις που δυνάμει αναπτύσσονταν στην περιοχή, στους εθνικισμούς, για να την αποτελειώσει στη συνέχεια ο υπαρκτός σοσιαλισμός.

     Στο πλαίσιο αυτό, η κομματοκρατία απέμεινε μοναδική κυρίαρχος του κράτους, έτοιμη να το νέμεται, χωρίς αντίσταση και χωρίς αντίπαλο, να το λεηλατεί, σύμφωνα με τους συσχετισμούς που διαμορφώνονταν στο εσωτερικό της.

Αυτή η κληρονομιά συνομολογεί επομένως ότι υπόλογη της Ελληνικής κακοδαιμονίας δεν είναι η κοινωνία και το παρελθόν της αλλά το αναντίστοιχο κράτος που εγκιβώτισε ολοκληρωτικά τον Ελληνικό κόσμο σε ένα αδιέξοδο;

     Ακριβώς. Έχουμε δε τόσο πολύ εμποτισθεί με την αντίληψη αυτή ώστε και σήμερα ακόμη να προσφερόμαστε πρόθυμα να αυτο-ενοχοποιηθούμε, για ότι συμβαίνει στη χώρα. Είναι δε άξιο προσοχής ότι την ερμηνεία αυτή, που ουσιαστικά στοιχειοθετεί την κατακλείδα κάθε αντικοινωνικής, δηλαδή αντιδραστικής και όχι απλώς συντηρητικής επιλογής, τη διακινεί πρωτίστως μια μερίδα της αριστερής διανόησης, η οποία μάλιστα αυτοπροσδιορίζεται και ως ανανεωτική, προκειμένου να συγκαλύψει την κενότητά της και εντέλει την μηρυκαστική της εξάρτηση από το διατακτικό του ηγεμόνα. Στην πραγματικότητα η διανόηση αυτή λειτουργεί ως το βαρύ πυροβολικό για τη νομιμοποίηση του δυναστικού, σε σχέση με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, κράτους και του νομέα του, της κομματοκρατίας.

     Θέλω να πω ότι όλα αυτά που προανέφερα δεν αποτελούν παρελθόν. Αιτιολογούν και περιγράφουν το καθεστώς που επικράτησε από τη δεκαετία του 1980 στο ελληνικό κράτος. Εάν δεν αποδεχθούμε ότι η τωρινή κρίση δεν είναι παρά η τελευταία στην αλυσίδα των καταστροφών που υπέστη η Ελληνική κοινωνία εξαιτίας της ασυμβατότητας του κράτους με την κληρονομημένη πολιτική της ανάπτυξη, δεν θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε τον χαρακτήρα της, ούτε και να σκεφθούμε το δρόμο για την υπέρβαση της. Απλώς θα απορούμε κάθε φορά για τις καταστροφικές της συνέπειες και την μακροημέρευσή της, θα δαιμονοποιούμε τους ξένους που μας εχθρεύονται και θα περιμένουμε την επόμενη κρίση, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω συρρίκνωση του Ελληνισμού, που θα έχει απομείνει.

Επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για λανθασμένες πολιτικές στην Ελληνική περίπτωση;

     Επανέρχομαι στην αρχική μου επισήμανση ότι δεν πρόκειται για κρίση θεσμών και αξιών, ούτε για λαθεμένες επιλογές και πολιτικές, αλλά για στοχευμένες πολιτικές, απολύτως εναρμονισμένες με τη λογική του δυναστικού κράτους. Εάν αυτό δεν φύγει από τη μέση, εάν δεν αποκατασταθεί μια αναγκαστική σχέση της πολιτικής με την κοινωνική συλλογικότητα, δεν θα σταματήσει ο κατήφορος. Αρκεί να δούμε πώς έγινε και εξακολουθεί να γίνεται η διαχείριση της κρίσης για να αντιληφθούμε το αδιέξοδο. Ενώ εξολοθρεύονται κυριολεκτικά η κοινωνία και ο οικονομικός ιστός της χώρας, δεν αγγίζονται ούτε στο παραμικρό τα προνόμια και το καθεστώς ιδιοποίησης του κράτους, που οδήγησε στην καταστροφή και κρατά δέσμια τη χώρα στον Άδη. Διερωτώμαι: ακόμη και αν η Ελληνική κοινωνία προσφέρει δωρεάν την εργασία της, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο πλούτο της, θα έρθει κανείς σοβαρός επενδυτής να εμπιστευθεί την περιουσία του σε μια χώρα που το πολιτικό προσωπικό και σημαίνοντες θύλακες της διοίκησης, με όχημα τη νομοθεσία, λειτουργούν ως “νταβατζήδες” ή αρπακτικά; Όπου ενοχοποιείται κατά σύστημα η υγιής επιχειρηματικότητα, προκειμένου να προωθηθεί η παρασιτική “επενδυτική” στρατηγική των νομέων του δημόσιου αγαθού;

Υπάρχουν τρόποι εξόδου από την κρίση; Γιατί δεν τις αναζητήσαμε και προσφύγαμε στην επιτήρηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου;

     Έχει ομολογηθεί από τους ίδιους τους φορείς της κομματοκρατίας, το γιατί. Έχουν δεχτεί ότι εάν έστω και την τελευταία στιγμή είχαν λάβει στοιχειώδη μέτρα αποϊδιοποίησης και ανασυγκρότησης του κράτους και συνεπώς μείωσης της κραιπαλώδους λεηλασίας του δημόσιου αγαθού, εάν απελευθέρωναν στοιχειωδώς τις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας, θα είχε αποφευχθεί η προσφυγή στην τρόικα, με ελάχιστες συνέπειες για την χώρα. Αυτό όμως διερχόταν από μια ολική αλλαγή νοοτροπίας και πολιτικών. Άρα από μια μερική έστω παραίτηση του πολιτικού προσωπικού από τα προνόμια τους. Σήμαινε ότι η έννοια του πολιτικού κόστους δεν θα αφορούσε πια στην αντίδραση των ομάδων των συγκατανευσιφάγων, που είχαν εγκατασταθεί μαζί τους στο πρυτανείο σίτισης, το κράτος, αλλά στη βούληση της κοινωνίας.

     Τι δεν έχουν αγγίξει με διακομματική συναίνεση μέχρι σήμερα; Τους τρεις πυλώνες της λεηλασίας και της ιδιοποίησης των θεσμών: το πολιτικό σύστημα, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη και τη νομοθεσία που οικοδομεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Έχουν αμνηστεύσει με προκλητικό τρόπο το παρελθόν της ιδιοποίησης (τα σκάνδαλα κλπ), δεν έχουν αγγίξει την προκλητική ασυλία τους, εμμένουν, παρά την κατακραυγή, να αμνηστεύσουν επίσης την φοροδιαφυγή και, φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για την ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης και της νομοθεσίας.

     Αρκεί να ψάξει κανείς να δει ποιοί είναι οι πολιτικοί, που υποτίθεται ότι θα μας βγάλουν από την κρίση, της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, ποιοί κατά παράδοση συγκροτούν το γραφείο των πρωθυπουργών. Είναι άραγε τυχαίο ότι οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες αποτελούν υποπροϊόντα της πλέον σκοτεινής και αποκρουστικής εκδοχής της κομματοκρατίας, των φοιτητικών παρατάξεων; Αναλογιζόμαστε άραγε ποιό είναι το υπόβαθρο της πολιτικής κουλτούρας και το αξιακό σύστημα των ανθρώπων αυτών; Ποια σχέση έχουν με την έννοια του δημοσίου και, μάλιστα, του κοινού συμφέροντος; Αυτή και μόνο η παρατήρηση θα επιτρέψει στον καθένα να συναγάγει αβιάστως τα σωστά συμπεράσματα για την αιτία όχι μόνο της κρίσης, αλλά και της ασύμμετρης καταστροφής που προφανώς ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Και να συνειδητοποιήσει ότι το παρόν πολιτικό σύστημα, δεν παράγει ούτε καν φιλοδοξία υστεροφημίας, παρά μόνο πολιτικά σκουπίδια.

     Υπήρχε λοιπόν λύση και εξακολουθώ να έχω τη βεβαιότητα ότι εξακολουθεί να υπάρχει παρόλη την καταστροφή. Η λύση όμως αυτή διέρχεται από την ολοκληρωτική ανασύνταξη του κράτους και, στο πλαίσιο αυτό, της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Από την αναγκαστική εναρμόνιση των πολιτικών του κράτους, του τρόπου του πολιτεύεσθαι του πολιτικού προσωπικού με το συμφέρον της χώρας. Μόνον τότε θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε μια στρατηγική με πρόσημο το συμφέρον της χώρας και να επανέλθουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους εξωτικούς μας “εταίρους” όχι ως παρίας ή επαίτης, αλλά υπό το πρίσμα των πραγματικών δυνατοτήτων της.

«Το πολιτικό έγκλημα στη δημοκρατία τιμωρείται αυστηρότερα» κατά τον Αριστοτέλη. Πιστεύετε ότι για την παρούσα κατάσταση της χώρας οφείλουν να αναζητηθούν και να αποδοθούν ευθύνες;

     Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το κράτος δικαίου δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνει επίσης την περιοχή της πολιτικής. Ποιός είναι ο ειδικότερος λόγος που δικαιολογεί την εξαίρεση του πολιτικού προσωπικού από την υπαγωγή του στη δικαιοσύνη; Δεν αποτελεί κατάφορη παραβίαση της αρχής της ισότητας, που εισάγει ακόμη και αυτό το άθλιο συνταγματικό κείμενο, η διαφοροποίηση μεταξύ απλού πολίτη και πολίτη-πολιτικού; Το οποίο, ούτως ή άλλως το παραβιάζουν κατά το δοκούν σε όλα τα άρθρα που αφορούν στο πολιτικό σύστημα,; Όταν συζητείται η προσαγωγή στη δικαιοσύνη πολιτικών που έχουν αδικοπραγήσει εις βάρος της κοινωνίας, το επιχείρημα που προβάλλουν είναι ότι έτσι ποινικοποιείται η πολιτική ζωή. Εάν λοιπόν αυτό είναι κακό για την πολιτική, γιατί να μην είναι κακό και για την κοινωνική ζωή; Γιατί να διώκεται ο παρανομών πολίτης στην κοινωνική του ζωή; Τι το ιδιαίτερο έχει η πολιτική ζωή ώστε να επιτρέπεται και μάλιστα να επιβραβεύεται η αξιόποινη συμπεριφορά; Ο Αριστοτέλης, αλλά και ο Πολύβιος μας μεταφέρουν την πληροφορία ότι τα πολιτικά αδικήματα τιμωρούνται αυστηρότερα στη δημοκρατία διότι δεν προσμετράται μόνο το είδος του αδικήματος αλλά και ο αριθμός των βλαπτομένων. Το πολιτικό αδίκημα βλάπτει πολλούς, το σύνολο. Σημειώνω δε ότι στη δημοκρατία τιμωρείται τόσο ο παρανόμων πολιτικός (ο κλέφτης, ο ευνοών τινά εις βάρος άλλου κλπ) όσο και ο πολιτικός που με τις πολιτικές του (ή με τις συμβουλές του) βλάπτει το κοινωνικό σύνολο. Συνάγεται λοιπόν, από τις πολλαπλές πρόνοιες ασυλίας ή από τα επιχειρήματα κατά της υποβολής του πολιτικού στη δικαιοσύνη, ο βαθιά ολιγαρχικός χαρακτήρας του πολιτεύματος. Χρειάζεται μια ακόμη επισήμανση. Το σύστημα ασυλίας των Ελλήνων πολιτικών ξεπερνάει ακόμη και εκείνο των τριτοκοσμικών χωρών, προσομοιάζει σε σύστημα μαφιόζων, παραπέμπει σε ολιγαρχικές συμμορίες.

     Η γενική αυτή επισήμανση που χαρακτηρίζει το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό της χώρας, παίρνει διαστάσεις πρόκλησης στο κοινό αίσθημα όταν παρατηρεί κανείς πώς διαχειρίστηκαν την ευθύνη τους για την κρίση. Όχι μόνο μας απείλησαν με αιματοχυσία (με μακελειό!) εάν αγγιχθούν οι κορυφαίοι υπεύθυνοι της καταστροφής, αλλά και φρόντισαν να παραπεμφθούν στις καλένδες όλα τα μεγάλα σκάνδαλα που συγκλόνισαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Όταν κάποιος γνωρίζει ότι είναι τοποθετημένος στο απυρόβλητο θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται ως κακοποιός. Η ανάκληση των αποφάσεων για την παραγραφή των σκανδάλων, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάταξη της πολιτικής ζωής και για την δημιουργία μιας μικρής ελπίδας για την κοινωνία. Πολλώ μάλλον αφού, εν αντιθέσει προς τις άλλες χώρες, που η κρίση έπληξε τον τραπεζικό τομέα, στην Ελλάδα η κρίση προϋποθέτει την άρση των πολιτικών αιτιών που την προκάλεσαν, δηλαδή την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με πρώτη πράξη, την υπέρβαση της κομματοκρατίας. Το πολιτικό σύστημα δεν θα αλλάξει ούτε και οι πολιτικές επιλογές του πολιτικού προσωπικού, εάν δεν εξαναγκασθεί και, επομένως, εάν δεν πονέσει, εάν με απλούστερη διατύπωση, δεν εκκαθαρισθεί η κόπρος του Αυγείου.

Ποια η διαφορά μεταξύ Ελληνικού κράτους και Ελληνικού Έθνους; Λειτουργούν σήμερα αυτές οι δύο έννοιες σε συνάφεια ή σε αντιδιαστολή;

     Το Ελληνικό κράτος είναι, όπως προείπα, εντελώς αναντίστοιχο με τον πολιτικό πολιτισμό του ελληνικού έθνους. Το κράτος αυτό το γνώρισε ο Ελληνικός κόσμος την εποχή πριν από τον Σόλωνα. Έκτοτε πραγματοποίησε μια κοσμοϊστορική ανθρωποκεντρική διαδρομή με πολυσήμαντες διαστάσεις ελευθερίας, τις οποίες ο νεότερος κόσμος απέχει πολύ από του να τις προσεγγίσει. Σήμερα, οι Έλληνες έχουμε εθιστεί στην ιδέα της υποτέλειας και της αντίληψης ότι το παρελθόν αυτό αποτελεί βάρος ασήκωτο και απεχθές, που αξίζει να το αφήσουμε πίσω μας. Επιμένω ότι η Ελληνική κοινωνία θα επανεύρει τον βηματισμό της εάν ανακτήσει την ιστορία της, εάν αποκτήσει αυτοεκτίμηση, εάν συνειδητοποιήσει ότι η θέση της δεν είναι στην ιδιώτευση και στο περιθώριο, αλλά στην πολιτεία. Όσο αποδέχεται να βηματίζει με τα στενά πολιτειακά υποδήματα της μόλις μετα-φεουδαλικής νεοτερικότητας, τόσο θα τρελαίνεται, ζαλισμένη και ανήμπορη, έρμαιο των εσωτερικών και των εξωτερικών της κατακτητών. Τόσο, συνακόλουθα, θα φθίνει μέσα στις κακουχίες και στην απαξίωση. Πρέπει να αντιληφθεί ότι ούτε αυτή ούτε το παρελθόν της αποτελούν την αιτία των δεινών της, αλλά το ξένο προς αυτήν μετα-φεουδαλικό κράτος έθνος. Αυτό αποδομεί την συλλογικότητά της και επιτρέπει στο πολιτικό προσωπικό να ορίζει ως δημόσιες πολιτικές την πελατειακή εκτροπή και την ιδιοποίηση του κράτους. Με απλούστερη διατύπωση, το διακύβευμα για την Ελληνική κοινωνία είναι να ανασυγκοληθεί το κράτος/σύστημα με αυτήν, το οποίο για να γίνει πρέπει να αξιώσει να οδηγηθεί από το έθνος του κράτους στο έθνος της κοινωνίας, από τη θέση του υπηκόου στη θέση του πολίτη, εταίρου της πολιτείας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του.

Μιλούν διεθνώς οι πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές για το «Ελληνικό Πρόβλημα». Δεν υπάρχει αντιστοιχία της κατάστασης σε άλλες χώρες ή άλλες εποχές;

     Προφανώς και δεν υπάρχει αντιστοιχία. Στη Δύση η κρίση συνέβη επειδή διερράγη η ισορροπία μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγορών, λόγω του οι φορείς των τελευταίων έθεσαν σε ομηρία την πολιτική τάξη. Οι αγορές, έχοντας οικειοποιηθεί την πολιτική κυριαρχία, επέβαλαν την αυτορρύθμιση, η οποία οδήγησε στην απορρύθμιση. Απέμενε, ωστόσο, το κράτος να λάβει τα θεμελιώδη μέτρα για μια νέα ρύθμιση της λειτουργίας των αγορών. Δεν άλλαξαν το σκοπό της πολιτικής, που είναι το συμφέρον των αγορών και όχι της κοινωνίας. Όμως, το σύστημα λειτουργεί, τείνοντας προς μια κανονιστική εξισορρόπηση της λειτουργίας των αγορών. Στην Ελλάδα, η διάρρηξη της ισορροπίας αποτελεί την σταθερά, όχι λόγω των αγορών, αλλά της κομματοκρατίας. Συνεπάγεται, επομένως, τη διόρθωση του κράτους και κυριολεκτικά από την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει ο διαχειριστής της πολιτικής να αρνηθεί τον εαυτό του. Εξού και η κατάσταση γίνεται αδιέξοδη. Έριξαν τη χώρα στα δίχτυα της διεθνούς των αγορών για να αποφύγουν την αλλαγή, όχι γιατί ήταν αναγκαίο. Μας υπέβαλλαν σε μια επαχθή, όσο και ταπεινωτική εξωτερική κατοχή για να διατηρήσουν ανέπαφη τη δική τους απεχθή κατοχή. Επιλέγουν την καταστροφή της χώρας αντί της έμπρακτης μεταμέλειας που θα αποκαθιστούσε τη νομιμοποίησή τους. Ακόμη και τώρα, παρατηρούμε ότι ο πολιτικός διάλογος γίνεται για τους όρους της μεταφοράς του ελληνικού προβλήματος στην Ευρώπη και όχι υπό το πρίσμα της ανασυγκρότησης της χώρας. Η ιδιαιτερότητα αυτή εξηγεί το βάθος και το μάκρος της κρίσης, αυτό που λέμε Ελληνικό αδιέξοδο.

«Άκου, βλέπε, αλλά μη σωπαίνεις» αποτελεί την πάγια προτροπή σας. Τι έχετε να συστήσετε στον σύγχρονο πολίτη αυτής της χώρας και ειδικότερα στους νέους που υφίστανται βαρείς τις συνέπειες λανθασμένων πολιτικών;

     Να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Να πάψουν να θεωρούν αυτονόητη την εκχώρηση στους άλλους αυτού που τους ανήκει, δηλαδή της πολιτικής αρμοδιότητας. Να αξιώσουν τη χειραφέτησή τους, να είναι αυτοί που θα διαμορφώνουν τη συλλογική τους μοίρα. Να πάψουν να ελπίζουν στην εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Να αντιληφθούν ότι η κοινωνία, δηλαδή αυτοί οι ίδιοι, είναι η αιτία της ύπαρξης της πολιτικής, των αγορών, και όχι το αντίθετο. Να πάψουν να διαδηλώνουν προκειμένου να πείσουν ή να αναγκάσουν την πολιτική εξουσία να πολιτευθεί όπως οφείλει προς το συμφέρον τους, και να αξιώσουν την είσοδό τους στην πολιτεία. Να μεταλλαχθούν, από υπήκοοι σε πολίτες εταίρους του πολιτικού συστήματος. Να διατυπώσουν ένα νέο πολιτικό πρόταγμα, που θα μεταφέρει τη χώρα στο μέλλον, με πρόσημο την αντιπροσώπευση. Να τελειώνουν με την ιδεολογική απάτη του διαφωτισμού, που στοχεύει στην τύφλωσή μας. Το μέλλον στο οποίο έχει εισέλθει ήδη ο κόσμος δεν μπορεί να προσεγγισθεί επωφελεία της κοινωνίας με θεσμούς και αξίες του 18ου αιώνα.

Η «Ακαδημία των Πολιτών» στοχεύει στη διάχυση της γνώσης αδιακρίτως σε κάθε πολίτη που έχει αναζητήσεις. Είναι η γνώση στοιχείο εναντίωσης στη μίζερη αντιμετώπιση των διογκωμένων προβλημάτων; Τι είναι τελικά «γνώση»;

     Πρέπει νομίζω να διακρίνουμε την γνώση που βοηθάει την ένταξη και την ευδοκίμηση του ατόμου στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι και, φυσικά, καλλιεργεί την πνευματική του περιέργεια, από τη γνώση που συγκροτεί την θητεία του στο κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον. Σε ότι αφορά στην τελευταία, οφείλουμε να έχουμε κατά νουν ότι αποκτάται όχι στα θρανία, αλλά στον στίβο της ανάγκης. Εάν μας ενδιαφέρει ο πολίτης να μάθει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από το συγκεκριμένο πολίτευμα, αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά ιδίως στη νομιμοποίησή του. Πρέπει να αποδεχθούμε όμως ότι η παιδεία αυτή έχει ή μπορεί να έχει έναν περιοριστικό της σκέψης και από μια άποψη βαθιά συντηρητικό χαρακτήρα. Τη συμμόρφωση δηλαδή του ατόμου στο σύστημα. Αυτό καθεαυτό το εγχείρημα δεν είναι κακό. Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι σε ποιό σύστημα αφορά. Εάν, για παράδειγμα, εκπαιδεύουμε τους νέους στην ιδέα ότι το παρόν σύστημα είναι δημοκρατικό, ενώ δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό, τους λέμε ψέματα, τους απομακρύνουμε από τη δημιουργική σκέψη, εμποτίζοντάς τους με ιδεολογικά αδιέξοδα. Με άλλα λόγια, πείθοντάς τους ότι το παρόν σύστημα είναι δημοκρατικό, οδηγούμε τη σκέψη τους σε μια αδιέξοδη στασιμότητα. Εάν αντιθέτως, τους διδάξουμε τί πραγματικά είναι η αντιπροσώπευση και η δημοκρατία, θα υποβληθούν στο διαλογισμό για την κατανόηση και την αξιολόγηση του παρόντος και των προβλημάτων που ανακύπτουν, για την αναζήτηση λύσεων πέραν από το υπαρκτό σύστημα, στη σκέψη μήπως η μετάβαση στην αντιπροσώπευση ή στη δημοκρατία δημιουργεί μια νέα ελπίδα. Ας μην ξεχνάμε ότι το αδιέξοδο της σκέψης, η πολιτική αδυναμία στην οποία έχει υποβληθεί το άτομο και η κοινωνία, σήμερα, η ανατροπή των συσχετισμών, που οφείλεται στην εμμονή σε μαυσωλειακού τύπου αντιλήψεις που παρήγαγε η εποχή της δυτικής μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, βρίσκεται στη βάση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς και εντέλει της βίας. Ανάλογα ισχύουν με όλες τις έννοιες που αποτελούν τη βάση της πολιτικής μας παιδείας. Τι θα διδάξουμε για το έθνος, την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, το διακρατικό περιβάλλον; Η ερώτηση, επομένως, τελεί υπό την προϋπόθεση του τι θα διδάξουμε και, περαιτέρω, τι πολίτη, δηλαδή τι κοινωνία και πολιτικό σύστημα θέλουμε. Σε κάθε περίπτωση, διδάσκοντας την αλήθεια, απελευθερώνουμε το άτομο από τα δεσμά της διατεταγμένης ιδεολογίας. Η αλήθεια είναι ουσιωδώς προοδευτική. Αντιθέτως, η ιδεολογία είναι φύσει συντηρητική, αφού κατατείνει στη δέσμευση του νου και των επιλογών του ανθρώπου. Προφανώς, η γνώση της αληθούς σημασίας των εννοιών, δεν εμποδίζει την επιλογή. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι την εναρμονίζει με την δική μας ελευθερία.

Τι συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη;

     Η πολιτική Ευρώπη αλλάζει δραματικά τα τελευταία τρία χρόνια. Η Γερμανία, αφού μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού διαμόρφωσε τον ευρύτερο ζωτικό οικονομικό της χώρο, τώρα ολοκληρώνει την στρατηγική της ηγεμονία στο πλαίσιο του σκληρού πυρήνα της πολιτικής Ευρώπης. Με όχημα το ευρώ, έχει ουσιαστικά θεσμοθετήσει το συμφέρον των αγορών ως σκοπό της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στραγγαλίζοντας και υποτάσσοντας την περίμετρο της ευρωζώνης. Τόσο στην Ε.Ε. όσο και στη Δύση, αλλά και στον κόσμο, κυριαρχεί η αρχή της ενιαίας σκέψης, σε δυο καίρια πεδία: στο πολιτικό σύστημα και στις πολιτικές. Κοινός τόπος, η διατήρηση του πολιτικού συστήματος, που αποδίδει την πρώιμη μετα-φεουδαλική εποχή της ολιγαρχικής πολιτείας, και η ολική έφοδος της διεθνούς των αγορών που στην Ευρώπη συμπλέκεται με την γερμανική ηγεμονική βούληση. Η ολιγαρχία των αγορών, έχοντας εγκατασταθεί στο μέλλον, έχει επιβάλλει μια άνευ προηγουμένου ανατροπή των κοινωνικών κατακτήσεων, με πρόσημο την εξαθλίωση. Στο βάθος όμως η ισχύς των αγορών οφείλεται όχι στην παντοδυναμία τους αυτή καθεαυτή, αλλά στην εμμονή της νεοτερικότητας να στοχάζεται για την πολιτεία, για τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής με βάση τις θεσμικές και αξιακές παραμέτρους του 18ου αιώνα. Γι’ αυτό και εκτιμώ ότι η συντριβή των κοινωνιών θα συνεχισθεί, έως τη στιγμή που θα διαρρήξουν της σχέση τους με την ιδεολογία της ενιαίας σκέψης και διαλογισθούν για την πολιτική, το πολιτικό σύστημα και το κράτος με τους όρους του μέλλοντος. Η δύναμη της κοινωνίας των πολιτών γίνεται εκρηκτική και ανυπέρβλητη, αρκεί να τοποθετηθεί στο φυσικό της περιβάλλον, δηλαδή να θεσμοθετηθεί ως οργανική συνιστώσα της πολιτείας.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα @…τύπως - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-03-13


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: