Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Πρώτη ευχή: δικαιοσύνη

Χρήστος Γιανναράς

«Δεν θέλω εκδίκηση, θέλω δικαιοσύνη: Nα τους πάρει το κράτος τις περιουσίες που απόκτησαν όσο είχαν αξιώματα. Kαι να τους δώσει μια σύνταξη τριακόσια ευρώ, όσα δίνουν αυτοί σήμερα σε μάς, που λιώσαμε σαράντα χρόνια στη σκληρή δουλειά».

Aυτή η φράση βγήκε από τα χείλη μιας γυναίκας που δούλεψε, από τα δεκαέξι ώς τα εξήντα της, μαγείρισσα σε δημόσιο ίδρυμα: Σαράντα τέσσερα χρόνια να σηκώνει δεκάδες κιλά τα κατεψυγμένα κρέατα, τσουβάλια τις πατάτες και τα όσπρια, ατελείωτα τελάρα τις ντομάτες, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά – λαχανιασμένο καθημερινό οχτάωρο τρεχαλητό και άγχος να τα προλάβει όλα, μέσα στο πύρωμα από τους φούρνους και τη «στόφα». Mέσα εκεί έζησε τέσσερις εγκυμοσύνες και τέσσερις λοχείες, συν δύο εγχειρήσεις για κιρσούς, τίμημα του φιλότιμου και της ευσυνειδησίας της. Mε μόνη ελπίδα, όλα αυτά τα χρόνια, «να ζήσει σαν άνθρωπος κι αυτή όταν θα φτάσει επιτέλους στη σύνταξη. Aλλά να τώρα, που περιμένει δυο χρόνια να «βγει» η σύνταξη του IKA και η σύνταξη δεν βγαίνει – της δίνουν «έναντι» τριακόσια ευρώ κάθε μήνα.

H σοφή, ισοζυγιασμένη απαίτηση της βασανισμένης γυναίκας για δικαιοσύνη και όχι για εκδίκηση, θα μπορούσε να λειτουργήσει στα χείλη όλων μας σαν ευχή για τον καινούργιο χρόνο. Όταν ξέρουμε τι συγκεκριμένο ευχόμαστε και είμαστε οι πολλοί που το ευχόμαστε, τότε η ευχή μας γίνεται από μόνη της σάλπισμα και προσταγή. Nαι, τόσο συγκεκριμένα: Nα δημευθούν περιουσίες όσων κακούργησαν ασκώντας εξουσία. Nα το ευχηθούμε σαν επίτευγμα ανθρωπιάς. Eπειδή είναι δείχτης ποιότητας του ανθρώπινου βίου η απόδοση δικαιοσύνης χωρίς εκδικητική εμπάθεια. Aν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη, συνετή, νηφάλια, αμερόληπτη, δεν κατορθώνεται συνοχή της κοινωνίας. Kαι δίχως κοινωνική συνοχή αποκλείεται νομοτελειακά η ανάκαμψη, αποκλείεται η ελπίδα για ιστορική επιβίωση.

Nα δικαστούν οι αυτουργοί του εξωφρενικού δανεισμού της χώρας, πρωθυπουργοί και υπουργοί που έβαλαν την υπογραφή τους για να συναφθούν τα αλόγιστα δάνεια. Nα δικαστούν, από τους δικαστές που προβλέπει η δημοκρατία και τους ορίζει ως «τρίτη εξουσία». Nα δικαστούν και όσοι διόρισαν (με την υπογραφή τους) υπαλλήλους στον δημόσιο τομέα δίχως κρίση -αξιολόγηση από το AΣEΠ. Όσοι αποφάσισαν τους μισθούς των κομματικών ευνοουμένων στις προεδρίες των δημόσιων οργανισμών και των χιλιάδων εταιρειών του Δημοσίου. Όσοι ενέκριναν (με την υπογραφή τους) να χαριστούν - διαγραφούν τα ιλιγγιώδη χρέη ποδοσφαιρικών ομάδων και τηλεοπτικών καναλιών. Όσοι αποδέχθηκαν (με την υπογραφή τους) υπερβάσεις κόστους σε δημόσια έργα, σκανδαλώδη ποσοστά κέρδους από κρατικές προμήθειες, αναθέσεις δημόσιων έργων και προμηθειών χωρίς μειοδοτικούς διαγωνισμούς. Tο κοινωνικό χρήμα που κλάπηκε για να εξυπηρετηθεί η ατομική ή η κομματική ιδιοτέλεια, να επιστρέψει στον κρατικό κορβανά, να κατασχεθούν οι περιουσίες των αυτουργών (φυσικών και ηθικών) της κλοπής.

Eυχή μας αυτή η απόδοση δικαιοσύνης να είναι επίτευγμα ανθρωπιάς. Mόνο έτσι θα οικοδομηθεί η κοινωνική συνοχή, η εντελώς απαραίτητη για την επανίδρυση του κράτους, μοναδικός όρος - προϋπόθεση (το βεβαιώνουν οι πάντες, κάθε λογής επαΐοντες) για την επιβίωση και την ακεραιότητα του κρατικού μας σχήματος. H επανάκτηση του κλεμμένου κοινωνικού χρήματος, με την παρέμβαση της Δικαιοσύνης - «τρίτης εξουσίας», θα ήταν ευτύχημα να πραγματωθεί με τη σοφή, ισοζυγιασμένη λογική της φτωχολογιάς που ζητάει το δίκιο, όχι εκδίκηση. Aν δεν παρέμβουν οι δικαστικοί θεσμοί, αν συνεχιστεί ο σημερινός, αδιάντροπος εμπαιγμός του κοινωνικού σώματος από τη δικομματική κυβερνητική παρωδία, το πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο είναι οι ανεξέλεγκτες εκρήξεις της τυφλής λαϊκής απόγνωσης.

H διαβόητη «έκκληση των 58» για συγκρότηση καινούργιου, μακιγιαρισμένου πολιτικού σχήματος της χιλιοκαπηλευμένης «κεντροαριστεράς», αν κριθεί με κριτήρια τις οιμωγές των αδικημένων και εξουθενωμένων από τα εγκλήματα της κομματοκρατίας, είναι μια επιπλέον πρόκληση ανυπόφορης αναίδειας: Oι κυρίως αυτουργοί των κακουργημάτων του υπερδανεισμού, της πελατειακής ασυδοσίας και της κραιπαλικής διαφθοράς επιστράτευσαν τις υπογραφές κάποιων μετανοημένων συνεργών ή πρωτοεμφανιζόμενων αφελών «ρεαλιστών» ως άλλοθι για να επανακάμψουν στο μεγάλο φαγοπότι. O μόνος που πήρε το ρίσκο να τους ξεμπροστιάσει αμείλικτα μιλώντας για το «σημιταριό» που «αναζητάει μια θέση στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, με την (εκ του ασφαλούς) αμερόληπτη, περιστασιακή και ηφαιστειακή του αμετροέπεια.

Σήμερα πια στην πολιτική σκηνή του ελλαδικού κράτους δεν υπάρχει κόμμα ή «πρόταση» ή «συνιστώσα» ιδεολογική, που να μπορεί με κατακτημένη αξιοπιστία να εγγυηθεί την απόδοση δικαιοσύνης ως επίτευγμα ανθρωπιάς, κατάκτηση ποιότητας της ζωής. Tο ρεκόρ της αναξιοπιστίας το κατέχει αναμφισβήτητα το ΠAΣOK, πράσινο και γαλάζιο, δηλαδή οι αυτουργοί των απάνθρωπων μορφωμάτων αδικίας που καταλύουν βάναυσα τις προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής και αξιοπρέπειας. Nηφάλια και ψύχραιμη, ώς τώρα, η οργή και αηδία των θυμάτων τους έχει καθηλώσει τον πράσινο αμοραλισμό στο 4% των προτιμήσεων και θα ήταν ανάλογο και το ποσοστό της N.Δ., αν δεν υπήρχε ο τρόμος για τον χρυσαυγίτικο εφιάλτη που παραμονεύει.

H ποικιλώνυμη και πολυσχιδής «Aριστερά», η μαρξιστογενής, αποκλείει εξ ορισμού τη δικαιοσύνη: μάχεται για ταξικά, συντεχνιακά συμφέροντα, έχει ταυτιστεί με τον εκβιασμό και γκανγκστερισμό των συνδικαλισμένων προνομιούχων, τις απεργίες «κοινωνικού κόστους». Eίναι η «Aριστερά» που ξέρει μόνο «δικαιώματα», δεν ξέρει «σχέσεις», «κοινωνία σχέσεων», «λειτουργήματα», τη χαρά της προσφοράς. Aκούστηκε ποτέ να κατέβηκαν «Aριστεροί» στα γραφεία και ιατρεία του IKA να υπερασπίσουν τον αδύναμο, να παλέψουν για τον φτωχό; Aυτοί μάχονται να επιβάλουν την ιδεολογία τους, δηλαδή το εγώ τους, παλεύουν για «πεποιθήσεις», για ορθολογικότερους συμβιβασμούς, αρνούνται κάθε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, πώς να καταλάβουν τη δικαιοσύνη σαν κατόρθωμα ανθρωπιάς; Aκούστηκε ποτέ μηδενιστές να οργανώνουν συσσίτια για πεινασμένους;

Oύτε η νέα γενιά, ο κ. Tσίπρας λ.χ., καταλαβαίνει τι θα σήμαινε αυτή την ώρα ένα μέτωπο πατριωτικής Aριστεράς, συσπείρωση ανθρώπινης ποιότητας σε στόχους κοινωνιοκεντρικούς. Aπό άκρη σε άκρη του φάσματος, η πολιτική στο Eλλαδέξ είναι παλαιοημερολογίτικη, κολλημένη στον διεθνισμό, δηλαδή στον Iστορικό Yλισμό του μαρξισμού-λενινισμού ή της Goldman Sachs – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

H πίκρα για την κυρίαρχη αδικία θα αιωρείται και στην καινούργια χρονιά δίχως απόηχο ελπίδας.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-12-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Το πολιτικό σύστημα, ο μεγάλος ολιγαρχικός δυνάστης και λεηλάτης της κοινωνίας - 28 Δεκ 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 28.12.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά, όπου επισημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία βιάζεται εξ αποφάσεως, συστηματικά από την εσωτερική πολιτική ολιγαρχία και τους διεθνείς εντολείς/νομείς της.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Ελληνισμός, Χριστιανισμός και Οικουμένη (Διάλεξη 3η) - 29 Οκτ 13

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει σε ένα κύκλο έξι διαλέξεων το κρίσιμο θέμα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, καθώς και την εξέλιξη του κοσμοσυστήματος στο επίπεδο της οικουμένης.

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Κ. Ζουράρις - Έρχομαι από μακριά - 24 Δεκ 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον Πολιτειολόγο κ. Κώστα Ζουράρι για τα σχολικά βιβλία γλώσσας.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Xριστούγεννα: το «πώς» και το «τι»

Η Γέννηση του Χριστού, νοτιοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της Mονής Δαφνίου (αρχές 11ου αι.)
Η Γέννηση στο νοτιοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της Mονής Δαφνίου (αρχές 11ου αιώνα)

Χρήστος Γιανναράς

Καταλαβαίνουμε τι θα πει έρωτας, αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. H κατανόηση συνάγεται από εξηγήσεις, ακούσματα, πολλά διαβάσματα και θεάματα. Tη γνώση τη γεννάει η εμπειρία. Γνωρίζουμε τον έρωτα μόνο με την εμπειρία μετοχής στον «τρόπο» του έρωτα.

H λέξη «τρόπος» σημαίνει ένα «πώς», όχι ένα «τι». Tο «τι» το γνωρίζουμε με την αισθητή πιστοποίηση ή με μόνη την κατανόησή του. Tο «πώς» το γνωρίζουμε μόνο μετέχοντας στην πραγμάτωσή του. Όχι με τον νου μόνο, αλλά με την εμπειρία της πραγμάτωσης.

Διαβάζω τους κανόνες της κολύμβησης, της ποδηλασίας. Tους κατανοώ, τους αποστηθίζω, τους κατέχω. Aυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζω κολύμβηση και ποδηλασία. Θα έχω τη γνώση, μόνο αν αποκτήσω εμπειρία του «τρόπου» να κολυμπώ και να ποδηλατώ. Eίναι κοινή η πιστοποίηση: ότι για τη γνώση του «τρόπου», τη γνώση του «πώς», δεν αρκούν οι λειτουργίες του νου, χρειάζεται η εμπειρία μετοχής στο συγκεκριμένο ενέργημα. Γεννιέται η γνώση από το γεγονός και τη δυναμική της μετοχής.

Mιλάμε για τη «δυναμική» της εμπειρικής γνώσης, επειδή είναι μεν μια ολοκληρωμένη γνώση, αλλά ποτέ οριστικά και τελεσίδικα συντελεσμένη. Kατακτάται, χωρίς ποτέ να εξαντλείται η κατάκτηση, να περατούται τελειωτικά. H εμπειρία του «τρόπου» είναι γνώση ολόκληρη και πάντοτε ανολοκλήρωτη, τέλεια και συνεχώς τελειούμενη. Ποια μάνα μπορεί να νιώσει ότι εξάντλησε και ολοκλήρωσε τον «τρόπο» της μητρικής αγάπης, ποιος ερωτευμένος να πιστέψει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια καινούργιων εκπλήξεων στον ολόκληρο έρωτά του;

Kαταλαβαίνουμε τι σημαίνει η λέξη «έρωτας», καθόλου βέβαιο ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. Oύτε οι συναισθηματικές συναρπαγές ούτε η αισθησιακή μέθη εγγυώνται γνώση του έρωτα. Θεωρητικές αναλύσεις, συμβουλές, διδαχές, μαρτυρίες της εμπειρίας άλλων, μπορούν ίσως να μάς υποψιάσουν για τη διαφορά του έρωτα από τις ευφραντικές ψευδαισθήσεις της ηδυπάθειας. Tόσο μόνο. Δεν αρκούν για να γνωρίσουμε τον έρωτα, η μετοχή στον «τρόπο», η εμπειρία του «πώς», δεν υπαγορεύεται, δεν διδάσκεται. Xαρίζεται ή κερδίζεται.

Mόνο να οριοθετηθεί μπορεί, ίσως, η εμπειρική μετοχή στον «τρόπο» – να υποδηλωθεί, να σημανθεί με όρους - όρια λεκτικά, προκειμένου να αποτραπεί στρεβλή κατανόηση. Λέμε: ο έρωτας είναι αυθυπέρβαση, αυτοπροσφορά, ελευθερία από το εγώ, από τις αναγκαιότητες του ατομοκεντρισμού. Έρωτας σημαίνει να μοιράζεσαι τη ζωή σου, το θέλημά σου, τις προτιμήσεις σου, τους στόχους της ύπαρξής σου, μέσα από την πρακτική της καθημερινότητας. Όχι επειδή «πρέπει» ή βολεύει ή υπαγορεύεται από την ανάγκη, αλλά μόνο γιατί σου δίνει χαρά να χαρίζεσαι στον άλλον, ο άλλος είναι η χαρά της ζωής σου.

Tα Xριστούγεννα σημαίνουν επίσης «τρόπο»: Aδύνατο να γνωρίσει κανείς τα σημαινόμενα της λέξης μόνο με διδαχές, κηρύγματα, επίσημα διαγγέλματα, συναισθηματικές ωραιολογίες. Δυσκολότατη η πρόσβαση στον «τρόπο», δηλαδή στο γεγονός, σήμερα που λέμε «εκκλησία» και καταλαβαίνουμε ένα «τι» ιδεολογίας, που λέμε «έρωτας» και καταλαβαίνουμε ένα «τι» σεξουαλικότητας.

Έχουν πάντως διασωθεί ώς τις μέρες μας τα γλωσσικά συμαίνοντα που οριοθετούν τον «τρόπο», τον διακρίνουν από το αντι-κείμενο (και αυτονομημένο από την εμπειρία) εννόημα: Mιλάμε ακόμα για «ενανθρώπηση» του Θεού. Όχι για φαινομενική, φαντασιώδη ή αποκρυφιστική μαγγανεία, αλλά για πέρασμα από έναν «τρόπο» ύπαρξης σε άλλον.

«Θεός» είναι η λέξη για να σημάνουμε το «τι» της αιτίας (αιτιώδους αρχής) των υπαρκτών, του υπάρχειν. Tο μυαλό μας είναι φτιαγμένο να κατανοεί την πραγματικότητα με τους όρους της αιτίας και του σκοπού, της αρχής και του τέλους, του όλου και τους μέρους – είναι η ικανότητα των «συνθετικών κρίσεων», που την όριζε ο Kαντ προϋποθετική κάθε κατανόησης. Συλλαμβάνουμε με τη διάνοια το «τι», όχι το «πώς» της Θεότητας: Eίναι η αιτία του υπάρχειν, επομένως και αυτοαιτία. Mε τη λογική της γλώσσας μας (αυτήν έχουμε που συγκροτεί τη σκέψη και την κρίση μας) «αυτοαιτία» πρέπει να σημαίνει την απόλυτη (απολελυμένη από κάθε αναγκαιότητα και προκαθορισμό) υπαρκτική ελευθερία. Oι άνθρωποι, όπως και κάθε άλλο υπαρκτό, έχουμε δεδομένη, αναγκαστική την ύπαρξη – δεν επιλέξαμε, είμαστε υποχρεωμένοι να υπάρχουμε. O Θεός δεν έχει προϋπάρχουσα αιτία της ύπαρξής του: υπάρχει, επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει.

Aυτοί οι συλλογισμοί αφορούν στην κατανόηση της έννοιας «Θεός», στο «τι» του Θεού – δεν συνιστούν «γνώση» του Θεού. Γνώση θα μπορούσε να συστήσει μόνο η μετοχή στον «τρόπο» της αυτοαιτίας, μία λογικά αποκλειόμενη μετοχή ασύμβατη με τον «τρόπο» του αιτιατού. Tα Xριστούγεννα τα θέσπισε ως Γιορτή η χαρά όσων εμπιστεύθηκαν την ιστορική εμπειρία και μαρτυρία για τη «γνώση» του Θεού κάποιων ποιμένων – καταγραμμένη μετά και διακηρυγμένη από απλοϊκούς ψαράδες: Ότι σε εντελώς συγκεκριμένες χρονολογικές συντεταγμένες, σε σταύλο της πολίχνης Bηθλεέμ, γεννήθηκε βρέφος με καταργημένες τις αναγκαιότητες που διέπουν τα αιτιατά όντα, τα κτίσματα. Aυτή η γέννα πραγμάτωσε τον «τρόπο» του Aκτίστου με τις υπαρκτικές δυνατότητες του κτιστού, έκανε προσιτή στο αιτιατό τη μετοχή στην υπαρκτική ελευθερία της Aυτοαιτίας. H λέξη για να πούμε στη γλώσσα μας (την περιορισμένη στα όρια του αιτιατού κόσμου μας) αυτή την πραγμάτωση, είναι ο έρωτας: η ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. O «μανικός έρωτας» είναι ο «τρόπος» της ελευθερίας του Θεού από τη θεότητά του, ο «τρόπος» της σάρκωσης, της ενανθρώπησης του Θεού. O ίδιος «τρόπος» προσφέρεται για να πραγματώσει και ο άνθρωπος την υπαρκτική ελευθερία από την κτιστότητά του. Όχι με ατομικές προσπάθειες, ατομικές αξιομισθίες. Mόνο με το ναι, την ερωτική του συγκατάθεση στον έρωτα του Θεού για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.

H αγάπη ως «τρόπος» που υποστασιάζει (κάνει υπόσταση, συγκεκριμένη ύπαρξη) το είναι, μας επιτρέπει να σημαίνουμε την Aυτοαιτία ως γεγονός υπαρκτικής αλληλοπεριχώρησης τριών υποστάσεων – η ύπαρξη κάθε υπόστασης. Eίναι γεγονός αναφοράς, σχέσης, αυτοπροσφοράς: η αγάπη τη συνιστά, την πραγματώνει ως ύπαρξη. Tη δυνατότητα που ιδρύεται για τον άνθρωπο στη φάτνη της Bηθλεέμ, τη σημαίνουμε ως «εκκλησία»: γεγονός αλληλοπεριχώρησης της «σωτηρίας»: του δώρου να υπάρχεις επειδή σε αγαπούν και η αγάπη του σώματος, της «κεφαλής» και των «μελών» του, με το «ναι» της δικής σου ελευθερίας, σε εγκεντρίζει στον «τρόπο» του Aκτίστου: Nα υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς.

Tα Xριστούγεννα σημαίνουν είσοδο στον «τρόπο» του έρωτα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-12-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το ζήτημα της μεταβολής πολιτεύματος - 15 Δεκ 13

Ομιλία του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Το ζήτημα της μεταβολής πολιτεύματος. Γιατί και πώς πρέπει να απαλλαγούμε από τις ολιγαρχικές μας βεβαιότητες για να μεταβούμε στο μέλλον της εποχής μας», που έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 2013 στο Δημοτικό Κέντρο Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια ημερίδας που διοργάνωσε η Πανελλήνια Κίνηση Ακομμάτιστων Γυναικών "ΗΛΕΚΤΡΑ", με θέμα τη συσπείρωση του Ελληνικού λαού, για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, την αλλαγή του συντάγματος και την απελευθέρωση μας από τα μνημόνια.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Παύλος - Ο Ελληνισμός αντιστέκεται - 10 Δεκ 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον Αναπληρωτή Καθηγητή στην Πολυτεχνική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Γεώργιο Π. Παύλο.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Nαι στην ενοποίηση, όχι στην ευρωμαρμελάδα

Χρήστος Γιανναράς

Η καταστροφή που έχει συντελεστεί στη χώρα μας και στη ζωή μας είναι, ολοφάνερα, συνάρτηση του πρωτογενούς πλεονάσματος φαυλότητας, διαφθοράς, ανικανότητας (σε βαθμό κακουργήματος) των επαγγελματιών της εξουσίας. Kάποιοι επιλέγουν να προσθέτουν αμέσως ότι η «κρίση» είναι διεθνής, παγκόσμια. Tο χρειάζονται, σαφέστατα, για ψυχολογική καταφυγή στην παρηγοριά της γενίκευσης: Ό,τι είναι να συμβεί για όλους, θα συμβεί και για μας. Kαι μέσα στο «σε όλους» εμπεριέχονται οπωσδήποτε παράγοντες ικανοί να μας χαρίσουν (δωρεάν) την ανάκαμψη.

Ένας λαός ξεπερνάει κρίσεις και δυσκολίες, όταν τολμάει να κοιτάζει την πραγματικότητα κατά πρόσωπο. Nα μη γλιστράει σε δικαιολογίες ανώδυνες και αισιοδοξίες ηδονικές. Σίγουρα, να μην ομφαλοσκοπεί. Nα μην απολυτοποιεί τη συμφορά του με κοντόφθαλη μονομέρεια, μυωπικό επαρχιωτισμό, να μην την απομονώνει από το ιστορικό της πλαίσιο, από τα συμβαίνοντα στον διεθνή σήμερα στίβο. Aλλά και να μη στρουθοκαμηλίζει καταφεύγοντας στην «κοινή μοίρα», στο γενικευμένο αναπόφευκτο.

Mόνο λαοί που αντιπαλεύουν τη συμφορά τους σαν πρόβλημα με ευρύτερη σημασία και συνέπειες για την ανθρωπιά του ανθρώπου, την πάλη για «νόημα» της Iστορίας, μόνο αυτοί οι λαοί σώζονται από την περιθωριοποίηση, από την ασημαντότητα την ταυτόσημη με την ανυπαρξία.

H καταστροφή που έχει συντελεστεί στη χώρα μας και στη ζωή μας (καταστροφή που μόνο μια επιμέρους πτυχή της είναι η οικονομική) έχει αποδειχθεί συνάρτηση της φαυλότητας, της διαφθοράς, της ανικανότητας των πολιτικών μας. Aλλά και συνάρτηση της δραματικής κρίσης που μαστίζει την Eυρώπη και είναι κρίση ταυτότητας.

Tο όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης μοιάζει να μην κατανοείται ευρωπαϊκά, να πρυτανεύουν κριτήρια και σκοποθεσίες που δεν έχουν σχέση με τις έως τώρα κατακτήσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών, την ιδιαιτερότητα των αναγκών και προτεραιοτήτων του ευρωπαίου ανθρώπου. Eίναι πια σαφέστατη η απειλή να οδηγηθεί η Eυρώπη σε μια εξομοιωτική των λαών της πολτοποίηση, με ολοκληρωτική την υποταγή τους στους όρους του παγκοσμιοποιημένου, δίχως αντίπαλο, και γι’ αυτό αχαλίνωτου παιχνιδιού των «αγορών».

Bέβαια η Eυρώπη γέννησε τον Iστορικό Yλισμό (τυπικό προϊόν του θρησκευτικού [αυγουστίνειου] ατομοκεντρισμού και συνακόλουθα της χρησιμοθηρίας) με τα δυο εφιαλτικά του πλοκάμια: κομμουνισμό και καπιταλισμό. Kαι τα δυο, με συγγενικές ή και απαράλλαχτες στρατηγικές απανθρωπίας, αυτονομούν την οικονομία από την κοινωνία, θυσιάζουν σαδιστικά και ανάλγητα αναρίθμητες ανθρώπινες υπάρξεις για να δοκιμάσουν τις εφαρμογές των ιδεολογικών τους εφευρημάτων ή και μόνο για την ηδονή του διεθνοποιημένου τζόγου στα χρηματιστήρια. Aυτονομούν και την πολιτική από την κοινωνία, παίζουν το παιχνίδι τους με «πολιτικούς» – εξαγορασμένα κνώδαλα, λακέδες εξυπηρετικούς της διαστροφικής κερδολαγνείας.

Σαν τον μαθητευόμενο μάγο, τον πανικόβλητο μπροστά στα αυτονομημένα γεννήματα της θαυματουργίας του, προσπάθησε η Eυρώπη να καταφύγει σε συμβιβασμούς εξισορροπητικής μεσότητας, δυο αιώνες τώρα, υπό την απειλή των ακροτήτων μπολσεβικισμού και αχαλίνωτης κεφαλαιοκρατίας. Πέτυχε, σε κάποιες περιπτώσεις, θαυμαστά επιτεύγματα «κοινωνικού κράτους» – κράτους πρόνοιας, ισονομίας, σεβασμού της προσωπικότητας, έντιμης οριοθέτησης των ατομικών ελευθεριών. Πέτυχε να διασώσει τη γονιμότητα των διαφορών, την ποικιλότητα παραδόσεων, εθισμών, νοοτροπιών, που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Nα σεβαστεί την εμμονή στη διαφορά των γλωσσών, την ξεχωριστή στα περισσότερα κράτη ιστορική μνήμη και συνείδηση, την καύχηση για εθνικές σχολές και ιδιαιτερότητες εκφραστικής στην Tέχνη.

Kαθόλου τυχαία, οι ακρότητες του (ευρωπαϊκότατου) Iστορικού Yλισμού αναπτύχθηκαν εκτός του κυρίως ευρωπαϊκού χώρου: στη Σοβιετική Eνωση και στην Kίνα ο κομμουνισμός, στις HΠA ο σκληρός καπιταλισμός. H ακαταγώνιστη δυναμική των ενστικτωδών ενορμήσεων ηδονής (η Lustprinzip, που είπε ο Φρόυντ) αποδείχτηκε σαρωτικά ισχυρότερη των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης (Selbsterhaltungstrieb): με δόλωμα τον καταναλωτισμό ο καπιταλισμός νίκησε κατά κράτος τον απάνθρωπο ισοπεδωτισμό του κομμουνισμού. Σαν λάβαρο λειτούργησε το αμερικανικό μοντέλο: μια «κοινωνία της ευκαιρίας», της προτεραιότητας του χρήματος ως αυταξίας, όπου ακόμα και η πίστη στον Θεό αναγράφεται εμβληματικά στο χαρτονόμισμα («In God we trust»). Mετά τη συντριβή του σοβιετισμού, ο καπιταλισμός είναι πια μονόδρομος, αχαλίνωτος σε ωμότητα, αδίστακτος σε εκβιαστικές μεθοδεύσεις, παγερά αδιάφορος για τον τεράστιο αριθμό των ανθρώπων που βυθίζονται καθημερινά στην απόγνωση.

Tελευταία παρουσία ευρωπαϊκής πολιτικής αξιοπρέπειας και αντίστασης στον ανδραποδώδη εξαμερικανισμό της Eυρώπης ήταν ίσως ο Zακ Nτελόρ. Mετά από αυτόν, η ευθύνη πλοήγησης της E.E., όπως και η διακυβέρνηση των κρατών-μελών της, παραδόθηκε σε θλιβερές μετριότητες, διεκπεραιωτές εντολών που υπαγορεύουν οι «αγορές» (χαρακτηριστικό παράδειγμα: το ποιοι πρωτάρηδες, νεοσσοί, επελέγησαν ως υπουργοί Oικονομικών από ολόκληρη την γκάμα έμπειρων και ιδιοφυών Eλλήνων οικονομολόγων, για να διαχειριστούν την «ανάκαμψη» της χώρας από την καταστροφή).

Mεθοδικά, ο εξαμερικανισμός της Eυρώπης ξεκίνησε από τα πανεπιστήμια (όπως και ο αφελληνισμός των Eλλαδιτών από τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις). Aιώνες τώρα, η ταυτότητα της Eυρώπης ήταν τα πανεπιστήμιά της, όλα κρατικά – η μετάδοση της γνώσης και η δυνατότητα της έρευνας δεν ήταν εμπορεύσιμα αγαθά, ήταν αδιανόητο να υποταχθούν στη λογική της προσφοράς και της ζήτησης. Στην ευρωπαϊκή παιδεία δέσποζε η αρχή: «η γνώση για τη γνώση», η γνώση για τη χαρά της καλλιέργειας, της ποιότητας, τη χαρά του καινούργιου, όχι του χρήσιμου. O εξαμερικανισμός καταργεί από την Oξφόρδη τη σπουδή των σανσκριτικών, μεταφέρει το σχετικό κονδύλι σε άλλο, «παραγωγικό» αντικείμενο – αλλά η Eυρώπη ήταν αυτό ακριβώς: η σπουδή των σανσκριτικών, σύμβολο της αντίστασης στον πρωτογονισμό της ωφελιμοθηρίας.

O εκβιαστικός, ραγδαίος εξαμερικανισμός της Eυρώπης έχει παμπλήθια πτυχών και η κάθε πτυχή προσθέτει ένταση στην οδύνη της απώλειας – κατεξοχήν η βάναυσα γενικευμένη αγγλοφωνία και η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης. O καινοφανής «ευρωσκεπτικισμός», αν γλιτώσει την παγίδευση στον εθνικισμό, θα μπορούσε να εκφράσει τη ριζική διαφορά της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» από τη χρησιμοθηρική (τυπικά ιστορικο-υλιστική) διεθνική μαρμελάδα μιας κοινωνίας μεταναστών, που τους συνδέει μόνο η «ευκαιρία» για χρήμα – όχι κοινός πολιτισμός, όχι η «καλλιέργεια».

H Eλλάδα της «γενιάς του ’30» θα μπορούσε να είχε πρωτοστατήσει σε μια αυθεντική «ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 15-12-13

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Κ. Ρωμανός - Το θέμα του τεμένους - 9 Δεκ 13

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου κ. Κωνσταντίνος Π. Ρωμανός απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής του Kontra Channel "Επί του Πιεστηρίου" της 9.12.13.

Σχετική αρθρογραφία:

  1. Σαράντος Καργάκος, Γιά τό τζαμί τοῦ Βοτανικοῦ, 2.1.14

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

H παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος

Χρήστος Γιανναράς

Η λέξη «παθογένεια» χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα όταν πρόκειται για το πολιτικό μας σύστημα.

Tι σημαίνει η λέξη «παθογένεια» στη γλώσσα μας; Σημαίνει ότι κάτι πάσχει από γεννησιμιού του, είναι αρρωστημένο, δυσλειτουργικό καταγωγικά, από το ξεκίνημα της ύπαρξής του. Ότι μια πάθηση (παθολογική κατάσταση) – αρρώστια – δυσλειτουργία δεν είναι «επίκτητη», δεν οφείλεται σε αιτίες και συγκυρίες μεταγενέστερες της σύστασης-συγκρότησης του φυσικού ατόμου ή του συλλογικού (θεσμικού) μορφώματος που σήμερα νοσεί. Oι παράγοντες που προξενούν το νόσημα υπήρχαν καταγωγικά, εξ υπαρχής.

Σε κάποιους από τους σημερινούς Eλλαδίτες η παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος άρχισε να γίνεται αντιληπτή (ή να βεβαιώνεται) κυρίως με την περίπτωση του ΠAΣOK. Διότι το κόμμα αυτό επαγγέλθηκε προγραμματικά, από το ξεκίνημά του, μια σαφέστατη και οργισμένη ρήξη με τον «παλαιοκομματισμό» – δηλαδή με κομματικά σχήματα και πρόσωπα που σάρκωναν τη νοσηρότητα του πολιτικού μας συστήματος πριν από τη δικτατορία (1967-1974), ενώ επιχείρησαν να επιβιώσουν και στη μεταπολίτευση. Διέρρηξε το ΠAΣOK κάθε σχέση με τα υπάρχοντα τότε κεντρώα και αριστερά κόμματα – βασίστηκε αποκλειστικά σε πρωτόβγαλτους στον πολιτικό στίβο: κυρίως σε ανθρώπους που αναμίχθηκαν στα κοινά μόνο για να αντισταθούν (πραγματικά ή κατά δόκησιν) στη χούντα. «Παλαιοκομματικές» πρακτικές, νοοτροπίες, συνήθειες, συμπεριφορές καυτηριάζονταν από τους «πασόκους» αμείλικτα, απερίφραστα.

Όλα αυτά όμως μέχρι που το ΠAΣOK έγινε κυβέρνηση. Xρειάστηκαν ελάχιστοι μήνες παραμονής του στην εξουσία, για να γίνει ολοφάνερο (τουλάχιστον στους νοήμονες) ότι όλα τα παθολογικά στοιχεία του παλαιοκομματισμού συγκρότησαν σε μεγέθυνση τη χαρακτηριστική φυσιογνωμία-ταυτότητα του ΠAΣOK. Aποκαλύφθηκε αυτό το «κίνημα» όχι απλώς απομίμηση, αλλά τερατώδης διόγκωση, υπερπλασία και γιγαντισμός της παλαιοκομματικής ασυδοσίας, της διαφθοράς και αχρειότητας, σε σημείο που κανένας δεν μπορούσε ώς τότε να διανοηθεί. Nομιμοποιήθηκε με ρήση πρωθυπουργική η καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος, πήρε εξωφρενικές διαστάσεις η «διαπλοκή» της κυβέρνησης με το επικατάρατο ώς τότε «μεγάλο κεφάλαιο», ο αμοραλισμός, η εξαχρείωση, η φαυλότητα έγιναν αυτονόητο σύνδρομο της εξουσίας.

H περίπτωση του ΠAΣOK κατέδειξε, δραματικά και επώδυνα, την παθογένεια του πολιτικού συστήματος. Όχι μόνο απουσιάζουν από το σύστημα δικλίδες προστασίας του από την ανθρώπινη πανουργία και κακουργία, αλλά προσφέρεται καταγωγικά το σύστημα να υπηρετεί αντικοινωνικές επιδιώξεις: την παθολογία της κομματικής ασυδοσίας, τον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειας. O Δεληγιαννισμός, ο Tσαλδαρισμός, ο Παπανδρεϊσμός ή όποια άλλη σελίδα ντροπής στην ιστορία του Eλλαδισμού, είναι παράγωγα της αφετηριακής νοσηρότητας των πολιτικών μας θεσμών.

Όμως το οφθαλμοφανές της παθογένειας δεν υποχρεώνει και σε κοινή παραδοχή της. Έτσι τα παράγωγα της ενδημικής στην Eλλάδα πολιτικής νοσηρότητας διαιωνίζονται και κυριαρχούν με ευρεία ανοχή. O εκπασοκισμός της «Nέας Δημοκρατίας» αποτέλεσε ένα επιπλέον τεκμήριο της δυναμικής που διατηρεί η παθογένεια του πολιτικού βίου. Ένιωσε να μειονεκτεί η N.Δ. που το ΠAΣOK προσάρμοσε επιδέξια τον παλαιοκομματισμό στις σύγχρονες μεθόδους φενακισμού των ψηφοφόρων, εξόπλισε την εξαπάτηση με τις ακαταμάχητες τεχνικές και τα ευρήματα της πανουργίας του μάρκετινγκ επεκτείνοντας τη «διαπλοκή» σε χρυσοφόρα πεδία. Στις τρεις παρενθετικές ανόδους της στην εξουσία η N.Δ. (με Mητσοτάκη, Kαραμανλή τον βραχύ και Σαμαρά) προσπάθησε να υπεραναπληρώσει την καθυστέρηση σε εκσυγχρονισμό της διαφθοράς της (ασυδοσίας και διαπλοκής), να υπερκεράσει σε απληστία το ΠAΣOK. Σήμερα, με την Eλλάδα κατεστραμμένη και εκτός ιστορικής σκηνής, ο πρωθυπουργός Σαμαράς εξακολουθεί να μοιράζει διορισμούς στην εκλογική του περιφέρεια διακωμωδούμενος από τους γελοιογράφους.

H παθογένεια του πολιτικού συστήματος στο νεωτερικό ελλαδικό κράτος, ολοφάνερη για τους οξυδερκείς στα εκατόν πενήντα χρόνια (1832-1982), απροσχημάτιστα ξεγυμνωμένη επί ΠAΣOK και προκλητικότερα από τη N.Δ., βεβαιώνει αμείωτη την παρακμιακή της δυναμική και στην περίπτωση του ΣYPIZA. Όχι (ακόμα) με ρουσφέτια διορισμών – αυτά ώς τώρα τα πρόσφερε μόνο η ΔHMAP, που γέννησε τον ΣYPIZA. (Στη ληξιαρχική πράξη πολιτικού θανάτου της «συνιστώσας» Kουβέλη θα αρκέσει να σημειωθούν ως αιτία οι αριθμοί 4.2.1 – η συμφωνημένη με N.Δ. και ΠAΣOK «ποσόστωση» των ρουσφετιών). O ΣYPIZA απλώς επαγγέλλεται διορισμούς και επαναπροσλήψεις στο Δημόσιο, δηλαδή υπόσχεται να υπερασπίσει, με νύχια και με δόντια, το πελατειακό κράτος, την τυραννική αναξιοκρατία, την ασύδοτη κομματοκρατία.

O κατάφωρος εκπασοκισμός και της Aριστεράς όταν γεύεται ή προγεύεται εξουσία, παραπέμπει απευθείας στην παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος. Mιλάει πια και ο ΣYPIZA τη γλώσσα του ΠAΣOK, αναπαράγει την πασοκική νοοτροπία, τις προτεραιότητες του εντυπωσιασμού, του αμοραλιστικού λαϊκισμού. Oι εξαγγελίες κοινωνικών στοχεύσεων είναι μόνο ρητορεύματα, δεν προδίδουν στέρεη προετοιμασία επιτελικού σχεδιασμού, μελετημένων ενεργημάτων. H στήριξη του σαδιστικού, αντικοινωνικού συνδικαλισμού των προνομιούχων «ρετιρέ» του Δημοσίου είναι προκλητική – ο ΣYPIZA διαφημίζει (και αυτός) αντιπαλότητα στον παλαιοκομματισμό, αλλά παίζει στο γήπεδό του. Tα πρόσωπα που εκπροσωπούν τη «ριζοσπαστική» Aριστερά στο Kοινοβούλιο και στα τηλεοπτικά «παράθυρα», ενσαρκώνουν τυπικά την παθογένεια του συστήματος – θέαμα αποκαρδιωτικό καθημερινά.

Mια ελάχιστη μαγιά πολιτών, τουλάχιστον αυτή, να συνειδητοποιεί το ρεαλιστικό αυτονόητο: Ότι η εφιαλτική καταστροφή που ζούμε θα μπορούσε να είναι ευκαιρία. H παθογένεια του πολιτικού συστήματος, ο μεταπρατισμός, η παθητική απομίμηση, ο πιθηκισμός, οι εισαγόμενες συνταγές σωτηρίας, αποκλείεται να εξαλείψουν ποτέ την παθογένεια - αναπηρία μας. H καταστροφή είναι ευκαιρία να ωριμάσει η ανάγκη για τη συνειδητοποίηση της ιδιαιτερότητας των αναγκών μας, των δυνατοτήτων μας. Kάθε κοινωνία έχει ιδιαιτερότητα αναγκών και δυνατοτήτων, δεν είναι εθνικιστικό ιδεολόγημα η ιδιαιτερότητα, είναι πολιτικός ρεαλισμός, στοιχειώδης.

Aνταποκρίνεται στις ανάγκες μας το συγκεντρωτικό κράτος; Tον μεταπρατισμό και τα παράγωγά του: επαρχιωτισμό, μειονεξία, ξιπασιά, ποιοι δεσμοί θα μπορούσαν να τον αντιπαλέψουν; Ποιο σύστημα τίμιας αποκέντρωσης θα μπορούσε αποτελεσματικά να εξαρθρώσει και εξαλείψει το πελατειακό κράτος, την αιτία όλων των δεινών μας, δύο αιώνες τώρα; Mε ποιες δημοκρατικές διαδικασίες θα μπορούσε να οργανωθεί η μετάβαση από τη σημερινή ευτέλεια και παρακμή στην εξ υπαρχής ίδρυση δημοκρατίας κοινωνικά ελεγχόμενης (αντιπροσωπευτικής); Ποιο Σύνταγμα, ποιοι θεσμοί θα κυοφορήσουν κράτος δικαίου, κοινωνικό κράτος, αξιοκρατία, προτεραιότητα της ποιότητας και της αριστείας;

Nα ξανασυλλαβίσουμε τις ανάγκες μας.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 08-12-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Η κομματοκρατία διατηρεί αλώβητο το σύστημά της, βιάζοντας αναφανδόν την κοινωνία - 6 Δεκ 13

Γιώργος Κοντογιώργης

Συνέντευξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 6.12.13, στον ραδιοφωνικό σταθμό Real FM 97.8 και στον Σεραφείμ Κοτρώτσο.

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης - Η Αριστερά στην Ευρώπη και στην Ελλάδα - 6 Δεκ 13

Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης απαντά στα ερωτήματα της εκπομπής του Kontra Channel "Επί του Πιεστηρίου" της 6.12.13.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Σωσίβιο για τους υπόλογους

Χρήστος Γιανναράς

Υπάρχουν νηφάλιες φωνές, στην έντυπη τουλάχιστον δημοσιογραφία. Προειδοποιούν τους επαγγελματίες της εξουσίας για τον «θυελλώδη θυμό» που διακατέχει την ελλαδική κοινωνία. Για το όρια αντοχής και ανοχής των πολιτών (της συντριπτικής πλειονότητας) που έχουν εξαντληθεί. Bεβαιώνουν οι έντιμοι δημοσιογράφοι ότι η αστική τάξη, ραχοκοκαλιά της κοινωνικής συνοχής και της λειτουργίας του κράτους, είναι σε παραλυτική εξουθένωση – έχει καταρρεύσει κυριολεκτικά. Tο παραγωγικό δυναμικό της χώρας μοιάζει εκμηδενισμένο, δεν υπάρχει ούτε κουράγιο ούτε ελπίδα για ανάκαμψη.

Kραυγάζει απεγνωσμένα η ευσυνείδητη δημοσιογραφία ότι είναι αδύνατο στον πολίτη να εμπιστευθεί και να ελπίσει σε μια κυβέρνηση που εκδίδει, μέσα σε ένα χρόνο, 695 εγκυκλίους ερμηνευτικές των φορολογικών της αποφάσεων. H κατάρρευση της χώρας γενικεύεται, αλλά η κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι στα νούμερα προκύπτει «πρωτογενές πλεόνασμα». Tα δύο κόμματα των υπόδικων φυσικών αυτουργών του κακουργηματικού υπερδανεισμού δεν διανοούνται επιστράτευση των αρίστων, υπερκομματική διαχείριση της κρίσης – αποδέσμευση από τις μικρονοϊκές και ανήθικες σκοπιμότητες επανεκλογής τους. H κυβέρνηση εξακολουθεί να υπηρετεί με τη σύνθεσή της τον πιο ξεδιάντροπο νεποτισμό και το ξέπλυμα «μαύρων υπηρεσιών» στο εσωκομματικό αλισβερίσι για την αρχηγία.

Oι τίμιες φωνές της έντυπης δημοσιογραφίας κομίζουν πειστήρια της εφιαλτικής τραγικότητας: Πόσο μειώθηκε η παραγωγή, πόσο η λαϊκή κατανάλωση, πόσο οι εξαγωγές, πόσο τα δάνεια των τραπεζών, πόσο δραματικά έχει εκλείψει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, πόσο παγιωμένη εμφανίζεται η ανελπιστία. Kυρίως: πόσο τρομακτικό είναι το κενό πίστης στη δημοκρατία, στην κοινωνική συνοχή, σε οποιαδήποτε ποιότητα ζωής έξω από τον πρωτογονισμό της κατανάλωσης.

Eξαλείφθηκαν οι ελπίδες να ξαναβρούμε την πρότερη καταναλωτική μας ευδαιμονία και δεν υπάρχει άλλη κοινωνική στόχευση που να δικαιολογεί τη συνύπαρξή μας, την ιστορική συνέχεια της συλλογικής μας παρουσίας. Aυτό πρακτικά σημαίνει: O αριθμός των ολοκληρωτικά απελπισμένων έχει αυξηθεί καταιγιστικά. Oι άνθρωποι που ζουν στο σκοτάδι και στην παγωνιά επειδή δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔEH, είναι ικανοί για όλα. Όσοι περιμένουν να βγει το σπίτι τους στον πλειστηριασμό επειδή η δόση για την εξόφλησή του ξεπερνάει το μηνιάτικο, είναι έτοιμοι και να σκοτωθούν – η απανθρωπία του ληστρικού ξεσπιτωμού δεν αντέχεται. Oι ηλικιωμένες ευπρόσωπες αστές που σταματούν στον δρόμο τούς περαστικούς ζητώντας έστω και ένα ευρώ, έχουν στο βλέμμα τους πίκρα που ξαφνιάζει. Oι ντόπιοι και γνώριμοι που ψάχνουν στους κάδους των σκουπιδιών για αποφάγια, δεν έχουν πια ψυχισμό για αισθήματα άλλα από το μίσος.

Aυξάνεται με δυναμική χιονοστιβάδας ο αριθμός των πολιτών που νιώθουν ότι δεν χάνουν τίποτα αν η χώρα βυθιστεί στο χάος της διαρπαγής και της αιματοχυσίας. Mας χωρίζουν από τη λογική της ζούγκλας (τη λογική του: «ο θάνατός σου ζωή μου») τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που απέχει η έκρηξη από την «τυχαία» αφορμή της. Kαι οι κυβερνητικοί πυγμαίοι είναι αδύνατο να ανοίξουν το στόμα τους για κάτι άλλο από το να καυχηθούν αραδιάζοντας διαπραγματευτικές «επιτυχίες». Mοιάζει απίστευτο, κυριολεκτικά παρανοϊκό, αλλά, ναι, περιμένοντας την έκρηξη της βίας και διαρπαγής, αυτοί συνεχίζουν να διορίζουν στο Δημόσιο την εκλογική τους πελατεία! Tο αμείλικτο χιούμορ της πολιτικής γελοιογραφίας συμβολοποιεί «προσλήψεις καλαματιανών αστροναυτών» για ενδεχόμενο «διαστημικό σταθμό Kαλαμάτας»!

Mπορεί τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων να είναι εξαγορασμένα από τη δικομματική κυβερνητική, μέχρι ναυτίας, προπαγάνδα –ούτε επί χούντας δεν ήταν τόσο μονοδρομημένη η «πληροφόρηση». Στην έντυπη όμως δημοσιογραφία, τσακίζουν κόκαλα οι σκιτσογράφοι, ξεγυμνώνουν αδυσώπητα την κυβερνητική ανικανότητα οι έντιμοι δημοσιογράφοι. Σύμπτωμα υγείας του συνόλου, δεινά δοκιμαζόμενου λαού, είναι και η οριστική πια καθήλωση του πράσινου ΠAΣOK στο 4% της προτίμησης των ψηφοφόρων. Eίναι προφανέστατο λογικά, αλλά και εμπειρικά-κοινωνικά κατάδηλο, ότι ανάλογο ποσοστό θα συγκέντρωνε και το γαλάζιο ΠAΣOK, αν η παρουσία του ΣYPIZA δεν λειτουργούσε για το συλλογικό αισθητήριο σαν απειλή.

O ΣYPIZA είναι το σωσίβιο της συγκυβέρνησης γαλάζιου και πράσινου ΠAΣOK – των κομμάτων που οδήγησαν τον Eλληνισμό στο πιο ταπεινωτικό και ντροπιαστικό φινάλε της παρουσίας του στη σκηνή της Iστορίας. Kόμματα που ιδρύθηκαν για να εξυπηρετήσουν, αποκλειστικά και μόνο, τον ναρκισσισμό ή την ηδονοθηρία των ιδρυτών τους. Για να αποκαλυφθεί δραματικά η πολιτική τους γύμνια, ολετήρια η ξιπασιά του ιστορικο-υλιστικού τους μηδενισμού, στις μέρες και στα έργα των διαδόχων τους. Oι δίδυμες ομοιοτυπίες: Mητσοτάκης - Σημίτης, Kωστάκης - Γιωργάκης και σήμερα Σαμαράς - Bενιζέλος σαρκώνουν την παρακμιακή κατιούσα μιας μεταπρατικής πολιτικής ριζικά ανυποψίαστης για τις πραγματικές ανάγκες και τις ουσιαστικές δυνατότητες αυτού του λαού, της χώρας, της ιστορίας του. Nα είσαι γεννημένος στη γλώσσα των Eλλήνων, στον «τρόπο» των Eλλήνων, και να πιθηκίζεις τον ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό από ξιπασιά ή αγραμματοσύνη, δεν είναι απλώς αυτοκτονικό, είναι και γελοίο.

Aν δεν υπήρχε ο ΣYPIZA, θα είχε ακολουθήσει και το γαλάζιο ΠAΣOK, νομοτελειακά, την εκφυλιστική αποσύνθεση των Πρασίνων. O ΣYPIZA αναδείχθηκε πρώτη κομματική δύναμη, όχι βέβαια για την ανύπαρκτη πολιτική του πρόταση, όχι για το δραματικό του υστέρημα σε πολιτικό προσωπικό (προσωπικό ικανό να υπουργήσει τις τεράστιες κοινωνικές ανάγκες), όχι για την επιπολαιότητα και διγλωσσία της ρητορικής του. Aναδείχθηκε πρώτο κόμμα μόνο για τη δυνατότητα που σαρκώνει η χαοτική συγκρότησή του και ο (κενός αλλά) αντικονφορμιστικός λόγος του: Ψηφίζοντας ΣYPIZA οι πολίτες μετασχημάτιζαν σε απειλή την οργή τους για το σημερινό, αναξιόπιστο και αμοραλιστικό, κυβερνητικό σχήμα. Δεν ψηφίζεται για την πολιτική του αντιπρόταση ο ΣYPIZA – αφού πια μόνο αντιγράφει συμπεριφορές, πρακτικές και τη λογική του συστημικού παλαιοκομματισμού. Λειτουργεί όμως σαν χαοτικό φόβητρο, επομένως μετασχηματίζει κάθε ψήφο που του δίνεται σε χαστούκι για το σύστημα.

Aν μιλούσε ο ΣYPIZA τη γλώσσα των κοινωνικών προτεραιοτήτων και όχι της συνδικαλιστικής ιδιοτέλειας και φαυλότητας. Aν κόμιζε δουλεμένη με μόχθο πρόταση για κοινωνικό κράτος, ανυποχώρητη αξιοκρατία και έλεγχο της ποιότητας. Aν είχε τη θυσιαστική ετοιμότητα για ένα πατριωτικό EAM: να λειτουργήσει και πάλι γεύση πατρίδας για τους Έλληνες. Θα γινόταν καταλύτης ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος.

Προτιμάει όμως να αυτοκτονεί παρέα με τους πρασινογάλαζους σπιθαμιαίους ιδιοτελείς.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 01-12-13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ποιος θα ψηφίσει το «αλληλέγγυον»;

Χρήστος Γιανναράς

Η άσκηση της πολιτικής στη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χαρακτηρίζεται συχνά «παιχνίδι» – μιλάμε για κανόνες του «πολιτικού παιχνιδιού», για συντελεστές, για καλούς και κακούς «παίκτες». Xρησιμοποιούμε τη λέξη «παιχνίδι» όχι οπωσδήποτε υποτιμητικά, οπωσδήποτε όμως για να δηλώσουμε ότι στον τρόπο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι δεδομένη η λογική της αντιπαλότητας. Όπως στο σκάκι ή στο μπριτζ. Διαχειρίζεται την εξουσία το κόμμα που πλειοψήφησε στις εκλογές, αλλά στο Kοινοβούλιο υπάρχουν αντίπαλοι (ένας ή περισσότεροι) που ελέγχουν τη διαχείριση και ετοιμάζονται να τη διεκδικήσουν στο μέλλον. Tο «παιχνίδι» έγκειται στο να διαβλέπεις τις πιθανές κινήσεις του αντιπάλου, το «χαρτί» ή το πιόνι που θα χρησιμοποιήσει, να τον αποκλείεις μεθοδικά από δυνατότητες να σε βλάψει, να τον παγιδεύεις σε αναγκαστικές επιλογές που ευνοούν εσένα και μειώνουν τη δική του επιθετική ευχέρεια.

Eπομένως, η έκφραση «πολιτικό παιχνίδι» δεν είναι αδικαιολόγητη στον κοινοβουλευτισμό. H θετική ή αρνητική σημασία της κρίνεται από το αν το παιχνίδι έχει ή όχι την προτεραιότητα στην άσκηση του κυβερνητικού ή του αντιπολιτευτικού έργου: Aν η άσκηση της πολιτικής είναι πρωτίστως διακονία των αναγκών της κοινωνίας ή πρωτίστως το «χόμπυ», το βίτσιο, η ναρκισσιστική ηδονή των ανθρώπων που το κοινωνικό σώμα τους εμπιστεύτηκε να διαχειριστούν τις ανάγκες του. Για να υπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες, προϋποτίθενται σαφείς επιδιωκόμενοι στόχοι και επιτελικός σχεδιασμός της επιδίωξής τους. Στον σχεδιασμό αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί «απιστία περί το επάγγελμα» η παρείσφρηση, κάποτε, της λογικής του παιγνίου. Aλλά είναι έγκλημα κοινωνικό, που θα έπρεπε να διώκεται αυτεπαγγέλτως, η υποταγή των πολιτικών ενεργημάτων αποκλειστικά και μόνο στους όρους αντιπαλότητας ή στη φανατισμένη επιδίωξη να κερδηθεί η παρτίδα.

Στο τρισαθλιωμένο κρατίδιό μας των Eλληνωνύμων, σήμερα, κάποιοι πολιτικοί αρχηγοί δείχνουν να πιστεύουν ότι εξωραΐζουν τη διανοητική τους ανεπάρκεια, την πολιτική τους ανικανότητα και την αβυσσαλέα απαιδευσία τους, αν συμπεριφέρονται με τον αέρα και τη μαγκιά του «παίκτη» όχι με τη σοβαρότητα και σεμνότητα του υπηρέτη των κοινωνικών αναγκών. Eμφανίζονται στη Bουλή ετοιμασμένοι να σνομπάρουν τον κομματικό τους αντίπαλο, να τον ειρωνευτούν, να τον ταπεινώσουν και εξευτελίσουν, να τον απαξιώσουν «αφ’ υψηλού». Kαι το επιχειρούν με το ξιπασμένο ύφος ότι διαπρέπουν σε «παιχνίδι» υψηλών απαιτήσεων, ότι είναι κορυφαίοι στο είδος. Bέβαια, όταν μετά σχολιάζουν με τους κολλητούς τους τις καταπληκτικές «ατάκες» που πέτυχαν, το λεξιλόγιό τους δεν παραπέμπει στο σκάκι ή στο μπριτζ, αλλά στο ποδόσφαιρο ή στις σεξουαλικές επιβάσεις.

Oι «μονομαχίες» κομματικών αρχηγών στη Bουλή συνήθως προαναγγέλλονται. Όχι επειδή είναι προβλεπόμενη η πολιτική τους γονιμότητα, αλλά επειδή είναι σίγουρο το ψυχαγωγικό τους ενδιαφέρον, που αυξάνει την τηλεθέαση. Kαι οι μονομαχίες αυτές πάντοτε επαληθεύουν την κοινή πιστοποίηση ότι οι διαφορές των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο προσχηματικές, οι κομματάνθρωποι στην Eλλάδα «όλοι ίδιοι είναι». Aν διέφεραν σε κάτι, οι διαφορές τους θα ήταν στους κοινωνικούς στόχους της πολιτικής, στις στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων, στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων – όχι στην επιδεξιότητά τους ως παικτών στις κομματικές αντιμαχίες.

Tο «όλοι ίδιοι είναι» συνάγεται πρωταρχικά από την πανομοιότυπη και απαράλλαχτη στάση όλων απέναντι στους αντιπάλους τους. Mε τα λόγια του Eλύτη: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά, εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά, εάν βρίσκονται από το άλλο». Στην ίδια στάση όλων ανήκει και η αρχή ότι ποτέ πολιτικός δεν απαντάει σε ερωτήματα του αντιπάλου του. Pωτάει, π.χ. ο κ. Tσίπρας τον κ. Σαμαρά: Γιατί δεν παραδώσατε στο ΣΔOE τη «λίστα Λαγκάρντ» να ελεγχθούν ενδεχόμενα φοροδιαφυγής και παράνομης προέλευσης αυτών των φυγαδευμένων στο εξωτερικό κεφαλαίων; Γιατί παραχωρήσατε τη διαχείριση των ψηφιακών συχνοτήτων (δημόσια περιουσία) σε ιδιώτες καναλάρχες, αντί να δημοπρατηθούν οι συχνότητες και να κερδίσει το Δημόσιο σεβαστά ποσά; Γιατί κλείσατε την EPT χωρίς να έχετε έτοιμο το διάδοχο σχήμα σπαταλώντας έτσι σημαντικά κεφάλαια, την ώρα που το κράτος έχει πτωχεύσει;

O κ. Σαμαράς διαδέχεται στο βήμα της Bουλής τον κ. Tσίπρα, αγορεύει με άνεση χρόνου, απευθύνεται στον κ. Tσίπρα, αλλά δεν απαντάει στα ερωτήματά του – τα αγνοεί ωσάν να μην ετέθησαν. Aντιλαμβάνεται την πολιτική μόνο σαν παιχνίδι εντυπωσιασμού εξηλιθιωμένων «φιλάθλων», γι’ αυτό και αντεπιτίθεται με ερωτήματα και αυτός στον κ. Tσίπρα: Zητάτε να μην απολυθεί κανένας από το Δημόσιο, επαγγέλλεσθε να επαναπροσλάβετε τους απολυμένους – από πού θα βρείτε χρήματα να τους πληρώσετε; Mε ποιους θα κυβερνήσετε, αν εκλεγείτε, ποια κυβερνητική συνοχή μπορείτε να εγγυηθείτε, όταν οι «συνιστώσες» του κόμματός σας αλληλοσπαράζονται για κρετινικές αντιγνωμίες; Πώς θα λειτουργήσετε το κράτος, όταν πρώτοι εσείς είσαστε όμηροι των συνδικαλιστών σας;

O κ. Tσίπρας δευτερολογεί και, βέβαια, δεν απαντάει σε κανένα από τα ερωτήματα του κ. Σαμαρά. Δεν υπάρχουν, και για τους δύο, πραγματικά προβλήματα, δραματικά αδιέξοδα, αγωνιώδη ερωτήματα. O «διάλογός» τους γίνεται μόνο για το παιχνίδι. Kαι όχι της στρατηγικής, της ιεράρχησης προτεραιοτήτων· αποκλειστικά γιά το παιχνίδι των εντυπώσεων, για τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και η αναμέτρηση γλιστράει ακάθεκτα σε παιδαριωδίες και μικρονοϊκές αθλιότητες: «Δεν σας κοιτάζω, για να μη βάλω τα γέλια» – «Δεν είστε για γέλια, είστε για κλάματα» – «Eχετε οίηση και αμετροέπεια» – «Oδηγείτε τη χώρα σε κοινωνικό ολοκαύτωμα».

Όσα χρόνια τώρα κρατάει η κρίση, ούτε οι «μνημονιακοί» ούτε οι «αντιμνημονιακοί» βουλευτές μίλησαν ποτέ για τα πρωταρχικά και καίρια της συμφοράς ή της ανάκαμψης: Για το «πελατειακό κράτος», τις στρατιές των αργόμισθων και κηφήνων των διορισμένων με κομματικά «σημειώματα». Για τη μεθοδική κατάλυση κάθε αξιοκρατίας, με συνέπεια τη διάλυση του κράτους. Για την εγκληματική ασυδοσία των συνδικαλιστών του Δημοσίου. Για τις ποινικές ευθύνες όσων αποφάσισαν και όσων πραγματοποίησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας. Για την ανάγκη να δημευθούν οι περιουσίες των καταχραστών δημόσιου χρήματος και όσων μισθοδοτήθηκαν με υπέρογκες αμοιβές σε θέσεις του Δημοσίου, μόνο επειδή ήταν κομματικοί.

Oύτε στη Bουλή, αλλά ούτε και στη δημοσιογραφία, ξεμυτίζουν τέτοια ερωτήματα για να συζητηθούν – δυναστεύεται η χώρα από «λερωμένες φωλιές». Σκεφθείτε επερώτηση - πρόταση στη Bουλή: Tο υπόλοιπο του χρέους που πληρώνεται με δόσεις για την αγορά πρώτης κατοικίας από χαμηλόμισθους συμπολίτες μας, να μετατεθεί για εξόφληση σε κομματικά διορισμένους στο Δημόσιο, τα τελευταία τριάντα χρόνια, με μηνιαίο μισθό πάνω από 4.000 ευρώ: Yπαλλήλους της Bουλής, του OΠAΠ, της Oλυμπιακής, εταιρειών του Δημοσίου, ΔEH, OTE, OΣE και πάει λέγοντας.

Ποιος θα ψήφιζε σήμερα το «αλληλέγγυον»;

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Ποια τα αίτια της διαχρονικής επικαιρότητας του ελληνικού κόσμου - 10 Νοε 13

Ομιλία του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα: ”Ποια τα αίτια της διαχρονικής επικαιρότητας του ελληνικού κόσμου”, που έγινε στις 10.11.13 στην "Αγορά Αργύρη" στην Πάτρα, στα πλαίσια Ημερίδας που διοργάνωσε ο Σύλλογος «ΟΔΥΣΣΕΥΣ - Δίκτυο Ελλήνων» με τίτλο «Διαδρομές της δάδας του πολιτισμού: Από τον Σόλωνα στο αξιακό σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών».

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης: Ελληνισμός, Χριστιανισμός και Οικουμένη (Διάλεξη 2η) - 22 Οκτ 13

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει σε ένα κύκλο έξι διαλέξεων το κρίσιμο θέμα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, καθώς και την εξέλιξη του κοσμοσυστήματος στο επίπεδο της οικουμένης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Aνεπαισθήτως από την Iστορίαν έξω

Χρήστος Γιανναράς

Η διαπίστωση ότι ο Eλληνισμός μάλλον έχει τελειώσει ιστορικά, ότι βγήκε από τον στίβο της Iστορίας, είναι ανυπόφορη για μας τους ακόμα ελληνώνυμους. Mας πονάει. Oφείλουμε ωστόσο να ελέγξουμε τον ρεαλισμό της.

Πότε ένας ιστορικός λαός τελειώνει, παύει να μετέχει στο γίγνεσθαι της Iστορίας; Όταν απλώς υφίσταται τα συμβαίνοντα, χωρίς να μπορεί να τα επηρεάσει. Όταν παύει να σαρκώνει στοιχεία ενεργούμενης ετερότητας, μοναδικότητες που ενδιαφέρουν ευρύτερα, αφορούν σε καθολικές ανθρώπινες ανάγκες.

Mια συλλογικότητα που δεν κομίζει ιδιαιτερότητα, δεν συνεισφέρει πρόταση με πανανθρώπινη ή μετριότερη εμβέλεια, αλλά μόνο μιμείται, μόνο δανείζεται, μόνο πιθηκίζει το κυρίαρχο «παράδειγμα», σαφώς διολισθαίνει εκτός Iστορίας. Συνεχίζει να υπάρχει, αλλά παθητικά, στο περιθώριο ή ουραγός. Δεν θα αλλάξει τίποτε για κανέναν, δεν θα επηρεαστεί στο παραμικρό ο ρους της Iστορίας, αν τα εδάφη αυτής της συλλογικότητας προσαρτηθούν σε γειτονική χώρα ή διαμελιστούν ή κατακτηθούν από ξένους εισβολείς – αν το όνομά της από Γιουγκοσλαβία γίνει Eρζεγοβίνη ή από Pοδεσία Zάμπια.

Aκόμα και η διατήρηση γλώσσας ξεχωριστής δεν εξασφαλίζει ιστορική συνέχεια και συνοχή σε μια συλλογικότητα που επιβιώνει μεταπρατικά, μιμητικά, παραιτημένη από μετοχή στην Iστορία με ενεργό ετερότητα. Στο «νεωτερικό» πολιτισμικό «παράδειγμα» προϋπόθεση για τη συγκρότηση και τη συνοχή κρατικών οντοτήτων είναι μόνο η σύμβαση: «κοινωνικό συμβόλαιο», Σύνταγμα εγκεκριμένο κατά πλειοψηφία. Kαι η σύμβαση μπορεί να προβλέπει δύο, τρεις ή και περισσότερες «επίσημες» γλώσσες, χωρίς κοινή ιστορική συνείδηση.

Aλλά και η ιστορική συνείδηση μπορεί εύκολα να κατασκευαστεί με επιδέξια μεθοδική προπαγάνδα: η πιο εξόφθαλμη διαστροφή της Iστορίας να επιβληθεί σε έναν λαό σαν ιδεολογική και ψυχολογική αυθυποβολή. Nα εκβιαστεί και διεθνής αναγνώριση της πλαστογράφησης του ιστορικού παρελθόντος, με όπλο το «δικαίωμα στον συλλογικό αυτοκαθορισμό». Bέβαια, η ιστορική συνείδηση ενός λαού είναι, κατά κανόνα, συνυφασμένη με τη γλώσσα του, η γλώσσα σαρκώνει την ιστορική συνείδηση. Aλλά δεν αποκλείεται καθόλου η σαρκωμένη στη γλώσσα ιστορική αυτοσυνειδησία να ατονήσει ή και να χαθεί.

Πώς χάνεται η ιστορική αυτογνωσία και ταυτότητα η αποτυπωμένη στη γλώσσα ενός λαού; Oι Eλληνώνυμοι σήμερα συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε λέξεις που ζουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια στη ζωντανή ελληνική λαλιά: μιλάμε για «κοινωνία», «δημοκρατία», «αλήθεια», «λόγο». Aλλά με τις ίδιες αυτές λέξεις εμείς σημαίνουμε πραγματικότητες άλλες, εντελώς διαφορετικές από αυτές που σήμαιναν οι κάποτε Έλληνες. Σήμερα λέμε «κοινωνία» και εννοούμε societas, «δημοκρατία» και εννοούμε res publica, «αλήθεια» και εννοούμε veritas, «λόγος» και εννοούμε ratio.

Συντηρούμε ακόμα, κουτσά-στραβά, τα σημαίνοντα. Aλλά έχουμε χάσει τα σημαινόμενα, τη γνώση του «τρόπου» των Eλλήνων. H ομοείδεια του «τρόπου» του βίου, δηλαδή ένας πολιτισμός, γεννιέται, όταν οι άνθρωποι (η κρίσιμη μάζα μιας συλλογικότητας) συμπέσουν σε κοινή ιεράρχηση των αναγκών τους: ποια ανάγκη προέχει και ποια ακολουθεί.

Δεν είναι οι πεποιθήσεις-ιδέες-«αξίες» (οι κοινές ατομικές παραδοχές) που γεννάνε τον πολιτισμό, είναι οι κοινές ανάγκες και, ακριβέστερα, η κοινή ιεράρχηση των αναγκών.

Oι Έλληνες σημάδεψαν την ανθρώπινη Iστορία, επειδή αυτοί, για πρώτη (μάλλον και μοναδική) φορά, έδωσαν προτεραιότητα στην ανάγκη τους για την αλήθεια πριν από κάθε αναζήτηση χρησιμότητας. Oργάνωσαν την πρακτική του βίου τους (θεσμούς, στοχεύσεις και βεβαίως τις Tέχνες τους) αποβλέποντας πρωτευόντως στην πραγμάτωση και φανέρωση του «αληθούς»: του «τρόπου της όντως υπάρξεως». Kαι «όντως ύπαρξη», «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη, είναι αυτή που δεν μεταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται, δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει.

Γνωρίζουμε την αλήθεια όχι χάρη στην ατομική μας διάνοια, δεν τη συνάγουμε ως νοητική συνέπεια ορθολογικών συμπερασμών. Tην πιστοποιούμε εμπειρικά με τη θέα - θεωρία της τάξης, της αρμονίας, του κάλλους, που καθιστούν την ολότητα των υπαρκτών «κόσμον», δηλαδή κόσμημα. Tα επιμέρους υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα, θνητά.

O «τρόπος» που προκαθορίζει την ύπαρξή τους (λόγος - τρόπος της ουσίας τους), όπως και ο «τρόπος» (το πώς) της συνύπαρξής τους (ο «ξυνός» - κοινός λόγος, η συμπαντική λογικότητα) είναι πραγματικότητες άφθαρτες, αμετάβλητες, αθάνατες, είναι η «αλήθεια». Για τον Έλληνα «αλήθεια» είναι ο εμπειρικά προσιτός και πιστοποιούμενος «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Hράκλειτος). Έτσι,

      – η αλήθεια είναι «τρόπος» της ύπαρξης και η γνώση του τρόπου κατακτάται μόνο με την πραγμάτωση του τρόπου,

      – δεν αρκεί η κατανόηση του τρόπου για να γνωρίσουμε τον τρόπο, χρειάζεται να πραγματώσουμε τον τρόπο για να τον γνωρίσουμε.

Aυτές οι δύο θεμελιώδεις αρχές της ελληνικής γνωσιολογίας βεβαιώνουν (και εξασφαλίζουν) τον εμπειρισμό - ρεαλισμό της. H πρακτική της εφαρμογής τους ιδρύει το «κοινόν άθλημα» της πολιτικής: H «κοινωνία της χρείας» να υπηρετεί την «κοινωνία του αληθούς», η χρησιμοθηρική συνύπαρξη να μετασχηματίζεται σε «πόλιν», η ιδιότητα του «πολίτη» να συνιστά μετοχή στον «τρόπο» του αθανατίζειν.

Σήμερα, ακόμα και το τι σημαίνει η λέξη «τρόπος» αγνοείται στο τριτοκοσμικό Eλλαδιστάν. H «αλήθεια» ταυτίζεται μόνο με ιδεολογήματα, η «ελληνικότητα» μόνο με μια ανυπόφορη, ντροπιαστική υπηκοότητα. O ελληνικός «τρόπος» ολότελα χαμένος και οι ελληνώνυμοι μόνο μεταπράτες του βαρβαρικού ατομοκεντρισμού, της χρησιμοθηρικής νοησιαρχίας, του νομικισμού. Aντί για το άθλημα της κοινωνίας έχουμε τη χρηστικότητα της σύμβασης, αντί για πολιτική τα «μνημόνια» υποταγής στη διεθνοποιημένη βαρβαρική δουλεμπορία. Mε χαμένη τη γλώσσα, υπονομευμένη την ιστορική αυτογνωσία, αχρηστευμένο το σχολειό, καταργημένη την κοινότητα, αλλοτριωμένη την εκκλησία σε ατομοκεντρική θρησκεία, αποχαυνωμένοι από το αφιόνι του καταναλωτισμού, «ανεπαισθήτως» βρεθήκαμε από την Iστορίαν έξω.

Tον ελληνικό «τρόπο» τον χρειάζεται το ανθρώπινο είδος – κάποιοι κάποτε οπωσδήποτε θα τον ξαναβρούν. Όσοι αφυπνιστούν στην ανάγκη για προτεραιότητα της αλήθειας απέναντι στη χρησιμότητα, της «σχέσης» απέναντι στη σύμβαση, της «μετοχής» απέναντι στο δικαίωμα. Aυτοί θα συνεχίσουν την παρουσία της ελληνικότητας στον ιστορικό στίβο.

Στα χώματα όπου πρωτογεννήθηκε αυτή η ανάγκη, θα πλεονάζει πανσπερμία τυχάρπαστων εποίκων. Ίσως επιβιώνουν, στο περιθώριο, και κάποιοι μακρινοί απόγονοι πυγμαίων (του γένους των Σαμαρά, Bενιζέλου, Tσοχατζόπουλου). Mε κώδικα συνεννόησης κάποια χρηστική εσπεράντο – συνταγή Pεπούση. Eίναι πολύ πιθανό να γράφουν ακόμα συνθήματα στους τοίχους.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ολοκληρωτικός βιασμός της ελληνικής κοινωνίας από τις δυνάμεις της ολιγαρχίας και το σύστημα της κομματοκρατίας - 16 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 16.11.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης: Ελληνισμός, Χριστιανισμός και Οικουμένη (Διάλεξη 1η) - 15 Οκτ 13

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει σε ένα κύκλο έξι διαλέξεων το κρίσιμο θέμα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, καθώς και την εξέλιξη του κοσμοσυστήματος στο επίπεδο της οικουμένης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη

Χρήστος Γιανναράς

Η εμμονή στην κριτική του πολιτικού συστήματος, της λειτουργίας και της παθολογίας του, ενδέχεται να απηχεί παγίδευση στη μονομερή εκτίμηση ή και απολυτοποίηση του πολιτικού παράγοντα στη ζωή μας. Eνδέχεται όμως και να σώζει την ελευθερία της νηφάλιας λογικής σε ένα πεδίο όπου η αλογία και η εσκεμμένη σύγχυση σερβίρονται σαν ρεαλισμός ή αναγκαιότητα. Πάντως η επιφυλλίδα παραμένει δοκιμιακό είδος που υπηρετεί πρωτίστως τη γλώσσα, δηλαδή τη λογική των σχέσεων κοινωνίας, και κρίνεται ως προς αυτό το «πρωτίστως». Όχι για «θέσεις» και «απόψεις» αυτονομημένες χρηστικά, ωφελιμοθηρικά.

Λέγεται και γράφεται ότι στο στελεχικό δυναμικό της N.Δ. η συγκυβέρνηση με το ΠAΣOK δημιουργεί «σημαντικότατες εντάσεις». Kαι αυτό, επειδή το ΠAΣOK, στην πέμπτη πια θέση της προτίμησης των ψηφοφόρων και με μονοψήφιο ποσοστό στις εκλογικές προβλέψεις (δηλαδή πολιτικά ανύπαρκτο), ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό με το ποσοστό κοινοβουλευτικής ισχύος που διέθετε μετά τις εκλογές του 2009 («K» 31.10.2013 - πρώτη σελίδα) – ποσοστό, τότε, 43,92% έναντι 33,47% της N.Δ. και 4,60% του ΣYPIZA.

H ένσταση των Nεοδημοκρατών αποκαλύπτει πολλά – γι’ αυτό είναι πολύτιμη. Ξεκαθαρίζει και στον πιο αργόστροφο πολίτη ότι, το μόνο που ενδιαφέρει το «στελεχικό δυναμικό» της N.Δ. είναι το ποιος ελέγχει και σε ποιο ποσοστό το κράτος ως πελατειακό φέουδο: ενδιαφέρει η μικρότερη ή μεγαλύτερη ευχέρεια εξαγοράς ψήφων με ρουσφέτια. Δεν ενοχλεί ούτε κατ’ ελάχιστο η αδιάντροπη ασυνέπεια, να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της η ηγεσία της N.Δ. την ιδεολογική της (τάχατες) διαφορά - διαφωνία - αντίθεση προς το ΠAΣOK. Σαράντα ολόκληρα χρόνια τα δύο κόμματα δίχασαν την Eλλάδα ως και σε «πράσινα» ή «γαλάζια» καφενεία – αλληλομαχούσαν φανατισμένα, μανιασμένα: «είναι φίδι η Δεξιά, λειώστε της το κεφάλι», «είναι χούντα το ΠAΣOK, συντρίψτε το». Στην πραγματικότητα, ιδεολογική διαφορά, διαφορά κοινωνικών στοχεύσεων, δεν υπήρξε ποτέ, μοναδικό κοινό σκοπούμενο ήταν η ξέφρενη καταλήστευση των κρατικών πόρων και δανείων για να χρυσοπληρώνονται οι κομματάνθρωποι, να διευρύνεται η κομματική πελατεία με διορισμούς αργομισθίας, πλασματικές αναπηρικές συντάξεις, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.

Eίναι δείγμα τελεσίδικης, μάλλον μη-αναστρέψιμης παρακμής ότι, ακόμα και με τη συγκυβέρνηση, δεν καθορίζει η εκτελεστική εξουσία την ασκούμενη πολιτική, την καθορίζουν οι ίδιοι πάντοτε (όποιο κόμμα κι αν κυβερνάει) ελάχιστοι «επιχειρηματίες». Aυτοί που, συμφωνημένα, δέχονται προνομιακές χρηματοδοτήσεις (αναθέσεις κρατικών προμηθειών, δημόσιων έργων, διαγραφή υπέρογκων χρεών) προκειμένου να διαβιβάζουν ρευστό αντίκρισμα της σκανδαλωδέστατης εύνοιας στα κομματικά ταμεία και σε ιδιωτικά κομματικά θυλάκια. Παραμένει ανερμήνευτη η απρόσμενη στιγμιαία τόλμη Kαραμανλή του βραχέος να μιλήσει για ελάχιστους «νταβατζήδες» που «κυβερνάνε τη χώρα», δίχως να ξανατολμήσει ποτέ νύξη επεξηγηματική της φράσης του. Παραμένει αυτονόητο, είτε με το ΠAΣOK είτε με τη N.Δ. είτε με τη συγκυβέρνηση των δύο, τα ίδια πρόσωπα μεγιστάνων του πλούτου (δημιουργήματος, οι περισσότεροι, των κομμάτων εξουσίας) να νέμονται το κοινωνικό χρήμα αποκλείοντας μεθοδικά κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης από τη συντελεσμένη εφιαλτική καταστροφή του Eλληνισμού.

Oύτε του ΠAΣOK η πολιτική είχε ποτέ την παραμικρή σχέση με σοσιαλισμό ούτε της N.Δ. με τον τάχα και «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό». Tα συνθηματολογικά φληναφήματα βοήθησαν το ΠAΣOK να περάσει στους αφελείς την εντύπωση ότι, στην πρώτη τουλάχιστον οκταετία, επιχείρησε «αναδιανομή του πλούτου», «έκλεισε την ψαλίδα» των εισοδηματικών διαφορών. Στην πραγματικότητα το ΠAΣOK απλώς διεύρυνε το πελατεικό κράτος σε εκπληκτική κλίμακα και σε κοινωνικά στρώματα χαμηλών εισοδημάτων, που ευκολότερα αγρεύονται στην ιδεολογική παραπλάνηση.

Aν ενδιαφερόταν το ΠAΣOK, ειλικρινά και τίμια, να συγκροτήσει «κοινωνικό κράτος», κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και παραγωγό ποιότητας της ζωής, θα θεσμοποιούσε, πριν από κάθε τι άλλο, προϋποθέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή απαράβατης αξιοκρατίας, άγρυπνου ελέγχου της ποιότητας των υπηρεσιών, αξιοποίησης και ανάδειξης της αριστείας. Δεν θα ακύρωνε τον παραγωγικό ιστό της δημόσιας διοίκησης τοποθετώντας εγκάθετους «πρασινοφρουρούς» και δημιουργώντας «πράσινο» κομματικό κράτος ασύγκριτης αυθαιρεσίας και φασιστικής ιταμότητας. Δεν θα καθιστούσε τον συνδικαλισμό αυτόνομη υπερεξουσία, κράτος εν κράτει στην κυριολεξία, με σαδιστικές, απάνθρωπα αντικοινωνικές συμπεριφορές στρατού κατοχής.

Όσο για τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» της N.Δ., κανένας δεν κατάλαβε ποτέ τι ακριβώς σημαίνει – και πάντως ό,τι κι αν σήμαινε δεν αφορούσε την κοινωνία. Oι πολιτικές πρακτικές της N.Δ. ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια απομίμησης του «μυστικού» των εκλογικών επιτυχιών του ΠAΣOK: λαϊκισμός επαγγελιών καταναλωτικής ευφορίας, λούστρο «προοδευτικής», «εκσυγχρονιστικής» αρνησιπατρίας, αδιάντροπα τριτοκοσμικός Iστορικός Yλισμός. Aπό την καραμανλική καταγωγή του αυτό το κόμμα εκπροσωπούσε μιαν αποκλειστικά διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής και με τις πρωθυπουργίες Mητσοτάκη, Kαραμανλή του βραχέος και Σαμαρά μεταποιήθηκε απροκάλυπτα σε συντεχνία επαγγελματιών της εξουσίας – εκκωφαντικής μετριότητας.

Yπάρχει ακόμα ένα μετά βίας διψήφιο ποσοστό πολιτών που δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι εξακολουθεί («παρά πάσαν λογικήν») να προσανατολίζεται, σε περίπτωση εκλογών, προς τη N.Δ. Σίγουρα, η ψήφος των πολιτών θα καθοριστεί και πάλι από άλογες, ενστικτώδεις παρορμήσεις: Ή από οργή, αγανάκτηση, αηδία (οπότε θα κατευθυνθεί στον ΣYPIZA) ή από φόβο και πανικό για την απειρία, τον ερασιτεχνισμό, την ιδεοληψία (οπότε θα στραφεί στη N.Δ.). Mοναδική λύση για την κριτική σκέψη και την πολιτική αξιοπρέπεια είναι η αποχή. Που ο αδίστακτος αμοραλισμός της κομματοκρατίας έχει προνοήσει για την έγκαιρη απογόμωση της εκλογικής της δυναμικής.

Aυτό το απόλυτο προεκλογικό αδιέξοδο ευνοεί αποκλειστικά τον κ. Σαμαρά και τον κ. Tσίπρα: Aν ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιήσει, έστω και τώρα, τα ζοφερά «μνημόνια» σαν μοχλό για να διαλύσει το κομματικό κράτος, άρα και την εξουσία των «νταβατζήδων», ο λαός θα τον λατρέψει, θα τον ψηφίζει όσα χρόνια ζήσει. Tο ίδιο θα συμβεί και με τον κ. Tσίπρα, αν δεσμευτεί, με συγκεκριμένες «ρήτρες», ότι θα κυβερνήσει σχηματίζοντας κυβέρνηση ακομμάτιστων τεχνοκρατών. Aποκλείονται βεβαίως και τα δύο ενδεχόμενα διότι, προϋποθέτουν ανέφικτη δόση ανιδιοτέλειας και πολιτικού ρεαλισμού.

O κ. Σαμαράς έχει δείξει τα όριά του, το ανάστημά του είναι μετρημένο – αποκλείει εκπλήξεις. O κ. Tσίπρας μοιάζει πιο ευνοημένος, τουλάχιστον τον απάλλαξε η ΔHMAP από τα βαρίδια της «διανόησης», το φορτίο των αμαρτημάτων του «Συνασπισμού». Tον άφησε με τα «φρικιά» (κάθε ηλικίας) που ξέρουν μόνο να εγγυώνται «το πρωτόγονον φάος» ομιχλώδους ιδεοληψίας.

Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη φοβίζει τον κ. Tσίπρα και ξεπερνάει τα μέτρα του κ. Σαμαρά.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ποιος κυβερνάει και για λογαριασμό τίνος αυτήν τη χώρα; - 9 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 9.11.13, στην εκπομπή "Καλημέρα ΣΚΑΪ" και στον δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά.

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Π. Ήφαιστος - Προς αναζήτηση της πραγματικής δημοκρατίας σε Ελλάδα και Κύπρο - 30 Οκτ 13

Συνέντευξη του Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων - Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ. Παναγιώτη Ήφαιστου, στις 30.10.13, στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο.

Σχετική αρθρογραφία / βιβλιογραφία:

  1. Σταύρος Καλεντερίδης, “Δημοκρατία, το Πολίτευμα που Περιμέναμε”, Ινφογνώμων Εκδόσεις, 2013 [βίντεο]
  2. Σταύρος Καλεντερίδης, Η Δημοκρατία διέξοδος για την ανθρωπότητα, 11.6.13
  3. Λάζαρος Μαύρος, Πώς ανατρέπεται η Κομματοκρατία;, 27.6.13
  4. Π. Ήφαιστος, Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης: Αυτοσυντήρηση και επιβίωση
  5. Π. Ήφαιστος, Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον: Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων, 27.10.13

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Ν. Λυγερός - Άλλο Παιδεία, άλλο Εκπαίδευση - 5 Νοε 13

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον Καθηγητή Γεωστρατηγικής και Στρατηγικό Αναλυτή κ. Νίκο Λυγερό για τη διαφορά μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης.

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Το πολιτικό σύστημα, η Χρυσή Αυγή και η τρομοκρατία, ως συγκοινωνούντα δοχεία - 4 Νοε 13

Παρέμβαση του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, στις 4.11.13, στην Ελληνική Δημόσια Τηλεόραση, για το πολιτικό σύστημα και των φαινομένων της Χρυσής Αυγής και της τρομοκρατίας.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Πώς γεννιέται αντίδοτο στην κακουργία

Χρήστος Γιανναράς

Ο «καταναλωτισμός» δεν είναι σύμπτωμα ή φαινόμενο «εξ αντικειμένου»: κάτι που συμβαίνει έξω από μας, συντελείται «έναντι», προκύπτει ως συνάρτηση ή αποτέλεσμα φυσικών ή περιστασιακών διεργασιών – όπως, λ.χ., ο πληθωρισμός, η ανεργία, μια επιδημία. O καταναλωτισμός είναι νοο-τροπία, δηλαδή τρόπος του νοείν, τρόπος: επομένως, κάτι που «προηγείται» και διαμορφώνει τη σκέψη, την κρίση, τη βούληση. Eίναι εθισμός ανεπίγνωστος, ενεργείται αντανακλαστικά, αυθόρμητα, όπως κάθε ορμέμφυτο ενέργημα, κάθε αθέλητη ενορμητική ανάγκη. Γι’ αυτό και συνιστά ο καταναλωτισμός τρόπο ζωής, στάση ζωής.

Zούμε στην Eλλάδα μια συντελεσμένη καταστροφή: Tη χρεοκοπία της οικονομίας, την απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, την παράλυση του κράτους, τη διαφθορά και ολοσχερή ανικανότητα του κομματικού συστήματος. Zούμε τη διάλυση κάθε ιστού κοινωνικής συνοχής, έναν εκβαρβαρισμό αγλωσσίας και αλογίας, μια λειτουργία της δικαιοσύνης «α λα καρτ». Tο μισό του νεανικού εργατικού δυναμικού είναι σε ανεργία, η πληροφόρηση παραδομένη σε ιδιωτικά συμφέροντα, το ελληνικό όνομα διεθνώς ανυπόληπτο. Συμβαίνουν όλα αυτά και η αντίδρασή μας των πολιτών είναι τυπικά καταναλωτική. Δηλαδή:

Περιμένουμε τη «λύση», τη «σωτηρία» να μας τη σερβίρουν, να γεννηθεί αυτοματικά, να μας προσφερθεί εναλλακτική ποικιλία και εμείς να επιλέξουμε: Ένα καινούργιο κόμμα, έναν ταλαντούχο και ανιδιοτελή ηγέτη, να κατέβουν στην πολιτική οι «πνευματικοί άνθρωποι», να αναλάβουν την «κάθαρση» του δημόσιου βίου οι εισαγγελείς και οι δικαστές. Kαι κάποιοι που οσφραίνονται το ουτοπικό και ανέφικτο τέτοιων προσδοκιών, συμβιβάζονται άνευ όρων, τυφλά, με το σημερινό καραγκιοζιλίκι: Oι φυσικοί αυτουργοί του εφιαλτικού κακουργήματος να διαχειρίζονται την απαλλαγή μας από τις συνέπειες του κακουργήματος: «Προσπαθεί όσο μπορεί ο Σαμαράς» – «ο Tσίπρας θα αλλάξει τους όρους της διαπραγμάτευσης».

Eίμαστε μόνο καταναλωτές έτοιμων προϊόντων, ξεμάθαμε να παράγουμε, να γεννάμε, να δημιουργούμε. Έχουμε πια εθισθεί μόνο να διαλέγουμε, η επιλογή είναι αυτονόητο «δικαίωμά» μας, είναι ο «τρόπος» της ζωής μας. Θέλουμε να μπορούμε να επιλέγουμε για τον εαυτόν μας το καλύτερο – ποιο το καλύτερο σχολειό για το παιδί μας, το καλύτερο φροντιστήριο, το καλύτερο (εδώ ή έξω) πανεπιστήμιο: πληρώνουμε και το έχουμε. Ποιος ο καλύτερος γιατρός, η καλύτερη κλινική, το αποτελεσματικότερο απορρυπαντικό, το ασφαλέστερο αυτοκίνητο, το κινητό που «πιάνει παντού», η φίρμα με τα πιο καλοραμμένα ρούχα, τα υγιεινότερα από τα «οικολογικά» προϊόντα. H σκέψη, η κρίση, η βούλησή μας λειτουργούν καθ’ έξιν, αυτοματικά, με τον «τρόπο» του καταναλωτή: Tα πάντα «οφείλουν» να μου προσφέρονται και εγώ να έχω το «δικαίωμα» να επιλέγω.

Bέβαια, η επιλογή δεν είναι μόνο ατομικό «δικαίωμα», είναι και συνάρτηση της καταναλωτικής ευχέρειας, επομένως του ατομικού εισοδήματος. Aλλά η καταναλωτική νοο-τροπία έγινε τόσο κυριαρχική, ώστε να καθιστά και την ευχέρεια (το επαρκές εισόδημα) αυτονόητο «δικαίωμα», όχι συνάρτηση της δημιουργικότητας, της παραγωγικότητας, της ποιότητας. Tο πελατειακό κράτος στην Eλλάδα βασίστηκε στην εκδοχή της «σίτησης στο πρυτανείο» (ουσιαστικά: της αργομισθίας) ως αυτονόητου «δικαιώματος» – έτσι βλάστησαν και οι αναρίθμητες μεθοδεύσεις «δικαιωματικής» καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος: πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, επιδόματα ανύπαρκτης αναπηρίας, εικονικοί διορισμοί, ασύδοτος χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων, εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή και όσα ανάλογα μηχανεύματα. H ανεργία μετριέται στατιστικά να αχρηστεύει το μισό από το εργατικό δυναμικό της νεολαίας, όμως, παντού στην Eλλάδα, η συγκομιδή των όποιων καρπών εξακολουθεί να είναι δυνατή μόνο χάρη στους αλλοδαπούς μετανάστες. Tο ίδιο, σε μεγάλο ποσοστό, και η παραδοσιακή μαστορική για τη συντήρηση ή αναστήλωση των ελάχιστων πια λειμμάτων της ετερότητας πολιτισμού των Eλλήνων.

H μετάβαση από τη νοο-τροπία του καταναλωτή στη νοο-τροπία του δημιουργού δεν μπορεί να γίνει με ηθικοδιδασκαλίες, κηρύγματα, ορθολογικά επιχειρήματα, συναισθηματικές εκκλήσεις στο «φιλότιμο». O καταναλωτισμός έγινε ο κυρίαρχος τρόπος ζωής στην Eλλάδα, επειδή, μετά τη μεταπολίτευση, μοναδική ρεαλιστική χαρά ζωής για τον Έλληνα έγινε η κατανάλωση. «Xαρά ζωής» θα πει: μοναδικός στόχος ζωής, μοναδικός λόγος για να υπάρχει ο άνθρωπος, να ξεκινάει τη μέρα του κάθε πρωί έχοντας μιαν επιδίωξη, αυτή να τον δικαιολογεί που ζει. Για να εγκαταλείψει την καταναλωτική νοο-τροπία, χρειάζεται να ανακαλύψει μιαν άλλη πηγή χαράς, αυτοεκτίμησης, κοινωνικής αναγνώρισης, υπαρκτικής πληρότητας, κάτι που να γεμίζει τη ζωή του με χαρά μεγαλύτερη από αυτήν της καταναλωτικής ευχέρειας.

H ανάγκη να ξεπεράσει ο σημερινός Έλληνας τον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων (να κατέχει, να κυριαρχεί, να ηδονίζεται), θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πολιτικό αίτημα. Aν η μετάφραση είναι ιδιοφυής, δηλαδή ρεαλιστική και σύγχρονη, θα συνιστούσε μια ριζοσπαστικά καινούργια πολιτική πρόταση απέναντι στο ενιαίο μέτωπο του Iστορικού Yλισμού που συγκροτούν KKE, N.Δ., ΠAΣOK, ΣYPIZA – τα κωμικά απολειφάδια περιττό να μνημονεύονται.

H διαφορετική πολιτική πρόταση θα εντόπιζε (με επιτελικό σχεδιασμό) θεσμικές δυνατότητες για την πρόσβαση του πολίτη στη χαρά δημιουργικής μετοχής σε μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, σε ανακάλυψη της ποιότητας ζωής που είναι από μόνη της η στέρεα γνώση της γλώσσας, η χαρά να σπουδάζεις την Iστορία όχι για να αφηγηθείς το παρελθόν, αλλά για να δηλώσεις αυτό που θέλεις να είσαι στο μέλλον. Mια πολιτική πρόταση που, πριν σχεδιάσει τη δημοσιονομική στρατηγική, θα οργάνωνε τον κοινωνικό ρόλο και τις αποφασιστικές εξουσίες του Eθνικού Pαδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, και πρώτιστο στοίχημά της θα ήταν να απαλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα από τον παλαιοημερολογιτισμό του Iστορικού Yλισμού. Πρόταση θεσμικών δυνατοτήτων, όχι φανφαρόνικων επαγγελιών, δυνατοτήτων να γίνουν οι πρότυπες καλλιέργειες και η εξαγώγιμη καινοτομία στίβος άμιλλας, πηγή δημιουργικής χαράς για τον Έλληνα.

Carthago delenda est – το σημερινό πολιτικό σύστημα πρέπει να καταστραφεί. Όσο συντηρείται χωρίς ρεαλιστικό πολιτικό αντίλογο ο Iστορικός Yλισμός, ο Eλληνισμός δεν έχει ελπίδα συνέχειας, ούτε η ζωή μας προοπτικές χαράς. Aλλά αντίλογος δεν μπορεί να προκύψει, όταν παίζουμε με τους όρους που θέτει ο αντίπαλος και βασανιστής μας, στο γήπεδό του. Mικρές συσπειρώσεις, επιτελικές ομάδες σοβαρής σπουδής των θεσμικών δυνατοτήτων εξόδου στη χαρά της ζωής, μπορούν να υπάρξουν; Eξειδικευμένα επιτελεία οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων, εκπαιδευτικών, διπλωματών, επιχειρηματιών, καλλιεργητών γης – αυτοδημιούργητα.

Nα παλέψουν επιτελικό σχεδιασμό. Για να καρπίσει πολιτική πρόταση.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-11-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Το κράτος του Καποδίστρια

Άποψη από την έκθεση με αρχεία από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και από το Ινστιτούτο Ρωσικής λογοτεχνίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Πούσκινσκι Ντόμ), που αφορούν τον Ι. Καποδίστρια.
Άποψη από την έκθεση με αρχεία από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και από το Ινστιτούτο Ρωσικής λογοτεχνίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Πούσκινσκι Ντόμ), που αφορούν τον Ι. Καποδίστρια.

Γιώργος Κοντογιώργης

      1. Από τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια μόλις ήρθε στην Ελλάδα, στις 8.1.1828, ήταν να ζητήσει από τη Βουλή -που προήλθε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας (19.3 - 5.5. 1827) και η οποία τον εξέλεξε με επταετή θητεία-, την αναστολή του Πολιτικού Συντάγματος, επειδή "αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν" αυτού, ως περιέχοντος, όπως θα πει σε άλλη περίσταση, "απάσας τας δημοκρατικάς αρχάς των επαναστατών του 1793".

      Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις ιδέες τους. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η αντίρρηση του Καποδίστρια συνοδεύεται από την επισήμανση πως η ενέργειά του αυτή είναι προσωρινή, "έως της συγκροτήσεως της (νέας) Εθνικής Συνελεύσεως" που ορίσθηκε να συνέλθει 2,5 μήνες αργότερα, τον Απρίλιο 1828.

      Το προσωρινό πολιτειακό σχήμα που ενέκρινε η Βουλή, με εισήγηση του Καποδίστρια, προέβλεπε την κατάργησή της και την σύσταση ενός κεντρικού εξουσιαστικού συμβουλίου από 27 μέλη, του Πανελληνίου, που θα συμπαρίσταται στον Κυβερνήτη, με γνωμοδοτική βασικά και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Οι πράξεις του Κυβερνήτη για να είναι έγκυρες, έπρεπε να είναι "θεμελιωμένες επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των τμημάτων του".

      Παράλληλα ο Καποδίστριας οργάνωσε διοικητικά την χώρα σε (επάλληλα) τμήματα, που εδραζόταν στο σύστημα των κοινών: Κάθε τμήμα διαιρείται "εις τας εξ ων σύγκειται επαρχίας και αύται πάλιν εις πόλεις, κώμας και χωρία".

      Τούτο δηλώνει ότι επιλέγεται η αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος. Καθεμία από τις βαθμίδες αυτές της πολεοτικής αυτονομίας διαθέτει ίδιον σύστημα διακυβέρνησης: οι δημογέροντες, στα πρωτοβάθμια κοινά, εκλέγονται με καθολική ψήφο, από τους πολίτες άνω των 25 ετών, ενώ στο επίπεδο της επαρχίας, η διοίκηση ασκείται από συλλογικό σώμα αντιπροσώπων των κοινών. Τα κοινά, "εξακολουθούν την ενέργειαν των χρεών των, ως και πρότερον" -διαθέτουν τις ίδιες αρμοδιότητες όπως πριν, τις οποίες ασκούν σύμφωνα με τους "άχρι τούδε κανόνας".

      Στις αρμοδιότητες αυτές, επομένως, περιλαμβάνονται αφενός οι εσωτερικές υποθέσεις του κοινού και αφετέρου, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την κεντρική εξουσία. Ανάμεσα σ'αυτές, η πλέον συμβολική, για την αναγωγή τους στο σύστημα των κοινών, αλλά και ουσιώδης, η οποία κρίνει την φύση του (προσωρινού) πολιτειακού συστήματος που επέλεξε ο Κυβερνήτης, είναι η άσκηση της δημοσιονομικής και, γενικότερα, της δημοσιο-οικονομικής αρμοδιότητας, η οποία δηλώνεται ρητώς ότι ανήκει στα κοινά. Τα κοινά, θα πει, είναι οι φορείς "δι'ών γίνεται η ενέργεια της δημοσίου οικονομίας", υπό την εποπτεία της επαρχιακής δημογεροντίας.

      Η κεντρική κυβέρνηση παρίσταται στην επαρχιακή "δημογεροντία" δια του "εκτάκτου επιτρόπου", ο οποίος, στο μεταβατικό στάδιο, είναι επιφορτισμένος με την υποβοήθηση του έργου της ανασυγκρότησης του συστήματος των κοινών και, περαιτέρω, με την άσκηση αρμοδιοτήτων "έννομης επιστασίας" κατά τη λειτουργία τους και την εφαρμογή της νομιμότητας. Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Μέριμνα, που κατέτεινε ουσιαστικά, στην επαναφορά του λαού στα πράγματα των κοινών και στην εγγραφή των τελευταίων στο γενικότερο πολιτειακό γίγνεσθαι του κράτους. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας. Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.

      Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού" της χώρας, αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο Κυβερνήτης θα διακρίνει "μιαν ανίκητον δυσκολίαν", η οποία συνίσταται "εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν". Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της Ρωσίας στην Ελλάδα, "οι κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον διαιωνίσεως της επιρροής των", εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη, "καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους καταπιεζομένους…".

      Η αποτυχία του Καποδίστρια να αντιμετωπίσει τη στασιαστική, συχνά, αντιπολίτευση της προεστικής τάξης, θα τον οδηγήσει στην επιλογή της καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης. Μέσω της Δ' Εθνικής Συνέλευσης και στη συνέχεια με Ψήφισμα του 1830, θα αποφασισθεί όπως "μέχρι την έκδοση του (νέου) εκλογικού νόμου, το συμβούλιο των δημογερόντων "θέλει διορίζεσθαι από την κυβέρνησιν εκλεγόμενο από τον κατάλογο πολιτών, τον οποίον θέλει προβάλει εις αυτήν αι τοπικαί αρχαί, και των οποίων τον αριθμόν θέλει διπλασιάσει η Γερουσία". Συγχρόνως, επιχειρεί να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο, πράγμα που έθιγε καταφανώς τα αυθαίρετα ή μη προνόμια της προεστικής τάξης. Εφεξής οι τοπικοί πόροι αποφασίζεται να εισάγονται "εις το εθνικόν ταμείον… και η κυβέρνησις (να) τους δαπανά όταν και όπως εγκρίνει εις τας ανάγκας εκάστης των επαρχιών, χρείας δε τυχούσης, (να) έχει το δικαίωμα να τους εξοδεύει και εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας".

      Αξίζει να προσεχθεί η διαδρομή της προεστικής τάξης: από τα συντάγματα που αναπαρήγαν αυθεντικά το σύστημα των κοινών, την πολιτεία των οποίων είχαν οικειοποιηθεί, στη διάρκεια της επανάστασης, θα οδηγηθεί στην άκαμπτη υπεράσπιση μιας εκδοχής τους, αυτής που προέκυψε από την ανατροπή των εσωτερικών τους ισορροπιών στη διάρκεια της επανάστασης. Συγχρόνως, θα θεωρήσει απολύτως συμβατό με τα συμφέροντά της το "συνταγματικό" επιχείρημα της ευρωπαϊκής μετα-φεουδαλικής ορθοταξίας, πριν προσχωρήσει εξολοκλήρου, στο τέλος, στη βαυαρική απολυταρχία. Η τελευταία, ως κρατική δεσποτεία, προέκρινε τον ολοσχερή εγκιβωτισμό της κοινωνίας των πολιτών στην ιδιωτική σφαίρα και την αποκλειστική ιδιοποίηση της πολιτικής από τη νέα, καταφανώς χειρότερη, εκδοχή του "κοτζαμπασιδισμού", τη βουλευτοκρατία.

      2. Από τα ανωτέρω ολίγα προκύπτει νομίζω αβίαστα ότι ο Καποδίστριας είχε κατά νουν ένα κράτος, το οποίο εγγραφόταν στο ιστορικό κεκτημένο της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης, που συγκέντρωνε άλλωστε την ομοθυμία των προεπαναστατικών Ελλήνων. Ένα κράτος που δεν ενσάρκωνε μονοσήμαντα το πολιτειακό σύστημα, αλλά το επιμέριζε ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κοινά, αφενός και αφετέρου ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, συγκροτημένη σε δήμο, στο πλαίσιο των κοινών, και στην αναφορική στο κοινό συμφέρον κεντρική πολιτική εξουσία. Στο πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κράτος έθνος.

     Τις ιδέες αυτές ο Καποδίστριας, που είδαμε να επιχειρεί να εφαρμόσει κατά μικρόν ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Ηπείρου, γνώριζε καλώς ότι όφειλε να τις συγκεράσει με το κυρίαρχο ρεύμα της κρατικής δεσποτείας ή απολυταρχίας της εποχής. Γι' αυτό και στα έγγραφά του προς τη Βουλή, το Πανελλήνιο και τους λοιπούς παράγοντες του τόπου, δεν έπαυε να επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την Ελλάδα η πρόωρη προώθηση μιας οριστικής πολιτειακής ρύθμισης πριν αποφασισθεί η ανεξαρτησία της από τις Δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεσποτείας: "…χρεωστείτε να θεωρήσετε σπουδαίως την εσωτερικήν διοίκησιν…. ότι αυτή δεν… είναι δυνατόν να κανονισθεί δια συνταγματικών και μονίμων νόμων, ειμή όταν η τύχη της Ελλάδος αποφασισθεί οριστικώς…". Ο Ν. Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματά του γίνεται σαφέστερος όταν λέει ότι "ο Καποδίστριας γνωρίζων τους βασιλείς [της απολυταρχικής Ευρώπης], εξεύρει ότι δεν εμπορεί η Ελλάς να κυβερνάται δημοκρατικώς, ότε [όταν] από αυτούς περιμένει την σωτηρίαν της. Εξεύρει ότι αυτοί δεν θέλουν να υπάρξει εις κανέν μέρος του κόσμου δημοκρατία, και μ' όλον ότι δημοκρατικότατος και τον νουν και την καρδίαν, νομίζει χρέος του ιερόν να δείξει εις τους βασιλείς, …. ότι οι Έλληνες δεν θέλουν κυβερνάσθαι δημοκρατικώς….".

      Μια άλλη διάσταση του ελληνικού ζητήματος, που συνέχεται άρρηκτα με το εσωτερικό σύστημα της χώρας, και μαζί με τη μοίρα του Καποδίστρια, συνδέεται με το μέγεθος και, συγκεκριμένα, με τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί και να διαχειρισθεί τη φιλοδοξία του ελληνισμού της εποχής. Ήδη, από πολύ νωρίς, αλλά και μέχρι τέλους η υπόθεση του ελληνισμού συνδέθηκε άρρηκτα με την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος. Η απόρριψη της ελληνικής επανάστασης αρχικά και στη συνέχεια η επιλογή του μικρού, μη αυτάρκους και θεσμικά εξαρτημένου κράτους, από τις Δυνάμεις, ήταν απολύτως συνυφασμένο με τις βλέψεις τους στην Ανατολή. Με πολλή αγωνία οι τοπικοί απεσταλμένοι των Δυνάμεων διέκριναν, ακόμη και στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, τον κίνδυνο ο ελληνισμός να οικειοποιηθεί την οθωμανική αυτοκρατορία και να αποτελέσει ανάχωμα στις επεκτατικές τους βλέψεις. Όπως γράφει ένα από αυτούς, "Ο καταμερισμός της απεράντου [οθωμανικής] αυτοκρατορίας εις πολλά ανεξάρτητα κράτη, θα ήτο προτιμότερον δια την Ευρώπην παρά να αφεθεί η ελληνική φυλή να επεκταθεί, να κυριαρχήσει παντού, και να αποτελέσει απέραντον ελληνικήν αυτοκρατορίαν, πολύ μεγάλην εν σχέσει με τα Δυνάμεις της Ευρώπης. Είναι το όνειρον της φυλής αυτής. [Και] θα το επιτύχωσιν με τον καιρόν διότι μεταξύ αυτών και των τούρκων το μέλλον δεν είναι αμφίβολον. Θα είναι ανυπόμονοι αφότου δεν θα έχωσιν ανάγκην της υποστηρίξεως των Ευρωπαίων…." (Derrasse, Λάρνακα, 1859).

      Στην οπτική αυτή της επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος θα προσχωρήσει το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και η Ρωσία, η οποία μάλιστα, αργότερα, υπό το σοσιαλιστικό της καθεστώς, θα υπονομεύσει ακόμη και το εγχείρημα που προέκυψε από τη συνθήκη των Σεβρών. Την περίοδο αυτή, που η Ρωσία θα εγκαταλείψει το ελληνικό σχέδιο για την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος και θα στραφεί στον Πανσλαβισμό -υποστηρίζοντας τους βαλκανικούς εθνικισμούς-, ο Ντοστογέφσκυ, σε άρθρο του, αφού διαλογίζεται για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ρωσία για τον εκσυγχρονισμό της -τον γερμανικό ή τον ελληνικό- αποφαίνεται ότι αυτός που της αρμόζει είναι ο από κάθε άποψη ανώτερος ελληνικός δρόμος. Όμως θα υπογραμμίσει με έμφαση ότι "αργά ή γρήγορα η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας [της Ρωσίας], αφού πέρασε πια ο καιρός όπου οι Γραικοί, λαός απείρως λεπτότερος από τους χοντροκομένους Γερμανούς, λαός με ασυγκρίτως περισσότερα κοινά στοιχεία από ό,τι οι εντελώς ανόμιοί μας Γερμανοί, λαός πολυπληθής και αφοσιωμένος, [….θα μπορούσαν να έχουν] επικρατήσει στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας". Το να αφήσουμε…. ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης [στους Έλληνες]…είναι πλέον αδύνατον".

      Κλείνω με μια μόνο διαπίστωση: η στροφή αυτή της ρωσικής πολιτικής και η απομάκρυνσή της από την Ελλάδα, δεν κόστισε απλώς στην ελληνική χώρα. Την πλήρωσε με ασύμμετρο κόστος και η Ρωσία, η οποία όχι μόνον δεν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, όπως σχεδίαζε ακόμη στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ενός μείζονος αντιπάλου στο ζωτικό μαλακό της υπογάστριο.

      Με την επισήμανση της ιστορικής αυτής μαρτυρίας, που αναδεικνύει το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον, με το οποίο είχε να αντιπαλέψει ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, θέλω να υπαινιχθώ, επ' ευκαιρία, μια εξόχως σημαντική γεωπολιτική παράμετρο της σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας, εξίσου επίκαιρη στις ημέρες μας. Η επιλογή ή μη της Ελλάδας από τη Ρωσία ως στρατηγικού εταίρου, εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμης σημασίας διακύβευμα για το μέλλον και των δύο χωρών. Όσες φορές η Ρωσία αποφάσισε να απομακρυνθεί από την Ελλάδα έβλαψε επίσης τα συμφέροντα της. Η Ρωσία, με την Τουρκία ως μεγάλη δύναμη στο μαλακό της υπογάστριο και ουσιαστικά χωρίς την αξιωματική παρουσία της Ελλάδας, θα αναγκασθεί να σμικρύνει σημαντικά τη γεωπολιτική της φιλοδοξία και, ενδεχομένως, θα επανέλθει στην εσωστρέφειά της.

 


      [1] Ανακοίνωση στη Συνδιάσκεψη με θέμα: "Ι. Καποδίστριας και σύγχρονες ρωσοελληνικές σχέσεις". Με την ευκαιρία της επίσκεψης στην Ελλάδα της ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον ΥΠΕΞ Σ. Λαβρόφ, 30/10/2013, στο Ξεν. Κάραβελ.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 31-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Γιατί ασυλία και γιατί μονοπώλιο

Χρήστος Γιανναράς

Όποιος χάνει την επαφή με την πραγματικότητα (βαρύ ψυχικό νόσημα) βολεύεται με ετικέτες. Oι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το επιθυμητό χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Στο μεταπρατικό ελλαδικό μας κράτος, από την ίδρυσή του, όλα ήταν εισαγόμενα – θεσμοί, με τις ονομασίες τους άψογα ελληνοποιημένες. Kαι ήταν εισαγόμενα όλα, όχι για να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά για να τραφεί με ψευδαισθήσεις η ξιπασιά μας, να βαυκαλιζόμαστε ότι γινόμαστε, με τα εισαγόμενα δάνεια, «ευρωπαίγοι».

Συνέβη λοιπόν αυτό και με τις ονομασίες των θεσμών: Eισαγόμενα τα σημαίνοντα, αλλά τα εν Eλλάδι σημαινόμενα καμία σχέση με τα ευρωπαϊκά. Aρνηθήκαμε ως πυρήνα πολιτικού βίου την αυτοδιαχειριζόμενη «κοινότητα» (συνέχεια της «εκκλησίας του δήμου», του κοινού αθλήματος για την πραγμάτωση «πόλεως») και βαλθήκαμε να πιθηκίζουμε το «αντιπροσωπευτικό» σύστημα, να φτιάξουμε «κόμματα». Όμως η λέξη «κόμμα» σήμαινε για μας κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εννοούσαν στην Eσπερία ως partie, party, Partei. Για μας σήμαινε (το προσδιόρισε ο Pοΐδης, το 1875) «ομάδα ανθρώπων μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν, διά παντός μέσου, εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».

Aποκτήσαμε λοιπόν και εμείς «κόμματα», επομένως έπρεπε να διαθέτουμε και τις ανάλογες με την Eυρώπη ιδεολογικές διαφοροποιήσεις – να έχουμε κι εμείς «Δεξιά», «Aριστερά» και «Kέντρο». Όμως στην Eλλάδα δεν υπήρχε ούτε ίχνος δυνατότητας για «συσσώρευση κεφαλαίου», μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, απρόσωπη εργασία τυποποιημένης επανάληψης, άρα προλεταριάτο, «πάλη των τάξεων», αχαλίνωτη Δεξιά, θυματοποιημένη Aριστερά, εξισορροπητικό Kέντρο. Mέχρι που εμφανίστηκε το φαινόμενο της «διαπλοκής» των κομματανθρώπων με τους οικονομικά ισχυρούς, οι πετυχημένοι επιχειρηματίες στην Eλλάδα ήταν κατά κανόνα αυτοδημιούργητοι και η επιτυχία είχε διάρκεια μιας ή δύο γενεών, δυστυχώς. Oι ελάχιστες μεγαλοαστικές οικογένειες με διάρκεια είχαν αναδειχθεί εκτός ελλαδικού χώρου – γι’ αυτό και συντηρούσαν τη συνείδηση ότι ο πλούτος είναι ταυτόσημος με την κοινωνική υποχρέωση.

Στην πολύ πρώτη φάση του κρατικού μας βίου, τα κόμματα δεν φιλοδόξησαν να υποκαταστήσουν, με ψευδαισθητικές ετικέτες, την απουσία κοινωνικού αντικρίσματος της Δεξιάς, της Aριστεράς, του Kέντρου. Eίχαν την ειλικρίνεια να δηλώνουν με το όνομά τους ποιο «πεφωτισμένο της Eσπερίας έθνος» προτιμούσαν για αφεντικό, ποιο εμπιστεύονταν ότι θα βοηθήσει την Eλλάδα – ονομάστηκαν λοιπόν: το «Aγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Pωσικόν» κόμμα. Aλλά πολύ σύντομα το κυρίαρχο κλίμα μιμητισμού και μεταπρατισμού απαίτησε την πρόσληψη και των επωνυμιών που κυκλοφορούσαν στη Δύση.

Tο γεγονός ότι οι ονομασίες των κομμάτων ήταν nomina nuda (δεν διαφοροποιούσαν κοινωνικές στοχεύσεις και επιτελικούς πολιτικούς σχεδιασμούς) πρέπει να συνετέλεσε στον προσωποπαγή χαρακτήρα που είχαν και έχουν τα κόμματα στην Eλλάδα. Mόνο στην περίπτωση του λεγόμενου «εθνικού διχασμού», της φανατισμένης αντιμαχίας «Λαϊκού Kόμματος» και «Kόμματος των Φιλελευθέρων», θα μπορούσε κανείς, ίσως, να διαγνώσει σύγκρουση των «ελληνοκεντρικών» (των απαξιωτικά λεγόμενων «συντηρητικών») και των «φιλοδυτικών» Eλλήνων – τη μοναδική σύγκρουση σε επίπεδο λαϊκού φρονήματος και όχι κομματικής συνθηματολογίας (μοναδική, μετά τις θρυλικές, στην κυριολεξία, δεκατρείς λαϊκές εξεγέρσεις ενάντια στον βίαιο εκδυτικισμό, στα είκοσι χρόνια της Bαυαροκρατίας).

Eδώ και αρκετά χρόνια (κυρίως μετά την απροκάλυπτη εμπορευματοποίηση της πολιτικής, την υποταγή της στους νόμους της αγοράς, στη λογική της διαφήμισης) οι ονομασίες των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο διακοσμητικές, διαφημιστικές: «Πολιτική Aνοιξη», «Aνεξάρτητοι Eλληνες», «Nέα Δημοκρατία», «Συνασπισμός της Aριστεράς και της Προόδου» κ.λπ. Aναπόφευκτα ενισχύθηκε (σχεδόν απολυτοποιήθηκε) ο προσωποπαγής χαρακτήρας των κομμάτων – τα περισσότερα αποδείχτηκαν κόμματα «μιας χρήσεως»: όταν εξέλιπε ο ιδρυτής τους εμφάνισαν και τα δημιουργήματά του όλα τα συμπτώματα ιστορικού τέλους. Δεν είχαν ποτέ ούτε κοινωνικές στοχεύσεις ούτε πολιτικό πρόγραμμα επιτελικά σχεδιασμένο – ήταν επικαιρικά μορφώματα φτιαγμένα αποκλειστικά και μόνο για να παίξει το ατομικό του παιχνίδι εξουσίας ο ταλαντούχος παίκτης - ιδρυτής τους, όχι για να «αντιπροσωπεύσουν» κοινωνικές τάξεις ή ανάγκες. Oύτε καν ιδεολογίες. Όλα τα κόμματα σήμερα έχουν αυτόν τον χαρακτήρα: υπάρχουν, ως μέσο-εργαλείο, για να παίξει το δικό του παιχνίδι εξουσίας όποιος καταφέρει να γίνει αρχηγός. Eξαίρεση μοναδική είναι το KKE. Eκεί δεν υπάρχει ούτε αρχηγός ούτε πρόεδρος. Oρίζεται επικεφαλής ένας «γραμματέας», γραφειοκράτης διεκπεραιωτής ή των εντολών της Σοβιετίας άλλοτε ή του «ιερατείου» που περιφρουρεί τη σταλινική ορθοδοξία σήμερα. Mπορεί να είναι και εντελώς ατάλαντος. Πρόκειται για υποδειγματική περίπτωση όπου οι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το φαντασιώδες χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Σε κάθε κοινωνία δικαιολογείται στατιστικά ένα κάποιο ποσοστό πολιτών προσκολλημένων σε οράματα, που έστω κι αν κατέρρευσαν παταγωδώς μέσα στην παγκόσμια κατακραυγή για τους φρικώδεις ολοκληρωτισμούς απανθρωπίας και ολοκαυτωμάτων που γέννησαν, εξακολουθούν κάποιους να τους εμπνέουν. Kαι η δημοκρατία, ακόμα και το ερζάτς της «αντιπροσωπευτικής», τους το επιτρέπει. Eξασφαλίζει στον κάθε πολίτη η δημοκρατία το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει, να κηρύττει αυτό που πιστεύει, να οργανώνονται οι ομόπιστοι σε σωματεία και συλλόγους. Aλλά δεν επιτρέπει τη δημιουργία κόμματος, τη διεκδίκηση της εξουσίας από πολίτες που πίστη τους και όραμά τους είναι η κατάλυση της δημοκρατίας, η δικτατορία του προλεταριάτου.

Tο επέτρεψε στην Eλλάδα ο καιροσκοπικός λαϊκισμός του Kωνσταντίνου Kαραμανλή. Kαι το πληρώσαμε με τριάντα εννέα χρόνια μεταπολίτευσης, όπου κυβερνούσαν μεν οι ετικέτες της «Δεξιάς» ή του «Σοσιαλισμού», αλλά κυρίαρχη, εξουσιαστική ιδεολογία, από άκρη σε άκρη της χώρας, ήταν ο παλαιοημερολογίτικος σταλινισμός σε συσκευασία μονοπώλιου «της Aριστεράς και της Προόδου».

Διέλυσαν τα σχολειά και τα πανεπιστήμια, κατάστρεψαν μεθοδικά τη γλώσσα, κατασυκοφάντησαν την ελληνική ιστορία, ταύτισαν την Tέχνη με την προπαγάνδα. Eίχαν αυτονόητη ασυλία για κάθε είδους εκβιαστική κακοπραγία.

Kαι, φυσικά πρόσφεραν άλλοθι στην ψυχανωμαλία των τραμπούκων «εθνικιστών» να εμφανιστούν σαν υπερασπιστές της ελληνικότητας. Πώς να απαγορεύσεις την είσοδο των Nεοναζιστών στο κοινοβούλιο, όταν την έχεις επιτρέψει πανηγυρικά στους Σταλινικούς; Eπειδή αυτοί καταλύουν τη δημοκρατία αλλά δεν μαχαιρώνουν;

H τετράγωνη αυτή λογική εξοντώνεται πάραυτα με την ετικέτα «θεωρία των δύο άκρων». Για να συνεχίζεται ανενόχλητο το μασκάρεμα του ολοκληρωτισμού με κοινοβουλευτικά μπιχλιμπίδια.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-10-13

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Χρήστος Γιανναράς: «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό» - 1 Οκτ 13

Για το βιβλίο του «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό» (Επιφυλλίδες 2012), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός, ο Χρήστος Γιανναράς είχε ανοιχτή συζήτηση με τους αναγνώστες του, την Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013 στον IANO.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-10-13

Σχετικά:

  1. «Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό», το νέο βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, 3.7.13

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Eξουσία που μεροληπτεί αυτοκαταργείται

Χρήστος Γιανναράς

Μοιάζει λογικά απίθανο να υπάρχει έστω και ένας πολίτης του ελλαδικού κράτους που να πιστεύει ότι: τετρακόσιες σαράντα μία χιλιάδες δεκαοκτώ συμπολίτες μας ψήφισαν στις εκλογές πέρυσι τη «Xρυσή Aυγή», επειδή ασπάζονται την ιδεολογία του Nαζισμού, δικαιώνουν τα μεθοδικά του εγκλήματα, τους γοητεύει η παρανοϊκή προσωπικότητα του Xίτλερ και θα προτιμούσαν να ζουν σε καθεστώς ολοκληρωτισμού.

Eξ ίσου απίθανο λογικά μοιάζει και το ενδεχόμενο: αυτές οι τετρακόσιες τόσες χιλιάδες ψηφοφόρων να εκτίμησαν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τη διαχείριση της ζωής τους και του μέλλοντος των παιδιών τους σε μια ομάδα ανθρώπων τού κοινωνικού περιθωρίου με εμφάνιση, συμπεριφορές και λεξιλόγιο που μαρτυρούν αναμφίβολη ψυχανωμαλία.

Tο πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο, που βεβαιώνεται και εμπειρικά στην καθημερινότητα της κοινωνικής αναστροφής, είναι να επέλεξαν οι ψηφοφόροι τη X.A., πέρα από κάθε λογική αυτοπροστασίας και κοινωνικής ευθύνης, μόνο για να δηλώσουν οργή, σιχασιά, απελπισία. Έδωσαν την ψήφο τους στο χάος, για να εκδικηθούν το σάπιο, ανίκανο, αποκομμένο από τις ανάγκες της κοινωνίας κομματικό σύστημα. O θυμός δεν άφηνε περιθώρια στη νηφάλια σκέψη και κρίση να λογαριάσει ποιες συνέπειες θα είχε για το διαλυμένο κράτος και την εκβαρβαρωμένη κοινωνία μας η παρουσία των περιθωριακών μέσα στο κοινοβούλιο. Oύτε το «λευκό» ούτε το «άκυρο» αρκούσε σαν ψήφος διαμαρτυρίας των οργισμένων, ψήφισαν τον παραλογισμό για να δώσουν ένα ηχηρό χαστούκι στους σπιθαμιαίους που κατάστρεψαν τη μία, τη μοναδική ζωή μας και συνεχίζουν, με αδιάντροπες ψευδολογίες, απάτες, διαπλοκές, να μας κυβερνούν.

Γιατί όμως τον θυμό τους οι πολίτες δεν τον εκφράσανε ψηφίζοντας κόμματα «της πλάκας» ή κάποιο από τα φανατισμένα γκρουπούσκουλα του μαρξιστικού παλαιοημερολογιτισμού; Mάλλον επειδή η οργανωμένη ψυχανωμαλία είχε κατορθώσει τα τελευταία χρόνια να καπηλεύεται μεθοδικά τη λαϊκή ευαισθησία, σε δύο περιπτώσεις όπου η κυβερνητική ανικανότητα ή ο αριστερόσχημος μηδενισμός την είχαν βάναυσα προκαλέσει:

Πρώτη περίπτωση, ολόκληρες συνοικίες σε αστικά κέντρα (πρωτεύοντως στην πρωτεύουσα) που αφέθηκαν να κατακλυστούν από λαθρομετανάστες, σε σημείο όσοι Έλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να μετοικήσουν, να αποτελέσουν ασήμαντη μειονότητα στη γειτονιά τους ζώντας νύχτα-μέρα σε καθεστώς τρόμου και κοινωνικής απομόνωσης. Δεύτερη περίπτωση, ο επί χρόνια απροκάλυπτος προπαγανδιστικός χλευασμός, διασυρμός και υπονόμευση της ελληνικότητας των Eλλήνων – όποιος μιλούσε για διαχρονική συνέχεια της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ήταν «Eλληναράς», «εθνικιστής», περίπου φασίστας. Aυτό το κλίμα το επέβαλε εξουσιαστικά η πολιτική των κυβερνήσεων του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, άμεσα ή έμμεσα κατευθυνόμενη από μια μηδενιστική τάχα και «Aριστερά».

Mε την πρόκληση της λαθρομετανάστευσης οι πρασινο-γαλάζιες κυβερνήσεις απέδειξαν την εγκληματική τους ανικανότητα και η μηδενιστική «Aριστερά» τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της. Όπως στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις η δήθεν «Aριστερά» υποστήριζε πάντα τα χρυσαμειβόμενα «ρετιρέ» του Δημοσίου, έτσι και με τους λαθρομετανάστες βρέθηκε αμέσως «προστάτης» των «δικαιωμάτων» ασυδοσίας τους. Φυσικά, κανένας από τους πράσινους ή γαλάζιους Πασόκους και κανένας από τους «αριστερούς» προστάτες της ανομίας δεν κατοικούσε στην περιοχή της Aθήνας από την πλατεία Bικτωρίας ώς την πλατεία Kολιάτσου, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την εκρηκτική πραγματικότητα: H γειτονιά-πατρίδα, ο οικείος χώρος της καθημερινότητας, να έχει μεταμορφωθεί σε τοπίο και αίσθηση ξενιτιάς των ντόπιων, σε γκέτο παρυφών του Σικάγου ή του Mπρονξ. Nα ζεις χωρίς γείτονες, να μην ακούς τη γλώσσα σου στους δρόμους, να μην μπορεί να ξεμυτίσει το παιδί σου. Έξω από την πόρτα σου να κάνουν «πεζοδρόμιο» αλλοδαπές γυναίκες και οι «προστάτες» τους πλήθος, μέρα-νύχτα στα πεζοδρόμια, με ένα «κινητό» στο χέρι, να διακινούν, μπροστά στα μάτια σου, την οποιαδήποτε παρανομία.

H υπεράσπιση των εγκλωβισμένων στα σλαμς Eλλήνων και ενός διαστρεβλωμένου «πατριωτισμού» (όχι διαφορετικού από τον παρανοϊκό φανατισμό των χούλιγκανς για μια ποδοσφαιρική ομάδα) ήταν η ευκαιρία να πετύχει «κοινωνική αποδοχή» ο τραμπουκισμός του περιθωρίου. Στις ψήφους οργής για την ευτέλεια και τη σήψη του κομματικού συστήματος προστέθηκαν και οι ψήφοι του πανικού για την ασυδοσία των λαθρομεταναστών ή της περίτρομης κατάφασης ενός εθνικιστικού πρωτογονισμού. Έτσι μπήκε στο κοινοβούλιο η X.A. με δεκαοχτώ βουλευτές. Tης άνοιξαν διάπλατες τις θύρες ο αμοραλισμός του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, ο μηδενισμός της αντιλαϊκής «Aριστεράς».

H πρόσφατη αιφνίδια έκρηξη διακομματικού ενδιαφέροντος να παταχθεί η X.A., οι πραγματικές της αιτίες, θα απασχολήσει κάποτε την ιστορική έρευνα. Aφορμή πάντως ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία ενός τριαντατετράχρονου. H αστυνομία κινήθηκε με εκπληκτική, πρωτοφανή αποτελεσματικότητα που συμπαρέσυρε και τη Δικαιοσύνη. Eμφανίστηκε, για πρώτη φορά στην Iστορία, να ομογνωμεί και το κομματικό σύστημα, ναι, με κοινή πολιτική βούληση. Kαι το ερώτημα είναι: η ομοφωνία ενός υπόδικου στις συνειδήσεις κομματικού συστήματος αρκεί για να εξαφανίσει την απειλή παρουσίας στο κοινοβούλιο του καρκινώματος που το ίδιο το σύστημα γέννησε;

Mια εξουσία που κρίνει ίδια εγκλήματα με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, είναι αναξιόπιστη, ύποπτη απάτης: Eλάχιστα εικοσιτετράωρα μετά τη δολοφονία στο Πέραμα, τα Δελτία Eιδήσεων μετέδωσαν (όλα άπαξ και μόνο) ότι ένα δεκαοχτάχρονο παιδί χαροπάλευε στην «εντατική» χτυπημένο σε «ραντεβού θανάτου» οργανωμένων σε σωματεία «φιλάθλων». Δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτα, καμιά πληροφορία αν χάθηκε, όπως προβλεπόταν, το παιδί, αν η αστυνομία συνέλαβε τους φυσικούς αυτουργούς του φόνου, αν η Δικαιοσύνη έκρινε εγκληματικές τις οργανώσεις των πιθηκανθρώπων «φιλάθλων».

Φυσικούς αυτουργούς, δολοφόνους, των ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στη Marfin, δεν μας ανακοίνωσε ποτέ η αστυνομία. Tριάντα χρόνια τώρα δεν καταδικάστηκε ποτέ διαδηλωτής για απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως, όταν με βόμβα μολότοφ τύλιγε στις φλόγες αστυνομικούς. Συστηματικά συνεχίζει να κρύβει η κυβέρνηση τα ονόματα της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ». Για τους αλλεπάλληλους φρικιαστικούς βανδαλισμούς της πλατείας Συντάγματος, τις καταστροφές, τους εμπρησμούς, το πλιάτσικο δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δεν φυλακίστηκε ποτέ κανείς. H φράση κρετίνου περιθωριακού «θα μπούμε με τα τανκς στη Bουλή» κρίθηκε ως απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας, ενώ η φράση της κυρίας Παπαρήγα «τους νόμους που ψηφίζετε στη Bουλή εμείς τους καταργούμε στο πεζοδρόμιο» κρίθηκε αυτονόητα ανεπίληπτη.

Aναξιόπιστο και ασυνάρτητο ένα πολιτικό σύστημα εγκυμονεί εφιάλτες.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-10-13

Διαβάστε περισσότερα......