Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η πολιτική ξαναγίνεται προφορική υπόθεση

Σε εποχή φτώχειας τα λόγια δεν είναι φτώχεια, αλλά βάλσαμο για την κοινωνία
Βασίλης Καραποστόλης*

Ας μη μας φαίνεται λίγο που ξαναρχίσαμε να μιλάμε δημοσίως. Είναι ευοίωνο ότι μέσα στο ξάφνιασμα της κρίσης, μέσα στις δυσκολίες που ενέσκηψαν, όλο και περισσότερο τα θύματα νιώθουν την ανάγκη αντί να καταπιούν τα συμβάντα, να τα αναπλάσουν με τη γλώσσα τους. Οι άνθρωποι ξανάγιναν εξ ανάγκης ομιλητές. Τους ακούμε να προσπαθούν να ξαναπιάσουν το νήμα των γεγονότων μέσα σε μαγαζιά, σε ταξί, ή στους δρόμους και να μη βιάζονται πια να φύγουν όταν και οι άλλοι γύρω τους κάνουν το ίδιο. Πασχίζουν να συγκροτήσουν μια γνώμη και να την πουν, μολονότι το ξέρουν πως τα στοιχεία που διαθέτουν είναι λειψά. Μέσα στον στρόβιλο από ειδήσεις, υποθέσεις και φήμες, πώς να βρει κανείς μια στέρεη βάση για να σκεφτεί με στοιχειώδη λογική συνοχή; Αλλά ακριβώς για να μη βουλιάξει μέσα στη σύγχυση πρέπει να σκεφτεί και για να σκεφτεί πρέπει να μιλήσει.

Σήμερα προέχει να μιλήσουμε, ακόμη κι αν οι συλλογισμοί μας συναντούν αδιέξοδο. Αυτό ισχύει παντού όπου η κρίση δείχνει τα δόντια της, δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο. Στην Αργεντινή, όταν τα γνωστά γεγονότα πριν από μερικά χρόνια, πήγαν να διαλύσουν μαζί με την οικονομία την κοινωνία και τα ήθη, το μόνο που αντέταξαν οι πληγέντες ήταν η ικανότητά τους να συσπειρώνονται σε ομάδες. Υπάρχουν ντοκουμέντα στα οποία καταγράφεται καθαρά αυτή η αμυντική διαδικασία με την οποία οι αβοήθητοι ανταλλάσσοντας πείρα και γνώσεις βοηθούσαν ο ένας τον άλλο κι έφθαναν στο σημείο να νιώθουν ένα είδος λύτρωσης μες στη δυστυχία τους.

Ήταν γιατί ξανακέρδιζαν τη φωνή τους. Δεν ήταν πια ιδιώτες - «παθόντες», αλλά πολίτες που ανακοίνωναν το τι έπαθαν και προσπαθούσαν να το ερμηνεύσουν. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι μαρτυρίες αυτές μας λένε ότι οι κακοπαθημένοι εκείνοι, παρά τις στερήσεις και την ανεργία που τους πίεζαν, βρήκαν ότι το να συζητούν μεταξύ τους ήταν μια ευτυχία που τους είχε λείψει πολύ. Τη ξανάβρισκαν μέσα στην οικονομική κρίση. Πράγμα που σημαίνει ότι η προηγούμενη περίοδος της σχετικής ευημερίας τους ήταν ταυτόσημη με την υποχρεωτική σιωπή.

Αλήθεια, αυτό δεν γινόταν παντού; Στην Αμερική, στην Ευρώπη, το ιδιωτικό νοικοκυριό απορροφούσε όλους τους κραδασμούς της ζωής και επέτρεπε στον ένοικο του σπιτιού να ξεχνιέται μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη, να ξεχνάει δηλαδή αυτό που θα ήθελε να πει ο ίδιος, να σχολιάσει, να διασταυρώσει, να δοκιμάσει με δυο λόγια τη σκέψη του πάνω στη σκέψη των άλλων. Από έλλειψη διανοητικών τριβών ο σύγχρονος ιδιώτης έγινε ατροφικός στην άρθρωση. Αμέτρητα αγορασμένα ψιλοπράγματα βούλωναν το στόμα του. Αλλά όταν άρχισαν τα υλικά αυτά αποκτήματα να μειώνονται, αναπήδησε και πάλι από το στόμα του η βαθιά ανάγκη για έκφραση.

Το είδαμε αυτό να εκδηλώνεται εντυπωσιακά και στη Νέα Υόρκη πριν από λίγο καιρό. Οι διαδηλωτές που συμμετείχαν στο κίνημα Occupy Wall Street καθιέρωσαν στις κινητοποιήσεις τους τη χρήση ενός «ανθρώπινου μικροφώνου», όπως το είπαν. Αντί για την ντουντούκα, μέσο μετάδοσης έγινε η επανάληψη από το πλήθος της ομιλίας κάθε αγορητή.

Δεν ήθελαν πια οι διαμαρτυρόμενοι να αναπαράγεται μηχανικά ο ήχος της ανθρώπινης φωνής, ήθελαν να τον αναπαράγουν οι ίδιοι και με τον τρόπο αυτό να γίνονται συμμέτοχοι σε μια φυσική, σωματική τελετουργία. Να λοιπόν που τα διασπασμένα, απονευρωμένα άτομα αναζητούν ξανά δεσμούς αλληλοζωογόνησης. Για να ζήσουν άραγε τι; Μια ομαδική μέθη μήπως; Μια ομαδική εκτόνωση;

Είναι αρκετοί εκείνοι που κοιτάνε με δύσπιστο μάτι αυτές τις χειρονομίες της πελαγωμένης ατομικότητας, της δυτικής ατομικότητας που κουράστηκε να προφυλάγεται, να κουμπώνεται και θα ’θελε να ψάξει ξανά τα σημεία επαφής της με τους άλλους. Ωστόσο, η δυσπιστία απέναντι στα αυθόρμητα ανοίγματα είναι υπερβολική και εν πάση περιπτώσει αποτελεί πολυτέλεια για τους καιρούς μας. Είναι ασήκωτο το βάρος να είναι κανείς φτωχός και μαζί καχύποπτος. Και είναι πολύ ελαφρύτερο το βάρος όταν μοιράζεται κανείς με τους ομοιοπαθείς αυτό που είναι κοινό βάσανο αλλά που ο καθένας το κρατάει κρυφό. Το χειρότερο βάσανο της εποχής μας είναι ότι η νοημοσύνη των ανθρώπων, η αντίληψή τους, το μυαλό τους το εκπαιδευμένο επί χρόνια στα θρανία, παραγκωνίζεται χωρίς προσχήματα.

Όλοι μέχρι σήμερα θίγονταν και όλοι έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν. Υποδύονταν τους πολιτικά ανόητους με αντάλλαγμα την ιδιωτική εξασφάλιση. Δέχονταν να μη συζητάνε πολύ μεταξύ τους διότι τα «πολλά λόγια ήταν φτώχεια». Όμως τώρα που η φτώχεια εμφανίστηκε απροσδόκητα, βλέπουμε πως το αξίωμα που μας συμβούλευε να είμαστε λιγομίλητοι χρησιμοποιήθηκε εις βάρος μας. Μας ζήτησαν να γίνουμε καταναλωτές της σιωπής μας. Το δεχτήκαμε. Τώρα θα χρειαστεί να το αρνηθούμε ξανά. Να αρνηθούμε πρώτα απ’ όλα ότι είμαστε πολύ ακατατόπιστοι, πολύ απλοϊκοί, πολύ μικροί για να συζητάμε τα «μεγάλα» ζητήματα. Μας λένε: μπορείτε να κουβεντιάζετε για τις δουλειές σας, για τα ψώνια σας, για τους έρωτες ή τις αρρώστιες σας - μπορείτε ακόμη και για την ύπαρξη του Θεού να συζητάτε. Όχι όμως και για το Χρήμα ή την Εξουσία. Όχι και για τους επίγειους θεούς και, κυρίως, όχι για τους ιερείς τους. Θα παραβούμε τις εντολές;

 

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι Καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-04-12


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: