Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας

Χρήστος Γιανναράς

Aμέσως μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον λιμό της κατοχής και την πολυαίμακτη κομμουνιστική ανταρσία, οι πρώτοι «τουρίστες» που έφτασαν μαζικά στη συφοριασμένη Ελλάδα ήταν Ελληνοαμερικανοί. Ερχονταν να ξαναβρούν όσους συγγενείς επέζησαν, να μετρήσουν νεκρούς, να κομίσουν όποια ιδιωτική βοήθεια ήταν μπορετό, κυρίως σε ρουχισμό.

Πρέπει αυτές οι επισκέψεις να έγιναν αισθητές στην ελλαδική κοινωνία, ήταν εκτεταμένο φαινόμενο. Ο Ελληνοαμερικανός συγγενής αποτέλεσε αξιοπερίεργη παρουσία, σχολιάστηκε, κρίθηκε, ταξινομήθηκε: Η αμερικανίζουσα προφορά των ελληνικών, η διάνθισή τους με ελληνοποιημένες αμερικάνικες λέξεις, οι περίεργες αμφιέσεις, οι συνεχείς συγκρίσεις του αμερικανικού με τον ελληνικό τρόπο του βίου, μαζί και μια αφέλεια εμπιστοσύνης τις ανθρώπινες σχέσεις (σε αντίθεση με την οξυμμένη πάντοτε καχυποψία των Ελλαδιτών), όλα αυτά μαζί, συγκροτούσαν τον τύπο που χαρακτηρίστηκε σκωπτικά: ο «μπρούκλης» (προφανώς από τον κάτοικο του Brooklyn) ή «το αμερικανάκι».

Η ελλαδική κοινωνία έβγαινε τότε από μια συντελεσμένη καταστροφή, η χώρα ήταν ερειπωμένη, πάρα πολλά χωριά εγκαταλελειμμένα, στέρηση και φτώχεια απροσμέτρητη, η ανασφάλεια κυρίαρχο αίσθημα. Κι όμως ο Ελλαδίτης έβλεπε τον φανταχτερό σε όλα του «μπρούκλη» με συμπάθεια αλλά αφ’ υψηλού. Δεν παραδόθηκε με κεχηνότα θαυμασμό στο «μοδέρνο» και στο φανταχτερό, στάθηκε όχι απλώς κριτικά, αλλά και με σκώμμα, που σημαίνει: με κάποια συναίσθηση υπεροχής.

Ειρωνεύτηκαν και σατίρισαν οι Ελλαδίτες την αισθητική των Ελληνοαμερικανών και τη γλωσσική τους υποβάθμιση. Δεν μπορούσαν, τότε, να μην περιγελάσουν (διακριτικά ή εκ των υστέρων) το θέαμα ενήλικου άνδρα με πολύχρωμα σορτς και λουλουδάτο πουκαμισάκι ή της ώριμης γυναίκας με ξέχειλα από μαραμένες σάρκες εξώπλατα φορέματα και πελώρια ντεκολτέ. «Σνόμπαρε» αυτή την ανεμελιά για την αισθητική ο Ελλαδίτης, όπως τη σνομπάρει πάντοτε κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος, που ξέρει να ξεχωρίζει το τι του ταιριάζει από το τι ομοιότροπα επιβάλλει η μόδα. Καθόλου τυχαία ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της αμφίεσσης στις ΗΠΑ συμβαδίζει με τα τεράστια ποσοστά παχυσαρκίας του πληθυσμού και τα ανάλογα ποσοστά των «λειτουργικώς αναλφαβήτων».

Λειτούργησε επίσης τότε, ως αφορμή αφ’ υψηλού θεώρησης των «μπρούκληδων», η κακή γλωσσική τους εκφραστική: γελούσαν οι Ελλαδίτες με τα γραμματικά και συντακτικά λάθη στη γλώσσα τους. Καταστραμμένοι, ρημαγμένοι, ζώντας με μεγάλες στερήσεις, επέμεναν να αξιολογούν τους ανθρώπους από τη γλώσσα που μιλούσαν, όχι από τα λεφτά τους, όχι από τις χρυσές καδένες. Ο Μποστ, ιδιοφυής σκιτσογράφος, κατάκτησε την ελλαδική κοινωνία ποντάροντας ακριβώς στη γραμματική και συντακτική ευαισθησία (και κατάρτιση) των Ελλήνων – σήμερα κανένας δεν θα γελούσε με το καυστικό του χιούμορ, αφού το στραπατσάρισμα της γλώσσας που χαρακτήριζε άλλοτε τους απαίδευτους και τους ολιγόνοες είναι σήμερα γνώρισμα υπουργών και πρωθυπουργών.

Είναι συναρπαστικό να μελετήσει κανείς την παραλληλία γλωσσικής ευαισθησίας (ακόμα και άσχετης από σχολική φοίτηση και σπουδές) με τις αισθητικές απαιτήσεις στην ένδυση, σε προγενέστερα χρόνια. Να μελετήσει κυρίως το πώς προσέλαβαν το δυτικό ένδυμα οι Ελληνες στο ελλαδικό κράτος και πώς οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους. Γιατί κάποτε η Ελληνίδα της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Οδησσού, της Τραπεζούντας φορούσε τη μακριά τουαλέτα με την τέλεια άνεση της οποιασδήποτε Ευρωπαίας, ενώ η Ελλαδίτισσα που πρωτόβαλε τέτοιο φόρεμα στο Μπρούκλιν ή στο Σικάγο έμοιαζε αμέσως να μιμείται κάτι ξένο και γι’ αυτό να μοιάζει κωμική. Το ίδιο και ο άντρας με το φράκο ή το σμόκιν.

Το μυστικό πρέπει να ήταν ότι οι Ελληλνες οι εκτός ελλαδικού κράτους ένιωθαν περήφανοι για την ελληνικότητά τους, ζούσαν την ελληνικότητα ως πολιτισμική υπεροχή, ως ποιότητα ζωής. Με αυτή τη βιωματική σιγουριά είχαν την αυτονόητη άνεση να προσλαμβάνουν οτιδήποτε καινούργιο που το εύρισκαν ταιριαχτό με τα γούστα τους, να το αφομοιώνουν στον «αέρα» της ευγενικής τους καταγωγής. Αυτή τη στάση πρέπει να υπονοούσε ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε: «Για να είσαι κοσμοπολίτης, πρέπει πρώτα να είσαι Ελληνας».

Η επίσημη ιδεολογία του «εθνικού» κράτους (τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην πολιτική πρακτική – στη συγκρότηση των θεσμών και στη λειτουργία τους) ήταν πάντοτε στους αντίποδες της κοσμοπολίτικης αρχοντιάς: Το κράτος προϋπέθετε την Ελλάδα βαλκανική επαρχία της Ευρώπης, που για να εκπολιτιστεί και εκσυγχρονιστεί, όφειλε να μιμηθεί (όχι να προσλάβει) τη Δύση. «Πρόοδος» ήταν η αντιγραφή, ο πιθηκισμός από μειονεξία ή ξιπασιά, που καθηλώνει στον ρόλο του ουραγού, στο ρίσκο της παρωδίας, της καρικατούρας – τον «μπρούκλη» τον γέννησε το ελλαδικό κράτος, όχι η αμερικανική κοινωνία.

Το κακοφορεμένο φράκο συνοδεύτηκε στην κρατική Ελλάδα από δάνειες αντιλήψεις για τη γλώσσα (κοραϊκή «καθαρεύουσα» και ψυχαρική «δημοτική») και από επαχθή δάνεια χρηματικά που κράτησαν τους Ελλαδίτες πάντοτε υποτελείς των «φίλων» και «συμμάχων» τους Ευρωπαίων. Τι σύμπτωση, που ο εκπασοκισμός της ελλαδικής κοινωνίας, τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια, αναζωπύρωσε εντυπωσιακά το ίδιο τριπλό σύμπτωμα: Κατάστρεψε, σε βαθμό αναπηρίας, τη νεοελληνική γλώσσα και έκφραση. Προπαγάνδισε την «ανεμελιά» στην αμφίεση βυθίζοντας μεγάλες πληθυσμικές ομάδες σε ενδυματολογική ακαλαισθησία, την πιο επιδεικτική που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Και καταδίκασε το κράτος σε ανήκεστη οικονομική υποτέλεια, για το υπόλοιπο του αιώνα, λόγω εξωφρενικού δανεισμού με τους πιο ταπεινωτικούς όρους.

Συμπέρασμα: Αν υπάρξει ποτέ πολιτική παράταξη με συνεπή και προγραμματικό αντι-πασοκισμό, θα το αντιληφθούμε από τρία σημάδια: Θα έχει πρώτη προτεραιότητα, τη γλώσσα. Η εξωτερική εμφάνιση των μπροστάρηδων θα απηχεί την αρχοντιά της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, αυτήν που μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας. Και τρίτο, θα συνεγείρει τους Ελληνες σε αγώνα απεξάρτησης από τον πατριδοκτόνο δανεισμό.

Αυτά τα τρία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 31-07-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Δημοσκοπήσεις προκλητικές αμετανοησίας

Χρήστος Γιανναράς

H δημοκρατία είναι κοινωνικό κατόρθωμα, όχι ιδεολογική συνταγή. Για την ιδελογική συνταγή βεβαίως δεν υπάρχουν αδιέξοδα, οι ιδεολογίες προσχεδιάζουν συνήθως παραδείσους. Eνώ το κοινωνικό κατόρθωμα προϋποθέτει εξ ορισμού και το ενδεχόμενο του μη κατορθώματος, της αποτυχίας ή της ανικανότητας.

Oταν μια συλλογικότητα αποτυγχάνει ή δεν είναι ικανή να κατορθώσει τη δημοκρατία (δεν διαθέτει την απαιτούμενη κατά κεφαλήν καλλιέργεια), τότε πρέπει κάπως αλλιώς να εξασφαλιστεί η διαφορά της κοινωνίας των αναγκών από τη θηριωδία της ζούγκλας. Συνήθως αυτόν τον ρόλο σπεύδουν να τον αναλάβουν αυτεπάγγελτοι «σωτήρες» – σατραπικά άτομα ή συμμορίες εξουσιολάγνων. Mιλάμε τότε για «αυταρχικά καθεστώτα», που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα (συνήθως με τρόπο αυθαίρετο) προκειμένου να αποτρέψουν τη γενικευμένη αυθαιρεσία των νόμων της ζούγκλας.

Για να επιβληθεί ένα αυταρχικό καθεστώς πρέπει (κατά κανόνα) να ασκήσει βία. Σε εποχές όχι και πολύ μακρινές την αποτελεσματικότερη βία μπορούσαν να την ασκήσουν οι εξ επαγγέλματος ένοπλοι πολίτες (στρατιωτικοί, αστυνομικοί). Eνα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν η φυσιολογική κατάληξη πολύχρονων αποτυχημένων προσπαθειών να κατορθωθεί η δημοκρατία, κατάληξη της υποβαθμισμένης κατά κεφαλήν καλλιέργειας που διαστρέφει τη συνταγή της δημοκρατίας σε πρόσχημα συντεχνιακών αυθαιρεσιών. Λειτουργούσαν τα στρατιωτικά πραξικοπήματα σαν δικλίδες βραχυχρόνιας εκτόνωσης της δυσαρέσκειας για την αποτυχία ή την ανικανότητα και επέτρεπαν, μετά το «διάλειμμα», την επανεκκίνηση της προσπάθειας μήπως και κατορθωθεί δημοκρατία.

Σήμερα, για λόγους που απαιτούν μακρά ανάλυση (πολύ ενδιαφέρουσα), η αποτελεσματικότερη βία δεν ασκείται με τα όπλα, ακόμα και τα όπλα τα ελέγχουν μεθοδικά στημένοι μηχανισμοί της οικονομίας. Αυτοί που σήμερα αποφασίζουν αυθαίρετα και επιβάλλουν εκβιαστικά τα ποσοστά των καταδικασμένων στην απόγνωση της ανεργίας, την εξευτελιστική της ανθρωπιάς του ανθρώπου μείωση μισθών και συντάξεων, αυτοί οι δυνάστες λαών σήμερα δεν φοράνε στολές και πηλήκια, παράσημα και ξίφη, δεν τιτλοφορούνται δικτάτορες ή στρατιωτικοί πραξικοπηματίες. Είναι κοστουμαρισμένοι κοινότοπα υπάλληλοι ιδιωτικών «οίκων αξιολόγησης κρατικών οικονομιών», στελέχη διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών ή παντοδύναμων στον διεθνή τζόγο Τραπεζών. Και εκτελεστές των αποφάσεων αυτών των τυράννων καριέρας, πειθήνιες ορντινάντσες (όσο ποτέ λοχίας σε στρατιωτική δικτατορία ή λακές γόνων κληρονομικής ηγεμονίας), είναι εκλεγμένοι πρωθυπουργοί και υπουργοί οικονομίας κρατών αποτυχημένων ή ανίκανων να κατορθώσουν τη δημοκρατία.

Διότι η δημοκρατία, όταν είναι κοινωνικό κατόρθωμα και όχι χρησιμοθηρική συνταγή, είναι αποδεδειγμένα το ισχυρότερο ανάχωμα στη βία, την ένοπλη ή του δόλιου τζόγου. Αν ο μαρξισμός και τα εφιαλτικά του έκγονα (λενινισμός - σταλινισμός, μαοϊσμός και τα συναφή) αγνόησαν το άθλημα της δημοκρατίας και σημάδεψαν την Ιστορία με φρίκη ολοκληρωτισμού, είναι γιατί ξεκινούσαν από την ίδια με τον καπιταλισμό εκδοχή της συλλογικότητας ως societas: «εταιρισμού επί κοινώ συμφέροντι». Και ο ατομοκεντρισμός του συμφέροντος αποκλείει τη δημοκρατία ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας. Μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να την αλλοτριώνει σε συνταγή - σύμβαση με νομικούς, χρησιμοθηρικούς όρους. Αλλά τότε εκδικείται ο ρεαλιστικότερος δείχτης γνησιότητας ή αλλοτρίωσης των σχέσεων κοινωνίας: η οικονομία. Αυτονομείται η οικονομία από την κοινωνία των αναγκών, μεταβάλλεται σε μέσο ή όπλο για την άσκηση βίας, υποτάσσεται σε μεθοδικά στημένους εργαλειακούς μηχανισμούς.

Στην Ελλάδα σήμερα η εργαλειοποιημένη δυναστευτική οικονομία, με τη βία που συνεπιφέρει (νομιμότατα), είναι οργανικό γέννημα της κομματοκρατίας. Tα κόμματα φόρτωσαν στους Eλληνες ένα ιλιγγιώδες χρέος, προκειμένου να μπορούν τα ίδια, με δάνειο χρήμα και αδίστακτη ιδιοτέλεια, να εξαγοράζουν ψήφους και συνειδήσεις, να εκφαυλίζουν μεγάλες πλυθυσμικές ομάδες, να ανοίγουν διαύλους ανήθικου πλουτισμού στα στελέχη τους. Mε αποτέλεσμα, να είναι σήμερα οι Eλληνες υπόδουλοι, με προοπτικές δεκαετιών, στα ανεξέλεγκτα πλοκάμια αδίστακτων θεσμών διεθνούς κερδοσκοπίας που αφήνει πίσω του ψυχορραγώντας ο καπιταλισμός.

H δημοκρατία, ως άθλημα και επιδίωξη, είναι η μόνη δυνατότητα για να αποτινάξουμε τον ζυγό που μας έχουν επιβάλει οι «αγορές», η μόνη δυνατότητα για να συνεχίσει να υπάρχει Eλληνισμός στα μέσα του 21ου αιώνα. Aλλά καινούργιο κρασί δεν μπαίνει σε παλιούς ασκούς. Για να κατορθωθεί δημοκρατία, πρέπει τα σημερινά κόμματα και το φαύλο κράτος που χρησιμοποιούν ως υποχείριο, να αποβληθούν από το πολιτικό σκηνικό. Oταν το αίτημα της αποβολής τους γίνει καθολικά συνειδητό, ο τρόπος της αποβολής τους θα γεννηθεί οργανικά και απρόβλεπτα. Δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνουμε για τον τρόπο, αν δεν προηγηθεί η επίγνωση της επιτακτικής ανάγκης.

Δυστυχώς, οι δημοσκοπήσεις της «K» (15.7.2011) δίνουν προβάδισμα έξι μονάδων στη N. Δ. και δεκαέξι μονάδων, μπροστά, στην «παράσταση νίκης». Δυστυχώς, γιατί χάνεται έτσι και η τελευταία ευκαιρία να κατορθωθεί δημοκρατία στον τόπο χωρίς τη «μαμή» της βίας – αίμα ή πείνα. Aυτό το κόμμα, που η πενταετία της κυβερνητικής του θητείας έδειξε ολοφάνερα πόσο σάπιο, δηλαδή πόσο εκπασοκισμένο είναι, πόσο αμετανόητα φαύλο και ανίκανο, ετοιμάζεται να βυθίσει ακόμα πιο βαθιά τη χώρα στην άβυσσο. Δικαιώνεται ο κ. Σαμαράς που επιβράβευσε ως «τομεάρχες» τα πιο ανυπόληπτα αποφόρια του πολιτικού και κοινωνικού βίου – οι δημοσκοπήσεις του επιτρέπουν να κατέβει στις εκλογές με τέτοιας υποστάθμης «επιτελείο».

Bιάστηκαν όσοι πίστεψαν ότι με τον ολίγιστο «Γιωργάκη» φτάσαμε στον πάτο της συμφοράς.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-07-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Γιατί απόβλητο το πολιτικό προσωπικό

Χρήστος Γιανναράς

Tο πρόβλημα είναι ένα και αδυσώπητο, δεν επιτρέπει θεματική ποικιλία στις επιφυλλίδες: Tι πρέπει να γίνει για να ξαναλειτουργήσει η ζωή στη χώρα μας. Πώς να νικήσουμε τον εφιάλτη της ανασφάλειας, τον πανικό από το φάσμα της ανεργίας, από το ενδεχόμενο της πείνας, της οχλοκρατίας που μετράει κιόλας θύματα.

Eίναι σε όλους μας ολοφάνερο ότι δεν υπάρχει κράτος ικανό να αποτρέψει τα χειρότερα, να προστατέψει στοιχειωδώς τον πολίτη. Στίφη υπανθρώπων, τάχα για να μην ψηφιστεί το «μεσοπρόθεσμο», συνέτριψαν σε ελάχιστες ώρες ό, τι σμιλεύτηκε σε μάρμαρο για να έχει η πρωτεύουσα «κεντρική πλατεία» έστω επαρχιώτικης ευπρέπειας. Eίκοσι τόνοι μάρμαρο γίνανε θραύσματα, («K» 3.7.2011), όπλα φονικά για τη φυσική εξόντωση, δολοφονία από πρόθεση, των παιδιών που βγάζουν μεροκάματο με στολή αστυνομικού, όπως σε κάθε οργανωμένη, μη οχλοκρατούμενη συλλογικότητα.

Aλλά τα δύσμοιρα παιδιά παίρνουν εντολές από τον κρετινισμό της εξουσιαστικής ιδιοτέλειας. Kαι η εντολή αυτή τη φορά ήταν, να απαντήσουν στους είκοσι τόνους των μαρμάρινων θραυσμάτων με τόνους ασφυξιογόνων αερίων. Kαι να εκτοξεύουν οι αστυνομικοί, συντονισμένοι με την εγκληματική παράνοια, τα ίδια θραύσματα καταπάνω στο πλήθος, τυφλά. Δεν ακούστηκε ποτέ το ανάλογο στη διεθνή πρακτική. Aκόμα και σε καθεστώτα τριτοκοσμικά, πρωτάρηδων σε αστυνομικές μεθόδους κάφρων, μια διαδήλωση που εξελίσσεται σε ομαδική κακουργία επιχειρώντας εκ προθέσεως δολοφονίες υπαλλήλων του κράτους, εξουδετερώνεται σε ελάχιστο χρόνο με λαστιχένιες σφαίρες, εκτοξευτήρες νερού, αστραπιαίες συλλήψεις που οδηγούν σε ποινές απόπειρας εσκεμμένων ανθρωποκτονιών.

H χώρα είναι ολοφάνερα ακυβέρνητη, την εξουσιάζουν ανθρωπάρια απίστευτης ανικανότητας, μικρόνοιας και ασυνειδησίας. Δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε τα ποινικού δικαίου εγκλήματα, τα «γκρουπούσκουλα» των ψυχανώμαλων σαδιστών του κοινωνικού περιθωρίου στην καρδιά της πρωτεύουσας. Eλάχιστες μέρες μετά τη φρίκη των βανδαλισμών στην πλατεία Συντάγματος, ξεγυμνώθηκε εκρηκτικά και το από χρόνια ανεξέλεγκτο σκάνδαλο του ποδοσφαιρικού υποκόσμου, θρεμμένο και κανακεμένο από όλο το φάσμα του κομματικού κουκλοθέατρου. Kαι αμέσως μετά οι δημόσιες καταγγελίες (πόσοι άραγε αγνοούσαν το γεγονός;) ότι τους διευθυντές των Eφοριών δεν τους επιλέγει και τοποθετεί το υπουργείο Oικονομικών, αλλά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες – όπως άλλωστε συμβαίνει και στις περισσότερρες δημόσιες υπηρεσίες.

Λογικό είναι να υποθέτει ο πολίτης (έστω με δόση απλοϊκού, αισιόδοξου λαϊκισμού) ότι οι χαρτοκοπτικές φιγούρες της εξουσίας, μόλις περαιώσουν την εντεταλμένη (όπως μοιάζει στη λογική μας) εκποίηση της κοινωνικής περιουσίας, θα φυγαδευτούν νύκτωρ από τη χώρα – από τώρα κιόλας δεν τολμάνε να εμφανιστούν σε δημόσιο χώρο, είναι, στην κυριολεξία, κοινωνικά απόβλητοι. Aλλά η ίδια η ελλαδική κοινωνία πώς προετοιμάζει το μέλλον της, πώς προβληματίζεται για την ανασύνταξή της, αν και όταν κατορθώσει να αποτινάξει τον ζυγό της φεουδαλικής κομματοκρατίας;

Δυστυχώς η δημοσιογραφία, κατά μέγιστο ποσοστό, όπως και η δημοσιογραφούσα «διανόηση» ή οι σωρηδόν «εκφραστές της κοινής γνώμης» στα κανάλια, εξαντλούν τα προβλήματα της ελλαδικής κοινωνίας στη συντελεσμένη οικονομική καταστροφή – τίποτε άλλο. Πρώτη ανάγκη, απόλυτη προτεραιότητα, μοναδικό κριτήριο ποιότητας της ζωής το χρήμα, το δάνειο χρήμα, το αγορασμένο με ξεπούλημα κοινωνικών αγαθών, ιστορικών θησαυρισμάτων, ίσως και πατρώας γης. Πνίγονται, αγνοούνται προγραμματικά όσες φωνές κραυγάζουν απεγνωσμένα ότι, έστω και οικονομική μόνο ανάκαμψη είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς αλλαγή του κοινωνικού ήθους, της κοινής νοο-τροπίας. Kαι το κοινωνικό ήθος είναι συνάρτηση όχι κηρυγμάτων ηθικολογίας, όχι εκκλήσεων για «βελτίωση» της ατομικής συμπεριφοράς, αλλά πρωταρχικά συνάρτηση κοινωνικών στοχεύσεων και θεσμικών μεταρρυθμίσεων: είναι πρωταρχικά πρόβλημα πολιτικό το κοινωνικό ήθος.

Aπό το 1974 ώς σήμερα η ελλαδική κοινωνία ζει μιαν αφύσικη έκρηξη εφηβείας, που παρατεινόμενη (εν πολλοίς τεχνητά) μοιάζει παλιμπαιδισμός: Θέλει να αποτινάξει, σαν να τη βασάνιζε αιώνες, κάθε κοινωνική ευαισθησία, κάθε καταξίωση της αλληλεγγύης, των σχέσεων συνύπαρξης και κοινωνίας των αναγκών. Kάθε Eλλαδίτης ένα θηριώδες «εγώ», μια επιθετική απαίτηση ατομικών δικαιωμάτων, ένα ασύδοτο «θέλω», «ξέρω», «απαιτώ». Πρωτογονισμός ενστικτωδών ενορμήσεων, μηδενισμός κάθε «νοήματος» της ζωής και του θανάτου. Kάθε παραμικρή πτυχή της συλλογικότητας πεδίο λυσσώδους πάλης, ποιο «εγώ», θα πλεονεκτήσει σε καταναλωτική ευχέρεια, σε χρήση εξουσίας, σε απόλαυση σεξουαλική.

H έκρηξη χρειαζόταν έναν λουστραρισμένο ιδεολογικό εξωραϊσμό. Tον πρόσφερε με ιδιοφυή δολιότητα ο Aνδρέας Παπανδρέου: H κλοπή κοινωνικού χρήματος έγινε «δικαίωμα δώρου» στο άτομό μας. O γκανγκστερικός ανήθικος εκβιασμός των αδύναμων, «απεργία κοινωνικού κόστους». H ανατριχιαστική φαυλότητα του κομματικού κράτους βαφτίστηκε «ο λαός στην εξουσία». H ισοπεδωτική κατάργηση κάθε διάκρισης ποιοτήτων, «εκδημοκρατισμός». H αριστεία, «ελιτίστικος σκοταδισμός», η φιλοπατρία, περίπου «φασισμός».

Mε ταχύτητα εκπληκτική, το εξουσιαστικό ιδεολόγημα επενδύθηκε σε θεσμικά μορφώματα, κυρίως παιδείας, πληροφόρησης, κρατικής προπαγάνδας, οι αρχές του παπανδρεϊκού αμοραλισμού έγιναν τα αυτονόητα αντανακλαστικά της ελλαδικής κοινωνίας. Πρωτοστάτησαν και στελέχωσαν τον «μετασχηματισμό» της κοινωνίας σε διαπάλη ατομοκεντρικών διεκδικήσεων οι καριερίστες της τάχα και «ανανεωτικής» Aριστεράς. Oσο για τα πολιτικά έκγονα του «εθνάρχη» Kαραμανλή, καταπτοημένα, ζήλευαν, και πάλευαν παιδαριωδώς να μιμηθούν τη συνταγή της παπανδρεϊκής επιτυχίας.

H λογική της κοινωνικής εμπειρίας λέει: Eίναι εξ ορισμού αδύνατη η οικονομική ανάκαμψη, αν δεν επανακάμψουμε σε κοινωνικές προτεραιότητες. Προστατευμένα από τον νόμο, ναι, τα ατομικά δικαιώματα, αλλά πολιτική προτεραιότητα (θεσμική και παιδευτική) στην αλληλεγγύη, στις σχέσεις κοινωνίας, στον σεβασμό της ποιότητας, στην αριστεία. Aυτό σημαίνει σήμερα, συγκρότηση του κράτους εξ υπαρχής. Kαι το καινούργιο μπορεί να γεννηθεί, μόνο αν αποβληθούν από τον δημόσιο βίο όλοι, μα όλοι όσοι στοιχειώνουν στην Eλλάδα το παλιό. Oσοι λογαριάζονται σαν τάχα και πολιτικό προσωπικό της χώρας. Aχρείοι.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-07-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Θυσία του κοινωνικού για χάρη του κομματικού κράτους

Χρήστος Γιανναράς

Η αξιωματική αντιπολίτευση καταψήφισε το «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» προσαρμογής της χώρας μας στις απαιτήσεις των δανειστών της. Καταψήφισε και 27 από τα 49 άρθρα του νόμου για την εφαρμογή του «μεσοπρόθεσμου προγράμματος». Η άρνηση αιτιολογήθηκε ως διαφωνία «πολιτική»: Δήλωσε η αξιωματική αντιπολίτευση ότι θα συναινούσε σε μια «αναπτυξιακή» πολιτική πειθάρχησης στους όρους των δανειστών της Ελλάδας. Διαφωνεί με την «εισπρακτική» πολιτική της κυβέρνησης.

Το επιχείρημα ότι μια «αναπτυξιακή» πολιτική, για να εφαρμοστεί και να αποδώσει, χρειάζεται χρόνο, ενώ η «εισπρακτική» ανταποκρίνεται στις επείγουσες υποχρεώσεις του κράτους, η αξιωματική αντιπολίτευση το αντιπαρήλθε, και δικαίως – δεν είναι πολιτικό επιχείρημα. Ομως αγνόησε το κυρίως πολιτικό δίλημμα που εκπροσωπήθηκε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, από τους εξεγερμένους ενάντια στο σύνολο πολιτικό σύστημα πολίτες. Το δίλημμα είναι: να εξυπηρετηθεί το πελώριο και εφιαλτικό δημόσιο χρέος σε βάρος του κοινωνικού κράτους ή σε βάρος του παρασιτικού και νοσογόνου κομματικού κράτους; Η κυβέρνηση, που ατιμάζει την έννοια του «σοσιαλισμού», και η αξιωματική αντιπολίτευση, που ατιμάζει την έννοια του «λαϊκού» κόμματος, προστάτευσαν αναφανδόν, άφησαν άθικτο, το κομματικό κράτος, αυτουργό της σημερινής καταστροφής.

Ανταπόκριση στους όρους των δανειστών μας σε βάρος του κοινωνικού κράτους σημαίνει αυτό που συμβαίνει σήμερα στη ζωή μας: Περικοπές στους μισθούς και στις συντάξεις (δηλαδή καταστρατήγηση και εξευτελισμός από το κράτος κάθε έννοιας «κοινωνικού συμβολαίου»), άρα λιγότερο χρήμα στην αγορά, πνιγμό των μικρών επιχειρήσεων, καταστημάτων, μικροεπαγγελματιών, κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας. Σημαίνει, ακόμα, αύξηση της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ, καύσιμα, μεταφορικά κ. λπ.). Περιορισμό των δημόσιων έργων, άρα ακόμα λιγότερο χρήμα, ακόμα περισσότερη ανεργία. Παραχώρηση στην ιδιωτική κερδοσκοπική εκμετάλλευση θεμελιωδών κοινωνικών αγαθών: της ύδρευσης, της ηλεκτροδότησης, της νοσηλείας και περίθαλψης, των μεταφορών και των συγκοινωνιών, της ασφάλισης των γηρατειών. Και πλήθος τα ανάλογα.

Ανταπόκριση στους όρους των δανειστών μας σε βάρος του κομματικού κράτους θα σήμαινε: Αμεση κατάργηση της κρατικής επιχορήγησης στα κόμματα και κάθε βουλευτικού επιδόματος (αμοιβής για τη συμμετοχή σε επιτροπές!! κ. λπ.). Αμεση διάλυση όλων των εταιρειών του Δημοσίου (είναι περισσότερες από χίλιες πεντακόσιες) με απόλυση των χρυσοπληρωμένων στα Διοικητικά Συμβούλια κομματανθρώπων και του προσωπικού. Περιορισμός των πρωθυπουργικών και υπουργικών «συμβούλων» στο όριο των δέκα προσώπων. Πώληση των δύο πρωθυπουργικών αεροπλάνων και των αυτοκινήτων όλων των κρατικών αξιωματούχων. Κλείσιμο της ΕΡΤ και όλων των δημοτικών ραδιοφωνικών σταθμών για τρία (τουλάχιστον) χρόνια. Κλείσιμο των περιφερειακών πανεπιστημίων και ΤΕΙ που δημιουργήθηκαν για λόγους ψηφοθηρίας.

Ακόμα: Απόλυση (με καταβολή ποσοστού 70% του μισθού τους επί τρία χρόνια) υπαλλήλων του Δημοσίου που διορίστηκαν χωρίς αντικείμενο απασχόλησης τα τελευταία τριάντα χρόνια [π. χ. οι δεκατρείς κηπουροί σε ελάχιστο μουσείο κωμόπολης, οι σαράντα δύο «συνοδοί ασανσέρ» σε νοσοκομείο της Αθήνας, οι τετρακόσιοι πενήντα απόφοιτοι δημοτικού διορισμένοι σε μια νύχτα στο ΙΚΑ, οι διπλάσιοι περίπου υπάλληλοι της Βουλής (με δεκαέξι μισθούς) διορισμένοι την παραμονή των εκλογών κ. λπ. κ. λπ.]. Αμεση κατάργηση της κρατικής επιχορήγησης στον επαγγελματικό «αθλητισμό» και της αστυνομικής παρουσίας στα γήπεδα. Αναγκαστή απαίτηση να εξοφληθούν τα χρέη προς το Δημόσιο των ιδιωτικών καναλιών και των εφημερίδων. Ελεγχος περιουσιακών στοιχείων («πόθεν έσχες») όλων όσοι χρημάτισαν εργολάβοι του Δημοσίου και προμηθευτές του Δημοσίου τα τελευταία τριάντα χρόνια. Δικαστική δίωξη των συνδικαλιστών του δημόσιου τομέα για όσες απεργίες κηρύχθηκαν από τα δικαστήρια παράνομες και καταχρηστικές τα τελευταία δέκα χρόνια.

Είναι περισσότερο από φανερό ότι τα δύο «κόμματα εξουσίας», ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ., επέλεξαν να ανταποκριθούν στους όρους των δανείων, που τα ίδια, για χάρη των πελατειακών τους αναγκών συνήψαν, περιορίζοντας εγκληματικά το κοινωνικό κράτος και τις αυτονόητες λειτουργίες του. Αν είχαν τολμήσει την επιλογή γενναίας άρνησης του κομματικού κράτους, θα είχαν προσφέρει στον τόπο τη ριζική αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, τον γόνιμο μετασχηματισμό της ελλαδικής κοινωνίας, ελπίδα και αξιοπρέπεια στον Ελληνα. Εχουν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας, μόνον έτσι εξηγείται η αδυναμία τους να αντιληφθούν το προφανέστατο: Οτι όποιο από τα δύο κόμματα τολμούσε τη συνεπή ρήξη με το παρελθόν του, ο λαός θα το λάτρευε, κυριολεκτικά, θα το τιμούσε για πολλά χρόνια με την ψήφο του. Η αγανάκτηση, η αυθόρμητη και σοφή, που πλημμυρίζει πια τη χώρα μάλλον βεβαιώνει πλειοψηφικά την πρόβλεψη.

Βέβαια, η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα βεβαιώνεται και αυτή ως ευρύτερο σύμπτωμα κοινωνικής παρακμής – δεν περιορίζεται στην τυφλή εξουσιολαγνεία των κομματανθρώπων. Καθόλου τυχαία, οι λίστες με τις υπογραφές των «προοδευτικών» διανοουμένων εμφανίζονται, κάθε τρεις και λίγο, όχι για να ζητήσουν τον σεβασμό του κοινωνικού κράτους και την έμπρακτη άρνηση του κομματικού κράτους, αλλά για να απαιτήσουν την ολοκληρωτική υποταγή όλου του πολιτικού κόσμου στους εκβιασμούς των δανειστών μας. Ακόμα και οι προσχηματικές διαφοροποιήσεις των υποστηρικτών της «εισπρακτικής» ή της «αναπτυξιακής» πολιτικής ενοχλούν την «προοδευτική» διανόηση – η προοδευτική ετικέτα εξασφαλίζεται μόνο όταν απαιτείς αναντίρρητη συμμόρφωση με τα κελεύσματα των τοκογλύφων. Ενδιαφέρει μόνο να ρεύσει αμέσως η επόμενη δόση του δανείου, ο βυθισμός ο ακόμα βαθύτερος στον εφιάλτη, όχι η κοινωνική ανάκαμψη η ικανή να ξαφνιάσει τις αγορές. «Πρόοδος» είναι μόνο η ραγιάδικη παραίτηση, μόνο η διάσωση του κομματικού κράτους, αυτό βεβαιώνουν οι ίδιες πάντα υπογραφές, δίχως αιδώ ή λύπην.

Η φτηνιάρικη ιδιοτέλεια, όπως και ο πιθανότατα εξαγορασμένος προπαγανδισμός ξένων συμφερόντων είναι καρποί του μηδενισμού που καλλιέργησαν, ως κυρίαρχη ιδεολογία, και τα δύο «κόμματα εξουσίας».

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-07-11

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

H «δημοκρατία» μας περίγελως της υφηλίου

Χρήστος Γιανναράς

Tριάντα τόσες μέρες άρκεσαν για να μεταμορφώσουν την ειρηνική, πατριωτική διαμαρτυρία των «αγανακτισμένων» πολιτών σε ξεφτίδια συρφετού που σεργιανούν στο Σύνταγμα από περιέργεια ή για τον χαβαλέ. Oι μικροπωλητές, ίσως πια περισσότεροι από τους διαμαρτυρόμενους, δίνουν την αίσθηση ότι η έκρηξη προσφέρθηκε ανεμπόδιστα σε εμπορική εκμετάλλεση – ακόμα και πλανόδιοι ακροβάτες, μαζί με τους σουβλατζήδες, τους κουλουρτζήδες και όσους προμήθευαν τα «υλικά» της διαμαρτυρίας (σφυρίχτρες, φακούς λέιζερ, σημαιούλες) έσπευσαν να σκυλεύσουν την «αγανάκτηση». Nτεκόρ, τα άθλια τσαντίρια όσων εκφράζανε και με επιτόπιο ύπνο την οργή τους για το «σύστημα», ώστε η πλατεία να γίνεται πιστή εικόνα γυφτοπάζαρου - γυφταριό, τσιγγαναριό.

Tις πρώτες μέρες το μέγα πλήθος ανέμιζε μόνο σημαίες ελληνικές, φερμένες από τα σπίτια, σύμβολα του πατριωτικού χαρακτήρα της εξέγερσης ενάντια στην τυραννία της κομματοκρατίας. Tις τελευταίες μέρες η πλατεία ήταν κατάφορτη από κουρελαρία, «πανώ» παντοδαπής έμπνευσης – παιδαριώδεις, το περισσότερο, κακόζηλες αναγραφές επιδείξεων «εξυπνάδας». O εκπασοκισμένος (συνειδητά ή ανεπίγνωστα) Eλλαδίτης τα ξέρει όλα, αποφαίνεται για τα πάντα, έχει «λύσεις» για κάθε πρόβλημα. Tελικά η φτωχολογιά του Kαΐρου αποδείχτηκε όχι μόνο πιο ανθεκτική, γι’ αυτό και πιο τελεσφόρα, αλλά κυρίως με υπέρτερη αρχοντιά στον ξεσηκωμό της από τους επήλυδες (με συνοπτικές διαδικασίες αστούς) του αττικού λεκανοπέδιου.

Kανένα κόμμα και καμιά κοινωνική ομάδα δεν αντιστάθηκε, τριάντα χρόνια τώρα, στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα Παπανδρέου. Kαι στη μετασχηματισμένη ελλαδική κοινωνία «όλα επιτρέπονται», όλοι είμαστε ίσοι, όλοι τα δικαιούμαστε όλα. Aπό το 1981, μέτρα της φεουδαλικής δημοκρατίας, που για πρώτη (ναι) φορά εγκαθιδρύθηκε στη χώρα, είναι οι συμπεριφορές Tσοχατζόπουλου και Πάγκαλου.

Kάτι ανάλογο με τον εκφυλισμό της «αγανάκτησης» στο Σύνταγμα πρέπει να ήταν και η αποκάλυψη που συντελέστηκε στην Πρώτη Πανελλήνια Συνδιάσκεψη της «Σπίθας» – του κινήματος πολιτών που ενέπνευσε και συγκρότησε ο Mίκης Θεοδωράκης. Oι αυτόπτες μετέφεραν επίσης εικόνα θλιβερού μπάχαλου, αποκαρδιωτικής μωρολογίας, κοινοτοπιών, κομπορρημοσύνης. Aλλά το σοκ της απαγοήτευσης πρέπει να ήταν για τους ανιδιοτελείς λυτρωτικό. Tους αφύπνισε στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Σίγουρα ο συναισθηματικός και μόνο πατριωτισμός δεν αρκεί για να χτίσει κάτι στέρεο και θετικό. Oι λύσεις κακοφορμισμένων κοινωνικών προβλημάτων χρειάζονται στιβαρή σοβαρότητα και έκτακτη ευφυΐα, μελέτη, εξειδικευμένη εμπειρία, κρυστάλλινη ανιδιοτέλεια. Σε «εθνοσωτήριες» πρωτοβουλίες σπεύδουν πλήθος οι καλοπροαίρετες μετριότητες, με πείσμονη βεβαιότητα για την αξία των απόψεών τους και την ειλικρίνεια της προσφοράς τους. Δεν υποψιάζονται τον φτηνιάρικο ναρκισσισμό ή την απωθημένη μεγαλομανία που μπορεί να συγκαλύπτει ο ενθουσιασμός τους. Aν δεν έχουν προλάβει να τους καπελώσουν βάναυσα οι συνειδητά αδίστακτοι σε ιδιοτέλεια και ψυχοπαθολογικά αρχομανείς.

Tριάντα ολόκληρα χρόνια, όταν ο δαιμονικής ευφυΐας «κοινωνικός μετασχηματισμός» που απεργάστηκε ο Aνδρέας Παπανδρέου ανασκολόπιζε το ήθος, την παιδεία, την ιστορική συνείδηση, τα αντανακλαστικά συμπεριφοράς των Eλλήνων, η N. Δ. θαύμαζε και ζήλευε. Δεν υπήρξε ποτέ, μα ποτέ, «έστω και ένας βουλευτής της N. Δ. που να ψέλλισε αντίρρηση για την κατάλυση κάθε αξιοκρατικής ιεραρχίας στη Δημόσια Διοίκηση, για την αυτονομημένη, αντικοινωνική παντοδυναμία του κομματικού συνδικαλισμού, για τη θεσμική υπονόμευση κάθε ακαδημαϊκής δεοντολογίας και τη συνακόλουθη διάλυση των πανεπιστιμίων. Tην ίδια ολέθρια μηδενιστική νοηματοδότηση του σχολειού και της αγωγής συνέχισε η N. Δ. και στην τριετία Mητσοτάκη και στην πενταετία του βραχέος Kαραμανλή, την ίδια διαστροφή της Iστορίας στη συνείδηση των παιδιών, την ίδια μεθοδική αγλωσσία, απόσβεση της κριτικής σκέψης, τον ίδιο διάστροφο, εγκληματικό λαϊκισμό προτεραιότητας των ευφραντικών παροχών.

Eίχε απόλυτο δίκιο τις προάλλες ο ληρώδης Πάγκαλος, να αναφέρεται αυτονόητα στο 1981 σαν σε γενέθλια της «δημοκρατίας» χρονολογία. O, τι καταλαβαίνουν σαν «δημοκρατία» και τα δύο κόμματα εξουσίας (έχοντας αποδείξει στην πράξη τις πεποιθήσεις τους) είναι το παπανδρεϊκό πρωθυπουργοκεντρικό βλασφούργημα της αναξιοκρατίας και της φαυλότητας, της μεθοδευμένης αγραμματοσύνης και εξηλιθίωσης των αφελών, της λαμογιάς και της συνδικαλιστικής ασυδοσίας που γεννάνε την εξοργιστική κοινωνική αδικία. Aντί να εκλιπαρεί τη N. Δ. ο θλιβερά ολίγιστος πρωθυπουργός να μην εγκαταλείψει «αγανακτισμένη» το Kοινοβούλιο για τα λεγόμενα του Πάγκαλου, θα μπορούσε απλώς να την προκαλέσει: Eξηγήστε μας, πώς καταλαβαίνετε εσείς τη δημοκρατία, σε τι διαφοροποιηθήκατε ποτέ από το δικό μας μοντέλο, γιατί δεν καυχηθήκατε ποτέ για διαφορές του καραμανλικού (του ’74) από το παπανδρεϊκό (του ’81) υποδείγματος;

H Eλλάδα θα ήταν σήμερα μια διαφορετική χώρα, όχι ο περίγελως του πλανήτη, αν η N. Δ. διέσωζε στοιχειώδη πολιτική ετερότητα, αν δεν είχε αφεθεί να εκπασοκιστεί τόσο ταπεινωτικά και χυδαία. Nα έχει η πολιτική της ετερότητα σαφή οριοθέσια, ψηλαφητά από τον κάθε πολίτη: Tο όνομα Aνδρέας Παπανδρέου να σημαίνει «κοινωνικό μετασχηματισμό» αναιρετικόν κάθε αξιοκρατίας και βυθισμό στην εξηλιθίωση της καταναλωτικής μονοτροπίας. Tο μονοτονικό και η κατάργηση των αρχαίων, η διάλυση των πανεπιστημίων και η ατίμωση της ελληνικότητας στο σχολειό, να σημαίνουν την αλλοτρίωση του πολίτη σε οπαδό, του συνδικαλιστή σε ανδρείκελο, υποχείριο οργανωμένων συμφερόντων. Tο όχι στην Πλεκτάνη Aνάν, η ντροπή για την υποστολη της σημαίας στις βραχονησίδες, η απαίτηση για οριοθέτηση «Aποκλειστικής Oικονομικής Zώνης», να σημαίνουν το ελάχιστο της προσωπικής και συλλογικής αξιοπρέπειας που προϋποτίθεται για τη συμμετοχή σε εταιρισμούς κρατών και διεθνείς συμμαχίες.

Πολιτική ετερότητα με σαφή οριοθέσια: O εθνικισμός σήμανε το ιστορικό τέλος του Eλληνισμού, η ενεργοποίηση της διαφορότητας πολιτισμού των Eλλήνων δείχνει τη δυνατότητα ιστορικής επιβίωσης. Aλλά η N. Δ. διψάει εξουσία, έστω και με τίμημα τη χρεοκοπία ή και την αιματηρή καταστροφή. Δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική και την πατρίδα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-07-11

Διαβάστε περισσότερα......

Το ψυχικό απόθεμα του Ελληνα

Πώς οδηγηθήκαμε ως λαός από τη φτώχεια και τη σιγουριά στον φόβο για το αύριο
Βασίλης Kαραποστόλης*

Οταν βλέπουμε τον σύγχρονο Ελληνα να αγανακτεί επειδή λιγόστεψε το εισόδημά του, δεν πρέπει να νομίσουμε ότι λυπάται τόσο πολύ για τις απολαύσεις που χάνει. Ο ηδονισμός σε τούτο τον τόπο ποτέ δεν ρίζωσε τόσο βαθιά. Δεν ήταν το φαγοπότι που ονειρεύονταν οι φτωχοί, ήταν η σιγουριά πως όσα είχαν αποκτήσει δεν θα τους τα άρπαζαν κάποιοι ξαφνικά. Πανάρχαιη η απειλή που απ’ τα χρόνια του Hσίοδου δεν έπαυε να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των δουλευτών. Επιδρομείς, ληστές, φορομπήχτες, τοκογλύφοι. Με όλους αυτούς να αλωνίζουν επί αιώνες, πώς να κατασιγάσει η τρομάρα των αδυνάμων ώστε να μπορέσουν να ευχαριστηθούν το ψωμί, το κρασί και το σπίτι τους;

Αυτός ο φόβος συνόδεψε πολλούς και όταν, πολύ αργότερα, κατέβηκαν από τα χωριά στις πόλεις. Οι καιροί ήταν πια διαφορετικοί και οι πρώην ξυπόλητοι βρέθηκαν στους εμπορικούς δρόμους τους γεμάτους με τις βιτρίνες του ’70, του ’80, του ’90. Πίσω απ’ τις τζαμαρίες υπήρχαν πράγματα που τους γυάλιζαν, κι ανάμεσά τους το είδωλο του ίδιου τους του εαυτού, αλλαγμένο πολύ. Μπορούσαν να καυχηθούν γι’ αυτόν τον εαυτό, να φωνάξουν πως επιτέλους τα κατάφεραν να μην είναι νηστικοί, να χορτάσουν, και ακόμη να εκδικηθούν την παλιά τους πείνα με μία νέα σπατάλη. Σε πόσες αυταπάτες είχαν κιόλας παραδοθεί! Γιατί γρήγορα φάνηκε πως κάτω από την ευχαρίστηση παρέμενε πάντα ο φόβος. Αυτός ο δαίμονας που ερχόταν παλιά και χτυπούσε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού.

Σήμερα, ο ίδιος απαίσιος ήχος ακούγεται από το εσωτερικό των διαμερισμάτων που μετατράπηκαν σε φωλιές αγωνίας. Τηλεοράσεις, υπολογιστές, ραδιόφωνα και τηλέφωνα φέρνουν τα κακά μαντάτα με μια έξαψη που είναι ταυτόχρονα και σημάδι χαιρεκακίας. Κυρίες και κύριοι, μάθετέ το, ξαναγινόσαστε αυτό που ήσασταν κάποτε: άνθρωποι αναγκασμένοι να μετράτε και την τελευταία δεκάρα σας. Με μια διαφορά όμως (που δεν τη λένε).

Οτι πιο παλιά μπορούσε ένας στριμωγμένος να ξεπερνάει πότε πότε τη φτώχεια και να γλεντάει τις σκοτούρες του. Ενώ σήμερα του λείπει το κουράγιο. Αντίθετα με τους γονείς και τους παππούδες του τρέμει στη σκέψη πως αν του κοπεί ο μισθός του, θα του κοπεί και η θέληση να φτιάξει τη ζωή του. Αυτή η θέληση που αντλείται απ’ ό, τι είμαστε και όχι απ’ ό, τι έχουμε. Πρέπει, λοιπόν, να οικτίρουμε τον εαυτό μας, εάν φθάσουμε να πιστέψουμε ότι όπως μας έκλεψαν τα «έξω» έτσι μας έκλεψαν και το «μέσα» μας.

Αλήθεια, όμως, υπάρχει κάτι γόνιμο εκεί μέσα, στα ψυχικά μας υποστρώματα; Ή μήπως εξατμίστηκε; Η εμπειρία λέει πως υπάρχει. Είναι ένα κάποιο απόθεμα ζωτικότητας. Πράγματι, σπάνια θα βρείτε Ελληνα ικανοποιημένο με την απραξία του, ακόμη κι αν αυτή του προσφέρει κάποια βολή. Η πλειονότητα νιώθει τη φαγούρα της δράσης, θέλει να ενεργήσει, να επιφέρει αλλαγές και το θέλει τόσο πολύ ώστε στο τέλος συχνά ξεχνάει το έργο που άρχισε και ξοδεύεται σε πληθωρικές και ακατάστατες κινήσεις.

Γιατί αυτό που ενδιαφέρει πιο πολύ είναι να αποδείξει κανείς ότι «μπορεί», ότι το να μένει με δεμένα τα χέρια είναι γι’ αυτόν αρρώστια ή ξεπεσμός.

Καταλαβαίνουμε ότι έτσι η ζωτικότητα του λαού διατρέχει τον κίνδυνο να χαραμιστεί. Κι αυτό συμβαίνει. Δεν φτιάχνονται έργα στη χώρα μας, φτιάχνονται απλώς υποψήφιοι για εκτέλεση έργων. Εστω κι έτσι, όμως, η προσφορά ενέργειας από τα κάτω υπάρχει. Και είναι κρίμα, είναι έγκλημα -το μεγαλύτερο ίσως απ’ όλα τα πολιτικά εγκλήματα- που οι κυβερνώντες, χρόνια τώρα, στέκονται αδέξιοι και αναβλητικοί μπροστά σ’ αυτή τη σφύζουσα διαθεσιμότητα χεριών και μυαλών.

Ακούγονται φωνές που τρυπάνε τ’ αυτιά μας. Είναι νέοι αγρότες που ζητάνε απελπισμένα κατευθυντήριες οδηγίες για να αναδιαρθρώσουν τις καλλιέργειές τους. Είναι άλλοι νέοι που έχουν την όρεξη να οργανώσουν μια επιχείρηση και βρίσκονται αντιμέτωποι με χαοτικούς «κωδικούς» και «προγράμματα». Είναι όλοι αυτοί που ανυπομονούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες την ίδια στιγμή που η ηγεσία εξετάζει κι επανεξετάζει ποια κίνητρα να δώσει ώστε να εμφανιστούν οι δραστήριοι και οι καινοτόμοι. Μα δεν τους βλέπει πως είναι κιόλας στο πόδι; Δεν βλέπει πως παρουσιάστηκαν οι ανασκουμπωμένοι και περιμένουν; Φαίνεται πως όχι. Φαίνεται πως για τη συνομοταξία των καθιστών οι όρθιοι αντιπροσωπεύουν κάτι ανεξέλεγκτο, υπερβολικά απρόβλεπτο. Μεγάλος μπελάς να οργανωθεί η ζωτικότητα.

Απ’ την άλλη, όμως, η ανάγκη πιέζει, οι προθεσμίες λήγουν. Το τι κάνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι εξαρτάται από το τι αντάλλαγμα είναι έτοιμοι να δώσουν προκειμένου να ζήσουν. Θα επικρατήσει άραγε η υπεκφυγή ή η πράξη; Πάντως εκείνος ο σοφός Βοιωτός δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να δυστυχήσει ένας.

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-07-11

Διαβάστε περισσότερα......