Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Tο ανέφικτο της παλαμικής πτεροφυΐας

Χρήστος Γιανναράς

Η πιστοποίηση επαληθεύεται, επί πολλά χρόνια, σε πολλές επιμέρους περιπτώσεις: Aνθρωποι με έκτακτη ευφυΐα, ζηλευτές σπουδές, διαυγέστατη ανιδιοτέλεια: μόλις ενταχθούν στο «πολιτικό προσωπικό» κόμματος εξουσίας, έστω και με «χαλαρή» ένταξη, χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Eχοντας αρράγιστη τη βεβαιότητα ότι, χάρη στην ένταξή τους, διαθέτουν την αμεσότερη δυνατή και ρεαλιστικότερη αντίληψη των πραγμάτων.

Πώς όμως μπορεί να κριθεί το ποιος έχει επαφή με την πραγματικότητα και ποιος δεν έχει; Σε αυτή την κρίσιμη σύγκριση ο αναγνώστης θα επιτρέψει τον φαινομενικά υπερφίαλο, αλλά καθόλου αυτάρεσκο ισχυρισμό του επιφυλλιδογράφου, ότι τεκμηριωμένα πλεονεκτεί σε σύγκριση με τον πολιτικά εντεταγμένο: Yπάρχουν τα κείμενα, οι δημοσιευμένες καταγραφές των εκκλήσεων, ικεσιών, προειδοποιήσεων, καταγγελιών, που οι πολιτικοί αγνόησαν με προκλητική αδιαφορία και εξωπραγματική αυτοπεποίθηση. Kαι δικαιώθηκε μέχρι κεραίας ο όποιος πείσμων στην ελευθερόστομη «κινδυνολογία» επιφυλλιδογράφος.

Για τη λογική που λειτουργεί κριτικά ήταν αμέσως φανερό, από τις πρώτες κιόλας πενήντα ημέρες, πού οδηγούσε η διακυβέρνηση Mητσοτάκη, το 1990, πού η πρώτη (ομολογουμένως συνετή, αλλά κοινωνικά ανεπαρκέστατη) διακυβέρνηση Σημίτη, πού η άφρων δεύτερη, ποια αναπόδραστη κατάληξη θα είχε η πρωθυπουργία του βραχέος Kαραμανλή. Για το σημερινό εντεταλμένο κυβερνητικό σκαρίφημα δεν χρειάζονταν προβλέψεις: οι μοιραίες συνέπειες τόσο μακρόχρονης αποκοπής της πολιτικής από την πραγματικότητα οδηγούσαν προγραμματισμένα στον ολίγιστο τωρινό διαχειριστή τους). Aν βρεθεί αναγνώστης που θα ανατρέψει στην κριτική επιφυλλιδογραφία, από το 1990 ώς και το 2007, δεν πρέπει να απορήσει για τη συναρπαστική ευθυβολία των προβλέψεων. Δεν πρόκειται για χάρισμα, αλλά μόνο για έγκαιρα λογικά συμπεράσματα.

Aπό τα τέλη κιόλας της δεκαετίας του ’80 ήταν περισσότερο από φανερό ότι το κόμμα της N.Δ. δεν είχε τίποτε να αντιτάξει στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα Παπανδρέου. Δεν είχε αντιπρόταση, δεν ιδρύθηκε για να θέσει και να υπηρετήσει κοινωνικούς στόχους, πίστευε ότι αποτελεί τον αυτονόητο για την Eλλάδα φορέα διαχείρισης της εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν αντέταξε την παραμικρή αντίρρηση, διαμαρτυρία ή κριτική, όταν το ΠAΣOK ισοπέδωνε μεθοδικά κάθε κοινωνική ιεραρχία, καταργούσε οποιαδήποτε αξιοκρατική στελέχωση στον δημόσιο τομέα, διέλυε (κυριολεκτικά) τα πανεπιστήμια με τον διαβόητο νόμο 1268 του ’82, ανασκολόπιζε τα σχολειά και το ήθος της εκπαίδευσης, καταργούσε την ιστορική συνέχεια της ελληνικής γραφής, επιβάλλοντας το μονοτονικό, υπονόμευε την κοινωνική συνοχή με χίλια δυο ψηφοθηρικά διχαστικά δολώματα.

Oχι μόνο δεν πήρε καν είδηση η N.Δ. τον ξεθεμελιωτικό «κοινωνικό μετασχηματισμό» που πραγματοποιούσε το ΠAΣOK, αλλά και ξιπάστηκε με το «προοδευτικό» βερνίκωμα του αμοραλισμού – τόσο χαμηλό ήταν το επίπεδο των στελεχών της. Προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αντιγράψουν τον παπανδρεϊσμό, ο εκπασοκισμός του κόμματος φάνταζε συνταγή πολιτικής επιτυχίας. Oποιοι κοινωνικοί στόχοι ταυτίζονταν (επιθυμητικά ή φαντασιωδώς) με την «παράταξη» αποσιωπήθηκαν με ενοχική ντροπή και έμπρακτα αποκηρύχθηκαν – η φιλοπατρία (επίγνωση καταγωγής και συνέχειας) η κατά κεφαλήν καλλιέργεια με προτεραιότητα της γλώσσας, δηλαδή της κριτικής σκέψης, η κοινωνική συνοχή, ο αυτοσεβασμός των Eλλήνων.

H αλυσιδωτή μετακύλιση της πολιτικής αποτυχίας, από τον K. Mητσοτάκη στον K. Σημίτη και στον βραχύ Kαραμανλή είχε αναπόφευκτη κατάληξη τη σημερινή καταστροφή, οικονομική, κοινωνική, κρατική που ζει ο Eλληνισμός, με ψηλαφητή την απειλή του ιστορικού αφανισμού του (τουλάχιστον ως ετερότητας «νοήματος», δηλαδή πρότασης πολιτισμού). H εδώ κριτική επιφυλλιδογραφία επιμένει (από το «Finis Graeciae», του 1986, ώς σήμερα) ότι η καταστροφή ήταν ήδη συντελεσμένη με τον ηροστράτειο «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα Παπανδρέου. Kάθε μια από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν έδειχνε να πιστεύει ότι μπορεί να ασκήσει πολιτική, ανγοώντας τον παπανδρεϊκό «μετασχηματισμό» της ελλαδικής κοινωνίας. Kαι κατέληγε νομοτελειακά στην επονείδιστη αποτυχία. Tην ίδια πλάνη διαιωνίζει και ο Aντώνης Σαμαράς, το απέδειξε ακόμα μια φορά με το «Zάππειο II».

Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Eλλάδα δίχως χαρακτήρα κοινωνικής «αντιμεταρρύθμισης» του παπανδρεϊκού «μετασχηματισμού». Aυτό που κατέρρευσε είναι το παπανδρεϊκό μοντέλο κοινωνίας και κράτους, θεσμοποιημένο με το εκτρωματικό Σύνταγμα του 1985. H ανυπαρξία αντιπολίτευσης στον εκπασοκισμό της πολιτικής, η απουσία κόμματος που να θεμελιώνει την πολιτική του πρόταση σε ρεαλιστική - θεσμική ανατροπή του παπανδρεϊκού «μετασχηματισμού», μεταβάλλει την κατάρρευση του αμοραλιστικού πασοκικού μοντέλου σε εθνική καταστροφή της ελληνικής, συγκροτημένης σε πολιτεία συλλογικότητας.

Δεν το καταλαβαίνει ο κ. Σαμαράς, και οι εξ απορρήτων του τον διαβεβαιώνουν ότι οι εμμονές της επιφυλλιδογραφίας δεν συνιστούν «πολιτική». Πολιτική είναι να εξασφαλίζεις «συνοχή» του οποιασδήποτε ποιότητας πολιτικού σου προσωπικού, να αποτρέπεις διαρροή (δηλαδή αυτοχειρία) προς την «ντόρεια» θνησιγένεια, να «βελτιώνεις» την ειλωτεία που επιβάλλει το «Mνημόνιο», προκειμένου οι δημοσκοπήσεις να σου δώσουν προβάδισμα μιας μονάδας έναντι του μειονεκτικότερου που θα μπορούσε να σου τύχει αντιπάλου.

Eτσι, όλα τα προγνωστικά δείχνουν ότι ενδεχόμενο να υπάρξει πολιτικός ηγέτης με συνείδηση κοινωνικού αναμορφωτή, ανατροπέα της παπανδρεϊκής λοιμικής, δεν διαφαίνεται στον κομματικό ορίζοντα. H ελλαδική κοινωνία μοιάζει αυτοκαταδικασμένη να κατεβαίνει σκαλοπάτι - σκαλοπάτι «του κακού τη σκάλα» ώς τον πιο ντροπιαστικό πυθμένα. Kαι στον πυθμένα του αυτεξευτελισμού δεν υπάρχει περίπτωση να φυτρώσουν παλαμικά «φτερά». Aπλώς βεβαιώνεται η αποχώρηση από την Iστορία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Μετα-μουσείο - Κοντογιώργης - Κεραμεικός και Αθηναϊκή Δημοκρατία - 29 Μαΐ 11

Απόσπασμα από την εκπομπή της ΕΤ1 Μετα-μουσείο της 29.5.11 με θέμα «Κεραμεικός», όπου παρουσιάζεται ο αρχαιολογικός χώρος και το Μουσείο του Κεραμεικού από τον αρχαιολόγο κ. Λεωνίδα Μπουρνιά, ενώ το θέμα προσεγγίζει πολιτειακά, όσον αφορά τον χαρακτήρα της Αθηναϊκής δημοκρατίας, ο Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών κ. Γιώργος Κοντογιώργης.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Κάλεσμα στην κοινωνία των πολιτών. Τι πρέπει να αλλάξει, πως πρέπει να δράσουμε

«Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα». Χιλιάδες διαδηλωτές μπροστά στη Βουλή σε μια αυθόρμητη συγκέντρωση που ξεκίνησε από το Facebook.

Γιώργος Κοντογιώργης

Μην τρέφουμε αυταπάτες. Οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους και στις πλατείες είναι αδιέξοδες, διότι δεν αίρουν την αιτία του προβλήματος, που είναι η μονοπωλιακή συγκέντρωση του συνόλου της πολιτικής εξουσίας στα χέρια των νομέων του κράτους. Όταν η κοινωνία των πολιτών, έχοντας εκτονωθεί ή εξαντληθεί, θα επιστρέφει στα σπίτια της, οι πολιτικοί θα συνεχίζουν να διαλέγονται και να συναποφασίζουν με τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς φορείς των μηχανισμών (τους χορηγούς ισχύος, χρήματος, επικοινωνίας κλπ), που τους κρατούν όμηρους στην πολιτική επιφάνεια.

Είναι επείγον να αντιληφθούμε ότι θεμελιώδη αιτία του σημερινού προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν είναι ούτε δημοκρατικό ούτε αντιπροσωπευτικό. Το πολιτικό προσωπικό κατέχει κατά τρόπο αδιαίρετο και την ιδιότητα του εντολοδόχου και του εντολέα, ενώ η κοινωνία των πολιτών είναι εγκιβωτισμένη στην ιδιωτική σφαίρα. Με όχημα το πολιτικό αυτό σύστημα και τον αναπόφευκτο εκφυλισμό του σε μια δυναστική κομματοκρατία, οι δυνάμεις που ορίζουν την παγκόσμια τάξη κατάφεραν να ελέγξουν το κράτος και να επιβάλουν την πολιτική τους κυριαρχία επί της κοινωνίας των πολιτών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η κοινωνία των πολιτών καλείται:

     (α) να πάρει την πολιτεία στα χέρια της, να αξιώσει την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος που αναιρούν την αντιπροσωπευτική αρχή της πολιτείας, που της αφαιρούν την ιδιότητα του εντολέα. Να επεξεργασθεί προτάσεις νόμων που θα καταργούν τον κατοχικό χαρακτήρα του κράτους και τη δυναστική κομματοκρατία, που θα εξαρτούν το πολιτικό προσωπικό από την κοινωνία των πολιτών, που θα καταργούν την "ασυλία" του και θα το υπάγουν απευθείας στη δικαιοσύνη για τα πολιτικά του πεπραγμένα, που θα παρέχουν στον πολίτη δικαίωμα εννόμου συμφέροντος για τη βλάβη που θα του προκαλούν οι φορείς της διοίκησης και το πολιτικό προσωπικό. Να επεξεργασθεί, τέλος, τις πολιτικές κατευθύνσεις μέσα στις οποίες θα υποχρεούται η πολιτική εξουσία να κυβερνήσει.

     (β) να περικυκλώσει ειρηνικά, αλλά μαζικά τη Βουλή (κατά προτίμηση σε ώρα ολομέλειας) και το Μαξίμου (όταν θα συνεδριάζει ο μονάρχης πρωθυπουργός με τους συνεργάτες του) και να αξιώσει την υπερψήφιση των νομοθετικών της προτάσεων. Εν ανάγκη να μην τους αφήσει να αποχωρήσουν εάν δεν τις ψηφίσουν ή να απαιτήσει την προσέλευσή τους γι'αυτό. Να συνεχίσει έτσι με επιμονή, ώσπου να κατοχυρωθεί ότι η βούληση της κοινωνίας των πολιτών θα διατυπώνεται θεσμικά και θα συνεκτιμάται υποχρεωτικά στις πολιτικές τους αποφάσεις. Να τους υπενθυμίσει με σαφήνεια ότι αυτή (η κοινωνία των πολιτών) αποτελεί τον λόγο ύπαρξης και του κράτους και του πολιτικού προσωπικού και της οικονομίας. Ότι η κοινωνία των πολιτών, και όχι το κράτος, ενσαρκώνει και διερμηνεύει το έθνος. Ότι το συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών οφείλει να αποτελεί το μοναδικό "τέλος" της πολιτικής τους λειτουργίας. Ότι αυτή, η κοινωνία, και όχι αυτοί, οι πολιτικοί, είναι αρμόδια να μορφοποιήσει τις πολιτικές που θα συνάδουν με το κοινό συμφέρον. Ότι η θέση της κοινωνίας είναι μέσα στην πολιτεία, όχι στις πλατείες. Και ότι ο χρόνος της εν λευκώ εξουσιοδότησης που τους παρέχει το σύστημα να διερμηνεύουν τη βούλησή της και να προσδιορίζουν το συμφέρον της έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ήρθε η ώρα η κοινωνία των πολιτών να διεκδικήσει τη μεταβολή του πολιτικού συστήματος ώστε η ψήφος της να αποκτήσει αντιπροσωπευτικό (και όχι απλώς νομιμοποιητικό) περιεχόμενο. Αντί να δεοντολογεί, πιέζοντας την εξουσία να ενεργήσει υπέρ του κοινού συμφέροντος, να αναλάβει η ίδια την αρμοδιότητα της συναπόφασης. Να ανακτήσει το δικαίωμα του "ελέγχειν" και του "ευθύνειν" των πολιτικών, την ιδιότητα του εντολέα, αντί να αποδέχεται τον εγκλεισμό της στην ιδιωτική σφαίρα, αφήνοντάς τους να αλωνίζουν και να νέμονται το κράτος από κοινού με τους ποικιλώνυμους της διαπλοκής συγκατανευσιφάγους.

Την ημέρα που η κοινωνία των πολιτών θα αποκτήσει επίγνωση των αιτίων του προβλήματος και θα διακηρύξει το τέλος του "κοινωνικού συμβολαίου" που της επέβαλαν μονομερώς οι νομείς του κράτους, που θα διατυπώσει με ρητό τρόπο την αξίωσή της να γίνει θεσμικός συντελεστής της πολιτείας και όχι υπήκοος, που θα αντιληφθεί ότι αποτελεί την πρωτογενή πηγή κάθε εξουσίας και, φυσικά, της δικής τους ύπαρξης, θα διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα της δύναμής της. Την ημέρα εκείνη το πολιτικό προσωπικό θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα στο δρόμο της άρνησης και, συνακόλουθα, της οπισθοδρόμησης, ο οποίος θα το εκθέσει ανεπανόρθωτα ως αυταρχικό και στη μεταβολή του σε προσήλυτη θεραπαινίδα της κοινωνίας των πολιτών και απλό εντολοδόχο του συμφέροντός της. Στο διακύβευμα αυτό, το συγκριτικό πλεονέκτημα της κοινωνίας των πολιτών είναι ότι ο χρόνος του (μη δημοκρατικού και μη αντιπροσωπευτικού) πολιτικού συστήματος, που γέννησε η εξερχόμενη από τη μεσαιωνική δεσποτεία Ευρώπη, και της εκφυλιστικής του εκδοχής της κομματοκρατίας, έχει παρέλθει. Ούτε το ίδιο, ούτε η εξω-πολιτειακή δράση που επιφυλάσσεται στην κοινωνία των πολιτών, μπορεί να ανατρέψει τη μονοσήμαντη πολιτική ηγεμονία των "αγορών" που διαφεντεύει την πλανητική "δικαιοταξία".

Οπωσδήποτε, η πολιτική τάξη δεν διαθέτει καμία νομιμοποίηση να αρνηθεί στην κοινωνία των πολιτών το δικαίωμα να άρει, εφόσον το επιθυμεί, την εμπιστοσύνη της στο πολιτικό σύστημα που αποκλείει τη συμμετοχή της στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Καργάκος - Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Ελλήνων - 29 Μαΐ 09

Ομιλία του ιστορικού και συγγραφέα κ. Σαράντου Καργάκου με θέμα «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Ελλήνων», που έγινε στις 29 Μαΐου 2009 στο Ιερό Κοινόβιο Οσίου Νικοδήμου (Πεντάλοφος Γουμένισσας Κιλκίς, Μετόχιο της Ιερας Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους).

Σχετικά:

  1. Μάθημα Πατριωτισμού σε μια ιστορική επέτειο, διμηνιαία έκδοση του Συλλόγου «Φίλοι Ιερού Κοινοβίου Αγίου Νικοδήμου», τεύχος 56, Μάιος-Ιούνιος 2009
  2. Πηγή βίντεο Αντίφωνο, 29.5.11

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Αντιθέσεις - Λαπατσιώρας - Ελληνικό χρέος, το μεγάλο ψέμα - 27 Μαϊ 11

Ο δημοσιογράφος κ. Γεώργιος Σαχίνης συζήτησε με τον Λέκτορα Ιστορίας Οικονομικών Θεωριών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Σπύρο Λαπατσιώρα, στις 27.5.11 στο κανάλι Κρήτη ΤV, για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους.

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Η ζωή είναι αλλού - “Χρήστος Γιανναράς” - 25 Μαΐ 11

Στα πλαίσια της εκπομπής Η ζωή είναι αλλού στις 25.5.11 στην ΕΤ1, η Εύη Κυριακοπούλου συζήτησε με τον ομότιμο καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Χρήστο Γιανναρά για την Ελλάδα, τους Έλληνες, τα όνειρα, και τις διαψεύσεις τους, για την αλήθεια, τον πολιτισμό, τον έρωτα, την Εκκλησία και τον Θεό.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

«Υπήρξαν φρικαλέοι χειρισμοί»

 
  Με τη ΔΔΟ η Κύπρος θα μετατραπεί σε ελεεινό και οικτρό προτεκτοράτο της Τουρκίας, τονίζει ο Νεοκλής Σαρρής.

Νεοκλής Σαρρής: Με τη ΔΔΟ δρομολογείται πολιτιστικός, δημογραφικός και εθνικός εκτουρκισμός

Ενώ πριν από πενήντα χρόνια ο τουρκικός παράγοντας και η Τουρκία γενικά υποτιμούνταν, σήμερα υπερτιμούνται, τονίζει ο γνωστός Έλληνας καθηγητής.

Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ είναι αυθεντική συνέχεια της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821

«Το βιβλίο του δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη ‘Κυπριακό, Διπλωματικές Ίντριγκες’, που κυκλοφορήθηκε από τον εκδοτικό οίκο ‘Ποιότητα’, διαφέρει ουσιωδώς από τα μέχρι τώρα ομοειδή έργα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί συνδυάζει τη δημοσιογραφική γλαφυρότητα με την επιστημονική δεξιότητα, αλλά γιατί παρακολουθεί το Κυπριακό από τη γένεσή του μέχρι και τις μέρες μας», αναφέρει ο γνωστός Καθηγητής Νεοκλής Σαρρής. Το βιβλίο προβαίνει σε μια ενδελεχή ανάλυση απορρήτων εγγράφων και μαρτυριών από το 1950 μέχρι το 2010, με ιδιαίτερη τριβή στα στρατηγικά ελλείμματα της ελληνικής πλευράς. Ο καθηγητής Σαρρής σχολιάζει, από τη δική του επιστημονική και εμπειρική σκοπιά, τα κύρια ζητήματα που πραγματεύεται το βιβλίο.

 

- Μέσα από τα έγγραφα που παρουσιάζονται στο βιβλίο, καταδεικνύεται ότι Βρετανοί και Τούρκοι θεωρούσαν τη διζωνική ως ταξίμ. Σε συνάρτηση μ’ αυτό, πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι οι κυπριακές και ελλαδικές ηγεσίες την παρουσιάζουν ως επανένωση;

Θεωρώ παράλειψη του συγγραφέα ότι δεν εμβαθύνει στις πολύτροπες αγγλοτουρκικές σχέσεις. Στην Τουρκία, μέχρι τον Ιούνιο του 1955, οι ιθύνοντες πίστευαν ότι η Κύπρος, αργά ή γρήγορα, θα ενωνόταν με την Ελλάδα. Την πεποίθησή τους αυτή τη στήριζαν σε παγιωμένες αντιλήψεις, που προέκυπταν από τις αγγλοελληνικές σχέσεις. Ωστόσο η κρίση αυτή ήταν επιπόλαιη, όπως ενθουσιώδης μεν αλλά επιπόλαιος ήταν ο χειρισμός από την Αθήνα. Η Αγγλία ήδη είχε δώσει δείγματα των προθέσεών της, αλλά κανείς -ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο- είχε φροντίσει να τα αξιολογήσει.

Οι Άγγλοι, γνωρίζοντας ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούν να αποχωρήσουν, φρόντισαν να εντάξουν στο πρόβλημα, ως διάδικο μέρος, και την Τουρκία. Βέβαια αυτό δεν έγινε εύκολα. Η αβελτηρία των ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά και η ‘φιλοτουρκική’ στάση των ΗΠΑ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Τελικά επικράτησε απολύτως το διαίρει και βασίλευε, που τόσο καλά γνωρίζουν οι Άγγλοι (αλλά και οι Τούρκοι). Και η ελληνική πλευρά πιάστηκε στο δόκανο μας διπλής αποικιοκρατίας. Η αγγλοελληνική διαμάχη μετατράπηκε σε ελληνοτουρκική, τρεις μήνες μετά την εκδήλωση της ΕΟΚΑ.

Θέλω να τονίσω εμφαντικά ότι όλα τα σχέδια επίλυσης που προτάθηκαν, προκύπτουν από ένα οθωμανικό μοντέλο. Ο νεο-οθωμανισμός δεν αποτελεί εύρημα του Νταβούτογλου, αλλά υπήρχε και πολύ πριν ο ίδιος γεννηθεί. Η αρχή ξεκίνησε με την αναγνώριση των θρησκευτικών ‘κοινοτήτων’ ως ταυτόσημων προς τις εθνικές. Μάλιστα, το αναγνωρισθέν σύστημα είχε ακόμη πιο σκληρή διάκριση: Μουσουλμάνοι / μη Μουσουλμάνοι, όπου με βάση την ισλαμική θέαση, οι πρώτοι προηγούνται των δεύτερων, ανεξαρτήτως αριθμητικής δύναμης κάθε ‘κοινότητας’. Μάλιστα υπήρχε ένας μουφτής, ο Ντανά εφέντης, τον οποίο προωθούσε η Τουρκία, προφανώς έναντι του Μακαρίου. Από το καλοκαίρι του 1956 η Αγγλία προσανατολίζεται από την Τουρκία σε έναν διαμοιρασμό της Κύπρου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η σκέψη στηρίζεται σε δύο δεδομένα: Το πρώτο αφορά στην απόσταση της Κύπρου από τις ακτές της Τουρκίας σε αντιπαραβολή προς την αντίστοιχη απόσταση από την Ελλάδα. Το δεύτερο, τη δυνατότητα μεταφοράς εποίκων από την Τουρκία. Πατέρας όλης αυτής της πολιτικής -που υιοθέτησε ασμένως η Μεγάλη Βρετανία- υπήρξε ο διεθνολόγος καθηγητής και πολιτικός Νιχάτ Ερίμ, τον οποίο, καίτοι ανήκοντα στην τότε αντιπολίτευση, ο Μεντερές προσέλαβε ως σύμβουλό του στο Κυπριακό. Ο Ερίμ από το χρονοντούλαπο έβγαλε το ‘συνταγματικό σχέδιο επίλυσης του Μακεδονικού’ αλλά και του ζητήματος της Βοσνίας/Ερζεγοβίνης, ένα σχέδιο που είχαν εκπονήσει ήδη από τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησής τους στις αρχές του περασμένου αιώνα με Γερμανό συνταγματολόγο και στηριζόταν στα οθωμανικά ‘μιλλέτ’ (εθνικοθρησκευτικές κοινότητες), σε παρά φύσιν ένωση με τη διοικητική εμπειρία των διαφόρων συμβουλίων του Τανζιμάτ από το 1839 και μετά.

Είναι προφανές ότι η ΔΔΟ είναι γνήσιο προϊόν αυτής της αντίληψης. Και μάλιστα πολύ χειρότερης, γιατί πρακτικά δρομολογείται δι’ αυτής ένας εκ θεμελίων πολιτιστικός, δημογραφικός, εθνικός εκτουρκισμός, δηλαδή κάθετη αλλοίωση της υφής και φυσιογνωμίας της Κύπρου. Η επιχειρούμενη λύση είναι χειρότερη της διχοτόμησης, γιατί ο μοιραίος εκτουρκισμός θα συμβεί επί ολόκληρης της Μεγαλονήσου, όπου ο δημογραφικός παράγοντας υπερακοντίζει τις σημερινές συνθήκες, κάτι που προβλέπει και ο Ερίμ. Συνεπώς η ΔΔΟ μάλλον δεν αποτελεί επανένωση της Κύπρου αυτής καθαυτής, αλλά θα σημάνει την οιονεί Ένωση ολοκλήρου της Κύπρου με την Τουρκία, τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα οικτρό προτεκτοράτο της Τουρκίας!

- Δηλαδή επτά χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, πιστεύετε ότι ορθώς έπραξε ο κυπριακός Ελληνισμός, επιλέγοντας να το καταψηφίσει μαζικά;

Θα πρέπει να τονιστεί, όσο πιο εμφαντικά μπορεί, ότι η ΔΔΟ θα είναι η οριστική ταφόπλακα όχι μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά της Κύπρου και ιδιαίτερα του πολιτισμού και των ανθρώπων της. Ουδαμού στον κόσμο μια μειονότητα 18% του πληθυσμού έχει γίνει κάτοχος του 50% της κρατικής εξουσίας με όλες τις συνέπειες (εκ περιτροπής προεδρία κ.ά.). Διότι, εκτός άλλων, στηρίζεται στη ρατσιστική αρχή της φυλετικής και εθνικής διάκρισης. Και ενώ οι πρόσφυγες σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να επιστρέψουν -ακόμη και σ’ εκείνη την απίθανη των περιπτώσεων που θα τους επιτραπεί- εφ' όσον η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα είναι εντελώς ξένη και το περιβάλλον όχι φιλικό, οι έποικοι δεν πρόκειται να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα ένα πολύ μεγάλο τμήμα των γηγενών Τ/κ να εγκαθίσταται στο Νότο, μη μπορώντας και αυτοί να υποφέρουν την κατάσταση. Η Τουρκία, μετά την κυοφορούμενη λύση, θα είναι σε θέση να ελέγχει ολόκληρη τη Μεγαλόνησο. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι με τη ΔΔΟ η Κύπρος θα μετατραπεί σε ελεεινό και οικτρό προτεκτοράτο της Τουρκίας, με συνέπεια, σε βάθος χρόνου της επόμενης τριακονταετίας, να εκτουρκιστεί και εξισλαμιστεί σε μέγιστο βαθμό, ενώ αριθμητικά θα υπάρχει αντιστροφή της σημερινής σχέσης των Ε/κ προς τους γνήσιους Τ/κ. Συνεπώς η ΔΔΟ για κάθε νουνεχή και σώφρονα και προπαντός σκεπτόμενο άνθρωπο είναι μια λύση πολύ πιο οδυνηρή και από αυτήν ακόμη τη Διχοτόμηση.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ

- Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι αν ήταν λάθος ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ήταν λάθος και η ελληνική, αμερικανική και γαλλική επανάσταση. Συμφωνείτε μ’ αυτήν τη διαπίστωση;

Λάθος δεν ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Ο εν λόγω αγώνας, όμως, καθώς πιστεύω, δεν έχει άμεση σχέση ούτε προς την αμερικανική ούτε προς την γαλλική επανάσταση. Και αυτό γιατί, ενώ με την πρώτη συγγενεύει ως προς το αντιαποικιακό πνεύμα από το οποίο διέπεται, δεν ταιριάζει με την κατασκευή του αμερικανικού έθνους που δρομολογείται από και διά της επαναστάσεως. Η γαλλική, πάλι, επανάσταση είχε αντιφεουδαρχικό χαρακτήρα - αυτό δεν σημαίνει ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ εστερείτο παντελώς κοινωνικού χαρακτήρα.

Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ είναι αυθεντική συνέχεια της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και εντάσσεται στις προσπάθειες ενοποίησης της Ελλάδας. Παράλληλα, το Κυπριακό λειτούργησε στην Ελλάδα, που εξήρχετο καθημαγμένη από τον εμφύλιο, ως ασφαλιστική δικλίδα, συνενωτική του λαού και πεδίο εκφόρτισης της αντιαποικιακής ιμπεριαλιστικής πολιτικής από την Αριστερά.

Ελλάδα και Κύπρος αγνόησαν τον τουρκικό παράγοντα

- Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι οι Άγγλοι είχαν εισηγηθεί διάφορες λύσεις, οι οποίες θεωρούνται χαμένες ευκαιρίες, ενώ στο βιβλίο προσδιορίζονται ως δικτατορία του κυβερνήτη. Ποια είναι η άποψή σας επί τούτου;

Δεν υπήρχαν χαμένες ευκαιρίες, υπήρξαν κατά καιρούς φρικαλέοι χειρισμοί -κάτι πάνω από εξοργιστικοί- αρχίζοντας από την αποδοχή το 1958 της πρότασης του Έλληνα ομολόγου του Τεβρίκ Ρουστού Ζορλού, Ευάγγελου Αβέρωφ -Τοσίτσα, για αναγνώριση στους Τ/κ αντί μειονοτικού καθεστώτος -έστω και προνομιακού-, του καθεστώτος της ‘κοινότητας’, δηλαδή το οθωμανικό σχέδιο. Και η αποδοχή έγινε λόγω άγνοιας των τουρκικών πραγμάτων, της Ιστορίας αυτής καθαυτής, αλλά και της ιστορίας των θεσμών της Τουρκίας, τη γνώση της νοοτροπίας, τη δομή της βασικής προσωπικότητας, συνεπώς και του τρόπου σκέπτεσθαι και πράττειν της Τουρκίας. Είναι εκπληκτικό ότι η Ελλάδα και η Κύπρος ξεκίνησαν έναν Αγώνα δίχως να υπολογίζουν τον τουρκικό παράγοντα και μάλιστα αγνοώντας τον. Σήμερα καθιερώθηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο οι τουρκικές σπουδές. Ενώ πριν από πενήντα χρόνια ο τουρκικός παράγοντας και η Τουρκία γενικά υποτιμούνταν, σήμερα υπερτιμούνται. Χρειάζεται γνώση διαχείρισης των γνώσεων, των σχετικών προς την Τουρκία.

Η μόνη χαμένη ευκαιρία είναι του 1964. Ακόμη και σήμερα επαινούν τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου γιατί απέρριψε την πρόταση του πρόεδρου Τζόνσον να συναντηθεί στην Ουάσιγκτον και να συζητήσει το ζήτημα με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ίνονου. Η αρνητική επιρροή στο θέμα αυτό του Ανδρέα Παπανδρέου είναι απόλυτη. Ουσιαστικά τον πήρε κυριολεκτικά στο λαιμό του. Γιατί ο μόνος Τούρκος πολιτικός που μπορούσε να στέρξει στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα την εποχή εκείνη ήταν ο Ισμέτ Ίνονου. Είχα μείνει κατάπληκτος, στην Άγκυρα όπου είχα μεταβεί τον Αύγουστο του 1964, συναντώντας δύο υπουργούς τής τότε κυβέρνησης συνασπισμού, τον υπουργό Τύπου και Τουρισμού Αλί Ιχσάν Γκιογιούς και τον υπουργό Εσωτερικών Οράν Όζτρακ, να μου λένε ευθαρσώς ότι ‘να γίνει η Ένωση, αλλά όχι με τρόπο που θα τους εκθέτει στο λαό’.

Αν μελετήσετε προσεκτικά τις εγγραφές από το ‘ημερολόγιο’ του Νιχάτ Ερίμ, προκύπτει σαφώς ο ισχυρισμός μου, παρότι το δημοσιευθέν κείμενο χρονολογείται τους πρώτους μήνες μετά την εισβολή του 1974 και συνεπώς έχει υποστεί ‘διορθωτικές επεμβάσεις’.

Αναδημοσίευση από τη Σημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Πολυπολιτισμικότητα ή πολιτισμική πολυσημία; Το πολιτικό διακύβευμα των εννοιών

Γιώργος Κοντογιώργης

Θα σας απασχολήσω με την διευκρίνιση των εννοιών που υποκρύπτονται στον όρο της πολυπολιτισμικότητας και με τις παράπλευρες συνέπειες που έχει η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης εκδοχής στα σημερινά πράγματα, αλλά και τις προεκτάσεις τους στο εξελικτικό γίγνεσθαι των κοινωνιών.

     1. Σπεύδω να επισημάνω το λογικό σφάλμα της νεοτερικότητας να ορίζει την έννοια του πολιτισμού με βάση όχι την ιδιοσυστασία ή τον χαρακτήρα του, αυτό που τον παράγει και τον αποδίδει, αλλά κατά συνεκτίμηση ορισμένων εξωτερικών φαινομένων, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν παράγωγα δηλαδή μεταβλητές του κοσμοσυστημικού κεκτημένου του πολιτισμού1. Υπενθυμίζω το λογικό αυτό σφάλμα διότι έχει σημαίνουσες επιπτώσεις στον προβληματισμό που ακολουθεί.

     Συγκρατώ δύο από τα κυρίαρχα στοιχεία με τα οποία ο σημερινός άνθρωπος ορίζει την έννοια του πολιτισμού: τη θρησκεία και την ταυτοτική συλλογικότητα, που στις μέρες μας αποκαλείται έθνος. Ωστόσο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως ότι η θρησκεία δεν είναι παραγωγός, αλλά παράγωγο πολιτισμού. Αρκούν δύο παραδείγματα, τα οποία αντλώ από το ελληνικό παράδειγμα, για να κατανοήσουμε τι εννοώ. Η χριστιανική θρησκεία, εμφανίζει σημαίνουσες αποκλείσεις στη λατινική (καθολική) και στην ελληνική της (ορθόδοξη) εκδοχή. Η καθολική εκδοχή του χριστιανισμού εξακολουθεί να είναι βαθειά δεσποτική, ενώ αντιθέτως, η ελληνική του εκδοχή, στον ιστορικό της πυρήνα διέθετε θεμελιωδώς ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά. Αντιθέτως, η ορθόδοξη εκκλησία υπό το κράτος έθνος υποχώρησε σημαντικά ως προς την ανθρωποκεντρική της σημειολογία, μεταγράφοντας εις εαυτήν βατικάνιες παραδοχές. Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι η ίδια η θρησκεία προβάλει μια διαφορετική αντίληψη του θείου, της σχέσης του ανθρώπου με τον θεό και, κατ'επέκταση, του συστήματος της θρησκείας, ανάλογα με την κοσμοσυστημική φύση των κοινωνιών στις οποίες βιώνεται.

     Το ίδιο θα λέγαμε και για την αρχαία ελληνική θρησκεία. Η αρχαία θρησκεία δεν ήταν ελληνική, ως προς την προέλευσή της, ήταν βασικά η αιγυπτιακή θρησκεία, η οποία όμως όταν υιοθετήθηκε από τους Έλληνες, κλήθηκε να προσαρμοσθεί σε κοινωνίες ριζικά διαφορετικές. Ποιό είναι λοιπόν το υπόβαθρο αυτής της μεταβολής; Προφανώς, το γεγονός ότι στη μία περίπτωση οι κοινωνίες ήσαν δεσποτικές, κοινωνίες χωρίς ελευθερία που αποτελούσαν αντικείμενο ιδιοκτησίας, όπως και τα πράγματα. Το δεσποτικό υπόβαθρο του ενγένει πολιτισμού, προσέδωσε και στη θρησκεία δεσποτική λογική. Στην άλλη, στην ελληνική περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον ανθρωποκεντρικών κοινωνιών, δηλαδή κοινωνιών εν ελευθερία. Έχει σημασία να γνωρίζουμε ότι η ελευθερία αυτή δεν είναι στατική. Συνάπτεται με ένα εξελικτικό γίγνεσθαι, το οποίο έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, διότι επιδρά επίσης στην πρόσληψη και τη συγκρότηση του θρησκευτικού φαινομένου.

     Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τις συλλογικές ταυτότητες που μας ενδιαφέρουν άμεσα εδώ. Τι είναι η ταυτότητα; Η ταυτότητα είναι η θεμέλιος βάση της ιδιοπροσωπίας μας: της ατομικότητάς μας, της συλλογικότητάς μας και, κατ'επέκταση, της πολιτείας. Αποτελεί την προϋπόθεση για τη συγκρότηση των κοινωνιών εν ελευθερία.

     Η ταυτότητα δεν υπάρχει ως συγκροτησιακή παράμετρος της ατομικότητας και της συλλογικότητας του ανθρώπου στις δεσποτικές κοινωνίες. Ο δουλοπάροικος ανήκει στον δεσπότη, η αναφορά του σ'αυτόν συνθέτει την ταυτότητά του. Το συλλογικό του "είναι" ανάγεται στο ανήκειν στον φεουδάρχη. Η επισήμανση αυτή είναι θεμελιώδης. Ο άνθρωπος μόνον ως ελεύθερη οντότητα αρχίζει να διερωτάται για τον εαυτό του. Δεν είναι όμως απαραίτητο να διακρίνει στον εαυτό του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν αποτελούν γνωρίσματα του "άλλου" για να διαπιστώσει την ταυτοτική του οντότητα. Αρκεί η υποστασιοποίησή του με όρους ελευθερίας.

     Ώστε, στις ανθρωποκεντρικές κοινωνίες υπάρχει η πρώτη ύλη, η ατομική ταυτότητα, στην οποία προστίθενται και οι άλλες, οι συλλογικές ταυτότητες. Από την άλλη, ο ελεύθερος άνθρωπος φέρει μαζί του μια ποικιλία ταυτοτήτων. Η μια, συμπληρώνει την άλλη, έτσι ώστε να λειτουργούν σωρευτικά. Διαθέτουν ωστόσο μια σχετική αυτονομία και, ως εκ τούτου, τη βούληση της επιβεβαίωσής τους. Η επιβεβαίωση αυτή μεταφράζεται τελικά σε διάβημα ελευθερίας, δηλαδή σε αίτημα συμμετοχής στη διαδικασία της διαχείρισης του συλλογικού "είναι". Ο Έλληνας, για παράδειγμα, διακρίνει τον εαυτό του έναντι του "άλλου" και εντάσσεται στη συλλογική ταυτότητα/κοινωνία των Ελλήνων. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τον εαυτό του ως μέρος άλλων μικρότερων πολιτισμικών οντοτήτων, στο εσωτερικό της εθνικής του συλλογικότητας, που ενδεχομένως είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του, η ευρύτερη περιφέρεια (λχ η Ήπειρος κλπ), ο χώρος όπου εργάζεται και πάρα πολλές άλλες περιοχές αναγνωρισιμότητας της ύπαρξής του2. Για τους ιστορικούς Έλληνες η ισορροπία μεταξύ της εθνικής συλλογικότητας και των επιμέρους ταυτοτήτων (λχ των πολεοτικών) διαφοροποιήθηκε στο χρόνο σε συνάρτηση με το ανθρωποκεντρικό τους ανάπτυγμα. Εξόχως σημαντικές υπήρξαν, ωστόσο, και οι μεταλλάξεις του περιεχομένου της εθνικής συλλογικότητας. Η αδυναμία της νεοελληνικής επιστήμης να συλλάβει την έννοια της ελληνικής ταυτότητας στις διάφορες ιστορικές φάσεις της καθώς και η ευκολία με την οποία, η ελληνική κοινωνία, αντιπαρατίθεται με μέτρο τις επιμέρους ταυτότητες στις μέρες μας ανάγεται ακριβώς στην ιστορικότητα αυτή. Ο ελληνισμός συγκροτήθηκε ως έθνος κοσμοσύστημα, όχι ως έθνος κράτος3.

     Οπωσδήποτε, το ελληνικό παράδειγμα καταδεικνύει ότι οι διαφοροποιήσεις των ταυτοτήτων έχουν να κάνουν τόσο με τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτισμική τους συγκρότηση όσο και με τις μεταλλάξεις της ελευθερίας, η οποία συμμετέχει στο πολιτικό της γινόμενο.

     Η θεμελιώδης διαπίστωση, που αφορά στις επιμέρους συλλογικές ταυτότητες είτε στη γενική έννοια του έθνους, είναι ότι απηχούν μια εξαιρετικά πρώιμη εποχή ή φάση της εξέλιξης των κοινωνιών εν ελευθερία. Η φάση αυτή, αποτυπώνεται στον κρατοκεντρικό χαρακτήρα του συνόλου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και στη διχαστική σχέση μεταξύ κοινωνίας και (οικονομικο-κοινωνικού και πολιτικού) συστήματος. Η επισήμανση αυτή, αφορά στο σύνολο του πλανήτη, σήμερα. Έχει όμως ως πρωτοπορία τον λεγόμενο "δυτικό κόσμο", το έδαφος δηλαδή όπου πρωτοσυγκροτήθηκαν οι νεότερες κοινωνίες με γνώμονα τον ανθρωποκεντρικό τύπο.

     Στο περιβάλλον αυτό, η πολυπολιτισμικότητα εστιάζεται στην εθνική συλλογικότητα, δηλαδή στις ειδικότερες εκφάνσεις που ενσωματώνει κάθε συνολικό (εθνικό) ταυτοτικό γεγονός. Υπογραμμίζω το γεγονός αυτό, διότι κατ' αυτάς διαπιστώνεται ότι η έννοια της πολυπολιτισμικότητας καλείται να υποδηλώσει την πολυεθνικότητα, την πολυεθνική συγκρότηση του κοινωνικού ιστού του κράτους. Η προσέγγιση αυτή όμως λαμβάνει ως βάση μια λάθος αφετηρία. Η πολιτισμική πολυσημία λαμβάνει ως θεμέλιο το αποτέλεσμα της σύνθεσης των επιμέρους ταυτοτήτων στο περιβάλλον μιας κοινής ταυτοτικής και, κατ' επέκταση, πολιτειακής στέγης. Η πολυεθνικότητα ανάγεται σε μια παραλληλία εθνικών συλλογικοτήτων με αυτοτελή και, ενδεχομένως, αποκλίνουσα πολιτική αναφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με τη συνάντηση περισσοτέρων της μιας εθνικών συλλογικοτήτων, στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης πολιτειακής οντότητας.

     Αφήνω κατά μέρος την ιδιαιτερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι τα ζητήματα που εγείρει είναι διαφορετικής φύσεως και, εν πάσει περιπτώσει, δεν είναι του παρόντος4. Θα εστιάσω την προσοχή μου στην πρωτογενή πολιτεία που υποστασιοποιεί η εθνική συλλογικότητα, για να καταδείξω πώς οι δυο αυτές έννοιες έγιναν αντικείμενο πολλών χρήσεων από το νεοτερικό κράτος, κατά τη διαδρομή του από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό. Όντως, από τη στιγμή που ο κόσμος συγκροτήθηκε ανθρωποκεντρικά στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, άρχισε να επιζητείται μια νέα ταυτότητα, η οποία να δημιουργεί το συνεκτικό υπόβαθρο του κράτους, τη βούληση για τη συνύπαρξη ενός κοινωνικού όλου σε μια "κοινή εστία"/πατρίδα, αλλά και τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, που θα απαντούσε στο ερώτημα ποιος θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης των συμφερόντων της κοινωνίας των πολιτών. Το ζήτημα εάν το κράτος δημιούργησε την εθνική συλλογικότητα ή, αντιθέτως, εάν αυτή οδήγησε στον αναπροσανατολισμό του κράτους με πρόσημο το ανθρωποκεντρικό γινόμενο της κοινωνίας, προκειμένου να το εκφράσει πολιτικά, δηλαδή με όρους ελευθερίας, θα αποκτήσει, μετά από κάποια στιγμή, κρίσιμη σημασία.

     Χωρίς αμφιβολία το έθνος θα κληθεί να αποδώσει την κοινή συνείδηση της κοινωνίας μέσα στο κράτος. Θα οικοδομηθεί, ωστόσο, στο περιβάλλον των ανθρωποκεντρικών θυλάκων που κινούσαν τη διαδικασία της μετάβασης και όχι από αυτό. Αυτοί θα αξιώσουν όπως το κράτος πάψει να ανήκει σε έναν ιδιοκτήτη δεσπότη (τον απόλυτο μονάρχη) και να εξελιχθεί σε "νομικό πρόσωπο" που να τάξει ως σκοπό του το εθνικό συμφέρον, αντί του συμφέροντος του μονάρχη. Η αναφορά στο έθνος και όχι στην κοινωνία, υποδηλώνει, από την άλλη, ότι η τελευταία, στη φάση της μετάβασης δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει πολιτικό υποκείμενο. Η νίκη του κράτους αυτού και η επίκληση του έθνους, προκειμένου να νομιμοποιηθεί στην εμπραγμάτωση του σκοπού της νέας τάξης, θα συνδυασθούν με υψηλές καταχρήσεις δυνάμεως που θα λάβουν ως αφετηρία την αρχή της ομοιογενοποίησης, δηλαδή την καταστολή του εθνοτικώς διαφορετικού.

     Το φαινόμενο όμως αυτό, επειδή ακριβώς συνάδει με τα πρώτα βήματα της ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν απαντάται στο νεότερο ελληνικό κόσμο. Ο τελευταίος, λόγω της μακραίωνης θητείας του στον ανθρωποκεντρισμό, υποστήριξε μέχρι τέλους, τον 19ο αιώνα, την αρχή της εθνικής πολυσημίας 5.

     Συγκρατούμε λοιπόν ότι στο μέτρο που έθνος και κράτος αναγορεύθηκαν αμοιβαίως το ένα θεράπων του άλλου, στην εποχή μας, έθεσαν όρια στην περαιτέρω ολοκλήρωση της εθνογενετικής διαδικασίας. Πολλές εθνοτικές ή ευρύτερες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αναγκάσθηκαν να συναντηθούν με την εθνική ομάδα που κυριάρχησε στο κράτος και αποτέλεσαν μέρος της. Η απαγόρευση όμως αυτή της εθνογενετικής δυναμικής και, μάλιστα, της πολιτισμικής πολυσημίας του έθνους, εντός του νεοτερικού κράτους, δεν αποτελεί εγγενές φαινόμενο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Είναι απόρροια της πρωτο-ανθρωποκεντρικής φάσης που διερχόταν ο νεότερος κόσμος.

     Στην ίδια ακριβώς αιτία πρέπει να χρεωθεί και η συγκρότηση του κράτους ως μιας πολιτικά κυρίαρχης οντότητας, η οποία κατακρατούσε το μονοπώλιο του πολιτικού συστήματος και τοποθετούσε την κοινωνία στον ιδιωτικό χώρο. Η κοινωνία, που μόλις εισήρχετο στο στάδιο της ανθρωποκεντρικής εμπειρίας, διέθετε έναν εξαιρετικά περιορισμένο ορίζοντα ελευθερίας. Το διακύβευμά της εστιαζόταν στη διασφάλιση της ατομικής και της εθνικής (έναντι του "άλλου") ελευθερίας. Πέραν αυτού, σε ότι αφορά στη σχέση της με την πολιτεία, αρκείτο στην ιδιότητα του ατελούς πολίτη. Ο ατελής πολίτης αξιώνει το δικαίωμα της ψήφου, το οποίο όμως έχει νομιμοποιητικό -όχι όμως και αντιπροσωπευτικό- περιεχόμενο έναντι του σύνολου κράτους. Ορίζεται δυνάμει του ανήκειν στο κράτος και όχι στην πολιτεία. Η μη αναγνώριση της πολιτισμικής πολυσημίας συνάδει ακριβώς με την αρχή της ολοκληρωτικής οικειοποίησης της πολιτείας από το κράτος. Και όχι στο γεγονός της εθνικής συλλογικότητας.

     Που καταλήγουμε; Ότι οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται σήμερα, δυνάμει του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου που αναπαριστά η εθνική ταυτοτική συλλογικότητα, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Δεν υπεισέρχονται ως διακύβευμα στη συλλογική σχέση: η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία αφενός, και αφετέρου η ελευθερία που συνέχεται με την πολυσημική συγκρότηση της πολιτείας του κράτους, απουσιάζουν ολοσχερώς.

     Να δούμε πιο συγκεκριμένα τις διαστάσεις αυτές της ελευθερίας:

     Πρώτον, η ελευθερία, που συνέχεται με την πολιτισμική πολυσημία του συλλογικού ταυτοτικού γεγονότος, προϋποθέτει ότι μας αναγνωρίζεται η δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός κράτους, να συγκροτούμε ιδιαίτερες πολιτειακές οντότητες, οι οποίες να μεθερμηνεύουν την ιδιαιτερότητά μας και, συγχρόνως, να μετέχουν στη διαμόρφωση του γενικότερου δημοσίου χώρου.

     Δεύτερον, η ελευθερία που συνέχεται με την σχέση μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας ή κοινωνίας και πολιτικής, αφορά στην κοινωνική και στην πολιτική ελευθερία. Η ελευθερία αυτή έχει να κάνει με τη διερώτηση εάν το (οικονομικό και/ή πολιτικό σύστημα) ανήκει σε κάποιον διαφοροποιημένο ιδιοκτήτη ή στους συντελεστές του (εν προκειμένω, στην κοινωνία).

     Έχουμε ήδη διαπιστώσει αλλού ότι η νεοτερικότητα ορίζει την μεν ατομική ελευθερία με όρους αυτονομίας, δηλαδή με την ακρίβεια της έννοιας που υποδεικνύει ότι καθένα από τα μέλη της κοινωνίας δεν αποδέχεται να ορίσει κάποιος τρίτος, τι θα κάνει ή τι δεν θα κάνει. Όταν όμως καλείται να ορίσει την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία, μας υποδεικνύει ότι πρέπει να απεμπολήσουμε την αρχή της αυτονομίας υπέρ ενός ετεροκαθοριστικού προτάγματος, του δικαιώματος. Έχουμε δικαίωμα να διαδηλώσουμε, αλλά διαδηλώνουμε επειδή κάποιος άλλος κατέχει την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού μας, δηλαδή την αυτονομία μας. Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο της οικονομίας. Η αντίφαση αυτή συγκροτεί το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχουμε οικοδομήσει και βιώνουμε τις αυταπάτες μας, νομίζοντας ότι είμαστε ελεύθεροι, μόνο και μόνο επειδή, στη φάση που διερχόμαστε, η συγκεκριμένη ελευθερία απλώς δεν μας χρειάζεται και επομένως δεν αποτελεί αίτημα για την εποχή μας.

     Το ερώτημα που εγείρεται, ωστόσο, είναι εάν είναι εφικτή η πολιτική σήμανση της έννοιας της πολυπολιτισμικότητας, δηλαδή η προσέγγισή της υπό το πρίσμα της ελευθερίας. Διότι θεωρείται ακόμη στις μέρες μας ότι η πολυπολιτειακή συγκρότηση της εθνικής συλλογικότητας αποτελεί απειλή για το κράτος και για το έθνος. Υπό το ίδιο πρίσμα, αντιμετωπίζεται και η πολιτική ελευθερία, που ανάγεται στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Το ερώτημα του ποιός θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης της εθνικής συλλογικότητας συνέχεται με το συμφέρον όχι της κοινωνίας, αλλά του κράτους.

     Δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι ο -κατά τα άλλα μαρξιστής- ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ επιχειρηματολογεί δια μακρόν ότι εάν ο ηγετικός πυρήνας, ο οποίος μονοπωλεί σήμερα το κράτος της πολιτικής κυριαρχίας, αποκαθηλωθεί από το βάθρο της εξουσίας, θα απειληθεί το έθνος, θα εκλείψει, ως άχρηστο το έθνος. Σπεύδω να αντιτείνω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλώς γνωσιολογικά αβαθής, είναι και αυθαίρετος και, θα έλεγα, ιδεολογικά εξόχως αντιδραστικός. Διότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης του έθνους από την κοινωνία, η ενσάρκωση του πολιτικού συστήματος από αυτήν, αντί του κράτους, δεν απειλεί το έθνος, αλλά το πολιτικά κυρίαρχο κράτος. Και πιο συγκεκριμένα τη μονοπωλιακή θέση που κατέχουν σ'αυτό οι εκάστοτε νομείς του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη δημοκρατία, στην οποία η ταυτοτική συλλογικότητα επανέρχεται στον φυσικό της φορέα, στην κοινωνία των πολιτών.

     Η διευκρίνιση αυτή και, συνάμα, η επισήμανση ότι το πολιτικό σύστημα αποτελεί γνωσιολογικά μια διάφορο έννοια, η οποία δεν ταυτίζεται εκ φύσεως με το αυτόνομο κράτος/σύστημα, έχει καταστατική σημασία, διότι μας επιβεβαιώνει ότι βιώνουμε ακόμη μία "προ-πολιτειακή" κοινωνία, κατά την οποία ουσιώδεις διαστάσεις της ελευθερίας δεν συναντήθηκαν ακόμη με τα μέλη της.

     2. Η έννοια της πολυπολιτισμικότητας στις μέρες μας, εμφανίζεται να μεταβάλει περιεχόμενο, ως αποτέλεσμα της διακτίνωσης του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος στο σύνολο του πλανήτη. Συμβαίνει εφεξής σε όλο το φάσμα των κοινωνιών του πλανήτη, αυτό που βίωσαν οι εθνικές κοινωνίες της Ευρώπης τον προηγούμενο αιώνα: μία εκ βάθρων μετάλλαξη του κοινωνικο-οικονομικού ιστού που οδηγεί, μεταξύ των άλλων, στη μαζική μετακίνηση ανθρώπων από τον αγροτικό στον αστικό χώρο, από τις χώρες της "περιφέρειας" στις χώρες του "κέντρου". Στο μέτρο που οι ανθρωποκεντρικές παράμετροι διεισδύουν στις χώρες της πρώην δεσποτικής περιφέρειας του πλανήτη, η μετακίνηση αυτή πραγματώνεται διακρατικά, στο επίπεδο του συνόλου κοσμοσυστήματος. Όντως, η αυτονόμηση, ιδίως της οικονομίας και της επικοινωνίας, από το περίκλειστο άλλοτε εθνικό κράτος, προκαλεί παράπλευρες απώλειες ή συνέπειες. Δημιουργεί, συγκεκριμένα, τις συνθήκες μιας δια-κοσμοσυστημικής κινητικότητας, η οποία συνδυάζεται με το ανερχόμενο τεχνοδυκτιακό επικοινωνιακό σύστημα. Μια από τις εκδηλώσεις της κινητικότητας αυτής εντοπίζεται στη δυναμική της εργασίας. Γι' αυτό και το κοινωνικό πρόβλημα, δεν επιδιώκεται πια να επιλυθεί επί τόπου, όπως γινόταν στις πρώιμες εποχές της Ευρώπης (λχ με την Γαλλική ή τη Ρωσική επανάσταση), αλλά δια μεταφοράς. Μετατοπίζεται στις χώρες της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας.

     Το φαινόμενο αυτό, δημιουργεί σειρά από προβληματικές παρενέργειες οι οποίες κάνουν επείγουσα την αντιμετώπισή τους. Αναφέρω ενδεικτικά το ζήτημα της ασφάλειας ή της ανασφάλειας, της αστάθειας και της υποβάθμισης πολλών αστικών ή μη αστικών περιοχών. Το ζήτημα της συνοχής που διασφαλίζει η συνάντηση των μελών της κοινωνίας στο πλαίσιο της εθνικής συλλογικότητας. Το να διαπιστώνει κανείς ξαφνικά ότι η γειτονιά του αλλάζει χαρακτήρα, με την προσέλευση κοινωνικά και πολιτισμικά διαφορετικών γειτόνων, δεν αξιολογείται με όρους φιλανθρωπίας ή δικαίου. Αξιολογείται κυρίως υπό το πρίσμα του τρόπου και της καθημερινότητας του βίου ή των επιπτώσεών που έχει στην εθνική συλλογικότητα.

     Το φαινόμενο αυτό οι σύγχρονες κοινωνίες καλούνται να το επιλύσουν, δίδοντας απάντηση στο πώς θα συγκροτηθεί η νέα κοινωνική, ταυτοτική και πολιτισμική σχέση, η νέα επικοινωνία μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, μέσα σε έναν χώρο ο οποίος μέχρι πρόσφατα εθεωρείτο ότι αποτελούσε την αποκλειστική εστία, την πατρίδα μιας ορισμένης εθνικής συλλογικότητας.

     Εγείρεται όμως ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα, που έχει να κάνει με το διακύβευμα της εργασίας. Πολύ συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η οικονομική μετανάστευση είναι εχθρός της εργασίας του πολίτη. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Με την ανθρωποκεντρική ανάπτυξη του κόσμου, η εργασία ή μορφές εργασίας οδηγούνται σε μια σχετική απαξίωση. Δεν είναι πρωτόγνωρο το φαινόμενο αυτό. Το συναντάμε επίσης στην εξέλιξη των πόλεων κρατών. Το πρόβλημα με την οικονομική μετανάστευση είναι ότι φέρνει την κοινωνία των πολιτών, την κοινωνία της εθνικής συλλογικότητας, σε μια μεσοπρόθεσμη πολιτική αδυναμία. Και περιέρχεται η κοινωνία των πολιτών σε πολιτική αδυναμία για τον απλό λόγο ότι στην ανθρωποκεντρική φάση που βιώνει η εποχή μας, η σχέση της με την πολιτεία είναι ερμητικά εξω-πολιτειακή και διαμεσολαβημένη. Εξαρτάται δηλαδή από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που εξέχουν της κοινωνίας των πολιτών και λειτουργούν ως διαμεσολαβητές της με την εξουσίας. Η έννοια της διαμεσολάβησης δηλώνει ρητώς ότι οι δυνάμεις αυτές δεν δεσμεύονται με αντιπροσωπευτικό πρόσημο έναντι της κοινωνίας.

     Στο μέτρο λοιπόν που οι δυνάμεις αυτές εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από την άρθρωση των μεταξύ τους σχέσεων, των μηχανισμών και του συμφέροντος της "αγοράς", έχουν αυτονομηθεί έναντι της κοινωνίας. Συγχρόνως, η κοινωνία αδυνατεί να υποστηρίξει με τους μέχρι τώρα γνωστούς τρόπους, όπως η διαδήλωση ή η απεργία, το συμφέρον της στο επίπεδο του (οικονομικο-κοινωνικού και πολιτικού) συστήματος. Σ'αυτήν ακριβώς την πολιτική αδυναμία οφείλεται και η ραγδαία σημειούμενη μεταβολή της εργασίας των πολιτών από αντικείμενο δημοσίου ενδιαφέροντος που απολάμβανε προστασία με όχημα τα δικαιώματα, σε εργασία εμπόρευμα. Το ζήτημα εφεξής δεν είναι η ενσωμάτωση της εργασίας του μετανάστη στο οικονομικό γίγνεσθαι της χώρας υποδοχής, αλλά η απαξίωση της εργασίας του πολίτη, με την περιαγωγή της στο καθεστώς του εμπορεύματος. Ως εμπόρευμα η εργασία υπόκειται στη διατίμηση της αγοράς, όπως ένα τυπικό προϊόν. Δεν συνεκτιμάται η συνάφειά της με την ελευθερία, την ευημερία και την ασφάλεια της κοινωνίας.

     3. Στο νέο αυτό περιβάλλον, ερωτάται, πού θα δημιουργηθεί η τομή η οποία θα αποκαταστήσει τον κοινωνικό σκοπό της πολιτικής. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κρίσιμη διότι διασταυρώνεται με την αδιέξοδη ρητορική των πολιτικών δυνάμεων. Οι μεν, προκρίνουν ότι πρέπει να φύγουν οι "ξένοι", οι δε επιλέγουν την ιδέα της ενσωμάτωσης των μεταναστών, μέσω των δικαιωμάτων, στην οικονομική διαδικασία, ενώ, τέλος, κάποιοι άλλοι διεκδικούν την ολοκληρωτική ένταξή τους στον πολιτειακό και όχι μόνο οικονομικο-κοινωνικό ιστό της χώρας.

     Εκτιμώ ότι και οι τρεις αυτές λύσεις τοποθετούνται έξω από το διακύβευμα της εποχής που διέρχεται ο ανθρωποκεντρικός κόσμος στις μέρες μας. Θεωρούν ότι το πρόβλημα της οικονομικής μετανάστευσης θα επιλυθεί είτε με την απαγόρευση της εξέλιξης που είναι αναπόφευκτη είτε με την μεταβολή του οικονομικού μετανάστη σε σύνοικο και, συνακόλουθα, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, εχθρό της εθνικής κοινωνίας των πολιτών.

     Στην πραγματικότητα, οι οπτικές αυτές προσεγγίζουν το ενγένει κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα υπό το πρίσμα μιας σαφώς οπισθοδρομικής λογικής. Μάλιστα, οι δυνάμεις που, στο όνομα της "προόδου", στοχοποιούν την κοινωνία ως εχθρό της ελευθερίας, είναι εκείνες που περισσότερο από κάθε άλλη αρνούνται, στην κοινωνία το δικαίωμα να διευρύνει το πεδίο της ελευθερίας στο κοινωνικο-οικονομικό και ιδίως στο πολιτικό πεδίο. Έχοντας απαξιωθεί στα μάτια της κοινωνίας, επιχειρούν να αξιοποιήσουν την πολιτική της αδυναμία, λειτουργώντας ως το "βαποράκι" για τη τακτοποίηση των αποβλήτων του παγκόσμιου καπιταλισμού (της λεγόμενης "αγοράς"). Είναι οι δυνάμεις εκείνες που διδάσκουν ότι τα δικαιώματα είναι ανώτερα της ελευθερίας, όχι διότι είναι όντως έτσι, αλλά επειδή η ελευθερία αφορά στην κοινωνία των πολιτών και, κατ' επέκταση, στην αναίρεση του εξουσιαστικού τους ρόλου.

     Το ερώτημα αυτό στην πραγματικότητα κρύβει μία άλλη διάσταση της σχέσης μεταξύ της εθνικής συλλογικότητας και της πολιτείας, που έχει να κάνει με το διακύβευμα ενσωμάτωση ή αυτονομία; Η αυτονομία, ανάγεται στην πολιτισμική πολυσημία στην οποία αναφέρθηκα ήδη. Δηλώνει ότι κάθε εθνοτική ή άλλη ομάδα, που επιθυμεί να αυτοθεσμηθεί, δύναται να το πράξει. Η ενσωμάτωση, από την πλευρά της, υποδεικνύει περιοριστικά τη θεσμική προοπτική της πολιτισμικής πολυσημίας.

     Το ζήτημα, ωστόσο, στην περίπτωση της οικονομικής μετανάστευσης (του εθνικώς "άλλου") ενδιαφέρει, όπως γίνεται αντιληπτό, την εθνική συλλογικότητα, στο μέτρο που στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας κατέχει τη συστατική θέση στη συγκρότηση του κράτους. Είναι δηλαδή άρρηκτα συνδεδεμένη με το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής και, εντέλει, με την θεμέλια ενότητα της σύνολης πολιτειακής επικράτειας. Υπό το πρίσμα αυτό τίθεται το ερώτημα σε ποιό βαθμό δικαιούται το έθνος της κοινωνίας να αρνηθεί να μοιρασθεί την κοινή συλλογική του εστία, να καθορίσει τους όρους και τα όρια της αποδοχής του "άλλου" σ'αυτήν της ή, ακόμη, να παρεμποδίσει την απόσχιση του εδάφους της χώρας στο όνομα της αυτονομίας του "άλλου"; Είναι προφανές ότι δεν αναφέρομαι στην ιστορικά σύνοικη εθνοτική οντότητα που αίφνης διεκδικεί την πολιτειακή της επιβεβαίωση, αλλά στον εκ μεταφοράς "άλλον" στο κράτος έθνος. Εάν το δικαίωμα της αντίστασης μιας εθνικής συλλογικότητας έναντι μιας εξωτερικής απειλής αναγνωρίζεται σε επίπεδο συνόρων, πώς θα αντιμετωπισθεί η δυνάμει απειλή που, ενδεχομένως, στοιχειοθετεί η εσωτερική της υπονόμευση;

     Το δίλημμα αυτό εγείρεται από τη στιγμή που με την μεταστέγαση μέρους ενός έθνους από ένα κράτος μέσα σε ένα άλλο κράτος, εγείρονται ζητήματα που απειλούν να ανατρέψουν το κεκτημένο πάνω στο οποίο οικοδομείται η θεμέλια προϋπόθεση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μεγάλης κλίμακας, δηλαδή η εθνική κοινωνία. Ερωτάται επομένως, στο πλαίσιο αυτό, πώς μπορεί να εξοικονομηθεί η δυναμική της κοσμοσυστημικής ανάπτυξης των ανθρωποκεντρικών παραμέτρων που επιφέρει η λεγόμενη "παγκοσμιοποίηση", χωρίς να πληγεί το θεμέλιό της, η εθνική συλλογικότητα.

     Αναφέρομαι, όπως γίνεται αντιληπτό, στην ταυτοτική συλλογικότητα που λειτουργεί ως η εστία της ελευθερίας, την οποία συμπυκνώνει θεσμικά η έννοια του πολίτη. Διότι το ανήκειν στην εθνική συλλογικότητα, συνεπάγεται την ιδιότητα του πολίτη στο κράτος που ενσαρκώνει και, εν προκειμένω, την ελευθερία της. Η πολιτειότης συνδέεται με όρους μοναδικότητας, στην κρατοκεντρική φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, με την κρατική οντότητα που την χορηγεί. Επομένως, κάθε άτομο διαθέτει, καταρχήν, μια πολιτειότητα, δυνάμει της οποίας εγγράφεται ως εταίρος στην απόλαυση της ελευθερίας που ενσωματώνει στο πλαίσιο του συγκεκριμένου κράτους.

     Η διερώτηση αυτή δεν αντιτίθεται στην οικονομική μετανάστευση αυτή καθεαυτή ούτε στο άνοιγμα της εθνικής συλλογικότητας σε νέους εταίρους. Η σημειούμενη μετάβαση, από την αιματολογική/βιολογική προσέγγιση της ταυτοτικής συλλογικότητας, στην πολιτισμική της τεκμηρίωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί ήδη κατά μικρόν από την πρωτο-ανθρωποκεντρική περίοδο των κοινωνιών, επιβεβαιώνει ακριβώς το γεγονός αυτό.

     Το ζήτημα παρουσιάζει πολλές διαστάσεις συνθετότητας, τις οποίες παρακάμπτω, για να σταθώ, εν προκειμένω, στην προβληματική για την αντιμετώπισή του. Από όσα ανέφερα ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν τίθεται, στην παρούσα φάση, θέμα αυτονομίας. Δεν συντρέχει καν ζήτημα διαχείρισης της οικονομικής μετανάστευσης με όρους μειονότητας. Στη φάση του πρώιμου ανθρωποκεντρικά πολιτισμού, που βιώνει σήμερα ο κόσμος, με πρόσημο τον κρατοκεντρισμό, το ζήτημα αυτό μέλει να αντιμετωπισθεί με γνώμονα την αρχή της ενσωμάτωσης.

     Η αρχή της ενσωμάτωσης καλείται να συνεκτιμήσει πρωταρχικά το "διατακτικό" της. Η ενσωμάτωση δεν είναι συμβατή με την όποια πολιτική αξίωση για μια πολυ-εθνική συγκρότηση της κοινωνίας στο πεδίο της πολιτείας. Η εποχή του κρατοκεντρισμού δεν παράγει ικανά αντισώματα για την αφομοίωση των κραδασμών που συνεπάγεται η προοπτική αυτή. Και τούτο διότι η δυναμική του εθνικού γεγονότος -που αποτελεί την αιτιολογική βάση της πολιτείας- δημιουργεί εξορισμού τις προϋποθέσεις μιας αμυντικής θωράκισης της εσωτερικής συνοχής. Η ανάγκη αυτή, στην περίπτωση της αμφισβήτησης, θα κινητοποιήσει μια ασύμμετρη ένταση στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια, το ζήτημα, όπως είδαμε, συνάπτεται με προσεγγίσεις που αφορούν στη διαχείριση της εθνικής συνοχής, στην καθημερινότητα της κοινωνίας των πολιτών και στην ενότητα του πολιτειακού ιστού. Το ερώτημα εν προκειμένω συγκεκριμενοποιείται με το διακύβευμα εάν ο έλεγχος της οικονομικής μετανάστευσης θα γίνει στα σύνορα με γνώμονα συντεταγμένες στρατηγικές για τις ανάγκες της χώρας και τη δυνατότητά της να απορροφήσει τους νέους συνοίκους στο κοινωνικο-οικονομικό της γίγνεσθαι. Το επίπεδο αυτό της προσέγγισης, είναι το άμεσο. Η ενσωμάτωση όμως καλείται να συνεκτιμήσει ουσιωδώς τη θεματική της αναφορά στην ένταξη του "άλλου" στην εθνική/ταυτοτική συλλογικότητα. Πρέπει δηλαδή να αποβλέπει στην οικείωση του ξένου με το πολιτισμικό κεκτημένο της χώρας υποδοχής. Να διέλθει, κατ'επέκταση, το κατώφλι της εθνικής του αναφοράς και να εγγραφεί στη λογική της πολιτισμικής πολυσημίας. Το σημείο της συνάντησης του "άλλου" με το νέο εξελικτικό γινόμενο της εθνικής συλογικότητας μένει να διαμορφωθεί εν τω γίγνεσθαι. Στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα εάν θα κληθεί να μετάσχει στην πολιτειότητα ή όχι συναρτάται με την απόφασή του να μετάσχει στο πολιτισμικό κεκτημένο της εθνικής συλλογικότητας και όχι απλώς στο πεδίο της εργασίας.

     Από την άλλη, η μετάβαση στο νέο κοσμοσυστημικό περιβάλλον που αναγγέλλει η "παγκοσμιοποίηση", υποχρεώνει τις κρατικές κοινωνίες να επανεκτιμήσουν τον τρόπο της οικείωσης του "ξένου" με την εθνική συλλογικότητα. Συγκεκριμένα, το ερώτημα επανέρχεται στην αρχική του βάση, δηλαδή στην επισήμανση των στοιχείων που συγκροτούν την εθνική συλλογικότητα. Με ποιό μέτρο θα κριθεί ότι ικανοποιείται η αξίωση της ενσωμάτωσης στο ταυτοτικό γινόμενο της κοινωνίας; Το έθνος, όπως είδαμε, ορίζεται από ένα σύνολο διακρινουσών παραμέτρων, που διαφοροποιούνται ως προς το περιεχόμενο και τη βαρύτητά τους μεταξύ των μελών της εθνικής κοινωνίας. Πότε λοιπόν ο "ξένος" θα θεωρηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις της συμμετοχής του στην εθνική συλλογικότητα; Δύναται, για παράδειγμα, ένας μουσουλμάνος να συμμετάσχει στην ελληνική εθνική συλλογικότητα χωρίς να γίνει χριστιανός και δη ορθόδοξος; Με ποιό κριτήριο θα αξιολογηθεί άραγε η συμμετοχή αυτή όταν διαπιστώνεται ότι η έννοια της ορθοδοξίας έχει υποστεί σημαίνουσες μεταλλάξεις στον χωροχρόνο και, οπωσδήποτε, δεν συγκεντρώνει ούτε στις μέρες μας την ομοφωνία των μελών της; Υπενθυμίζουμε, τέλος, την αρχική μας επισήμανση, ότι με γνώμονα την προσέγγιση του πολιτισμού με πρόσημο τη θρησκεία, η εθνική συλλογικότητα θα πρέπει να δεχθούμε ότι ορίζεται ως η ταυτολογία της.

     Οι διερωτήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη αξία εάν συνεκτιμήσουμε το γεγονός ότι η ταυτοτική συλλογικότητα διαφοροποιείται, όπως προείπα, στον χωροχρόνο. Κάθε στάδιο, στο οποίο εισέρχεται το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, ενσωματώνει τις δικές του μεταβλητές, οι οποίες λειτουργούν ως καταλύτης στη μετάλλαξη της έννοιας του έθνους, που αποτελεί, εντούτοις, τη σταθερά της ταυτοτικής συλλογικότητας στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας.

     Ποιά είναι, λοιπόν, τα στοιχεία της εθνικής συλλογικότητας που καλούμαστε να επανεξετάσουμε στη νέα φάση που έχει ήδη αρχίσει να βιώνει ο σύγχρονος κόσμος; Πρώτα πρώτα, επισημαίνεται ότι η άποψη που προκρίνει την ενσωμάτωση δια της ένταξης στην πολιτεία δεν συνεκτιμά ότι τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει είναι σαφώς περισσότερα από όσα θα επέλυε. Επιπλέον, κινείται στην κατεύθυνση της κρατούσης έννοιας της "παγκοσμιοποίησης" που επιλέγει την υποχώρηση του εσωτερικού κανονιστικού πλαισίου (που δομεί το πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι) υπέρ των σχέσεων δύναμης που αναπτύσσονται στο σύνολο κοσμοσύστημα. Η άποψη αυτή, επιδιώκει τέλος την υποκατάσταση της εθνικής συλλογικότητας, ως συνεκτικής συνιστώσας του κράτους, με τον όρο της συνάντησης των συνοίκων μελών της κοινωνίας με πρόσημο την πολιτειότητα. Στο μέτρο δε που την προσλαμβάνει με γνώμονα το απλώς ανήκειν του πολίτη στο κράτος, διαπιστώνουμε ότι συνοδεύει το δόγμα της με τη διακήρυξη ότι η ελευθερία είναι υποδεέστερη -προφανώς πλέον επιβλαβής για τη θέση της- των δικαιωμάτων.

     Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οφείλουμε να αναθεωρήσουμε το κληρονομημένο από την εποχή του Διαφωτισμού στερεότυπο που αφορά στην ελευθερία. Να ενσωματώσουμε σ' αυτήν τα στοιχεία εκείνα που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη της εθνικής συλλογικότητας με όρους όχι ομοιογένειας, αλλά πολυσημίας. Και περαιτέρω, τη διάσταση εκείνη της ελευθερίας που θα οδηγήσει στη μετάλλαξη της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, έτσι ώστε να οδηγηθούμε από το έθνος του κράτους στο έθνος της κοινωνίας. Όσο περισσότερο διευρύνεται το πεδίο της ελευθερίας, προς τις κατευθύνσεις αυτές, άρα η δημοκρατική βάση της πολιτείας, τόσο θα χαλυβδώνεται η εθνική συλλογικότητα, θα ενδυναμώνονται οι αντιστάσεις της κοινωνίας των πολιτών στην ηγεμονική βούληση των δυνάμεων της "αγοράς" και η ενσωμάτωση του "άλλου" θα γίνεται πιο ασφαλής. Διότι η εθνική συλλογικότητα θα ενσωματώσει συστατικά το πολιτειακό κεκτημένο με πρόσημο της ελευθερία.

     4. Αυτό σημαίνει ότι οδηγούμαστε μεσοπρόθεσμα σε ένα μετασχηματισμό της πολιτείας, από το σαφώς προ-αντιπροσωπευτικό σύστημα της εποχής μας, σε ένα σχετικά αντιπροσωπευτικό καθεστώς όπου ο πολίτης θα αναλάβει, εν μέρει ή εν όλω, την ιδιότητα του εντολέα.

     Η προοπτική αυτή του πολίτη-εντολέα προϊδεάζει για τη βαρύνουσα θέση που θα κληθεί να καταλάβει ο φορέας της στη συγκρότηση και στη λειτουργία της πολιτείας. Οπότε, η απόφαση για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη θα συναρτηθεί αναπόφευκτα τόσο με την πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας -με το ανήκειν στην εθνική συλλογικότητα-, όσο και με το γεγονός ότι ο πολίτης γίνεται αυτοδικαίως και εταίρος της πολιτείας. Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι εάν ο "άλλος", που ανήκει σε διαφορετική εθνική συλλογικότητα, θα επιλέξει τη χώρα υποδοχής ως νέα του πατρίδα με τους όρους της γηγενούς εθνικής συλλογικότητας ή θα εμμείνει στο ανήκειν στο πολιτιστικό κεκτημένο της χώρας προέλευσης. Το διακύβευμα αυτό αποβαίνει, εν προκειμένω, αποφασιστικής σημασίας. Διότι εφεξής η πολιτειότης δεν υποδηλώνει απλώς το ανήκειν σε ένα κράτος έθνος, αλλά μια εταιρική σχέση με την πολιτεία που τον μεταβάλλει σε δικαιούχο της πολιτικού της αποτελέσματος. Στο μέτρο δε που η πολιτειότης αποτελεί πρόσεδρο στοιχείο της ταυτότητας, λειτουργεί ως όχημα μάλλον για την πρόσδεσή της στην ελευθερία. Κατά τούτο, το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής συναντάται με το συμφέρον του πολίτη που απορρέει από τη συμμετοχή του στην πολιτεία. Εάν επομένως δεν συνδέεται με την κρατούσα εθνική συλλογικότητα θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την αμφισβήτησή της και, περαιτέρω, για την αμφισβήτηση της ενότητας του κράτους.

     Καταλήγουμε επομένως ότι η πολιτειότης αποβαίνει το νέο σημείο τομής που σε βάθος χρόνου θα χωρίσει, εντός της επικράτειας και όχι στα σύνορα, τις εθνικές συλλογικότητες. Εντός της κρατικής επικράτειας θα συγκροτηθούν δυο διακριτές κοινωνίες: η κοινωνία των πολιτών που, μεταλλαγμένη σε πολιτειακή κοινωνία, θα ανάγεται στην εθνική συλλογικότητα και η κοινωνία της οικονομικής εργασίας, η οποία θα απολαμβάνει τα δικαιώματα, που συνδέονται με την εργασία και την ιδιότητα του μετοίκου. Η μεταστέγαση των μελών της τελευταίας ως πολιτών στην πολιτεία, θα συνδυασθεί με το βαθμό ενσωμάτωσής τους στην ταυτοτική συλλογικότητα και, συνάμα, με τις επιπτώσεις της στα συμφέροντα των εταίρων της πολιτείας.

     Εκτιμώ, όντως, την εξέλιξη αυτή ως αναπόφευκτη, καθόσον η προοπτική της πλανητικής διακτίνωσης των παραμέτρων του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, σε συνδυασμό με την διαρκώς συχνότερη επίκληση της πολιτικής υπό το πρίσμα του κρατοκεντρισμού, δηλαδή με όρους δυνάμεως, θα γιγαντώσει τη δυναμική της οικονομικής μετανάστευσης, έτσι ώστε στις χώρες της πρωτοπορίας οι νέοι σύνοικοι να εξομοιωθούν αριθμητικά ή και να ξεπεράσουν σε πληθυσμό τις κοινωνίες των πολιτών.

     Τι θα συμβεί σε αυτή την περίπτωση; Θα πάψει να υπάρχει η εθνική συλλογικότητα; Προφανώς όχι. Όπως είπαμε, η συγκρότηση των κοινωνιών εν ελευθερία προϋποθέτει την ταυτοτική συλλογικότητα, προκειμένου να συναινέσουν τα μέλη τους στη συστέγασή τους στην ίδια πολιτειακή στέγη. Για τις κοινωνίες εν ελευθερία η συναίνεση δεν διέρχεται από την ιδέα του ανήκειν σε μια πολιτική εξουσία, παρά μόνο στην φάση της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης.

     Σε κάθε περίπτωση, η μετατόπιση, σε βάθος χρόνου, της διαχωριστικής γραμμής από τα σύνορα -στον πρώιμο κρατοκεντρισμό- στο εσωτερικό της κρατικής επικράτειας, με γνώμονα το ανήκειν στην πολιτεία, προόρισται να δημιουργήσει μια νέα πολιτική διχοτομία: όχι πια μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτείας, αλλά μεταξύ της συγκροτημένης σε πολιτική κοινωνία, κοινωνίας των πολιτών, και της κοινωνίας της εργασίας, την οποία συναποτελούν οι οικονομικοί μετανάστες. Ώστε, η συμμετοχή στην πολιτεία θα αποτελέσει το μείζον διακύβευμα στο απώτερο μέλλον. Όσο η κοινωνία των πολιτών θα περιέρχεται σε πολιτική αδυναμία, τόσο θα διακρίνει τη θέση της μέσα στην πολιτεία. Η οποία, θα αποτελέσει τη νέα διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και στην κοινωνία των μετοίκων. Αναφέρομαι δηλαδή σε μια εποχή που η πολιτεία θα περιέλθει κατά το μάλλον ή ήττον στην κοινωνία των πολιτών αντί του κράτους.

     Το αποτέλεσμα της συνάντησης δυο κοινωνιών μέσα στο ίδιο κράτος, θα αποδειχθεί ευνοϊκό για την οικονομική μετανάστευση, καθόσον θα αποδώσει τελικά σ'αυτήν τα δικαιώματα που προσιδιάζουν στην εργασία και στην ιδιότητα του μετοίκου.

     Οπωσδήποτε, καταλήγουμε ότι η πολιτισμική πολυσημία της εθνικής συλλογικότητας θα διαμορφώσει στο μέλλον την λογική της πολιτείας. Συγχρόνως, όμως, η συνάντηση της εθνικής συλλογικότητας με την πολυ-εθνική πολιτισμικότητα εντός του κράτους θα υπαγορεύσει το γινόμενο του νέου δυισμού, που προανήγγειλα, μεταξύ της πολιτικής κοινωνίας και της οικονομικής κοινωνίας. Ο οποίος, σε τελική ανάλυση, θα λειτουργήσει ως "προθάλαμος" για την οικείωση του "άλλου" με το αξίωμα της πολιτισμικής συνοχής και της ταυτοτικής συλλογικότητας που προϋποθέτει η πολιτειακή συγκρότηση της θεμέλιας κοινωνίας του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μεγάλης κλίμακας.

 


[1] Για τις έννοιες αυτές βλέπε αναλυτικά στο έργο μου, "Culture et civilisation. Images et représentation des concepts", In: Estudos do Seculo XX, nΊ8 (2008).

[2] Δεν αποκλείεται επίσης να συμμετέχει, τρόπον τινά, στο ταυτοτικό γίγνεσθαι που εντάσσεται σε μια άλλη εθνική ή και υπερεθνική συλλογικότητα.

[3] Για μια γνωσιολογική τεκμηρίωση της έννοιας του έθνους με κοσμοσυστημική αξίωση καθώς και για μια ανάλογη προσέγγιση του ελληνικού έθνους βλέπε τα έργα μου, Περί έθνους και ελληνικής συνέχειας, Ιανός, Αθήνα, 2011, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2009, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τ.Α', Σιδέρης, Αθήνα, 2006, Έθνος και "εκσυγχρονιστική" νεοτερικότητα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2006.

[4] Το ζήτημα αυτό το έχω διαπραγματευθεί αλλού: "Cultural Europe and Geopolitics", in Eurolimes 9/2010, "Identité nationale, identité ‘politéienne’ et citoyenneté à l'époque de la ‘mondialisation’", in Maria Manuela Tavares Ribeiro (éd), Europa em mutaçao. Cidadania, Identidades, Diversidade Cultural, Univ. Coimbra, 2003 και "Les fondements et les limites du pluralisme culturel européen", in Maria Manuela Tavares Ribeiro (éd), Identidade Europeia e Multiculturalismo, Quarteto, 2002

[5] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ρήγας. Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2009.

 

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Oι προτάσεις Mάνου

Χρήστος Γιανναράς

Tο άρθρο του κ. Στέφανου Mάνου «H οδός Eυημερίας» («K» 8.5.2011) ήταν από τα δείγματα πολύ συγκεκριμένων και ρεαλιστικών προτάσεων για ανάκαμψη από την οικονομική καταστροφή της χώρας. Δεκαετίες τώρα ο κ. Mάνος καταθέτει σταθερά ένα πολιτικό λόγο εκπληκτικής (για τα δεδομένα του ελλαδικού σκηνικού) συνέπειας σε στόχους ορθολογικού νοικοκυρέματος του κράτους. Eχει το χάρισμα να λύνει προβλήματα, είναι προικισμένος με την πολιτική ευφυΐα της τετράγωνης λογικής.

Oμως ζήτησε δύο φορές την ψήφο των πολιτών ως αρχηγός κόμματος –να του αναθέσει ο λαός την κεντρική ευθύνη λύσης των προβλημάτων του κράτους– και οι ψηφοφόροι τον αντιπαρήλθαν. Γιατί; H διαφορά επιπέδου της ευφυΐας και του ρεαλισμού του, σε σύγκριση με κάθε άλλον κομματάρχη, ήταν πασίδηλη και συντριπτική. Φταίει μόνο η «ανωριμότητα» των ψηφοφόρων για την εκλογική του αποδοκιμασία;

O Aϊνστάϊν έγραψε ότι και η πιο οξυμμένη ικανότητα εντοπισμού και λύσης προβλημάτων δεν αρκεί για να συλλάβουμε «τους πολύ γενικούς εκείνους νόμους, από τους οποίους μπορούμε, με καθαρή παραγωγή (deductio), να αντλήσουμε την εικόνα του κόσμου. Δεν υπάρχει λογικό μονοπάτι που να οδηγεί σε αυτούς τους νόμους. Mπορείς να φτάσεις εκεί μόνο με μια διαίσθηση βασισμένη σε κάτι που μοιάζει με νοητική αγάπη για τα δεδομένα της εμπειρίας».

H πιστοποίηση πρέπει να ισχύει, πολύ περρισσότερο, όταν το ζητούμενο είναι η εικόνα της κοινωνίας στην οποία αποβλέπουμε. Δεν αρκεί η ικανότητα εντοπισμού και επίλυσης προβλημάτων. Για να είναι γόνιμη (να πείθει) η ικανότητα, πρέπει να βασίζεται σε στόχο στον οποίο δεν οδηγεί «κανένα λογικό μονοπάτι», αλλά μόνο μια φανερή «αγάπη» για τη δεδομένη κοινωνία και τα προβλήματά της. Nα συνοδεύονται οι λύσεις από στοχεύσεις που δεν εξαντλούνται στην τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα, στη μηχανιστική ευρυθμία της συλλογικότητας. Kατά τούτο θα τολμούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο κ. Mάνος θα μπορούσε να είναι ένας ιδεώδης δεύτερος, ένας πολύτιμος υπαρχηγός, όχι ο ηγήτορας. Tαλέντο του είναι να υπηρετήσει τη στόχευση, όχι να τη συλλάβει και να πείσει για τη γονιμότητά της.

Συγκεκριμένα: άξονας των προτάσεων Mάνου είναι πάντοτε ο περιορισμός του κράτους. Aλλά προς όφελος ποίου να περιοριστεί το κράτος; H απάντηση μοιάζει να είναι: για τη χρησιμότητα, την κοινή ωφελιμότητα. Aλλά γι’ αυτό και οι προτάσεις του δεν τελεσφορούν. Διότι κάθε εκδοχή χρησιμότητας τη μάχεται κάποιο αντίπαλο συμφέρον. Mόνο στόχοι που ξεπερνάνε τη χρησιμότητα (στόχοι ποιοτικών κατακτήσεων, στόχοι καλλιέργειας, χαράς της ζωής) μπορούν να τιθασεύσουν τα συμφέροντα. Στο άρθρο του (8.5) ο κ. Mάνος λογαριάζει ακόμα και την Παιδεία, τον Πολιτισμό, σαν «πυλώνες ανάπτυξης, ευημερίας» δηλαδή κανάλια για να εισρεύσει στην Eλλάδα χρήμα. Aυτή η μυωπική οπτική αχρηστεύει πολιτικά το πιο διακεκριμένο ταλέντο λύσης προβλημάτων που διαθέτουμε.

Πολλοί επιπόλαια νομίζουν ότι ο κ. Mάνος μάχεται για περιορισμό του κράτους προκειμένου να εξυπηρετήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο, τις ατομοκεντρικές ενορμήσεις του κέρδους. Προσωπικά, στις εκάστοτε προτάσεις του, βλέπω φανερή την προτεραιότητα της συλλογικής ωφελιμότητας: Nα αποκατασταθεί το κράτος στην εξ ορισμού λειτουργία του, στην υπηρεσία των κοινών αναγκών. Oμως δεν μοιάζει να προβληματίζεται, γιατί ο Eλληνας, εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα, προσπαθεί απεγνωσμένα και δεν καταφέρνει να δει τη χρησιμότητα σαν αυταξία, σαν κανονιστική αρχή.

Oταν υπήρχε Aριστερά στην Eλλάδα, η αθώα μερίδα των Eλλήνων, ανυποψίαστη για τα «ιδεώδη» του Iστορικού Yλισμού, στρατεύθηκε στο όραμα: το κράτος να διακονεί τις ανάγκες της κοινωνίας και ειδικότερα των πιο αδύναμων μελών της. Σήμερα οι πλαστοπροσωπίες έχουν αποκαλυφθεί, ιταμή η ρητορεία του Περισσού και της Kουμουνδούρου δηλώνει ότι θέλει το κράτος υποχείριο συντεχνιακών συμφερόντων, θέλει τη νομιμότητα να καθορίζεται από το «δίκιο» του θρασύτερου στον εκβιασμό, θέλει τα «ρετιρέ» του κομματοκρατούμενου συνδικαλισμού να εξευτελίζουν κάθε νόημα κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Eτσι, χωρίς κοινωνική αντιπρόταση, το ελλαδικό κράτος σήμερα είναι ξεκομμένο από την κοινωνία και τις ανάγκες της, αυτόνομο φέουδο συντεχνιακών συμφερόντων, αντίπαλος της κοινωνίας. Tο νέμονται τα κόμματα ως πεδίο πελατειακών σχέσεων, κορβανά του κοινωνικού χρήματος που το διαγουμίζουν αδιάντροποι χρηματολάγνοι της κομματικής καμαρίλας.

Oι προτάσεις του κ. Mάνου, στο άρθρο του «H οδός Eυημερίας», είναι καίριες, ορθολογικές, ικανές να ξαναζωντανέψουν το διαλυμένο, αποσυντεθειμένο κράτος. Aλλά μόνο αν ενταχθούν να υπηρετήσουν κοινωνικές προτεραιότητες, να δώσουν στον πολίτη την αίσθηση ότι ξαναστήνεται στην Eλλάδα ελληνική κοινωνία, ξηλώνονται τα φέουδα της κομματοκρατίας. Nαι, να καταργηθεί αμέσως τώρα η χρηματοδότηση των κομμάτων, να πουληθούν τα κρατικά τζετ, να απαγορευτεί κάθε κρατική διαφήμιση, να διαλυθούν οι απειράριθμες άχρηστες εταιρείες του δημοσίου. Aλλά με στόχο την αποκατάσταση κοινωνικής δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, όχι απλώς την εξοικονόμηση χρημάτων.

Nαι, είναι κοινωνική ανάγκη να απολυθεί σημαντικός αριθμός διορισμένων στο δημόσιο. Aλλά με κριτήριο την πάταξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, της φυγοπονίας, της ανικανότητας. Nα χτυπηθούν τα κάστρα της κομματοκρατίας: οι υπάλληλοι της Bουλής, οι «σύμβουλοι» των υπουργών και του πρωθυπουργού, να κλείσουν οι EPT και να ξαναστηθούν αξιοκρατικά εξ υπαρχής. Aν φορολογήσει το κράτος αναδρομικά και αμείλικτα, με έκτακτη εισφορά, τους κομματανθρώπους που χρυσοπληρώθηκαν με κρατικό χρήμα τα τελευταία είκοσι χρόνια, τότε θα δικαιωθεί ως κοινωνικό αίτημα και ο περιορισμός στα εξωφρενικά υπερκέρδη των φαρμακοποιών (ή των συμβολαιογράφων ή των φορτηγατζήδων ή όποιου άλλου επαγγέλματος που η αντικοινωνική κομματική σκοπιμότητα το κατέστησε «κλειστό»).

H επιβίωση ανεξάρτητου ελλαδικού κράτους μετράει μέρες, το ίδιο και το όποιο υπόλειμμα έννομης τάξης. H εφαρμογή των προτάσεων Mάνου είναι κατεπειγόντως επιτακτική. Aλλά με λογική κοινωνικών προτεραιοτήτων.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Αντιθέσεις - Σταμπολιάδης - Μύθοι και αλήθειες για το ελληνικό χρέος - 20 Μαϊ 11

Ο δημοσιογράφος κ. Γεώργιος Σαχίνης συζήτησε με τον Καθηγητή του Τμήματος Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης κ. Ηλία Σταμπολιάδη, στις 20.5.11 στο κανάλι Κρήτη ΤV, για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Η διάσταση Ενωτικών - Ανθενωτικών - 17 Μαΐ 11

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέρεται στη διάσταση Ενωτικών - Ανθενωτικών και τις συνέπειές της δια το Γένος.

Σχετικά:

  1. π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Η διάσταση Ενωτικών - Ανθενωτικών και οι συνέπειές της δια το Γένος, 30.5.08
  2. Το όραμα του Κοραή για μια νέα Ελλάδα, 16.5.11

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

βαβέλ

ΣΤΑΘΗΣ Σ.

Ομιλούμε αυτές τις ημέρες περί «συναίνεσης». Ομιλεί για «συναίνεση» ο Παπανδρέου, ομιλεί για «συναίνεση» η Τρόικα, ομιλεί για «συναίνεση» κι ένα μέρος του Τύπου, ενώ στην πραγματικότητα εννοείται αλλά και υποδεικνύεται αν δεν υπαγορεύεται η υποταγή ενός μέρους σε ένα άλλο.

Οταν άλλο διακηρύσσεται και άλλο επιδιώκεται δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο είδος διαστροφής των λέξεων, αλλά με απλή κυβερνητική επί των ανθρώπων. Δεν είναι λοξίες οι λέξεις, λαοπλάνα είναι η εξουσία...

Το φαινόμενο είναι ευρύτερο. Αίφνης ο Καντάφι, λόγου χάριν, κατηγορείται για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος», ήτοι δολοφονίες αμάχων, δηλαδή για το ίδιο ακριβώς που κάνουν και οι «σύμμαχοι» που έχουν επέμβει στη χώρα του.

Αυτή η χρήση των εννοιών και των λέξεων σαν να έχουν δύο πρόσωπα όπως ο Ιανός - όμως μονά-ζυγά δικά μας και τα δυο, έχει κάνει το ψέμα εύκολο και τον έλεγχο της πολιτικής σχεδόν αδύνατον...

Ζούμε σε μια κοινωνία στην οποίαν ο δημόσιος λόγος (και διάλογος) είναι από χέρι υπονομευμένος. Διότι η ορολογία του συντίθεται κυρίως από κατά συνθήκη ψεύδη, από ψευδεπίγραφες έννοιες κι από παρενδεδυμένες λέξεις.

Η κυρίαρχη ιδεολογία έχει επιβάλει στερεότυπα που άλλα λένε κι άλλα εννοούν, ευφημισμούς αλλά και δυσωνυμίες, με αποτέλεσμα μια βαβέλ ασυνεννοησίας και κατά συνέπειαν αποκολοκύνθωσης σε μαζική κλίμακα - μωραίνει το σύστημα ους βούλεται απολέσαι.

Επί παραδείγματι: λέμε

«προσωπικά δεδομένα». Δεν υπάρχουν «προσωπικά δεδομένα», υπάρχει γενικό φακέλλωμα, στο οποίον έχουν πρόσβαση οι πάντες: αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, τράπεζες, διαφημιστικές εταιρείες, ασφαλιστικές τοιαύτες και πας τις όστις τυγχάνει ενδιαφερόμενος.

Λέμε, «ανθρώπινα δικαιώματα». Δεν υπάρχουν παρά ως πρόσχημα προπαγάνδας και «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» - άλλος ένας όρος κι αυτός λούφας και παραλλαγής κάτω απ' τον οποίον κρύβονται ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία.

Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στην εργασία δεν υπάρχουν· στην υγεία, αργοπεθαίνουν· στην ασφάλιση, έχουν πάρει σύνταξη - μειωμένη κι ατιμωτική. Στην εκπαίδευση, σβήνουν και στην ελευθερία του λόγου, τυλίγονται σε μια κόλλα χαρτί από το πλείστον των ΜΜΕ και βεβαίως από το υπερόπλο της τηλεόρασης.

Λέμε: «ελεύθερη αγορά» και (θα έπρεπε να) εννοούμε το σκλάβωμα των ανθρώπων. Αλλά ούτε η ίδια η αγορά είναι «ελεύθερη», αιχμάλωτη είναι της μη πραγματικής οικονομίας, του τραπεζικού συστήματος και των υπερεθνικών μεγάλων εταιρειών. Των μονοπωλίων και των τραστ.

Λέμε: «απελευθέρωση της εργασίας» και συμβαίνει αποθηρίωση του κεφαλαίου. Πρόκειται για την προοδευτική κι εν τέλει οριστική κατάργηση των εργατικών κατακτήσεων ενός αιώνα - του τρομερού 20ού Αιώνα. Πρόκειται για την κατάλυση του πολιτισμού της εργασίας, της τέχνης που αυτός ο πολιτισμός παρήγαγε καθώς και των ελπίδων που γέννησε για μια ανθρωπότητα ανθρωπιστική. Διαδικασία που με τη σειρά της συνοδεύεται από πλήθος αντίστοιχων τραβεστί νεολογισμών όπως η «ευέλικτη εργασία», οι «απασχολήσιμοι», η «διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού» κι άλλα πονηρά παρόμοια.

Ορολογίες της πλάκας και της υποκρισίας, η σημειολογία μιας εξουσίας που μεταλλάσσει τις (αστικές έστω) δημοκρατίες σε τυραννίδες. Κλισέ που έχουν αναχθεί σε φετίχ της μαζικής μας αποβλάκωσης. Με τα οποία οι άνθρωποι σκέφτονται χωρίς καν να το συνειδητοποιούν, έτσι με τη δύναμη της αδράνειας.

«Ανταγωνισμός». Λένε «ανταγωνισμός» ως να επρόκειτο για το πλαίσιο του υγιώς επιχειρείν, ενώ πρόκειται για τον νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρότερος τρώει τον ασθενέστερο, ώσπου ο κάθε κλάδος της οικονομίας (εθνικής και διεθνικής) να μονοπωληθεί.

Λένε ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές - βεβαίως! μέχρι να οδηγήσει στο μονοπώλιο, οπότε θα τις αυξάνει μόνο του πλέον το τέρας τραστ κατά το δοκούν.

Λένε «κρατισμός» και μέμφονται το κράτος αυτοί που το έχουν στα χέρια τους, πλουτίζουν απ' αυτό, κρατικοδίαιτοι και διαπλεκόμενοι, ενώ ταυτοχρόνως το ξεχαρβαλώνουν και το κάνουν σαν τα μούτρα τους: δυσλειτουργικό για τον λαό, αντιπαραγωγικό για το επιχειρείν και εχθρικό για όσους δεν είναι πελάτες της κομματοκρατίας.

«Λαϊκισμός» - η αίσχιστη μομφή κατά του ίδιου του λαού από τους ποπουλιστές και τους δημαγωγούς που τον λεηλατούν και τον καταδυναστεύουν -το «κάτσε καλά» εναντίον όσων δεν έχουν γίνει ακόμα φυτά, θύματα της προπαγάνδας τους.

Με κορυφαίον τον «εκσυγχρονισμό» που σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: την επιστροφή των εργαζομένων, αυτών που παράγουν τον πλούτο, στην εποχή του Ντίκενς, στο μεροδούλι-μεροφάι, στο μαμ-κακά-και νάνι.

Χέρι-χέρι, διαφήμιση και προπαγάνδα στη σύγχρονη Βαβέλ άλλα λένε και άλλα εννοούν. Λένε «πολυπολιτισμός» κι εννοούν τη δημιουργία χρήσιμων και προσοδοφόρων γκέτο μέσα στις πόλεις. Λένε «αυτοπροσδιορισμός» κι ανοίγουν την πόρτα για τον διαμελισμό χωρών και τον διχασμό λαών. Μιλάμε για Μη-Κυβερνητικές Οργανώσεις που όμως λαμβάνουν κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις.

Λένε «πολιτική ορθότης» και στο όνομά της έχουν εξαπολύσει την πιο ιταμή αλλά και αποτελεσματική ιδεολογική τρομοκρατία από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης. Ο καθένας, αν είναι αντιιμπεριαλιστής μπορεί να κατηγορηθεί για αντιαμερικανισμό. Αν είναι πατριώτης για εθνικισμό. Αν είναι αντισιωνιστής, για αντισημιτισμό. Αν ξέρει πέντε γράμματα, για αρχαιολαγνεία και προγονοπληξία.

Μια οργουελιανή βαβέλ, μια διαρκής καφκική δίκη προθέσεων και ιδεών -οι άνθρωποι έχουν καθιερώσει τα «εγκλήματα γνώμης» - τα ονομάζουν «εγκλήματα μίσους» κι όποιον πάρει ο χάρος (λες κι είναι, λόγου χάριν, κακό να μισείς τον ναζισμό). Επ' αυτού μάλιστα εξομοιώνουν τον κομμουνισμό με τον φασισμό και τρέχα γύρευε να βρεις οκτάωρο, Πικάσο και Ιησού Χριστό.

Ομως το μεγάλο τους επίτευγμα είναι το «διαίρει και βασίλευε» ήγουν η αξιοποίηση των παθολογιών.

Κάθε τάξη, κλάδος, κατάσταση έχει την παθολογία της, οι γιατροί, οι γεωργοί, οι δημοσιογράφοι, ο δημόσιος τομέας. Η ανάδειξη από τους κρατούντες Δυνατούς αυτών των παθολογιών σε γενικό χαρακτηριστικό της κάθε τάξης (π.χ. «οι γιατροί τα παίρνουν», «οι γεωργοί τεμπελιάζουν» και τα λοιπά) τις απονομιμοποιεί στη συνείδηση των άλλων, τις ξεφτιλίζει και τις καθιστά ευάλωτες στις ορέξεις των... «ελίτ».

Οπου «ελίτ» είναι μια ακόμη κρυπτωνυμία της αστικής τάξης, των εξ αυτής λαμόγιων και «νταβατζήδων».

Τέλος, το πιο οχληρό αλλά και πιο επικίνδυνο με όλο αυτό το έπος της αμερικανιάς στη σημειολογία που ελέγχει την κοινωνία είναι ότι υιοθετήθηκε (μάλιστα με την ευήθεια και τον ζήλο του νεοφώτιστου) από ένα μεγάλο μέρος της μη κομμουνιστικής αριστεράς· που κατέστησε έτσι εαυτήν παρακολούθημα των νεοφιλελεύθερων επιλογών, είτε αυτές εκφράζονταν υπό τη δορά μιας τάχα σοσιαλιστικής ρητορικής, είτε από τις υπαγορεύσεις των λύκων αυτοπροσώπως και φόρα παρτίδα.

Δώστε σε ορισμένους αριστερούς όρους όπως «φαντασιακό», «η αλήθεια του άλλου», «αφήγηση» (αντί για ιστορία), «αναστοχασμός» και πάρτε τους την ψυχή! Και αυτό ακριβώς έκαναν - τους πήραν την ψυχή!

Οπως και να 'χει, ένα τέταρτο του αιώνα αβάσταχτης ελαφρότητας περί το «τις βούλεται αγορεύειν» στην αγορά και στον δημόσιο βίο, ίσως η βλάβη να 'ναι πλέον ανήκεστος...

Αν όχι, θα το δούμε στους δρόμους.

Αν ανθίσει ξανά η ποίηση των ανθρώπων, θα ανθίσει στους δρόμους -στα σαλόνια πλέον τελείται μόνον η νεκρώσιμος ακολουθία όσων ζωγραφίσαν κάποτε στη ζωή μας μια «Κυριακή», μια «σχόλη».

Διότι, όταν ένας πρωθυπουργός βαφτίζει το ξεπούλημα «εκμηδενισμό της συμμετοχής του Δημοσίου», τότε οι λέξεις που βγαίνουν απ' το στόμα του έχουν φορέσει μαύρες κουκούλες και σκοτώνουν - τη λογική, τις ελπίδες, αλλά και τις όποιες πιθανότητες για μια στρατηγική συνεννόησης...

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Τι πρέπει να κάνουμε; Απαντά ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Παναγιώτης Ήφαιστος

Ifestos_02  
Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο έρευνας της Κρυσταλίας Πατούλη (Δημοσιογράφος, Συστημικός Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων) - ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες της τέχνης, των επιστημών και των γραμμάτων.  

Παναγιώτης Ήφαιστος

Τα αίτια της προαναγγελθείσης κρίσης είναι γνωστά και αλληλένδετα.

Θα θιγούν συντομογραφικά τρία ζητήματα. Τι συγκροτεί και συγκρατεί ένα κράτος, τι σημασία έχει η ημετέρα πολιτική παράδοση και τι σημαίνει το γεγονός ότι ήμαστε αχθοφόροι της και όχι φορείς της.

Για να παραφράσω τον Παναγιώτη Κονδύλη, το τι συγκροτεί και συγκρατεί ένα κράτος σε κατάσταση εύτακτη και εύρυθμη είναι γνωστό. Είναι η εσωτερική ανθρωπολογική συνοχή. Οι συνήθως φλύαροι και αερολογούντες πολιτικοί επιστήμονες ποτέ δεν συμφώνησαν ως προς το τι σημαίνει ανθρωπολογική συνοχή. Το εκκρεμές των παραδοχών ταλαντώνεται προς τα δύο άκρα όπου στην μια πλευρά βρίσκεται μια γενοκτονική ρατσιστικά νοούμενη ανθρωπολογική συνοχή και στην άλλη πλευρά η αφελής πεποίθηση πως ο ένας ή άλλος «καλός θεσμός» και «καλός νόμος» δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ανθρωπολογικά αδιάφορης διακυβέρνησης. Αμφότερα τα άκρα και όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί ενδύονται εσχατολογικά δόγματα, πλην αν και το περιεχόμενο διαφέρει μορφικά τα δόγματα αυτά είναι πανομοιότυπα. Περιττεύει να υπενθυμίσω πως αυτή είναι η μοντερνιστική θεώρηση των τελευταίων αιώνων που αν και κυρίαρχη λόγω ηγεμονικών αξιώσεων και αποικιοκρατίας είχε ως αποτέλεσμα τεράστια νεκροταφεία που γέμισαν με εκατοντάδες εκατομμύρια νεκρούς που εκτείνονται από αυτά των αυτοχθόνων της Βορείου Αμερικής, των ναζιστικών κρεματορίων και των σοβιετικών Γκούλακ.

Η ημετέρα μακραίωνη παράδοση πολιτικής σκέψης μπορούσε να είναι άλλη. Αυτή του διαχρονικού ελληνικού έθνους που θεωρεί τον πολιτικό βίο άθλημα δημοκρατικού κατ’ αλήθειαν βίου που αναζητεί τον συλλογικό τρόπο ζωής που είναι συμβατός με την ανά πάσα στιγμή ανθρωπολογική εξέλιξή μας. Δημοκρατικός βίος νοούμενος ως ευθεία και άμεση σχέση εντολέα πολίτη με την εντολοδόχο εξουσία. Καμιά σχέση δεν έχει η ημετέρα παράδοση με επινοήματα, ιδεολογήματα περί έμμεσης αντιπροσώπευσης (έμμεση «δημοκρατία» την λένε οι φιλελεύθεροι όλων των αποχρώσεων) ή επιφάσεις και εποικοδομήματα της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ανθρωπολογική συνοχή νοούμενη όχι ρατσιστικά αλλά ως πολιτικός πολιτισμός της δημοκρατίας που αναζητά διαρκώς την ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία και που διαθέτει τόσο κοσμοθεωρητικές παραδοχές πάνω στις οποίες κτίζεται η ηθικά επικυρωμένη διακυβέρνηση. Ανθρωπολογία μεν πολιτική, πολιτισμική, οικονομική, κτλ, και όχι ρατσιστική. Δουλεμένη ζηλευτά, πάντως, μακραίωνα. Διαβάστε Ρήγα Βελεστινλή, και θα καταλάβετε.

Η κοσμοθεωρία μας που αντλεί μέσα από τις μακραίωνες παραδόσεις του δημοκρατικού πολιτικού μας πολιτισμού υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Πλην μερικά μόνο χρόνια μετά την εθνική ανεξαρτησία μας την κατέστειλε μέχρι και σήμερα η ξενοκρατία και η συμπαρομαρτούσα ξένη πολιτική εξάρτηση. Ποτέ δεν υπήρξαμε, βασικά, ανεξάρτητοι τους δύο τελευταίους αιώνες. Κάποιες αναλαμπές εθνικής ανεξαρτησίας έσβηναν γρήγορα. Αναπόδραστο ήταν έτσι να κινούμαστε από την μια καταστροφή στην άλλη. Τον τελευταίο ενάμιση αιώνα, αντί να παλεύουμε για μια ηθικά επικυρωμένη διακυβέρνηση συμβατή με το ιστορικό διαχρονικό δημοκρατικό μας υπόβαθρο, αγόμαστε και φερόμαστε. Αντί η κοσμοθεωρητική παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας να αποτελεί το λάβαρο της ελευθερίας μας, πολλοί άλλες σημαίες κρατούσαν.

Ανυπεράσπιστα τα μέλη της ελληνικής κοινωνίας παραμυθιάζονταν, άγονταν και φέρονταν και συχνά σκοτώνονταν στο όνομα της μιας ή άλλης ξενόφερτης ιδεολογίας που θα ένωνε δήθεν τον πλανήτη ή θα δημιουργούσε ένα δήθεν ανθόσπαρτο βίο αβλαβούς ηγεμονικής διακυβέρνησης.

Αφού δεν ασκούσαμε πολιτική αυτοδιάθεση παρά μόνο αγόμασταν και φερόμασταν από την ξένη εξάρτηση μέσω κάποιων ντόπιων τοποτηρητών της ξένης εξάρτησης που δημιούργησαν ένα αυτοτροφοδοτούμενο φαυλοκρατικό μεταπρατικό πολιτικοπαραταξιακό σύστημα, αναμενόμενο ήταν πάντοτε οι αποφάσεις μας να ήταν λάθος.

Βλέπαμε τις μεγάλες δυνάμεις ως πάτρωνες και τους εαυτούς μας δούλους, το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα ως προσωρινό ενόψει της μιας ή άλλης ενοποίησης και κατά συνέπεια την εθνική μας ανεξαρτησία αναλώσιμη και τους εαυτούς μας ως κακούς, ψυχρούς και ανάποδους ακόμη και όταν μας απειλούσαν και μας άρπαζαν αυτά που μας έδωσε (ή καλύτερα άφησε) η ιστορία και τα τετελεσμένα που συγκροτούν την διεθνή νομιμότητα. Πάντοτε αυτό ίσχυε, αλλά ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες μια στρατιά διανοουμένων βάλθηκαν να πείσουν τους έλληνες πως δεν πρέπει να υπάρχουν, είτε γιατί αποτελούν κατά λάθος ιστορικό γέννημα είτε επειδή ο δολλαροπαραγεμισμένος εγκέφαλός τους έβλεπε την αγαθοεργή αμερικανική ηγεμονία ως ιστορική νομοτέλεια αν όχι και το τέλος της ιστορίας.

Φυσικό ήταν τέλος να δούμε και την Ευρώπη λάθος. Αντί να δούμε την ΕΕ ως μια μοναδική ευκαιρία θεμελίωσης της εθνικής μας κυριαρχίας γραφειοκρατικοδίαιτοι έμμισθοι της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας έπεισαν πολλούς στην Ελλάδα πως το τέλος της ιστορίας προέκυψε, στην Δυτική Ευρώπη. Σωστή μεν η ένταξη αν θα αποτελούσε ευκαιρία όπως όλοι κάνουν στην Ευρώπη να ανταγωνιστούμε με ίσους όρους, να καταστήσουμε την οικονομία και τους θεσμούς ανταγωνιστικούς, να ενισχυθούμε διπλωματικά, να συγκροτήσουμε μια σιδερένια αποτρεπτική στρατηγική κατά κάθε περιφερειακής απειλής και να ενισχύσουμε την συμβατότητα των θεσμών διακυβέρνησης με την ελληνική ανθρωπολογική ετερότητά μας. Για να μην επεκταθώ περισσότερο, φυσικό ήταν αφού οι πληρωμένοι διανοούμενοι έλεγαν λάθος πράγματα να κατανοούμε στρεβλά τον κόσμο και την Ευρώπη. Αφού στρεβλά βλέπαμε στρεβλά διαπραγματευόμασταν. Τελευταίο οικτρό παράδειγμα η διαπραγμάτευση του παράνομου και ξενοκρατικού «μνημονίου». Αντί να εκμαιεύσουμε λύσεις για τις οποίες περισσότερο από εμάς είχαν ανάγκη τα μεγάλα κράτη φορέσαμε ζυγό στο όνομα, όπως λέχθηκε, του … ευρώ και της … επερχόμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Εξαρχής δεν γνωρίζαμε, για παράδειγμα, όπως είναι πλέον σαφές, ότι η ΟΝΕ ήταν μια στρατηγική συμφωνία Γερμανίας – Γαλλίας το 1991-92 όταν η δεύτερη επέβαλε στην πρώτη ένα μηχανισμό με τον οποίο σκόπευε (ή μάλλον ήλπιζε) να ελέγξει την γερμανική νομισματική πολιτική και να συγκρατήσει την γερμανική οικονομική κυριαρχία. Για τα υπόλοιπα κράτη που δεν διάθεταν προϋποθέσεις ανταγωνισμού λάκκος των λεόντων ήταν η ΟΝΕ και μόνο πάσχοντες από σύνδρομα αυτοχειριασμού θα μπορούσαν να αποφασίσουν να εισέλθουν πριν η χώρα καταστεί οικονομικά, θεσμικά και τεχνολογικά ανταγωνιστική. Εκατό κρητικές οικογένειες, έγραψα πριν δέκα χρόνια, θα χρειάζονται ένα καλοκαίρι για να γεμίσουν ένα καράβι καρπούζια που θα στοιχίζει όσο και μερικά αυτοκίνητα πολυτελείας που παράγονται σε μερικές ώρες. Η συντριβή μας ήταν μαθηματικά αναπόδραστη και η επιπολαιότητα των δραστών πολιτικών που μας έσπρωξαν στο βάραθρο αναπόδραστη.

Το ότι η ΝΔ προσπάθησε να συμπεριφερθεί ως «τραβεστί ΠΑΣΟΚ» κατά την διάρκεια της πενταετούς διακυβέρνησης Καραμανλή απέκλειε κάθε αλλαγή προς την κατεύθυνση πιο ορθολογιστικών αποφάσεων.

Εν τέλει, όλα μαζί τα προαναφερθέντα συνέτειναν για την κατασπάραξή μας. Γυμνοί πνευματικά, διαλυμένοι θεσμικά από το φαυλοκρατικό σύστημα και οικονομικά έκθετοι στον ανελέητο ανταγωνισμό, λογικό ήταν να οδηγηθούμε στην συντριβή. Λογικό επίσης οι δράστες πολιτικοί μας περιδεείς να συνεργαστούν για την συντριβή μας με το μοιραίο «μνημόνιο» που τα μεγάλα κράτη διασώζει (αν τα διασώσει) και όχι εμάς. Έτσι, αντί να ενοχοποιηθεί ο άκρατος και δολοφονικός ανταγωνισμός που προκάλεσε η απόφαση για την ΟΝΕ, το μεγαλύτερο ίσως λάθος των ευρωπαίων μετά το 1945, ενοχοποιήσαμε τους εαυτούς μας.

Ας διακρίνουμε, στο σημείο αυτό, την πολιτική συμμορία του «μαζί τα φάγαμε» από τον έλληνα πολίτη που εργάζεται, παράγει και ελπίζει για ένα καλύτερο μέλλον. Το ότι τον έλληνα πολίτη τον εκμαύλισε και τον σκανδάλισε η ξενοκρατική διακυβέρνηση δεν υπάρχει αμφιβολία. Ακόμη, το ότι συχνά εξωθείται στην παρανομία από το δυναστικό, έωλο και ατελές κράτος, είναι επίσης μια αιτία της ασυμβατότητας μεταξύ ελλήνων και νεοελληνικής διακυβέρνησης.

Τα αίτια της κρίσης είναι λοιπόν φανερά όπως και η θεραπεία. Ο κόσμος και η Ευρώπη είναι εθνοκρατοκεντρικά. Αυτό προϋποθέτει ισχυρό ελληνικό εθνοκράτος αρχίζοντας από την πανίσχυρη και ιστορικά δουλεμένη κοσμοθεωρία μας και την δημοκρατική μας πολιτική παράδοση.

Αυτά είναι και η περιουσία που κουβαλούμε μαζί μας όταν συμμετέχουμε στην Ευρώπη και στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα και αυτά είναι που μας θωρακίζουν κατά των ξένων αρπακτικών, συνάμα σμιλεύουν και την δημοκρατική μας παράδοση. Ποτέ δεν θα βγούμε από την κρίση όταν κυριαρχεί η ηγεμονικοδιεθνιστική συμβατική σοφία που καλλιεργεί την άποψη πως οι έλληνες είναι περιττοί και αναλώσιμοι.

Τίποτα δεν είναι εύκολο αλλά και τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρξει μια κοσμοθεωρητική, ηθική και δημοκρατική-πολιτική επανάσταση.

Συνιστώ για μελέτη:

  • Γιώργος Κοντογιώργης, Έθνος (Εκδόσεις Εναλλακτικές)
  • Β. Κοροβίνη, Νεοελληνική φαυλοκρατία (Εκδόσεις Αρμός)
  • Π. Ήφαιστος, Κοσμοθεωρία των Εθνών (Εκδόσεις Ποιότητα), όπου και αναπτύσσω και πολλά από τα πιο πάνω.

Π. Ήφαιστος
www.ifestosedu.gr
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Αναδημοσίευση από το TVXS - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-05-11

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Τα οξύμωρα της προσχηματικής δημοκρατίας

Χρήστος Γιανναράς

Το σημερινό πολιτικό στην Ελλάδα σύστημα έχει δώσει τις εξετάσεις του, με άνεση χρόνου, και έχει ολοφάνερα αποτύχει. Είναι ανίκανο να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα: από τα σκουπίδια των πόλεων ώς την υπεράσπιση της εθνικής αξιοπρέπειας.

Η ελληνική κοινωνία ανέχθηκε την ανικανότητα και προκλητική φαυλότητα του πολιτικού συστήματος με τρόπο που προδίδει απελπιστική υπανάπτυξη: ασύγγνωστη επιπολαιότητα ή πολύ χαμηλούς δείχτες κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Αλλά και αυτά τα συμπτώματα είναι, σε μέγιστο ποσοστό, συνέπειες της πολιτικής που ασκήθηκε σε ζωτικούς τομείς του κοινωνικού βίου.

Τελικά χρειάστηκαν τρεις τουλάχιστον δεκαετίες για να αρχίσουν οι δημοσκοπήσεις να αποτυπώνουν την ανυποληψία των κομμάτων στη συνείδηση των πολιτών. Και τον τελευταίο καιρό, με δεδομένη την οικονομική καταστροφή της χώρας και την επικείμενη (πιθανότατα) ολοσχερή κατάλυση του έννομου κράτους, άρχισε να γίνεται λόγος για την ανάγκη «κυβέρνησης προσωπικοτήτων», υπηρεσιακής κυβέρνησης. Κυρίως για να επαναδιαπραγματευθεί το ιλιγγιώδες δημόσιο χρέος και τους όρους αποπληρωμής του. Μήπως κάποιες προσωπικότητες με ιδιοφυΐα, κύρος και ταλέντο (αντί για τυχάρπαστους, αριβίστες κομματανθρώπους) μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν την εκβιαστική φρενίτιδα των τοκογλύφων.

Η ιδέα για μια «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» μοιάζει καταρχήν ελκυστική. Ισως επειδή ο καθένας μας τη φαντάζεται με πρόσωπα που ο ίδιος συμπαθεί και εμπιστεύεται. Αλλά το κρίσιμο, ακριβώς, πρόβλημα είναι, ποιος θα επιλέξει τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, με ποιες διαδικασίες θα συγκροτηθεί μια υπηρεσιακή κυβέρνηση; Πώς θα εξασφαλιστεί η επιστράτευση της καλύτερης ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει, εντοπίως ή στη διασπορά, η ελληνική κοινωνία;

Για να μην παραβιαστεί το υπάρχον Σύνταγμα, η σύνθεση αυτής της κυβέρνησης πρέπει να προκύψει από συναίνεση αυξημένης πλειοψηφίας στη Βουλή. Δηλαδή, να επαναληφθούν οι φαιδρότητες του 1989: Οι κατά κοινή παραδοχή ανυπόληπτοι και φαύλοι (ή όσοι ανέχθηκαν και συνέπραξαν με τους ανυπόληπτους και φαύλους) να επιλέξουν τους αριστείς και αδιάβλητους. Σχήμα οξύμωρο και επομένως ουτοπικό. Τα κόμματα θα καταφύγουν, άλλη μια φορά, στους γνωστούς «μαϊντανούς» που ως «πνευματικοί άνθρωποι» φιγουράρουν σε κάθε «ακομμάτιστο» κρατικό αξίωμα χάρη στις διακριτικές σχέσεις τους με την καμαρίλα των κομμάτων. Μια «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» τηλεκατευθυνόμενη.

Μια παραλλαγή θα ήταν, να παρουσιάσει κάθε κόμμα της Βουλής τη δική του πρόταση για πρωθυπουργό και υπουργούς υπηρεσιακής κυβέρνησης. Και ο λαός, με κανονικές εκλογικές κάλπες αλλά ελεύθερη σταυροδοσία (περιορισμένο αριθμό σταυρών) να επιλέξει τους καλύτερους από όλα τα ψηφοδέλτια. Ομως με ποια κριτήρια και ποια γνώση προσώπων και ικανοτήτων; Και πώς θα παραδεχθεί ένα κόμμα απέναντι στην πελατεία του ότι αναγνωρίζει κάποια άλλα πρόσωπα σαν ικανότερα από τα στελέχη του και εγκυρότερα, για να διαχειριστούν το αδιέξοδο της χώρας; Αλλά και πόσο «ακομμάτιστες» μπορούν να είναι οι προσωπικότητες που θα επιλεγούν από κάθε κόμμα, για να ζητήσουν την ψήφο του λαού με ψηφοδέλτιο κομματικής ετικέτας και συγκροτημένο από το κόμμα; Το παράλογο των παραδειγμάτων εικονογραφεί τον αποκλεισμό της δυνατότητας να εκλεγεί με κοινοβουλευτική συναίνεση «κυβέρνηση προσωπικοτήτων».

Η ελεύθερη σταυροδοσία ίσως είναι η δημοκρατικότερη ρεαλιστική λύση που θα μπορούσε η κομματοκρατία να παραχωρήσει στον λαό μπροστά στο αδιέξοδο: Αν ο ολίγιστος των Παπανδρέου προλάβει να προκηρύξει εκλογές πριν από την έλευση του χάους, μοναδικό του όπλο για να έχει βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα η προσφυγή στις κάλπες και για να αναχαιτίσει την οργισμένη αποχή, είναι μόνο η ελεύθερη σταυροδοσία. Να ψηφίσουν οι πολίτες πρόσωπα, όχι κόμμα. Να προκύψει από τον αριθμό των σταυρών προτίμησης ποια πρόσωπα θα κυβερνήσουν τον τόπο, όχι ποιο κόμμα.

Βέβαια και η ελεύθερη σταυροδοσία υπηρετεί επίσης τη λογική της αναζήτησης «διαχειριστών» του αδιεξόδου, έμπειρων, ταλαντούχων τεχνοκρατών. Και το ερώτημα είναι: έστω και οι ιδιοφυέστεροι τεχνοκράτες μπορούν να εξαλείψουν λ. χ. τη φοροδιαφυγή εμπνέοντας εμπιστοσύνη στο κράτος, μπορούν να συνεγείρουν σε δημιουργικό πείσμα την ελλαδική κοινωνία, να συνδέσουν την παραγωγικότητα με στόχους ποιότητας της ζωής, χαράς της ζωής – όχι μόνο κτηνώδους καταναλωτικής αδηφαγίας; Πέρα από «βελτιώσεις» οργανωτικές και γιατροσόφια απειλών και διώξεων της κατεστημένης παρανομίας, μπορούν τεχνοκράτες και να ξαναγεννήσουν στον Ελληνα δεσμούς εμπιστοσύνης με την οργανωμένη συλλογικότητα, να του μεταγγίσουν σεβασμό των κοινών αναγκών, πίστη σε στόχους προσωπικής δημιουργίας, απαιτητικής αξιοπρέπειας;

Μόνο πολιτικός, με το ηγετικό χάρισμα ψηλαφητής, θυσιαστικής ανιδιοτέλειας και επιτελικής λογικής μπορεί να αναστήσει την πεθαμένη, ανίκανη να μετάσχει ενεργά στο ιστορικό γίγνεσθαι, ελληνική κοινωνία. O Eλληνισμός στην Eλλάδα έχει τελειώσει: δεν παράγει ούτε την παραμικρή ιδιαιτερότητα, δεν έχει σε τίποτα δική του ταυτότητα. Mόνο δανείζεται και μιμείται. Tο εξωτερικό του χρέος (ό, τι εισάγει και δανείζεται) είναι πολύ μεγαλύτερο από το δικό του προϊόν (που είναι και αυτό απομίμηση). Παραιτήθηκε ακόμη και από τη γλώσσα του, ακομα και από την ιστορική του συνείδηση – απέναντι από τον βράχο της Aκρόπολης έστησε το κιτσαριό της βλαχαδερής του εντυπωσιοθηρίας για προσέλκυση τουριστικού συναλλάγματος.

Θα περιμένουμε λοιπόν τον Mεσσία; Tο να ξέρουμε ποια είναι ακριβώς η ανάγκη μας δεν συνιστά παθητικότητα, αλλά την ενεργητικότερη στάση. O ρεαλισμός των επιγνώσεων, μόνον αυτός, μπορεί να γεννήσει σωτηρία. Eλάχιστες έως μηδενικές οι πιθανότητες, αλλά μόνον ο ρεαλισμός σώζει. Eπιτέλους, έχει σημασία να ξέρεις να πεθαίνεις με αξιοπρέπεια. Να αφήνεις υποθήκη στην Ιστορία που συνεχίζεται, μέτρα ποιότητας. Μέτρα των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας με τα οποία βαρύνονται οι χαρτοκοπτικές φιγούρες της ελλαδικής πολιτικής σκηνής.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 15-05-11

Διαβάστε περισσότερα......