Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Σαράντος Καργάκος: Ένας Σύγχρονος Δάσκαλος του Γένους

Συνέντευξη στη Μάρω Κορομήλη

Ως νἐο δάσκαλο του γένους χαρακτηρίζουν τον Σαράντο Καργάκο. Και ως τέτοιος διατρέχει τον ελληνισμό και στέκεται κόντρα στο ρεύμα. Στο ρεύμα της υποτέλειας, της απελπισίας, της αμαχητί παράδοσης.

Ως δάσκαλος του γένους ήλθε πριν λίγο καιρό στη Ράχη Πιερίας και μίλησε για τους Έλληνες στις συμπληγάδες της ιστορίας. Και απάντησε στο δίλημμα που έθετε το ΚΓ' Συνέδριο των Πάτριων στις 16-21 Οκτωβρίου 2010, «Ευρωέλληνες ή Ελληνορθόδοξοι;»

Οι Έλληνες, είπε, έπλασαν τη συγκεκριμένη λέξη και την άπλωσαν σε όλο το χώρο που σεμνύνεται να ονομάζεται Ευρώπη. Η παρουσία των Ελλήνων δεν περιορίζεται στον σημερινό ελληνικό χώρο, «απλώνεται στις αμμουδιές του Ομήρου», που δεν είναι μόνο αυτές της Μικρασίας ή της Μαύρης θάλασσας, ούτε μόνο του Αιγαίου ή του Ιονίου, αλλά εκτείνονται ως εκεί που έδρασε το πολυμήχανο και πολύτροπο ελληνικό πνεύμα. Στην Αδριατική, τη Νότιο Ιταλία και Σικελία, στην πολυθρύλητη Μεγάλη Ελλάδα, στην Τυρρηνική Θάλασσα και τη Μασσαλία, περί το Λυβικό πέλαγος, μέχρι τις Ηράκλειες στήλες.

Για τον Σαράντο Καργάκο δεν υφίσταται το συγκεκριμένο δίλημμα γιατί στερείται αντικειμένου, γιατί... Εμείς που ανακαλύψαμε, ονοματίσαμε και εξανθρωπίσαμε την Ευρώπη, πώς είναι δυνατόν να μην λεγόμαστε Ευρωπαίοι και να λέγονται Ευρωπαίοι αυτοί που έφτασαν τον 4ο και 5ο μ.Χ. αιώνα στην Ευρώπη και τους οποίους νεώτεροι ευρωπαίοι ιστορικοί με πρώτο τον πάντα ρέποντα στην υπερβολή Εδουάρδο Γίβωνα τους ονόμασε βαρβάρους;

 

 

- Κύριε Καργάκο η ιστορική συνείδηση των Ελλήνων λένε ότι ξεθωριάζει. Πόσο αυτό είναι αληθινό;

Επιφανειακά ναι. Αλλά αν σκάψουμε βαθιά όχι. Γιατί διαπιστώνω ότι παντού υπάρχουν εστίες αντιστάσεως, με μία διαφορά, ότι στην προκειμένη περίπτωση ισχύει ο στίχος του Σεφέρη, οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. Οι Έλληνες αυτή τη στιγμή προχωρούν στα σκοτεινά, ή τους αφήνουμε στα σκοτεινά, διότι την προβολή κερδίζουν όχι οι Έλληνες, αλλά οι ανθέλληνες. Οι σημερινοί Έλληνες νοιώθουμε αμήχανα γι αυτά που συζητούνται σχετικά με το έθνος των Ελλήνων.

- Γιατί επανέρχεται κατά καιρούς η συζήτηση αυτή; Ποια κέντρα τη διακινούν;

Είναι πάρα πολλοί αυτοί οι οποίοι θα ήθελαν να εξαφανιστεί το έθνος των Ελλήνων και το κράτος των Ελλήνων. Είναι 25 χρόνια τώρα που για πρώτη φορά έγραψα στο βιβλίο μου «Αλαλία», ότι επιχειρείται η αποεθνικοποίηση και αποθρησκιοποίηση των Ελλήνων. Διότι οι Έλληνες είναι παράδειγμα προς αποφυγήν για τους ισχυρούς της γης. Διότι το να είσαι Έλληνας σημαίνει ότι είσαι ο άνθρωπος του ΟΧΙ, που σημαίνει ο απροσκύνητος με άλλα λόγια, ο άνθρωπος ο οποίος αγωνίζεται για να μην σκύψει το κεφάλι. Η παγκόσμια εξουσία η οποία πάει να επιβληθεί δεν θέλει ανθρώπους με όρθιο ανάστημα.

- Πώς εξηγείτε την πολεμική ενάντια σε κάθε τι εθνικό και γιατί πρέπει να φτάσουμε στην αντίπερα όχθη και να δεχόμαστε κάθε τι ευρωπαϊκό ως ανώτερο;

Διότι δεν έχουμε καταλάβει ότι η πραγματική Ευρώπη είναι μια ελληνική δημιουργία. Και μοιάζουμε με τη Μαντάμ Σουσού, η οποία πιστεύει ότι θα γίνει, αριστοκράτισσα, εάν παρουσιάζεται ως Ευρωπαία, αγνοώντας ότι και η λέξη Ευρώπη, αλλά και αυτό που λέγεται Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι μια ελληνική ζύμη. Στην πραγματικότητα αυτό που λέγεται ευρωπαϊσμός, είναι αρχοντοχωριατισμός.

- Πώς θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την ιστορική κληρονομιά μας που τόσο απλόχερα μας πρόσφεραν οι πρόγονοί μας;

Με την κατάργηση του Υπουργείου Μη Εθνικής, η αφαίρεση δεν είναι δική μου, είναι της νυν υπουργού, παραπαιδείας, υποπαιδείας και πνευματικής ημιπληγίας και δια βίου παθήσεως. Διότι πρόξενος παντός κακού στην Ελλάδα, είναι το αμαρτωλό αυτό υπουργείο, το οποίο έχει αναλάβει εργολαβικά, τον ενταφιασμό της ελληνικότητας ξεκινώντας από τη γλώσσα. Προτείνω σχολείο να γίνει η οικογένεια, να γίνουν όμιλοι πνευματικοί, όπως αυτός που με έχει καλεσμένο σήμερα. Να γίνει κάθε ενορία, αλλά κατά πρώτο λόγο η οικογένεια. Πρέπει να διώξει το διαφθορέα που υπάρχει μέσα στο σπίτι, αυτό που λέγεται τηλοψία, αυτό που λέμε τηλεόραση. Και κάθε βράδυ η οικογένεια να συγκεντρώνεται, να ανταλλάσσει απόψεις για διάφορα θέματα και να αρχίσει μια μελέτη της ελληνικής ιστορίας, της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής παραδόσεως. Εάν υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν υπήρξε ή όχι κρυφό σχολειό στο παρελθόν, μπορώ να σας πω ότι το κρυφό σχολειό πρέπει να λειτουργήσει στο παρόν και στο μέλλον, για να μπορέσουμε να σώσουμε τουλάχιστον την ψυχή των παιδιών μας. Πριν χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος μας περιέγραψε με ένα τραγούδι του: «Ας Κρατήσουν οι χοροί» «Είτε με αρχαιότητες/ είτε με Ορθοδοξία /των Ελλήνων οι κοινότητες/φτιάχνουν άλλο γαλαξία/... Αλλά η δικιά μου έχει όνομα / έχει σώμα και θρησκεία / και παππού σε μέρη αυτόνομα / μέσα στην Τουρκοκρατία».

- Έχουμε σήμερα ξεπεράσει την Τουρκοκρατία;

Είναι πάρα πολλοί που τη νοσταλγούν. Γιατί νομίζουν ότι δεν θα γίνουν ραγιάδες, αλλά θα γίνουν φαναριώτες. Στην πραγματικότητα θα γίνουν γενίτσαροι. Εμείς αγωνιστήκαμε, θυσιαστήκαμε για να αποτινάξουμε τον τουρκικό ζυγό, ή τον οθωμανικό ζυγό. Τώρα γίνεται μόδα ο νεοθωμανισμός. Από τον Ευρωπαϊσμό περνάμε στον Οθωμανισμό. Πρέπει να έχετε υπόψη ότι απογόνους δεν άφησε μόνο ο Κολοκοτρώνης αλλά και ο Νενέκος. Και φαίνεται ότι στέρεψαν οι απόγονοι του Κολοκοτρώνη και κυριαρχούν οι απόγονοι του Νενέκου. Πάντως το επ' εμοί, για να μεταχειριστώ μια φράση του Παπαδιαμάντη, «εφόσον φρονώ και αναπνέω δεν θα πάψω να αγωνίζομαι γι αυτά τα οποία εδίδασκα επί ζωής». Ούτε να κάνω τούμπες όπως κάνουν μερικοί για να γίνονται αρεστοί στους εκάστοτε ισχυρούς της γης.

- Μήπως μας συνέτριψαν οι συμπληγάδες της ιστορίας; Μήπως η ιστορία μας είναι βαρύ φορτίο;

Απεναντίας η μελέτη της ιστορίας κάνει το φορτίο της ζωής πιο ελαφρό.

- Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη καμπή ως ελληνική κοινωνία, δεν είναι όμως η πρώτη φορά. Είστε αισιόδοξος για την Ελλάδα που αντιστέκεται και την Ελλάδα που επιμένει;

Οι όροι αισιόδοξος και απαισιόδοξος δεν με βρίσκουν σύμφωνο γιατί και οι δύο είναι όροι καταληκτικοί. Μ' αρέσει η λέξη ελπίδα. Αλλά η ελπίδα είναι πάλη. Μόνο εφόσον παλεύουμε έχουμε δικαίωμα να ελπίζουμε. Εάν δεν παλεύουμε δεν έχουμε δικαίωμα στην ελπίδα.

- Και μήπως το σοκ της οικονομικής κρίσης μας κάνει τελικά καλό;

Η κρίση για μένα είναι τεχνητή και στόχος της δεν είναι τόσο το οικονομικό βάλτωμα, γιατί σε χειρότερη κατάσταση από μας βρίσκονται και άλλα κράτη της Ευρώπης. Στόχος οικονομικής κρίσης είναι να δεχτεί η Ελλάδα να υποταχτεί σε θέματα που έχουν σχέση με την εθνική της υπόσταση. Σχετικά με τη Μακεδονία, σχετικά την Κύπρο και σχετικά με τη Θράκη.

- Βλέπετε δηλαδή ότι κινδυνεύουμε;

Σαφώς κινδυνεύουμε.

- Και τι πρέπει να κάνουμε;

Αυτό που έκαναν πάντα οι πρόγονοι μας. Αντίσταση. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσει μια νέα εθνική Αντίσταση για να μπορέσουμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας.

- Ποιο είναι το όραμα του σημερινού Έλληνα, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης;

Το ότι δεν έχει κανένα όραμα. Απυξίδωτοι οι νέοι κολυμπούν σε μία θάλασσα ανιδανισμού.

Αναδημοσίευση από το www.sarantoskargakos.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 01-12-10

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης

π. Γεώργιος Μεταλληνός

     1. Η αποκτηθείσα εμπειρία από την προενταξιακή διαδικασία (από το 1958) και την μετέπειτα ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, οδήγησε σε κάποιες αξιωματικές αρχές, ως σταθερές της πορείας μας μέσα σ' αυτήν. Η πρώτη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα δεν είναι η Ευρώπη, όπως δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα κάθε αναγκαστικός αναπροσανατολισμός της εθνικής μας πολιτικής σ' όλη την ιστορική μας διάρκεια. Το πρόβλημα είμαστε εμείς, η δική μας δηλαδή παρουσία μέσα στην Ευρώπη. Η δεύτερη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πρώτιστα πολιτικό ή οικονομικό, αλλά πνευματικό και πολιτιστικό. Διότι το αμείλικτο ερώτημα είναι, ποιον άνθρωπο και ποια κοινωνία μπορεί να παραγάγει η Ενωμένη Ευρώπη, και τελικά ποιον πολιτισμό.

     Είναι πράγματι γεγονός, ότι μέσα στην νέα μεγάλη μας Πατρίδα κρίνεται η ταυτότητά μας, αλλά και η ιστορική μας συνέχεια και συνεπώς η ιστορική (με ό,τι σημαίνει αυτό) επιβίωσή μας. Η αποτίμηση όμως της Ευρώπης, ως μητέρας του Δυτικού Κόσμου, είναι θέμα προοπτικής. Υπάρχουν δύο προοπτικές: η ελληνορθόδοξη και η ουνιτίζουσα των ευρωπαϊστών μας. Οι πρώτοι διαπιστώνουν στον πολιτισμό διαφοροποιήσεις και αποστασιοποίηση. Οι δεύτεροι, συμπτώσεις και ταύτιση. Το tertium comparationis, το σημείο αναφοράς, είναι ο πολιτισμός. Και είναι γνωστό, ότι καρδιά του πολιτισμού είναι η παιδεία, ως καλλιέργεια και διάπλαση του όλου ανθρώπου, ο οποίος στην συλλογική πραγμάτωσή του παράγει τον πολιτισμό, ως οργάνωση και διευθέτηση του κοινωνικού χώρου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ψυχής του. Διότι, όπως είπε ο γνωστός ιστορικός των πολιτισμών και διακεκριμένος διπλωμάτης Arnold Toynbee «ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής»! Ακριβώς το περιεχόμενο της ψυχής διαμορφώνεται με την Παιδεία, την όλη αγωγή δηλαδή του ανθρώπου.

     2. Η Ευρώπη, της προκαρλομάγνειας περιόδου, ξεκίνησε με τρία βασικά θεμέλια: τον Ρωμαϊκό Κρατικό φορέα, που βαθμιαία εκχριστιανίσθηκε (όσο μπορεί να εκχριστιανισθεί το Κράτος)· τον ελληνικό πολιτισμό, με σταθερό φορέα του την ελληνική γλώσσα· και τον Χριστιανισμό, ως αποστολικοπατερική Ορθοδοξία. Οι παράγοντες αυτοί, με την σύνθεσή τους, παρήγαγαν τον πολιτισμό της Ενωμένης Ευρώπης της πρώτης χιλιετίας. Η Ευρώπη, στην οποία ζούμε και κινούμεθα σήμερα, προήλθε από την διαλεκτική διαφόρων ιδεολογικοφιλοσοφικών συστημάτων, που διαμορφώθηκαν στον δυτικό μεσαίωνα: α) του σχολαστικισμού, της εκφιλοσόφησης και εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της μετατροπής του σε σύστημα επιστημονικό· β) του νομιναλισμού, που εκφράζεται ως δυαλισμός (φιλοσοφικά) και ατομισμός (ωφελιμισμός) κοινωνικά και είναι το DΝΑ της ευρωπαϊκής ατομικής και συλλογικής συνείδησης· γ) του ουμανισμού της Αναγέννησης και δ) του διαφωτισμού, της αυτοθεοποίησης δηλαδή του ανθρώπου με όλες τις σχετικές συνέπειες. Από το «credo, ut intelligam» (πιστεύω, για να κατανοήσω) του ιερού Αυγουστίνου, έφθασε η Δυτική Ευρώπη στο «cogito, ergo sum» του Καρτεσίου, την απολυτοποίηση της διάνοιας και της λογικής, ως απόλυτου κριτηρίου των ανθρωπίνων. Η ολοκλήρωση της διαφωτιστικής συγκρότησης της Ευρώπης εκφράσθηκε με μια συμβολική πράξη του Ροβεσπιέρου: Μία κοινή γυναίκα τοποθετήθηκε γυμνή στην «αγία Τράπεζα» της Παναγίας των Παρισίων και λατρεύθηκε ως Θεά Λογική (Raison).

     Η ελληνορθόδοξη Ανατολή και ως ένα σημείο όλη η αρχαία Ενωμένη Ευρώπη, με εντελώς διαφορετικές παιδευτικές προϋποθέσεις, έφθασαν σε έναν πολιτισμό, που βιώνεται ως σήμερα στους υπαρκτικούς θύλακες της παράδοσής μας, κυρίως στα μοναστήρια.

     3. Θεμελιακά συστατικά του ενιαίου αυτού ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι:

          α) Η ισορροπία των σχέσεων με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό μας, σε ένα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικής αναφοράς, που συνιστά την ακεραιότητα και ενότητα του ανθρωπίνου προσώπου, όπως φαίνεται στην περίπτωση του «Αγίου», που είναι το βιοκοινωνικό πρότυπο της ορθοδοξίας. Οι λειτουργικές φράσεις «άνω σχώμεν τας καρδίας», «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ή «αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν· Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα...», είναι οι συντεταγμένες αυτής της συνείδησης, που οδηγεί σε ανάλογο ήθος.

          β) Η υπέρβαση της θρησκείας και της θρησκειοποίησης της πίστεως, ως τρόπου υπάρξεως και αναφοράς όλου του ανθρώπου στον Θεό με συνεχή ζήτηση της Χάρης Του. Όχι φυσικά με την θρησκευτική έννοια της δοσοληψίας, (do ut des), αλλά ως βίωση και έκφραση της συνειδήσεως, ότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 17, 28) και ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιω. 15, 5).

          γ) Η προτεραιότητα της καρδιάς, όχι μόνο ως πηγής των συναισθημάτων, αλλά ως κέντρου της υπάρξεως, στο οποίο συντελείται η κοινωνία με την θεϊκή Χάρη, που παράγει το Χριστοειδές ήθος. Η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη δεν είναι μόνο η αφετηρία του αγώνα για την θέωση, τον απόλυτο σκοπό της ύπαρξης, αλλά και για την δυνατότητα σχέσης ανιδιοτέλειας με τους συνανθρώπους. Στο πανηγύρι ή το γλέντι του ο Έλληνας εύχεται: «καλή καρδιά», που παραπέμπει στον αναστάσιμο ύμνο «εν καθαρά καρδία Σε δοξάζειν». Χωρίς «καθαρή»-«καλή»-φιλόθεη δηλαδή και φιλάνθρωπη καρδία, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθεί αυθεντική διανθρώπινη κοινωνία. Το πνεύμα της ανιδιοτέλειας εκφράζει η μοναδική στον κόσμο ελληνική παροιμία: «κάμε το καλό και ρίξ' το στον γυαλό», που δεν είναι παρά νεώτερη απόδοση του ευαγγελικού λόγου: «μακάριόν εστιν διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 25). Αυτή είναι η πνευματική μήτρα, που γεννά στους αιώνες το ελληνορθόδοξο ολοκαύτωμα, ως εκούσια αυτοθυσία για τους άλλους. Θερμοπύλες, Αλαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Αρκάδι είναι οριακές στιγμές του ελληνικού ολοκαυτώματος. Αυθεντικός άνθρωπος στην κοινή ευρωπαϊκή παράδοση είναι ο Άγιος, ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος, το αρχετυπικό πρότυπο της αρχαίας Ενωμένης Ευρώπης. Είναι ο άνθρωπος, που ζει χαρισματικά τον λόγο του Χριστού προ του πάθους Του: «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. 15, 13).

     4. Αυτό το φρόνημα καλλιεργούσαν οι Άγιοι της προσχισματικής Ευρώπης και αυτός ήταν ο καρπός της παιδείας και αγωγής, που προσφερόταν από τους αγίους της Ανατολής και Δύσεως, με πρωτοπόρους τους τιμώμενους σήμερα Τρεις Ιεράρχες. Η επιλογή και κοινή εορταστική τιμή τους την 30η Ιανουαρίου από τον 11ο αιώνα, συνιστά αναγνώρισή τους ως αυθεντικών μαρτύρων της σώζουσας πίστης και προβολέων της γνήσιας ελληνοχριστιανικής αγωγής, αλλά προπάντων της παιδείας της παράδοσής μας. Το ίδιο νόημα είχε και η συνέχιση της σημερινής Εορτής στα Ανώτατα Πνευματικά μας Ιδρύματα, ήδη από το 1826 στο πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, την περίλαμπρη «Ιόνιο Ακαδημία» (Κέρκυρα) και από το 1842 στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ο λόγος και η πράξη των τριών Ιεραρχών είναι το παιδευτικό και παιδαγωγικό Εγκόλπιο, όχι μόνο του Έθνους μας, αλλά και σύνολης της Ορθοδοξίας, που τιμά εξ ίσου με μας σήμερα τους Μεγάλους αυτούς Πατέρες και Διδασκάλους.

     5. Το πρόβλημα της παιδείας επικεντρώνεται στην νοηματοδότηση των ανθρωπίνων και του προορισμού του ανθρώπου. Έτσι προβάλλεται στον λόγο και την ποιμαντική διακονία των τριών Ιεραρχών, που συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία:

          α) Δεν είναι απλή εκπαίδευση, μύηση δηλαδή του ανθρώπου σε μία αναπαραγόμενη γνώση, που τον καθιστά γρανάζι της κρατικής μηχανής (ον παραγωγικό). Στην περίπτωση αυτή το κύριο ενδιαφέρον είναι για την τελειοποίηση των μηχανών και ΟΧΙ του ανθρώπου. Η χριστιανική παιδεία είναι αγωγή του ανθρώπου με μορφωτικό πρότυπο όχι τον καλόν καγαθόν άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο. Αυτό είχε κατά νουν ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «Πάντα δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων» (ΡG 62, 151). Αυτή η παιδεία συνδέεται άμεσα πρώτα με τον χώρο της οικογένειας. Οι Τρεις Ιεράρχες γνώρισαν στα πρόσωπα των γονέων τους, και μάλιστα των μητέρων τους, απαράμιλλα πρότυπα αγωγής. Ο Μέγας Βασίλειος ομολογεί, ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του δεν ήταν παρά εποικοδομή στις καταβολές, που έθεσαν η μητέρα του Εμμέλεια και η γιαγιά του Μακρίνα: «ην εκ παιδός, γράφει, έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου και της μάμμης μου Μακρίνης, ταύτην αυξηθείσαν έσχον εν εμαυτώ» (32, 825). Στο σημείο αυτό συναντώνται οι Πατέρες μας με τον τραγικό Ευριπίδη: «αν κρηπίς μη καταβληθή γένους ορθώς, ανάγκη δυστυχείν τους εκγόνους» (Ηρακλής μαινόμενος, 1261). Η διαχρονικότητα δε αυτής της νοηματοδότησης της παιδείας στην ελληνική παράδοσή μας φαίνεται από τον λόγο του Πατροκοσμά του Αιτωλού προς τους γονείς: «Αμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (δηλ. τα παιδιά σας) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήνετε πλούτη και υποστατικά, και μετά τον θάνατόν σας να τα τρων και να σας πισολογούν (να σας τα ψέλνουν) κι όλας. Καλύτερα να τα αφήνετε πτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα»!

          β) Η παιδεία συνδέεται όμως και με το πρόσωπο του διδασκάλου. Στο σημείο αυτό γίνεται ταύτιση ποιμαντικής και παιδαγωγίας. Το δυαδικό σχήμα της πνευματικής μας παράδοσης: πνευματικός πατέρας - πνευματικό τέκνο εκφράζεται εξ ίσου και με την δυάδα: Διδάσκαλος - Μαθητής. Ναός και σχολείο στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαποίμανσης και διαμόρφωσης του ανθρώπου. Το βάρος πέφτει όμως στο ήθος και το παράδειγμα του διδάσκοντος. «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων (πρβλ. Ματθ. 6, 19) αναξιόπιστός εστιν εις ωφέλειαν», κατά τον Μ. Βασί­λειο (ΡG 30, 497), ο οποίος δεν παραλείπει να διατυπώσει τον σκεπτικισμό του για τους διδασκάλους της εποχής του: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ' ουδενί (!) των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (ΡG 32, 358).

          γ) Είναι παιδεία θεοκεντρική. O σκοπός της παιδευτικής λειτουργίας είναι κατά τoν Μ. Βασίλειο «oμοιωθήναι Θεώ κατά τo δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός διδαγμάτων» (ΡG 32, 69). Σ' αυτό το σημείο αναδύεται η προβληματική της στοχοθεσίας των εκπαιδευτικών προγραμματισμών. Η προτεραιότητα του οικονομισμού και μιας ενδοκοσμικής εσχατολογίας, μέσα σε χιλιαστικά οράματα ευημερίας, οδηγεί στο ανθρωποείδωλο του «homo oeconomicus». Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών πρωταρχικά αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Προεκτείνοντας τον λόγο του Μενάνδρου («ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος η») ο Χρυσόστομος διακηρύσσει: «άνθρωπον γαρ εκείνον αν καλέσαιμι τον την εικόνα του Θεού διασώζοντα... Το ταις εντολαίς του Δεσπότου κατακολουθείν, τούτο άνθρωπος» (ΡG 53, 201). Κάθε άνθρωπος, κατά τον Μ. Βασίλειο είναι «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή μέσα του την εντολή να γίνει Θεός κατά χάρη. Η αξία, συνεπώς, ή απαξία του ανθρώπου ορίζεται από την σχέση του με τον Θεό. «Ψυχής δε ανθρωπίνης ουδέν ούτω τεκμήριον ως των θείων εράν λογίων» (Ιω. Χρυσοστόμου, ΡG 51, 113). Σ' αυτή την πραγματικότητα ζούμε μόνιμα οι Έλληνες, όταν, αξιολογώντας τον άνθρωπο, διερωτώμεθα «αν έχει Θεό μέσα του» και δεν είναι «αθεόφοβος» ή «θεομπαίχτης». Κατά τον Χρυσόστομο, «ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ, πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (ΡG 51, 327).

          δ) Σκοπός της παιδείας δεν είναι η πολυμάθεια, αλλά η εν Χριστώ μόρφωση του νέου ανθρώπου. Αυτό βέβαια δεν οδηγεί στην αμάθεια. Με το να σας προτρέπω, λέγει ο Χρυσόστομος, να διδάσκετε στα παιδιά σας την Αγία Γραφή, «μη νομιζέτω με νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι. Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν» (ΡG 47, 368). Στον Πλάτωνα, άλλωστε, αποδίδεται ο παράλληλος λόγος: «επιστήμη χωριζομένη αρετής, πανουργία ου σοφία».

          ε) Η παιδεία των τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και την δημιουργία ρεαλιστικής φιλοσοφίας ζωής. Αρχή γίνεται με την αυτογνωσία. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Μικρός ειμί και μέγας, ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (ΡG 35, 785). Ο άνθρωπος με την μετοχή του στο Άκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος εν μικρώ» (ΡG 36, 524). Τότε μόνο ακολουθεί η εύστοχη ιεράρχηση των ανθρωπίνων: «Υπεροράν μεν σαρκός -προτρέπει ο Μ. Βασίλειος- παρέρχεται γαρ· επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου» (ΡG 31, 204). Και ο Χρυσόστομος συχνά επαναλαμβάνει: «Αποδημία ο παρών βίος... οδίτης ει... Πανδοχείον εστιν ο παρών βίος» (ΡG 52, 401). Είναι η συνείδηση, που φθάνει μέχρι τους νεώτερους Πατέρες μας, όπως ο Πατροκοσμάς: «Ημείς, Χριστιανοί μου, έλεγε, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλε τον νουν μας εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

          ς) Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193). Προτρέπει μάλιστα, να θαυμάζουμε τον λασπωμένο και μουτζουρωμένο εργάτη (ΡG 61, 1017). Εντροπή πρέπει να προκαλούν μόνο «οι εική τρεφόμενοι και αργούντες», όσοι χρησιμοποιούν υπηρέτες και ζουν με τον κόπο των άλλων (ΡG 61, 47).

          ζ) Η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες είναι ζήτηση της Αλήθειας και μύηση σ' αυτήν. Αυτό σημαίνει και ο ελληνικός όρος φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ' αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Παναλήθεια. Η επιστήμη θεραπεύεται ως λειτουργία ψηλάφησης των θείων ενεργειών μέσα στην Κτίση. Οι τέχνες ασκούνται ως πραγμάτωση της ψυχής του ανθρώπου και αλληλοδιακονία. Η ζήτηση της Αλήθειας (φιλοσοφία), η αγάπη για το ωραίο (φιλοκαλία), η θεραπεία του δικαίου, αστασίαστα συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφάσκονται από τους Πατέρες μας και κυρίως από τον Μ. Βασίλειο, που κατείχε σε υπέρτατο βαθμό όλες τις επιστήμες στην εποχή του (ΡG 31, 389-392. 416).

          η) Ο απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι κατά τους Πατέρες μας η ολοτελής ένταξη του ανθρώπου στο συλλογικό-κοινωνικό σώμα. Είναι, συνεπώς, παιδεία κοινωνική, ανατρεπτική κάθε πραγματικής ή υποθετικής σύγκρουσης προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι ο οργανωτής του κοινοβίου, ως συνέχειας των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία εθαύμαζε («αιδεσθώμεν τα των Ελλήνων κοινά», έλεγε).

     Η παιδεία που ενσάρκωσαν και υπηρέτησαν οι Τρεις Ιεράρχες θεμελιώνει και υποστασιώνει ένα πολιτισμό, που βρίσκεται στα πνευματικοκοινωνικά θεμέλια της αρχαίας Ευρώπης. Το ερώτημα όμως, που προκύπτει είναι, ποια σχέση έχει η σημερινή Ευρώπη, σ' όλο το φάσμα της, με την πολιτιστική αυτή παράδοση. Φοβούμαι ότι, ενώ εμείς οι ορθόδοξοι διασώζουμε ακόμη απτά ίχνη αυτού του ήθους, στον δυτικό κόσμο η Παιδεία αυτή έχει πια χαθεί.

     6. Η Ευρώπη, σχεδόν στο σύνολό της, έχει χάσει τον Θεό των πατέρων της. Ο Θεός είναι το πρόβλημα της Ευρώπης. Εντασσόμενος μέσα σε δικανικά και φιλοσοφικά σχήματα, έγινε αγνώριστος. Μετά την έξωση του Θεού από τον κόσμο (Deismus), έφθασε ο δυτικός κόσμος τον 20ο αιώνα στην «θεολογία του θανάτου του Θεού» (του νεκρού Θεού), ενός Θεού που δεν έχει πια σχέση με τον άνθρωπο και τον κόσμο. Μαζί όμως με τον Θεό χάθηκε και ο άνθρωπος και η δυνατότητα σύμπηξης αδελφικής κοινωνίας, παρά την καύχηση για την ανάπτυξη της επιστήμης, που καταντά επιστημοπληξία. Διότι, όπως παρατήρησε ο Μακρυγιάννης: «Αυτείνοι ( = οι Ευρωπαίοι) είναι άνθρωποι χωρίς ηθική και πίστη, και κρίμα στα φώτα τους· ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα και όχι τα φώτα τον άνθρωπο»!

     Όπως ευστοχότατα έχει επισημάνει και ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος ορθόδοξος Θεολόγος και πρώην Καθηγητής του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: «Ιδού εις τι μετεβάλλετο και τελικώς μετεβλήθη από την Αναγέννησιν έως σήμερον η Ευρώπη· εις εργαστήριον ρομπότ. Το δε ρομπότ είναι ο αθλιώτερος τύπος ανθρώπου. Όστις έχει οφθαλμούς δια να βλέπη, ας ίδη· δεν υπήρξεν επί του πλανήτου αθλιώτερος, ασχημότερος και απανθρωπότερος άνθρωπος από το ευρωπαϊκό ρομπότ... Άνθρωπος χωρίς Θεό και χωρίς ψυχήν... Αφού εφόνευσε τον Θεόν και την ψυχήν μέσα του ο τύπος κάθε ευρωπαίου ανθρώπου... βαθμηδόν αυτοκτονεί. Διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευκτος ακόλουθος της Θεοκτονίας». Ο άνθρωπος αυτός διεκτραγωδήθηκε από τον μεγάλο Charly Chaplin, ως ο «ανθρωπάκος του εργοστασίου» στην πρωτοποριακή ταινία του «Modern Times» (Μοντέρνοι καιροί). Μετά την αυτοϋποδούλωσή του στην τεχνολογία του ο δυτικός άνθρωπος, αυτοϋποδουλώνεται σήμερα και στην επιστήμη του (λ.χ. την Βιοτεχνολογία ή την Γενετική Μηχανική).

     Έτσι όμως φθάσαμε στον «ανθρωπισμό» της Pax Americana και του ΝΑΤΟ και την «ανθρωπιστική βοήθεια» των Νεοεποχιτών. Αυτός είναι ο δρόμος, που πέρασε από την φραγκική φεουδαρχία, την κρατικοποίηση του Χριστιανισμού, την Ιερά Εξέταση, τους Σταυροφόρους, τον Ναπολέοντα, τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Είναι το παράγωγο μιας παιδείας, που έχασε την πνευματική λειτουργία της καθαρής καρδιάς, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον κατ' επίφαση «ορθό λόγο» (την Raison), που παρουσιάζει την σχιζοφρένεια να διανοείται μεν βαθυστόχαστα ή να δημιουργεί στην Τέχνη, αλλά παράλληλα να κατεργάζεται την εξόντωση αθώων, όπως συνέβαινε με τους χιτλερικούς στρατιωτικούς-καλλιτέχνες και όπως συμβαίνει σήμερα με τις ληστρικές επεμβάσεις στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όπου αλλού.

     7. Τα συστατικά της αγωγής των τριών Ιεραρχών, που συνοπτικά εξεθέσαμε παραπάνω, ήταν κοινή κληρονομιά Ανατολής και Δύσης την πρώτη χιλιετία. Η Ανατολή επί αιώνες ήταν η πνευματική μητέρα και τροφοδότρια της δυτικής ευρωπαϊκής κοινωνίας (ex Oriente lux). Με την αρχή όμως της «μετακένωσης» του Αδαμαντίου Κοραή μάθαμε στους τελευταίους αιώνες να θαυμάζουμε τα «φώτα της Ευρώπης» (ex Occidente lux). Η μανία του εξευρωπαϊσμού, μάλιστα, μας μετέβαλε σε αξιοθρήνητους ουραγούς της Ευρώπης, όχι μόνο πολιτικά και στρατιωτικά, αλλά και πνευματικά και πολιτιστικά.

     Η παιδεία, συνεπώς, των τριών Ιεραρχών, που σώζει την πεμπτουσία της ελληνικής και της ορθόδοξης κληρονομιάς, είναι η παιδεία, που χρειάζεται η Ενωμένη Ευρώπη σήμερα, για να ξαναβρεί τα υπαρκτικά και πνευματικά θεμέλιά της. Ο νομπελίστας του 2002 Ίμρε Κέρτες, ο συγγραφέας του «μυθιστορήματος ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ο άνθρωπος που επέζησε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως των Ναζί, αλλά πιστεύει ότι τραγωδίες σαν αυτές του ολοκαυτώματος και των γκουλάκ μπορούν να επαναληφθούν, υπεστήριξε πρόσφατα ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε νέες αξίες, ένα νέο σύστημα, για να υπερασπιστούμε την Ευρώπη και τις ευρωπαϊκές ιδέες (εφημ. «Ελευθεροτυπία» 9.1.2008). Η σκέψη όμως ότι ευρωπαϊκές ιδεολογικές συλλήψεις ήταν και οι τραγωδίες, που αυτός δίκαια καταδικάζει, με κάνει να πιστεύω, ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ευρώπη, δεν είναι νέες ιδέες, αλλά επανανακάλυψη του παλαιού εαυτού της, με βάση την παλαιά πνευματική και πολιτιστική ενότητά της.

     Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι, αν χωρά σήμερα η παιδευτική πρόταση των Τριών Ιεραρχών στο αξιολογικό σύστημα του ενωμένου ευρωπαϊκού χώρου. Διότι υπάρχουν δύο ουσιαστικές παρακωλύσεις, που προέρχονται από τις ομάδες, που εξουσιάζουν την Ευρώπη και κατευθύνουν την παιδεία, αλλά και σύνολη τη ζωή της:

          α) Είναι οι Ευρωπαίοι φορείς του καρλομάγνειου επεκτατικού και εξουσιαστικού πνεύματος και της σχετικής με αυτό νοοτροπίας. Από τα ευρωπαϊκά κείμενα, που αναφέρονται σε θέματα παιδείας, διαπιστώνεται η επιδίωξη βαθμιαίας καθολικής ενιαιοποίησης, για την δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής συνείδησης. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα υποστηριζόμενα από τον εκφραστή της Νέας Εποχής καθηγητή Samuel Hantington και την κυρίαρχη θέση για νέα ανάγνωση, κατανόηση και γραφή της Ιστορίας. (Εδώ ακριβώς ανήκει και ο βαθύτερος προβληματισμός του διαβόητου εγχειριδίου της ΣΤ' Δημοτικού). Η πολιτιστική πρόταση, συνεπώς, των Τριών Ιεραρχών, που ταυτίζεται με τον πολιτισμό της αρχαίας Ευρώπης, δεν γίνεται ευχάριστα δεκτή, διότι αναιρεί και ανατρέπει αυτόχρημα όλες τις ευρωπαϊκές πραγματώσεις κατά την β' χιλιετία. Γι' αυτό η Ορθοδοξία της Ανατολής μόνον ως ουνιτίζουσα γίνεται δεκτή στον διαχριστιανικό Διάλογο με την «Δύση», πρόθυμη δηλαδή να αναγνωρίσει τον δυτικό πολιτισμό σ' όλο το φάσμα του και να υποταχθεί σ' αυτόν, αυτοαναιρούμενη φυσικά. Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι θεωρητικός, όπως δείχνουν τα ίδια τα πράγματα. Το 1996 τέθηκε το θέμα δημιουργίας του «Μουσείου» της Ευρώπης της μετακαρλομάγνειας περιόδου και αποκλείσθηκε σ' αυτό όχι μόνον η Ορθοδοξία, αλλά και η Ελληνική αρχαιότητα. Αλλά και ο Hantington μας συγκατατάσσει με το Ισλάμ, αρνούμενος την σχέση μας με τον δυτικό πολιτισμό. Και ναι μεν σ' αυτό έχει δίκιο, το τραγικό όμως είναι, ότι φθάσαμε σε σημείο να λυπούμεθα για την στάση αυτή της Ευρώπης απέναντί μας και να διαμαρτυρόμεθα κι' όλας. Η απάντηση όμως, σε ανάλογη στιγμή, του Μακρυγιάννη προς τον Γάλλο Μαλέρμπ, δείχνει την επιβίωση του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών: Όταν ο ευρωπαίος Μαλέρμπ του είπε: «Ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτήνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένη», εκείνος απάντησε: «Πράγμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, οπού το βαστήξαμεν εις την τυραννία του Τούρκου, δεν το δίνομεν τώρα, ούτε το καταφρονούμε οι Έλληνες... Και τί έχεις εσύ δια μένα τί δοξάζω εγώ; ...Και όχι του λόγου σου να μου το ειπής, δεν σ' ακούγω, αλλά κι ο Θεός ο δικός σου να μου το ειπή, δεν σαλεύει το μάτι μου»...

          β) Η δεύτερη παρακώλυση προέρχεται από τους δικούς μας αθεράπευτα ευρωπαϊστές. Οι ευρωπαϊστές, συνεχίζοντας την παράδοση των Ενωτικών της ύστερης βυζαντινής περιόδου και της δουλείας, θεωρούν την απόλυτη ταύτιση (και την πολιτιστική) με την δυτική Ευρώπη ως σωτηρία. Σ' αυτούς όμως απάντησε ήδη ο αείμνηστος ελληνομαθής και ελληνολάτρης, αυστριακός διανοούμενος Λαυρέντιος Γκεμερέϋ (†1992), που βλέποντας την ελλαδική υστερία για την ένταξη στην Ενωμένη Ευρώπη, έγραψε: «Νομίζω πως τώρα, που η Ελλάδα θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπορεί να είναι χρήσιμο για τον Έλληνα να δει τον περίφημο Ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κριτικό μάτι, για να χάσει λίγο από τον σεβασμό του προς αυτόν τον πολιτισμό, που ακόμα του λείπει. Εγώ εύχομαι να τον γλυτώσει...» (Λ. Γκεμερέϋ, Η δύση της Δύσης - η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός, Αθήνα 1977, σ. 12).Βέβαια υπάρχει και μια άλλη Ευρώπη, που έχει συνειδητοποιήσει τα παραπάνω και αναγνωρίζει την σημασία γι' αυτήν του πολιτισμού της ορθόδοξης Ανατολής. Όταν το 1981 έγινε η επίσημη ένταξη της Χώρας μας στην Ενωμένη Ευρώπη, η έγκριτη γαλλική εφημερίδα Le Monde έγραφε με πηχυαία γράμματα: «Η Χώρα της Φιλοκαλίας εισήλθε στην Ευρώπη». Φιλοκαλία είναι η πεμπτουσία της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστεύω ότι το έλεγαν ειλικρινά και για να μας τιμήσουν.Προς αυτή την Ευρώπη οφείλουμε πρωταρχικά να στραφούμε ως Έθνος για την πολιτιστική ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού χώρου, και αυτό είναι ευκολότερο σήμερα, όταν χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, με ζωντανή την παράδοση των Τριών Ιεραρχών, ανήκουν πλέον στα τακτικά μέλη της. Αυτή η Ευρώπη, που νοσταλγεί την αρχαία ταυτότητά της, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα πολιτιστική για μια τελεσφόρα και γόνιμη συνάντηση όλων των Κρατών-Μελών της στο έδαφος της κοινής κληρονομιάς και ενότητας.

 


Βιβλιογραφική επισημείωση

Διεύρυνση της παραπάνω θεματικής βλέπε στις ακόλουθες μελέτες του ιδίου συγγραφέως:

1. Ελληνορθόδοξη παιδεία και πολιτισμική ταυτότητα στους Τρεις Ιεράρχες, στο: Ιχνηλασία πνευματικής σχοινοβασίας (ψηλάφηση καίριων στιγμών στην πορεία του Χριστιανικού Ελληνισμού), Τέρτιος, Κατερίνη 1999, σ. 23-44.

2. Για την Ευρώπη μας με αγάπη, Ακρίτας, Αθήνα 2003.

Αναδημοσίευση από την Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελλισοχωρίου - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-01-11

Διαβάστε περισσότερα......

Η «κοινωνία» και οι «Διεθνείς»

Χρήστος Γιανναράς

Λέγεται και γράφεται συχνά: O εφιάλτης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όσο ήταν ιστορικά υπαρκτός, λειτουργούσε σαν χαλινός του ασύδοτου καπιταλισμού. Yποχρέωνε τον καπιταλισμό σε κοινωνικές παραχωρήσεις: Nα εξασφαλίζει το κράτος στον πολίτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, προστασία της μητρότητας, κατώτατο όριο αμοιβής εργασίας, ανώτατο όριο ωραρίου εργασίας, όριο ηλικίας για συνταξιοδότηση, δωρεάν παιδεία, επίδομα ανεργίας, φροντίδα για την εξεύρεση εργασίας, και όσα ανάλογα.

Eίκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» μοιάζει κυριολεκτικά αχαλίνωτο. Ως τώρα μιλούσαμε για καπιταλιστικό «σύστημα» αφηρημένα, δίχως να συγκεκριμενοποιούμε φορέα του «συστήματος». Tο κράτος, αποτελεσματικό ή ανάπηρο, ήταν στη συνείδησή μας συγκεκριμένο: η κυβέρνηση, η Bουλή, υπουργεία, δημόσιοι οργανισμοί, θεσμοί κοινωνικής λειτουργίας. Για να πάψει αυτό το συγκεκριμένο κράτος να υπηρετεί (έστω με πανάθλιες επιδόσεις) τον πολίτη και να τεθεί στην υπηρεσία ιδιωτών και ιδιωτικών συμφερόντων, φανταζόμασταν ότι έπρεπε να παρεμβληθεί πραξικόπημα ή να επιλέξει ο λαός με την ψήφο του, μαζοχιστικά, μια κυβέρνηση που τίμια είχε προεξαγγείλει καθεστώς γκανγκστερικής ασυδοσίας των κερδομανών.

Tώρα, για πρώτη φορά, το αφηρημένο καπιταλιστικό «σύστημα» αποκτά για μας συγκεκριμένο εντοπισμό, θεσμική υπόσταση, υλική παρουσία: Kαταφθάνουν στον τόπο μας τρεις κόσμιες, συνοφρυωμένες φιγούρες και υπαγορεύουν στην κυβέρνηση, που εμείς την επιλέξαμε «σοσιαλιστική» λεπτομερέστατους όρους για την αχαλίνωτη ελευθερία των ιδιωτικών συμφερόντων. Oι τρεις αυτές φιγούρες έχουν εξουσία καταφανώς υπέρτερη των εξουσιών της κυβέρνησης, αυτοί διατάζουν την κατάργηση του κατώτατου ορίου μισθών, του ανώτατου ορίου ωραρίου, τις ανεξέλεγκτες απολύσεις, τη μετατροπή του ασφαλιστικού συστήματος σε «φιλόπτωχο ταμείο» και τα μύρια όσα ανάλογα.

Eχουν τέτοιες εξουσίες (κυριολεκτικά ζωής και θανάτου) επάνω μας, γιατί εκπροσωπούν τους δανειστές μας - δανειστές που δεν τους επιλέξαμε εμείς, τους επέλεξε ερήμην μας η «σοσιαλιστική» φενακισμένη κυβέρνησή μας. Mόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση, τότε μόνο διαπίστωσε ότι σε ελάχιστους μήνες θα έπρεπε να κηρύξει «στάση πληρωμών», την πτώχευση-καταστροφή της χώρας. Bέβαια, μόνο ασυνειδησία ή ηλιθιότητα θα δικαιολογούσαν την ώς τότε άγνοια του προβλήματος από υποψήφιους διαχειριστές της εξουσίας, με βεβαιωμένη και έγκαιρη την ενημέρωσή τους από τον Διοικητή της Tραπέζης της Eλλάδος.

Kαι τότε συνέβη το εξωφρενικό και απίστευτο: Eπί επτά μήνες να περιφέρεται ο νεόκοπος πρωθυπουργός στα διεθνή κέντρα της οικονομικής και πολιτικής ισχύος και να διαφημίζει τη χρεωκοπία της χώρας και τη φαυλότητα του πολιτικού της συστήματος. H δανειοληπτική ικανότητα της Eλλάδας άρχισε να μειώνεται δραματικά, οι σχετικοί δείχτες κατρακυλούσαν ασυγκράτητοι, ο ίδιος αντιπαρήλθε, ανεξήγητα, εξαιρετικά ευνοϊκές προσφορές δανεισμού (από Pωσία και Kίνα). Mέχρι που δεν υπήρχε άλλη λύση παρά μόνο η άνευ όρων προσφυγή στο διαβόητο Διεθνές Nομισματικό Tαμείο. Συμπαίκτες, η Kεντρική Eυρωπαϊκή Tράπεζα και το Διευθυντήριο των Bρυξελλών.

H σωρεία των εγχώριων πολιτικών εγκλημάτων που εξασφάλισαν τη δικαιολογία στον πρωθυπουργό (πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς!!!) να παραδώσει τη χώρα, δίχως καν διαπραγματεύσεις, στον έλεγχο (και περίπου στην ιδιοκτησία) της Kερδοσκοπικής Διεθνούς, έχουν κατά κόρον πια αναλυθεί: Πελατειακές σχέσεις, κλεπτοκρατία, εκφαυλισμός της δημοσιοϋπαλληλίας, ασυδοσία συνδικαλιστών, εξευτελισμός των εννοιών «νόμος» και «Δίκαιο». Oμως αυτό που μάλλον παραβλέπουμε οι πολίτες μέσα στον πανικό της καταστροφής και στην οργή μας για την ατιμωρησία και ιταμότητα των ενόχων, είναι το αποκαλυπτικό ξεγύμνωμα των δάνειων ιδεολογιών και συστημάτων που τα πιστέψαμε, οι χάσκακες ξιπασμένοι, σαν «πολιτισμό των φώτων» και «πρόοδο» και «εκσυγχρονισμό».

Tο γεγονός ότι εμείς σήμερα, οι ελληνόφωνοι απάτριδες του βαλκανικού νότου, δεν ξέρουμε να ξεχωρίσουμε τι σημαίνει «κοινωνία» και σε τι διαφέρει από τη societas (society, socit), μας στερεί και τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε το πολιτικό και κοινωνικό μας αδιέξοδο, το ανέφικτο της ανάκαμψης από τη δουλική υποταγή μας στην Kερδοσκοπική Διεθνή. H πολιτική μας γλώσσα έχει αγκυλωθεί στα παραισθησιογόνα σχήματα «Δεξιά», Kέντρο, «Aριστερά», τα δήθεν πολιτικά μας κόμματα προσπαθούν να καμουφλάρουν τον μηδενιστικό αμοραλισμό τους με τεχνάσματα ελιγμών από τη Δεξιά στην Kεντροδεξιά, από την Aριστερά στην Kεντροαριστερά - μικρονοϊκά παιδιαρίσματα.

Tο πολιτισμικό «παράδειγμα» (τρόπος του βίου) που άσκεπτα και άκριτα πασχίζουμε, δύο αιώνες τώρα, να μιμηθούμε, προϋποθέτει τη συλλογικότητα σαν socitas: «εταιρισμόν επί κοινώ συμφέροντι». Zούμε σε οργανωμένες συλλογικότητες, όχι επειδή αξιολογούμε τις ανθρώπινες σχέσεις καθεαυτές ως ποθητή ποιότητα ζωής, χαρά πληρότητας της ζωής, αλλά σκοπεύοντας πρωταρχικά στη χρησιμότητα. O σοσιαλισμός πιστεύει ότι θα πετύχουμε το μέγιστο της χρησιμότητας (του ωφέλιμου για όλους), με μια κεντρική εξουσιαστική διαχείριση των αναγκών των ατόμων, τα οποία, κάτω από τον έλεγχό της, «θα εργάζονται ανάλογα με τις δυνάμεις τους και θα απολαμβάνουν ανάλογα με τις ανάγκες τους». Aντίθετα ο καπιταλισμός πιστεύει πως αν το άτομο αφεθεί ελεύθερο, στην επιδίωξη ικανοποίησης των ενστίκτων - ορμών (αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής) τότε το αθροιστικό αποτέλεσμα των ατομοκεντρικών επιδιώξεων θα είναι η συλλογική ωφελιμότητα.

Eμείς, οι ελληνόφωνοι του βαλκανικού νότου, ζήσαμε κατάσαρκα τη φρίκη και το τίμημα του αίματος που κόστισε η απόπειρα κάποτε μερίδας συμπατριωτών μας να μας εντάξουν στανικά στον «παράδεισο» της σοσιαλιστικής societas. Σήμερα ζούμε αμείλικτη και την απανθρωπία της «φιλελεύθερης» society. Mε χαμένη, αλίμονο, τη γνώση και την αίσθηση της «κοινωνίας»: λέξης που καθόριζε άλλοτε την ταυτότητα, τον ορισμό της ελληνικότητας.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-01-11

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

«Αντιδυτικοί» Πατέρες, ευεργέται της Ευρώπης

Ἡ ἑτοιμαζομένη "Μεγάλη Σύνοδος", οἱ τρεῖς Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τήν πιστότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἡ Οὐνιτίζουσα Δύσις καί ἡ μή ἀδρανοποίησις τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως

π. Γεώργιος Μεταλληνός

ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΒΩΣΗ τῶν πνευματικῶν σχέσεων Ἀνατολῆς–Δύσεως ὁ χῶρος τῆς θεολογίας, στόν ὁποῖον ἡ ἔνταση φθάνει συχνά σέ ὁριακά σημεῖα, ἐπιτρέπει ἀσφαλέστερες καί ὁπωσδήποτε σαφέστερες διαπιστώσεις. Ἰδιαίτερα πρόσφορες παρουσιάζονται, μάλιστα, οἱ περιπτώσεις προσώπων, πού ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀντιδυτικοί και ἀντιμετωπίζονται, ἀκόμη καί σήμερα, με ὑπερκριτικό πνεῦμα, ἐνίοτε δέ καί μέ σφοδρότητα ἀπό τή δυτική ἤ δυτικίζουσα ἱστοριογραφία. Τέτοια πρόσωπα εἶναι κατ᾽ ἐξοχήν ὁ Μέγας Φώτιος († 891), ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς († 1357) καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός († 1444), γιά νά μείνουμε στήν περίοδο τῆς ἀποστασιοποιήσεως Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, δηλαδή στούς αἰῶνες μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ φραγκογερμανικοῦ στοιχείου στή Δύση1.

      1. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῶν Ἀνατολικῶν δέν ἦταν ἀθεμελίωτος, οὔτε ὀφειλόταν σέ ἁπλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση τῆς Δύσεως καί τῶν ἀμεταβλήτων διαθέσεών της ἀπέναντι στήν Ἀνατολή2. Ἡ ἐκφράγκευση, ἄλλωστε τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συνδέθηκε μέ ἀποστροφή πρός τήν Ὀρθοδοξία καί ἔντονο ἀνθελληνισμό, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμός (graecitas) ἦταν ὁ κύριος ἐκφραστής της. Εἶναι δέ γνωστά πλέον τά μέτρα, πού ἔλαβε ὁ Καρλομάγνος, ὁ μεγαλύτερος ὑβριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικότητος, γιά τή δυσφήμιση στή Δύση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅταν ἀπέτυχε ἡ προσπάθειά του, γιά ἑνοποίηση τῆς Εὐρώπης ὑπό τό σκῆπτρο του.

      Ὁ ἀντιδυτικισμός τῆς Ἀνατολῆς συνιστοῦσε περισσότερο αὐτοάμυνα καί αὐτοπροστασία. Εἶχε, πρῶτα, ἐρείσματα πνευματικά. Την ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως τῆς Δύσεως καί τή μεταβολή τῆς Θεολογίας σέ μεταφυσική θεολόγηση (σχολαστικισμός), τοῦ δέ Χριστιανισμοῦ σέ θρησκευτική ἰδεολογία. Αὐτό ὅμως για τούς ἀκολουθοῦντες τήν πατερική παράδοση τῆς Ἀνατολῆς σήμαινε τέλεια διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ καί μεταβολή του σε ἀντιχριστιανισμό καί “εἰδωλολατρία”, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ δυτική θεολογία (σχολαστική) δεχόταν τήν ὕπαρξη “ἀρχετύπων” στό Θεό καί ἀναγκαιότητος (ἄς θυμηθοῦμε τή θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης»). Ἔτσι ὅμως ἡ Δύση ἔφθασε σέ σημεῖο νά λατρεύει Θεό, πού δέν ὑπάρχει, με τό νά τοῦ ἀποδίδει στοιχεῖα, πού δέν ἔχει.

      Ἡ δυτική θεολόγηση, στηριζομένη στήν ἀρχαία φιλοσοφία και τόν Αὐγουστῖνο, θά κάμει δεκτή τήν “analogia entis” καί τήν “analogia fidei” στή σχέση Θεοῦ καί κόσμου. Ἡ προβολή τῶν ἰδίων ἀντιλήψεων στό Θεό θεοποιοῦσε τά κατασκευάσματα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, «δημιουργῶντας» Θεό ἀνύπαρκτο, διάφορο πρός «τον Θεόν τῶν πατέρων ἡμῶν». Ἡ ἀπόρριψη, ἐξ ἄλλου, τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας στό Θεό συνιστᾶ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας τοῦ προσώπου. Σ᾽ αὐτά ἄς προστεθοῦν οἱ διαφοροποιήσεις τῆς Χριστιανικῆς Δύσεως στό συνοδικό σύστημα, τά παπικά δόγματα (ἐκκλησιαστική καταξίωση κάθε ἀπολυταρχίας) καί κυρίως τό Filioque (νόθευση τῆς τριαδολογίας).

      Ἡ ἀντιδυτική θεωρία καί στάση τῶν Ἀνατολικῶν εἶχε ὅμως και προϋποθέσεις πολιτικοκοινωνικές. Τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως στή φραγκογερμανική φεουδαρχία, μὲ τὴ βαθμιαία ἐκφράγκευση καὶ τοῦ πατριαρχείου τῆς Π. Ρώμης (μέχρι τὸ 1046). Τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς συνειδητοποίησε πρῶτος ὁ Μ. Φώτιος, διαισθανόμενος τὸ ρόλο τοῦ πολεμίου του πάπα Νικολάου Α´3 ὡς πρώτου πραγματικοῦ φραγκοφίλου πάπακουΐσλιγκ (π. Ρωμανίδης)4 καὶ διέγνωσαν μὲ ἀκρίβεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, μετὰ μάλιστα τὴν ἅλωση τοῦ 1204 καὶ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439), ἀντίστοιχα. Ἔτσι, συγκροτήθηκε μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἡ συνείδηση τῶν Ἀνατολικῶν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα, ποὺ ἦταν γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ ἐθνική, δὲν ἠπειλεῖτο τόσο ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ὅσο ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς “ψευδαδέλφους”, κάτι ποὺ θὰ κωδικοποιηθεῖ τόν 18ον αἰώνα ἀπό τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό5.

      Εἶναι ὅμως σήμερα ἀπόλυτα σαφὲς ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ δὲν διέκριναν μεταξὺ Λατίνων καὶ Ρωμαίων ἤ Γραικῶν, ἀλλά μεταξὺ Τευτονοφράγκων (Λατινοφράγκων) καὶ Ρωμαίων ἀνατολῆς καὶ δύσεως6. Γι᾽ αὐτὸ τὴν Καρλομάγνεια προσθήκη στὸ Σύμβολο (809) κατεδίκασαν ὅλοι, ἑλληνόφωνοι καὶ λατινόφωνοι Ρωμαῖοι τῶν πέντε ρωμαϊκῶν (ὀρθοδόξων) Πατριαρχείων (Π. καὶ Ν. Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων)7. Οἱ πατερικοὶ θεολόγοι τῆς Ἀνατολῆς ἀγωνίζονταν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν Ρωμαίων, (Βυζαντινῶν). Εἶναι ἱστορικὰ ἀπόλυτα δικαιωμένη ἡ θέση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, ὅτι «οὐδέποτε ἔγινε σχίσμα μεταξύ τῶν Ρωμαίων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ Φράγκων καὶ Ρωμαίων ἀπό τὸν θ' αἰώνα». Τὸ σχίσμα «μετεφέρθη γεωγραφικῶς μόνον εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρώμην, ὅταν οἱ Φράγκοι ἐξέβαλαν τούς Ρωμαίους ἀπὸ τόν παπικὸν θρόνον καὶ ἐπέβαλον τοὺς Τευτονοφράγκους (Γερμανούς), Λατινοφράγκους (Φραντζέζους) καὶ Ἰταλολογγοβαρδοφράγκους, οἵτινες καὶ τελικῶς ἐπεκράτησαν καί ἐπικρατοῦν μέχρι σήμερον»8.

      2. Στούς τρεῖς αὐτοὺς μεγάλους Πατέρας μας ὀφείλουμε τὴν ὀρθὴ διάγνωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς ἀλλοτριώσεως.

      Ὁ Μέγας Φώτιος, ὅπως δείχνει καὶ τὸ ἔργο του “Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας9, διέκρινε στήν προσθήκη τοῦ Filioque τὴ συντελεσθεῖσα ἤδη ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως στὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως καὶ σύνολη τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία καὶ πράξη. Ὁ Φώτιος διαισθάνθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἦταν ἔργο τῶν Φράγκων. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Καρλομάγνου στὴ σύνοδο τοῦ Ἄαχεν τὸ 809. Γι᾽ αὐτό, φειδόμενος τῶν Ρωμαίων “Βυζαντινῶν” τῆς Δύσεως, δὲν ἀναφέρει ὀνομαστικά τούς Φράγκους, κάτι ποὺ θὰ συμβεῖ καὶ στὴ Σύνοδο τοῦ 879, 8η Οἰκουμενικὴ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ κατεδίκασε τὸ Filioque καὶ τοὺς ἐπιχειρήσαντες τὴν προσθήκη του στὸ ἱερό Σύμβολο.

      Ἂν ὅμως ὁ Μ. Φώτιος διέγνωσε πρῶτος τὴν ἀλλοτρίωση τῆς “χριστιανικῆς” Δύσεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι ἴσως ἐκεῖνος, ποὺ εἶχε ἐναργέστερη τὴν ἐπίγνωση, ὅτι στὴν περίπτωση τῶν καινοτομιῶν τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μιὰ νέα “αἵρεση” τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά ριζικὴ ἀλλοτρίωση τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως.

      Οἱ αἰῶνες, ποὺ ἀκολούθησαν, συνέθεσαν μία τραγικὴ ἐμπειρία, ποὺ ἐπιβεβαίωσε τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ὁ Ντοστογιέφσκυ, λ.χ. ἔχοντας σαφέστατη πλέον ἐντύπωση γιὰ τὴν ἀλλοτριωμένη Δύση, θὰ καταλήξει ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα, ὅτι «ὁ ρωμαϊκὸς καθολικισμὸς δὲν εἶναι πιὰ χριστιανισμός: «Ὁ καθολικισμὸς τῆς Ρώμης –παρατηρεῖ– εἶναι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν ἀθεϊσμὸ (...). Ὁ ἀθεϊσμὸς κηρύττει μονάχα τὸ μηδέν, ὁ καθολικισμὸς ὅμως προχωράει πιὸ πέρα ἀκόμα: κηρύττει ἕνα διαστρεβλωμένο Χριστό, ἕνα Χριστὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστοῦ. Κηρύττει τὸν Ἀντίχριστο10».

      Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, τέλος, ἐματαίωσε τὴν θεσμικὴ ἀναγνώριση καί, συνεπῶς, καταξίωση τῆς δυτικῆς ἀλλοτριώσεως, μὲ τὴν ὡς οἰκουμενικὴ συγκληθεῖσα σύνοδο Φεράρρας-Φλωρεντίας (1438/9). Ἀπέδειξε, ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας, δὲν κλείσθηκε στὸν 14ο αἰώνα, ἀλλὰ συνεχίσθηκε, διασυνδέοντας τὴν Ὀρθοδοξία τῆς ἐποχῆς του μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα. Τὸ “Γένος τῶν Ρωμαίων” (Ὀρθοδόξων) διακράτησε μέσω αὐτοῦ τὴν ὑπαρκτική συνέχεια καὶ συνοχή του καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν θὰ παύσει νὰ ἔχει τὴ συνείδηση τῆς ριζικῆς διαφοροποιήσεως τῆς Δύσεως, μὲ κορυφαίους ἐκφραστὲς της τὸν Ἱεροσολύμων Δοσίθεο (†1707), τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ (†1779) καὶ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες11.

      Ἂν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διέσωσε τὴν ἀλήθειά της, ὀφείλεται κυρίως στοὺς τρεῖς παραπάνω Πατέρες (Φώτιο, Γρηγόριο καὶ Μᾶρκο). Αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπρωτοστάτησαν στὸν ἀγώνα νὰ διαφυλάξουν τὴν προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ συνέχεια, διασώζοντας τὴν Ἐκκλησία ὡς “Ἴατρεῖον Πνευματικὸν” καὶ τὴ Θεολογία της ὡς καρπὸ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ ἀπλανή ὁδηγὸ πρὸς τὴ θέωση.

      3. Ἡ σφοδρή, συχνὰ κριτικὴ τῶν Ἁγίων μας αὐτῶν στὴ Δύση δὲν πρέπει νὰ νοεῖται ὡς ἐμπάθεια ἤ καθολικὴ ἀπόρριψη, ἀλλ᾽ ὡς ἀντίσταση στὴν προσπάθεια ἐπεκτάσεως τῆς ἀλλοτριώσεως, δηλαδὴ τῆς πνευματικοκοινωνικῆς νόσου, καὶ στὴν Ἀνατολή.

      Ὁ Μ. Φώτιος ἀπέρριψε τὶς δογματικοκανονικὲς καινοτομίες τῆς Δύσεως, γιὰ νὰ σώσει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Κυριακοῦ Σώματος12. Καὶ ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα στηρίζεται ἐπί τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένης Παναληθείας. Ἑνότητα, ἑδραζομένη ἐπί τῆς αἱρέσεως, οἱασδήποτε αἱρέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει. Γι᾽ αὐτὸ ἡ λειτουργική μας πράξη συνδυάζει «τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως» μὲ «τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ μετοχὴ ἐν ἀληθείᾳ στὴν ἁγιοπνευματικὴ χάρη εἶναι ἡ βάση τῆς ἑνότητος στὴν πίστη, πιστότητα δηλαδὴ στὴν «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθεῖσαν πίστιν» (Ἰούδα 3).

      Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπέκρουσε τὸν κίνδυνο τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ τῆς ἐκφιλοσοφήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιὰ νὰ σώσει τὴν αὐθεντικότητα τῆς ἐκκλησιαστικότητος καὶ τὴ δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὁ δυτικὸς πλέον Βαρλαὰμ μετέθετε ἀπό τὴν χάρη στὴν ἀνθρώπινη γνώση (φιλοσοφία)13. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν πρόκειται γιὰ ἀπόρριψη συλλήβδην τῆς Δύσεως καὶ τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης, ἀλλὰ γιὰ ἀγαπητική προσπάθεια ἀναπροσανατολισμοῦ καὶ ἐπιστροφῆς των στὴν παραδοθεῖσα διὰ τῶν Ἁγίων χριστιανικότητα.

      Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν διετήρησε γιὰ μία ἀπό τὶς κρισιμότερες φάσεις στὴ συνάντηση Ἀνατολῆς–Δύσεως. Δὲν ἦταν μισαλλόδοξος, ἀντιδυτικός, οὔτε προκατειλημμένος κατὰ τῆς Ἑνώσεως. Ἔβλεπε ὅμως τὴν ἕνωση ὡς συνάντηση στὴν ἀποστολικὴ παράδοση καὶ ὄχι ὡς ὑποταγὴ στόν παπισμὸ καὶ τὴν ἀλλοτρίωση. Αὐτὸ φαίνεται στὶς συζητήσεις, ποὺ διεξήγαγε στὴ Σύνοδο μὲ τοὺς αὐθεντικότερους ἐνσαρκωτές καὶ ἐκφραστὲς τοῦ δυτικοῦ πνεύματος14. Ἡ ἔκκλησή του στὴν παπικὴ πλευρὰ εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτική: «Μὴ περιίδετε κενοὺς καὶ ἀπράκτους ἡμᾶς ἀπελθόντας»15. Ἀποκρούοντας, συνεπῶς, καὶ οἱ τρεῖς Πατέρες τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως, ἐργάζονταν εὐεργετικὰ ὑπὲρ αὐτῆς, ὑποδεικνύοντας τὴ νόσο της καὶ προτείνοντας θεραπεία.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ Ἅγιοί μας ὅμως ἔσωσαν τὴν πιστότητα στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὡς συνέχεια τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως, μὲ τὸ νὰ ἀναδειχθοῦν οἱ ἴδιοι φορεῖς καὶ ὁδοδεῖκτες τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἡ προσφορά τους στὴν Εὐρώπη εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἀνυπολόγιστη. Δὲν ἔσωσαν μόνο τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως μέσω τῆς θεραπευτικοασκητικῆς ἐμπειρίας, ἀλλὰ καὶ τὰ αὐθεντικὰ κριτήρια κατανοήσεως τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων16. Ἔξω ἀπὸ τὴν ασκητικὴ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ σχῆμα: κάθαρση-φωτισμὸς-θέωση, οἱ σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα οἱ οἰκουμενικές, χάνουν τὸ ἀληθινό τους νόημα, ἐκλαμβανόμενες ὡς φιλοσοφικὰ ἤ νομικὰ συμβούλια, γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἐνδοϊστορικῶν σκοπιμοτήτων. Ἀποκρούοντας, τὶς δυτικὲς διαφοροποιήσεις, ἀπέρριψαν ταυτόχρονα a priori καὶ ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐρωπαϊκὲς ἐξελίξεις, ποὺ γέννησε ἡ παραχάραξη τῆς ἀποστολικότητος καὶ πατερικότητος στὴ μετακαρλομάγνεια Εὐρώπη. Γι᾽ αὐτό, μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν “πατέρες” καὶ “πρόδρομοι” τῆς σημερινῆς Εὐρώπης, τὴν ὁποία εἶναι φυσικὸ νὰ ἀντιμετωπίζουν κριτικὰ ὅσοι βαδίζουν στὰ ἴχνη τῆς παραδόσεως τῶν τριῶν Ἁγίων, ἀπορρίπτοντας κάθε οὐνιτίζουσα καὶ δυτικίζουσα τάση καί, συνεπῶς, συρρίκνωση ἤ καὶ ἀδρανοποίηση τῆς πατερικῆς παραδόσεως.

ΕΔΩ ἀκριβῶς ἐντάσσεται καὶ ὁ σχετιζόμενος μὲ τὴν ἑτοιμαζομένη “Μεγάλη Σύνοδο” προβληματισμός. Ἂν τυχὸν μείνει ἔξω ἀπό τὶς προϋποθέσεις τῶν τριῶν αὐτῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ δὲν ἀποδεχθεῖ τὴ στάση τους ἔναντι τῆς Δύσεως, καταφάσκοντας τὴ Δύση, ὡς ἔχει, δὲν θὰ εἶναι παρὰ θλιβερὴ ἐπανάληψη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρεντίας. Τὸ θεολογικό μας πρόβλημα στὸν ἑνωτικὸ διάλογο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση καὶ διακρίβωση τοῦ κατὰ πόσον ἡ Δύση δέχθηκε τὴν ἀγαπητική καὶ εὐεργετικὴ κριτικὴ τῶν Τριῶν αὐτῶν Πατέρων καὶ συμμορφώθηκε μὲ αὐτήν.

 


Ὑποσημειώσεις:

[1] Γιά τά προβλήματα αὐτά βλ. James C. Russel, The Germanization of Early Medieval Christianity (A sociohistorical Approach to Religious Transformation), New York-Oxford 1994 (πλούσια βιβλιογραφία). π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη. Τοῦ ἰδίου, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τ.Ι, Θεσσαλονική 1984.

[2] Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 19984, σ. 86 ἐ.ἑ.

[3] Βλ. τήν ἀλληλογραφία τοῦ Μ. Φωτίου μαζί του (PG 102, 585 ἐ.ἑ.).

4] π. Σ. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α´, Θεσσαλονίκη 1973, σ.35.

[5] π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὅπ. π., σ.87.

[6] π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι..., σ.66.

[7] Στό ἴδιο.

[8] Στό ἴδιο, σελ.67.

[9] PG 102, 263-391.

[10] Ὁ Ἠλίθιος Δ,VIII–Οἱ δαιμονισμένοι Β, I, VIII.

[11] Βλ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές. Πνευματική ἀκμή καί κοινωνική κρίση στόν Βυζαντινό 14ο αἰώνα, στόν τόμο τοῦ ἰδίου, Ἑλληνισμός μαχόμενος, Ἀθήνα 1995, σ. 13-41 (ἐδῶ: 34 ἐ.ἑ.).

[12] Τό πρόβλημα τῆς συνεχείας τῆς παραδόσεως, ὡς δυνατότητος σωτηρίας, θέτουν συνεχῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως λ.χ. ὁ Μ. Φώτιος (ΡG. 102, 389 Α): «Σὺ δὲ οὔπω βούλει συνιδεῖν, εἰς οἵους σὲ κρημνοὺς καὶ βάραθρα ψυχικῆς διαφθορᾶς ἐναπορρίπτει καὶ κατορύττει τό μὴ βούλεσθαί σε Χριστῷ μηδὲ τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς πείθεσθαι, μηδὲ ταῖς οἰκουμενικαῖς ἕπεσθαι συνόδοις, μηδὲ πρὸς τὰς λογικάς ἑφόδους, καὶ αὐτάς διὰ τῶν ἱερῶν προϊούσας λογίων μηδαμῶς τὸν νοῦν ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ κατηγορεῖς μὲν τοῦ κοινοῦ Δεσπότου, καταψεύδῃ δὲ τοῦ γενναίου Παύλου, κατεξανίστασαι δὲ τῶν οἰκουμενικῶν καὶ ἁγίων συνόδων, διασύρεις δὲ Πατέρας καὶ τοὺς σοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πατέρας ὡς ἀληθῶς Πατέρων τῆς διανοίας ἐξοστρακίζων ἐς κόρακας ἀποπέμπεις καὶ πρὸς τὰς λογικάς κωφεύεις θεωρίας・ καὶ πάντα σοὶ κατεπόθη τὰ σωτήρια εἰς τὸ τῆς ἐπισφαλοῦς προλήψεως πόθος...». Καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος: «Πρῶτον μὲν ἐστιν ἀναγκαιοτάτη ἡ εἰρήνη (...) καὶ ἡ ἀγάπη・ δεύτερον δὲ ὅτι παρέβλεψεν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν ἀγάπην καὶ διελύθη ἡ εἰρήνη・ τρίτον ὅτι ἀνακαλουμένη νῦν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν τότε καταλειφθεῖσαν ἀγάπην, ἐσπούδασεν ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐξετάσωμεν τὰς μεταξὺ ἡμῶν διαφοράς・ τέταρτον, ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀνακαλέσασθαι τὴν εἰρήνην, ἐάν μὴ λυθῇ τὸ τοῦ σχίσματος αἴτιον καὶ πέμπτον, ἵνα καὶ οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀναγνωσθῶσιν, ὡς ἄν φανῶμεν καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι τοῖς ἐν ἐκείναις πατράσι καὶ ἡ παροῦσα σύνοδος ἐκείναις, ἀκόλουθος». (Νικ. Π. Βασιλειάδη, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀθῆναι 1972, σ.85-86).

[13] Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές, ὅπ.π.

[14] Βλ. V. Laurent, Les Memoires du grand Ecclesiarque de l’ Eglise de Constantinople SYLVESTRE SYROPOULOS sur le concile de Florence (1438-1439), Paris 1971. Πρβλ. Νικ. Βασιλειάδη, ὅπ. π.

[15] Καί συνεχίζει: «Μή ἀτιμάσητε τήν πρεσβείαν (πρβλ. Β´ Κορ. 5, 20), μή τάς εὐχάς ἀκάρπους ἀπελέγξητε, μή τό θέλημα τῶν ἐχθρῶν ἐκπληρώσητε (...). Μή τόν Θεόν καί το Πνεῦμα τό Ἅγιον λυπηθῆναι παρασκευάσητε. Μετέωρός ἐστι πᾶσα ψυχή καί ἀκοή πᾶσα τήν ὑμῶν ἀναμένουσα γνώμην, ἥν ἐθελήσητε νεῦσαι πρός τήν ἀγάπην καί τά σκάνδαλα ἐκ μέσου περιελθεῖν».

[16] Βλ. π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Church Synods and Civilisation, Θεολογία, τ.63, 1992, σ.423-450. Καί Ἑλληνικά: Θεολογία, τ.66 (1995) σ.646-680.

Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο (αρ. φυλ. 1864) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-01-11

Διαβάστε περισσότερα......

Τομές - Σαρρής - «1821»: Αναθεωρώντας την Ιστορία - 25 Ιαν 11

Στα πλαίσια της εκπομπής Τομές της 25.1.11, ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Νεοκλής Σαρρής αναφέρεται στο «1821», τη νέα μεγάλη παραγωγή του ΣΚΑΪ, όπου επισημαίνει ότι υπάρχει μία εν εξελίξει επιχείρηση αναθεώρησης της Ιστορίας, κάτω από ψευδεπίγραφα επιστημονικά επιχειρήματα ή πομφόλυγες από «ερασιτέχνες» επιστήμονες.

Σχετική ειδησεογραφία:

  1. «Κατακρεουργηθήκαμε από τον ίδιο βάρβαρο», 18.1.11
  2. From the barbarians to Papoulias with love, 23.1.11

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Αντιθέσεις - Καρυώτης, Ιγνατίου και Ευρυβιάδης - Πόσο επίκαιρη είναι η λειτουργία της CIA σε σχέση με τον Ανδρέα σήμερα - 14 Ιαν 11

Ο δημοσιογράφος κ. Γεώργιος Σαχίνης συζήτησε με τους κκ. Θεόδωρο Καρυώτη, Μιχάλη Ιγνατίου και Μάριο Ευρυβιάδη στις 14.1.11 στο κανάλι Kρήτη ΤV, με αφορμή της παρουσίασης του νέου βιβλίου των Μιχάλη Ιγνατίου και Μάριου Ευρυβιάδη “CIA, ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα”.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-01-11

Σχετική βιβλιογραφία:

  1. Μάριος Ευρυβιάδης, Μιχάλης Ιγνατίου, CIA, ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα (Γιατί οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες στοχοποίησαν τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ), Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010

Διαβάστε περισσότερα......

Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής

Παναγιώτης Κονδύλης

Η διάγνωση των κινητήριων δυνάμεων της σημερινής πλανητικής πολιτικής, όπως επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο, κατατείνει στη διαγραφή ορισμένων μελλοντικών προοπτικών, των οποίων την πραγμάτωση απεύχομαι προσωπικά, αλλά τις οποίες ως αναλυτής οφείλω να διατυπώσω με σαφήνεια. Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα συνδέεται με ακόμα πιο χειροπιαστές μορφές πάλης. Στη διελκυστίνδα ανάμεσα σ’ έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μια υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων αναπόδραστα οργανωμένη πάνω σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν διαλύεται, όπως περίμεναν πολλοί, μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα, παρά αναλαμβάνει έναν νέο ιστορικό ρόλο, λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνον πού έπαιξαν στο απώτερο παρελθόν το αστικό έθνος και στο πιο πρόσφατο οι αποκρυσταλλώσεις του κομμουνιστικού εθνικισμού. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία — όμως το μέλημα αυτό θα συναιρείται όλο και περισσότερο σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης στον βαθμό πού θα στενεύουν τα περιθώρια κινήσεων μέσα στους κόλπους της παγκόσμιας κοινωνίας. Η εξ αντικειμένου νέα αυτή λειτουργία του εθνικισμού παραμένει καθοριστική ανεξάρτητα από τις συνήθως αυτάρεσκες μυθολογίες μέσω των οποίων κατανοεί ο ίδιος τον εαυτό του, αντλώντας από το πραγματικό ή φανταστικό, κοντινό ή μακρινό παρελθόν.

Βεβαίως, οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του. Όπου αντίθετα το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες. Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού˙ γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας. Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. Έτσι, ενώ ξαφνικά (σε μια χώρα όπου οι εθνικά ζωτικές αλβανολογικές, σλαβολογικές και τουρκολογικές σπουδές εκπροσωπούνται εμβρυωδώς μόνον) ο τόπος γέμισε από εμβριθείς και εμπαθείς βαλκανολόγους, δεν γίνεται καμμία σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον όσο ποτέ άλλοτε ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για το ποιές δυνάμεις για ποιούς λόγους την προωθούν και ποιές γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις (υπάρχουν;) και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σ’ αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες — όχι για τη θέση μιας φανταστικής Ελλάδας μέσα σε μιαν εξ ίσου φανταστική Ευρώπη, αλλά μιας επαρχιακής και παρασιτικής Ελλάδας με τεράστιες, κι ίσως ανυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογής σε μιαν έντονα δύστροπη απέναντι της και βαθύτατα διχασμένη ως προς τη δική της την ταυτότητα και τις δικές της τις προοπτικές Ευρώπη. Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα.

Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα θα απαιτούσε μιαν απογραφή του εθνικού δυναμικού με την ευρύτατη έννοια του όρου, και αυτή θα ήταν σήμερα ιδιαίτερα οδυνηρή, αν γινόταν χωρίς απολογητικές ανάγκες προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Επί πλέον θα γεννούσε δικαιολογημένη διάθεση απαισιοδοξίας, εφ’ όσον ο καθένας βλέπει, θεωρητικά τουλάχιστον, ότι όποιος θέλει να ασκήσει τελεσφόρα εθνική πολιτική, σε αναγκαστικά ευρύτατους πλέον χώρους, πρέπει, πέρα και πριν από την εύστοχη σύλληψη των γενικών καταστάσεων και τη διπλωματική ικανότητα, να διαθέτει ακμαία εθνική οντότητα αποτυπωμένη σ’ ένα πολυδιάστατο πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών, στρατιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αν η Ελλάδα συγκέντρωνε σε υψηλό βαθμό τους παράγοντες αυτούς σε μόνιμη βάση και προτού ακόμα ξεσπάσει η σημερινή βαλκανική κρίση, θα ασκούσε διαφορετική ακτινοβολία και θα είχε μεγαλύτερες δυνατότητες να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Παρακάτω θα μιλήσουμε για τους μικροπολιτικούς λόγους πού εμποδίζουν να τίθενται αμείλικτα και σ’ όλη τους την έκταση τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα: ποιες είναι οι γενικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής; πώς πρέπει να είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο του ανθρωπίνως δυνατού οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες μεταλλαγές της συγκυρίας; Ας σημειώσουμε προκαταβολικά ότι η γενική απροθυμία άμεσης και μετωπικής αντιπαράθεσης με το κεφαλαιώδες τούτο ζήτημα αντανακλάται μεταξύ άλλων στον ηχηρό τρόπο, με τον οποίο η εθνική πολιτική ασκείται ως πολιτική διεκδικήσεως «εθνικών δικαίων». Τούτο δεν είναι καθ’ αυτό κακό, και σε διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί να παρουσιάζει πλεονεκτήματα τακτικής, αν δεν γίνεται τόσο αδέξια και αψυχολόγητα (ως προς την ψυχολογία των μη Ελλήνων) όσο συνήθως γίνεται. Όμως εδώ θέλουμε ν’ αναφερθούμε σε κάτι άλλο. Η έμφαση πού αποδίδεται στην έννοια του «δικαίου» κατά κανόνα είναι ευθέως ανάλογη προς την εθνική ισχνότητα και τη διπλωματική επιπολαιότητα· υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν˙ στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα˙ αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Μιλώντας για τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους μιας ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία δεν είναι δυνατό να μην ανασκοπήσουμε την πορεία πού οδήγησε στη σημερινή κρίση ή απίσχνανση της ελληνικής εθνικής οντότητας. Για να μείνουμε με κάθε δυνατή συντομία στα ουσιώδη σημεία, θα πούμε ότι η πορεία αυτή περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις. Η πρώτη αναφέρεται στη συνεχή και αμετάκλητη γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Μια κεντρική ιδιομορφία της νεοελληνικής ιστορίας ήταν το ασύμπτωτο έθνους και κράτους, όχι επειδή το κράτος, το οποίο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ελληνικής εθνότητας, περιείχε σε αξιόλογο βαθμό και εθνότητες ξένες, όχι δηλ. επειδή το κράτος ήταν ευρύτερο από το έθνος, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. την ρωσική), αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: το έθνος ήταν εξ αρχής κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος. Τούτο το χάσμα μεταξύ έθνους και κράτους έκλεισε, πάλι, μόνον εν μέρει με την επέκταση του κράτους, έτσι ώστε να συμπεριλάβει το σώμα του έθνους. Αυτό έγινε με την ένωση των Ιονίων Νήσων και προ παντός με τους Βαλκανικούς Πολέμους, έκτοτε όμως η πορεία αντιστράφηκε: το έθνος συνέπιπτε όλο και περισσότερο με το κράτος επειδή εξολοθρευόταν ή εκτοπιζόταν σε όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από το κράτος, δηλ. επειδή συρρικνωνόταν γεωπολιτικά. Η γεωγραφική σύμπτωση έθνους και κράτους, όπως σε μεγάλο βαθμό υφίσταται σήμερα, πραγματοποιήθηκε όταν, μετά τον ελληνισμό της Μικρής Ασίας, αφανίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η προσωρινά τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας διαδραματίσθηκε στην Κύπρο, που, πολύ πριν από το ολέθριο πραξικόπημα του 1974, η ελληνική διπλωματία έδειξε πόσο είναι ανίκανη να κάνει μακρόπνοη και τελεσφόρα εθνική πολιτική εμπνεόμενη όχι από συναισθηματισμούς και ρητορείες περί «εθνικών δικαίων», αλλά από την γνώση και την φρόνιμη στάθμιση των διεθνών παραγόντων.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα τι πλεονεκτήματα έχει ένα έθνος επεκτεινόμενο πέρα από τα όρια του κράτους του. Όχι μόνον ο κύριος κορμός του έθνους, πού ζει μέσα στο κράτος, δέχεται συνεχώς ζείδωρες μεταγγίσεις αίματος απ’ έξω, αλλά και το ίδιο το εθνικό κράτος, έχοντας το μάτι στυλωμένο στους ομοεθνείς του εξωτερικού, έχει μιαν αίσθηση ευρύτερης ιστορικής ευθύνης και αποστολής. Όποιος θα κατανοήσει χωρίς προκαταλήψεις τι οφείλει ο σημερινός τουρκικός δυναμισμός στην αίσθηση αυτή, θα καταλάβει εύκολα για ποιο πράγμα μιλάμε, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες ελληνικές εμπειρίες φαίνονται να έχουν εξανεμισθεί από καιρό. Πράγματι, ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλ. της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από τις ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής πού δίνονται για το κυπριακό — ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν. Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαρειά σκιά˙ οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες˙ βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής˙ η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Μολονότι ο νεοελληνικός αψίκορος πατριωτισμός αποτελεί, λόγω των μονίμων υπεραναπληρωτικών του λειτουργιών, ενδημικό φαινόμενο, ωστόσο οι πολεμικές του αιχμές αλλάζουν κατά εποχές στόχο, και κάποτε στρέφονται εναντίον των χθεσινών ακόμη, πραγματικών ή φανταστικών φίλων και συμμάχων του. Μέσα στη σημερινή συγκυρία της πλανητικής πολιτικής, όπου ο εθνικισμός αναλαμβάνει νέες λειτουργίες και αντλεί απ’ αυτές νέα ζωτικότητα, δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται η έκλειψη του ελληνικού. Επίσης εύλογη θα ήταν η υπόθεση, ότι οι διεθνείς διακυμάνσεις ενδεχομένως θα πρόσθεταν στους παλαιότερους και γειτονικότερους αντιπάλους του νέους, πιο απόμακρους και συνάμα πιο ακαταμάχητους, εναντίον των οποίων θα έτρεφε τα ίδια αισθήματα ανήμπορης λύσσας πως π.χ. εναντίον των «Αμερικανών και του ΝΑΤΟ» στη δεκαετία του 1970. Ιδιαίτερα βαρύνουσες θα ήσαν οι συνέπειες, αν αυτή τη φορά σε τέτοιους αντιπάλους μεταβάλλονταν μερικοί από τους σημαντικότερους εταίρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίοι θα έκαναν (όπως είναι πιθανότατο ότι θα κάνουν) δύο πράγματα: αφ’ ενός θα αγνοούσαν ό,τι οι Έλληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα˙ και αφ’ έτερου θα αρνούνταν να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος πού επιτρέπουν οι δυνατότητές της. Μία έξαρση του ελληνικού εθνικισμού απ’ αφορμή σοβαρές αντιδικίες με τους κοινοτικούς εταίρους θα σήμαινε, τουλάχιστον de facto, ότι θα κατέρρεε το σημερινό ελληνικό όνειρο ενός παρασιτικού καταναλωτισμού μέσα στους κόλπους και με τα έξοδα μιας ενωμένης Ευρώπης. Το φαύλο παιγνίδι της δανεικής ευημερίας με αντιπαροχή τη βαθμιαία εθνική εκποίηση θα μπορούσε ίσως να παραταθεί για πολύ μέσα στο θερμοκήπιο μιας Ευρώπης συνασπισμένης από τους φόβους του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά εύρωστης χάρη στην αμερικανική πολιτικοστρατιωτική στήριξη. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνεπέφερε και το τέλος τέτοιων θερμοκηπίων, οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις καλούνται να πληρώσουν τώρα οι ίδιες τα έξοδα για τις περιφερειακές και παγκόσμιες υποχρεώσεις ή επιθυμίες τους, και αρχίζει μία περίοδος, όπου καθένας μετρά ως την τελευταία πεντάρα τα (πολιτικά και οικονομικά) έσοδα και έξοδα, προετοιμαζόμενος για τους διαγραφόμενους νέους και οξείς ανταγωνισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει μοναδικά και αναντικατάστατα γεωπολιτικά ή στρατηγικά πλεονεκτήματα προκειμένου ν’ ανταλλάξει μ’ αυτά τον παρασιτικό καταναλωτισμό της — όμως δεν τα διαθέτει, κι αυτό σημαίνει ότι ακόμα και η εξακολούθηση της εθνικής εκποίησης στους ισχυρότερους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους όχι μόνο την εν μέρει δωρεάν διατροφή δεν μπορεί να εξασφαλίσει, αλλά ούτε καν μπορεί να εγγυηθεί τουλάχιστον την πολιτικοστρατιωτική προστασία της ελληνικής εθνικής υπόστασης. Η αναζήτηση προστάτη είναι μάταιη, όχι γιατί οι υπερήφανοι Έλληνες δεν ζητούν και δεν θέλουν την προστασία, αλλά γιατί κανείς δεν την προσφέρει αναμφίλεκτα και τελεσίδικα. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του ελληνικού έθνους, μετά από επτά περίπου δεκαετίες γεωπολιτικής και κοινωνικοπολιτικής συρρίκνωσης.

Έτσι τίθεται και πάλι, από άλλους δρόμους και με άλλες συντεταγμένες, το κλασσικό πρόβλημα της εθνικής επιβίωσης, το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι θα λύσουν άνετα και πρόσχαρα με την «ευρωπαϊκή ενοποίηση». Άλλοι πάλι πρεσβεύουν ότι κάθε διατύπωση τέτοιων προβλημάτων και γενικά οποιαδήποτε επικέντρωση της πολιτικής σκέψης στο έθνος σημαίνει απορριπτέο αταβισμό. Όποιος δεν θέλει να συγχέει τις ευχές του με την πραγματικότητα οφείλει να διαπιστώσει ότι, όσο κι αν αυτό φαίνεται λυπηρό για τις προοπτικές της παγκόσμιας κοινωνίας, το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και συνεπώς η επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοκοινωνικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων διόλου δεν έχουν πρακτικά ξεπερασθεί ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο βιβλίο αυτό εξηγήσαμε γιατί είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου ή της ηθικής μπορούν από μόνες τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές ενότητες. Όπως δείχνει, σε όποιον την παρακολουθεί προσεκτικά, η συμπεριφορά των μεγάλων ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών Δυνάμεων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτές διόλου δεν θεωρούν ότι η συγχώνευση των οικονομιών θα καταργήσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Τα μικρότερα έθνη, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, οφείλουν να συναγάγουν τα συμπεράσματά τους από τις παρατηρήσεις αυτές. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν σημαίνει κατάργηση της πολιτικής, και μάλιστα της εθνικής πολιτικής, παρά προκαλεί μιαν ολοένα και στενότερη σύνδεση ανάμεσα σε οικονομική και σε εθνική επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό είναι οφθαλμοφανές στον στενότερο στρατιωτικό τομέα, εξ ίσου πρόδηλο θα γίνει όμως και ως προς ολόκληρο το εθνικό-οικονομικό φάσμα στον βαθμό πού ενεργειακοί, πληθυσμιακοί, οικολογικοί και συναφείς παράγοντες αποκτήσουν στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής προνομιακή σημασία για την επιβίωση των επί μέρους εθνών σε μία τέτοια περίπτωση, μόνον όποιος κάνει έγκαιρη και επίμονη προεργασία θα διασωθεί μακροπρόθεσμα — και το μικρό έθνος χρειάζεται ίσως μεγαλύτερη προβλεπτικότητα από τα μεγάλα.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μαζικοδημοκρατική απάλειψη των προγραμματικών αστικοφιλελεύθερων διαχωρισμών ανάμεσα σε κυβερνητική, οικονομική, πολιτική, πολιτισμική ή ηθική σφαίρα κτλ. έκαμε το πρόβλημα της οικονομίας και συνάμα εκείνο της εθνικής επιβίωσης πολύ συνθετότερο απ’ όσο ήταν στην εποχή του εθνικισμού του 19ου αιώνα. Η σφαιρικότητα του σύγχρονου οικονομικού προβλήματος απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, ήτοι απαιτεί τη σύλληψή του ως προβλήματος εθνικής επιβίωσης. Με δεδομένο τον μαζικοδημοκρατικό πλουραλισμό και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών ιδεολογικών συνεκτικών δεσμών, ο αποδοτικός κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η εναρμόνιση των επί μέρους προσπαθειών, έτσι ώστε ο κοινωνικός παρασιτισμός εκ των άνω ή εκ των κάτω να περιορίζεται κατά το δυνατόν, αποτελούν όρο κοινωνικής συνοχής ουσιωδέστερο απ’ ό,τι σε προγενέστερες κοινωνίες. Το σημερινό ελληνικό έθνος θα όφειλε να δει την οικονομική του εκλογίκευση ακριβώς ως πάλη κατά του παρασιτισμού, ως αντικατάσταση μιας κοινωνικής συμβίωσης, όπου ο ένας «κλάδος» ζει απομυζώντας άμεσα ή έμμεσα (δηλ. μέσω της κυβερνητικής διαχείρισης των δημοσίων πόρων) κάποιον άλλον, ενώ όλοι μαζί ζουν υποθηκεύοντας το εθνικό μέλλον, από μία κοινωνική συνοχή με την παραπάνω λειτουργική έννοια. Αυτό συνεπάγεται τόσο πολλά, τόσες πολλές και ριζικές αλλαγές σε τόσο διαφορετικά επίπεδα, ώστε είναι περισσότερο από αμφίβολο αν μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί σε καθοριστικό βαθμό. Αλλά εδώ συζητάμε μόνο ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής, δηλ. μιας πολιτικής με σκοπό την εθνική επιβίωση, χωρίς και να ισχυριζόμαστε ότι η τέτοια εθνική πολιτική είναι πλέον εφικτή. Η ορθή θεραπεία δεν αρχίζει πάντοτε εγκαίρως.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση. Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση˙ οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον˙ η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν˙ μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους. Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων. Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά˙ είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων. Πλείστοι όσοι «αριστεροί» διανοούμενοι πέρασαν τη ζωή τους κανοναρχώντας ότι η οικονομία είναι η «βάση» και τα υπόλοιπα το «εποικοδόμημα», χωρίς ωστόσο ποτέ τους να πληροφορηθούν τι σημαίνει εθνικό εισόδημα ή ισοζύγιο πληρωμών και χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας τους ξεκινώντας (και) από τέτοια μεγέθη. Γι’ άλλους πάλι, οι οποίοι κηρύσσουν .την υπεροχή ή και την παντοδυναμία τού «πολιτισμού» η τού «πνεύματος», η αφ’ υψηλού θεώρηση ή η άγνοια οικονομικών, γεωπολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων μπορεί και ν’ αποτελεί περίπου τίτλο τιμής. Βεβαίως, μία παλαιά και δόκιμη κοινωνιολογική διάκριση μας λέει ότι διανοούμενος και επιστήμονας είναι δύο διαφορετικά πράγματα, εφ’ όσον κύριο μέλημα του δεύτερου είναι η συναγωγή πορισμάτων από τη μεθοδευμένη συλλογή και ταξινόμηση εμπειρικού υλικού, ενώ ο πρώτος ενδιαφέρεται περισσότερο να εμφανισθεί ως ταγός της κοινωνίας μέσω της διακήρυξης διαφόρων ηθικών, αισθητικών και άλλων ιδεωδών. Απ’ αυτή την άποψη δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς από Έλληνες διανοουμένους να προσφέρουν ό,τι εξ ορισμού δεν μπορούν να δώσουν. Το μειονέκτημα της Ελλάδας σε σχέση με άλλες χώρες είναι η έλλειψη μιας πολιτικής επιστήμης συγκροτημένης πάνω σε πραγματιστική βάση και ασκούμενης από επιστήμονες, η οποία ν’ αντιζυγιάζει μέσα στον δημόσιο διάλογο τα φληναφήματα, τα ευχολόγια και τις αμπελοφιλοσοφίες.

Η κοινωνιολογική δυσμορφία των επίλεκτων ομάδων, αλλά και του ευρύτερου συνόλου της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, δεν εμποδίζει απλώς την εφαρμογή μιας τελεσφόρας εθνικής πολιτικής πού καθ’ αυτήν (θα μπορούσε να) έχει σχεδιασθεί στο χαρτί. Εμποδίζει την ίδια τη σύλληψη και την υποτύπωσή της. Πράγματι, οι βασικές απόψεις πού διαγράφονται πάνω στο θέμα αυτό ούτε συνεκτικές και λεπτομερείς είναι (μάλλον θα έπρεπε να γίνει λόγος για χαλαρές και εν μέρει αλληλοσυμπλεκόμενες τάσεις) ούτε άμοιρες μονομέρειας και ανεδαφικότητας. Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, με τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, με τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα, και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητα της θα διασφάλιζε — κοντολογίς θα έλυνε το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμικτοι με μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλ. η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγημα, εκείνο της γενναιόδωρης κι αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά˙ τόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται˙ η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.

Αλλά έστω κι αν δεχθούμε την αντίθετη περίπτωση, ότι δηλ. η «Ευρώπη» ενοποιεί, κοντά στην οικονομική, και την πολιτικοστρατιωτική της βούληση, και πάλι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η βούληση αυτή θα συμπέσει σε κρίσιμα σημεία με την ελληνική βούληση — αν μέχρι τότε υπάρχει ελληνική εθνική βούληση. Πάντως οι τελευταίοι μήνες του 1992 έδειξαν, και οι ερχόμενοι θα δείξουν ευκρινέστερα ακόμη, ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας διόλου δεν συμμερίζονται τις επιθυμίες και επιδιώξεις της όσον αφορά, στις σχέσεις της με τους άμεσους γείτονές της (μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς τη θεωρούν ως φαντασιόπληκτο θορυβοποιό) και ότι προτίθενται να ρυθμίσουν τη στάση τους απέναντι στα συναφή προβλήματα με γνώμονα τις δικές τους απόψεις και τα δικά τους συμφέροντα. Όποιος απέναντι στην πραγματικότητα αυτή άρχιζε και πάλι τους ηθικολογικούς οδυρμούς και διαρρήγνυε τα ιμάτιά του ζητώντας το «δίκαιο», θα απεδείκνυε απλώς ότι βρίσκεται ακόμη στο νηπιακό στάδιο της πολιτικής ηλικίας. Θα ήταν πολύ αξιοπρεπέστερο — και γονιμότερο — αν το ελληνικό έθνος έσφιγγε τα δόντια και αντλούσε ένα πικρό, αλλά ζωτικό διπλό συμπέρασμα: ότι η σημερινή Ελλάδα αποτελεί στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας μία παρακατιανή επαρχία, η οποία, κατά μέγα μέρος από δική της υπαιτιότητα, είναι όχι μόνον ανίσχυρη, αλλά και ανυπόληπτη, και ότι γι’ αυτόν τον λόγο σε κάθε μεγάλη κρίση θα βρεθεί εξ ίσου μόνη όσο λ.χ. και το 1974. Βεβαίως, μία τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε άλλο παρά πρέπει να οδηγήσει σε μία — διόλου νηφάλια — διάθεση αποκοπής από κάθε συμμαχία και κάθε είδους ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς. Αλλά, αν θυμηθούμε τα όσα είπαμε πριν σχετικά με τις προϋποθέσεις της ενεργοποίησης των συμμαχιών και τα μεταφέρουμε στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, θα δούμε ότι μόνο μία ισχυρή (και στην ανάγκη αυτάρκης) Ελλάδα θα προσδώσει πολιτικό βάρος στην ευρωπαϊκή ένταξη, όντας σεβαστή στους εταίρους της˙ όπως δείχνει καθημερινά η εμπειρία, η ένταξη από μόνη της ούτε αποτελεί οικονομική ή πολιτική πανάκεια ούτε ισχυροποιεί αυτόματα την Ελλάδα μέσα στην ιδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, αλλά στο πλαίσιο μιας τελεσφόρας και μακρόπνοης εθνικής πολιτικής ο εξευρωπαϊσμός, και ο εκσυγχρονισμός γενικότερα, πρέπει να προχωρήσουν ακριβώς για να μπορεί μία κραταιωμένη Ελλάδα να μην είναι εξάρτημα η μπαίγνιο της «Ευρώπης», για να είναι σε θέση, αν χρειασθεί, να τραβήξει τον δρόμο πού θα της υπαγορεύσουν τα δικά της συμφέροντα, όταν αυτά συγκρουσθούν με εκείνα των Ευρωπαίων εταίρων της.

Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική. Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.

Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές, και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία. Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες. Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία. Για να το πούμε ειλικρινά και απερίφραστα: θα ήταν κάτι σαν εθνική αυτοχειρία, αν σήμερα η Ελλάδα γνοιαζόταν πρωταρχικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μουσουλμάνων της Βοσνίας, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων και το δικαίωμά τους ν’ αυτοδιατεθούν και να σχηματίσουν ένα δεύτερο μουσουλμανικό κράτος στα Βαλκάνια. Φαίνεται πάντως ότι το ένστικτο της εθνικής αυτοσυντήρησης λειτουργεί βουβά μεν, αλλά αλάνθαστα και στους παρ’ ημίν ζηλωτές του ειρηνισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κανείς τους δεν διαδήλωσε υπέρ των μουσουλμάνων Βοσνίων, όπως λ.χ. θα διαδήλωνε υπέρ των Κούρδων της Τουρκίας˙ επίσης κανείς δεν φάνηκε να ενοχλείται ιδιαίτερα όταν πριν από μερικά χρόνια η τουρκική μειονότητα της Βουλγαρίας διωκόταν συστηματικά. Τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις δεν υπαγορεύονται βέβαια από κακοπιστία ή συνειδητό υπολογισμό˙ μάλλον εκφράζουν υποσυνείδητους αυτοματισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους καθιστούν πρόδηλη την έμπρακτη αδυναμία να στηριχθεί μία ρεαλιστική εθνική πολιτική σε αμιγείς οικουμενικές αρχές.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια˙ το που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό˙ πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.

Από το βιβλίο: Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1992
Αναδημοσίευση από το Π. Κονδυλης (Kondylis) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-08-10

Διαβάστε περισσότερα......