Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Είμαστε ακόμη ικανοί να ελπίζουμε;

Σκέψεις για την ψυχική μας ανάκαμψη
Βασίλης Kαραποστόλης

Σε τι μας επιτρέπεται να ελπίζουμε; Ολοι αναρωτιούνται, όλοι προσπαθούν να νιώσουν μέσα τους κάτι που ξεμυτάει δύσκολα. Γιατί εδώ και καιρό το να ελπίζει κανείς θεωρήθηκε περίπου ισοδύναμο της αφέλειας. Η ελπίδα σχεδόν γελοιοποιήθηκε. Και δεν είναι βέβαια αυτό φαινόμενο ούτε αποκλειστικά ελληνικό ούτε και ενέσκηψε τους τελευταίους μήνες. Είχε αρχίσει από πολύ καιρό εκείνη η διαβρωτική διαδικασία που μέσα στους χώρους της εργασίας, της εκπαίδευσης, του κράτους, διέσπειρε την αμφιβολία και την επιφύλαξη απέναντι σε οποιαδήποτε πεποίθηση με θετικό περιεχόμενο. Μέντορες του συρμού, εμπειρογνώμονες, ακόμη και πολιτικοί, φλυαρούσαν σχετικά με το πόσο αβέβαιος είναι ο κόσμος και το πόσο βεβιασμένο θα ήταν να ρισκάρει κανείς την παραμικρή πρόβλεψη. Ησουν δυσαρεστημένος; Μπορούσες να πικραθείς, να επιρρίψεις ευθύνες στους υπαίτιους. Οχι όμως και να θελήσεις να ζεστάνεις την καρδιά σου με κάποια βεβαιότητα, έστω υπό δοκιμήν. Η ελπίδα κρίθηκε ξεπερασμένη και επιπλέον επικίνδυνη: από τις πολύ ζεσταμένες καρδιές φαινόταν πιθανόν να ξεπεταχθεί ένας ανεξέλεγκτος φανατισμός.

Κάθε εποχή όμως και κάθε πολιτισμός που θέλησε πραγματικά να αφήσει τη σφραγίδα του στην πορεία του κόσμου, τίμησε αυτό το αίσθημα που το ειρωνεύεται ο σύγχρονος σκεπτικισμός. Χωρίς ελπίδα δεν θα ήταν δυνατόν οι Γάλλοι διαφωτιστές να απευθυνθούν στα πλήθη. Ελπίζοντας και πιστεύοντας (γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί) στην ικανότητα των πεινασμένων μαζών να σκεφτούν λογικά, έγραψαν τα πολεμικά τους κείμενα ο Ρουσσώ και ο Βολταίρος. Και με το ίδιο πνεύμα ενήργησαν στη συνέχεια οι πολιτικοί ηγέτες της επανάστασης. Ο «άπιστος», όπως συχνά τον αποκάλεσαν, 18ος αιώνας πίστεψε στον Λόγο. Οπως ο 19ος αιώνας πίστεψε στην Πρόοδο, και ο 20ός στην παραγωγικότητα.

Επειτα ήρθαν οι γνώριμοι ενδοιασμοί, οι αμφιταλαντεύσεις, η μόδα μιας αμφιβολίας που υποδυόταν τη «βλάσφημη συνείδηση». Το αποτέλεσμα είναι ότι αντιμετωπίζουμε σήμερα προβλήματα που μας καίνε και την ίδια στιγμή διστάζουμε να ριχτούμε στη δράση. Είναι χρήσιμο σε τέτοιες περιπτώσεις να μην ξεχνάμε αυτά που προηγήθηκαν. Ας γυρίσουμε πίσω το βλέμμα μας στον χρόνο. Βλέπουμε την αρχαία ελληνική πόλη να διακηρύσσει την πεποίθησή της ότι οι θνητοί θα μπορούσαν να γίνουν αθάνατοι μέσω των λαμπρών τους έργων, των αφιερωμένων στο μεγαλείο της πόλης. Βλέπουμε κατόπιν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία να καυχιέται επειδή οι πολίτες δέχονται να εγκαταλείψουν την ατομικότητά τους και να γίνουν νομικά πρόσωπα. Ελπίζουν ότι αυτό θα είναι προς το συμφέρον τους και πιστεύουν ότι το συμφέρον τους είναι ικανοί να το δουν. Ανάλογη και η στάση των Βυζαντινών, παρά τις άλλες διαφορές στις αντιλήψεις. Η «σωτηρία της ψυχής» και η σωτηρία του κράτους είναι γι’ αυτούς αλληλένδετες, και αποτελούν τον πυρήνα του κοινού τους βίου. Πιστεύουν και στα δύο. Αργότερα, παρόμοια θεμελίωση θα βρούμε στον νεοελληνικό πολιτισμό. Δεν θα πάψει η λαϊκή Μούσα να επιμένει ότι ο ελλαδικός άνθρωπος είναι καμωμένος για να μην υποτάσσεται σε ξένες θελήσεις, να απαιτεί και να κερδίζει ένα περιθώριο αυτεξούσιου, άλλοτε μικρότερο και άλλοτε μεγαλύτερο. Συνεχής ο αγώνας κι ο πόθος αμείωτος.

Θα πείτε και λοιπόν; Με όλα τούτα δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση; Η απάντηση είναι όχι. Δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση επειδή κυριάρχησε η πίστη σε ανύπαρκτα πράγματα, αλλά επειδή παραλύσαμε από δυσπιστία. Πρώτα απ’ όλα, απέναντι στον συλλογικό εαυτό μας. Η κλασσική ψυχολογία το ονομάζει αυτό «αυθυποβολή της κατωτερότητας». Βαφτίζοντας αδιόρθωτα ελαττωματικό τον εαυτό του ένα άτομο ή ένας λαός, τελικά φθάνει να βάλει βαθιά μέσα του το ελάττωμα και να δεχθεί ότι πραγματικά είναι αδιόρθωτος. Από την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν και μερικά κεκτημένα ανωτερότητας που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Σε κάποιες περιστάσεις πιο παλιά φάνηκαν πως δεν μας έλειψαν ούτε το κουράγιο ούτε οι ικανότητες. Δεν ήταν μόνο οι πόλεμοι, ήταν και οι περίοδοι όπου το διαλυμένο εθνικό νοικοκυριό έπρεπε επειγόντως να συμμαζευτεί (μετά τη μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο). Αυτό που κρίνεται σήμερα είναι αν από εκείνα τα χρόνια φθάνει ακόμη ένας ορισμένος σφυγμός, μια κάποια υπόμνηση της συλλογικής ζωτικότητας ή εάν τα αγγεία του εθνικού οργανισμού σκλήρυναν και το αίμα παγώνει από μέρα σε μέρα. Πρέπει να απαντήσουμε σ’ αυτό. Για να απαντήσουμε όμως πρέπει πρώτα να αφουγκραστούμε το ίδιο το σώμα μας. Οταν χτυπάει ένα νεύρο μέσα μας, όταν μια φλέβα φουσκώνει, θα πιστέψουμε άραγε ότι αυτό είναι ένα σήμα ζωής ή θα πούμε ότι πρόκειται για τους σπασμούς ενός μελλοθάνατου; Εξαρτάται από εμάς. Εξαρτάται εάν θέλουμε να αναλάβουμε τις δυνατότητές μας ή εάν αρκεστούμε να θυμώνουμε, να ξεθυμαίνουμε για λίγο και να ξαναφουντώνουμε, όντας βέβαιοι ότι για τίποτα καλύτερο δεν είμαστε άξιοι.

«Οποιος δεν δημιουργεί τίποτα, θεωρεί ότι τα πάντα είναι ένα τίποτα», έλεγε ο Γκαίτε. Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Είναι να δέχεται κάποιος ότι αν τον υποκαταστήσει ένας άλλος στην ίδια του τη ζωή, θα είναι καλύτερα γι’ αυτόν. «Να μας κυβερνήσουν οι Γερμανοί, αφού δεν τα καταφέρνουμε». Αυτό δεν λένε μερικοί; Και δεν είναι ακόμη πιο θλιβερό αυτοί που το λένε να είναι είκοσι χρονών;

(Η συνέχεια την επόμενη Κυριακή.)

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-11-11


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: