Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Μεγάλο ποτάμι, φουσκωμένο...

Γιάννης Τριάντης

Περνούσε φουριόζο το μεγάλο φορτηγό δίπλα στο φυλλοβόλο δέντρο...

Εκείνο υποκλίθηκε. Και το δικό μου παρμπρίζ γέμισε κίτρινα φύλλα. Αποχαιρετιστήριο δώρο του Οκτωβρίου, σκέφτηκα. Για να θυμάμαι την ώχρα του. Μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, τα κίτρινα φύλλα συνόδευαν τις σκόρπιες σκέψεις μου, που γυρόφερναν στις μέρες του Οκτωβρίου...

Ξέσπασμα

 

Δεν ήταν έκρηξη της στιγμής. Ούτε δουλεμένη παράσταση εμπόρων της πολιτικής. Τα συμβάντα στις παρελάσεις για την 28η Οκτωβρίου είναι η πλημμύρα του θυμωμένου λαϊκού ποταμού που έσπασε το φράγμα των εντοιχισμένων εννοιών και καθαγίασε την πραγματική σημασία του «Όχι»... Οι κήρυκες του καθωσπρεπισμού μίλησαν για ασέβεια προς τους θεσμούς. Είπαν ότι αμαυρώνεται η επέτειος. Ότι κινδυνεύει η Δημοκρατία από το κρυμμένο «αυγό του φιδιού». Τέτοια έλεγαν μέσα στην αμηχανία και στον φόβο τους οι πελιδνοί της εξουσίας, μαζί με όλο το καθεστωτικό σινάφι, συνηθισμένοι να υποτιμούν τον λαό. Και δεν είδαν στα μάτια του κόσμου τις σπίθες της μεγάλης πυρκαγιάς. Δεν κατάλαβαν ότι άρχισε γι’ αυτούς η αντίστροφη μέτρηση. Δεν κατέβηκαν στα έγκατα της κοινωνίας να μετρήσουν τον πυρετό της. Και επιμένουν να μιλούν για μειοψηφίες. Αλλά δεν βλέπουν ότι η κοινωνία στο σύνολό της συναινεί, ακόμη και όταν ένα μεγάλο μέρος της δεν πρωταγωνιστεί. Ότι επιδοκιμάζει και νομιμοποιεί μέσα της το ποτάμι της οργής, ακόμη κι όταν αυτό ξεχειλίζει και παρασέρνει με την ορμή του τα μέχρι πρότινος είδωλα και τοτέμ...

Ξέσπασμα (2)

 

Την ήξεραν πολιτικά ουδέτερη, πνιγμένη στο οπαδικό πάθος και στην τύφλα των ουσιών. Υποτιμούσαν τη λαϊκή της καταγωγή και το κρυφό παράπονο, ραμμένο στη φόδρα της παρδαλής γηπεδικής στολής... Και μόλις είδαν τα ζόρικα πανώ, ξαφνιάστηκαν. Και έσπευσαν να τα... συλλάβουν! Μάταιος κόπος. Το βουητό της εξέδρας δεν αναχαιτίζεται με συλλήψεις και απαγορεύσεις. Οι καταφρονεμένοι σήκωσαν κεφάλι. Και υπενθύμισαν στους ταγούς και στους άρχοντες –αλλά και στον... Ουμπέρτο Έκο– ότι είναι φτηνές οι αναλύσεις τους για τον κόσμο των γηπέδων. Ότι το λαϊκό κοίτασμα –ετερόκλητο, αντιφατικό και διχασμένο μέσα του, ένα μίγδην από διαμάντια και λάσπες– είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας που λαμπαδιάζει και φλέγεται. Στο Σύνταγμα. Στην εξέδρα. Στις λεωφόρους των παρελάσεων. Και σε λίγο, παντού...

Συμπαράσταση

 

Από τη Wall Sreet μέχρι τις πλατείες της Ιβηρικής. Από τα αχανή της Λατινικής Αμερικής μέχρι τους στομωμένους δρόμους του Μεξικού. Από τα χείλη του υφήλιου πλήθους μέχρι τις δηλώσεις διακεκριμένων πανεπιστημιακών και στοχαστών. Από παντού εκδηλώσεις θαυμασμού και συμπαράστασης στον αγώνα των Ελλήνων. Των συκοφαντημένων του Νότου, που καταχωρίστηκαν αυθαίρετα στις δέλτους των τεμπέληδων από τους κυνικούς της αγοραίας εποχής... Ένας Εγγλέζος τραγουδοποιός, ο Ματ Έλιοτ, βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Και υψώνει περίοπτο ένα θαυμαστό κοίτασμα:

«Όταν ακούω αυτή την ανοησία, ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, μου έρχεται να κάνω εμετό. Αυτό που βλέπω εγώ είναι ότι, παρά τις δυσκολίες, οι Έλληνες γελάνε και διασκεδάζουν ακούγοντας μουσική. Όταν φτάνει κανείς σε ένα τέτοιο οριακό σημείο όπως τώρα, αρχίζει να εκτιμά τα απλά πράγματα. Και οι Έλληνες που έχω συναντήσει, και τώρα και παλαιότερα, είναι όλοι απίστευτα γενναιόδωροι. Ο κόσμος είναι απελπισμένος, χάνει τόσα πολλά, βλέπω τόσα κλειστά καταστήματα, κι όμως είναι έτοιμοι να σου προσφέρουν πράγματα. Είναι πολύ συγκινητικό» (συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη της Καθημερινής, στις 30/10/2011).

Η μπαλάντα του ξεσηκωμού

 

Πρόκειται για τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου από έναν παλιό, μυρωμένο δίσκο του, τον «Φουέντε Οβεχούνα». Θυμήθηκα το τραγούδι την ώρα που ανάμεσα στις σκόρπιες σκέψεις μου τριγύριζαν τα λόγια του Εγγλέζου τραγουδοποιού και τα πεσμένα φύλλα του Οκτώβρη. Να οι στίχοι: «Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο, η οργή του λαού, κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια / Ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει, ποιος, ποιος τη σταματάει / Κοιλάδα της Φουέντε Οβεχούνα, το χέρι που σ’ έσπερνε, τον κεραυνό τώρα κρατάει, ποιος το σταματάει, ποιος το σταματάει, ποιος, ποιος το σταματάει / Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα η ψυχή του λαού, φτερούγες βγάζει κι ανεβαίνει, ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει, ποιος, ποιος τη σταματάει»...

Η απάντηση άμεση

Κανένας. Μάρτυς μου οι αιώνες...

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Επίκαιρα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 03-11-11


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: