Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Παθολογικά συμπτώματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Το θέμα είναι τεράστιο και αναγκαστικά θα περιοριστώ σε κάποιες δειγματοληπτικές επισημάνσεις για την κατανόηση της πολυπλοκότητάς του. Με την παθολογία όμως της Iστοριογραφίας συνδέονται προβλήματα, που έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα και την περαιτέρω πορεία του έθνους. Διότι οι συχνοί πειραματισμοί στο χώρο της Iστοριογραφίας διοχετεύονται στην Eκπαίδευση, με όλες τις αυτονότητες συνέπειες. Βέβαια, από τον Λουκιανό τον Σαμοσατέα (117-180 μ.Χ.) και το έργο του «Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν» μέχρι σήμερα, το θέμα έχει μελετηθεί επανειλημμένα σε μελέτες και συνέδρια και η αποκτηθείσα γνώση και πείρα είναι σημαντική. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένα αίτια, ώστε η υπάρχουσα δυσλειτουργία να παρατείνεται.

Πρέπει να λεχθεί προοιμιακά, ότι η Iστοριογραφία είναι αυτόνομο πεδίο της γνώσης, που αποσκοπεί βασικά στην ερμηνεία της πραγματικότητας και την κατανόησή της μέσα από την έρευνα των πηγών. Επιτυγχάνεται, έτσι, ένας απολογισμός της εξελικτικής πορείας της ανθρώπινης κοινωνίας, που συμβάλλει στην κατανόηση του πώς προέκυψε το σήμερα. Κύριο, συνεπώς, στοιχείο της Iστοριογραφίας δεν είναι η δικανική κρίση του παρελθόντος και ο επιμερισμός των ευθυνών, ώστε η Iστοριογραφία να μεταβάλλεται σε δικαστήριο, αλλά η ερμηνεία συμβάντων και γεγονότων, θεωρουμένων μέσα από τις γενετικές τους σχέσεις. Ήδη στην Καινή Διαθήκη έχουν καταγραφεί, σε αυτήν την κατεύθυνση, δύο καθαρά επιστημονικές ερμηνευτικές αρχές: Λουκ. 10,26: «Ἐν τῶ νόμω ΤΙ γέγραπται, ΠΩΣ ἀναγινώσκεις»; (ερώτηση του Χριστού προς έναν νομικό). Κοντά στο ΤΙ, συνεπώς, το γεγονός καθ’ αυτό (das Ereignis an sich) υπάρχει και το ΠΩΣ της ανάγνωσης, της έρευνάς του, δηλαδή η ερμηνεία και κατανόησή του. Πραξ. 8,30: «Ἆρα γινώσκεις, ἃ ἀναγινώσκεις;» (O Απ. Φίλιππος προς τον Ευνούχο της Κανδάκης). Πρόκειται και εδώ για την ανάγκη κατανόησης, που προϋποθέτει την ερμηνεία. Η αυθεντική επιστήμη συνεχίζει τον ατέρμονα αυτόν αγώνα της ερμηνείας και σε κάποιες περιπτώσεις και επανερμηνείας, με βάση τον εμπλουτισμό των πηγών με νέες ανακαλύψεις ή την εκ νέου αναψηλάφηση των γνωστών με βάση την αυξημένη γνώση. Σε αυτό το πλαίσιο, όμως, εντοπίζονται συμπτώματα παθολογικά, όπως τα ακόλουθα:

     1. O ανεξέλεγκτος υποκειμενισμός: O ιστοριογράφος από τη θέση του γίνεται όχι μόνο κριτής, αλλά και κριτήριο του ιστορικού γεγονότος. Στη θεολογική (κυρίως) ερμηνευτική έχει καθιερωθεί ένας σπουδαίος όρος, με καθολική ισχύ: Είναι ο όρος «Vorverstandnis» (προ-κατανόηση, προ-κατάληψη), το σύνολο δηλαδή των εσωτερικών προϋποθέσεων, σύνολος ο ψυχικός κόσμος του ερευνητή, που συνθέτει το ερμηνευτικό πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων.

Είναι έτσι κατανοητό, ότι στην ερμηνευτική προσέγγιση των πνευματικών φαινομένων απόλυτη αντικειμενικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, αφού δεδομένη πάντα σταθερά είναι η προσωπικότητα του ιστοριογράφου, που ενεργεί οριστικά ­και εν πολλοίς αυτόνομα­ σε κάθε πτυχή της ερευνητικής του εργασίας, με καθοριστικό μάλιστα ρόλο. Από το γνωσιακό και ιδεολογικό του πρίσμα εξαρτάται η ερμηνεία των δεδομένων της έρευνάς του και η κατάστρωση των πορισμάτων της. Έτσι εξηγούνται και οι αποκλίσεις των ιστορικών στην προσέγγιση των ιδίων γεγονότων. Θα υπενθυμίζαμε εδώ ανεκδοτολογικά τη γνωστή περιγραφή του ελέφαντα από τους τέσσερις τυφλούς. O έως ένα δε σημείο αναπόφευκτος υποκειμενισμός του ιστορικού ερευνητή παίρνει διαστάσεις, όταν συνδέεται, όπως θα δούμε, με εξωτερικές δεσμεύσεις.

     2. Εκσυγχρονιστικός αναχρονισμός. Από τα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύσσεται αυτή η τάση. Πρόκειται για χρησιμοποίηση εννοιών και όρων της τρέχουσας εποχής για τη θεώρηση, την περιγραφή και ερμηνεία δεδομένων και καταστάσεων παλαιοτέρων εποχών και ιδίως της Aρχαιότητας. Διαπράττεται δηλαδή, η ερμηνεία του παρελθόντος με κριτήρια του παρόντος και εισαγωγή αρχών και κριτηρίων αγνώστων στον επιστημονικά ερευνώμενο, υποτίθεται, χώρο ή στο προσεγγιζόμενο πνευματικό φαινόμενο. Στις περιπτώσεις αυτές λειτουργεί η ιδέα της αέναης επανάληψης και ανακύκλησης, που αντιτίθεται στην έννοια της εξέλιξης (ιστορία!) «Κάθε ιστορικό γεγονός όμως έχει πραγματικά την ανεπανάληπτη ιστορική του φυσιογνωμία». (Πρβλ. Mircea Eliade, Μεταφρ. Θεμ. Λαζάκη, Κόσμος και Ιστορία, O μύθος της αενάου επαναλήψεως, Αθήνα 1966, σ. 43).

     3. Εξαρτώμενος εκλεκτισμός στο χώρο των πηγών και της ύλης: Η Iστορία δεν γράφεται χωρίς γνώση των πηγών, μέχρι μάλιστα τη μικρότερη λεπτομέρεια. Διαφορετικά, συντίθεται μυθιστορία. Η κριτική και συνδυαστική χρήση των πηγών υπόκειται σε κάθε άξιο λόγου ιστορικό έργο. Συχνά, όμως, παρατηρείται αδιαφορία για κάποιες περιόδους ή χώρους. Λ.χ. από μοντερνίζοντες και ιδεολογικά εξαρτώμενους ιστορικούς περιθωριοποιείται το Βυζάντιο, λόγω της σχέσης του με την Oρθοδοξία, ή ο εκκλησιαστικός χώρος διαχρονικά, στον οποίο όμως μέχρι τον 19ο αιώνα γράφεται η Iστορία μας. Τρομερές συνέπειες έχει το πράγμα στους βυζαντινολόγους, που βλέπουν το Βυζάντιο και τη συνέχειά του με αθεϊστικές προϋποθέσεις και αποσιωπούν ή παραμορφώνουν ερμηνευτικά τα πατερικά κείμενα, στερούμενοι των προϋποθέσεων κατανόησής τους λόγω της a priori απορρίψεως του χώρου. Χάνεται όμως έτσι η δυνατότητα καθολικής-σφαιρικής θεώρησης των πραγμάτων. Έτσι προκύπτουν οι μονομερείς ερμηνείες και στην ουσία παρερμηνείες. Χαρακτηριστική εξαίρεση και επιβεβαίωση του προβλήματος, ο αληθινά βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν, που μπόρεσε να καταλάβει σε μεγαλύτερο βαθμό το Βυζάντιο, λόγω επαρκούς γνώσης και της πατερικής παραδόσεως και της θεολογίας του.

     4. Με τον εκλεκτισμό συνδέεται η σκόπιμη αναπαραγωγή θέσεων παγιωμένων, χωρίς τη διάθεση κριτικού ελέγχου τους, για την κατίσχυση της παράταξης στην οποία και ο ιστορικός ανήκει. Συναφής είναι η αδιαφορία για έρευνα και μάλιστα Αρχείων για τους τελευταίους κυρίως αιώνες. Από το δάσκαλό μου, αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, έμαθα ότι για τους τελευταίους αιώνες Iστορία χωρίς γνώστη των Αρχείων δεν μπορεί να γραφεί. Η εύκολη λύση είναι η καταφυγή στον ανέρειστο στοχασμό και την επένδυση με ψήγματα ιστορίας της υποστηριζόμενης ιδεολογίας. Η επιστράτευση του μετέωρου στοχασμού οδηγεί στην είσοδο της μεταφυσικής στην Iστοριογραφία, κάτι ανάλογο με τη μεταφυσική θεολόγηση, χωρίς δηλαδή τη θεοπτία. Το κενό της άγνοιας μάλιστα καλύπτεται με εντυπωσιακή γλώσσα, κατά κανόνα ακατάληπτη, που δικαιώνει τον Σοφοκλή στην «Αντιγόνη»: «Οὗτοι διαπτυχθέντες ὢφθησαν κενοί» (στ. 709). Ιστορικοί αυτής της ομάδας δεν παραλείπουν να επικρίνουν ευσυνείδητους ερευνητές, όπως ο αείμνηστος πατριάρχης του χώρου μας, καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, που αναγκάστηκε να απαντήσει στις αιτιάσεις κάποιων κατηγόρων του:

«Τότε ακόμη θα αποφύγουμε τις πολύ συνηθισμένες στον τόπο μας πρόχειρες ερμηνείες, τις στηριγμένες σε φτωχά και ελλιπή στοιχεία, ή τις αόριστες γενικότητες, που συχνά προβάλλονται με την πεποίθηση ότι εκφράζουν τη φιλοσοφική θεώρηση των γεγονότων και ότι μας φέρνουν δήθεν κοντά στο είναι, στην ουσία του Nέου Eλληνισμού, ενώ στην πραγματικότητα μας ξεμακραίνουν πολύ από αυτήν. Γιατί, στα αλήθεια, πώς είναι δυνατόν οι φιλόσοφοι, οι κοινωνιολόγοι ή οι κοινωνιολογούντες, οι οικονομολόγοι κ.λπ. να μελετήσουν, να ανατάμουν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και οικονομία, χωρίς να έχουν γνωρίσει τις βάσεις της; Η πορεία που οφείλουμε να ακολουθήσουμε διαγράφεται καθαρά: μόνο όταν αποκτήσουμε επακριβωμένες, θετικές γνώσεις, τότε η ενατένιση των γεγονότων θα βασίζεται σε στερεό βάθρο και θα κινείται μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο με ρευστά βέβαια όρια, αλλά δεν θα κινδυνεύει να εκτραπεί σε προχειρολογία με κυρίαρχο στοιχείο τη φαντασία... Είναι θλιβερό να αναλογίζεται κανείς πόσο μας στοίχισε κατά τη ροή των αιώνων η ένδεια των ιστορικών γνώσεων» (Αποστόλου Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Β’, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 7).

     5. Καθαρή όμως αναίρεση της Iστορίας είναι η ιδεολογική χρήση της συναρτώμενη με την Ιδεολογική ερμηνεία των ιστορικών δεδομένων. Τότε όμως κάνουμε πολιτική, όχι Iστορία. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεινοπαθεί συνήθως η Εκκλησία και η σχέση της με το Έθνος και την ελευθερία του και υποστυλώνεται η προπαγάνδα. Δεινοπαθεί όμως και η ίδια η Iστορία με τις νέες περί έθνους ιδέες, που προωθούνται από ξένους οικονομικούς παράγοντες, ανήκοντες στους κύκλους της Νέας Εποχής και της παγκοσμιοποίησης ως κίνησης προς την πλανητική κοινωνία.

     6. Αυτήν την τάση εξυπηρετεί η κίνηση των τελευταίων δεκαετιών να ξαναγραφεί η Iστορία. Βεβαίως, κάθε γενεά είναι υποχρεωμένη να ξαναγράψει την ιστορία του Έθνους της, για την επανεκτίμησή της με βάση τα νεότερα πορίσματα της έρευνας και την ανανέωση των συμπερασμάτων. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει με βιασμό των πηγών και χειραγώγηση της έρευνας, αλλά με τη διεύρυνσή της. Η πληρέστερη γνώση των αρνητικών δεδομένων του παρελθόντος μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των σχέσεων και όχι η συγκάλυψή τους με τη λήθη. Η δημιουργία σχέσεων φιλίας προάγεται μόνο με την έρευνα και την αποδοχή των αντικειμενικών πορισμάτων της απροκατάληπτης ιστορικής επιστήμης. Θα επιμείνουμε σε αυτό, διότι το αίτημα να ξαναγραφεί η Iστορία κυριαρχεί σήμερα στο χώρο της εκπαίδευσης.

Το πρόβλημα βιώθηκε από τον φοιτητικό κόσμο πριν από μερικές δεκαετίες, στο πλαίσιο της προϊούσας επίθεσης κατά του μαθήματος των Θρησκευτικών. Το 1962 ξέσπασε ο μεγάλος πράγματι αγώνας των φοιτητών της Θεολογίας, Αθηνών και Θεσσαλονίκης, που εκράτησε επί ένα επτάμηνο (27.2 - 27.9) κλειστές τις δύο Θεολογικές Σχολές, όταν διαπιστώθηκε η προσπάθεια συρρικνώσεως και μειώσεως του μαθήματος των Θρησκευτικών με τον κατ’ αρχάς επιλεκτικό περιορισμό των ωρών διδασκαλίας από δίωρο σε μονόωρο σε κάποιους τύπους σχολείων, με πρόσχημα την ένταξή μας στην Ευρώπη (ΕOΚ, τότε).

Σημαντικό, όμως, είναι ότι η φοιτητική ηγεσία αυτού του αγώνα διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν μόνο το μάθημα των Θρησκευτικών, που έπρεπε να πέσει θύμα της μανίας του εξευρωπαϊσμού και της παγκοσμιοποίησης, αλλά γρήγορα θα επεκτεινόταν η πολεμική αυτή και στο μάθημα της Ιστορίας και της Γλώσσας μας. Διότι τα τρία αυτά μαθήματα, το καθένα με τον τρόπο του, συνιστούν τα ερμηνευτικά κλειδιά κατανοήσεως και ερμηνείας του πολιτισμού μας, συμβάλλοντας συνάμα στη διατήρηση της ιστορικής μας συνέχειας και κοινωνικής συνοχής. Αλλά αυτά τα δύο μεγέθη είναι σήμερα το «κόκκινο πανί» για τους «εκσυγχρονιστές» όλων των παρατάξεων, που προσπαθούν με την παρουσία τους στο χώρο της Eκπαίδευσης να τα διαστρέψουν μέχρι να τα καταστρέψουν.

Τη σκοπιμότητα των νεοεποχιτών συγγραφέων Ιστορίας υποστυλώνει ένας «παγκόσμιος ειρηνισμός», που υποστασιώνει την άποψη, ότι αρκεί η απάλειψη των διαιρούντων και ο τονισμός των ενούντων, για να αρθεί το «μεσότειχον» (Εφ. 2,14) μεταξύ εθνών και ανθρώπων, υπό την «προστασίαν» και τον «έλεγχο» του Πλανητάρχη της Νέας Εποχής, ή εκείνων που κυβερνούν τον κόσμο πίσω από αυτόν.

Η μέθοδος αυτή της προβολής των ενούντων και όχι των διαιρούντων, εφαρμόζεται και στην άλλη όψη του Oικουμενισμού, στον θρησκευτικό-θεολογικό, τον διαχριστιανικό διάλογο. Είναι γεγονός, ότι όχι μόνο οι ίδιες εξουσιαστικές δυνάμεις, αλλά και το ίδιο πνεύμα διέπει και τις δύο πλευρές του Oικουμενισμού, αλλά και ο ίδιος στόχος, η εξυπηρέτηση των σχεδίων της Υπερδύναμης και της Νέας Τάξης. Σε αυτό το κλίμα «συνωστίζονται» τα σχολικά μαθήματα, που σχετίζονται άμεσα με την ταυτότητά μας. Το περιεχόμενο, άλλωστε, αυτών των μαθημάτων είναι το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο του πολιτισμού μας από τον πολιτισμό της Φραγκοτευτονικής Δύσης.

Δεν θέλουν κάποιοι ιστορικοί μας -και ίσως δεν μπορούν- να κατανοήσουν, ότι για τις διχοστασίες και διαιρέσεις δεν πταίουν τα Θρησκευτικά και η Iστορία (το παρελθόν δηλαδή), αλλά η πολιτική, οι προκλήσεις και τα ανοσιουργήματα της υπερδύναμης και των συνεργών της. Oι αλώσεις του 1204 και του 1453, οι εθνικοί διχασμοί μας έως τον 20ό αιώνα, το δράμα της Κύπρου και το Σκοπιανό, δεν λύνονται με το ξαναγράψιμο της Iστορίας, αλλά με την ορθή κατανόηση των μηνυμάτων της. Εδώ, όμως, γίνεται αληθινή «γενοκτονία», με την προσπάθεια για τη διάλυση των εθνικών ταυτοτήτων, μέσα από τη λοβοτόμηση της εθνικής μνήμης και τη διάσπαση της εθνικής μας συνέχειας. Έτσι, όμως, δεν ξαναγράφεται η Iστορία, αλλά φιμώνονται, όπως είδαμε, οι πηγές, χωρίς τις οποίες δεν γράφεται αληθινή ιστορία, αλλά μια ανύπαρκτη κατασκευασμένη παραϊστορία. Η επιστήμη, τότε, δίνει τη θέση της στην πολιτική.

Το προϊόν αυτής της κίνησης είναι μια πραγματικά «ιστορία του σωλήνα» ως «Κοινή ιστορία των Βαλκανίων». Ενδιαφέρον όμως είναι, ότι ανάλογες προσπάθειες στην άλλη Ευρώπη δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Η Γαλλία, άλλωστε, δεν μπορεί να απορρίψει τον Ναπολέοντα και η Γερμανία αδυνατεί να απαγκιστρωθεί από το φάντασμα του Βίσμαρκ. Είναι δε γεγονός, ότι η απώθηση του κακού στη λήθη μας καταδικάζει να ξαναζήσουμε συμφορές. Αντίθετα, η πλήρης γνώση του οδηγεί στην εμπέδωση της γνώσης και τη δημιουργία ενιαίας συνείδησης.

Τελικά, πιστεύω ότι με οδηγό τον μεγάλο μας ιστορικό Θουκυδίδη, που έχει, ως προς την κατανόηση της Iστορίας, διαχρονική σημασία, οφείλει η Iστοριογραφία του παρόντος να πορεύεται, εμπλουτίζοντας τα μέσα της και ανανεώνοντας τους στόχους της, χωρίς να αντιπαρέρχεται την αιώνια αρχή, ότι διαιώνια, η φύση των ανθρώπων μένει πάντα η αυτή!

 

* Ανακοίνωση σε Ημερίδα (20.1.11) με θέμα: «Είναι αναγκαίο το ξαναγράψιμο της Ιστορίας σήμερα;».

Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο (αρ. φυλ. 1870) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 11-03-11


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: