Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Ο αγώνας ενάντια στον παπισμό: Κορυφαίο πολιτικό ζήτημα

Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ' μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο,
στον εξώστη του Πατριαρχείου, 30 Νοεμβρίου 2006.

Θύμιος Παπανικολάου

Το ζήτημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι κομβικό ζήτημα σήμερα.

Και δεν είναι ένα ζήτημα στενά θρησκευτικό, είναι βαθιά πολιτικό, συνεπώς δεν αφορά μόνο τους Πιστούς, αλλά τους πάντες. Και αφορά τους πάντες, ακριβώς γιατί η πλανητική εξουσία θέλει να αλώσει κάθε συνεκτικό, οργανωτικό ιστό των κοινωνιών και των λαών.

Το «θρησκευτικό αίσθημα», συνακόλουθα και η «οργάνωση» αυτού του «αισθήματος» (Εκκλησία) αποτελούν συνεκτικούς ιστούς των κοινωνιών, δηλαδή μορφές συλλογικής, κοινωνικής συνείδησης.

Ο ολοκληρωτισμός του πλανητικού ιμπεριαλισμού θέλει να καταστρέψει και να ισοπεδώσει κάθε ιστορικό ιστό συλλογικής συνείδησης των λαών.

Η υπεράσπιση κάθε μορφής ιστορικής συνείδησης αποτελεί πράξη πολιτικής αναγκαιότητας για τη διάσωση των κοινωνιών. Και η πράξη αυτή είναι επαναστατική, ακριβώς γιατί είναι μια πράξη αγωνιστικής αντίστασης απέναντι στους δήμιους του κόσμου, συνεπώς ιστορικά αναγκαία...

Η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των αξιών της «κοινοτικής ζωής» αποτελούν σήμερα καθήκοντα πρώτης προτεραιότητας.

Καθήκοντα άμεσα και επιτακτικά γιατί οι φωνασκούντες και οι συμφύροντες με τους υπαίθριους ρήτορες και αγύρτες της Νέας Τάξης βιάζονται να αποδομήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και να την «αναδομήσουν» σε νεοταξικές βάσεις: Να την υποτάξουν και να την ενσωματώσουν στα γρανάζια του πλανητικού κράτους, σε νέες κατηχήσεις των λαών.

Ένα από τα πλέον θανατηφόρα «όπλα» εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η εσωτερική υπονόμευση και διάβρωση.

Φορέας αυτού του «όπλου» είναι η εκκλησιαστική γραφειοκρατική ιεραρχία, από τη φύση της και τη λειτουργία της εξουσιαστική, συνακόλουθα διαπλεκόμενη και εξαρτημένη με κάθε μορφή εξουσίας του συστήματος.

Το «ιδεολογικό όχημα» της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας είναι αυτό της ψεύδο-ενότητας με την αίρεση του παπισμού.

Επισημαίναμε σε παλιότερο άρθρο μας:

«Σήμερα στη φάση της παγκοσμιοποίησης και του πλανητικού ολοκληρωτισμού οι «εθνικές» και «τοπικές» εξουσίες (πολιτικές ή πνευματικές) δεν έχουν καμία ισχύ, αποτελούν «βάρος», «βλαβερή πολυτέλεια» για τη Νέα Τάξη. Το πολιτικό ισοδύναμο του υπερεθνικού, αυτοκρατορικού ιμπεριαλισμού είναι το πλανητικό κράτος. Το πνευματικό ισοδύναμο το πλανητικό θρησκευτικό («Εκκλησιαστικό») κράτος. Το κράτος του Βατικανού εκπληρώνει αυτές τις νεοταξικές προδιαγραφές. Ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία, είναι θεσμοθετημένο εκκοσμικευμένο κράτος!!!»

Σήμερα αυτό το ζήτημα της «ψευδο-ενότητας» αποκτάει νέα διάσταση και τίθεται πιο επιθετικά από τις υπονομευτικές δυνάμεις της Ορθοδοξίας.

Ένα μέρος, το πλέον εξουσιαστικά αλλοτριωμένο της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας, προβάλλει ανοικτά και επιθετικά το ζήτημα της ψευδο-ενότητας με τον παπισμό, και με ποικίλες δόλιες μορφές.

Η επιθετικότητα, αλλά και η δολιότητα αυτή «πατάει» στην αδράνεια του εκκλησιαστικού γραφειοκρατικού κορμού, αλλά και στην ίδια την «ιστορική πρακτική» των εξουσιαστικών προνομίων της Εκκλησίας.

Πρέπει να το πούμε καθαρά: Η εκκλησιαστική ιεραρχία ήταν και αυτή ο διαχειριστής των αξιών της Ορθοδοξίας, ήταν μια «οργάνωση» επισκοπικά εξουσιαστική, συνδεδεμένη σφιχτά με τις αυτοκρατορικές εξουσίες και τις καπιταλιστικές εξουσίες μετέπειτα.

Η σύγκρουση, συνεπώς, με τον παπισμό, από την αρχή εστιάστηκε σε μια βάση διαπραγμάτευσης και ισότιμου επιμερισμού των εξουσιών και ΟΧΙ στα βάθρα των ΑΡΧΩΝ, ΙΔΕΩΝ και της λαϊκής ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ του χριστιανισμού.

Αν στην πρωτοκαθεδρία ήταν η «Θεωρία και η Πράξη» του χριστιανικού κινήματος καμία «διαπραγμάτευση» ενότητας, δηλαδή συζήτησης, δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ των Ορθόδοξων και των Παπικών.

Φυσικά «καθαρόαιμες» και ευδιάκριτες καταστάσεις μέσα σε κοινωνικές θύελλες και ιστορικά μεταβατικά στάδια δεν μπορεί να υπάρξουν.

Ωστόσο, οι σημερινοί θιασώτες της ψευδο-ενότητας με το Βατικανό «πατάνε» και σε κάποιες ιστορικές πρακτικές ή «ιστορικά λάθη» των διαχειριστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας...

Το κακό είναι ότι και σήμερα πολλοί που αντιτίθενται ρωμαλέα σε αυτά τα τεχνάσματα της ψευδο-ενότητας έχουν τις ίδιες αυταπάτες...

Παραμένουν σε ισχύ οι ίδιες αυταπάτες ακριβώς γιατί και σήμερα βρισκόμαστε στο μέσον ενός τρικυμισμένου πελάγους: σε ένα θυελλώδες ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ.

Οι γραφειοκρατικές ιεραρχίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας οδηγούνται στην απώλεια των εθνικών και τοπικών τους εξουσιών. Προς τα εκεί οδηγεί εξαναγκαστικά η νεοταξική λαίλαπα.

Αυτή η σιδερένια ιμπεριαλιστική πλανητική αναγκαιότητα εντείνει την επιθετικότητα κάποιων γραφειοκρατικών «καστών» προς την κατεύθυνση της πανθρησκείας και της ενσωμάτωσης στο πλανητικό κράτος της Εκκλησίας: Τον παπισμό.

Ο μεγάλος κορμός της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας παραλύει από αυτές τις νέες καταιγιστικές μεταβολές και σέρνεται άβουλο.

Η αδράνεια φυσικά ευνοεί πάντα την αντίδραση, δηλαδή αυτούς που στοχεύουν στη διάλυση της Ορθοδοξίας.

Το σώμα, όμως, της Ορθοδοξίας, καθώς και η αγωνιστική της πρωτοπορία που πάντα ήταν συνδεδεμένη και ζυμωμένη με το λαό, έχουν διαγνώσει το μέγα κίνδυνο και αρχίζουν να αντιδρούν και να κλιμακώνουν τον Ορθόδοξο αγώνα τους ο οποίος είναι και πολιτικός αγώνας, όπως ήδη αναφέραμε.

Το Ορθόδοξο Μέτωπο εναντίον του παπισμού αρχίζει να πλαταίνει και να βαθαίνει.

Αναπότρεπτα και αυτό το μέτωπο είναι συγκροτημένο πάνω στη μεταβατικότητα της περιόδου που ζούμε. Συνεπώς δεν είναι και αυτό «καθαρόαιμο». Διαπλέκονται και διαφορετικά «επίπεδα» δυνάμεων και διαφορετικά «επίπεδα» στόχων και διαφορετικά «επίπεδα» συνείδησης της κατάστασης: έτσι πάντα είναι τα «κινήματα» στα πρώτα τους στάδια...

Εντελώς σχηματικά δύο είναι οι κεντρικές «κατηγορίες» του Μετώπου εναντίον του παπισμού, με ποικιλία αποχρώσεων γύρω από την κάθε μια.

Κατηγορία πρώτη: Σε αυτή μπορεί να κατατάξουμε το πιο συνειδητό και αγωνιστικό τμήμα της Ορθοδοξίας.

Είναι η Ορθόδοξη πρωτοπορία η οποία έχει διαμορφωθεί «κόντρα» στην εξουσία της ιεραρχίας και στηρίζεται στις κοινοτικές, λαϊκές και αγωνιστικές ιδέες και τις αξίες της Ορθόδοξης κληρονομιάς (δόγμα). Αυτή δε η πρωτοπορία έχει επίσης και βαθιά γνώση της Νέας Τάξης και των κινδύνων. Είναι οι άνθρωποι της μοναχικής πράξης, της ποιμαντικής λειτουργίας και της πνευματικής δημιουργίας.

Κατηγορία δεύτερη: σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται ένα μικρό τμήμα του εκκλησιαστικού κατεστημένου.

Το τμήμα αυτό της εκκλησιαστικής γραφειοκρατικής ιεραρχίας συνειδητοποιεί τον κίνδυνο της άλωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσω της ενότητας με τον παπισμό, αλλά στη βάση των δικών του γραφειοκρατικών συμφερόντων.

Πιο απλά: Μία ένωση με το κράτος του Βατικανού ανατρέπει τις υπάρχουσες ισορροπίες και το κατεστημένο της Εκκλησίας, το ανασυντάσσει σε νέες βάσεις, αναδιανέμει τους ρόλους και τις εξουσίες, όλες υποταγμένες σε άλλα κέντρα ιεραρχίας.

Κάτι τέτοιο αφαιρεί ή και εξαφανίζει κεκτημένα προνόμια της κατεστημένης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αυτό το συνειδητοποιούν κάποια διορατικά τμήματα της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας και αντιδρούν.

Η αντίδρασή τους, ωστόσο, μοιραία κινείται σε διαπραγματευτικές (ρεφορμιστικές) λογικές και όχι σε λογικές ανατροπής των εξουσιών και κάθετης ρήξης με τον παπισμό.

Αυτό το «τμήμα» αντιμετωπίζει τα πράγματα από την οπτική της εξουσίας και του τρόμου απώλειας της εξουσίας που έχουν. Μια τέτοια, όμως, οπτική, καθαρά διαπραγματευτική και ΟΧΙ ανατρεπτική, αργά ή γρήγορα τα κάνει «πλακάκια» με την εξουσία, με την ισχυρή εξουσία του πλανητικού κράτους (παπισμό) στην προκειμένη περίπτωση...

Βεβαίως, έτσι προχωρούν τα πράγματα και οι «εξεγέρσεις» και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες μας και τις σεχταριστικές ανυπομονησίες μας...

Έχουμε μπει σε μια θυελλώδη, μεταβατική περίοδο, σε μια περίοδο μεγάλων ανατροπών σε όλους τους τομείς (και μέσα στην Εκκλησία), συνεπώς δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι και κυρίως να γυρίζουμε την πλάτη σε εκρηκτικές διεργασίες επειδή δεν χωράνε στα «καθαρά σχήματα» του μυαλού μας και των επιθυμιών μας.

Πρέπει να βρισκόμαστε μέσα σε αυτές τις διεργασίες και να δίνουμε τις μάχες. Διαφορετικά αφήνουμε το δρόμο ελεύθερο σε αυτούς που παίζουν το τέλος μας.

Πρέπει να δώσουμε τη μάχη και στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κάθε ένας από το μετερίζι του, γιατί αυτό το ζήτημα είναι κορυφαίο πολιτικό ζήτημα σήμερα και όχι ζήτημα μόνο των Πιστών...

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Βιβλιοπαρουσίαση - Γιανναράς - Θεόδωρου Παντούλα, «Πατριδογνωσία ΙΙ» - 21 Απρ 10

Ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας κ. Χρήστος Γιανναράς παρουσίασε στις 21.4.10 στο βιβλιοπωλείο «χωρίς όνομα» το βιβλίο του Θεόδωρου Παντούλα «Πατριδογνωσία ΙΙ». Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται ομιλίες και, κυρίως, κείμενα που γράφτηκαν για εφημερίδες και περιοδικά. Κυρίως κείμενα που γράφτηκαν για το περιοδικό "μανιφέστο". Οι αφορμές τους είναι εν πολλοίς επικαιρικές.

(Αναδημοσίευση από το Φοιτητικό Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-04-10)

Διαβάστε περισσότερα......

Γιανναράς - Άνθρωποι και Αντικείμενα: Σχέση και Χρήση -14 Απρ 10

Στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης «Άνθρωποι και Αντικείμενα: Σχέσεις Ζωής» του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείο Μακεδονίας – Θράκης οργανώθηκε Κύκλος Ομιλιών, όπου στις 14.4.10 ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας κ. Χρήστος Γιανναράς μίλησε με θέμα: "Άνθρωποι και Αντικείμενα: Σχέση και Χρήση".

(Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-04-10)

Διαβάστε περισσότερα......

Τομές – Σαρρής: Είμαστε πλέον πτώματα, πάνω στα οποία μπορεί να ασελγεί το τουρκικό κράτος - 27 Απρ 10

Στα πλαίσια της εκπομπής Τομές της 27.4.10, ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Νεοκλής Σαρρής επισημαίνει ότι το ζητούμενο της Τουρκίας είναι η επικυριαρχία εφ’ όλης της Ελλάδος, η μετατροπή της σε δορυφόρο χώρα και μια ελληνοτουρκική «φιλία» σε επίπεδο υποτέλειας και διαπιστώνει ότι μέσα στα πλαίσια ενός νεο-οθωμανισμού και ενός νεο-ραγιαδισμού η χώρα μας βρίσκεται στα πρόθυρα της αποδοχής αυτής της απαίτησης.

Σχετική αρθρογραφία:

  1. «Κλείδωσαν» οι ημερομηνίες για την επίσκεψη Ερντογάν, 23.4.10
  2. Τούρκοι στην Αθήνα για δουλειές, 29.4.10
  3. Πρόθεση διοργάνωσης φόρουμ στην Κομοτηνή το Μάιο από το Επιμελητήριο Κωνσταντινούπολης, 22.3.10
  4. Η μνήμη... άλωσε την Πόλη, 26.4.10
  5. Η ανεπίσημη ιστορία του Πόντου, 14.3.10
  6. Αποκαλύπτουμε: Eπιστολές-φωτιά Έρογλου, 27.4.10
  7. Ο Νταβούτογλου συνέταξε την επιστολή Έρογλου προς Μπαν Κι Μουν, 26.4.10
  8. Αλβανία: Αντισυνταγματική η συμφωνία με Ελλάδα για την υφαλοκρηπίδα, 15.4.10
  9. Απόψεις και 'απόψεις' περί φασισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο!
  10. Τομές 20.4.10 3/3 - "Αντί-εξουσιαστές": Τα τάγματα εφόδου των εξουσιαστών
  11. Μάριος Λ. Ευρυβιάδης, Νέο-οθωμανισμός και Νέο-ραγιαδισμός, 7.1.10
  12. Πέταξε τη μία κυριαρχία, 26.4.10

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Μπορεί η κρίση να οδηγήσει στις 'Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης';

Πάνος Παναγιώτου - διευθυντής ΕΚΤΑ

Η πετρελαϊκή κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 70’ οδήγησε τις ΗΠΑ στην αδυναμία/άρνηση αποπληρωμής του χρέους τους σε χρυσό και στην αναζήτηση ενός εναλλακτικού νομισματικού συστήματος το οποίο θα μπορούσε να τις βγάλει από τη μεγαλύτερη κρίση χρέους στη μοντέρνα ιστορία τους. Με πρωτεργάτη των Paul Volcker, υφυπουργό οικονομικών (1969 –1974) και υπεύθυνου διεθνών νομισματικών σχέσεων, οι ΗΠΑ κατήργησαν, εν μία νυκτί, το μέχρι εκείνη τη στιγμή διεθνές νομισματικό σύστημα, το οποίο είχε στην καρδιά του τη σύνδεση των νομισμάτων με το χρυσό και το αντικατέστησαν με το σύστημα ‘ελεύθερης’ διακύμανσης των νομισματικών ισοτιμιών, όπου η τιμή των νομισμάτων καθορίζεται με βάση τους ‘κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης’.

Προκειμένου να κατευνάσουν την αντίδραση των εξοργισμένων πιστωτών τους (Βρετανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας κλπ) και να τους πείσουν να δεχτούν την αποπληρωμή του χρέους σε δολάρια, αποφεύγοντας έτσι την πτώχευση, οι ΗΠΑ πέτυχαν, με την απειλή πολέμου (σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα, πρώην, απόρρητα βρετανικά έγγραφα), να ‘πείσουν’ τους Άραβες σε συμφωνία για τη διεξαγωγή του εμπορίου πετρελαίου αποκλειστικά και μόνο σε δολάριο, συνδέοντας το, έτσι, με το πιο σημαντικό εμπόρευμα του κόσμου και μετατρέποντας το σε παγκόσμιο νόμισμα, το οποίο όλες οι χώρες θα χρειάζονταν στο εξής, όσο θα είχαν ανάγκη από πετρέλαιο.

Τα κράτη βρέθηκαν αντιμέτωπα με ένα νέο σύστημα διακύμανσης των νομισμάτων τους, χωρίς να κατανοούν καλά τους κανόνες και τη λειτουργία του, ενώ οι ΗΠΑ, που το είχαν δημιουργήσει, το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο, απογειώνοντας την τιμή του δολαρίου έναντι των υπόλοιπων νομισμάτων στα ύψη, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσουν τις αφόρητες πληθωριστικές πιέσεις από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, μεταφέροντας τες, έτσι, στα υπόλοιπα κράτη και κυρίως στην Ευρώπη, η οποία κατρακύλησε σε μία πολυετή περίοδο οικονομικής ύφεσης, που την οδήγησε το 1979 στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), με την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Μονάδας (ΕΚΜ), ενός άτυπου νομίσματος, προθάλαμου του ευρώ, πάνω στο οποίο συνδέθηκαν τα νομίσματα πολλών κρατών, με τη δυνατότητα απόκλισης μεταξύ τους μέχρι 2,5%.

Με τα ευρωπαϊκά νομίσματα να συνδέονται μεταξύ τους προκειμένου να γίνουν ισχυρότερα αλλά με το δολάριο να έχει συνδεθεί με το πετρέλαιο του οποίου η τιμή αυξήθηκε κατά 900% σε μερικά χρόνια, το αμερικανικό νόμισμα έγινε πανίσχυρο ενώ οι χώρες που εξήγαν πετρέλαιο βρέθηκαν με τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα το οποίο ήταν, εξ ολοκλήρου, σε δολάρια. Το πλεόνασμα αυτό κατευθύνθηκε προς ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες, οι οποίες άρχισαν να αναζητούν υποψήφιους δανειζόμενους προκειμένου να το εκμεταλλευτούν. Καθώς η διεθνής αλλά και οι περισσότερες εγχώριες οικονομίες ανά τον κόσμο ήταν πολύ ταλαιπωρημένες από την πετρελαϊκή κρίση, οι ανάγκες δανεισμού, μεταξύ άλλων και για την αγορά πετρελαίου, ήταν ιδιαίτερα αυξημένες και έτσι ο παγκόσμιος δανεισμός εκτινάχθηκε, τόσο στα αναπτυγμένα όσο και στα Λιγότερο Αναπτυγμένα Κράτη (ΛΑΚ), στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και η Ελλάδα.

Με το πετροδολάρια να ρέουν άφθονα και με τη δίψα γι’ αυτά να είναι μεγάλη, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει κατά πόσο τα κράτη που δανείζονταν είχαν την υποδομή να διαχειριστούν σωστά τα δανεικά κεφάλαια ώστε να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση στο μέλλον. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσουν μία σειρά από κρίσεις χρέους, με ποιο γνωστή αυτήν του Μεξικό, το οποίο προκειμένου να την ξεπεράσει εξασφαλίζοντας οικονομική ‘στήριξη’ από τις ΗΠΑ, αναγκάστηκε να παραχωρήσει σε αυτές, με διμερείς συμφωνίες, την εκμετάλλευση του μεγαλύτερου τμήματος των πετρελαιοπηγών του. Άλλες χώρες που προέβησαν σε βαρύ δανεισμό, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία, απέφυγαν τη μοίρα του Μεξικό αλλά κατά τη διάρκεια του ‘80 είδαν το χρέος τους ως ποσοστό του ΑΕΠ να απογειώνεται, το δημόσιο έλλειμμα τους να εκτινάσσεται και τον υψηλό πληθωρισμό να επιμένει (σύμφωνα με στοιχεία από έκθεση του ΔΝΤ, 1997), ενώ υποχρεώθηκαν να δανείζονται με επιτόκια κοντά η και παραπάνω από το 20% στα επόμενα χρόνια, προκειμένου να συνεχίσουν να καλύπτουν τις δανειακές τους ανάγκες αλλά και να αναχρηματοδοτούν το χρέος τους.

Η νέα διεθνής ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μεγένθυνε και ανέδειξε τις αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών, αποκαλύπτοντας ότι ήταν άστοχη η επιλογή του 2,5% ως η μέγιστη για την απόσταση των νομισμάτων μεταξύ τους και υπό το βάρος μίας σφοδρής νομισματικής επίθεσης σε πληθώρα ευρωπαϊκών κρατών (Ιρλανδία, Δανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βρετανία κλπ) η οποία πέταξε εκτός του συστήματος τη βρετανική στερλίνα και οδήγησε σε δριμεία υποτίμηση πολλά ευρωπαϊκά νομίσματα ωθώντας στα ύψη το δημόσιο χρέους και τα επιτόκια δανεισμού των αντίστοιχων κρατών τους, η Ευρώπη αναγκάστηκε να προβεί στην αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και στην υιοθέτηση νέων και πιο ευέλικτων, οι οποίοι και κατέληξαν, αργότερα, στη συμφωνία για τη δημιουργία του ευρώ.

Μία νέα κρίση, αυτή τη φορά στην Ασία, προκάλεσε την αλλαγή του ασιατικού νομισματικού συστήματος, κάτω και πάλι από την πίεση κερδοσκοπικών επιθέσεων σε σειρά ασιατικών κρατικών νομισμάτων, διαμορφώνοντας το σκηνικό που ισχύει στην Ασία μέχρι και σήμερα. Το ασταθές νομισματικό περιβάλλον επηρέασε και τη δραχμή, η οποία, σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος του 1998, μετά την οικονομική κρίση στην Ασία θεωρήθηκε υπερτιμημένη και δέχτηκε κερδοσκοπικές πιέσεις μέχρις ότου εντάχθηκε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, δύο χρόνια πριν από την προγραμματισμένη υιοθέτηση του ευρώ από την Ελλάδα. Αποτέλεσμα της επίθεσης εναντίον της δραχμής ήταν η αύξηση του κρατικού κόστους δανεισμού (ενδεικτικά από το 8,4% στο 12,8% για τα ομόλογα τριμήνου) και η υποτίμηση της κατά 12,3% έναντι της ΕΚΜ, με βασικό στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας ενώ η κυβέρνηση εξήγγειλε μία δέσμη δημοσιονομικών και διαρθρωτικών αλλαγών.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η υιοθέτηση του ευρώ από τα κράτη της ευρωζώνης ‘σήμαινε την παραίτηση από τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τη συναλλαγματική τους ισοτιμία και να ασκούν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική’ με την προσδοκία ότι ‘η ενιαία νομισματική πολιτική και η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου σε συνδυασμό με την ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών’ θα συνεπάγονταν ότι ‘τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια (θα) πρέπει να βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο σε όλες τις χώρες.’ Αν μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα, ωστόσο, δεν αμβλυνθούν οι οικονομικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν σε αυτό, τότε, σύμφωνα με την έκθεση, ελλοχεύει ο κίνδυνος ‘ασύμμετρων διαταραχών’ σε περιόδους μακροοικονομικών κρίσεων, ιδιαίτερα σε χώρες ‘με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα και η Ιταλία’ που ‘πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειας δημοσιονομικής εξυγίανσης, προκειμένου να μειώσουν το ύψος του συνολικού χρέους.’.

Ωστόσο, το χρέος δε μειώθηκε στις χώρες αυτές και η οικονομική σύγκλιση δεν επήλθε ποτέ, ενώ, για παράδειγμα στην Ελλάδα, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διατηρήθηκε πάνω από το 100% από το 1999 και μετά. Φτάνουμε, έτσι, στην τρέχουσα διεθνή κρίση, που ως η μεγαλύτερη των τελευταίων 80 ετών μεγένθυνε και ανέδειξε τις αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών πολύ περισσότερο απ’ ότι εκείνη στις αρχές του ‘90, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία της ευρωζώνης. Και ενώ το ‘90 η νομισματική επίθεση ξεκίνησε από τη Βρετανία, τώρα ξεκίνησε από την Ελλάδα, η οποία είδε τα επιτόκια δανεισμού της να αυξάνονται εκθετικά, παθαίνοντας έμφραγμα από το χρηματοπιστωτικό σοκ.

Και αν και τα ΜΜΕ επιμένουν να κάνουν λόγο για ‘ελληνική κρίση’, στην πραγματικότητα αυτή ήταν εξ αρχής ευρωπαϊκή κάτι που θα φαίνεται όλο και περισσότερο όσο ο χρόνος θα κυλά, όπως ακριβώς συνέβη και το 1990, όταν όλοι εστίαζαν στην κατάρρευση της στερλίνας για να δουν, τελικά, να λυγίζει, να τραυματίζεται και να αλλάζει ολόκληρη η Ευρώπη (με εξαίρεση, ίσως, τη Γερμανία).

Μάλιστα σήμερα, τα νέα ‘χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής’, όπως εύστοχα έχει ονομάσει μία κατηγορία χρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων ο Γουόρεν Μπάφετ (ο οποίος, πάντως έχει επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε αυτά), κάνουν ακόμη πιο οδυνηρές και εύκολες τις χρηματοπιστωτικές και νομισματικές επιθέσεις αλλά και επιτρέπουν την αναμετάδοση του χρηματοπιστωτικού πολέμου σε ζωντανό χρόνο, με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ζήσαμε στον πρόσφατο πόλεμο στο Ιράκ, τον οποίο παρακολούθησαν ζωντανά δισεκατομμύρια τηλεθεατές σε όλον τον κόσμο.

Έτσι, δισεκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν τους τελευταίους μήνες την Ελλάδα να αναρριχάται στη λίστα των πιθανότερων προς πτώχευση χωρών, μέσω του νέου σχετικού συστήματος υπολογισμού με τη χρήση των CDS (ασφάλιστρα κρατικού χρέους), περνώντας από τη 10η στην 5η και τελικά στην 1η θέση, με την πιθανότητα της για πτώχευση να υπολογίζεται, πλέον, στο 46,7% πάνω αυτήν χωρών όπως η Βενεζουέλα, η Αργεντινή, το Πακιστάν και το Ιράκ. Και ενώ όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην Ελλάδα, μέσα σε λίγες ημέρες η Πορτογαλία έχει βρεθεί στην 6η θέση της σχετικής λίστας, με τις πιθανότητες της για πτώχευση να πολλαπλασιάζονται φτάνοντας στο 26,11% και το επιτόκιο του 10ετούς της ομολόγου να εκτινάζεται στο 5,53%, πάνω από αυτό της συμφωνίας στήριξης της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ.

Από τις 12 μέχρι τις 27 Απριλίου, οι τιμές των CDS μερικών εκ των μεγαλύτερων τραπεζών και εταιριών της Πορτογαλίας έχουν τριπλασιαστεί, με το μέσο όρο των CDS του τραπεζικού της κλάδου να έχει αυξηθεί από τις 60 στις 325 μονάδες βάσης από την αρχή του έτους. Μα το έργο δεν τελειώνει εδώ καθώς η επίθεση έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή και στην Ισπανία, με τις τιμές των CDS για τον τραπεζικό της κλάδο να έχουν αυξηθεί από τις 100 στις 250 μονάδες από την αρχή της χρονιάς, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 70% τον τελευταίο μήνα και με την τιμή του CDS της Ιρλανδίας να έχει αυξηθεί από τις 145 στις 200 μονάδες την τελευταία εβδομάδα.

Και την ώρα που το ειδικό τμήμα του αμερικανικού υπουργείου οικονομικών κάνει το καθιερωμένο γκάλοπ του μεταξύ των εταιριών που εμπορεύονται κρατικά ομόλογα, προκειμένου να πάρει τη γνώμη τους για το πώς θα πρέπει να κινηθεί ώστε να πετύχει μείωση των επιτοκίων τους, στην Ελλάδα οι ιθύνοντες δηλώνουν πως η τρέχουσα κρίση δεν έδωσε πρόωρα σημάδια και έτσι ήταν αδύνατον να προβλεφθεί και αρκούνται στο να ρίχνουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον, αδυνατώντας, έστω και σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, να συνεργαστούν για το καλό της χώρας, το οποίο πλέον αφήνεται να ‘οριστεί’ και να επιτευχθεί μέσω των μέτρων του ΔΝΤ, το οποίο δεν παύει να αποτελεί έναν βραχυπρόθεσμο δανειστή μας που υποχρεούται να λάβει υπόψη του, όσο χαράζει την οικονομική πολιτική της Ελλάδας, τόσο το συμφέρον και άλλων κρατών όσο και το δικό του.

Και όμως η κρίση ήταν δυνατόν να προβλεφθεί και αυτό συνέβη, έμμεσα, σε δεκάδες εκθέσεις του ΔΝΤ, της Τράπεζας της Ελλάδας και της ΕΕ, οι οποίες προειδοποίησαν από το 1997 πως χωρίς την ουσιαστική οικονομική σύγκλιση των κρατών της ευρωζώνης, η νομισματική ενοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει ‘ασύμμετρες διαταραχές και επιπλοκές’ σε περίπτωση μακροοικονομικών κρίσεων, όπως η τρέχουσα. Αλλά η κρίση μπορούσε, τουλάχιστον, να προβλεφθεί από το 2006, αφού έδωσε όλα τα σημάδια σε διεθνή κλίμακα, τα οποία αποτυπώθηκαν άψογα στις τάσεις των επιτοκίων των μακροπρόθεσμων ομολόγων των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία από τον Ιανουάριο του 2006 και μετά πήραν την ανιούσα, με αυτά της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ιρλανδίας να παραμένουν σε έντονα ανοδική τάση στο μεγαλύτερο διάστημα των τελευταίων τεσσάρων ετών, προειδοποιώντας για αυτό που ερχόταν όλο και πιο κοντά μας.

Αλλά με την Ελλάδα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία, την Ιαπωνία, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη κλπ να συμμετέχει στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αλλά να μην έχει ούτε καν ένα μικρό τμήμα στο υπουργείο οικονομικών για την παρακολούθηση και τη μελέτη του και να αρκείται σε γενικές έρευνες της ΚΤΕ, χωρίς καμία οργάνωση και προετοιμασία για την επιβίωση στη σύγχρονη χρηματιστηριακή οικονομία, κανείς δε φάνηκε να είδε το οφθαλμοφανές και όλοι βρέθηκαν να πιάνονται εξ απήνης.

Και τώρα μοιάζει να συμβαίνει ακόμη ένα ακόμη λάθος, που πηγάζει από το συμπέρασμα ότι η τρέχουσα κρίση είναι, αμιγώς, ελληνική και την ελπίδα εύρεσης του φάρμακου μέσα από μέτρα τα οποία αποφασίζονται στην πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή και με τον πλέον πρόχειρο, άτσαλο και βεβιασμένο τρόπο, υπό την πίεση της εξασφάλισης νέων δανεικών κεφαλαίων και χωρίς καμία πρόβλεψη για το τί θα συμβεί στην περίπτωση που δεν αποδώσουν όσο ελπίζουμε, κάτι που, συνήθως, αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.

Μέσα σε αυτόν τον δημοσιονομικό ‘παροξυσμό’, δε βλέπουμε πως η Ευρώπη, έχει, ήδη, αναγνωρίσει πως το πρόβλημα είναι, κυρίως, δικό της, με την ενεργοποίηση του πρώτου πανευρωπαϊκού μηχανισμού οικονομικής στήριξης χώρας μέλους, ο οποίος θυμίζει της κρατικές μεταβιβάσεις κεφαλαίων σε προβληματικές πολιτείες από έναν κεντρικό προϋπολογισμό, που συναντάμε στο ομοσπονδιακό σύστημα των ΗΠΑ, δημιουργώντας, έτσι, ένα ‘δεδικασμένο’ για ένα μηχανισμό που θα είναι πολύ δύσκολο να μην ενεργοποιηθεί ξανά στην περίπτωση που αυτό ζητηθεί και από άλλες χώρες της ευρωζώνης, κάτι το οποίο δεν πρέπει να αποκλείουμε.

Το κυριότερο, όμως, είναι πως η κρίση ανέδειξε την εγγενή αδυναμία όλων των κρατών της Ευρώπης, ακόμη και της Γερμανίας, να ικανοποιήσουν τα κριτήρια που τα ίδια έθεσαν πριν από 10, περίπου, χρόνια και με τις προβλέψεις για την αύξηση του μέσου όρου του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 115% για τα αναπτυγμένα κράτη, μέχρι το 2014 και την παράλληλη εκτίναξη των ελλειμμάτων τους πολύ πάνω από το 3%, το πιθανότερο είναι πως όσο η τρέχουσα χρηματοπιστωτική επίθεση εξελίσσεται η Ευρώπη να οδηγείται στο δίλλημα της απόφασης ανάμεσα σε μία νέα, πιο ευέλικτη αλλά και πιο ενιαία ευρωπαϊκή πραγματικότητα ή στην ενδεχόμενη διάλυση της.

Στο μεταξύ, το δολάριο συνεχίζει να απολαμβάνει και να επιβεβαιώνει την απόλυτη κυριαρχία του ως το μόνο παγκόσμιο νόμισμα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να επωμίζονται τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν την κατάσταση, ενώ ακόμη και ο Paul Volcker, ο άνθρωπος που δημιούργησε το διεθνές νομισματικό σύστημα που έφερε την Αμερική σε τόσο πλεονεκτική θέση έναντι των υπόλοιπων χωρών, παραμένει στο τιμόνι της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ ως ο βασικός οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου Ομπάμα. Και επειδή η ιστορία, καμία φορά, επαναλαμβάνεται με τρόπο ανησυχητικά ίδιο με αυτόν του παρελθόντος, πίσω από την τρέχουσα χρηματοπιστωτική επίθεση στην Ευρώπη πρωτοστατεί, σύμφωνα με εισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, ο Τζορτζ Σόρος, ο άνθρωπος που πρωταγωνίστησε στη νομισματική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ‘90 κερδίζοντας ένα δις δολάρια σε μία ημέρα κερδοσκοπώντας στη στερλίνα και οδηγώντας, τελικά, στη δημιουργία του ευρώ και που πρωταγωνίστησε στην ασιατική νομισματική κρίση το 1997, οδηγώντας στη δημιουργία του τρέχοντος ασιατικού νομισματικού συστήματος. Ίσως, τελικά, τίποτα να μην είναι τυχαίο.

Αναδημοσίευση από Σοφοκλέους 10 - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Δεν είναι η Ελλάδα που πρέπει να αποπεμφθεί, η Γερμανία είναι!

Frédéric Lordon*

Η γερμανική πρόταση για την αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ενωση τελικά δεν είναι παρά το λογικό επιστέγασμα μιας μακράς ακολουθίας από εκδηλώσεις περιφρόνησης, που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του '90 με το μοτίβο του «Κλαμπ Μεντιτερανέ», τουτέστιν των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ανίκανες να υιοθετήσουν αυστηρούς κανόνες μακροοικονομικής διαχείρισης («γερμανικούς»). Την ακολουθία συμπλήρωσε η πρόταση, διανθισμένη με χοντροειδή γέλια, να πουληθούν μερικά ελληνικά νησιά και την ολοκληρώνει σήμερα η οριστική προοπτική αποπομπής της Ελλάδας.

Δύσκολη η συμβίωση στη «γερμανική» Ευρώπη

Αντιλαμβάνεται, όμως, η Γερμανία πότε ακριβώς το παρατραβάει; Ακόμη και η γαλλίδα υπουργός Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ, λες και την τσίμπησε ποιος ξέρει ποια μύγα, αποκηρύσσει όλα όσα μέχρι στιγμής έδειχνε να λατρεύει και κατακεραυνώνει τη μη συνεργατική στρατηγική του γερμανικού ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού, την ίδια εκείνη στρατηγική εξάλλου που η Γαλλία επιχειρεί επίσης να εφαρμόσει εδώ και δεκαετίες και την οποία η ευρωπαϊκή οικοδόμηση λίγο-πολύ επιβάλλει σε όλα της τα μέλη - με την επιφύλαξη ότι ακόμα και στα παιχνίδια ηλιθίων κάποιος κερδίζει και κάποιος χάνει...

Για την ώρα, «the winner is»: η Γερμανία, που πολλές φορές ώς τώρα μάτωσε ώς το κόκαλο και επέβαλε αρκετά επώδυνη πειθαρχία -ας θυμηθούμε ότι αυτό ξεκίνησε υπό σοσιαλδημοκρατική διαχείριση- ώστε ακόμη κι η ιδέα να εγκαταλείψει τώρα τα οφέλη της της φαίνεται απλώς κακόγουστο αστείο. Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, μπορούμε να την καταλάβουμε. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να θέσουμε κάποια ερωτήματα -και όχι μόνο εκείνο που διατύπωσε όψιμα η Κριστίν Λαγκάρντ, για το βλαμμένο παιχνίδι κατά το οποίο οι ευρωπαϊκοί μισθοί συρρικνώνονται -ειρήσθω εν παρόδω χάρη στον ελεύθερο ανταγωνισμό και όχι από τη διαστροφή των άλλων. Διότι οι εβδομάδες που κύλησαν, εβδομάδες περισσότερο ευρωπαϊκής πολιτικής κρίσης παρά ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, είχαν τουλάχιστον τη δύναμη να αποκαλύψουν, με τη φωτογραφική έννοια του όρου, να φέρουν στο φως της ημέρας, τα εκ γενετής ψεγάδια της ευρωπαϊκής νομισματικής οικοδόμησης και, με ακόμη πιο ριζοσπαστικό τρόπο, εάν γυρίσουμε στις απαρχές, να οδηγήσουν στο θεμελιώδες ερώτημα του εάν είναι δυνατόν να συνυπάρξουμε σε νομισματική ένωση με τη Γερμανία.

Χρησιμοποιώντας μια μεταφορά, που γενικά δεν πρέπει να καταχρώμαστε, θα μπορούσαμε να πούμε πως, όπως η ψυχοσύνθεση ενός ατόμου, έτσι και η συλλογική ψυχοσύνθεση διαθέτει πρωταρχικά ψυχικά τραύματα και συσσωρευμένες φοβίες. Μπορεί να είναι τόσο έντονα ώστε να διαμορφώνουν, λόγου χάρη, διάφορα «στυλ» οικονομικής πολιτικής, εσαεί σημαδεμένα από ένα μεγάλο γενεσιουργό γεγονός, για το οποίο η τρέχουσα πολιτική τάξη παραμένει σε βάθος πληροφορημένη, ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό των διαδοχικών κυβερνήσεων.

Ετσι, η Μεγάλη Υφεση μετά το Κραχ του 1929, με τους δείκτες της ανεργίας στο 25%, συγκροτεί το πρωταρχικό τραύμα της οικονομικής ζωής των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων η οικονομική πολιτική έχει έκτοτε παραμείνει μυχίως προσδεμένη στους στόχους της μεγέθυνσης και της απασχόλησης. Αυτό δεν σημαίνει πως οι στόχοι έχουν το «απόλυτο» προβάδισμα - η Ομοσπονδιακή Τράπεζα κατέδειξε επαρκώς, ειδικά το 1979, υπό την προεδρία του Πολ Βόλκερ, την ικανότητά της να επανατοποθετήσει (προσωρινά) τον πληθωρισμό στην κορυφή της λίστας - όμως δεν παύουν να υπαγορεύουν τη βάση της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, της οποίας όλα τα εργαλεία χρησιμοποιούνται με όσο το δυνατόν πιο δραστικό τρόπο προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τις διακυμάνσεις και να ξαναβάλουν το συντομότερο τη μεγέθυνση στη μακροπρόθεσμη πορεία της.

Οσο για τη Γερμανία, ποτέ δεν συνήλθε από τον πληθωρισμό των χιλιάδων επί τοις εκατό του 1923. Αναμφισβήτητα, υπάρχει λόγος που τη σημάδεψε τόσο πολύ: μαζί με την τραπεζική κατάρρευση, ο υπερπληθωρισμός είναι το μέγιστο γεγονός στην οικονομία της αγοράς, ο κολοφώνας του κοινωνικού χάους - και καμιά φορά ο προθάλαμος της πολιτικής φρίκης.

Ο κατεξοχήν νομισματικός νταής, η Μπούντεσμπανκ, σχεδιασμένη εξαρχής για να μην είναι πλέον υποχείριο του κράτους, έκανε την πάλη ενάντια στον πληθωρισμό το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής της, στην οποία εξάλλου όλη η υπόλοιπη γερμανική οικονομική πολιτική οφείλει να υποταχθεί.

Η ιστορία που συνοπτικά σκιαγραφήσαμε αρκεί για να καταλάβουμε τι θα κόστισε στη Γερμανία η είσοδος σε έναν ευρωπαϊκό επιμερισμό της νομισματικής κυριαρχίας - και ειδικότερα η εγκατάλειψη του μάρκου της, πάνω στο οποίο χτίστηκε ένα υποκατάστατο της εθνικής της ταυτότητας, καθώς μετά το 1945 απαγορευόταν κάθε σοβινιστική έκφραση πατριωτισμού. Το εμπόδιο αυτό κρίθηκε τόσο σημαντικό, ώστε δεν ξεπεράστηκε παρά με τον απαραίτητο όρο πως η Οικονομική και Νομισματική Ενωση πολύ απλά θα αναπαρήγαγε στη δική της κλίμακα το γερμανικό μοντέλο: ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, ακριβές αντίγραφο της Μπούντεσμπανκ, αποκλειστικός προσανατολισμός της νομισματικής πολιτικής προς τη διαχείριση του πληθωρισμού (άρθρο 127 της ισχύουσας Συνθήκης της Λισαβόνας), [1] απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης των δημόσιων ελλειμμάτων (άρθρο 123), ποικίλες διευθετήσεις του πλαισίου των δημόσιων οικονομικών (άρθρο 126 και Σύμφωνο Σταθερότητας), χαλιναγώγηση των ανήθικων «τζαμπατζήδων» μέσα από ρήτρες «no bail out» [μη διάσωσης (άρθρο 125)].

Πολύ λιγότεροι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πως η Γερμανία ευθύνεται για το περίεργο άρθρο 63 (σύμφωνα με την αρίθμηση της Λισαβόνας), το οποίο απαγορεύει κάθε περιορισμό στη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών-μελών «και μεταξύ των κρατών-μελών και των κρατών εκτός Ενωσης». Ετσι, το ψέμα της «Ευρώπης-ασπίδας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» ομολογείται με μεγάλα γράμματα γιατί, παρ' όλο που η ενδοευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική απορύθμιση συμπεριλαμβάνεται στη λογική των ποικίλων ευρωπαϊκών «μεγάλων αγορών» (αγαθών, υπηρεσιών, άμεσων επενδύσεων και άρα χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων), τίποτα, όμως, σε σχέση με τους επίσημους στόχους της Ενωσης και της λογικής της περί «εσωτερικής» ενοποίησης, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την κατάργηση κάθε χρηματοπιστωτικού φραγμού ανάμεσα στο μέσα και το έξω.

Ο Πασκάλ Λαμί και ο Ζακ Ντελόρ (πρόσφατα ο πρώτος έγινε διορθωτής του Μαρξ και ο δεύτερος λαύρος επικριτής της απορυθμισμένης οικονομίας) ήταν εκείνη την εποχή (1988) υπεύθυνοι, χάρη στην Οδηγία που έφερε τα ονόματά τους (Οδηγία 88/361/EEC), για την επανασυγγραφή του συνετού άρθρου 67 της Συνθήκης της Ρώμης (που κατέστη το άρθρο 56 της Συνθήκης της Νίκαιας και κατόπιν το άρθρο 63 της Συνθήκης της Λισαβόνας).

Το άρθρο 67 είχε την έμπνευση να καταγράψει με αυστηρότητα τους διαρθρωτικούς μετασχηματισμούς των ευρωπαϊκών αγορών κεφαλαίου αποκλειστικά στη βάση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας και του ενδοευρωπαϊκού εμπορίου - εν περιλήψει: όχι και σπουδαία πράγματα. Η ντιρεκτίβα Λαμί-Ντελόρ, όμως, επιδίωξε σκόπιμα να προσδέσει την Ευρώπη των κεφαλαιαγορών στον συρμό της εποχής, τουτέστιν να τη συντονίσει με το γενικότερο κίνημα της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης - της οποίας είναι δυνατό πλέον να καταμετρήσουμε αναδρομικά όλα τα ευεργετήματα...[2] Τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τις κινήσεις των κεφαλαίων ούτε τη δυναμική της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας, καταρχάς σε ενδο-ευρωπαϊκή βάση - τουλάχιστον ο Λαμί και ο Ντελόρ παρέμειναν συνεπείς με τη σιωπηρή εντολή της Ενωσης.

Ηταν οι Γερμανοί, στο πρόσωπο του Χανς Τιτμάγερ, τότε προέδρου της Μπούντεσμπανκ, που άρπαξαν την ευκαιρία να επιβάλουν, κόντρα σε κάθε καθαρά «ευρωπαϊκή» λογική, την επέκταση της Οδηγίας στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ της Ενωσης και του εξωτερικού. Διότι η Οδηγία δεν ενεργοποιήθηκε οριστικά παρά το 1990 και στο μεταξύ το Τείχος είχε πέσει, το σχέδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης είχε δρομολογηθεί και η Εκθεση Ντελόρ, η οποία την προετοίμαζε, είχε ολοκληρωθεί. Η ιδέα της νομισματικής ένωσης δεν ήταν εντελώς καινούρια - η Εκθεση Βέρνερ του 1970 την επικαλείτο ήδη. Αυτή τη φορά, όμως, είναι πιο χειροπιαστή από ποτέ - και για τη γερμανική οικονομική πολιτική είναι η στιγμή της αλήθειας.

Βεβαίως και η Εκθεση Ντελόρ, που δίνει το πρώτο περίγραμμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, προβλέπει μια ολόκληρη σειρά από αναχώματα που υποτίθεται πως αποτρέπουν τις παρεκκλίσεις από την οικονομική πολιτική, οι οποίες τρομοκρατούν τη Γερμανία - τις παρεκκλίσεις «των άλλων». Μπορούμε όμως, άραγε, να εμπιστευθούμε αποκλειστικά τις διατάξεις μιας Συνθήκης που δεν προβλέπει παρά μόνο αβέβαιες κυρώσεις -έπρεπε εξάλλου να περιμένουμε τη διατύπωση του Συμφώνου Σταθερότητας το 1996-1997 για να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα στο ζήτημα αυτό- και αφήνει ένα αρκετά μεγάλο περιθώριο στις εκτιμήσεις και στις πολιτικές διευθετήσεις; Ο Χανς Τιτμάγερ πιστεύει πως όχι. Γι' αυτό και χρησιμοποιεί στην Οδηγία τις «κεφαλαιαγορές» προκειμένου να εξωθήσει τη λογική της πέρα από τα ευρωπαϊκά όρια, με τη στρατηγική σκέψη να εγκαθιδρύσει «ενδο -και έξω- ευρωπαϊκές» χρηματοπιστωτικές αγορές εν αναμονή της επιστασίας των οικονομικών πολιτικών της μελλοντικής ζώνης του ευρώ.

Κλειδί τα ομόλογα

Σε έναν δημοσιογράφο που τον ρωτούσε για τη μελλοντική πολιτική του καριέρα, ο Τζέιμς Κάρβιλ, παλαιός σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον, απάντησε χαριτολογώντας πως ονειρευόταν να μετεμψυχωθεί σε αγορά ομολόγων. Αυτή ήταν στα μάτια του (πολύ ορθά) η κορυφή της εξουσίας αφού -η Ελλάδα το αντιλαμβάνεται αρκετά καλά αυτόν τον καιρό- αυτό είναι το σημείο απ' όπου μπορείς να υποτάξεις τα κράτη και να αναλάβεις τον έλεγχο των πιο θεμελιακών οικονομικών επιλογών τους. Ο Τιτμάγερ έχει ήδη πλήρη συνείδηση αυτού του συσχετισμού δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί μεταξύ των κεφαλαιαγορών και των κρατικών δυνάμεων, οι οποίες πλέον δεν είναι παρά κατ' όνομα κυρίαρχες. Η Γερμανία αναζητά ένα μοχλό ομογενοποίησης των οικονομικών πολιτικών και αμφιβάλλει πως μια συνθήκη μπορεί να τον παράσχει. Τον βρίσκει, λοιπόν, στις αγορές ομολόγων, στις οποίες αποφασίζει να εκθέσει τις επιμέρους πολιτικές των κρατών-μελών. Και, αφού η αποτελεσματικότητα της ομογενοποίησης είναι ανάλογη με το μέγεθος των αγορών που βρίσκονται σε καθεστώς επιτήρησης, πολύ λογικά απαιτεί το άνοιγμα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού χώρου σε όλες τις κινήσεις κεφαλαίων του πλανήτη. Κατά τ' άλλα, η Ευρώπη είναι «ασπίδα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση»...

Δεν μπορούμε να ακυρώσουμε ούτε τον οξυδερκή χαρακτήρα του γερμανικού οράματος ούτε την υψηλοφροσύνη της στρατηγικής του αντίληψης... Μπορούμε μονάχα να αμφισβητήσουμε τον ορθολογισμό πάνω στον οποίο βασίζεται, τον ίδιο που οδήγησε τη Γερμανία να μην εισέλθει στην ΟΝΕ παρά μόνο υπό τον όρο της συμμόρφωσης των άλλων στις ιδιαίτερες εμμονές της, μετασχηματισμένες όχι μόνο σε νομικές διατάξεις αλλά και σε διαρθρωτικά πρότυπα (την «ολοκληρωτική» χρηματοπιστωτική απορύθμιση) που συστηματοποιούν την κηδεμονία, τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική, των επιμέρους ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών.

Καθώς οι καταστάσεις κρίσης έχουν ως ξεχωριστή ιδιότητα να κάνουν πιο θεαματικό αυτό που η ρουτίνα της ομαλότητας συνήθως κάνει πιο δυσδιάκριτο, η περίπτωση της Ελλάδας, που πιθανότατα πολύ σύντομα θα κληθεί να δημιουργήσει «σχολή», προσφέρεται ως υποδειγματική έκφραση της ζημιάς που μπορούν να προκαλέσουν οι αγορές ομολόγων. Οχι πως τα ελληνικά δημόσια οικονομικά δεν παρουσιάζουν πρόβλημα, αλλά, υπό την πίεση των αγορών, η σταθεροποίησή τους είναι καταδικασμένη να επιτελεστεί μέσα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες, τόσο εξαιτίας της βάναυσης επιβάρυνσης της εξυπηρέτησης του χρέους, που προκαλείται από την κερδοσκοπική αύξηση των επιτοκίων, όσο και εξαιτίας της απίθανης επίδειξης λιτότητας που απαιτείται για να ικανοποιηθούν οι επενδυτές.

Αν υποθέσουμε πως η κρίση του ελληνικού χρέους, και όλες οι άλλες που αναμένονται στη συνέχεια, είχε μια ελάχιστη χρησιμότητα, έπρεπε να την αναζητήσουμε, πέρα από περιστασιακά σχέδια όπως αυτό που με δυσκολία αποφασίστηκε στην ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου, στην ευκαιρία να θέσουμε εκ νέου τα ερωτήματα τα οποία οι ευρωπαϊκές συνθήκες ισχυρίζονται πως έχουν απαντήσει οριστικά -παρά το γεγονός ότι τα τρέχοντα γεγονότα φέρνουν στο φως όλες τις ανεπάρκειές τους- και κυρίως το ερώτημα των όρων χρηματοδότησης των δημόσιων ελλειμμάτων [3] αλλά και το ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα της δυνατότητας μιας συνύπαρξης - με τη Γερμανία.

Το ότι η γερμανική συλλογική ψυχή σημαδεύτηκε με πυρωμένο σίδερο από το επεισόδιο του υπερ-πληθωρισμού, το ότι το σκεπτικό της οικονομικής πολιτικής της συντηρεί την ουλή κάτω από την εμμονή της αντιπληθωριστικής αντίληψης, καθεαυτό το γεγονός είναι απολύτως κατανοητό. Ολο το ζήτημα είναι να δούμε εάν τα υπόλοιπα μέλη της Ενωσης έχουν αποφασίσει να ζήσουν με τις ιδεοληψίες ενός και μόνου μέλους. Κι όμως αυτή είναι πράγματι η παρούσα κατάσταση της Ενωσης, η οποία ζει σύμφωνα με τις μανίες της Γερμανίας, με τη δικαιολογία πως ήταν ο μόνος τρόπος για να την κάνουν να συμμετάσχει. Το συμπληρωματικό ερώτημα αναζητά, λοιπόν, μέχρι ποίου σημείου οι εταίροι της Γερμανίας πρέπει να υποφέρουν τις συνέπειες των κανόνων που κατάφερε να επιβάλει σε όλους σύμφωνα με τις δικές της εξομαλυντικές τάσεις.

Η επιλογή του ΔΝΤ

Ομως η κρίση έχει την ιδιότητα να κάνει αυτές τις συνέπειες πιο ορατές και πιο οδυνηρές από ποτέ. Αρκεί να σκεφτούμε την ακραία γερμανική απροθυμία στην αρχή ακόμη και να εξετάσει την ιδέα μιας συλλογικής βοήθειας στην Ελλάδα και κατόπιν, επιδεικνύοντας τη χειρότερη δυνατή θέληση, την επιμονή της να υποβάλει την Ελλάδα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες -παρέμβαση μόνο σε περίπτωση αποκλεισμού της πρόσβασης του ελληνικού κράτους στις αγορές, δηλαδή σε ένα σημείο υποβάθμισης που θα καθιστά κάθε λύση πολύ πιο δαπανηρή, απόλυτη άρνηση οποιασδήποτε βελτίωσης των επιτοκίων στο όνομα των δίκαιων δεινών της λύτρωσης και του παραδειγματισμού- και τέλος, την επιμονή της έως το τελευταίο λεπτό να εμπλέξει το ΔΝΤ χωρίς να λαμβάνει υπ' όψιν την εικόνα ανικανότητας που προβάλλει, έτσι, η Ενωση.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Γερμανία έχει φτάσει στο σημείο όπου οι έμμονες ιδέες της περί οικονομικής πολιτικής έρχονται ανοιχτά σε αντίθεση με τις ίδιες τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις. Μάρτυρας αυτού είναι το τρομακτικό -και πρωτοφανές- χάος των γερμανικών κυβερνητικών συσκέψεων, ανίκανων, κατά τη διάρκεια των δύο εβδομάδων που προηγήθηκαν της Συνόδου Κορυφής της 25ης Μαρτίου, να διαχειριστούν τις αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις που λαμβάνονταν με ρυθμό δύο ή τριών την ημέρα (!): όχι βοήθεια, λέει η καγκελάριος Μέρκελ· ναι σε μια βοήθεια, απαντά ο υπουργός Σόιμπλε· σε αυτή την περίπτωση μόνο από το ΔΝΤ, απαιτεί η καγκελαρία· ειδικά αυτή όχι, παρεμβαίνει ο διευθυντής της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας κ.λπ. Και ο μέχρι τότε άψογα και μεθοδικά οργανωμένος γερμανικός δημόσιος λόγος μετατράπηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες σε έναν απίθανο πανζουρλισμό.

Διόλου περίεργο, κάτω από αυτές τις συνθήκες, που η πρωταρχική επιφύλαξη, αυτή του ιστορικού λάθους του μοιράσματος της νομισματικής κυριαρχίας με τρίτους που δεν είναι άξιοι γι' αυτό, αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια. Και μάλιστα τόσο ξεκάθαρα στο γερμανικό δημόσιο διάλογο, που, υπό την πίεση και των εκλογικών αναμετρήσεων, η επίκληση μιας εκκωφαντικής ρήξης της Γερμανίας, η οποία τελικά επιστρέφει στο «sonderweg», στο δικό της ξεχωριστό μονοπάτι, δεν έχει πλέον κανένα στοιχείο ταμπού.

Για να εκφραστεί ξεκάθαρα δεν του έλειπε παρά η κατάλληλη ευκαιρία, η εσωτερική κρίση στη ζώνη του ευρώ που υποχρέωσε στην εφεύρεση ενός μηχανισμού αλληλεγγύης. Ενός μηχανισμού τον οποίο, εκ πεποιθήσεως, δεν θέλει η Γερμανία, αφού στα μάτια της δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια αδικαιολόγητη βοήθεια από τους πιο ενάρετους προς τους λιγότερο ενάρετους - εξάλλου, εκ γενετής ανίκανους να γίνουν ποτέ τέτοιοι.

Και αφού γίνεται λόγος για ρήξη, ήταν καιρός, «κατά πρόσωπο», να απελευθερωθούμε επιτέλους από την παράλογη ιδέα της «νομισματικά ενωμένης Ευρώπης αδιανόητης χωρίς τη Γερμανία» και να αναλογιστούμε τη συμμετρική ανακούφιση από τη διπλή διαδικασία χειραφέτησης, η οποία θα οδηγούσε τη μία να παραδίδεται εκ νέου, χωρίς περιορισμούς, στις ιδιοσυγκρασιακές εμμονές της και τους άλλους να μην υποχρεώνονται πλέον να υποφέρουν από έμμονες ιδέες που δεν είναι δικές τους. Ο σχηματισμός μιας κοινότητας, όποιος κι αν είναι ο στόχος της, προϋποθέτει την ελάχιστη συμβατότητα. Οσον αφορά δε την ευρωπαϊκή νομισματική κοινότητα, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν οι γερμανικές απαιτήσεις, παρ' όλο που εξάγονται από μια αναμφισβήτητη Ιστορία, διακατέχονται από έναν ωφελιμισμό που έχει φτάσει σε τέτοιον βαθμό μονόπλευρης επιβεβαίωσης, και τόσο ετερογενούς σε σχέση με τη φύση των άλλων κρατών-μελών, ώστε το «ή το παίρνεις ως έχει ή το αφήνεις» θα μπορούσε πολύ άνετα να δημιουργεί όλο και περισσότερο την επιθυμία να «το αφήσεις».

Ας φανταστούμε για λίγο τη Γαλλία να επιμένει να επιβάλλει το μοντέλο της σε ολόκληρη την Ενωση, υποστηρίζοντας πως το κοινωνικό κράτος και οι δημόσιες υπηρεσίες είναι εξίσου κληροδότημα της Ιστορίας της. Βεβαίως και δεν το φανταζόμαστε, εξάλλου, και μόνο εξαιτίας της ανεπάρκειάς της να επιβάλει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε, η Γαλλία έχει αποδειχθεί ανίκανη ακόμη και να υπερασπίσει τα ίδια της τα ιδιαίτερα στοιχεία ενάντια στην ευρωπαϊκή απορύθμιση-ιδιωτικοποίηση: ταχυδρομεία, σιδηρόδρομοι, ενέργεια, όλα έχουν μπει σε αυτή τη διαδικασία μετάβασης και αύριο, με βεβαιότητα, ακολουθούν η παιδεία και η κοινωνική προστασία.

Παρ' όλο που πρόκειται για δομικά στοιχεία του κάθε κράτους -οι δημόσιες υπηρεσίες είναι όντως για τη Γαλλία ό,τι η νομισματική ακαμψία για τη Γερμανία- οι εθνικές ιδιαιτερότητες δεν έχουν όλες την ίδια μεταχείριση στους κόλπους του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και αυτή η ασυμμετρία είναι ακόμα πιο ακατανόητη γιατί, από τη μία η διατήρηση μερικών από αυτές τις ιδιαιτερότητες, όπως οι δημόσιες υπηρεσίες στη Γαλλία, δεν προκαλεί καμία παράπλευρη επίπτωση στα άλλη κράτη-μέλη και αφήνει το περί ου ο λόγος κράτος να ζει ήσυχα με την ιδιοσυγκρασία του [4], ενώ από την άλλη, για κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες, όπως η νομισματική κατασκευή α λα γερμανικά, απαιτείται να ισχύσουν καθολικά και όλοι οι υπόλοιποι να προσηλυτιστούν άνευ όρων.

Οι μονομανίες

Είναι αλήθεια πως το μοίρασμα του ίδιου νομίσματος δημιουργεί πράγματι εξωτερικές υποχρεώσεις της οικονομικής πολιτικής που απαιτούν ένα θεσμικό πλαίσιο ελάχιστης ομαλοποίησης. Δεν είναι όμως υποχρεωτικό να υλοποιηθεί η ομαλοποίηση σύμφωνα με τις μονομανίες ενός και μόνο μέλους. Ειδικά, δε, εάν προκύπτουν τόσο έντονοι καταναγκασμοί στις εθνικές οικονομικές πολιτικές, μέχρις σημείου να υπάρχει αδιέξοδο στην εξεύρεση συντονισμένης και «εσωτερικής» λύσης, σε μια κατάσταση δημοσιονομικής κρίσης, όπου τίποτε δεν μπορούσε να την αποκλείσει εκ των προτέρων. Σαν να γινόταν να είναι βιώσιμη μια κατασκευή έτσι φτιαγμένη που να αντέχει μόνο τις συνηθισμένες εντάσεις αλλά όχι ν' αντιστέκεται στις εξαιρετικές πιέσεις.

Πρέπει μια μέρα, λοιπόν, να θέσουμε μεγαλόφωνα την ερώτηση αν υπάρχει πιθανότητα ένωσης σε έναν τόσο ασύμμετρο σχηματισμό όπου ένα από τα μέλη επιβάλλει τις απαιτήσεις της ιδιοσυγκρασίας του, ετερογενούς σε σχέση με τους εταίρους του - και ακόμη περισσότερο από ετερογενούς: τιμωρητικής. Εξάλλου θα μπορούσαμε να μην σταματήσουμε σε έναν τόσο καλό δρόμο από τη στιγμή που το πρωταρχικό ερώτημα περί «συμβατότητας» εγείρεται εκ νέου, και τίθεται, εκτός νομισματικής ένωσης αλλά εντός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι η περίπτωση της Βρετανίας, που θέτει το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης, ένα πρόβλημα τυπικά παρόμοιο μ' εκείνο που θέτει η Γερμανία και το οποίο επιβάλλει σε όλους, σύμφωνα με το δικό της στρατηγικό συμφέρον. Δεν είναι, λοιπόν, φανερό, όπως απέδειξε η πρόσφατη περίπτωση -αν και εντελώς αβλαβής- της Οδηγίας για τα «hedge funds», πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα σταθεί απέναντι σε κάθε σοβαρό σχέδιο χρηματοπιστωτικής επαναρρύθμισης; Και να 'μαστε, ξανά, στην ίδια ένωση με έναν «εταίρο» που δεν θ' αφήσει με κανένα τρόπο να βρεθεί απάντηση για μια τόσο σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση...

Η ευρωπαϊστική ανάγνωση που κυριαρχεί στην κατάσταση των πραγμάτων, αν όχι για το καλύτερο τουλάχιστον για το μόνο πιθανό, σύντομα θα κορόιδευε τη φρενίτιδα των αποκλεισμών που θα ολοκληρωνόταν μ' ένα μοτίβο για να αποπέμψουν κάθε άλλο κράτος-μέλος ώσπου να μείνει μόνη της η Γαλλία να παριστάνει την Ενωση. Ομως όχι!

Τελικά η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι μόνες χώρες που «θεμελιωδώς» προκαλούν προβλήματα, η πρώτη επειδή επιβάλλει το παράλογο μοντέλο της οικονομικής πολιτικής της και η δεύτερη επειδή επιβάλλει τη χρηματοπιστωτική απορύθμιση. Κανένα άλλο κράτος-μέλος δεν είχε μέχρι στιγμής το σχέδιο ή τα μέσα να βαρύνει μονομερώς σε τόσο σοβαρά δεδομένα της ευρωπαϊκής οικονομικής ζωής. Το ότι δομικές μορφές τόσο θεμελιώδεις όσο η οικονομική πολιτική και η διαμόρφωση των κεφαλαιαγορών γίνονται αντικείμενο μονομερούς άσκησης πολιτικής, χωρίς το ελάχιστο πνεύμα διαλλακτικότητας εκ μέρους συγκεκριμένων κρατών-μελών, αποτελεί πράγματι ένα κίνητρο να αναρωτηθούμε για την πιθανότητα, ή την ευκαιρία, να εισέλθουμε, ή να παραμείνουμε, σε οικονομική ένωση μαζί τους.

Ας αναγνωρίσουμε όμως, για να καθησυχάσουμε τους πιο ανήσυχους, πως αυτές οι επικλήσεις αποβολής δεν έχουν άλλη διάσταση από αυτήν ενός διανοητικού πειράματος. Κανένα μέσο δεν υπάρχει που να επιτρέπει στην πράξη να συνοδεύσει το λόγο και, στην περίπτωση της Γερμανίας, αν κάποια μέρα αυτός ο (απίθανος) διαχωρισμός υλοποιούνταν, θα ήταν προφανώς αποτέλεσμα μιας θορυβώδους εξόδου της ίδιας της Γερμανίας παρά αποτέλεσμα της δράσης των εταίρων της που ξαφνικά θα αποφάσιζαν να της δείξουν την πόρτα. Εύλογα θα αναρωτιόμασταν τότε εάν ένα τέτοιο διανοητικό πείραμα χωρίς καμία ισχύ δεν ανήκει στη σφαίρα των μάταιων πνευματικών ασκήσεων και δεν έχει απολύτως καμία αξία.

Λιγότερο απ' ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, αν σκεφτούμε ότι η διατύπωση της ιδέας της νομισματικής ένωσης χωρίς τη Γερμανία είναι ένας τρόπος να της πούμε ότι δεν μας είναι απαραίτητη και ότι η δύναμη επιβολής της είναι πολύ πιο περιορισμένη απ' ό,τι η ίδια πιστεύει. Γιατί η δύναμή της είναι το μέτρο της αδυναμίας των εταίρων της να φανταστούν την ένωσή τους χωρίς τη Γερμανία. Η διατύπωση της πιθανότητας της «αποπομπής» της Γερμανίας -η οποία, το καταλάβαμε ήδη, είναι στην πραγματικότητα η ιδέα «της δυνατότητας να ενωθείς χωρίς τη Γερμανία»- μπορούσε να είναι ένας καλός τρόπος για να κρατήσεις τη Γερμανία, χωρίς όμως όρους, όρους που δεν θα ήταν αποκλειστικά δικοί της (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το νόμισμα και την οικονομική πολιτική).

Πολλές ευχές

Και αν αυτές οι νέες συνθήκες δεν ήταν του γούστου της και αποφάσιζε με τη σειρά της να αποσυρθεί από την Ενωση [5] -ή να αποκλείσει την υπόλοιπη Ενωση- δεν θα έμενε παρά να της ευχηθούμε καλό δρόμο αδράχνοντας την τελευταία ευκαιρία για μια φιλική παραίνεση. Παραίνεση συμμετρική με μία από τις ενστάσεις που δεν θα παρέλειπαν να ξεσηκώσουν εκείνους για τους οποίους η ιδέα τού «χωρίς τη Γερμανία» είναι καθαρός παραλογισμός. Διότι γι' αυτούς η έκβαση της υπόθεσης είναι αυτονόητη: στην αποκαλυπτική εκδοχή, το ευρώ δεν αναρρώνει ποτέ· στην απλώς καταστροφική εκδοχή, η υποτίμησή του είναι βέβαιη.

Η πρώτη εκδοχή είναι παραληρηματική -δεν βλέπουμε τον λόγο γιατί ένα κοινό νόμισμα μιας οικονομικής ζώνης που παραμένει πρωτεύουσας σημασίας (ακόμη και χωρίς τη Γερμανία) δεν θα ήταν a priori βιώσιμο- αλλά θα ενστερνιζόμασταν μετά χαράς τη δεύτερη, συνάγοντας όμως τα αντίθετα συμπεράσματα. Διότι, ειδικά σε καιρό κρίσης, η υποτίμηση στην πράξη του ευρωπαϊκού νομίσματος είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να μας συμβεί! Είναι πράγματι αληθοφανές πως, εάν η Γερμανία εγκατέλειπε τη ζώνη του ευρώ, ακόμη περισσότερο στη βάση μιας δογματικής διαφωνίας σχετική με την ορθοδοξία της οικονομικής πολιτικής, θα έβλεπε το νέο της μάρκο αμέσως επανατιμημένο. Και τότε θα βίωνε το αποτέλεσμα που παράγεται όταν καταθέτεις χρόνια προσπαθειών για να αποκτήσεις ένα συγκριτικό πλεονέκτημα μέσω του μισθολογικού αποπληθωρισμού... και να το βλέπεις να εξαφανίζεται μέσα σε μία εβδομάδα στις αγορές συναλλάγματος που πανηγυρίζουν το ανακτημένο «sonderweg» (μοναχικό μονοπάτι).

Τα ατυχήματα της κοινής ζωής δεν διαθέτουν πάντοτε τον δραματικό χαρακτήρα που νομίζουμε. Μπορούμε να χωρίσουμε σαν καλοί φίλοι, ακόμη περισσότερο μια που πρόκειται για έναν μερικό χωρισμό αφού, εγκαταλείποντας τη ζώνη του ευρώ, η Γερμανία θα παραμείνει μέλος της Ενωσης (δίχως αμφιβολία θα μπορούσε να τραβήξει το σκοινί ώσπου να βγει από την Ενωση επίσης, στοιχηματίζουμε όμως πως θα το σκεφτόταν δύο φορές: εκεί πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς της εμπορίου...).

Η αντιμετώπιση αυτού του είδους του χωρισμού χωρίς δράματα βοηθά να δούμε καθαρότερα εκείνο που ο απερίσκεπτος καταναγκασμός της ένωσης για την ένωση μοιραία συσκοτίζει: δηλαδή ότι, ανάμεσα στις προϋποθέσεις των δυνατοτήτων, η σύσταση μιας κοινότητας απαιτεί ταμπεραμέντα που επιθυμούν να συναρμόσουν ένα μίνιμουμ αμοιβαίας συμβατότητας και που, όταν δεν ικανοποιείται αυτό το μίνιμουμ, η κοινότητα δεν είναι σε θέση να αντέξει τις πιέσεις στις οποίες θα την υποβάλει κάποια στιγμή μια κρίσιμη κατάσταση.

Τουλάχιστον αυτό το είδος της θεώρησης επί τάπητος, επιτρέπει στην κοινότητα να διασαφηνίσει την εναλλακτική στρατηγική της: ή να αποποιηθεί μεμιάς ένα σχέδιο του οποίου η βιωσιμότητα εγκαταλείπεται στη μοίρα τυχαίων γεγονότων, από τα οποία ελπίζουμε πως κανένα δεν θα έρθει να δοκιμάσει την κοινότητα πέρα από τα όρια ελαστικότητάς της ή να εισηγηθεί σε εκείνους που διαθέτουν το πιο «άτακτο» ταμπεραμέντο να υποτάξουν λίγο την ιδιοσυγκρασία τους, σε κάθε περίπτωση πάντως να μειώσουν κάπως τις βλέψεις τους να επιβληθούν σε όλους τους άλλους - αν πραγματικά ενδιαφέρονται για την ένωση... - ή να δώσουν στον «άτακτο» να καταλάβει πως η ένωση μπορεί να τα βγάλει πέρα πολύ καλά και χωρίς αυτόν.

 


[1] Χρειάστηκε το καταστροφικό σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης, προκειμένου να αναγκαστεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ασχοληθεί με κάτι άλλο εκτός από τον πληθωρισμό. Είναι αλήθεια πως, καθώς εγγενής ιδιότητα αυτής της κρίσης είναι να πολλαπλασιάζει τις αποπληθωριστικές τάσεις, της ήταν αρκετά εύκολο. Αναρωτιόμαστε, όμως, πώς θα είχε συμπεριφερθεί η ΕΚΤ αν είχε να διαλέξει ανάμεσα σε πληθωρισμό και οικονομική σταθερότητα...

[2] Ας θυμίσουμε διά πάσαν χρήσιν πως αυτή η «εξωτερική» ρήτρα του άρθρου 63 ήταν που, απαγορεύοντας κάθε είδους προστασία, επέτρεψε στη σύφιλη των «subprimes», των τοξικών ομολόγων, να έρθει και να στρογγυλοκαθίσει στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών.

[3] Βλ. «Πέρα από την Ελλάδα: ελλείμματα, χρέη και νόμισμα» και «Ξεκινώντας τη χρηματοπιστωτική από-παγκοσμιοποίηση», προς δημοσίευση.

[4] Καθώς θα βρεθούν σίγουρα κάποιοι που θα αντιτείνουν πως η γεωργία είναι ένα τυπικό παράδειγμα στοιχείου της γαλλικής ιδιοσυγκρασίας που γεννάει εξωτερικές επιπτώσεις -στον προϋπολογισμό- θα είχαμε να παρατηρήσουμε πως το οικονομικό βάρος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, παρ' όλο που απορροφά ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι του κοινοτικού προϋπολογισμού, δεν προκαλεί καμία δομική συνέπεια ικανή να επηρεάσει σημαντικά την ύπαρξη άλλων πολιτών της Ενωσης - όχι ακριβώς η περίπτωση της οικονομικής πολιτικής και της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης...

[5] Για λόγους οικονομίας, εδώ δεν κάνουμε λόγο παρά για τη νομισματική ένωση, διότι αντίστροφα με την περίπτωση της Βρετανίας, η παρουσία της Γερμανίας δημιουργεί πρόβλημα στη ζώνη του ευρώ, και όχι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση.

 

* Οικονομολόγος, συγγραφέας του «La Crise de trop. Reconstruction d' un monde failli», «Fayard», Παρίσι, 2009. Το κείμενο προέρχεται από το blog του συγγραφέα στην ιστοσελίδα της «Le Monde diplomatique».

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Τεράστιο κοίτασμα αερίου στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου

Map of Levant Basin Province, Eastern Mediterranean: Map of the Eastern Mediterranean region showing the area included in the USGS Levant Basin Province assessment (USA)
Στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα φυσικού αερίου,
σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Γεωλογικών Μελετών των ΗΠΑ

Ο βυθός της λεκάνης της Λεβαντίνης στην Ανατολική Μεσόγειο, μέρος της οποίας ανήκει στην αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) της Κύπρου, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα φυσικού αερίου στον κόσμο, ενώ διόλου αμελητέα είναι και τα κοιτάσματα πετρελαίου, που έχουν εντοπιστεί.

Τα ευρήματα, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», ανακοίνωσε το Κέντρο Γεωλογικών Μελετών των Ηνωμένων Πολιτειών (USGS).

Στο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι είναι η πρώτη φορά που το αμερικανικό κέντρο δίνει στη δημοσιότητα μελέτη που αφορά αξιολόγηση των κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο στη βάση σεισμολογικών στοιχείων και άλλων επιστημονικών μεθόδων έρευνας για κοιτάσματα. Πρόκειται για στοιχεία ερευνών που έγιναν την περίοδο 2000-2002 και επαναξιολογήθηκαν από το 2008 μέχρι και πρόσφατα.

Η εκτίμηση του USGS, είναι ότι στη λεκάνη της Λεβαντίνης, υπάρχουν «122 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, ανακτήσιμου φυσικού αερίου» όπως «περίπου 1,7 δισεκατομμύριο βαρέλια, τεχνικά ανακτήσιμου πετρελαίου».

Η λεκάνη της Λεβαντίνης μοιράζεται κυρίως μεταξύ Κύπρου, Συρίας και Λιβάνου.

Επίσης, η ευρύτερη περιοχή των κοιτασμάτων κατά την αμερικανική έρευνα, επεκτείνεται προς το δέλτα της Αιγύπτου από τη μια και της Τουρκίας από την άλλη.

Ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Ενέργειας του Κυπριακού Υπουργείου Εμπορίου Σόλων Κασσίνης περιορίστηκε να δηλώσει στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ότι «τα δεδομένα της δικής μας περιοχής μάς είναι γνωστά, δεν έχουμε άλλο σχόλιο».

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Προμήνυμα μεγάλων συμφορών

Μίκης Θεοδωράκης

Με τον κοινό νου που διαθέτω, δεν μπορώ να εξηγήσω και ακόμα περισσότερο να δικαιολογήσω την ταχύτητα με την οποία κατρακύλησε η χώρα μας από τα επίπεδα του 2009 σε τέτοιο σημείο, ώστε με το ΔΝΤ να απολέσουμε ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας και να τεθούμε σε καθεστώς κηδεμονίας.

Και είναι περίεργο ότι κανείς έως τώρα δεν ασχολήθηκε με το πιο απλό, δηλαδή την οικονομική μας διαδρομή με αριθμούς και στοιχεία από τότε έως τώρα, ώστε να καταλάβουμε κι εμείς οι αδαείς τους πραγματικούς λόγους αυτής της πρωτοφανούς και ιλιγγιώδους εξελίξεως, που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της εθνικής μας αυτοτέλειας και μαζί της την διεθνή ταπείνωση.

Ακούω για το χρέος των 360 δισεκατομμυρίων, όμως συγχρόνως βλέπω ότι τα ίδια και μεγαλύτερα χρέη έχουν πολλές άλλες χώρες. Άρα δεν μπορεί να είναι αυτή η βασική αιτία της κακοδαιμονίας. Επίσης με προβληματίζει το στοιχείο της υπερβολής στα διεθνή χτυπήματα με στόχο την χώρα μας, μαζί με ένα τόσο καλά εναρμονισμένο συντονισμό εναντίον μιας ασήμαντης οικονομικά χώρας, που καταντά ύποπτος. Έτσι οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι κάποιοι μας ντρόπιασαν και μας φόβισαν, για να μας οδηγήσουν στο ΔΝΤ, που αποτελεί βασικό παράγοντα της επεκτατικής πολιτικής των ΗΠΑ και όλα τα άλλα περί ευρωπαϊκής αλληλεγγύης ήταν στάχτη στα μάτια μας, για να μη φανεί ότι πρόκειται για μια καθαρά αμερικανική πρωτοβουλία, για να μας ρίξει σε μια εν πολλοίς τεχνητή οικονομική κρίση, ώστε να φοβηθεί ο λαός μας, να φτωχύνει, να χάσει πολύτιμες κατακτήσεις και τέλος να γονατίσει, έχοντας δεχθεί να τον κυβερνούν ξένοι. Όμως γιατί; Για να εξυπηρετηθούν ποια σχέδια και ποιοι στόχοι;

Παρ’ ό,τι υπήρξα και παραμένω οπαδός της ελληνοτουρκικής φιλίας, εν τούτοις πρέπει να πω ότι με φοβίζει αυτή η αιφνίδια σύσφιξη των κυβερνητικών σχέσεων, οι επαφές υπουργών και άλλων παραγόντων, οι επισκέψεις στην Κύπρο και η έλευση του Ερντογκάν. Υποψιάζομαι ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται η αμερικανική πολιτική με τα ύποπτα σχέδιά της, που αφορούν τον γεωγραφικό μας χώρο, την ύπαρξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, το καθεστώς της Κύπρου, το Αιγαίο, τους βόρειους γείτονές μας και την αλαζονική στάση της Τουρκίας, με μόνο εμπόδιο την καχυποψία και την εναντίωση του ελληνικού λαού.

Όλοι γύρω μας, ποιος λίγο ποιος πολύ, είναι δεμένοι στο άρμα των ΗΠΑ. Η μόνη παραφωνία εμείς, που από την επιβολή της Χούντας και την απώλεια του 40% της Κύπρου ως τους εναγκαλισμούς με τα Σκόπια και τους υπερεθνικιστές Αλβανούς, δεχόμαστε συνεχώς χτυπήματα δίχως να βάλουμε μυαλό.

Θα έπρεπε λοιπόν να καταργηθούμε ως λαός και αυτό ακριβώς γίνεται σήμερα. Καλώ τους οικονομολόγους, πολιτικούς, αναλυτές να με διαψεύσουν. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη λογικοφανής εξήγηση παρά το γεγονός ότι υπήρξε μια διεθνής συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν και οι Ευρωπαίοι φιλοαμερικανοί τύπου Μέρκελ, η ευρωπαϊκή Τράπεζα, ο διεθνής αντιδραστικός τύπος, που όλοι μαζί συνωμότησαν για το «μεγάλο κόλπο» της υποβάθμισης ενός ελεύθερου Λαού σε υποτελή. Τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να δώσω καμμία άλλη εξήγηση. Παραδέχομαι όμως ότι δεν διαθέτω ειδικές γνώσεις αλλά μιλώ βασισμένος στον κοινό νου. Ίσως και πολλοί άλλοι να σκέφτονται όπως εγώ κι αυτό ίσως το δούμε στις μέρες που θα ‘ρθουν.

Πάντως θα ήθελα να προετοιμάσω την κοινή γνώμη και να τονίσω ότι εάν η ανάλυσή μου είναι ορθή, τότε η οικονομική κρίση (που όπως είπα μας επεβλήθη) δεν είναι παρά μόνο το πρώτο πικρό ποτήρι στο λουκούλειο γεύμα που θα ακολουθήσει και που αυτή τη φορά θα αφορά ζωτικά και κρίσιμα εθνικά μας θέματα, που δεν θα ήθελα ούτε να φανταστώ πού θα μας οδηγήσουν.

Μακάρι να έχω άδικο.

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

H κρίση: από τον Μέγα Αλέξανδρο στην... Κοκκινοσκουφίτσα

Δημήτρης Νατσιός

Αύγουστος του 2004, παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου∙ έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα νιάτα του κόσμου, συναθροίζονται στο «κλεινόν άστυ». Το ολυμπιακό ιδεώδες, το αρχαίο, αθάνατο πνεύμα επιστρέφουν, μετά από εκατό και πλέον έτη, στην κοιτίδα τους.

Τίποτε δεν σκιάζει την γιορτή του αθλητισμού. Τα ΜΜΕ εκπέμπουν προς πάσα κατεύθυνση την αισιοδοξία, την χαρά, για το σπουδαίο επίτευγμα. Όλοι καμαρώνουν.

Η σεμνή και ταπεινή κυβέρνηση «του Κωστάκη του οκνού», γιατί σʼ αυτήν έλαχε η τιμή της αποπεράτωσης των έργων και η δόξα της τελετής έναρξης. Η πρώην εκσυγχρονιστική του «αρχιερέα της διαπλοκής», γιατί ανέλαβε το υπερφίαλο εγχείρημα.

Ο λαός, το ζαλισμένο κοπάδι, εθελοντικά πανηγυρίζει, ηδονίζεται σαν τις μύγες του γνωστού αισώπειου μύθου. «Εν τινι ταμιείω μέλιτος εκχυθέντος μυίαι προσπτάσαι κατήσθιον, διά δε την γλυκύτηταν του καρπού ουκ αφίσταντο. Εμπαγέντων δε αυτών των ποδών ως ουκ ηδύναντο αναπτήναι, αποπνιγόμεναι έφασαν: άθλιαι ημείς αι δια βραχείαν ηδονήν απολλύμεθα».

Δηλαδή: «Μέσα σʼ ένα κελάρι χύθηκε μέλι και κάτι μύγες έπεσαν με τα μούτρα πάνω του και το έτρωγαν και από την πολλή γλύκα δεν ξεκολλούσαν από τον καρπό. Τα πόδια τους όμως κόλλησαν (στο μέλι) και, καθώς δεν μπορούσαν να πετάξουν, πνίγονταν. Και τότε είπαν: δυστυχισμένες εμείς που χανόμαστε για μια σύντομη ηδονή». Ο ηδονισμός και η «μελοφαγία», βεβαίως, εκ της κρατικής χύτρας, βάσταξαν περίπου τριάντα χρόνια. Άλλοι με μικρό και άλλοι με τεράστιο κοχλιάριο (κουτάλα) απομυζούσαν το παχυνθέν με δανεικά, πανάκριβα άχυρα ημιθανές κρατικό πτώμα. Και τώρα; Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη «θλίψις απαρηγόρητος έπεσε τοις Ρωμαίοις». Από καμάρι και καύχημα της Οικουμένης, περίγελως και ρεζίλι των σκυλιών.

Τι φταίει και καταντήσαμε σαν τις παχιές μύγες του μύθου και όλοι μας ποδοπατούν; Η εύκολη απάντηση, η αβαθής και ρηχή, είναι οι πολιτικοί και όλα τα σκύβαλα και τα παράσιτα που τους δορυφορούν.

Το θέμα είναι ότι οι πολιτικοί της πατρίδας μας πάντοτε, οι πλειονότητά τους, τέτοιοι ήταν. Διαβάζοντας τους επιφανείς τους Ελληνισμού – Μακρυγιάννη, Παπαδιαμάντη, Θεοτοκά, Σεφέρη, Ελύτη, Κόντογλου – ανιχνεύεις την ίδια αποστροφή για τους πολιτικούς. Από την δολοφονία του Καποδίστρια και εντεύθεν ο λαός τους αναθεματίζει. Ο ίδιος όμως λαός, πάντοτε ευκολόπιστος και πάντοτε προδομένος, έστηνε τρόπαια ηρωισμού και ομονοίας, στους Βαλκανικούς, στο Σαράντα, στην Εθνική Αντίσταση, στην απαλλαγή από την καταστροφική Χούντα των Απριλιανών. Κι αυτό γιατί παρέμεινε αλώβητο το βαθύτερο ήθος του, το φιλότιμο δεν είχε πληγεί από τα φθοροποιά παραδείγματα των πολιτικών.

Τώρα όμως πώς φτάσαμε στην εξαχρείωση του δημόσιου και ιδιωτικού ήθους; Γιατί «το της πόλεως ήθος ωμοιώθη τοις άρχουσι» σύμφωνα με τον αείχλωρο λόγο του Ισοκράτη; Πώς, έξι χρόνια μετά το εμποροχυδαίο «ολυμπιακό» γλεντοκόπι και την συνοδό ευφορία και εθελαπάτη του λαού, καταλήξαμε στην τρομακτική «βοή των πλησιαζόντων γεγονότων»;

Η απάντηση είναι ότι βιώνουμε την αρχή της οικονομικής κρίσης, αυτό λέγεται, αυτό πιστεύουμε. Μήπως όμως βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους μιας άλλης κρίσης;

Μήπως η οικονομική κατάρρευση είναι η οδυνηρότατη και τρομακτική συνέπεια της τριαντάχρονης πνευματικής, ηθικής, κοινωνικής κρίσης – πανωλεθρίας, που προηγήθηκε;

Ονειροφανταζόμαστε την ταχεία έξοδο από την οικονομική κρίση. Ναι, να βγούμε, ο λαός μας θα τηγανιστεί, θα γονατίσει, ποιος δεν το θέλει, αλλά να επιστρέψουμε σε τι; Στην σπατάλη, την ασυδοσία, τον ηθικό εκπεσμό, την δανειοσυντήρηση, (διακοποδάνεια, εορτοδάνεια), την αναξιοκρατία, τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό, την διάλυση παιδιών και Παιδείας, τον παρασιτικό καταναλωτισμό και μύριες άλλες μάστιγες και καρκινώματα που σάπισαν και σαπίζουν κυριολεκτικά την ψυχή του λαού; Αυτό είναι το υγιές που αναπολούμε ότι χάσαμε και θέλουμε να επιστρέψουμε; Μήπως για μια τέτοια επιστροφή ισχύει το ευαγγελικό «...κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα και υς (=γουρούνι) λουσαμένη εις κύλισμα βορβόρου»; (Α΄Πέτρ, Β΄, 22).

Ζούσαμε δεκαετίες μια βαθιά, πρωτόγνωρη, ύπουλη (κρυφοδαγκανιάρα θα έλεγε ο Κόντογλου) κρίση, που η ξαφνική ευζωία δεν μας άφησε να την αντιληφθούμε. («Παχεία γαστήρ ου λεπτόν τίκτει νόον», το γεμάτο, παραχορτασμένο στομάχι εξουδετερώνει την λεπτή, την καθάρια σκέψη, κατά τον Μ. Βασίλειο).

Οι διεφθαρμένες «ελίτ – αλήτ» μετάγγισαν, μέσω των ακόλαστων τηλεοπτικών καναλιών, την ευτέλεια και την προστυχιά, σε μια ελληνική κοινωνία που μόλις είχε προλάβει να επουλώσει τα δεινά της καταστροφικής δεκαετίας του ʼ40 και της «γύψινης» επταετίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ʼ80 «χύθηκε το μέλι στο κελάρι» και ριχτήκαμε με τα μούτρα. Πάχυναν τα σώματα πάχυναν και οι ψυχές.

(«...επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου»). Αρχίζει η κρίση. Εύκολος και άκοπος πλουτισμός, καλοπέραση αναιτιολόγητη, εκφυλισμός, ηδονοθηρία, πολιτικοί σαλταδόροι. Σύνθημα «να περνάμε καλά» το οποίο αντικατέστησε και τους τυπικούς χαιρετισμούς. Τα πάντα καταρρακώνονται, όλα επιτρέπονται άνευ ορίων και χαλινού. Η Κίρκη έκανε το «θαύμα» της. Ο αξιοπρεπής, ο έντιμος, ο ολιγαρκής, ο φιλόπατρις, οι αφανείς σημαίες, οι οποίες κρατούσαν και τιμούσαν γενεές Ελλήνων, υπεστάλησαν, κάποιοι τις έκαιγαν κιόλας.

Μία παρένθεση, συναφής με το θέμα: Όποιος παρακολουθήσει την πορεία των βιβλίων γλώσσας του δημοτικού σχολείου από το 1975 και εντεύθεν, διαπιστώνει τι ακριβώς συνέβη, την αντιστροφή, τον ευτελισμό των αξιών. Τα βιβλία εξεικονίζουν εναργέστατα τα στάδια της κοινωνικής μετάλλαξης. Παράδειγμα. Γλώσσα ΣΤ΄ δημοτικού. Πώς αντιμετωπίζουν τρεις γενιές «αναγνωστικών», την ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου. Τα προ του ʼ80 περιέχουν το εξαιρετικό ποίημα του Δροσίνη «Ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» και ένα δροσερό επεισόδιο μεταξύ Αλεξάνδρου και Φωκίωνα, από τους παράλληλους βίους του Πλουτάρχου. Του ʼ80 και εντεύθεν ένα κείμενο για τις ανασκαφές της Βεργίνας. Στα νεότερα, τα νεοταξικά ο Μέγας Αλέξανδρος επανέρχεται. Αλλά πώς; Στο τετράδιο εργασιών της Στ΄ δημοτικού, βʼ τεύχος (σελ. 39), ζητείται από τους μαθητές να γράψουν μια φανταστική περιπέτεια στην οποία πρωταγωνιστούν ο Μ. Αλέξανδρος, ο Καραγκιόζης και η ... Κοκκινοσκουφίτσα. Έτσι ακριβώς: Μέγας Αλέξανδρος και Κοκκινοσκουφίτσα.

Τι να σχολιάσει κανείς; Έγιναν οι αξίες σκουπίδια και τα σκουπίδια αξίες. Τριάντα χρόνια παραλυσίας, μπουκωμένοι από ψευτοαγαθά, κολλημένοι στο «μέλι» της με κάθε τρόπος απόλαυσης, χωρίς πίστη, χωρίς παράδοση, σμπαραλιάζοντας οικογένειες, και τώρα, «άθλιοι εμείς.... απολλύμεθα», στα νύχια «Προστατών». (Μόνο η Ελλάς και οι... λεγάμενες έχουν προστάτες, έλεγε ο Ροϊδης). Ίσως τώρα που καταστρεφόμαστε οικονομικά βγούμε από την κρίση.

«Ει μη ταχέως απολώμεθα, ουκ αν εσώθημεν», αν δεν καταστραφούμε δεν θα σωθούμε, έλεγε ο ιστορικός Πολύβιος κατά την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας ή κατά τον Γέροντα Παϊσιο νομίζω, «αν δεν ξεραθεί η λίμνη δεν ψοφούν τα βατράχια», όπου βατράχια τα πάθη και λίμνη, το τέλμα που τα εκτρέφει και τα εκθηριώνει.

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Η παιδεία: καταλύτης για την ανάκαμψη

Χρήστος Γιανναράς

H σημερινή υπουργός Παιδείας είναι μάλλον από τις ευφυέστερες παρουσίες στο πεδίο της επαγγελματικής πολιτικής. Αποκλείεται να μην καταλαβαίνει τη λογική που συναρθρώνει αλυσιδωτά τα προβλήματα και τις λύσεις των προβλημάτων στον χώρο των αρμοδιοτήτων της.

Αποκλείεται να μην καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα-σκάνδαλο του διαβόητου «πανεπιστημιακού ασύλου» είναι αδύνατο να λυθεί, αν δεν αλλάξει ο τρόπος εκλογής πρυτάνεων – αν δεν απεξαρτηθεί η εκλογή πρυτανικών αρχών από την ψήφο των κομματικών νεολαιών. Αποκλείεται να αναβαθμισθούν τα ελλαδικά πανεπιστήμια, αν δεν επανακριθεί-επαναξιολογηθεί, στο σύνολό του, το διδακτικό - ερευνητικό προσωπικό με κριτήριο τις επιστημονικές του δημοσιεύσεις σε περιοδικά ή εκδοτικούς οίκους διεθνούς εγκυρότητας.

Τα δύο παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά της λογικής (προφανέστατης) που συναρθρώνει αλυσιδωτά τα προβλήματα με τις λύσεις ασυναφών φαινομενικά προβλημάτων στο υπουργείο Παιδείας. Αγνόησαν αυτή τη λογική ευφυέστατοι και με ηγετικές φιλοδοξίες προκάτοχοι του θώκου της σημερινής υπουργού: ο Αντώνης Τρίτσης, ο Γεράσιμος Αρσένης, και το πλήρωσαν με οριστική πολιτική συντριβή. Το ίδιο σφάλμα μεγέθυνε την πολιτική ασημαντότητα και εξέθεσε ανεπανόρθωτα καλοπροαίρετους υπουργούς – Γιωργάκη Παπανδρέου, Πέτρο Ευθυμίου, Μαριέττα Γιαννάκου, Αρη Σπηλιωτόπουλο. Το υπουργείο Παιδείας είναι δοκιμαστήριο αδυσώπητο και ανελέητο της ανθρώπινης ποιότητας, της φυσικής ευφυΐας, του πολιτικού ταλέντου.

Αποπειράται τώρα η Αννα Διαμαντοπούλου το στοιχειώδες και καίριο που οι προγενέστεροί της δεν αποτόλμησαν: Να αποκαταστήσει ποιοτικό έλεγχο και αξιολόγηση της δουλειάς των εκπαιδευτικών, ύστερα από εικοσιοχτώ χρόνια απόλυτης ασυδοσίας, ανεξέλεγκτου «μπάχαλου» που έχει εδραιωθεί ως αυτονόητο «κεκτημένο». Και οι εκπαιδευτικοί αρνούνται και απειλούν. Οπως αρνούνται, στο όνομα των μελλοντικών συναδέλφων τους (φουτουρολογικός συνδικαλισμός πέρα κι από τον παραλογισμό) και κάθε προϋπόθεση παιδαγωγικής εξειδίκευσης για τον διορισμό στην εκπαίδευση. Το λογικοφανές επιχείρημά τους είναι: ποιος θα τους κρίνει και αξιολογήσει για τη δουλειά τους ή για την παιδαγωγική τους προετοιμασία, όταν κάθε διοικητική αρμοδιότητα στον χώρο της Παιδείας, εδώ και εικοσιοχτώ χρόνια, ασκείται μόνο και αποκλειστικά από αυλόδουλους του εκάστοτε κομματικού κράτους;

Κομματικοποιημένος ώς την πιο αυτεξευτελιστική υπερβολή ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός τρέμει οποιοδήποτε ενδεχόμενο αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, ακριβώς επειδή έχει επίγνωση της φαυλεπίφαυλης αθλιότητας του κομματισμού. Ξέρει ότι η αξιολόγηση θα γίνει το πρόσχημα για να εναλλάσσεται στην εκπαίδευση η κυριαρχία του εκάστοτε κομματικού κράτους. Εικοσιοχτώ χρόνια τώρα η κάθε κυβέρνηση διορίζει τους δικούς της γυμνασιάρχες, λυκειάρχες, διευθυντές εκπαίδευσης σε επίπεδο Νομαρχίας, διευθυντές σε επίπεδο Περιφέρειας. Με την «αξιολόγηση» θα επεκταθεί ο έλεγχος του κάθε κομματικού κράτους σε κάθε εκπαιδευτικό – αυτό ξέρουν και φοβούνται οι ίδιοι οι κομματάνθρωποι του συνδικαλισμού.

Το αγνοεί στον δημόσιο λόγο της η κυρία Διαμαντοπούλου. Και παζαρεύει αντιπροτείνοντας φαιδρότητες: «αυτοαξιολόγηση» των εκπαιδευτικών, προφανώς με υπόδειγμα και μέτρο επιείκειας την κατάργηση της βάσης του 10, που θεσμοθέτησε η υπουργός για την είσοδο στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Ντροπής πράγματα, την ώρα που η χώρα ζει την τραγωδία της πτώχευσης, του εξευτελισμού και της χλεύης σε πλανητικό επίπεδο, κατάφωρο έγκλημα της κομματοκρατίας.

Τα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν λύνονται αποσπασματικά, χρειάζεται επιτελική λογική για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Και πρώτη προτεραιότητα, «κλειδί» για να ξαναστηθούν σχολειά και πανεπιστήμια, να λειτουργήσουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις σοβαρότητας και εντιμότητας του εκπαιδευτικού έργου είναι να καταλυθεί η εικοσιοχτάχρονη τυραννία του κομματισμού. Εχει η Αννα Διαμαντοπούλου την ανθρώπινη ποιότητα, τη φυσική ευφυΐα, το πολιτικό ταλέντο να τολμήσει τη ρήξη με αυτή την τυραννία;

Για να ανακάμψει η χώρα από την πτώχευση, τον διεθνή εξευτελισμό, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας (αντάλλαγμα για την ελεημοσύνη του ΔΝΤ), πρέπει να προηγηθεί απελευθέρωση της κρατικής λειτουργίας από τα άνομα συμφέροντα της κομματοκρατίας. Εστω και παραδειγματικά, σε επιμέρους τομέα. Και ο τομέας κρατικής λειτουργίας που επηρεάζει αμεσότερα την κοινωνική ψυχολογία, είναι η Παιδεία. Αν εξαλειφθεί με συνέπεια από τα σχολειά και τα πανεπιστήμια ο κομματισμός, θα γεννηθεί προβλέψιμη κοινωνική δυναμική πολύ ευρύτερη. Δυναμική ανάσχεσης της αυθαιρεσίας, της ατιμωρησίας, της αργομισθίας, της βάναυσης μετριοκρατίας.

Από τους 180.000 εκπαιδευτικούς (που είναι αριθμός εξωφρενικός για τον πληθυσμό της Ελλάδας) οι 18-20.000 είναι επισήμως αργόσχολοι: αποσπασμένοι για «γραμματειακή υποστήριξη» σε Διευθύνσεις Εκπαίδευσης Νομαρχιών ή Περιφερειών, σε πανεπιστημιακά Τμήματα, σε «πολιτιστικές υπηρεσίες» Δήμων ή Νομαρχιών, σε Μητροπόλεις. Ανεξέλεγκτος ο αριθμός όσων (για πολυποίκιλους λόγους) εργάζονται με εξαιρετικά μειωμένο ωράριο ή των συνδικαλιστών που είναι διά βίου απαλλαγμένοι από κάθε εργασιακή υποχρέωση. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί ανελλιπώς μισθοδοτούμενοι αλλά σε μόνιμη «λευκή απεργία» επειδή «διαφωνούν με το σύστημα»! Δάσκαλοι και καθηγητές «λειτουργικώς αναλφάβητοι»: ανίκανοι να συντάξουν έστω και δύο φράσεις πιστοποιητικού ή υπηρεσιακής αλληλογραφίας (υπολογίζονται σε 9.000 οι δάσκαλοι με αγορασμένα πτυχία, χωρίς φοίτηση, από Παιδαγωγικές Ακαδημίες βαλκανικών χωρών). Θλιβερό αλλά συνεχώς αυξανόμενο και το ποσοσστό εξαρτημένων από ναρκωτικά εκπαιδευτικών, όπως και άλλων με σοβαρά ψυχικά νοσήματα ή με βάναυση και χυδαία συμπεριφορά (γυμνασιάρχης - γυμναστής που κάθε πρωί στην «προσευχή» βρίζει τα παιδιά με σεξουαλικές αισχρολογίες). Χώρια οι εκπαιδευτικοί που εκβιάζουν τους μαθητές τους για «ιδιαίτερα» μαθήματα.

Ολες αυτές οι περιπτώσεις (και πλήθος ανάλογες), ανεξέλεγκτες, ασύδοτες, αχαλίνωτες, έχουν ή κομματική κάλυψη και προστασία ή τη σίγουρη ασυλία που τους προσφέρει η απουσία θεσμών ελέγχου και αξιολόγησης του προσωπικού της εκπαίδευσης. Αν η κυρία Διαμαντοπούλου τολμήσει να συγκροτήσει θεσμικά όργανα αμερόληπτης, ακομμάτιστης, αξιοκρατικής στελέχωσης του διοικητικού μηχανισμού της εκπαίδευσης με ιεραρχική κλιμάκωση ευθυνών, τότε θα την εμπιστευθεί ο εκπαιδευτικός κόσμος και για την άκρως αναγκαία αξιολόγησή του.

Θα την εμπιστευθεί η ελληνική κοινωνία για το ηγετικό της ανάστημα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

διαπλοκές και δολοπλοκίες...

Στάθης (Σταυρόπουλος)

Τον Ιούνιο του 1955, πριν από 55 χρόνια, γεννήθηκα Ελληνας ελεύθερος (ύστερα απ' τους αγώνες του πατέρα μου, του παππού μου και του προπάππου μου).

Χθες, Παρασκευή 23 Απριλίου του 2010, ο κ. Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ με ανακήρυξαν πάλι ραγιά.

Δεν το δέχομαι.

Αποφράς ημέρα.

Χθες Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010 ο κ. Γεώργιος Ανδρέα Παπανδρέου

από το Καστελόριζο,

που του χρησίμευε ως ένα άθλιας πασοκιάς μελό εθνικό τάχα σκηνικό

γεμάτο συμβολισμούς για κουτούς,

ανακοίνωσε στην Ελλάδα και τους Ελληνες ότι ζήτησε να ενεργοποιηθεί ο «μηχανισμός»!

Ο μοιραίος αυτός άνθρωπος

δειλός ώς την τελευταία στιγμή, κρύφθηκε πίσω απ' το δάκτυλό του, ξεπέφτοντας σε επικοινωνιακές μαλαγανιές της δεκάρας, προκειμένου να μην προφέρει την καταραμένη λέξη ΔΝΤ.

Οχι όμως μόνον δειλός, αλλά και ψεύτης.

Ηδη ο μηχανισμός του ΔΝΤ είχε ενεργοποιηθεί από δεκαημέρου ύστερα από επιστολή εξ Ελλάδος

που μάλλον δεν την έστειλε η θεία μου η Φωτούλα.

Χθες, ημέρα αποφράδα

ο ελλαδίτικος ελληνισμός δέχθηκε σφοδρό χτύπημα κι άλλαξε κατηγορία στην τάξη των εθνών.

Η βόμβα της ήσσονος προσπάθειας, του λαϊκού καρκατσουλιού και της ασυδοσίας των αστών που πρώτος έθεσε στα θεμέλια της χώρας, μάλιστα στο όνομα του σοσιαλισμού, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εξερράγη στα χέρια του γιου του.

Τη βόμβα αυτή κλώσησε ο κ. Σημίτης, ο οποίος, αντί να εκσυγχρονίσει την Ελλάδα, τη βύθισε στην πιο βαθειά διαπλοκή και την πιο αισχρή εξάρτηση.

Την ίδια βόμβα, που όλο και φόρτωνε εκρηκτική ύλη, την έκανε ο κ. Καραμανλής βόμβα μεγατόνων, εξαπατώντας σε έσχατο, προδοτικό βαθμό τον λαό και παραδίδοντας το κράτος που θα «επανίδρυε» ολότελα και ολοκληρωτικά στους «νταβατζήδες» που θα ακύρωνε.

Και φθάσαμε στον Γιώργο με πολλούς να ελπίζουν ότι δεν είναι Γιωργάκης.

Και ο γιος του Αντρέα αντί αμέσως να σύρει μάχαιραν άρχισε τα καραγκιοζιλίκια. Οχι μόνον χάνοντας πολύτιμο χρόνο, όχι μόνον δείχνοντας ανέτοιμος

όχι μόνον επειδή άρχισε τις ανεκδιήγητες τραγικοκωμικές κορώνες για την κατάσταση της χώρας, σαν αποτυχημένος ηθοποιός στην Επίδαυρο

όχι μόνον διότι οι παρλαπίπες όλων για όλα πήγαν σύννεφο, αλλά κυρίως διότι

δεν είχε σχέδιο και στρατηγική. Για τίποτα.

Και οι αγορές ξεσάλωσαν.

Και -σε αυτό έχει δίκιο ο κ. Σαμαράς- η κρίση του χρέους και των ελλειμμάτων μετατράπηκε σε δραματική κρίση δανεισμού. Η χώρα βρέθηκε με το

μαχαίρι στον λαιμό και τον πρωθυπουργό της να λέει κουταμάρες, να υπεκφεύγει και να συνεχίζει

απτόητος μια καταραμένη παράσταση προπαγάνδας

της ελεεινής μορφής.

Ολοι ξέρουμε ότι τώρα αρχίζουν τα δεινά στα γερά. Και όλοι τώρα πια ξέρουμε ότι στο τιμόνι της χώρας είναι Οδυσσείς της πλάκας, όχι πολυμήχανοι αλλά αμήχανοι. Κι όχι μόνον! Πονηροί! Κουτοπόνηροι! Που έχουν πιαστεί να λένε ψέματα διαρκώς για όλα. Που συνεχίζουν να προστατεύουν τους φοροφυγάδες

τα λαμόγια, τους παλιανθρώπους.

Μια μακρά σειρά ανίκανων ηγετών που στα δύσκολα την κοπάναγαν, ενδοτικοί, που ακολούθησαν πολιτική κατευνασμού προς εχθρούς κι εχθρούς, που αποδόμησαν τη χώρα, που αιχμαλώτισαν τον λαό στην πίστωση και την υπερκατανάλωση, που τον αποβλάκωσαν με την τηλεόραση και τα παπαγαλάκια τους

που τον καταλήστεψαν με το Χρηματιστήριο και τη δημιουργική λογιστική, ηγέτες ξενόδουλοι, που λεηλάτησαν τη χώρα, τώρα με τελευταίον στη σειρά και τις δυνάμεις τον Γιωργάκη, αυτόν τον μοιραίο,

παραδίδουν (και προδίδουν) τη χώρα «κληρονομιά στη Ρώμη» σαν τον προδότη κι ανίκανο Ατταλο τον Γ', σαν το μπαίγνιο εκείνο τον Πτολεμαίο τον Αυλητή, που ήξερε μόνον να παίζει τον αυλό, όπως ο δικός μας ξέρει μόνον να τρέχει τζόκινγκ τρεις ώρες κάθε πρωί ή να κάνει άλλες τόσες ποδήλατο...

Ομως οι Ελληνες θα σηκώσουν πάλι κεφάλι. Δείχνοντας τα δόντια τους και τις γροθιές τους. Η χώρα είναι πλούσια. Αυτοί που την έκλεβαν, μας μαράζωσαν. Αλλά το μαράζι είναι σαν τη νύχτα πριν την αυγή...

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Τομές - Σαρρής - Το προπατορικό αμάρτημα της ελληνικής οικονομίας - 20 Απρ 10

Στα πλαίσια της εκπομπής Τομές της 20.4.10, ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Νεοκλής Σαρρής υπογραμμίζει ότι για τη σημερινή οικονομική δυσπραγία και για τις δυσχέρειες επί των εξωτερικών θεμάτων της χώρας μεγάλη ευθύνη φέρουν δύο μοιραία πρόσωπα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, οι οποίοι με την πολιτική αβελτηρία τους επέτρεψαν τη δημιουργία μιας αεριτζίδικης οικονομίας, η οποία διαγενειακά συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Σχετικά:
[1] Τομές 8.9.09 4/6 - Η δομική ανεπάρκεια της οικονομίας (1/3)
[2] Τομές 8.9.09 5/6 - Η δομική ανεπάρκεια της οικονομίας (2/3)
[3] Τομές 8.9.09 6/6 - Η δομική ανεπάρκεια της οικονομίας (3/3)

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Φίλιας: Η ανάδυση του σκεπτόμενου κριτικού ανθρώπου - 11 Μαϊ 09

Απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή κοινωνιολογίας και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Βασίλη Φίλια, με θέμα «Η Ελληνική Γλώσσα σήμερα», που έγινε στα πλαίσια της Ημερίδας για την Ελληνική Γλώσσα στις 11 Μαΐου 2009, στην Αίθουσα Τελετών "Αλέξανδρος Παπαναστασίου" στην παλαιά Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Σχετικά:
[1] Ημερίδα για την Ελληνική Γλώσσα στη Θεσσαλονίκη τη Δευτέρα 11 Μαΐου..., 8.5.09
[2] Ημερίδα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικής γλώσσας, 12.5.09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Ποιος θυμάται την Κύπρο;

Σαράντος Ι. Καργάκος

Ο Απρίλιος είναι ο μήνας που συνδέεται με τον αγώνα των Κυπρίων για την Ένωση. Πόσοι το θυμούνται; Πόσοι τολμούν να βάλουν στα αυτοκίνητά τους το σύνθημα «Δεν ξεχνώ»; Το ξεχάσαμε κι αυτό. Για τελευταία φορά το είδα σ' ένα εμπορικό κατάστημα της Ανδόρας με τον τίτλο Famagusta. Κάποιοι ρεαλιστές μηδενίζουν τον επικό εκείνο αγώνα. Αλλά μόνον οι χαμένοι μιλούν για χαμένους αγώνες.

Δεν θα σταθώ στο τι έγινε στην Κύπρο εκείνον τον καιρό, αλλά στο τι άλλαξε στην Ελλάδα. Ο Ενωτικός Αγώνας έδωσε ένα άλλο οριόγραμμα ζωής στους νέους της δικής μου γενιάς, που μπουχτισμένη από το μίσος και το αίμα του εμφυλίου, ήθελε να μάχεται για εθνικά και όχι για κομματικά ιδανικά. Η τότε νεολαία -ανεξάρτητα από ιδεολογικές αποκλίσεις- είχε κατανοήσει ότι προδόθηκε φρικτά από φίλους και πληγώθηκε βαριά από εχθρούς. Και ότι ένα βαθύ χάσμα τη χώριζε σε δύο παρατάξεις. Το Κυπριακό την ένωσε. Έδιωξε τα μίση του εμφυλίου. Έφυγε το σκιάχτρο του από τη ζωή της. Αν η Κύπρος δεν ενώθηκε με την Ελλάδα, για την Κύπρο τουλάχιστον ενώθηκαν οι Έλληνες - σε επίπεδο λαού εννοώ. Μόνον που αυτή η ένωση δεν κράτησε πολύ.

Η Ελλάς κτυπήθηκε δόλια και σκληρά στο Κυπριακό. Όχι τόσο για την Κύπρο μονάχα. Όχι τάχα γιατί η Κύπρος είναι το αεροπλανοφόρο της Δύσης για τον έλεγχο των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής και την προστασία του Ισραήλ από τον μπαμπούλα των Αράβων κ.λπ. Όλα αυτά είναι διπλωματικές παρόλες για τους αφελείς. «Παραμύθια για κουτά παιδιά», όπως θα έλεγε ο Κίπλινγκ. Το Κυπριακό χάθηκε γιατί, αν η Κύπρος ενωνόταν με την Ελλάδα, σε λίγα χρόνια θα είχαμε μια άλλη Μεγάλη Ελλάδα. Ο Νάσερ δεν θα τολμούσε με τα βάναυσα μέτρα του να θίξει τον Ελληνισμό της Αιγύπτου, ούτε οι Τούρκοι να εκδιώξουν τον Ελληνισμό της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Θα είχαμε ακόμη διευθετήσει τις συνοριακές διαφορές μας με τη Βουλγαρία και θα είχαμε υποχρεώσει τον Τίτο να αφαιρέσει τη λεοντή του ονόματος «Μακεδονία» από τα πληθυσμιακά ανεμομαζώματα της Ν. Σερβίας. Έτσι σήμερα δεν θα υπήρχε η σκοπιανή εμπλοκή. Πιθανώς, μάλιστα, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το νότιο μέρος του κρατιδίου να ενωνόταν με την Ελλάδα. Το ίδιο θα γινόταν και με τη Βόρειο Ήπειρο μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κράτους. Αλλά όταν γίνονταν οι κοσμογονικές αυτές αλλαγές, η Ελλάς ήταν ένα κράτος ψοφοδεές.

Σήμερα, για να αναγεννηθεί ο ανά τη γη Ελληνισμός, χρειάζεται μια καινούργια ένωση. Πολιτική που δεν έχει ως άνθος την ένωση, δεν παράγει καρπό. Η ένωση είναι «συνουσία» που δίνει καρπό ουσίας. Πολιτική που δεν εμπεριέχει την ένωση είναι απλός αυνανισμός. Κι αυτό φαίνεται από τις προσφωνήσεις των νεαρών βλαστών μας. Παγκοσμίως η λέξη Ελλάς συντάσσεται με την πολύχρηστη λέξη με τα τρία άλφα. Ας φύγουμε, λοιπόν, από την πολιτική του αυνανισμού και ας έλθουμε σε μια πολιτική δυναμικού σχεδιασμού και προγραμματισμού.

Επανερχόμενος στο Κυπριακό, δεν ζητώ αυτήν τη στιγμή την πολιτική ένωση αλλά την πνευματική επανένωση. Ζητώ να αποκατασταθεί στη συνείδησή μας ο αγώνας για την ένωση, παρά τα τραγικά λάθη που έγιναν κατά τη διεξαγωγή του, κυρίως στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο. Αυτό προϋποθέτει ότι η παιδεία πρέπει να ξαναγίνει παιδεία εις ηρωισμόν και όχι παιδεία εις μηδενισμόν. Έτσι τα παιδιά μας θα μάθουν ότι πλάι στους ήρωες των πολέμων '40-'41 και της Εθνικής Αντιστάσεως στέκονται και τα παιδιά της Κύπρου: ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Μάτσης, ο αξεπέραστος Αυξεντίου. Να μάθουν πως χωρίς τον Κυπριακό Αγώνα τα νεανικά μας χρόνια θα ήταν χαμένα χρόνια. Ο Κυπριακός Αγώνας μάς ανύψωσε. Μπορεί να πέσαμε. Πέσαμε όμως από ψηλά. Δεν συρθήκαμε.

Το μήνυμα της 1ης Απριλίου (που φέτος σχεδόν λησμονήθηκε) είναι σαφές. Είναι αυτό που, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, είπε το φάσμα μιας γυναίκας στους υποχωρούντες για λόγους τακτικής στην πρώτη φάση της ναυμαχίας της Σαλαμίνος: «Ω δαιμόνιοι, μέχρι κόσου έτι πρύμνην ανακρούεσθε;». (Ευλογημένοι, έως πότε θα υποχωρείτε;)

Κατανοώ τα οικονομικά προβλήματα που μπορούν να λυθούν με τη δήμευση της περιουσίας των πλουτισάντων ατίμως και τη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων κι όχι με το γδάρσιμο των εντίμως δηλούντων τα εισοδήματά τους. Αλλά εκτός από την οικονομία, πρέπει να υπάρχει και εθνική ευαισθησία. Που υποτονεί. Για να ανυψωθεί η εθνική ψυχή, χρειάζεται η πολιτική μας ηγεσία να εφαρμόσει Κιμώνειον πολιτική. Οι ελληνικές πρώρες να βλέπουν προς την Κύπρο. Δυστυχώς η Ελλάς μετά την εισβολή δεν χάραξε σταθερή πολιτική έναντι της Κύπρου. Καιρός να επανέλθουμε στην Κιμώνειο πολιτική - και όχι μόνον για την Κύπρο. Τα καράβια δεν τα έχουμε για σημαιοστολισμούς. Δεν κάνω κήρυγμα μιλιταριστικό. Ομιλώ ως ιστορικός. Και ο ιστορικός μελετά το παρελθόν για να βλέπει το μέλλον. Εφόσον θα είμαστε νήπιοι και ψοφοδεείς, δεν θα έχουμε μέλλον.

Πέρυσι, κατά την εκδρομική περίοδο, ήμουν στην Κύπρο. Και συγκινήθηκα από το γεγονός ότι ένα άπειρο πλήθος σχολείων από την Ελλάδα επισκέφθηκε τα «φυλακισμένα μνήματα». Ένα κομμάτι της νεολαίας εμψυχωμένο από ψυχωμένους -και όχι άψυχους- παιδαγωγούς αρχίζει να νοσταλγεί τις όρθιες ψυχές. Αηδιάζει να βλέπει και ν' ακούει νάνους πολιτικούς.

Τιμώντας τον Ενωτικό Αγώνα, δεν τον εξωραΐζω. Δεν θα υποστηρίξω ότι δεν έγιναν λάθη και ατοπήματα. Όμως λάθη δεν κάνει όποιος δεν κάνει τίποτε. Παραλλάσσοντας μάλιστα τους γνωστούς στίχους του Καβάφη, μπορώ να πω: «Κι αν έπταισεν ο Δίαιος και ο Κριτόλαος, όταν θα θέλει το έθνος μας να καυχηθή, θα θυμάται τον Αυξεντίου και τον Καραολή και θα μπορεί να λέει: τέτοιους βγάζει ο τόπος μας». Λησμονώντας τέτοιους νεκρούς, πεθαίνουμε σαν έθνος. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, «του αντρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη». Αρκεί να θυμόμαστε και να προβάλλουμε ως πρότυπα τους αντρειωμένους κι όχι τους... κατεβαζοβράκηδες!

Αναδημοσίευση από Το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-04-10

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Ιδεολογία-Πολιτική: Από τον μοντερνισμό στον μεταμοντέρνο εθνομηδενισμό

Παναγιώτης Ήφαιστος

     Τα περισσότερα ζητήματα της «ενδό-ελληνικής ιδεολογικής διαπάλης» από την δεκαετία του 1820 μέχρι σήμερα ήταν, εν τέλει, ασύμβατα με την πολιτική ανθρωπολογία των ιστορικών εθνών, και στην περίπτωση της Ελλάδα άκρως εξυπηρετικά μιας αυτό-τροφοδοτούμενης ξένης εξάρτησης που ματαίωνε το όραμα της εθνικής ανεξαρτησίας. Αυτή η «αυτό- τροφοδότηση» γιγαντώθηκε τόσο λόγω εξωγενών εισροών όσο και λόγω μιας αδιέξοδης αυτιστικής «ιδεολογικής» διαπάλης που κυριαρχούνταν από –για να χρησιμοποιήσω την γνωστή φράση πρώην πρωθυπουργού– «εξωελληνικές νοοτροπίες». Ιδεολογικές δηλαδή θέσεις ασύμβατες με ένα διαμορφωμένο έθνος όπως των Ελλήνων, το οποίο εξ αντικειμένου και αναπόδραστα είναι μπολιασμένο-προικισμένο από τις κλασικές έννοιες δημοκρατία, πολιτική και ελευθερία (ο καθείς το αντιλαμβάνεται απλά διαβάζοντας τον Ρήγα Βελεστινλή ή τον «αγράμματο» Μακρυγιάννη).

     Τα σύγχρονα ιδεολογικά δόγματα μπορεί να ήταν αναγκαία υπό συνθήκες δουλοπαροικίας στην δυτική Ευρώπη, αλλά παντελώς ακατάλληλα για τα ιστορικά έθνη της Ανατολής. Αυτό το γεγονός, επιτρέψτε μου να τονίσω, διανύοντας τον 21ο αιώνα θα αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο, ενόσω φθίνουν οι ιδεολογικές ηγεμονικές μητροπόλεις, ενόσω ενισχύεται η αυτό-εκτίμηση των ιστορικών εθνών και ενόσω η εθνική ανεξαρτησία καθίσταται κοινή κοσμοθεωρητική παραδοχή αυτών των εθνών.

     Τα εκατέρωθεν αδιέξοδα επιχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής ιδεολογικής διαπάλης έχουν βαθιές ιστορικοπολιτικές ρίζες στην ταραχώδη πορεία των Νέων Χρόνων: Ηγεμονίες, αστικό κράτος, αστικοφιλελεύθερες ιδεολογίες, αποικιοκρατικές ιδεολογίες, κομμουνιστικές ιδεολογίες (που φιλοδόξησαν να αντικαταστήσουν την αστικοφιλελεύθερη σήψη), αποικιοκρατία, η αδιέξοδη δήθεν κοσμοϊστορική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα (αστικοφιλελευθερισμός, φασισμός, κομμουνισμός) και η ύστερη παιδαριώδης αμερικανοκινούμενη μεταμοντέρνα παγκοσμιολατρεία που έθρεψε εφήμερα την επικυρίαρχη ηγεμονική δύναμη. Ένα από τα μεγαλύτερα συγκαιρινά θύματα των μεταμοντέρνων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων είναι η ελληνική κοινωνία. Αυτή η κακοτυχία ενδέχεται να οδηγήσει και στην κατάλυση του νεοελληνικού κράτους. Τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα και θεωρήματα στην συγκαιρινή ελληνική εκδοχή ένωσαν τα νήματα σχεδόν όλων των παρωχημένων ιδεολογιών, εισέρευσαν στα πανεπιστήμια, μπέρδεψαν την σκέψη στο πολιτικό και δημοσιογραφικό επίπεδο, ροκάνισαν τον πνευματικό κόσμο πολλών πολιτών και προκάλεσαν απίστευτα ανορθολογικές παραστάσεις όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Κυρίως, έπεισαν πολλούς να πιστέψουν ότι το νεοελληνικό (εθνο)κράτος είναι περιττό και αναλώσιμο (μέμνησον τις ηχηρές σαπουνόφουσκες περί «μετά-εθνικής εποχής» στις συζητήσεις που προκάλεσε η πλεκτάνη Αναν). Ένα νέφος πνευματικού ανορθολογισμού σκεπάζει πλέον την Ελλάδα (και την Κύπρο) ροκανίζοντας και εκμηδενίζοντας όσους έλληνες επιβίωσαν μετά το 1922 και που στην συνέχεια συνέρρευσαν στο νεοελληνικό κράτος ή επιβιώνουν επισφαλώς στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας.

     Διέξοδος δεν υπάρχει αν δεν δημιουργηθεί μια κρίσιμη πνευματική μάζα –δυστυχώς κινούμαστε σε άγονη γραμμή προς μια αντίθετη εξοντωτική εθνομηδενιστική τροχιά– που θα καλλιεργήσει την αλήθεια επί δύο καίριων υποθέσεων που δεν είναι μόνο ελληνικού ενδιαφέροντος:

     Πρώτον, όλες οι μορφικά πανομοιότυπες ιδεολογίες των Νέων Χρόνων αποτελούσαν τεχνητά και επίπλαστα κατεξουσιαστικά εποικοδομήματα («κρατικοεθνικά» και υπερκρατικά) που αντέστρεψαν μια δυσχερή μεν αλλά μακραίωνη δε πορεία του πολιτικού πολιτισμού που μέχρι τον 15ο αιώνα είχε κίνηση με ανοδική φορά. Οι αφετηρίες αυτής της διαδρομής εντοπίζονται, βασικά, στα πρώιμα στάδια του κλασικού πολιτισμού, ο οποίος διαχύθηκε ευρύτερα στην Αλεξανδρινή και μετά-Αλεξανδρινή εποχή και ο οποίος συνέχισε την δύσκολη αλλά ανοδική φορά κίνησης μέχρι και την πτώση του πνευματικού-πολιτικού επιτεύγματος της Βυζαντινής Οικουμένης. Η πτώση του Βυζαντινού κοσμοσυστήματος σήμαινε, βασικά, κατήφορο από τον οποίο μόλις το 1990 αρχίζουμε να ανακάμπτουμε. Δική μας θέση είναι ότι το μεγαλύτερο ιλαροτραγικό αστείο των ιστορικών αφηγήσεων είναι η χρήση της έννοιας «πρόοδος» για να ωραιοποιηθεί η δεσποτική έμμεση αντιπροσώπευση (που βαπτίστηκε «έμμεση δημοκρατία»), για να αιτιολογηθεί η αποικιοκρατία και να στηριχθούν όλοι οι ηγεμονικοί κατεξουσιασμοί των Νέων Χρόνων μέχρι και σήμερα. Δεύτερον και συναφές, ο ρητά αντί-Αριστοτελικός μοντερνισμός (στα δικά μου κείμενά τον αντιδιαστέλλω από τον ευρύτερο φαρδύ δρόμο της νεοτερικότητας μέσα στον οποίο τα έθνη παρά την διεθνιστικοϋλιστική ιδεολογική λαίλαπα συνέχισαν να βαθαίνουν) προκάλεσε μια όντως κοσμοϊστορικής σημασίας πνευματική κατάπτωση: Εκεί που η εθνική παράδοση από καταβολής πολιτικού πολιτισμού πάντοτε σήμαινε πνευματική-ανθρωπολογική θεμελίωση των κοινωνιών μέσα από εμβάθυνση της δημοκρατίας συνυφασμένης πάντοτε με το «ιδεώδες της (εθνικής) ανεξαρτησίας»), το «μεσαιωνικό πρόβλημα» της μηδενισμένης ευρωπαϊκής ανθρωπολογίας βρικολάκιασε και μεταγγίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο διαμέσου του ηγεμονισμού και της αποικιοκρατίας και των ιδεολογιών που τα συνόδευαν.

     Η συνάφεια αυτής της ιστορικής πτυχής με τις συντρέχουσες συζητήσεις μας είναι μεγάλη, καθότι κοινός τόπος των (πάντοτε) ηγεμονικά επιστρατευμένων διεθνιστικοϋλιστικών ιδεολογικών δογμάτων είναι το γεγονός ότι προτάσσουν κοσμοπλαστικά ιδεολογικά εποικοδομήματα με τα οποία επιχειρούν να αντιστρέψουν την σχέση ανθρωπολογίας-Πολιτικής. Αντί δηλαδή η υποκείμενη κοινωνία να διαμορφώνει την Πολιτική σύμφωνα με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε συλλογικής οντότητας όπως είναι και όπως εξελίσσεται, επιζητείται το αντίστροφο, δηλαδή, η ιδεολογία να διαμορφώνει την ανθρωπολογία. Προσεκτική ιστορική ματιά καταμαρτυρεί ότι αυτή ήταν η κύρια αιτία των εθνοκαθάρσεων και των γενοκτονιών στην Δυτική Ευρώπη, στην Βόρειο Αμερική και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Αυτά μπορούμε να τα περιγράψουμε και διαφορετικά: Επιχειρήθηκε να αντιστραφεί η συνυφασμένη με τον πολιτικό πολιτισμό διαχρονική αντίληψη ότι η Πολιτική μπορεί μόνο να εδράζεται πάνω σε ένα Κοινωνικό το οποίο διαμορφώνεται τόσο από αισθητά όσο και από πνευματικά κριτήρια και παράγοντες. Η ιδεολογία ως έννοια τους Νέους Χρόνους αφορούσε, πιο συγκεκριμένα το εκμηδενισμένο ανθρωπολογικό περιβάλλον της μετά-Μεσσαιωνικής Ευρώπης. Υπό τις ανθρωπολογικά εκμηδενισμένες μετά-Μεσσαιωνικές συνθήκες επιχειρήθηκε ένα τεράστιο άλμα από την Θεοκρατία στην πνευματικά μηδενισμένη δημόσια σφαίρα. Πώς να έχουν δημοκρατία, κοινωνική ελευθερία, ατομική ελευθερία και πολιτική ελευθερία, μέσα σε κράτη πνευματικά εκμηδενισμένων όντων που μόλις εξήλθαν από τον Θεοκρατικό Μεσαίωνα! Η γένεση των υλιστικών ιδεολογιών υπό αυτές τις ιστορικές συνθήκες οφειλόταν στην προσπάθεια να μετατρέψουν ταχύρυθμα τους πνευματικά-ανθρωπολογικά μηδενισμένους δουλοπάροικους σε πολίτες, με το να εισάγουν τον παραλογισμό περί μιας αποκλειστικά υλιστικής πολιτικής ανθρωπολογίας. Οι αξιώσεις των «ξεβράκωτων» Γάλλων Επαναστατών μπόρεσαν να φθάσουν μόνο μέχρι το «κοινωνικό συμβόλαιο», έννοια που μέχρι και σήμερα θεωρεί την σχέση εξουσίας-πολίτη εξωπολιτική σύμβαση και όχι σχέση πολίτη-εντολέα – εντολοδόχου εξουσίας. Φιλοσοφικά, εξάλλου, η πολιτική νοήθηκε και συνεχίζει να νοηματοδοτείται με όρους ισχύος. Καταργείται ο Δήμος της Δημοκρατίας που διαμορφώνει πολίτες και νόμους και οι εκάστοτε αυτόκλητοι πεφωτισμένοι αλλάζουν κοσμοπλαστικά δόγματα όπως τα πουκάμισά τους. Όμως, βοηθούσης και της μαζικοπαραγωγής και μαζικοκατανάλωσης, όπως έξοχα περιέγραψε ο Παναγιώτης Κονδύλης, αυτή η άκαμπτη και μονολιθική δομή αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά οδήγησε στην αντικατάσταση των μεταμοντέρνων ιδεολογιών από το μεταμοντέρνο κίνημα.

     Παρενθετικά, μια μόνο λέξη για το τελευταίο ζήτημα και τις βαθύτατες ανθρωπολογικές του προεκτάσεις: Ο μοντερνισμός σε όλες τις ιδεολογικές αποχρώσεις θέλει να συντηρεί μια αποκλειστικά υλιστική δημόσια σφαίρα. Οι μοντερνιστικές ιδεολογίες, αφού φορτώσουν τους ανθρώπους με εξωπολιτικά προσδιορισμένα «δικαιώματα» (συχνά εν πολλοίς ονομαστικής μόνο αξίας), υποστηρίζουν πως «μέσα στην ιδιωτική σφαίρα ο καθείς μπορεί να είναι ότι θέλει». Τα προνομιούχα πεφωτισμένα ελίτ ορίζουν τους θεσμούς και την πολιτική στην βάση του ιδεολογικού (τους) δόγματος και όλα είναι... ευθύγραμμα. Όμως δεν είναι όλα ευθύγραμμα γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ευθύγραμμοι αλλά απέραντης και άσβεστης ετερότητας. Έτσι, η απέραντη ανθρώπινη ετερότητα εισερχόμενη μέσα στην δημόσια σφαίρα ασυμβίβαστα κουβαλεί τον πνευματικό της κόσμο επιζητώντας να την διαμορφώσει. Εδώ ακριβώς τελειώνει ο μοντερνισμός και επέρχεται ο εθνομηδενιστικός μεταμοντερνισμός. Με όχημα το συνονθύλευμα των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων και με ιδιαίτερη ένταση και πυκνότητα μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, επιχειρείται να εκμηδενιστεί ο πολίτης μέσα στην ιδιωτική του σφαίρα: Αφού οι πολίτες αρνούνται να «ξεφορτωθούν» την ανθρωπολογική ετερότητά τους πριν εισέλθουν μέσα στα τείχη της μοντερνιστικής υλιστικής δημόσιας σφαίρας, στρατιές από φανατισμένα μεταμοντέρνα στρατιωτάκια επιδίδονται στην αποδόμηση των πολιτών μέσα στην ιδιωτική τους σφαίρα. Αυτό το γεγονός βοηθά στο να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους σχεδόν όλα τα ελληνικά ορφανά των ιδεολογιών του παρελθόντος, «συνωστίζονται» και συνάμα βολεύονται μέσα στα διεθνικά διανοητικά φόρα (τα οποία συχνά ποδογετούνται από ηγεμονικούς και διεθνικούς δρώντες) και στην συνέχεια με ιδιάζον ιεραποστολικό φανατισμό επιδίδονται στην πνευματική αποδόμηση των ελλήνων πολιτών (κατάσταση πλέον, ομολογουμένως ανεξέλεγκτη).

     Η ιδεολογία πάντοτε νοούμενη ως δογματική πρόταξη κανονιστικών δομών στην κοινωνική βούληση νόθευε, ουσιαστικά, την κλασική έννοια της Πολιτικής, γεγονός που καθιστά επιτακτική την επιστροφή στο ανθρωποκεντρικό μέλλον της κλασικής εποχής και των κοσμοσυστημικών προϋποθέσεων της Αλεξανδρινής εποχής και της Βυζαντινής Οικουμένης. Βασικά μετά τον 16ο αιώνα και την αποδυνάμωση της Ρωμαιοκαθολικής Θεοκρατίας, αντί η πνευματική-αισθητή μέθεξη και σύμμιξη ανθρωπίνων ετεροτήτων υπό συνθήκες μιας αέναης αναζήτησης άμεσης δημοκρατίας, κοινωνικής ελευθερίας, ατομικής ελευθερίας και πολιτικής ελευθερίας, να οδηγήσει σε μια ολοένα βαθύτερη ανθρωποκεντρικά διαμορφωμένη ανθρωπολογία στο εσωτερικό κάθε διακριτής κοινωνικής οντότητας (εδώ συναφέστατη είναι η πολιτική τυπολογία του Γιώργου Κοντογιώργη για την «δημοκρατία ως ελευθερία»), δημιουργήθηκαν όλα εκείνα τα αντί-ανθρώπινα διεθνιστικοϋλιστικά ιδεολογικά δόγματα που ταλανίζουν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και πολλά άλλα έθνη. Λίγοι εμπλεκόμενοι στην ιδεολογική διαπάλη, για παράδειγμα, βρίσκουν καιρό να σκεφτούν ότι με δεδομένη την ιστορική ανθρωπολογική ετερότητα όλων των συλλογικών οντοτήτων που αενάως βαθαίνει, ο διεθνιστικοϋλισμός που διέπει όλα τα σύγχρονα ιδεολογικά δόγματα, μπορεί να σημαίνει μόνο ροκάνισμα ή κατάργηση της ελευθερίας με οποιοδήποτε τρόπο και αν την κατανοούμε. Η παγκόσμια πολιτική-ανθρωπογική ενότητα ήταν, είναι και θα συνεχίζει να είναι ανέφικτη και τραγικά ουτοπική. Και όμως, στο όνομα των ποικιλόχρωμων άτοπων ιδεολογιών που αξιώνουν μια τέτοια ενότητα γέμισαν τεράστια νεκροταφεία, έγιναν εμφύλιοι πόλεμοι και συνεχίζουν να διχάζουν. Πολλοί δεν αναζητούν και δεν αξιώνουν δημοκρατία, ελευθερία και ανεξαρτησία αλλά περιστρέφονται γύρω από πολιτικά αστείους όρους όπως δεξιός, αριστερός, προοδευτικός, συντηρητικός κτλ, όλα κληρονομιά του κακού μοντερνιστικού παρελθόντος.

     Αν για κάτι είμαι σίγουρος από τις πνευματικές μου αναζητήσεις –κυρίως διεθνολογικές– των δύο τελευταίων δεκαετιών, είναι ότι περιγραφικά μιλώντας τα πιο πάνω είναι περίπου αναντίρρητα. Μια περιεκτική και ουσιαστική συζήτηση εμποδίζεται, εν τούτοις, επειδή κυριαρχεί ακόμη η μοντερνιστική-μεταμοντέρνα ιδεολογική παράκρουση. Ανεξάρτητα προς το που θα οδηγηθεί ο κόσμος, αυτή η παράκρουση, πάντως, σταδιακά οι περισσότερες κοινωνίες την τοποθετούν μέσα στα ιστορικά χρονοντούλαπα.

     Το πλείστο των δικών μου θεωρήσεων γύρω από αυτά τα ζητήματα αναπτύχθηκε στο «Κοσμοθεωρία των Εθνών» (Εκδόσεις Ποιότητα). Αξιόπιστες και μοναδικά έγκυρες επιστημονικές αναλύσεις, άλλοτε συγκλίνουσες και άλλοτε αποκλίνουσες, κανείς βρίσκει στα έργα των Κοντογιώργη, Ζιάκα, Γιανναρά, και, ασφαλώς, στην ανυπέρβλητη περιγραφική και ερμηνευτική στοχαστική παρακαταθήκη του Παναγιώτη Κονδύλη. Γνωρίζω ότι αυτές οι διεθνώς πρωτοπόρες θεωρήσεις στην χώρα μας και στην Δύση δεν είναι της μόδας. Η κατίσχυσή τους θα κωλύεται λόγω ενός ελάχιστα πνευματικά θρεπτικού μεταμοντέρνου χυλού ο οποίος λόγω κεκτημένης ταχύτητας συνεχίζει να ρέει μέσα σε κοινωνίες των οποίων τα πνευματικά αντισώματα ροκανίστηκαν οδηγώντας έτσι σε ανθρωπολογικό και κοινωνικοπολιτικό εκμηδενισμό. Σε αυτή την κακοτυχία, εξάλλου, πρέπει κανείς να αναζητήσει και την κακοδαιμονία της συντρέχουσας κρίσης των «ελληνικών ομολόγων». Πνευματική είναι η κρίση. Η οικονομική κρίση δεν είναι παρά μόνο μια παθολογική ένδειξη ή καλύτερα η κορυφή το παγόβουνου της καλπάζουσας πνευματικής παρακμής.

Αναδημοσίευση από το www.ifestosedu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-04-10

Διαβάστε περισσότερα......