Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

«Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;»

Χρήστος Γιανναράς

Στην «Κ» της περασμένης Κυριακής, 5/12/2010, ο κ. Ευθ.-Φοίβος Παναγιωτίδης, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τόλμησε να θέσει το ερώτημα: «Ξέρει ο πρωθυπουργός (Γ. Α. Παπανδρέου) ελληνικά;». Αφορμή για το δημοσίευμά του αποτέλεσε κείμενο του Στάθη της «Ελευθεροτυπίας» και, συγκεκριμένα, η φράση: «Ο εντολοδόχος της τρόικας πρωθυπουργός Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη “πατριώτης” σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Ο κ. Ε.-Φ.Π. δικαιολογεί το ενδιαφέρον του για το θέμα με το σκεπτικό ότι: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας... αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;».

Αποκρούει ο κ. Ε.-Φ.Π. τον «ισχυρισμό κάποιων» ότι «οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πηγάζουν από το γεγονός ότι τα ελληνικά δεν είναι μητρική του γλώσσα». Βέβαια η μητέρα του είναι Αμερικανίδα, αλλά ο πατέρας του, κατά τον αρθρογράφο, αποκλείεται να απευθυνόταν στο παιδί του αποκλειστικώς στα αγγλικά, «δεδομένου και των αγγλικών του Ανδρέα». Επιπλέον (το κυριότερο) και τα αγγλικά ο σημερινός πρωθυπουργός δεν τα μιλάει καθόλου με την άνεση μητρικής γλώσσας, «επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει, κάνει σαρδάμ».

Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου δεν καταλήγει σε συμπέρασμα. Δηλώνει απλώς τι «υποψιάζεται»: Οτι η δυσγλωσσία του Γ. Α. Παπανδρέου οφείλεται σε «γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση», που διαφέρει από τη «γλωσσική ικανότητα». Αλλο η γλωσσική ικανότητα, άλλο η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας. Με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, χωρίς να διακινδυνεύει υπεύθυνη άποψη. Δεν είναι ο πρώτος. Κανένας ώς τώρα από τους έγκυρους και επιφανείς ομοτέχνους του ή και ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και οποιοσδήποτε σεβαστός για τη δημόσια εικόνα του πολίτη, δεν έχει τολμήσει να ψελλίσει αναφορά στο εξόφθαλμο πρόβλημα.

Σίγουρα η ανεπάρκεια γλωσσικής εκφραστικής δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με νοητική υστέρηση και πολιτική ανικανότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διακρίθηκε ως ρήτορας και η δυσκολία του με τις ξένες γλώσσες έμεινε παροιμιώδης. Ομως ο λόγος του ήταν στέρεος, λογικά τετράγωνος, συχνά οι αφορισμοί του είχαν ενεργότερο αποτέλεσμα από αγορεύσεις συναρπαστικών ρητόρων. Κάτι ανάλογο έλεγαν οι παλαιότεροι και για τον σοφό της πολιτικής Θεμιστοκλή Σοφούλη. Αντίθετα, ο εκπληκτικός σε ωριμότητα και σε ουσιαστικό περιεχόμενο ελληνοκεντρικός λόγος του Αντώνη Τρίτση ή του Κύπριου Ανδρέα Χριστοφίδη συνοδευόταν από μια παραλυτική πολιτική ανεπιτηδειότητα που ξάφνιαζε.

Το πρόβλημα που τίθεται στην περίπτωση του σημερινού πρωθυπουργού δεν είναι ούτε θετικά ούτε αντιθετικά ανάλογο. Δεν έχει καν σχέση με το ευρύτερο (κυρίαρχο σήμερα) φαινόμενο υποκατάστασης του πολιτικού λόγου από μιαν επιδέξια κενολογία, που εντυπωσιάζει ως ροή λέξεων χωρίς να συνιστά και ροή νοημάτων. Ο ευφυέστατος μάστορας αυτού του είδους είναι ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ολιγονοϊκή απομίμησή του ο λόγος της κ. Ντόρας Μητσοτάκη. Οι μετερχόμενοι το είδος μιλούν ακατάσχετα, με εντυπωσιακό λεξιλόγιο, πληθωρική εκφραστική, φυσιογνωμική ή χειρονομιών, διατυπώνοντας ασήμαντες κοινοτοπίες, ακροβατικές επιδείξεις σοβαροφανών εφέ.

Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο. Ανακαλεί αμέσως, στον κάποιας καλλιέργειας ακροατή, το σοφό απόσταγμα της εμπειρίας ότι «άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη». Σίγουρα σκεπτόμαστε με τη γλώσσα, η γλώσσα «σημαίνει» την πραγματικότητα: όχι μόνο παραπέμπει στο σημαινόμενο, αλλά το καθιστά «νόημα», το ορίζει και ορίζοντάς το το φανερώνει – είναι «αποφαντική» της πραγματικότητας η λειτουργία της γλώσσας. Και στον σημερινό πρωθυπουργό μας αυτή η σχέση γλώσσας και νόησης, γλώσσας και πραγματικότητας, μοιάζει εξαιρετικά υποτονική, ωσάν η ικανότητα της σκέψης να μην επαρκεί για την ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Τα ακραία παραδείγματα φωτίζουν τη συνολική εικόνα: Δεν καταλαβαίνει ότι φράσεις όπως «είμαι πολύ συγκινημένος», είναι κωμικό να τις διαβάζει από το χαρτί που του έχουν ετοιμάσει. ΄Η ότι μόνο οι αφελείς αστοιχείωτοι σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν, για επίδειξη «μόρφωσης», εκφράσεις που δεν ελέγχουν τη σημασία τους (: «μηδέν εις το πηλίκον», «εξ απαλών ονύχων» κ.λπ.).

Καθρέφτης της νοητικής επάρκειας είναι, συνήθως, το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού, το χαμόγελο που είναι μόνο σύσπαση και καθόλου φωτισμός του προσώπου, ακυρώνουν ακόμα και την πιθανή οξύνοια, το τάνυσμα των ευγενέστερων προθέσεων. Και όταν από αυτή τη φυσική μειονεξία απαιτούν οι συντάκτες των προεδρικών ρητορευμάτων την ηγεμονική χρήση πρώτου ενικού προσώπου («δεν θα επιτρέψω», «θα κάνω, «θα δείξω»), το αποτέλεσμα είναι, κυριολεκτικά, ευτράπελο.

Ομως εμείς σήμερα, οι ελληνώνυμοι κάτοικοι του βαλκανικού νότου, δίχως την παραμικρή πια ικανότητα αξιολόγησης ποιοτήτων και συνείδησης ευθυνών, αναθέτουμε στον πρώτο τυχόντα (χωρίς υπερβολή) φορέα φανταχτερού ονόματος να διαχειριστεί, όχι απλώς την οικονομική μας επιβίωση, την ελευθερία ή την υποδούλωσή μας, αλλά και θησαυρίσματα παναθρώπινης σημασίας και σπουδαιότητας: Αν θα επιβιώσει ζωντανή η γλώσσα (το βιωματικό φορτίο των λέξεων και η συντακτική ευγλωττία) του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μελωδού Ρωμανού, αν θα σωθεί ως μέτρο και στόχος της ανθρώπινης συνύπαρξης η αθηναϊκή δημοκρατία και η ελληνορωμαϊκή οικουμένη, αν η θάλασσα και το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, που κάποτε γέννησαν την κριτική σκέψη και την αποκαλυπτική Τέχνη, θα παραδοθούν ή όχι στον βιασμό και στην ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων.

Αλλοίμονο, είναι αδύνατο να υπάρξει Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας για να δικάσει τους ελλαδίτες πρωθυπουργούς που απεμπόλησαν το Αιγαίο, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή της γλώσσας, τον οικιστικό εκβαρβαρισμό της χώρας, παζαρεύουν για ψήφους τη Θράκη, έστησαν στη σκιά του Παρθενώνα τη νεοπλουτίστικη γυφτιά του κ. Τσουμί.

Και σκοτώνουν κάθε μέρα το τελευταίο απομεινάρι ελληνικότητας: τη γλώσσα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-12-10


Share/Save/Bookmark

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μετά το τσίρκο που ζούμε με τον Παπανδρέου είμαι της άποψης ότι πρέπει να περάσει διάταξη στο σύνταγμα που να απαγορεύει σε κάποιον να εκλέγεται βουλευτής, να γίνεται Υπουργός και Πρωθυπουργός αν δεν είναι και οι δυο γονείς του Έλληνες και δεν έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα.
Να επανέλθει η διάκριση, που υπήρχε στην αρχαία Αθήνα, μεταξύ γνησίων και μη γνησίων πολιτών. Μόνο οι γνήσιοι να αναδεικνύονται σε πολιτικά και πολιτειακά αξιώματα.

Ο Παπανδρέου δεν είναι Έλληνας ούτε εξ αίματος, έχει μόνο 25% ελληνικό αίμα, ούτε στη νοοτροπία του. Όλη η οικογένεια αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως ιδιοκτησία από την οποία θα αρπάξει ότι μπορεί και μετά θα εξαφανιστεί. Σα να είναι διοικητές της εταιρίας που λέγεται Ελλάδα ένα πράγμα. Να κάνουμε τις μπάζες μας και να πάμε να μείνουμε στη Ν. Υόρκη, το Λονδίνο κλπ.

Simone Le Baron είπε...

Συμφωνώ απόλητα με αυτό. Ο "δικός μας" ο Sarkozy έχει το ίδιο πρόβλημα, δεν τα μιλάει σωστά τα γαλλικά παρόλο που γεννίθηκε στην Γαλλία, αλλά απο πατέρα Ούγγρο και μητέρα Εβραιό-ελληνίδα... Και θεωρώ ότι το πρόβλημα του προέρχεται απο δυσλεξία και έλειψη λογικής.

Κωνσταντίνος είπε...

@ 21:19

Oι άλλοι, αυτοί που είναι "καθαροί" (sic!) Έλληνες, είναι μήπως καλύτεροι;
Ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας είναι σάπιος και διεφθαρμένος. Μετά την δικτατορία, εξετράφη γενεά επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι προσπαθούν να αποκομίσουν από την πολιτική όσο γίνεται περισσότερα. Την έχουν καταντήσει το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Ο Γιωργάκης δεν είναι ο χειρότερος, επειδή δεν ξέρει καλά τα ελληνικά. Οι Τσολάκογλου, Ράλλης, Λογοθετόπουλος και τόσοι άλλοι, μιλούσαν καλά ελληνικά, ήσαν 100% Έλληνες (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) και είχαν ελληνική παιδεία. Ε και;

@ Simone Le Baron

Αγαπητή Κυρία,

Αν δεν σας κάνει ο Sarko, μάς το χαρίζετε; Εγώ πολύ θα τον ήθελα, αντί των racailles που έχουμε για πολιτικούς. :-)

Simone Le Baron είπε...

Δεν προτιμάτε την Κάρλα;;

Κωνσταντίνος είπε...

Για τον εαυτό μου; Δεν θα με "χάλαγε" καθόλου, να είσθε βεβαία! :)

Simone Le Baron είπε...

:-):-)

Ανώνυμος είπε...

@ Simone Le Baron (18:01)

Δεν είμαι Γάλλος ώστε να μπορώ να ξέρω αν ο Sarkozy μιλά σωστά τα γαλλικά ή όχι. Αυτό που όμως θέλω να επισημάνω είναι, ότι οι περιπτώσεις Sarkozy και Παπανδρέου είναι εντελώς διαφορετικές:

Ο Παπανδρέου
α) Πέρασε την παιδική του ηλικία στο εξωτερικό
β) Δεν έχει καθόλου ελληνική παιδεία
γ) Μιλούσε στο σπίτι και εξακολουθεί να μιλά με την μητέρα του αγγλικά.

Ο Sarkozy
α) Έζησε όλη του την ζωή στην Γαλλία
β) Έχει γαλλική παιδεία μέχρι και πανεπιστήμιο
γ) Μιλούσε στο σπίτι του γαλλικά.

Συνεπώς, αν δεν τα μιλά καλά (δεν ξέρω τι εννοείτε ακριβώς μ' αυτό) το πρόβλημά του πρέπει να αναζητηθεί στην αλλού, διότι η δυσλεξία δεν εμποδίζει τον ορθό λόγο (πολλοί γνωστοί ήσαν δυσλεκτικοί). Όσο για την έλλειψη λογικής.... πώς τεκμηριώνεται κάτι τέτοιο;

Simone Le Baron είπε...

Γνωριζω την ιστορια του Παπανδρεου, αλλωστε, εχω γραψει πανο σ'αυτο το θεμα στο ιστολογιο μου διοτι οι Γαλλοι δεν τα ξερουν ολα αυτα και κανενας δεν τους τα μαθενει. Το ιδιο και για την συνχρονη ιστορια της Ελλαδος.
Οσο αφορα στον Σαρκοζυ τον κοροϊδευουμε πολυ εδω, οχι ακριβως γιατι δεν τα μιλαει σωστα, αλλα γιατι ειναι τελειως αμορφοτος! Και το αστειο ειναι οτι μετεφρασα το βιβλιο "Εγω, ο εγγονος ενος Ελληνα", (Καστανιοτη) πριν 18 μηνες και ΚΑΝΕΝΑΣ εκδοτης γαλλος ακομα και βελγος δεν το θελει...
Με αλλα λογια, ο Παπανδρεου κι ο Σαρκοζυ αντιπρωσοπευουν πολυ καλα τη σημερινη ευρωπαϊκη κοινωνια!