Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Αιγαίο: Το Ελληνικό Αρχιπέλαγος

Οι διερευνητικές επαφές και οι στόχοι των Τούρκων για μια «κοινή θάλασσα»

Ανδρέας Ν. Αθανασίου

Aπό τα πανάρχαια χρόνια, το Αιγαίο αποτελούσε Ελληνικό Αρχιπέλαγος. Στο διάβα της ιστορίας του γνώρισε –όπως ολόκληρος ο ελληνικός χώρος– πειρατές, επιδρομείς, κατακτητές. Δεν άλλαξε όμως μήτε η ψυχή μήτε το όνομά του. Είναι, βέβαια, γεγονός πως ένα σημαντικό κομμάτι του, τα Δωδεκάνησα, απελευθερώθηκε και εντάχθηκε στον εθνικό κορμό μόλις μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έκτοτε, ωστόσο, το Αιγαίο ενίσχυε το αδιάσπαστο και την ενότητά του με τον ηπειρωτικό χώρο. Και σε αυτό θα μπορούσε να συμβάλει ακόμη περισσότερο η νέα Διεθνής Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Την πρόλαβαν, ωστόσο, και απειλούν να την παραμερίσουν τα γεγονότα, που άρχισαν να διαδραματίζονται, την ίδια ώρα που ξεκινούσε και η Διεθνής Διάσκεψη για την κατάρτισή της. Εδώ και 37 χρόνια –από το 1973 έως και σήμερα– οι εξελίξεις βαίνουν κόντρα στο Διεθνές Δίκαιο και στις Διεθνείς Συνθήκες.

Είμαστε, τώρα, σε μια κρίσιμη και καθοριστική καμπή. Ο νέος κύκλος των διερευνητικών επαφών, που ξεκίνησε στις αρχές του μήνα, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν το 2003, μπορεί να αποβεί καταλυτικός για το μελλοντικό καθεστώς του Αιγαίου. Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί ότι συζητείται αποκλειστικά και μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας διαψεύστηκαν από τον Τούρκο πρωθυπουργό κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα μπροστά στον Έλληνα ομόλογό του. Είχαν διαψευστεί, ωστόσο, και από σημαντικά έγγραφα στοιχεία, που αφορούν στο περιεχόμενο των διερευνητικών επαφών της περιόδου 2002-2003. Καθώς επίσης και από μεταγενέστερες αναφορές του τότε, αλλά και του σημερινού πρωθυπουργού. Αποδεικνύεται έτσι ότι συζητούνταν τότε –και, άρα, συζητούνται και τώρα– θέματα που αφορούν στα χωρικά ύδατα, τον εθνικό εναέριο χώρο, τους ισχυρισμούς των Τούρκων για δήθεν «γκρίζες ζώνες», αλλά και την απαίτησή τους να μην καθιερωθούν άλλες θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας.

Στόχος των Τούρκων η «κοινή θάλασσα»

Η ιστορική εμπειρία των τελευταίων 37 χρόνων καταδεικνύει ότι οι Τούρκοι, με αλλεπάλληλες πολεμικές κρίσεις, με τετελεσμένα γεγονότα, με μόνιμα επαναλαμβανόμενες παράνομες πρακτικές, αλλά με απειλές πολέμου, κατάφεραν να ακυρώσουν διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα και δικαιοδοσίες της Ελλάδας. Εξανάγκασαν τη χώρα να απέχει οιασδήποτε έρευνας στην αιγαιακή υφαλοκρηπίδα, ακόμη και σε περιοχές που ούτε αμφισβητείται ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί. Υποχρέωσαν την Αθήνα να κρατά ανενεργά τα δικαιώματα που αφορούν στην επέκταση των χωρικών υδάτων, τη δημιουργία Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την καθιέρωση Συνορεύουσας Ζώνης. Έκαναν «σουρωτήρι» το FIR Αθηνών, ακύρωσαν τα επιχειρησιακά όρια των δύο χωρών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και αμφισβητούν την έκταση του εθνικού εναέριου χώρου. Ανέπτυξαν, κατόπιν, ισχυρισμούς για δήθεν «γκρίζες ζώνες» και εξανάγκασαν την Ελλάδα σε διάλογο για όλες τις μονομερείς διεκδικήσεις τους. Κατάφεραν, τελικά, να παραμερίσουν, ακόμη και από το ελληνικό λεξιλόγιο, κάθε αναφορά στο Αρχιπέλαγος. Μιλούν ευθέως για μια «κοινή θάλασσα» και δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να ανατρέψουν το ισχύον αιγαιακό καθεστώς. Ποια όμως είναι, πέρα από την ιστορική αλήθεια, η νομική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων; Πόσο ισχυρή είναι; Και γιατί αγνοείται; Γιατί αποσιωπάται;

Πέρα από τα τρία μίλια, οι Τούρκοι δεν έχουν ούτε καν δικαίωμα λόγου

Καταρχάς, η ελληνικότητα του Αρχιπελάγους κατοχυρώνεται ρητά στις Διεθνείς Συνθήκες, που ορίζουν το καθεστώς του και, πρώτα από όλα, στη Συνθήκη της Λοζάνης. Παρόλο, μάλιστα, που η Συνθήκη αυτή καταρτίστηκε μετά τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή στη νεότερη Ιστορία μας, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία.

Επικυρώνει (στο άρθρο 12) την απόφαση της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου, που αφορά «εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Αν. Μεσογείου» και τονίζει ότι «εκτός αντιθέτου διατάξεως, αι νήσοι αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν». Βάζει, δηλαδή, μια ξεκάθαρη οριοθετική γραμμή, τριών ναυτικών μιλίων από την ασιατική ακτή, πέρα από την οποία η Τουρκία δεν διατηρεί κανένα από τα μη κατονομαζόμενα νησιά.

Εξίσου σαφές είναι και το άρθρο 15, που αφορά στην παραίτηση της Τουρκίας από κάθε τίτλο και δικαίωμα στα –κατεχόμενα, τότε, από την Ιταλία– Δωδεκάνησα.

Επιπλέον, όμως, υπάρχει και το άρθρο 16, που καταγράφει ρητή παραίτηση της Τουρκίας από κάθε τίτλο και κάθε δικαίωμα σε εδάφη έξω από τα όρια που ορίζει η Συνθήκη. Υπογραμμίζει, μάλιστα, ρητά και ξεκάθαρα ότι η παραίτηση της Τουρκίας αφορά όλα τα νησιά, εκτός από εκείνα στα οποία η τουρκική κυριαρχία αναγνωρίζεται ρητά από τη Συνθήκη. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι «η Τουρκία παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος επί των εδαφών άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων των οποίων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθεί διά της παρούσης Συνθήκης».

Προκύπτει έτσι με απόλυτη σαφήνεια ότι –με τη Συνθήκη της Λοζάνης– η Τουρκία απέκτησε συγκεκριμένα χερσαία και θαλάσσια όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορούσε και δεν μπορεί να έχει καμιά ανάμειξη. Παραιτήθηκε υπέρ της Ιταλίας από τα Δωδεκάνησα. Παραιτήθηκε και από κάθε δικαίωμα στα νησιά του Βορειανατολικού Αιγαίου, εκτός από εκείνα που δεν κατονομάζονταν και απέχουν λιγότερο των τριών ναυτικών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές. Παραιτήθηκε από κάθε τίτλο, ακόμη και από το δικαίωμα λόγου σε εδάφη που βρίσκονται πέρα από τα όρια που προβλέπονται από τη Συνθήκη. Παραιτήθηκε από κάθε τίτλο ή δικαίωμα λόγου στα νησιά, εκτός από εκείνα στα οποία η κυριαρχία της αναγνωρίζεται ρητά από τη Συνθήκη.

Ξεκάθαρα τα σύνορα στα Δωδεκάνησα

Η ελληνική κυριαρχία σε ολόκληρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου ολοκληρώθηκε το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων, όταν η Ιταλία αναγκάστηκε να αποδώσει στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Είναι βέβαια γεγονός ότι η Συνθήκη αυτή –όπως και η Συνθήκη της Λοζάνης– αναφέρει ονομαστικά μόνο τα μεγάλα νησιά. Προσθέτει, ωστόσο, ότι μαζί με αυτά παραχωρούνται και οι παρακείμενες νησίδες. Και αυτό δεν επιτρέπει στη γείτονα να εγείρει καμιά αμφισβήτηση:

Πρώτον, διότι με τη Συνθήκη της Λοζάνης, η Τουρκία είχε αποκτήσει συγκεκριμένα όρια και είχε εγκαταλείψει ρητά κάθε κυριαρχικό δικαίωμα, αλλά και κάθε δικαίωμα λόγου σε ό,τι αφορά την τύχη των εδαφών, των νησιών, των νησίδων και των βραχονησίδων, που παρέμεναν πέρα από τα σύνορα εκείνα.

Δεύτερο, διότι είχε παραιτηθεί ρητά κάθε δικαιώματος στα Δωδεκάνησα, που κατέχονταν τότε από την Ιταλία. Και

Τρίτον, διότι η Ιταλία και η Τουρκία προχώρησαν, με τη Συμφωνία της 4ης Ιανουαρίου και το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου του 1932, σε οριστικό καθορισμό των συνόρων σε όλο το εύρος των Δωδεκανήσων. Κατήρτησαν μάλιστα (υπογράφηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1933) και ιχνογραφημένο χάρτη στον οποίο απεικονίζονταν τα σύνορα αυτά. Και επιπλέον: Οι δύο χώρες, που είχαν προσφύγει πρωτύτερα στο Διεθνές Δικαστήριο για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς, ζήτησαν αμέσως μετά τη διμερή αυτή συμφωνία την απόσυρση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, πράγμα που έγινε άμεσα και επίσημα. Το Διεθνές Δικαστήριο, με Διάταγμα που εξέδωσε τον Ιανουάριο του 1933, κήρυξε την υπόθεση λήξασα, επιβεβαιώνοντας έτσι τον οριστικό και αδιαμφισβήτητο διακανονισμό των συνόρων σε όλο το μήκος των Δωδεκανήσων.

Από τη δεκαετία του ’30 δεδομένος και αδιαμφισβήτητος ο εθνικός εναέριος χώρος

Το νομικό καθεστώς στο Αιγαίο βελτιώθηκε υπέρ της Ελλάδας στη δεκαετία του ’30, όταν αποφασίστηκε η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου. Η αρχή έγινε το Σεπτέμβριο του 1931, όταν η Αθήνα προχώρησε στην έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, με το οποίο επεκτάθηκε «το πλάτος των χωρικών υδάτων, όσον αφορά τα ζητήματα Αεροπορίας, στα 10 ναυτικά μίλια». Επεκτάθηκαν, δηλαδή, τα χωρικά ύδατα από τα 3 στα 10 μίλια, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά την αεροπλοΐα, μόνο σε ό,τι αφορά τον εναέριο χώρο.

Πέντε χρόνια αργότερα, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μοντρέ, η Ελλάδα προχώρησε στην επέκταση των χωρικών υδάτων της από τα 3 στα 6 ναυτικά μίλια. Επαναλάμβανε, μάλιστα, στον Αναγκαστικό εκείνο Νόμο ότι η απόφαση αυτή δεν θα επηρέαζε τις διατάξεις που βρίσκονταν ήδη σε ισχύ και όριζαν ακόμη μεγαλύτερη την έκταση του εθνικού εναέριου χώρου.

Οι αποφάσεις αυτές, τόσο για τον εναέριο χώρο, όσο και για τα χωρικά ύδατα, έγιναν δεκτές από τη Διεθνή Κοινότητα και απόλυτα σεβαστές από την Άγκυρα, για περισσότερα από 40 χρόνια. Τόσο η Τουρκία, όσο και το ΝΑΤΟ –όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφων– αναγνώριζαν μέχρι το 1974 όχι μόνο την έκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 6 ναυτικά μίλια, αλλά και το εύρος του εθνικού εναέριου χώρου στα 10 ναυτικά μίλια.

Ολόκληρο το Αιγαίο στο FIR Αθηνών και τη Ζώνη Επιχειρησιακού Ελέγχου

Την ταυτότητα του Ελληνικού Αρχιπελάγους αναγνώρισαν αργότερα δύο διεθνείς συμφωνίες, στην κατάρτιση των οποίων συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία. Η πρώτη διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) που ανέλαβε, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, την ευθύνη για το συντονισμό και την ασφάλεια των διεθνών πτήσεων. Στη διάρκεια της Ευρωπαϊκής Συνδιάσκεψης Πολιτικής Αεροπορίας, που πραγματοποιήθηκε από τον Οργανισμό αυτό το 1952 στο Παρίσι, διαμορφώθηκαν για πρώτη φορά οι Περιοχές Πληροφοριών Πτήσεων (FIRs) κάθε χώρας και ορίστηκαν με ακρίβεια τα όριά τους. Στην Περιοχή Ευθύνης Αθηνών (FIR Αθηνών), πέραν του εθνικού εναέριου χώρου, ανατέθηκε και η ευθύνη για ολόκληρο το διεθνή εναέριο χώρο στο Αιγαίο, ακόμη και πέρα από τα χωρικά ύδατα των ανατολικών ελληνικών νησιών, μέχρι τα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Ανάλογες ήταν και ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αμέσως μετά την ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας, το 1952, στη Συμμαχία. Το 28ο ΑΤΑ (Λάρισα) ανέλαβε την ευθύνη για την αεράμυνα σε ολόκληρο το Αιγαίο, μέχρι τα τουρκικά χωρικά ύδατα, ενώ η 1η TAF (Εσκί Σεχίρ) περιορίστηκε ως τη γραμμή των τουρκικών χωρικών υδάτων.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, πέρα από τη δικαιοδοσία ελέγχου και ασφάλειας των διεθνών πτήσεων (που είχε αναλάβει στο πλαίσιο του ICAO) η Αθήνα ανέλαβε και τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου, στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων Αθηνών (FIR Αθηνών) και η Ζώνη Επιχειρησιακού Ελέγχου της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας για λογαριασμό του ΝΑΤΟ ταυτίζονταν σχεδόν απόλυτα και κάλυπταν ολόκληρο το Αιγαίο, μέχρι τα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας

Ιδιαίτερης σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα ήταν και η Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα. Καθόριζε, για πρώτη φορά, την έννοια της υφαλοκρηπίδας από νομική άποψη, ως το βυθό και το υπέδαφος της θάλασσας, που αρχίζει από εκεί που τελειώνουν τα χωρικά ύδατα και τόνιζε ρητά πως όσα ισχύουν για τα ηπειρωτικά εδάφη ισχύουν και για τα νησιά.

Ακόμη μεγαλύτερης σημασίας είναι βέβαια η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, που υπογράφηκε το 1982 στο Μοντέγκο Μπέι της Ιαμαϊκής και αφορά, ανάμεσα στα άλλα, την έκταση των χωρικών υδάτων, την υφαλοκρηπίδα, το καθεστώς των νησιών και των βραχονησίδων, τη Συνορεύουσα Ζώνη και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Ενσωματώνει, πρώτα από όλα, εθιμικό Κανόνα Δικαίου, που ορίζει ότι «κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να προσδιορίσει το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης του μέχρι το όριο των 12 ναυτικών μιλίων». Ορίζει, επίσης, ότι σε ανάλογη έκταση μπορεί να εκτείνεται και η Συνορεύουσα Ζώνη. Ότι μπορεί, δηλαδή, τα χωρικά ύδατα και η Συνορεύουσα Ζώνη να φτάνουν, συνολικά, μέχρι και τα 24 ναυτικά μίλια από τις ακτές.

Η νέα Σύμβαση καθιερώνει, επίσης, τη δυνατότητα των παράκτιων κρατών να ορίσουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, πέρα από τα χωρικά τους ύδατα. Είναι μια νέα έννοια, η οποία εμπεριέχει αλλά και υπερκαλύπτει την υφαλοκρηπίδα, καθώς πέρα από το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους της παρακείμενης θάλασσας περιλαμβάνει και την αποκλειστική οικονομική αξιοποίηση των υπερκείμενων διεθνών υδάτων. Όπως η υφαλοκρηπίδα, έτσι και η ΑΟΖ, ξεκινά από εκεί που τελειώνουν τα χωρικά ύδατα. Μπορεί, μάλιστα, να εκτείνεται έως και τα 200 μίλια από τις ακτές.

Για το καθεστώς του Αιγαίου εξαιρετικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι νέα Σύμβαση ορίζει ρητά και κατηγορηματικά ότι «η Συνορεύουσα Ζώνη, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και η υφαλοκρηπίδα των νησιών καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο λοιπό χερσαίο έδαφος». Υπογραμμίζει, δηλαδή, πως ό,τι ισχύει για τα ηπειρωτικά εδάφη ισχύει και για τα νησιά.

Τονίζεται, μάλιστα, ότι «βράχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να διατηρήσουν ανθρώπινη οίκηση ή αυτοδύναμη οικονομική ζωή δεν θα έχουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη ή υφαλοκρηπίδα». Και από αυτό προκύπτει ευθέως ότι έχουν υφαλοκρηπίδα, αλλά και ΑΟΖ, ακόμη και οι βραχονησίδες που δεν κατοικούνται, αλλά «μπορούν να διατηρήσουν ανθρώπινη οίκηση». Ότι, δηλαδή, προϋπόθεση για την αναγνώριση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ δεν είναι η «οίκηση» των βραχονησίδων, αλλά η «δυνατότητα οίκησης».

Αναδημοσίευση από το εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 10-06-10


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: