Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

A world both shrunken and more divided

Rupert Cornwell

What grounds for optimism at the end of a dismal decade?

What a dismal decade, even though in my case it began with one of the best calls I ever made. We were living in London then, and for reasons I now forget, had tickets to the great Millennium bash at the Dome in Greenwich on 31 December 1999. But we decided to pass on the event, and learnt the next morning how the great and the good, not to mention countless less eminent citizens, were made to queue for hours before they could get in. By luck or judgment, one small fiasco had been avoided.

A year or so later we moved to the US, my vantage point ever since, and these have been, to put it mildly, interesting times. For better or worse, decisions made in America tend to shape the world - and has there ever been a decade when America has made as many bad ones? Let's start with one you may never have heard of, the Commodities Trading Modernisation Act that Bill Clinton signed into law a few days before Christmas 2000.

This blandly titled piece of legislation raised few eyebrows at the time. But it opened the floodgates for the unregulated trading of derivatives and other exotic financial instruments that led first to the 2001 Enron débâcle, then the largest bankruptcy in American history, and then to the 2008 near-death experience of the global financial system, and the general discrediting of US-style capitalism.

As that fateful financial measure was being debated on Capitol Hill, the US Supreme Court was making an even more fateful decision, that everyone could understand: to cut short the vote recount in Florida and thus hand the presidency to George W Bush. Bush and his administration would then of course make their own series of blunders.

They included massive tax cuts that were unfair and unnecessary, and that squandered the budget surplus bequeathed him by Clinton; the failure to send sufficient forces to capture Osama bin Laden at Tora Bora in December 2001 (that might have ended the Afghan war there and then); and, of course, the biggest mistake of all, the decision to invade Iraq.

Never was so much goodwill squandered so fast. For a moment after 9/11 everything came together. The world - including even Iran - stood with America in its moment of agony and grief. In the US the political parties dropped their differences. But Bush blew it all. When he left office, global dislike of America was at an all-time high, and Republicans and Democrats were more divided than at any time since the US Civil War. And this in turn is one reason why the US political process today is borderline dysfunctional.

True, not everything that's happened in America these last 10 years has been a disaster. Back in 1865, no-one could have imagined that less than a century and a half later the country would elect a black President - a historic breakthrough that the Supreme Court decision of December 2000 indirectly made possible. But a President must be judged not by the colour of his skin but by the quality of his leadership. The jury is still very much out on Barack Obama.

Yes, it's hard to find much good to say about the accelerating march of celebrity culture, another hallmark of the decade, where America as usual has been in the vanguard. Celebrity has been around as long as human beings. But far more than even 10 years ago, this is an age when the death of a pop star or the marital transgressions of a famous golfer become the sole talking point of the day, when everyone can be a star (the more outrageous the behaviour, the bigger the star), and when reality TV becomes reality, tout court.

These, however, are the inevitable by-products of an information revolution that - with one large exception - has otherwise been a blessing. YouTube, iTunes, Wikipedia, blogging, Facebook, the instant ability to record, transmit and hold forth about events great and small with gadgets almost anyone can afford, have exponentially increased knowledge this last decade, and made that knowledge more available to everyone. But now the exception. If technology has shrunk the world in the last decade, it has also deepened its divisions.

Nowhere has this process been more evident than in the US. This country knows more about the world than ever, but understands that world no better and is no more sympathetic towards it. The same is even truer of the domestic political arena.

There are several reasons for this polarisation. The contested 2000 election, and the hardball tactics of the Bush White House and the former Republican majority in Congress, have played a part. The growth of talk radio and TV, and the 'yell-before-you-think' mentality fostered by instant communication, have reinforced the trend. The two parties have also unwittingly contributed to the trend, by artfully redrawing congressional districts. They have succeeded in their intention of making safe seats safer. But gerrymandering has had the unintended effect of sharpening the divide. An incumbent these days tends to be less worried by his opponent from the other party than by the risk of being outflanked from the right or left by an ideologically "purer" challenger from his own party in the primary.

As a result, the political centre has shrunk ever faster since I arrived in the US in 2001. Yes, there's the old Texas saying that the only things you find in the middle of the road are yellow stripes and dead armadillos. Compromise, in other words, is for spineless wimps. Alas, politics as war is fine during campaigns, but not when it comes to the more prosaic business of governing. In democracies, the middle of the road is where opponents meet to make the deals that produce laws that command broad public support.

America is now being forced to address crucial, long-deferred domestic policy issues. But if the first test cases are a yardstick - the Obama stimulus bill that garnered just three Republican votes, and the current healthcare measure that will have to pass without a single Republican vote - the middle of the road will be populated solely by dead armadillos. Maybe things will be better in 2019. I somehow doubt it.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα The Independent - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-12-09
Μια περιληπτικότερη έκδοση του παραπάνω άρθρου μεταφρασμένη στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 31.12.09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα - Μεταλληνός - Παιδεία: τι είχαμε, τι χάσαμε & τι μας πρέπει - 29 Δεκ 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει το θέμα Παιδεία: τι είχαμε, τι χάσαμε & τι μας πρέπει, με καλεσμένο τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Λόγος περί συγκατανευσιφάγων διανοουμένων. Ή πώς η αριστερή διανόηση έγινε "οργανικός νομέας" του κράτους.

Γιώργος Κοντογιώργης

Οι μεγάλοι στοχαστές του 20ου αιώνα είχαν ταξινομήσει τους διανοουμένους ανάλογα με την εγγύτητα του επιχειρήματός τους στο σύστημα: στη μια άκρη, οι απολογητές του και στην άλλη οι θιασώτες της επανάστασης, με ενδιάμεσο κρίκο τους κριτικούς μεταρρυθμιστές.

Στην Ελλάδα, μετά τη δικτατορία, η πλέον ενεργός διανόηση συντάχθηκε με την πέραν του Πασοκ Αριστερά, διατυπώνοντας έναν άκαμπτο πολλές φορές κριτικό και μάλλον ασυμβίβαστο λόγο απέναντι στο σύστημα. Το ενδιαφέρον του λόγου αυτού, ωστόσο, είναι ότι συνδυάστηκε με τη διακίνηση ενός μαχητικού πατριωτισμού που υπαγορευόταν βασικά από την «επιστημονική ορθότητα» της δυτικότροπης ερμηνείας της ιστορίας και του κοινωνικού γίγνεσθαι της εποχής μας. Η ελληνική κοινωνία, στα μάτια της ελληνικής διανόησης, ήταν το «κατακάθι» της ευρωπαϊκής εξέλιξης. Το προοδευτικό της στίγμα εμπνεόταν από το επιχείρημα του «κομπραδορισμού» και της υπανάπτυξης, καταλήγοντας πάντα στην ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας για την πελατειακή της πώρωση. Δεν έφταιγε, με άλλα λόγια, η ελληνική πολιτική τάξη για τις παλινωδίες της. Η κοινωνία ακύρωνε τις όποιες προσπάθειές της να προωθήσει μεταρρυθμίσεις, ακόμη και απλού εκσυγχρονιστικού τύπου.

Η ερμηνευτική αυτή επιλογή ήταν προφανώς πραγματολογικά αδιέξοδη και κυρίως δεν είχε καμιά σχέση ούτε με μια αριστερή οπτική, όπως νομιζόταν, ούτε πολύ περισσότερο με ένα προοδευτικό στίγμα. Ήταν επομένως θέμα χρόνου, η αναζήτηση μιας νέας «αιτιολογικής» θεμελίωσης του ερμηνευτικού της διαβήματος, την οποία της πρόσφεραν απλόχερα οι ραγδαίες εξελίξεις που σημειώθηκαν από τη δεκαετία του 1990. Ώστε, η στροφή της αριστερής διανόησης προς ένα καθαρά νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, ικανό να αντισταθμίσει τον, κατά τη γνώμη της, «παρασιτικό» χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, ανταποκρινόταν πλήρως στο κοινωνικό της διαμέτρημα και ιδίως στην αδυναμία της να αρθρώσει έναν πρωτότυπο, δηλαδή συνακόλουθο προς την ελληνική πραγματικότητα, επιστημονικό ή ιδεολογικό λόγο.

Η συγκυρία για να εκφρασθεί συγκεκριμένα η στροφή αυτή είχε προετοιμαστεί κατά τη μετα-κοσκωτική περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου, ξεπεράστηκε όμως πλήρως κάθε αναστολή την περίοδο Σημίτη. Το πρόταγμα του «εκσυγχρονισμού» και το βάθεμα της κρίσης του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος, αποτέλεσαν το άλλοθι για τη μαζική μετεγκατάσταση της αριστερής διανόησης στο κράτος. Από ασυμβίβαστος κριτής του, μέχρι πριν λίγο, μεταβλήθηκε σε αδέκαστο απολογητή του εκσυγχρονιστικού νεοφιλελευθερισμού και, μάλιστα, σε θεραπαινίδα των πολιτικών του επιλογών.

Η τελευταία αυτή επισήμανση έχει μια πρόσθετη ιδιαιτερότητα. Η ελληνική αριστερή διανόηση δεν λειτούργησε ως απλός απολογητής του «σημιτείου» προτάγματος. Χρησιμοποίησε το κράτος ως πρυτανείο σίτισης, ως όχημα συμμετοχής στην αναδιανομή του οικονομικού του πλεονάσματος, λαιμάργησε χωρίς αιδώ, χωρίς καμία ηθική αναστολή ή ευαισθησία απέναντι στην κοινωνία που τους πίστεψε. Σημαίνοντες εκπρόσωποί της κατέλαβαν σωρηδόν αξιώματα, συσσώρευσαν αποδοχές εκατομμυρίων, δημιούργησαν αποκλεισμούς ή διέβαλαν τους μη συνοδοιπόρους, κινήθηκαν κατά τρόπο προκλητικό στο παρασκήνιο, σταυλίστηκαν στο περιβάλλον των πλέον σκοτεινών μεντιοκρατόρων, προσφέροντάς τους πολυ-ποίκιλες υπηρεσίες νομιμοποίησης κλπ. Όλα αυτά τα χρόνια, ουδείς εξ αυτών διέκρινε στοιχεία διαπλοκής της «σημιτικής» εξουσίας (με τους μεντιοκράτορες κ.α.), εύλογα αφού ήσαν ομοτράπεζοι και συγκατανευσιφάγοι. Είναι θαυμαστή η ευκολία με την οποία αποκαθήλωσαν την εικόνα που χρόνια τώρα φιλοτεχνούσαν δαπάναις της αριστεράς. Το «κροτούν νόμισμα» της ανταμοιβής τους αποδείχθηκε ισχυρότερο από τον κρότο των ερινύων που έσερναν τον πυρρίχιο χορό. Φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να απευθύνει κανείς μομφή στην τότε ηγεσία του Πασόκ, διότι ορθώς από την πλευρά της διέγνωσε ότι η συνδρομή της αριστερής διανόησης της ήταν πολύτιμη για τη νομιμοποίηση της «νέας πολιτικής» που σχεδίαζε να ακολουθήσει, κυρίως όμως για την εικονογράφηση του προφίλ της.

Η απροσχημάτιστη αυτή συμμετοχή της αριστερής διανόησης στη νομή του κράτους, με δόλωμα τον εκσυγχρονισμό του, μπορεί να χαρακτηρισθεί σταθμός στην πνευματική πορεία της χώρας. Όχι τόσο διότι αποκαλύπτει το κενό πνευματικής αυτονομίας και την τραγική ρηχότητα της άρχουσας αριστερής διανόησης αλλά κυρίως επειδή μέλη της δεν δίστασαν να γίνουν καλοί φορείς ή συνήγοροι της διαφθοράς, όπως φανερώνει η εμπλοκή τους σε σκάνδαλα δισεκατομμυρίων ή η αλληλεγγύη τους στις «πνευματικές» ακρίδες που λεηλάτησαν το δημόσιο (η περίπτωση του Παντείου είναι εξόχως ενδεικτική). Άλλοι, πιο ολιγαρκείς, επιδόθηκαν στο άθλημα της λαφυραγώγησης του δημοσίου μέσα από μια άνευ προηγουμένου βουλημιτική θεσιθηρία.

Θα είχε ενδιαφέρον να έδινε η κυβέρνηση στη δημοσιότητα τα ονόματα όσων (καθηγητών, δημοσιογράφων κλπ) ανέλαβαν θέσεις εξουσίας –και πόσες έκαστος– ή δήθεν μελέτες και έρευνες από διάφορα υπουργεία και οργανισμούς. Θα διαπιστωνόταν αβίαστα ότι όλοι τους, σχεδόν, ανήκουν στη ιδιαίτερη κατηγορία της αριστερής διανόησης που λειτούργησαν ως άμεσοι παρακοιμώμενοι (ή φίλοι των παρακοιμωμένων) της πρωθυπουργικής κλίνης, και ως θεράποντες, εκ του σύνεγγυς, του «σημίτειου» εκσυγχρονισμού. Η διαπίστωση αυτή γίνεται προκλητικότερη αν αναλογισθεί κανείς ότι την ίδια στιγμή πνευματικοί άνθρωποι διεθνούς βεληνεκούς ήσαν άγνωστοι για τις υπηρεσίες του κράτους. Η ξετσιπωσιά αυτή του «εκσυγχρονισμού» φάνηκε στο τέλος, όταν βλέποντας πως ολοκλήρωνε τον κύκλο του, φρόντισε να περιβάλει με εγγυήσεις ανεξαρτησίας τα στελέχη της, στο όνομα της «διαφάνειας» (!), ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που έσπευσε στο μέσον της προεκλογικής περιόδου να καλύψει επιτελικές θέσεις με δικά του παιδιά (π.χ. στη Βουλή από τον απερχόμενο Πρόεδρό της, τον Απ. Κακλαμάνη).

Στην Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια, η αριστερή διανόηση μετακινήθηκε, επίσης, προς το κέντρο ή και τη δεξιά. Έχει γραφτεί ότι πολλοί από τους ηγέτες του γαλλικού Μάη του ‘68 εναγκαλίστηκαν την πολιτική εξουσία, εξαργυρώνοντας τη συμμετοχή τους με φιλελεύθερες ή, έστω, κεντρομόλες τοποθετήσεις. Στην Ελλάδα, το άλμα της αριστερής διανόησης ήταν χαοτικό. Σημαίνοντα μέλη της διέσχισαν με θαυμαστή ευκολία τη διαχωριστική γραμμή της διανόησης, συναντήθηκαν με τον κατεστημένο αντίπαλο στο πεδίο της «αναδιανομής», ως συγκατανευσιφάγοι κι όχι ως απλοί απολογητές του συστήματός του. Από αρνητές ή, εν πάση περιπτώσει, κριτικοί παραστάτες του κατεστημένου, έγιναν ομοτράπεζοι συμποσιαστές. Ξεπέρασαν δηλαδή και αυτόν το ρόλο του οργανικού διανοούμενου για να μεταβληθούν σε οργανικούς νομείς του δημόσιου χώρου.

Ο εκμαυλισμός των διανοουμένων της Αριστεράς μπορεί να καταγραφεί ως το μέγιστο επίτευγμα του «σημιτικού» εκσυγχρονισμού. Όμως η διαθεσιμότητά τους είχε από καιρό ωριμάσει μέσα από την αδιέξοδη κενότητα της σκέψης τους και την υπο-κοινωνική τους κουλτούρα. Η σίτιση τους στο κρατικό πρυτανείο έγινε τελικά με τους όρους, με τους οποίους οι ίδιοι επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την ελληνική κοινωνία. Έγινε δηλαδή ό,τι και με τη σκέψη του Μαρξ: Βοήθησε με βεβαιότητα τους θεράποντες του καπιταλισμού, προκειμένου να κατανοήσουν και, σε τελική ανάλυση, να ηγεμονεύσουν στο σύστημα. Οίκοθεν νοείται ότι δεν είναι ο Κώστας Σημίτης, ως πολιτικός ηγέτης, που τους διέφθειρε, που τους οδήγησε στην «ακολασία», ήσαν οι ίδιοι έτοιμοι από καιρό, λόγω του αδιεξόδου του ιδεολογικού και επιστημονικού τους έρματος, να στρατευθούν στο άρμα του κράτους. Άλλωστε, όπως αποκαλύπτεται εμφανώς από τη στράτευσή τους στο νέο ιδεολόγημα που υποκρύπτει ο ευφημισμός της «κοινωνίας πολιτών», η επάνοδός τους στη σταθερά της αποστροφής της ιδέας για μια ενδεχόμενη συμμετοχή του σώματος της κοινωνίας στα πολιτικά δρώμενα, με το επιχείρημα ότι είναι ανώριμη και εγωιστική στις προθέσεις της, αξιολογείται ως απολύτως φυσιολογική. Όπερ μεθερμηνεύεται, στο λόγο των συγκατανευσιφάγων της αριστερής διανόησης, ο λαός φταίει που αυτοί λαιμάργησαν! Ας μη τους άφηνε και ιδίως ας μην τους πίστευε...

Απ’ το βιβλίο: Μ. Θεοδωράκης - Γ. Κοντογιώργης, Ελληνικότητα και "διανόηση", Εκδόσεις IANOS
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ΑΝΤΙ, 832/17.12.2004

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Tο μέλλον της ΣΥΝασπισμικής Αριστεράς

Λαοκράτης Βάσσης

Πιστεύοντας πως ο ΣΥΝ, έστω και κακοποιημένος, μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίσει τόσο τα δικά του χρόνια προβλήματα όσο και να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των αδιεξόδων του ΣΥΡΙΖΑ. Θα καταθέσω μια συνασπισμικής λογικής πρόταση διπλής «λύσης», που μακάρι να είναι κάτι παραπάνω... από θεωρητική δυνατότητα.

α. Θα ξεκινήσω με την υπενθύμιση πως ο ΣΥΝ γεννήθηκε ως πρωτοποριακό σχήμα αριστερού ιδεολογικού πλουραλισμού και πολιτικής ενότητας, πέραν της υπαρκτής σοσιαλδημοκρατίας και του υπαρκτού κομμουνισμού.

Δεν γεννήθηκε, ούτε ως συνέχεια της ΕΑΡ ούτε ως εν δυνάμει καλό ΚΚΕ, αλλά ως προωθητική υπέρβαση και σύνθεση της πολιτικής κληρονομιάς και των δύο κύριων ιδρυτικών του «συνιστωσών», με την προσθήκη και μικρότερων συμβολών στη στρατηγική βάση: της δημοκρατίας ως μέσου και σκοπού, του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και του αριστερού ευρωπαϊσμού.

Τόσο μάλιστα η στρατηγική του βάση, όσο και οι σκοπούμενες διαλεκτικές συζεύξεις: του αριστερού πλουραλισμού και της πολιτικής ενότητας, της δημοκρατίας και του ριζοσπαστισμού, της κινηματικότητας και της θεσμικότητας, του πατριωτισμού και του διεθνισμού κ.λπ., είναι οι ορίζουσες της δυνητικής ταυτοτικής του υπόστασης και μαζί η «λυδία λίθος» της εγκυρότητας του πολιτικού του λόγου.

Που σημαίνει πως, χωρίς τις ταυτοτικές αυτές ορίζουσες, που συνιστούν κατάκτηση-τομή ως προς τα «αρνητικά» της αριστεράς του «χτες» αλλά και κατάκτηση-προαπαιτούμενο της αριστεράς του «αύριο», αναιρείται η καταστατική θεμελίωση της ύπαρξής του και ακυρώνεται η προοπτική του. Κι αναιρείται και απʼ τα «δεξιά», όταν, ας πούμε, η δημοκρατία και η θεσμικότητα οδηγούν σε λογικές καθεστωτικής ευπρέπειας, και απʼ τα «αριστερά», όταν ο ριζοσπαστισμός και η κινηματικότητα οδηγούν σε λογικές νεοκομμουνιστικής καθαρότητας ή, ακόμη χειρότερα, σε λογικές εξεγερσιακού φετιχισμού και αντιεξουσιαστικού μηδενισμού.

β. Στην έως τώρα διαδρομή του, περιπετειώδη και πολύ διδακτική (ιδίως στα πρώτα χρόνια που έψαχνε την αυτονομία του, υφιστάμενος το... «αντιδεξιό» άδειασμα προς ΠΑΣΟΚ), παρά την αναμφισβήτητη συμβολή του, τηρουμένων των αναλογιών, στην πολιτική ζωή του τόπου μας, δεν μπόρεσε να καταξιώσει τον οραματικό του «μύθο» και να σπονδυλώσει την αντιδικομματική του στρατηγική, υπερβαίνοντας τα βασανιστικά όρια της ασθμαίνουσας επιβίωσής του και αναδεικνυόμενος, με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας, σε πρωταγωνιστική πολιτική δύναμη στον χειμαζόμενο μεταπολιτευτικό μας τόπο.

Δεν μπόρεσε να αναδείξει στην πράξη, ως πλεονέκτημά του, τον αριστερό ιδεολογικό του πλουραλισμό, που περισσότερο λειτούργησε ως νομιμοποιητικό «άλλοθι» αναιρετικών «φυγο-κεντρισμών», παρά ως ποιοτικό προαπαιτούμενο μιας νέας και πρωτοποριακής πολιτικής ενότητας. Όπως, συνακόλουθα, δεν μπόρεσε, κυρίως λόγω των κληρονομημένων «επιβαρύνσεων», να αποφύγει τη συντεχνιακή μεταμφίεση σε «τάσεις» των δυο βασικών ιδρυτικών του «συνιστωσών», σε κόμματα δηλαδή μέσα στο κόμμα, δυσφημίζοντας τα πολλά θετικά, με σωστή εφαρμογή, της καινοτόμου πολυτασικής λειτουργίας του.

Εξαιτίας αυτών των «αδυναμιών» ούτε και το περιώνυμο δημοκρατικό μοντέλο οργανωτικής του λειτουργίας, παρά τα διακηρυκτικώς εξαιρετικά στοιχεία του και τις οριακές κατακτήσεις του, κατέστη μοντέλο γνήσιας δημοκρατικής λειτουργίας κόμματος των μελών του, που θα άφηνε πραγματικά πίσω του και τα «συνήθη» των παραδοσιακών αριστερών κομμάτων (καθοδήγηση, ιεραρχία, επαγγελματική «νομενκλατούρα», μονιμότητα στελεχών, επετηρίδα...).

γ. Διευκρινίζοντας, παρʼ ότι είναι φανερό, πως η πολύ αυστηρή κριτική μου ασκείται από συνασπισμική σκοπιά, γιατί περισσεύουν τελευταία οι βολές εναντίον της ίδιας της καταστατικής βάσης του ΣΥΝ ως... ρεφορμιστικής, το λιγότερο, παρέκκλισης, απλώς θα αγγίξω τα πολύ πιο δύσκολα περί τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτά φανερώθηκαν με δραματικό τρόπο κατά την προεκλογική περίοδο, συγκαλύφτηκαν με «εκβιασμένους» οριακούς συμβιβασμούς ενόψει της εκλογικής μάχης κι είναι βέβαιο πως με πρώτη ευκαιρία θα... ξαναφουντώσουν, ίσως και με διαλυτικά αποτελέσματα, αν δεν εκλείψουν τα γενεσιουργά τους αίτια.

Κι επειδή δεν μπορεί να γίνει εδώ μια εκτενής προσέγγισή τους, με αναφορές, ας πούμε, στις όποιες ιδρυτικές «δεσμεύσεις», στο πώς δια της διολισθήσεως άρχισε να αλλάζει «χαρακτήρα», χρησιμοποιούμενος ακόμα και σε προσωπικά παιγνίδια, ή και στο πώς η διευρυμένη αριστερή «βιοποικιλότητά» του διεύρυνε τελικά περισσότερο το πεδίο της συγκρουσιακής αριστερής «παθολογίας» παρά το πεδίο της ενωτικής κουλτούρας και δυναμικής, θα αρκεστώ στο να ονοματίσω τη βαθύτερη, κατά τη γνώμη μου, ρίζα της πολιτικής του κακοδαιμονίας. Που δεν είναι άλλη απʼ τις ασύμπτωτες στρατηγικές των πιο οργανωμένων «συνιστωσών» του (πρωτίστως με τον ΣΥΝ και δευτερευόντως μεταξύ τους), σε συνδυασμό και με τις ασύμπτωτες κατʼ επέκταση αντιλήψεις για την ταυτότητά του, την οργανωτική του λειτουργία (όπου για κάποιους πρέπει να έχουμε ΣΥΡΙΖΑ των μελών στη βάση του αλλά... ολιγαρχία των «συνιστωσών» του στην κορυφή!) και τη συνολική προοπτική του.

Με ασύμπτωτες, όμως, στρατηγικές και ασύμπτωτες τις μείζονες για τη λειτουργία τους αντιλήψεις, διευρυμένες αριστερές «συμμαχίες», όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουν περιορισμένη βάση πολιτικών συμφωνιών, περιορισμένο πεδίο ενωτικών πολιτικών συνθέσεων κι οπωσδήποτε περιορισμένη πολιτική δυναμική. Αν μάλιστα στα χάσματα των ασύμπτωτων στρατηγικών και αντιλήψεων φυτρώσει και... «απίστευτο συντροφικό ενδομίσος», για το οποίο κάνει λόγο σε πρόσφατο άρθρο του ο Δημήτρης Σεβαστάκης (Ελευθεροτυπία, προ-εκτάσεις, 9.12.2009), τότε βρισκόμαστε ήδη στο μάτι του κυκλώνα... και με τον εχθρό όντως εντός των τειχών.

Που, εντέλει, σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ, ως έχει, δεν μπορεί να «περπατήσει» κι ούτε μπορεί, πολύ περισσότερο, να πραγματώσει το όραμα της ΣΥΝασπισμένης αριστεράς του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού, του αριστερού ευρωπαϊσμού και του δομικού μεταρρυθμισμού στον τόπο μας.

δ. Διά ταύτα

Εδώ που φτάσαμε, σʼ αυτό μάλιστα το οριακό τέλος της χρεωκοπημένης Μεταπολίτευσης, πρέπει κι εμείς, όπως λέει ο ποιητής, «να λογαριάσουμε κατά πού προχωράμε», αφήνοντας πίσω μας τα δικά μας πολλά «απόνερα» και πρωταγωνιστώντας ως πολιτική και πολιτιστική πρωτοπορία στο άνοιγμα του νέου κύκλου της πολιτικής μας ζωής. Και να λογαριάσουμε όχι μόνο κατά «πού» αλλά και «πώς» προχωράμε.

Για να λογαριάσουμε όμως σωστά, πρέπει να προχωρήσουμε αποφασιστικά πρώτα σε «επανιδρυτική» ανασυγκρότηση του ΣΥΝ μέσα από ανοιχτές συνεδριακές διαδικασίας, άρα βάζοντας στο παιγνίδι τα μέλη μας και τους φίλους μας, όλους δηλ. αυτούς που πεισματικά αντέχουν τη ΣΥΝασπισμική περιπέτεια. Κι αμέσως μετά να αναλάβουμε πρωτοβουλία για τη λειτουργική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η μεγάλη τομή στον ΣΥΝ, που προϋποθέτει ηγετική τόλμη απʼ τον πρόεδρό του, τον Αλέξη Τσίπρα, για ρήξη με τις καθηλωτικές «επιβαρύνσεις» και τις ιδιοτελείς «αδράνειες», αλλά και αντίστοιχη τόλμη απʼ τους καταξιωμένους των «ανανεωτικών» και των «ρευματικών», που σίγουρα έχουν πλήρη συνείδηση των αιτίων της έρπουσας ΣΥΝασπισμικής κακοδαιμονίας, πρέπει να στοχεύει στην ουσιαστική επικαιροποίηση: της ενωτικής στρατηγικής του βάσης, των ταυτοτικών του οριζουσών, της γνήσιας δημοκρατικής του λειτουργίας ως κόμματος των μελών του, της πολιτικής πρότασής του και των στρατηγικών προταγμάτων της ενωτικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς να αποκλείεται και η αλλαγή ονόματος.

Αν πάει καλά αυτό το κρίσιμο εγχείρημά μας, αμέσως πρέπει να ακολουθήσει και η πρωτοβουλία ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, με ξεκάθαρα πια τα προτάγματά του, αυτά δηλαδή που θα ορίζουν χωρίς στρατηγικά ασύμπτωτα την ενωτική του βάση.

Κι υπʼ αυτή την προϋπόθεση, ή θα μετεξελιχτεί με τη συναίνεση όλων, γιατί όχι, σε ένα νέο κόμμα... με ΣΥΝασπισμικά χαρακτηριστικά, ή θα ανασυγκροτηθεί, ως συμμαχικό σχήμα λειτουργικής ενότητας και πολιτικής αποτελεσματικότητας, που σίγουρα δεν θα αυτοδηλητηριάζεται από... «συντροφικό ενδομίσος».

...Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα ήταν «φιλί ζωής» στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ από έναν κόσμο που επιμένει να ψάχνει την πέραν της υπαρκτής σοσιαλδημοκρατίας και του υπαρκτού κομμουνισμού αριστερά των δίσεκτων καιρών μας. Αυτός ο κόσμος δικαιούται να αποφασίσει, μέσα από ανοιχτές και γνήσια δημοκρατικές διαδικασίες, για το μέλλον του πολιτικού τους χώρου.

Κι αυτό, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Γιατί... οι καιροί ου μενετοί.

Αναδημοσίευση από την Αυγή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Οι ρίζες της ελληνοτουρκικής διαμάχης και η οθωμανική φαντασίωση

Νεοκλής Σαρρής

Πολιτικές εξελίξεις και ιδεολογία την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα (Δ΄ ΜΕΡΟΣ)
Με αφορμή το διορισμό της Θάλειας Δραγώνα στο υπουργείο Παιδείας...

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1974 και εδώ υπήρξαν ο καταλύτης για ιδεολογικοπολιτικές μετεξελίξεις στην Ελλάδα που παρασύρουν και το μεγάλο κεφάλαιο της εθνικής ταυτότητας.

Ιστορικά η ταυτότητα αυτή παρά τον φόρτο της πολιτιστικής παρακαταθήκης που εμπεριέχει σημαδεύεται και από την αντιπαράθεσή της προς την «τουρκική» ταυτότητα, ανεξάρτητα αν τρίμματα παγιωθείσας καθημερινής συμπεριφοράς ή/και πρακτικών ενυπάρχουν σε αμφότερες τις ταυτότητες. Η κυριότερη αιτία οφείλεται στο ότι επί αιώνες ο τελευταίος μουσουλμάνος στο οθωμανικό κράτος προηγείτο του πρώτου τη τάξει ρωμιού ορθοδόξου χριστιανού (όπως άλλωστε συνέβαινε και με τους υπόλοιπους μη μουσουλμανικούς λαούς και εθνότητες). Όποια ψιμυθίωση αυτής της κατάστασης, εκτός του ότι είναι ανιστόρητη, είναι και καταγέλαστη. Στον δεύτερο τόμο του έργου του «Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών» ο Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας ομολογεί πως μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου η στάση της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας είχε χροιά της «σουλτανικής περιόδου». Συνεπώς στην πραγματικότητα η επίσημα πια διακηρυγμένη από τον τούρκο υπουργό των εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου νεο-οθωμανική πολιτική (σύμφωνα προς την οποία η Άγκυρα οφείλει σε πραγμάτωση του «στρατηγικού της βάθους να ελέγχει την Ευρωοασιαφρική (sic)», δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ τρεις ηπείρους, έχοντας ως δορυφόρους της όλες τις περιοχές που υπήρξαν κάποτε τμήματα του οθωμανικού κράτους), δεν είναι καινοφανής. Απλώς ενυπήρχε στα πλαίσια των μύχιων πόθων που ήλθαν στην επιφάνεια λόγω των διεθνών συγκυριών από τη μια και της οικονομικής έκρηξης που σημειώθηκε στη χώρα.

Η κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών δεν προήλθε, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, από το πραξικόπημα της χούντας στην Κύπρο ή δεν προήλθε μόνο από αυτό. Στην πραγματικότητα κάποιους μήνες πριν, μια μικρή ομάδα από «τεχνοκράτες» του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών είχε υποβάλει στον Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός, μια έκθεση η οποία αναφερόταν στα «δικαιώματα της Τουρκίας επί του Αιγαίου» τα οποία είχαν καταπατηθεί από την Ελλάδα. Ο Ετζεβίτ, προκειμένου να ικανοποιήσει από τη μια τον δήλο εθνικισμό του και από την άλλη τους στρατιωτικούς με τους οποίους είχε από το πραξικόπημα του 1970 ανοικτούς λογαριασμούς, υιοθέτησε το κείμενο. Το αποτέλεσμα ήταν, τέλη Μαΐου του 1974 (τραγική ειρωνεία, στην επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης), το «υδρογραφικό» σκάφος του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού «Τσανταρλή» με ειδική τελετή να αποπλεύσει από το Καμπάτας του Βοσπόρου προκειμένου να διενεργήσει υδρογραφικές έρευνες. Η ειδική αυτή τελετή ήταν απομίμηση της τελετής με την οποία την ίδια εποχή κάθε χρόνο απέπλεε ο οθωμανικός στόλος για την «Άσπρη θάλασσα», στην οποία συμμετείχαν ο σουλτάνος, ο σαντραζάμης, οι βεζύρηδες και λοιποί αξιωματούχοι. Ο στόλος, αφού διαγούμιζε από τον νησιωτικό χώρο τους φόρους και τα διάφορα δοσίματα, επέστρεφε κατά Σεπτέμβριο μήνα. Έτσι λοιπόν, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας (του ναυάρχου Κορουτούρκ), του πρωθυπουργού και άλλων επισήμων το υδρογραφικό σκάφος απέπλευσε. Όπως παρατηρεί ο Bilal Simsir, επί σειράν ετών επικεφαλής του τμήματος τεκμηρίωσης και αρχείων του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και συγγραφέας πολλών βιβλίων και επίσημων συλλογών με αρχειακό υλικό, στον πρόλογο του δίτομου έργο του «Το πρόβλημα του Αιγαίου», το «Τσανταρλή» δεν απέπλευσε για να διεξάγει έρευνες στο Αιγαίο, αλλά για να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία επί του Αιγαίου.

Ο ίδιος συγγραφέας παρατηρεί ότι η Ελλάδα δημιουργήθηκε στη θάλασσα και ότι από την πρώτη μέρα οι στασιαστές (sic) είχαν παρατάξει έναντι του οθωμανικού στόλου έναν δικό τους στόλο. Το πρόβλημα ήταν η επίτευξη της ναυτικής ισχύος (sea power, στις μέρες μας air-sea power). Η ισχύς αυτή, κατά τον περίφημο ναύαρχο John Hamilton, είναι η ικανότητα μιας χώρας με το ναυτικό της (και σήμερα και με την αεροπορία της) να ασκεί την κυριαρχία μιας θαλάσσιας περιοχής (και του εναέριού της χώρου) διατηρώντας εντός αυτής την πρωτοβουλία κινήσεων έναντι άλλων. Και κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 από την πρώτη ημέρα που εκδηλώθηκε μέχρι τέλους (ενώ κατά ξηρά είχε καμφθεί) διατήρησε τη ναυτική ισχύ της στο Αιγαίο. Ο Simsir ισχυρίζεται ότι μέχρι το 1912 στο Αιγαίο υπήρχε συγκυριαρχία μεταξύ του οθωμανικού κράτους και της Ελλάδας, που ανατράπηκε από τον ναύαρχο Κουντουριώτη με τη ναυμαχία έξω από το ακρωτήρι Έλλη των Δαρδανελίων. Αυτός υπήρξε ο «πρώτος γύρος». Κατά τον ίδιο, τον Μάιο του 1974 άρχιζε ο δεύτερος γύρος που θα έπρεπε να είναι για την Τουρκία νικηφόρος.

Η τουρκοελληνική συγκυριαρχία στο Αιγαίο

Το θέμα της συγκυριαρχίας στο Αιγαίο δεν είναι νέο. Προέκυψε αρχικά ως αποτέλεσμα του Βαλκανικού Πολέμου. Οι νεότουρκοι του κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» προχώρησαν στο εγχείρημά τους όχι για να οδηγήσουν τη χώρα σε συμμαχία με τη Γερμανία, όπως εσφαλμένα είναι γνωστό, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Κινήθηκαν προκειμένου να αποτρέψουν μια λύση του Μακεδονικού που ετοίμαζαν οι σύμμαχοι η οποία προέβλεπε τον διορισμό χριστιανού γενικού διοικητή, δηλώνοντας ταυτόχρονα τη δυσαρέσκειά τους στην προσέγγιση της Γερμανίας από τον σουλτάνο Αμπντουλχαμίτ Β΄. (Συμπληρωματικό αίτιο υπήρξε και η επετηρίδα που είχε σκαλώσει σε υπερήλικες στρατηγούς οι οποίοι εμπόδιζαν την ανέλιξη των πολύ νεωτέρων). Στόχος των κινηματιών ήταν να αναζωογονήσουν τα παλαιά κλέη της συμμαχίας του οθωμανικού κράτους με την Αγγλία και τη Γαλλία (όπως στον Κριμαϊκό Πόλεμο) όταν μάχονταν εναντίον της Ρωσίας. Τους είχε διαφύγει ότι στο μεταξύ οι δυο χώρες είχαν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους με τη Ρωσία σε τέτοιο βαθμό που ο Αμπντουλχαμίτ, προκειμένου να εξευμενίσει τους Άγγλους, τους είχε παραχωρήσει την Κύπρο. Όταν διαπίστωσε ότι οι σύμμαχοι δεν είχαν σκοπό να επανέλθουν στην αρχική τους συμμαχία με το οθωμανικό κράτος, στράφηκε προς τους Γερμανούς, όπως έκαναν τελικά και οι νεότουρκοι.

Όταν όμως εκδηλώθηκε ο Βαλκανικός Πόλεμος, στην κυβέρνηση δεν ήταν οι νεότουρκοι, αλλά ένας ευρύτερος συνασπισμός από την ετερόκλητη αντιπολίτευση (όπως ισλαμιστές και χριστιανικές εθνότητες). Η κυβέρνηση αυτή ανατράπηκε με πραξικόπημα από τους νεότουρκους, οι οποίοι πρόσβλεπαν, όπως αναφέρθηκε, στους Δυτικούς συμμάχους. Τότε Αγγλία και Γαλλία, με διακοίνωσή τους προς την ελληνική κυβέρνηση, ζήτησαν την επιστροφή της Ίμβρου και Τενέδου που ήταν εγγύς των στενών (η Ρωσία, με ξέχωρη ανακοίνωση, εκτός από τα δύο αυτά νησιά αξίωνε την επιστροφή και της Λήμνου και της Σαμοθράκης) και την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων προς επιβολή καθεστώτος ελληνοτουρκικής συγκυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι διαπραγματεύσεις αυτές άρχισαν, αλλά σε λίγο διακόπηκαν όταν το οθωμανικό κράτος εξήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ουσιαστικά οι διακοπείσες διαπραγματεύσεις επανάρχισαν τον Ιούλιο του 1997 στη Μαδρίτη όταν στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής των μελών του ΝΑΤΟ και υπό την καθοδήγηση της αμερικανίδας υπουργού των Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ, συναντήθηκε ο έλληνας πρωθυπουργός Κώστα Σημίτης με τον τούρκο Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και ο πρώτος αναγνώρισε «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο» ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια μελλοντική συγκυριαρχία. Με την προϋπόθεση ότι θα είχαν ασκηθεί αφόρητες πιέσεις από την Ολμπράιτ, μπορούσε η Ελλάδα να συμπληρώσει την παραπάνω δήλωση με τη φράση «όσο νόμιμα και ζωτικά είναι τα συμφέροντα της Ελλάδας στα Στενά και τη Μαύρη Θάλασσα». Και αυτό δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος τόσο της Διεθνούς Σύμβασης περί Στενών της Λωζάννης (1923), όσο και της παρόμοιας Σύμβασης του Μοντρέ (1936) που θα μπορούσαν ρητά να μνημονευτούν και να αναφερθούν στη δήλωση.

Η συγκυριαρχία όμως στο Αιγαίο στις αρχές του 20ού αιώνα είχε νόημα. Γιατί η λεπτή εδαφική λωρίδα που εκτείνεται κατά μήκος των παραλίων της Δυτικής Μικράς Ασίας (Ιωνία, Καρία κ.λπ.) κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από ρωμιούς χριστιανούς, δηλαδή ο πληθυσμός ήταν ακριβώς ο ίδιος σε σύνθεση με τον πληθυσμό των νησιών. Στην πράξη η Τουρκία πραγματοποίησε την εθνοκάθαρση στη Μικρά Ασία και εξαφάνισε τους γηγενείς Ρωμιούς απαιτώντας συγκυριαρχία στο Αιγαίο. Έτσι όπως έγινε με την Ανατολική Θράκη της οποίας ο πληθυσμός μέχρι το 1912 ήταν κατά πλειοψηφία ελληνικός - σε αναλογία που θύμιζε τον πληθυσμό της Πελοποννήσου το 1821. Και εκεί η περιοχή υπέστη εθνοκάθαρση, οπότε το αίτημα πλέον είναι η συγκυριαρχία και της Δυτικής Θράκης (διά μέσου της διαχείρισης της εκεί μειονότητας). Το ίδιο ακριβώς που συνέβη στην Κύπρο, όπου με (και από) την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε μια βίαιη εθνοκάθαρση στο υπό κατοχήν τμήμα της μεγαλονήσου και ένας χυδαίος και προκλητικός εποικισμός από την Τουρκία. Οπότε με τα διάφορα σχέδια Ανάν ή τις κυοφορούμενες λύσεις προβλέπεται μια τουρκική συγκυριαρχία σε όλη την έκταση της Κύπρου.

Συγκυριαρχία και στην ελληνική Θράκη και στην Κύπρο

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1954 ο καθηγητής Νιχάτ Ερήμ (που ανήκε στην αντιπολίτευση) σε άρθρο του δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Χαλκτσή», όργανο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, αναφερόμενος σε κινήσεις Ελληνοκυπρίων για αυτοδιάθεση, τόνιζε ότι «για το συμφέρον του ελευθέρου κόσμου» (μπροστά δηλαδή στον από Βορρά κίνδυνο) θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ελληνοτουρκική συγκυριαρχία στην Κύπρο η οποία θα έπρεπε να επεκταθεί και στα νησιά του Αιγαίου που απέχουν 50 μίλια από τις μικρασιατικές ακτές, δηλαδή αυτό που και σήμερα διεκδικείται από την Τουρκία και το οποίο οριοθετείται από τον 25ο Μεσημβρινό ο οποίος καθώς τέμνει κάθετα την Ελλάδα στα δύο προεκτείνεται προς Βορράν και περιλαμβάνει και την ελληνική Θράκη! Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο πρόσωπο υπήρξε ο «πατέρας» της λύσης που τελικά δόθηκε στη Ζυρίχη και το Λονδίνο στο Κυπριακό. Ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές προσέλαβε τον Ερήμ ως σύμβουλο (όπως και ο Καραμανλής τον Θεμιστοκλή Τσάτσο, πατέρα του Δ. Τσάτσου, ο οποίος ανήκε και αυτός στην αντιπολίτευση). Η συνεργασία του Ερήμ με τις βρετανικές αρχές (και από ένα σημείο και μετά και με την κυβέρνηση των ΗΠΑ) υπήρξε απόλυτη. Όλες οι «συνταγματικές προτάσεις» που προήλθαν από τη βρετανική πλευρά (σχέδιο Ράντγκλιφ 1956, Μακ Μίλλαν 1958) είχαν ως εμπνευστή τον Νιχάτ Ερήμ ο οποίος είχε ανασύρει ένα «συνταγματικό σχέδιο» που είχαν εκπονήσει οι νεότουρκοι με τους Αυστριακούς και Γερμανούς το 1911 προκειμένου να το εφαρμόσουν στην (ενιαία) Μακεδονία όπως και στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε αντί της λαϊκής κυριαρχίας την κυριαρχία των «εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων» εμπνευσμένο από τη δομή του οθωμανικού κράτους. Αυτό ακριβώς το σχέδιο αποτέλεσε και τον κορμό της συμφωνίας της Ζυρίχης (εν αγνοία όμως της ελληνικής πλευράς για την προέλευσή του!).

Δύο χρόνια πριν από τον Ερήμ ο διεθνολόγος Μεχμέτ Σακά υποστηρίζει τη διδακτορική του διατριβή στον γάλλο καθηγητή Ρουσσώ με τίτλο «Τα τουρκικά δίκαια στο Αιγαίο» στην οποία προτείνει την εκμίσθωση για 90 χρόνια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στην Τουρκία. Η Ελλάδα κατ' αυτόν τον τρόπο «θα αποδείξει ότι είναι ειλικρινής (sic) στην τουρκοελληνική φιλία» και ταυτόχρονα θα αποκτήσει τη στρατιωτική προστασία της Τουρκίας! Αξίζει να προστεθεί πως το πόνημα αυτό του Σακά μετά μισό αιώνα διανέμεται στα τουρκικά σχολεία ως βοηθητικό διδακτικό βιβλίο.

(Το πέμπτο μέρος θα δημοσιευτεί στο επόμενο φύλλο).

* Ο Νεοκλής Σαρρής είναι ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος της ΕΔΗΚ.

Αναδημοσίευση από Το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-12-09

 

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Το ξεχασμένο «άθλημα αληθείας»

Χρήστος Γιανναράς

Ετι κι έτι το ερώτημα: Πώς γεννιέται, πώς προκύπτει μια Γιορτή; Το καταγωγικό γεγονός πρέπει να είναι έκρηξη συλλογικής χαράς και η χαρά να αναβιώνει, πάντοτε εκρηκτική, σε κάθε επέτειο της πρώτης έκπληξης. Σήμερα στην Ελλάδα θα στήναμε Γιορτή, αν κάπου στο υπέδαφος της γης μας εντοπιζόταν κοίτασμα πετρελαίου ή φλέβα χρυσού. Το χρήμα μάς δίνει χαρά, το χρήμα θα γιορτάζαμε.

Κάποτε ο ελληνικός ή εξελληνισμένος κόσμος, γύρω από τη Μεσόγειο, κυνηγούσε άλλες χαρές: Πάλευε να βεβαιωθεί αν και κατά πόσο ενδέχεται «αθανατίζειν το θνητόν», «μετασχείν αθανασίας το ανθρώπινον γένος», «της αθανασίας μεταλαμβάνειν». Και «αθανασία» δεν σήμαινε απεριόριστη παράταση του βίου ή κάποιαν άσαρκη συνέχιση της ύπαρξης στον εφιάλτη ενός γραμμικά ατέλειωτου χρόνου. Αθανασία σήμαινε ελευθερία της ύπαρξης από τις αναγκαιότητες που επιβάλλει η προκαθορισμένη «φύση» ή «ουσία» του κάθε υπαρκτού, ελευθερία από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο.

Σε αυτό τον κόσμο κατέφθασε άγγελμα χαράς, ευ-αγγέλιο, πρόξενος Γιορτής: Τα πάντα ξεκινάνε να υπάρχουν όχι από ανερμήνευτη αναγκαιότητα, αλλά από την ελευθερία μιας αυτοσυνείδητης έλλογης θέλησης. Σε φάτνη αλόγων, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, η Αιτιώδης Αρχή των υπαρκτών, ο Θεός, φανερώνει την ελευθερία του από τη θεότητά του: Είναι Θεός, όχι επειδή υποχρεώνεται «εκ προηγουμένου λόγου» της θείας φύσης ή ουσίας του να είναι αυτό που είναι. Είναι Θεός επειδή είναι αγάπη, κορύφωμα ελευθερίας – η αγάπη - ελευθερία καθορίζει αυτό που είναι ο Θεός, όχι η θεότητά του. Γι’ αυτό και γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι ελευθερία αγάπης, δηλαδή υπαρκτικά απεριόριστος. Ανθρωπος, Χριστός Ιησούς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες και της ανθρώπινης φύσης ή ουσίας: ανασταίνεται από τους νεκρούς.

Αυτό το άγγελμα το προσλαμβάνει ο Ελληνας όχι σαν μια ακόμη επινόηση ερμηνευτική του οντολογικού αινίγματος, σπουδαιότερη επινόηση από την πλωτινική τριάδα (Εν-Νους-Ψυχή), τις πλατωνικές «Ιδέες», το αριστοτελικό «Πρώτον Κινούν – ταυτότητα νου και νοητού». Προσλαμβάνει το χριστιανικό ευ-αγγέλιο ο Ελληνας και γιορτάζει, σημαδεύει τη διαδοχή των αιώνων η συλλογική έκρηξη της χαράς – δεν συστήνεται ποτέ Γιορτή για φιλοσοφικές επινοήσεις. Το ευ-αγγέλιο είναι μαρτυρία μιας ανοιχτής σε επαλήθευση ιστορικής εμπειρίας: Επώνυμα πρόσωπα, με συγκεκριμένο σε τόπο και χρόνο εντοπισμό, «επόπται γεννηθέντες» των γεγονότων για τα οποία μαρτυρούν, αναλαμβάνουν να καταγράψουν τα όσα είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τα αφτιά τους και ψηλάφησαν τα χέρια τους.

Δεν καταπίνεις εύκολα οποιοδήποτε θρησκευτικό ιδεολόγημα όταν έχεις πίσω σου (ή μάλλον μέσα σου, στην παιδεία σου) Πλάτωνα και Αριστοτέλη και Πλωτίνο. Ούτε γιορτάζεις χαζοχαρούμενα, αν δεν ανοίγεται μπροστά σου η δυναμική της εμπειρικής επαλήθευσης των όσων προσλαμβάνεις. Η Γέννηση του Χριστού, ενανθρώπιση του απροσπέλαστου Θεού, γίνεται για τον Ελληνα, επί αιώνες, γιορτινή έκρηξη χαράς, επειδή η πιστοποίηση του γεγονότος είναι ανοιχτή, προσφέρεται μέσα από το άθλημα της σχέσης. Το άθλημα το γνωρίζει ο Ελληνας, ξέρει ότι ψηλαφούμε την αλήθεια όχι μέσα από πληροφορίες (αυτό ισχύει μόνο για τα ιδεολογήματα), αλλά μόνο «κατά μετοχήν», όταν μετέχουμε στον τρόπο του αληθούς, στην πραγματοποίηση του αληθεύειν. Ο εκχριστιανισμός των Ελλήνων δεν αντιπροσωπεύει αλλαγή θρησκευτικών «πεποιθήσεων», αλλά αλλαγή υπαρκτικού στόχου: Από το «άθλημα αληθείας» που ήταν η μετοχή στην Εκκλησία του Δήμου, πέρασαν στο «άθλημα αληθείας» που ήταν η Εκκλησία του ευχαριστιακού σώματος.

Κάποτε η συνέχεια της Γιορτής έσπασε. Το πώς και γιατί, είναι ερώτημα που συνοψίζει την τραγωδία του όψιμου, αφελληνισμένου Ελληνισμού και που οι Ελληνόφωνοι το απωθούμε ή το ξορκίζουμε με αφελείς δογματισμούς. Πάντως, δεν γιορτάζουμε πια Χριστούγεννα, ρεαλισμό επενδύσεων στην ελευθερία από τη θνητότητα – η θεσμοποιημένη επετειακή επανάληψη της Γιορτής δεν είναι έκρηξη χαράς. Γαντζωνόμαστε σε υποκατάστατα, μικροαπολαύσεις λησμοσύνης του θανάτου: Κάτι να χαρίσουμε, κάτι να μας χαρίσουν, να ευχηθούμε, να μας ευχηθούν, να ζωντανέψει η αλήθεια της ζωής ως σχέσης στην ανεμελιά των παιδιών, στην όση ζεστασιά της οικογένειας ή της φιλίας, σε όποιο ξέφτι κοινωνίας απομένει στην εγωκεντρική βιοτή μας.

Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά από τη στιγμή που απεμπόλησε την ταυτότητά του: την προτεραιότητα των «κοινών», την ταύτιση του κοινωνείν με το αληθεύειν, τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας ως πρώτο ζητούμενο. Με αυτή την ταυτότητα έδωσε ο Ελληνισμός γλώσσα στο χριστιανικό ευ-αγγέλιο, το έκανε Εικόνα, ποίηση, μέλος, δραματουργία, φιλόσοφο λόγο, θεσμό επισκοπής, ενορίας, συνόδου. Μια ατομοκεντρική συλλογικότητα μόνο ψευδωνύμως μπορεί να λέγεται ελληνική και μια ατομοκεντρική θρησκευτικότητα δεν έχει την παραμικρή σχέση με το εκκλησιαστικό γεγονός.

Από τη Γιορτή των Χριστουγέννων μας χωρίζει «χάσμα μέγα», αγεφύρωτο, διαφοράς τρόπου της ύπαρξης. Την εκκλησιαστική Εικόνα την αντικαταστήσαμε με θρησκευτικές ζωγραφιές, τη δραματουργία με εθιμοτυπικά στερεότυπα, το εκκλησιαστικό μέλος με συναισθηματικές καντάδες ή μουσειακά ιδιότυπα ακούσματα, την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική με τσιμεντένιες τούρτες τερατώδους ακαλαισθησίας. Ολα πια στοχεύουν στο άτομο: να το εντυπωσιάσουν, να το συγκινήσουν, να το διδάξουν, να το υποβάλουν. Το κήρυγμα, η κατήχηση, αποκομμένα από το εκκλησιαστικό γεγονός, υπηρετούν αποκλειστικά την ατομοκεντρική, ενστικτώδη θρησκευτικότητα. Ποια χαρά Γιορτής να προκύψει, όταν η ζωή είναι εγκλωβισμένη στο εγώ, στη μονοτροπία της φθοράς, της θνητότητας, στην αλογία μεταφυσικών εκζητήσεων ατομικής σωτηρίας, ατομικών αξιομισθιών;

Κάθε φορά που ενθρονίζεται νέος αρχιεπίσκοπος αναθαρρεύουν οι ελπίδες: Δεν μπορεί, αυτός κάτι θα έχει διδαχθεί από τη νέκρα ή την παρδαλή εντυπωσιοθηρία των προκατόχων του. Κάτι θα καταλαβαίνει από τη ζωτική, κατεπείγουσα ανάγκη να αποκαταστήσει εκκλησιαστική λατρεία αντί για θρησκευτικο-μαγικές ιερουργίες, εκκλησιαστικό κήρυγμα αντί για θρησκευτικά, ηθικολογικά φληναφήματα, κατήχηση, μύηση στην ποίηση, στην Εικόνα, στην εκκλησιαστική άσκηση, όχι «διδακτικές» παιδαριωδίες. Να ξαναγίνει η ενορία λαϊκό σώμα, να πάψει να είναι το ανάλογο παραρτημάτων του ΙΚΑ. Να γνοιαστεί για τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που βιώνουν οι κληρικοί του, να είναι συλλειτουργός, όχι διοικητής.

Και κάθε φορά οι ελπίδες καταρρέουν. Ισως για να «τελειούται η δύναμις» της ελπίδας «εν ασθενεία». Ισως γιατί «χάσμα μέγα» μας χωρίζει από το ευ-αγγέλιο και η οδύνη της ορφάνιας είναι γέφυρα επανασύνδεσης.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Δυσεύρετη γιορτή

Χρήστος Γιανναράς

ΣΤΗ ΛΙΓΗ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΟΜΕΙΝΕ, εδαφικά ελάχιστη και ποιοτικά αδιόρατη, οι λίγοι γιορτάζουν Χριστούγεννα σήμερα. Οι πολλοί έχουν απλώς αργία, δεν καταλαβαίνουν γιορτή. Η συνήθεια διατηρεί κάποιο νεκρό διάκοσμο, μιαν επίφαση χαράς σε ψυχές αδιάβροχες από το θαύμα. Το μέτρο της νέκρας, της χαμένης γιορτής, το δίνουν οι δήθεν γιορταστικές εκπομπές της τηλεόρασης: σπαραχτική θλίψη μιας ζωώδους νηπιότητας ή υπανάπτυξης, πού ακκίζεται δήθεν ευφρόσυνα για να ξεγελάσει την πραγματικότητα του κενού στις ψυχές.

     Το ρίγος της έκπληξης για τη ζωή που ντύθηκε σάρκα φθαρτή για να νικήσει το θάνατο, το γιορτινό αυτό ρίγος πού κάνει τα Χριστούγεννα πανηγύρι χαράς, είναι πια προνόμιο των λίγων. Μέσα στον σημερινό πολιτιστικό εκβαρβαρισμό, οι χριστιανοί είναι μια ελάχιστη κρυμμένη αριστοκρατία. Οι πολλοί δεν υποψιάζονται αν υπάρχει και τι αντιπροσωπεύει. Δεν έχουν μέτρα πολιτισμού οι πολλοί, μέτρα ποιότητας της ζωής. Και καταπώς λέει ό Ελύτης, δεν ξέρουν να μετράνε τη σημασία των κοινωνιών από το «πόση ευγένεια παράγουν ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως η δική μας κοινωνία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων».

     Σήμερα θεωρούμε πολιτισμό και πρόοδο την αφελή και συμπλεγματική καύχηση για το κενό, για το τίποτα. Με αποδεικτικότητα μικρονοϊκού μύωπα, καυχόμαστε πώς όλα υπάρχουν τυχαία, πως ο άνθρωπος είναι μόνο ένας εξελιγμένος πίθηκος, πως μοναδικό νόημα του βίου είναι ο οργασμός, μαζί και η βρώση, η πέψη και η αφόδευση. Είναι η «προοδευτική» στάση. Που μεταβάλλει την κοινωνία των προσώπων σε αγέλη εγωκεντρικών αδηφάγων ατόμων, ξεθεμελιώνει την πολιτική από τις κοινωνικές της προτεραιότητες, παραμορφώνει την οικονομία από κοινωνία της χρείας σε ακοινώνητη συναλλαγή.

     Χριστούγεννα σήμερα, και σκέφτομαι ότι εδώ, στην ελληνική Ανατολή, η χριστιανοσύνη σώζει ακόμα ένα συγκλονιστικό προνόμιο: αυτό που οι πολλοί ανίδεοι αποκαλούν χλευαστικά «τυπολατρία». Μπαίνεις σε μιαν εκκλησιά, και πιθανόν ο παπάς δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά που τελεί ή τα αλλοιώνει σε προσκοπική παιδαριώδη ηθικολογία. Πιθανόν οι ενενήντα εννέα στους εκατό που είναι εκεί συναγμένοι ούτε υποψιάζονται τι λέγεται και τι τελείται μέσα στην εκκλησιά. Όμως για τον ένα, τον υποψιασμένο, αυτή η σταθερή και αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες επανάληψη, η έκπαγλη αρχαϊκή ποίηση των ύμνων, η τραγική αποκαλυπτικότητα του τυπικού είναι το θαύμα, η φανέρωση των ουσιωδών της ζωής, η αψιά γεύση της νίκης καταπάνω στο θάνατο.

«Ἥκεις πλανῆτιν πρός νομήν ἐπιστρέφων
Τήν ἀνθοποιόν ἐξ ἐρημαίων λόφων.
Ἀνήρ φανείς τε και Θεός προμηθείᾳ
Ὁ φῶς κατοικῶν καί φάτνην παρ’ ἀξίαν
Λαούς πρός ὓμνον ἐξανίστησι χάρις».

     Δοξάστε, φίλοι, και γιορτάστε την όντως εορτή, τη χαμένη για τούς πολλούς και δυσεύρετη για τούς λίγους.

25.12.1992

Απ’ το βιβλίο: Χρήστος Γιανναράς, Εορτολογικά παλινωδούμενα, Εκδόσεις Ακρίτας

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Για την υπεράσπιση της εθνικής μας συνείδησης

Μίκης Θεοδωράκης

Σʼ αυτή την ιστορική καμπή που βρισκόμαστε, τρία είναι τα κύρια μέτωπα στα οποία οφείλουμε να πάρουμε σαφή στάση:

Το πρώτο αφορά την Κύπρο και το σχέδιο Ανάν. Το δεύτερο αφορά τα Σκόπια και το όνομα «Μακεδονία». Και το τρίτο την υπεράσπιση της ελληνικότητας μπροστά στην επίθεση που δέχεται από ελληνικές και διεθνείς οργανωμένες δυνάμεις.

1) Κύπρος: Παρά το ότι ο ελληνοκυπριακός λαός απέρριψε το Σχέδιο Ανάν με μεγάλη πλειροψηφία (70%), εν τούτοις τόσο μέσα στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα υπάρχουν πρόσωπα και δυνάμεις που συνωμοτούν, ώστε με την δημιουργία καταλλήλων συνθηκών να το επιβάλουν τελικά, μιας και η επικράτησή του εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στόχο της πολιτικής των ΗΠΑ, που θέλουν μʼ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσουν ένα σημαντικό στρατηγικό έρεισμα για τα άμεσα και μακροπρόθεσμα σχέδιά τους στην Μέση Ανατολή.

Είναι ανάγκη λοιπόν να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε να ακουστεί η φωνή της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που δεν συμφωνεί στην εφαρμογή αυτού του Σχεδίου, το οποίο είναι αντίθετο με τα συμφέροντα της Κύπρου και ειδικότερα των Ελληνοκυπρίων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού Έθνους.

2) Σκόπια: Δεν θα πρέπει να έχει για μας καμμιά απολύτως σημασία το γεγονός ότι τα έχουν ήδη αναγνωρίσει με το όνομά τους πολλά κράτη δια διάφορους εμφανείς λόγους. Στην πραγματικότητα όσοι το κάνουν, αγνοούν ή και περιφρονούν την ιστορική αλήθεια. Άγνοια ασυγχώρητη, που οδηγεί στην ουσιαστική γελοιοποίησή τους. Το γεγονός και μόνο ότι έτσι θα νομίζουν ότι με την επιλογή τους αυτή θα συνυπάρχουν με τα τρισέγγονα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θα αποτελεί γιʼ αυτούς αιτία χλευασμού και υποτίμησης της σοβαρότητάς τους. Και υποθέτουμε ότι είναι περιττό να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του ίδιου του πρώην Προέδρου των Σκοπίων κ. Γκλιγκόρωφ, ότι δηλαδή οι Σκοπιανοί είναι Σλαύοι , η εθνικότητά τους Σλαυική και η γλώσσα τους ένα μείγμα Σλαυικής και Βουλγαρικής διαλέκτου.

Εκείνο όμως που θα πρέπει να μας αφορά ως Έλληνες, είναι το γεγονός ότι ορισμένοι ηγέτες των Σκοπιανών αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το όνομα «Μακεδονία», ανακηρύσσοντας τους εαυτούς τους ως μοναδικούς απογόνους-κληρονόμους της αρχαίας Μακεδονίας, του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με το εύρημα της «Μακεδονίας του Αιγαίου» να διεκδικούν χωρίς ντροπή τα εδάφη της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας από δύση σε ανατολή χαράζοντας σαν σύνορα στον νότο τις παρυφές του Ολύμπου! Φτάνουν στο σημείο μάλιστα να διατείνονται ότι η Θεσσαλονίκη, που την προορίζουν ως πρωτεύουσά τους, βρίσκεται σήμερα υπό ελληνική κατοχή!

Πρόκειται για ένα βλακώδες, αισχρό και προσβλητικό παραλήρημα, απέναντι στο οποίο το μόνο που ταιριάζει σʼ έναν υπεύθυνο λαό και ένα υπεύθυνο κράτος είναι η απόλυτη περιφρόνησή. Που σημαίνει ότι δεν δεχόμαστε καμμιά σχέση και ακόμα πιο πολύ καμμιά συζήτηση μαζί τους. Είτε μόνοι μας είτε με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ όπως γίνεται σήμερα. Και το μόνο που οφείλουμε να πράξουμε είναι να δηλώσουμε καθαρά ότι εμείς δεν πρόκειται ποτέ να τους χαρίσουμε το όνομα «Μακεδονία» και ότι δεν θέλουμε να έχουμε καμμιά σχέση οικονομική και διπλωματική μαζί τους.

Κλείνουμε τα σύνορα. Και δεν καταδεχόμαστε ούτε να τους εμποδίσουμε να μπουν στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης, που τόσο πολύ επιθυμεί την παρουσία ανάμεσά τους των γνήσιων απογόνων του ... Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ας τους χαίρονται λοιπόν, μιας και στην πραγματικότητα απολαμβάνουν την πλήρη εύνοια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που έχουν ήδη μεταβάλει μαζί με το Κόσοβο και τα μισά Σκόπια σε μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές τους βάσεις στον κόσμο. Με άλλα λόγια αποτελούν ήδη ένα στρατηγικής σημασίας προτεκτοράτο των ΗΠΑ και για τον λόγο αυτόν οι απειλές τους με στόχο τα εδάφη μας θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπʼ όψιν.

Μετά από όλα αυτά η συμμετοχή μας στις διαδικασίες που μας επιβάλλονται άνωθεν για δήθεν σύνθετες ονομασίες για όλες τις χρήσεις και πράσινα άλογα -γιατί αυτό που θα γίνει τελικά είναι να παραμείνει το όνομα «Μακεδονία»- αποτελεί απαράδεκτη υποχώρηση, που θίγει την σοβαρότητα και την αξιοπρέπειά μας. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά ότι.η στάση αυτή δεν ταιριάζει σε λαούς όπως ο δικός μας, που είχε το θάρρος να αντιταχθεί στους ισχυρούς σε δύσκολες και κρίσιμες περιόδους προστατεύοντας την ιστορία του, την τιμή και την υπερηφάνεια του.

3) Το τρίτο και σημαντικότερο εθνικό πρόβλημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει, είναι η αποκάλυψη και καταγγελία στον ελληνικό λαό των κύκλων, ομάδων και οργανώσεων που σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς επιδιώκουν την κατεδάφιση της ελληνικότητας.

Μεταξύ των διεθνών οργανώσεων πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε το «Ίδρυμα Σόρος», που συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων των δυνάμεων που αποφάσισαν την διάλυση της Γιουγκοσλαυίας, τον πόλεμο στην Γεωργία και την αποσύνθεσή της, την υποταγή στη Δύση της Ουκρανίας και που σήμερα αναμοχλεύουν τους εθνικισμούς στην Αλβανία προετοιμάζοντας το όραμα για την Μεγάλη Αλβανία με τη δημιουργία του Κοσόβου και με στόχο την Ήπειρο (Τσαμουριά) αλλά και στα Σκόπια με την ενίσχυση της προβολής της «Μακεδονίας του Αιγαίου».

Όσον αφορά τη χώρα μας, με στόχο το χτύπημα της ελληνικότητας αποβλέπουν στην αποδιοργάνωση της συνοχής του ελληνικού έθνους ξεκινώντας από την παραμόρφωση ιδιαίτερα της σύγχρονης ιστορίας μας -πριν, κατά και μετά την επανάσταση του 1821- και την εξάλειψη του ελληνικού πολιτισμού, παραδοσιακού και σύγχρονου.

Ορισμένοι Έλληνες, ουσιαστικοί πράκτορες αυτών των ύποπτων διεθνών οργανώσεων εργάζονται εδώ και πολύ καιρό συστηματικά. Έχουν διεισδύσει μέσα στους πλέον σημαντικούς και ευπαθείς τομείς της κοινωνικής μας ζωής, όπως η Παιδεία, η εξωτερική πολιτική, τα ΜΜΕ, καθώς και στους κομματικούς χώρους έχοντας ήδη κατορθώσει να σταθεροποιήσουν ένα σημαντικό προγεφύρωμα με την οικονομική ενίσχυση των ξένων και στηριζόμενοι στην άγνοια των πολλών και στην αποσιώπηση εκ μέρους των οπορτουνιστών έχουν ήδη προξενήσει μεγάλες βλάβες στην παραδοσιακή συνοχή του λαού μας τουλάχιστον ως προς τις παραδοσιακές του αξίες, που τον έκαναν να είναι αυτός που είναι. Σε πείσμα όλων των δεινών που κατά καιρούς δοκιμάζουν την αντοχή του.

Επομένως η καλλιέργεια του πατριωτισμού αποτελεί σήμερα την μοναδική απάντηση, ώστε ο λαός μας να μπορέσει να αποκρούσει ενημερωμένος, ενωμένος και άγρυπνος αυτό το σατανικό σχέδιο ξεσκεπάζοντας και απομονώνοντας τους εχθρούς του, όποιοι και αν είναι και όπου κι αν βρίσκονται.

Αρκετά κοιμηθήκαμε έως τώρα. Καιρός να ξυπνήσουμε, να εγερθούμε, να εξεγερθούμε και ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε όπως αρμόζει τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν την ιστορία, τον πολιτισμό, το ήθος, τις παραδόσεις και τελικά την ακεραιότητά μας.

Αθήνα, 21.12.2009

 


Το κείμενο εστάλη στο Στέφανο Ληναίο, μαζί με την επιστολή:

Αγαπητέ μου Στέφανε,

Προχτές το βράδυ στην ΝΕΤ ο Νίκος Δήμου στην εκπομπή «Στα άκρα» επαναλάμβανε τις γνωστές απόψεις Ρεπούση-Λιάκου-Κουλούρη-Άννας Φραγκουδάκη και του νέου «φρούτου», της κ. Δραγώνα, βουλευτού του ΠΑΣΟΚ και «ειδικής γραμματέως του Ενιαίου Διοικητικού Τομέα Θεμάτων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων» δηλαδή στην καρδιά της διαμόρφωσης της σκέψης, των γνώσεων και του ήθους των Ελλήνων του μέλλοντος. Στην συμμορία συμμετέχει και ο κ. Νίκος Μουζέλης, σύζυγος της κ. Θ. Δραγώνα, καθηγητής του LSE (?) και επιστημονικός υπεύθυνος του «Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ»!!! Άλλο ένα πόστο-κλειδί. Το 1999 συναντάμε την κ. Δραγώνα μαζί με τους «επιφανέστερους Έλληνες αναθεωρητές ιστοριογράφους» σε διεθνές συνέδριο στην Χάλκη του CDRSEE (Κέντρο για την Δημοκρατία και την Συμφιλίωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη) και του ΕΛΙΑΜΕΠ (έδρα του κ. Βερέμη) με θέμα την «Εθνική Μνήμη» (δηλ. λέω εγώ, «πώς θα καταργήσουμε την εθνική μας μνήμη»). Η κ. Δραγώνα στο βιβλίο της «Τι είνʼ η πατρίδα μας;» πιάνει τον ... ταύρο από τα κέρατα (θαύμασε ύφος γραφής): «Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχθήκαμε για να κονομήσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων». (Τρέμετε άθλιοι «κονομάκηδες» Σεφέρη και Ελύτη, που στην ομιλία σας κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ υμνήσατε την συνέχεια του ελληνικόυ έθνους από τον Όμηρο έως σήμερα). Στο εν λόγω βιβλίο της η σύμβουλος της κ. Άννας Διαμαντοπούλου αναφέρει σχετικά: «Η αρχαιότητα χρησιμοποιείται σαν πρότυπο υπεριστορικό (!) με αποτέλεσμα να «αποδεικνύει» την αναξιότητα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτισμού της».

Επίσης το Έθνος περιγράφεται ως «οντότητα υπερχρονική και στατική» με αποτέλεσμα να ναρκοθετείται η έννοια της εξέλιξης και να καλλιεργούνται αντίθετα με τις αξίες της εποχής μας εθνοκεντρισμός και ξενοφοβία».

Ο μόνος που απάντησε δημοσίως σʼ αυτά απʼ ό,τι γνωρίζω, είναι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σε τελευταίο άρθρο του στα «ΝΕΑ», ο οποίος προς τιμήν του απαντώντας σε σχετικό με τα παραπάνω άρθρο της κ. Άννας Φραγκουδάκη, στενής φίλης και ομοϊδεάτισσας της ειδικής γραμματέως του υπουργείου Παιδείας: «Η κ. Φραγκουδάκη θεωρεί πως κάθε αναφορά σε πατρίδα, πατριωτισμό, έθνος είναι συντηρητική, δεξιά και σχεδόν φασιστική πολιτική (...). Έτσι καλό θα είναι να απαλειφθούν από τα σχολικά βιβλία όλα τα ποιήματα, τα διηγήματα και τα δοκίμια που αναφέρουν θετικούς χαρακτηρισμούς ως έννοιες «πατρίδα», «έθνος». Πρέπει ευθύς να αφαιρεθούν από τα σχολικά εγχειρίδια όλες οι αναφορές που υπάρχουν στο έργο του Σολομού και ιδίως στον πατριδοκαπηλικό «Ύμνο εις την Ελυθερίαν» στις έννοιες «πατρίδα» και «έθνος». Αν δεν γίνεται να καταχωνιαστεί η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρηγόπουλου, καλό θα είναι να καεί. Οπωσδήποτε όμως θα πρέπει να καεί και μάλιστα δημοσίως το φασιστικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Για την Πατρίδα». Να εξοβελισθούν τα δεκατετράστιχα του Παλαμά «Πατρίδες» (...). Εντός σύντομης προθεσμίας πρέπει να αλλάξουν όνομα η ποδοσφαιρική ομάδα «Εθνικός», το «Εθνικό Θέατρο», η εφημερίδα «Έθνος», το «Πατριωτικό Ίδρυμα», το «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών», το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η Εθνική Λυρική Σκηνή κλπ. κλπ.»

Όπως καταλαβαίνεις, μπροστά σʼ αυτή την βαρυχειμωνιά που μας προέκυψε ξαφνικά, ένας μονάχα κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη. Εκτός πια κι αν όλοι οι Έλληνες, ανώνυμοι και επώνυμοι, έχουν περιπέσει σε χειμερία νάρκη ή έχουν (έχουμε) χάσει τα ανακλαστικά μας ως Έλληνες πατριώτες...

Νομίζω ότι ήρθε ο καιρός, πρώτον να ενημερώσουμε όσο γίνεται πιο πλατειά, πιο υψηλά και πιο βαθειά τους Έλληνες πολίτες, ανεξάρτητα από μόρφωση, ιδιότητα, ειδικότητα, επάγγελμα και αξίωμα. Δεύτερον να αποκαλύψουμε τη συνωμοσία και τους συνωμότες έναν-έναν, να αποκαλύψουμε τις απόψεις, τις προσπάθειες, τις πράξεις και τα έργα τους και κυρίως αυτούς που κρύβονται πίσω τους, που φαίνεται ότι είναι τόσο ισχυροί και επικίνδυνοι, ώστε να έχουν ως τώρα κατορθώσει να τους προωθήσουν στα νευραλγικότερα σημεία της εθνικής μας ζωής και ειδικά στην Παιδεία, στα ΜΜΕ, ακόμα και στο Κέντρο όπου σχεδιάζεαι η εξωτερική μας πολιτική, στο Υπουργείο Εξωτερικών! Τρίτον, να προβάλουμε τις λεπτομερείς αποκαλύψεις του «ΑΡΔΗΝ» για την ΕΛΙΑΜΕΠ, που φαίνεται ότι παίζει τον ρόλο της ραχοκοκκαλιάς απʼ όπου εκπορεύονται οι ειδικευμένες ομάδες των συνωμοτών. Τέταρτον, να περάσουμε όσο γίνεται περισσότερο στην αντεπίθεση, αφού πρώτα πεισθούν όλοι ότι η πατρίδα μας αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο στην ιστορία της, γιατί αυτή τη φορά προέρχεται από τα μέσα και όχι από έξω, όπως έως τώρα.

Δεν αντιμετωπίζουμε εχθρικούς στρατούς με όπλα που τραυματίζουν και σκοτώνουν τα σώματα αλλά την ψυχή μας! Γιατί έχουμε μέσα στο σώμα μας έναν καρκίνο, που αν τον αφήσουμε να γενικευθεί, το αποτέλεσμα θα είναι να καταστραφούν τα ευαίσθητά μας «όργανα», δηλαδή οι αξίες, πάνω στις οποίες στηρίζεται η ίδια η ζωή του «σώματος», που είναι η ελληνική κοινωνία, η ελληνική πατρίδα και το ελληνικό έθνος, που κατʼ εικόνα και ομοίωσή τους γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και γίναμε αυτοί που είμαστε -καλοί, κακοί αλλά είμαστε εμείς και όχι κάποιοι απρόσωποι, όπως επιχειρούν ως φαίνεται να μας κάνουν, ξένοι και ντόπιοι συνωμότες, για τα δικά τους συμφέροντα.

Επειδή γνωρίζω ότι συμφωνείς μʼ αυτές τις απόψεις, σου στέλνω μαζί με το γράμμα αυτό (που αν νομίζεις μπορεί να πάρει δημοσιότητα), μια προσωπική έκκληση προς τους συμπατριώτες μας, με τον τίτλο «Για την υπεράσπιση της εθνικής μας συνείδησης».

Πιστεύω ακράδαντα ότι όπως στην εποχή της Εθνικής Αντίστασης ο κύριος στόχος ήταν η Ελευθερία της πατρίδας και τον καιρό της Αντίστασης κατά της Χούντας η Δημοκρατία, σήμερα που προβάλλουν όλο και πιο πολύ οι κίνδυνοι, τόσο εξωτερικοί όσο και εσωτερικοί, για την ακεραιότητα της πατρίδας μας (κάθε μορφής), ο κύριος στόχος όλων των Ελλήνων, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και κόμματα, θα πρέπει να είναι ο Πατριωτισμός.

Σε χαιρετώ με αγάπη,
Μίκης Θεοδωράκης

 

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 23-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Για όσους διψάνε τη ζωή

Χρήστος Γιανναράς

«...καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.» (Α' Προς Κορινθίους 10:4)

ΜΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ: Πώς είναι δυνατό ο άπειρος και απεριόριστος να υπάρξει στις διαστάσεις της περατής ατομικότητας; Αυτός που οφείλει «κατά τον λόγον της ουσίας» Του να είναι «χωριστή φύσις και ακίνητος», «φύσις όλως ενεργητική, κρείττων και άφθαρτος ενέργεια», «είδος αμιγές», «ταυτότης νου και νοητού», πώς μπορεί να προσλάβει ανθρώπινη σάρκα, να υποταχθεί στη χρονικότητα, στις ανάγκες της βιολογικής φύσης;
     Οι μέτοχοι της εκκλησιαστικής εμπειρίας απαντούσαν και απαντούν: Γι' αυτό τα Χριστούγεννα είναι Γιορτή, Γιορτή θριάμβου της υπαρκτικής ελευθερίας. Ένας Θεός δέσμιος στις λογικές προδιαγραφές της ουσίας Του θα σήμαινε την αφετηριακή υποταγή του γεγονότος της ύπαρξης στην αναγκαιότητα. Τότε, αιτιώδης αρχή του υπαρκτού θα ήταν η αναγκαιότητα, δεν θα υπήρχε ενδεχόμενο ελευθερίας.

     Αν όμως το βρέφος που κλαυθμηρίζει στη φάτνη είναι ο Θεός, τότε ο άκτιστος μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο του κτιστού, και στην ιστορική του υπόσταση το κτιστό να υπάρχει με τον τρόπο του ακτίστου. Στη Βηθλεέμ η προσωπική ύπαρξη του Θεού και του ανθρώπου αποδείχνεται ελεύθερη από κάθε προκαθορισμό ουσίας ή φύσης. Αίρεται «το μεσότοιχον του φραγμού» ανάμεσα στο περατό και στο αδιάστατο, στο χρονικό και στο αιώνιο. Ο Θεός υπάρχει με τον τρόπο του ανθρώπου, για να μπορεί ο άνθρωπος να υπάρξει με τον τρόπο του Θεού. «Ίνα γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως».

     Τη γλώσσα για να πούμε το γεγονός της ύπαρξης και τις δυνατότητες της ύπαρξης την έδωσαν οι Έλληνες. Έφτιαξαν τη λέξη ουσία, παράγωγο του θηλυκού της μετοχής του ρήματος είναι. Ουσία σημαίνει τον τρόπο μετοχής στο είναι, και η διαφορά των τρόπων διαφοροποιεί τα είδη των υπαρκτών. Για τους Έλληνες η ποικιλία των ουσιών είναι προκαθορισμένοι λόγοι-τρόποι πραγματοποίησης κάθε υπαρκτικού γεγονότος - λόγοι-τρόποι ανερμήνευτα δεδομένοι, όπως και ο συμπαντικός «ξυνός» (κοινός) λόγος πού συγκροτεί το σύνολο των υπαρκτών σε κόσμο-κόσμημα αρμονίας και κάλλους. Ακόμα και ο Θεός υποτάσσεται στον δεδομένο λόγο-τρόπο της ύπαρξής Του. Είναι μέρος του καθολικού κόσμου, που δεν μπορεί να έχει στόχο, μπορεί μόνο να είναι. Δεν υπάρχουν περιθώρια για το γίγνεσθαι και το δέον, τη δυνατότητα ή τη θέληση, την ελευθερία και την Ιστορία. Έργο του ανθρώπου στην εφήμερη βιοτή του είναι, να φτάσει στην ευδαιμονία να θεωρεί τη λογική πληρότητα του κοσμικού είναι, και να την πραγματώνει «εν σμικρώ» με την πολιτική τέχνη -την υψίστη των τεχνών - στον «μικρόν της πόλεως κόσμον».
     Σε αυτή την αδήριτη μοίρα της ανελευθερίας του υπαρκτού έρχεται να αντιταχθεί η εκκλησιαστική εμπειρία: Αιτιώδης αρχή της ύπαρξης δεν είναι μια ανερμήνευτα προκαθορισμένη θεία Ουσία, αλλά η ελευθερία ενός Προσώπου. Ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος από την ουσία Του να είναι Θεός, δεν είναι υποταγμένος στην αναγκαιότητα της ύπαρξής Του. Ο Θεός υπάρχει, επειδή είναι ο Πατήρ: αυτός που βεβαιώνει ελεύθερα τη θέλησή Του να υπάρχει γεννώντας τον Υιό και εκπορεύοντας το Πνεύμα. Ελεύθερα και από αγάπη ο Πατήρ («αχρόνως και αγαπητικώς») υποστασιάζει το Είναι Του σε τριάδα Προσώπων, συνιστά τον λόγο-τρόπο της ύπαρξής Του ως κοινωνία προσωπικής ελευθερίας, κοινωνία αγάπης, πληρότητα του όντως έρωτος.

     Στο γεγονός των Χριστουγέννων, στην ιστορική παρουσία του Χριστού, η εκκλησιαστική εμπειρία ψηλαφεί την προσωπική ελευθερία του Θεού από την άκτιστη φύση Του. Ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό ουσίας ή φύσης, ο Θεός υποστασιάζει στό πρόσωπό Του (στο πρόσωπο του Χριστού) όχι μόνο το δικό Του άκτιστο Είναι, αλλά και το κτιστό είναι του ανθρώπου. Αν το πρόσωπο είναι αυτό πού υποστασιάζει (κάνει πραγματικότητα) την ύπαρξη, τότε καμιά αναγκαιότητα φύσης ή ουσίας (θείας ή ανθρώπινης) δεν προηγείται για να περιορίσει την υπαρκτική πραγμάτωση της προσωπικής ελευθερίας. Τότε ο άκτιστος Θεός μπορεί να υπάρξει και με τον τρόπο του κτιστού ανθρώπου, αλλά και ο κτιστός άνθρωπος (στο μέτρο πού ελευθερώνονται οι προσωπικές υπαρκτικές του δυνατότητες) μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο του άκτιστου Θεού. Να νικήσει το θάνατο. Αυτό το ευ-αγγέλιο κάνει τα Χριστούγεννα Γιορτή.

     Σε κάθε παραμικρό ορθόδοξο εκκλησάκι, στον όρθρο της Γιορτής, μια ποίηση ιλιγγιώδης γίνεται τραγούδι, μαρτυρία ψηλάφησης του πληρώματος της ελευθερίας της ζωής: «Ἂσαρκος γάρ ὤν, ἐσαρκώθη ἑκών καί γέγονεν ὁ ὤν, ὃ οὐκ ἦν, δι’ ἡμᾶς... Καί μή ἐκστάς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Ἐξῆλθε Λόγος εἰς ἀνάπλασιν λαῶν».
     Δίπλα σε αυτή την απόκρημνη νοηματική, τα νηπιώδη ψελίσματα της δυτικής θρησκευτικής υπανάπτυξης: «Άγια νύχτα σε προσμένουν με χαρά οι Χριστιανοί...». Να γιατί η Γιορτή έγινε στον σημερινό μας δυτικό πολιτισμό κενός διάκοσμος: Επειδή οι φιοριτούρες των συναισθημάτων και τα ηθικιστικά ιδεολογήματα δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη δίψα μας για ζωή.

     Αν η σημερινή Ελλάδα υποψιαζόταν τι και πώς εξακολουθεί ανεπίγνωστα να γιορτάζει στις εκκλησιές της τα Χριστούγεννα, τότε θα ήταν εκ των πραγμάτων πολιτιστική υπερδύναμη. Δηλαδή πανανθρώπινη ελπίδα.

24.12.1995

Απ’ το βιβλίο: Χρήστος Γιανναράς, Εορτολογικά παλινωδούμενα, Εκδόσεις Ακρίτας

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Νέες υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών σε ελληνικά νησιά

AIR_F-16s_Turkish_Armed

Υπερπτήσεις πραγματοποίησαν έξι λεπτά μετά τις 12:00 σήμερα το μεσημέρι 4 τουρκικά F-16 και άλλα 4 F-4, τα οποία εισήλθαν στο FIR Αθηνών, στην περιοχή μεταξύ Σάμου και Κω.

Ο σχηματισμός των τουρκικών F-4, πραγματοποίησε στις 12:18 υπερπτήση στο Φαρμακονήσι και ένα λεπτό αργότερα στο Αγαθονήσι, πετώντας σε ύψος 8.900 ποδιών.

Στη συνέχεια, στις 12:34, πέταξαν πάνω από τους Άνω Φούρνους σε ύψος 8.500 ποδιών.

Αεροσκάφη της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας απογειώθηκαν και αναχαίτισαν τα τουρκικά πολεμικά, τα οποία αποχώρησαν στις 12:36.

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία - Ημερομηνία δημοσίευσης: 23-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Ληστές και θύματα - Ήτοι λόγος περί φιλανθρωπίας

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Με τον όρο «φιλανθρωπία»[i] εννοούμε πράξεις ελέους (αρωγής, βοήθειας, υποστήριξης) στον πάσχοντα συνάνθρωπο. «Πάσχων» είναι ο ασθενής, ο πεινασμένος, ο άστεγος, ο φτωχός, ο αδικημένος, ο φυλακισμένος, ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο ξένος και γενικά κάποιος που «έχει ανάγκη».

Ο πάσχων, ο αιτούμενος ελέους, υπάρχει σε κάθε πολιτισμό, απ’ όσους τουλάχιστον γνωρίζουμε. Γι’ αυτό και κάθε πολιτισμός έχει τη δική του θέσμιση της φιλανθρωπίας (νοηματοδότηση και πρακτική). Όπως σε όλα τα μεγάλα διαπολιτισμικά ζητήματα διακρίνουμε κι εδώ, από τη μια πλευρά, το καλό και το κακό (το ιδανικό και το αντι-ιδανικό) και από την άλλη πλευρά, το πραγματικό, ως βαθμό αποφυγής του κακού και ενσάρκωσης του καλού. Η διατύπωση του ιδανικού σε έναν πολιτισμό συμπυκνώνει και τη θεμελιώδη γνώση που έχει για το θέμα.

Καλούμενος να γράψω για τη φιλανθρωπία, αναλογίζομαι ότι μετέχω στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό: τον νεωτερικό. Ότι ως Έλλην μετέχω, επίσης, στα υπολείμματα ενός άλλου οικουμενικού πολιτισμού. Έχω επομένως πρόσβαση τόσο στη νεωτερική όσο και στην ελληνική αντίληψη για τη φιλανθρωπία. Σ’ αυτή κυρίως τη δεύτερη θα ήθελα να αναφερθώ.

1. Στους αρχαίους Έλληνες.

Για τους αρχαίους Έλληνες η προστασία των πασχόντων ήταν δουλειά του Θεού και όχι της Πολιτείας. Άλλωστε απέναντι στον Θεό είμαστε όλοι ξένοι και φτωχοί[ii] αιτούμενοι ελέους. Βέβαια αν κάποιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής μπορούσε να δείξει έλεος στον ενδεή. Ο Θεός θα το εκτιμούσε και ίσως τον αντάμειβε.

Η ελληνική Πολιτεία ήταν ένα είδος εταιρείας πολιτών-οπλιτών, δηλαδή περήφανων εγωιστικών υποκειμένων εξ ορισμού. Ο καθένας θεωρούνταν αποκλειστικός υπεύθυνος για την αντιμετώπιση της όποιας κατάστασής του. Οι ιδιωτικές δυστυχίες δεν αφορούσαν την Πολιτεία, παρά μόνο στο μέτρο που ήταν αποτέλεσμα της συμμετοχής σε συλλογικές υποχρεώσεις (π.χ. στον πόλεμο). Η Πολιτεία μόνο για τις ατυχείς επιπτώσεις των συλλογικών δράσεων επιλαμβανόταν (π.χ. μέριμνα για τα ορφανά των πεσόντων πολεμιστών). Επίσης η σκοπιμότητα της συλλογικής αυτοσυντήρησης (πρόληψη ταραχών και στάσεων) οδηγούσε ενίοτε την Πολιτεία να παίρνει μέτρα κατά της φτώχειας (π.χ. παροχή γης και έμμισθης απασχόλησης). Φτώχεια υπήρχε πάντοτε. Η ζωή ήταν δύσκολη για τον φτωχό, αλλά μόνο στα χέρια του μπορούσε να ελπίζει. Αν ήταν γέρος, χωρίς παιδιά να τον κοιτάξουν, αλλοίμονό του.

Τα ίδια ίσχυαν για την αρρώστια. Η Πολιτεία νοιαζόταν μόνο αν η αρρώστια την αφορούσε ως σύνολο, όπως π.χ. στην περίπτωση, που αντάμειψε τον Ιπποκράτη με δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο, επειδή έσωσε την Αθήνα από την πανούκλα. Οι ιδιώτες ασθενούντες δεν ήταν στην αρμοδιότητά της. Γι’ αυτούς ειδικά φρόντιζε ο Ασκληπιός (από τους πιο αγαπητούς θεούς των Ελλήνων), μέσω των ειδικών ιδρυμάτων του (ναών - Ασκληπείων) και των ειδικών υπαλλήλων του (ιερέων - ιατρών).

Όταν, λοιπόν, βλέπουμε τους Αθηναίους να στήνουν βωμό στον θεό Έλεον,[iii] αντιλαμβανόμαστε ότι εκτιμούν την αξία της θείας φιλανθρωπίας. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να βλέπουν την ανθρώπινη φιλανθρωπία σαν κάτι το μάλλον ασύμβατο με την αξιοπρέπεια του ελεύθερου ατόμου-πολίτη.

2. Στο Βυζάντιο.

Στην οικουμενική φάση του ελληνικού κρατικού συστήματος, την βυζαντινή, τα πράγματα εμφανίζονται ριζικώς διαφορετικά.

Το ανιδιοτελές συναίσθημα της φιλανθρωπίας έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία. Στη σφαίρα της βυζαντινής πίστης ο Θεός σχεδόν ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία του, καθ’ ότι «αγάπη εστί». Έγινε μάλιστα το απόλυτο θύμα της ανθρώπινης αρρώστιας προκειμένου να τη θεραπεύσει. Ο χριστιανός καταξιώνεται στο μέτρο ακριβώς που ενσαρκώνει το φιλάνθρωπο παράδειγμα του Χριστού.

Η εμφύτευση του χριστιανικού παραδείγματος στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτισμού μετατόπισε τον άξονα περιστροφής του προς την κατεύθυνση της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας. Εκκλησία και Πολιτεία έχουν κάνει κοινή υπόθεσή τους τη φιλανθρωπία. Η βυζαντινή Οικουμένη εμφανίζεται έτσι ως η πρώτη φιλάνθρωπη κοινωνία της ιστορίας.[iv]

Ο κύριος όγκος του φιλανθρωπικού έργου ασκείται εκεί από την Εκκλησία, η οποία παριστάνει, με τον ένα ή τον άλλο βαθμό επιτυχίας, την ενσάρκωση της παραδειγματικής Πολιτείας στο εσωτερικό της ιστορικής Πολιτείας. Η βυζαντινή Πολιτεία, όπως και οι ιδιώτες, εμπιστεύονται την Εκκλησία στο μέτρο που οι υπηρέτες της (επίσκοποι και πρεσβύτεροι) και τα μέλη της (έγγαμοι και μοναχοί), εφαρμόζουν την εντολή του αρχηγού της[v] και δίνουν το παράδειγμα της ανιδιοτέλειας. Τέρατα ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας, όπως οι άγιοι Ακέραιος, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Νικόλαος Μύρων, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αττικός, Ευφροσύνη, Θεοδόσιος, Ιωάννης ο Ελεήμων[vi], Ακάκιος[vii] και πλήθος άλλοι, καθιέρωσαν ως αδιαμφισβήτητη τεκμαρτή απόδειξη αγιότητας, δηλαδή ευθυγράμμισης με το ύψιστο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, την ακαταπόνητη φιλανθρωπία.

Το Βυζάντιο ήταν, λοιπόν, «κράτος πρόνοιας». Κεντρικός θεσμός του βυζαντινού προνοιακού συστήματος ήταν τα μοναστήρια. Γύρω τους λειτουργούσαν ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία, πτωχοτροφεία, νοσοκομεία, λεπροκομεία, γηροκομεία, γηροτροφεία, ξενοδοχεία[viii] και άσυλα αστέγων, Το κράτος συμμετείχε είτε αυτόνομα, συντηρώντας το ίδιο τέτοια ιδρύματα, είτε έμμεσα, χρηματοδοτώντας την προνοιακή λειτουργία των μοναστηριών. Απ’ αυτή την άποψη τα μοναστήρια «δεν ήταν παρά το μακρύ χέρι του κράτους», όπως λέει ο H.-G. Beck.[ix] Η όλη προνοιακή δραστηριότητα χρηματοδοτούνταν από τη φορολογία, από τις δωρεές και τις διαθήκες των ευσεβών ιδιωτών. Σ’ αυτήν πρέπει να προσθέσουμε τη σχετική δημοσιονομική πολιτική, όπως του καθορισμού οροφής στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής, της επιδότησης του ενοικίου των φτωχών, τα δημόσια συσσίτια κλπ.[x]

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αξιώματα που αναφέρονταν στη διαχείριση του προνοιακού συστήματος, όπως π.χ. του «Ορφανοτρόφου» και του «Πτωχοτρόφου», απολάμβαναν μεγάλη περιωπή. Κατείχαν μια πολύ υψηλή θέση στο αυτοκρατορικό Πρωτόκολλο.

Κάθε αυτοκράτορας που σέβονταν τον εαυτό του, θεωρούσε υποχρέωσή του να προσθέσει τη συμβολή του στο κοινωνικό οικοδόμημα της φιλανθρωπίας. Χαρακτηριστική, και αποκαλυπτική συνάμα, για τη χριστιανική προέλευση της φιλανθρωπίας ως κρατικού μελήματος, είναι μια επιστολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού στον εθνικό αρχιερέα της Γαλατίας Αρσάκιο. Είναι ντροπή, του λέει, να μονοπωλούν οι χριστιανοί τη φιλανθρωπία. Και τον παρακινεί να τους συναγωνιστεί στην ίδρυση ξενοδοχείων.[xi]

Το χριστιανικό παράδειγμα είχε επηρεάσει και ονομαστούς μη χριστιανούς, ήδη από την προβυζαντινή εποχή. Ο Πλωτίνος π.χ. είχε μετατρέψει το σπίτι του σε ορφανοτροφείο.

3. Ο φιλανθρωπικός αρχέτυπος.

Ονομάζουμε ανιδιοτελή τη χωρίς ανταπόδοση φιλανθρωπία. Κάθε άλλη μορφή, π.χ. η δωρεά για να επωφεληθώ από τις φοροαπαλλαγές ή για να διαφημίσω την επιχείρησή μου, είναι ιδιοτελής φιλανθρωπία.

Μιλάμε βεβαίως για «φυσική», υπαρκτή εδώ και τώρα, και όχι «μεταφυσική» ανταπόδοση. Το επιχείρημα ότι η προσδοκία «μεταφυσικής ανταπόδοσης» κάνει και πάλι ιδιοτελή τη φιλανθρωπία, είναι επιχείρημα τυπικά σοφιστικό. Το «επιχείρημα» αυτό αρέσει πάρα πολύ σ’ εκείνους που φοβούνται μήπως αναδυθεί η ανιδιοτέλεια μέσα τους και τους υπονομεύσει το εγώ.

Το Βυζάντιο είχε πλήρη επίγνωση της διαφοράς. Την αξιοποίησε δε επωφελώς και στις τρεις βαθμίδες της χριστιανικής ανθρωπολογικής κλίμακας: Ο άνθρωπος του φόβου (ο «δούλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή φοβάται την Κόλαση. Του θύμιζε λοιπόν την ύπαρξη της Κολάσεως. Ο άνθρωπος του κέρδους (το Άτομο, ο «μισθωτός εργάτης του Θεού») κάνει το καλό επειδή ελπίζει να κερδίσει τον Παράδεισο. Του υποσχόταν λοιπόν απλόχερα τον Παράδεισο. Το Πρόσωπο (ο «Φίλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή αγαπά. Αυτόν δεν χρειαζόταν ούτε να τον φοβίσει ούτε να τον δελεάσει, γιατί αυτός ήταν η ψυχή του όλου συστήματος.[xii]

Όσο ο τρίτος αυτός τύπος ανθρώπου διατηρούσε την επιρροή του και οι μπαταρίες της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας φορτίζονταν, το προνοιακό σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά. Όσο η επιρροή του υποβαθμιζόταν παρήκμαζε. Τότε ο Σοφιστής (ο εγωτικός ατομικισμός) ταύτιζε την τρίτη βαθμίδα με την πρώτη, το Πρόσωπο με τον Δούλο, αποκτούσε το πάνω χέρι και η αποσύνθεση έπαιρνε τη σκυτάλη ακάθεκτη. Άσφαλτη ένδειξη ότι το σύστημα κινδύνευε πάντοτε ήταν η ανάλογη πάχυνση των διαχειριστών του. Ήταν μοιραίο, για τον λόγο αυτό, να καταρρεύσει κάποια στιγμή. Τίποτα δεν είναι αθάνατο στον μάταιο τούτο κόσμο. Κράτησε όμως χίλια χρόνια.

Η γνώση του θέματος εμπεριέχεται στον χριστιανικό αρχέτυπο της φιλανθρωπίας: την παραβολή του «Καλού Σαμαρείτη». Τα στοιχεία της είναι σε όλους γνωστά: οι ληστές, το θύμα, οι αδιάφοροι «δικοί» μας, ο φιλάνθρωπος ξένος και ο ξενοδόχος. Υπάρχει θύμα, επειδή προφανώς υπάρχουν ληστές. Η υποβαλλόμενη λύση έχει έτσι δύο σκέλη: Κυνηγήστε τους ληστές. / Περιθάλψτε το θύμα.

Το πρώτο απαιτεί μια ευνομούμενη - αντιληστρική Πολιτεία. Το δεύτερο απαιτεί σπλαχνικούς ανθρώπους («καλούς Σαμαρείτες») και κοινωνική πρόνοια («πανδοχεία»). Αλλά προσοχή: Η λύση προσκρούει α) στην αδιαφορία των «δικών» μας (των ταγμένων στην υπηρεσία της) και β) στην υποτίμηση του ξένου/κατώτερου (ο Σαμαρείτης είναι «μίασμα» για τον Ιουδαίο), από τον οποίο όμως «κατώτερο» και ξένο μπορούμε να περιμένουμε την ευσπλαχνία.

Φυσικά το ιδεώδες θα ήταν μια κατάσταση, όπου δεν υπάρχουν ληστές και άρα θύματα. Κάτι τέτοιο όμως θεωρούνταν ανέφικτο από τους Έλληνες, τόσο τους αρχαίους όσο και τους βυζαντινούς. Για τους πρώτους: πατήρ πάντων είναι ο πόλεμος. Για τους δεύτερους: άρχων του κόσμου τούτου είναι ο διάβολος (διαβολή - διαμάχη - πόλεμος). Είναι αδύνατο να εξαλειφθεί η βία. Το μέγιστο, που μπορεί να γίνει, είναι να καταστέλλεται η αυθαίρετη βία από τη νόμιμη βία.

Η πεποίθηση αυτή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοπολιτικού οπλοστασίου του αρχαίου και του βυζαντινού ελληνικού κόσμου.

4. Σε επίπεδο Οικουμένης.

Όσο μπορούσε να αναπαράγεται η πόλις-κράτος το πρόβλημα λυνόταν με τον τρόπο που ήδη εκθέσαμε. Λυνόταν, εννοείται, για τους έχοντες πολιτικά δικαιώματα: τους μετέχοντας κρίσεως και αρχής.

Από ένα σημείο όμως και πέρα η πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί, επειδή αδυνατούσε να διαχειριστεί την «παγκοσμιοποίση» της εποχής της: το οικουμενικό σύστημα που είχε δημιουργήσει η ανάπτυξή της. Η αδυναμία αυτή επικυρώθηκε από τον διαπολεοκρατικό Πελοποννησιακό πόλεμο και από την ανάπτυξη του σοφιστικού-σχετικιστικού πνεύματος, το οποίο αποσάθρωνε την ανθρωπολογική βάση του πολεοτικού συστήματος: την υπεύθυνη ατομικότητα. Αυτό το τελευταίο ήταν που καθιστούσε την αδυναμία ανήκεστη.

Τελικώς εφευρέθηκε κρατική μορφή διαχείρισης σε επίπεδο Οικουμένης, με τη ρωμαϊκή επινόηση της πολιτικής ιδιότητας δύο επιπέδων: Να είσαι πολίτης της πόλης σου, του Κοινού της καταγωγής σου. Και συγχρόνως να είσαι πολίτης της Ρώμης, της «Κοσμόπολης»: «ρωμαίος πολίτης» – «κοσμοπολίτης». (Πράγμα που δεν θα αλλάξει με την αντικατάσταση της παλιάς Ρώμης από τη νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη.)

Το διώροφο πολιτειακό σχήμα δεν μπορούσε, ωστόσο, να εξασφαλίσει από μόνο του τη βιώσιμη αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρώτον, γιατί δεν ήταν εύκολο να εφαρμοστεί στο επίπεδο της κοσμόπολης-κράτους η λύση που ίσχυε νωρίτερα στο επίπεδο της πόλης-κράτους. Και δεύτερο και σπουδαιότερο, γιατί η κρίση της εξατομίκευσης κατέστρεφε τον ανθρωπολογικό φορέα της αρχαιοελληνικής λύσης. Στο σημείο ακριβώς αυτό ήρθε να δώσει τη λύση της η παρεμβολή του χριστιανισμού, με την αναγωγή της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας σε υπέρτατη κοινωνική και υπαρκτική αξία.

Στην ουσία ο χριστιανισμός παρεμβαίνει στον κινητήρα της καταρρέουσας ελληνικής ατομικότητας, για να μεταλλάξει τους εξαντλημένους ηρωικούς (ομηρικούς) ελκυστές της σε αυτοθυσιαστικό ηρωισμό νέου τύπου: υπέρ των πασχόντων αδιακρίτως. Με τον τρόπο αυτό ο χριστιανισμός κατορθώνει να συγκρατήσει το ελληνικό Άτομο, για να μη διαλυθεί τελείως. Και αφ’ ετέρου, το βοηθά να ανέλθει στη βαθμίδα του Προσώπου, όπου η συνταύτιση ελευθερίας και ανιδιοτελούς αγάπης, καθιστά την ατομική ελευθερία απρόσβλητη και την αγάπη αδούλωτη.

Στην ειδική αυτή βάση ο χριστιανισμός και η ελληνική ανθρωποκεντρική παράδοση, συνέπηξαν συμμαχία στους προβυζαντινούς χρόνους, για να πολεμήσουν από κοινού τη γνωστικίζουσα παγανιστική ιδιωτεία, την τόσο ελκυστική για τον σκεπτόμενο ανέστιο άνθρωπο. Η κοινή νίκη τους εναντίον του γνωστικισμού υπήρξε η βάση της μακράς φιλίας ελληνισμού και χριστιανισμού, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η βιωσιμότητα του βυζαντινού ιστορικού σχήματος.

5. Στο ανθρωπολογικό πεδίο.

Η ανιδιοτελής φιλανθρωπία γίνεται όχημα για τη μετάλλαξη του Ατόμου σε Πρόσωπο, επειδή δίνει τη δυνατότητα στο Άτομο να απελευθερωθεί από τα πάθη του.

Από ένα σημείο και πέρα στην ανάπτυξη του Ατόμου, η εξωτερική ελευθερία του δεν μπορεί να διατηρηθεί, αν δεν ολοκληρωθεί σε εσωτερική πνευματική ελευθερία. Αν δηλαδή το Άτομο δεν απαλλαγεί από τα πάθη του. Μας το έδειξε ήδη η αρχαιοελληνική ατομικότητα, η οποία προσπάθησε, αλλά χωρίς επιτυχία, να κρατηθεί από το τραγικό «δέος» και τη φιλοσοφική «αρετή», προκειμένου να αποφύγει την αποσύνθεσή της.

Αποκαλυπτική είναι, απ’ αυτή την άποψη, η υπαρκτική εφαρμογή του φιλανθρωπικού αρχέτυπου. Η εφαρμογή του στον εαυτό μας, όπου: «Ληστές» είναι τα πάθη μας. «Θύμα» τους η ζωή μας. Αδιάφοροι «δικοί» μας: οι αξίες μας, τα πρότυπά μας. Υποτιμημένος «ξένος»: ο Εσταυρωμένος Υιός-Λόγος της Αγάπης. Και «παν-δοχείο» η εκάστοτε Εκκλησία του. Και ο νοών νοείτω.

Ρίζα των παθών είναι η φιλαυτία, σύμφωνα με την βυζαντινή ανθρωπογνωσία.[xiii] Γι’ αυτό κάθε αγώνας εναντίον τους τα κάνει ακόμα χειρότερα, αν αφήνει άθικτη τη φιλαυτία. Ο μόνος τρόπος να καρποφορήσει ο αγώνας εναντίον των παθών είναι η άρση της φιλαυτίας. Πράγμα αδύνατο δίχως την άσκηση της φιλανθρωπίας. Στο σημείο αυτό η βυζαντινή εμπειρία και γνώση είναι αξεπέραστη. Σοφά επεξεργασμένη είναι ανοιχτή και προσιτή σε όποιον δεν φοβάται να εκτεθεί στην επίδρασή της.

Παράδειγμα: Η έννοια της «αμαρτίας», ως πανανθρώπινης αρρώστιας. Η αυθεντική σημασία του παρεξηγημένου αυτού τεχνικού όρου της βυζαντινής ψυχιατρικής έχει χαθεί, μαζί με τόσα άλλα παλιά πράγματα υψηλής αξίας. Σήμαινε τη συνηθισμένη ανθρωπολογική μας κατάσταση, όπου ενώ έχουμε όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές, για να γίνουμε πολίτες μιας Πολιτείας θεμελιωμένης στην απόλυτη πνευματική ελευθερία, μας αρέσει, αντίθετα, να κυλιόμαστε στην απόλυτη πνευματική δουλεία, σαν τους χοίρους στη λάσπη.

Η πιο τυπική συνιστώσα της «αμαρτίας» με αυτή τη έννοια, δηλαδή ως πάγιας ανθρώπινης κατάστασης, είναι ακριβώς η θεμελίωση της κοινωνικής θέσμισης και των τρεχόντων συλλογικών και ατομικών αποφάσεων, στη βιαιοπραγία, την ασπλαχνία και την αναισθησία. Και η πεποίθησή μας ότι είναι «φυσική» η «παρά φύσιν» αυτή κατάσταση. Ως βασική θεραπευτική αγωγή, εναντίον του ζοφερού αυτού ύπνου της ψυχής, η βυζαντινή ψυχιατρική συνιστά: ανιδιοτελή φιλανθρωπία σε γενναίες επαναληπτέες δόσεις. Δίχως την αγωγή αυτή καμιά αφύπνιση δεν θεωρείται εφικτή.

Ο νέος τύπος ανθρώπου, ο ασκητικός άνθρωπος της ανιδιοτελούς προσφοράς, είχε σαφή την επίγνωση ότι εισάγει στη ρωμαϊκή Οικουμένη μια τρίτη βαθμίδα πολιτειακής δικαιοδοσίας, έξω από τη σφαίρα των παθών. Ότι αντλώντας απ’ αυτήν το νόημα της ύπαρξής τους, οι πολίτες του Κόσμου και των Κοινών, καθίστανται ικανοί να παίρνουν αποφάσεις ελεύθερες από τις αντίστοιχες ενδοκοσμικές και ενδοκοινοτικές τους δουλείες.

Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται το μυστικό της εκπληκτικής, ως προς την έκταση και τη βιωσιμότητά της, βυζαντινής φιλανθρωπίας. Μαζί και της χιλιόχρονης μακροημέρευσης της μοναδικής «παγκοσμιοποίησης» στην ιστορία, η οποία ευτύχησε να αυτοθεσμιστεί.

6. Στο νεωτερικό παρόν.

Η Δύση χαμπάρι δεν πήρε, για ό,τι συνέβη στο ανατολικό ημισφαίριο της ρωμαϊκής Οικουμένης. Οπισθοδρομώντας στην δεσποτική-φεουδαρχική βαρβαρότητα, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το δρόμο του πολιτισμού από την αρχή.

Παρόλο που υπήρξε «τριτοκοσμική περιφέρεια» της ελληνικής Ανατολής,[xiv] ο δρόμος που πήρε, κάτω από τη βίαιη ώθηση του βορειοευρωπαϊκού ατομισμού, ήταν τελείως καινούργιος. Άσχετος και ξένος προς αυτόν που είχαν πάρει οι Έλληνες από τη μυκηναϊκή εποχή, για να καταλήξουν στη βυζαντινή Οικουμένη. Μιλώ για τον ειδικό δρόμο της Δύσης, ο οποίος μας έφερε στο νεωτερικό Άτομο και στο εθνοκρατικό πολιτειακό του οικοσύστημα.

Άτομα ήταν βεβαίως και τα δύο, τόσο το ελληνικό όσο και το νεωτερικό, αφού πρόταγμά τους ήταν η ατομική ελευθερία. Υπήρξε όμως διαμετρικά αντίθετη η κατεύθυνση της ανάπτυξής τους.

Το ελληνικό Άτομο επιδίωκε την εξωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας, μέσω της αδιαμεσολάβητης διαπροσωπικής διαβούλευσης, η οποία επεκτείνει την αυτεξουσιότητα από τον ένα στον άλλο τομέα της συλλογικής ζωής, μέχρι να συμπεριλάβει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Το νεωτερικό Άτομο, αντίθετα, επιδιώκει την εσωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας του, την οποία και αντιλαμβάνεται ως ελευθερία ακώλυτης ικανοποίησης των ατομικών παθών. Για να την επιτύχει καινοτομεί την εξουδετέρωση της κοινωνικής επικινδυνότητας των παθών, μέσω της διαμεσολάβησης των διυποκειμενικών σχέσεων με απρόσωπα συστήματα, στα οποία και εναποθέτει, εξ ολοκλήρου, τη διαχείριση της κοινωνικής παθολογίας. Ο άλλος, ως πάσχων, ενδεής και αιτούμενος ελέους, υπόκειται έτσι σε καταστατική διαγραφή από τον υπαρκτικό ορίζοντα του νεωτερικού Ατόμου. Το υπαρκτικό κενό που παράγει η συστημική διαγραφή του Άλλου, αναπληρώνεται από την υπερτροφική ανάπτυξη του αυτοαναφορικού φαντασιακού: της «εσωτερικότητος».[xv]

Ήδη το νεωτερικό Άτομο κατόρθωσε να υλοποιήσει το ιδεώδες του: Έχει κατασκευάσει μια πλανητικού επιπέδου Τεχνόσφαιρα. Ασύλληπτη και ιλιγγιώδη, όχι μόνο σε έκταση, αλλά και σε πολυπλοκότητα. Έχει κλειστεί μέσα της, ακριβώς όπως το είχε συλλάβει στις σκοτεινές στοές της εκκοσμικευμένης μεσαιωνικής Γνώσης του: «ελεύθερο» από τη Φύση και τη Μεταφύση. Και προσπαθεί, εκεί μέσα, με ακαταπόνητη επινοητικότητα, να γεμίσει τον καταναλωτικό πίθο των Δαναΐδων. Να «ικανοποιήσει» τον αποθηριωμένο «όχλο των παθών».[xvi] Η τραγωδία του νεωτερικού Ατόμου είναι ότι η επίτευξη του καταστατικού στόχου του πολιτισμού του και η ανθρωπολογική ολοκλήρωσή του, το έφερε ήδη μπρος στην ίδια αρρώστια, η οποία είχε συντρίψει το ελληνικό Άτομο: την κρίση της εξατομίκευσης: τον σχετικισμό, το κενό νοήματος, τον μηδενισμό. Αποσυντίθεται τώρα που η ακμαιότητά του είναι απολύτως αναγκαία. Τώρα που στους ώμους του στηρίζεται ολόκληρο Παγκόσμιο Σύστημα.

Όπως η Πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί από μια υπερπολεοκρατική Οικουμένη, η οποία ζητούσε ενιαία κρατική διαχείριση, ενώ το υποκείμενό της διαλυόταν, έτσι και τώρα: Το Έθνος-κράτος έχει ξεπεραστεί από την υπερεθνοκρατική Οικουμένη του και ζητείται η δημιουργία μιας υπερεθνικής-οικουμενικής κρατικής διαχείρισης, η βιωσιμότητα της οποίας απαιτεί εναρμόνιση με το εθνοκρατικό κεκτημένο. Κι όλα αυτά στα πλαίσια ενός Συστήματος, του οποίου η αναπαραγωγή καταστρέφει την εξωτερική του βάση: τη Βιόσφαιρα.

Χρειάστηκε να πετύχουν/αποτύχουν αιματηρότατες νεωτερικές επαναστάσεις, για να φτάσουμε εδώ. Εκατομμύρια νεκροί. Άπειρος βασανισμός και ποδοπάτημα του ανθρώπου. Το επαναστατικό ζητούμενο, σύστοιχο με το νεωτερικό πρόταγμα της φαντασιακής αυτοπραγμάτωσης, ήταν να ξεσηκωθούν τα θύματα. Να εξοντώσουν τους ληστές. Να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Και να επιβάλουν την τέλεια κοινωνία (της Λογικής ή της Ισότητας), η οποία ελλείψει ληστών και θυμάτων, δεν θα είχε, επιτέλους, ανάγκη την ανιδιοτελή φιλανθρωπία και τον εσταυρωμένο εκπρόσωπό της.

Παράλληλα οι «ληστές» του δυτικού καπιταλισμού, φοβούμενοι μην έχουν την τύχη των καρατομημένων ανατολικών συναδέλφων τους, έκαναν γενναίες σοσιαλδημοκρατικές παραχωρήσεις στα δικά τους «θύματα», χρηματοδοτώντας την οικοδόμηση εκτεταμένων προνοιακών συστημάτων, από τις συσσωρευμένες τριτοκοσμικές υπεραξίες (σύμφωνα με τις πλέον δημοφιλείς, κατά τον 20ο αιώνα, αναλύσεις του ιμπεριαλισμού). Μετά το 1989, που εξέλιπε το «αντίπαλο δέος», οι προνοιακές κατακτήσεις-παραχωρήσεις έχασαν το νόημά τους. Και «παίρνονται πίσω».

Το νέο ιστορικό περιβάλλον είναι φυσικά ο παράδεισος όλων των αρχετυπικών «ληστών»: παλιών και νέων, ατομικών και εταιρικών, κρατικών και παρακρατικών. Τα θύματά τους ατελείωτα. Πρώτα πρώτα είναι ο ίδιος ο κυρίαρχος νεωτερικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος έχει προγραμματικά αποφασίσει ότι το είναι του συμπίπτει με τα πάθη του. Και ότι ζωή του είναι η λεηλασία της ψυχής του.

Είναι προφανές, ότι για να αντιμετωπιστούν τέτοιας απίστευτης έκτασης υπαρκτικά, κοινωνικά, πολιτικά, «περιβαλλοντικά» κλπ. προβλήματα, δεν αρκούν οι φιλανθρωπικές ασπιρίνες της εταιρικής, της ταξικής ή της «διεθνιστικής» σκοπιμότητας. Ούτε οι επιβεβλημένες από την ανάγκη αντιστάσεις στις αυτοκτονικές απορρυθμίσεις, της όποιας σοσιαλδημοκρατικής πρόνοιας στοιχειώνει ακόμη το εθνοκρατικό κεκτημένο.

Χωρίς μια πλανητικού μεγέθους προσφυγή στην ανιδιοτελή φιλανθρωπία, το μεταμοντέρνο μέλλον του γενναίου νεωτερικού μας κόσμου δεν προοιωνίζεται καθόλου λαμπρό.

7. Σύνοψη

Ανακεφαλαιώνοντας την ανάλυση του προβλήματος διαπιστώνουμε: α) Ότι έχει δύο όψεις ξεχωριστές και αδιάσπαστα ενωμένες: την υπαρκτική και την κοινωνική. Και β) ότι η λύση είναι προσωπική και στις δύο.

Κατόπιν τούτου ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας αξιότιμε αναγνώστη: Μήπως είσαι ληστής; Αν όχι προς τι η βιαστική απομάκρυνση από το θύμα (έξω σου και μέσα σου);

 

Από τη συλλογή άρθρων «Περί φιλανθρωπίας». (Eκδοση art-emis, Αθήνα 2009 - www.artemisathens.org)



[i] Ως διανθρώπινη σχέση ο όρος είναι στην κυριολεξία του ανακριβής. Συνιστά καταχρηστική επέκταση της «θεϊκής φιλανθρωπίας», όπου και κυριολεκτείται. Επιπλέον μια πράξη «φιλανθρωπίας» δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη «φιλία» προς τον ευεργετούμενο.

[ii] Διός εισιν άπαντες ξείνοι τε πτωχοί τε (Οδύσσεια ζ 207 και ξ 57).

[iii] Παυσανίας 1. 17. 1.

[iv] Κ. Άμαντος, Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Διάλεξη υπέρ των προσφύγων της Μικράς Ασίας, στην Εταιρεία Βυζαντινών σπουδών, 22-10-1922. (ΑΘΗΝΑ Σύγγραμμα Περιοδικόν της Εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τ. 35 σ. 131. Αθήνησιν. Εκ του Τυπογραφείου Π.Δ. Σακελλαρίου, 1923.) Στο κείμενο αυτό παρέχεται πλούτος στοιχείων για τη φιλανθρωπία στο Βυζάντιο.

[v] «... πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και με ποτίσατε. Ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε. Γυμνός και με ντύσατε. Αρρώστησα και με επισκεφθήκατε. Στη φυλακή ήμουν και ήρθατε ...» (Ματθ. 25, 34.)

[vi] «Η ακαταπόνητος δράσις του (Ελεήμονος) υπέρ των δυστυχούντων εδείχθη προ πάντων, όταν μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ υπό των Περσών (615 μ. Χ.) κατέφυγον άπειροι πρόσφυγες εις Αλεξάνδρειαν. Ίδρυσε νοσοκομεία και πτωχοτροφεία, ετοποθέτησε τους υγιείς εις ξενοδοχεία, εξηγόρασε αιχμαλώτους, διένειμε καθ’ εκάστην βοηθήματα εις τους προσερχομένους οιουσδήποτε απόρους, εφρόντισεν ακόμη και περί απόρων γυναικών επιτόκων. Λέγεται ότι έτρεφε πολλάκις 7500 πτωχούς. Είναι φανερόν πόσην επίδρασιν ηδύνατο να έχη το παράδειγμα του Ελεήμονος εις τον τότε χριστιανικόν κόσμον.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 135.)

[vii] «Ανάλογος προς την περίθαλψιν των πτωχών ήτο η πρόνοια περί των αιχμαλώτων, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος. Εκ των παλαιοτέρων ονομαστόν είναι το παράδειγμα του επισκόπου Αμίδης Ακακίου, όστις επώλησε κειμήλια της Εκκλησίας προς εξαγοράν παρά των στρατιωτών του Βυζαντίου Περσών αιχμαλώτων. “Αύτη η του θαυμαστού Ακακίου πράξις πλέον τον Περσών βασιλέα κατέπληττεν, ότι αμφότερα Ρωμαίοι μεμελετήκασι πολέμω τε και ευεργεσία νικάν”.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 137.)

[viii] Ξενώνες, ξενοδοχεία, ξενοκομεία, πανδοχεία, ονομάζονταν τα ιδρύματα τα οποία περιέθαλπαν κυρίως τους ξένους, εμπόρους, στρατιώτες, αιχμαλώτους, προσκυνητές, μεταξύ των οποίων και τους ντόπιους φτωχούς.

[ix] Εντυπωσιάζει τους συγχρόνους μας η πληθώρα των μοναστηριών στο Βυζάντιο και ειδικά μέσα στην πρωτεύουσα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Δεν γνωρίζουν ότι τα μοναστήρια, εκτός από τη σωτηρία της ψυχής των μοναχών, επιτελούσαν πλήθος άλλες κοινωνικές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων το σύνολο των αναγκαίων για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής προνοιακών δραστηριοτήτων.

[x] Hans – Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, σ.348. (ΜΙΕΤ Αθήνα 1990.)

[xi] «Ξενοδοχεία καθ’ εκάστην πόλιν κατάστησον πυκνά, ίν’ απολαύσωσιν οι ξένοι της παρ’ ημών φιλανθρωπίας, ού των ημετέρων μόνον, αλλά και άλλων όστις αν ενδεηθή χρημάτων. Όθεν δ’ ευπορήσεις, επινενόηταί μοι... αισχρόν γαρ ει... τρέφουσιν οι δυσσεβείς Γαλιλαίοι προς τοις εαυτών και τους ημετέρους, οι δ’ ημέτεροι της παρ’ ημών επικουρίας ενδεείς φαίνονται...» (Juliani, quae superunt, έκδ. Hertlein σ. 553. Πρβ. Θεοφάνους Χρονογραφία, τ. Α’ σ.134. Αρχαίο κείμενο και μετάφραση αρχ. Ανανία Κουστένη. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2007.)

[xii] Για την τρίβαθμη ανθρωπολογική κλίμακα βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Μυσταγωγία, σ.240. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήναι 1989.

[xiii] Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Νόσος και θεραπεία στην Ορθόδοξη θεολογία. (Στο Ορθοδοξία και σύγχρονος κόσμος. Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κύκου. Λευκωσία 2006.)

[xiv] Γ. Κοντογιώργης, Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, τ. Ι. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Αθήνα 2006.

[xv] «Η φαντασία είναι το αντίδοτο των Νέων Χρόνων κατά του δικού τους μηδενός: τα πλάσματά της προσφέρουν γενναιόδωρα στον άνθρωπο την δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί δημιουργικά ως ελεύθερη ύπαρξι.» (Στ. Ράμφος, Γενάρχες πεπρωμένων, σ.23. Αρμός Αθήνα 2007.) Αλλά: Τι γίνεται αν το «δημιουργικά αυτοπραγματωμένο» φαντασιακό είναι αφύσικο, ανελεύθερο και απάνθρωπο; Για πόσο η φυσική πραγματικότητα θα είναι εφεκτική στον βιασμό της από την «αυτοπραγματούμενη» φαντασίωση;

[xvi] Έκφραση του Μεγάλου Φωτίου. (Ι. Ζηζιούλας, ό.π.)

 

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Άποψη: «Η ιστορία ως μάθημα ευθύνης»

Σαράντος Ι. Καργάκος

Δεν αγνοώ- τόσα χρόνια ασχολούμαι μ’ αυτό- ότι η ιστορία είναι ένας πολυπρισματικός καθρέφτης. Ο ιστορικός πρέπει να κοιτάξει το αντικείμενο που μελετά από κάθε πλευρά, γιατί η ιστορία έχει τη μανία να τον ξεγελά. Δεν είναι, όπως νομίζουμε, ο ιδεατός σύντροφος, ο ιδανικός συνομιλητής. Παίζει μαζί μας κρυφτό. Βέβαια κάνουμε έλεγχο των πηγών, αξιολόγηση των μαρτυριών. Αυτός ο έλεγχος συχνά μοιάζει με αποστακτήρι, όπου κάθε ιστορικός στύβει μέσα σ’ αυτό τις πηγές και βγάζει το δικό του ποτό. Συχνά, όταν ο ιστορικός είναι ατζαμής, το ποτό είναι θολό. Αν πάλι είναι επιδέξιος νοθευτής το κάνει ζαλιστικό κι έτσι ο αναγνώστης μετά τα μελέτη είναι τόσο ζαλισμένος που δεν μπορεί να ξεχωρίσει πρόσωπα και καταστάσεις.

Ο ιστορικός, αν θέλει να στέκεται στο υψηλό βάθρο εκτιμήσεως που τον τοποθέτησε η προαιώνια υπόληψη των ανθρώπων, πρέπει να εισέρχεται στο ναό της Ιστορίας με σεμνότητα και ευλάβεια. Όσο ασήμαντο κι αν είναι αυτό που προσφέρει, πρέπει να το προσφέρει ως κομιστής Θείο Λόγου. Κι ακόμη πρέπει να σέβεται την ιερότητα της ζωής. Όσο άγρια κι αν είναι αυτά που γράφει, δεν πρέπει με την γραφή του να εξαγριώνει αλλά να ημερώνει. Ακόμη και αν δεν θρησκεύεται, δεν πρέπει ποτέ να λησμονεί ότι η αγιότητα και όχι η αγριότητα πρέπει να είναι η φυσική κατάσταση της ζωής. Κι ας μην είναι. Με ότι γράφουμε πρέπει να την κάνουμε να είναι.

Όλοι οι ιστορικοί ξέρουμε ότι η ελευθερία βγαίνει πάντα, ματωμένη από τη μήτρα της ιστορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συντάσσεται με το αίμα. Και αυτό είναι χρέος του ιστορικού να το δείχνει, να το υποδείχνει. Το αίμα πρέπει κάποτε να πάψει να είναι ιστορικό πεπρωμένο μας. Αλλά δεν θα πάψει, εφόσον, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, η ανθρώπινη φύση εξακολουθεί να είναι αυτή που είναι (έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή» Γ’ 82). Αλλά τότε τι νόημα έχει να γράφουμε ιστορία; Απλώς για να καταγράφουμε όσα έγιναν και ξανάγιναν, για να δείξουμε ότι η ανθρώπινη φύση μένει απαράλλακτη ή μήπως για να συμβάλλουμε σε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο;

Κατά την ταπεινή μου εκτίμηση, η ιστορία κι αν τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας διδάξει, τούτο πρέπει να μας καλλιεργεί: πολιτική συνείδηση. Πολιτική θα πει να είμαι πολίτης. Και πολίτης σημαίνει το να είμαι οργανικό μέλος ενός σώματος που λέγεται Πόλις. Η πόλις ήταν το αυστηρό προγονικό μας ιδανικό. Από αυτή απέρρευσαν και η πολιτική και ο πολιτισμός, ομοίως και η πολιτεία με την έννοια του καταστατικού χάρτη υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Αλίμονο, αν κάποιος που είχε το προνόμιο να είναι πολίτης, δεν σήκωνε την ευθύνη του προνομίου αυτού. Έθετε σε κίνδυνο τα υποστυλώματα της κοινωνίας, πάνω στα οποία στηρίζονται τα δικαιώματα που τα πλείστα έχουν κατακτηθεί με αίμα. Γι αυτό όσοι ασχολούμαστε με την ιστορία, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάνουμε μάθημα ευθύνης.

Αυτό δεν είναι λόγος να εξωραΐζουμε πρόσωπα και καταστάσεις του χθες, γιατί αυτό είναι τόσο επιβλαβές όσο και το να τους σπιλώνουμε για να βρίσκουμε δικαιολογητικά για τη δική μας ανευθυνότητα, χθαμαλότητα ή και ασημαντότητα. Αλλά όσο κλέβουμε δίκιο των χθεσινών, τόσο κάποιοι σημερινοί, φίλοι και εχθροί, θα κλέβουν το δικό μας δίκιο. Η ιστορία σε βοηθά να προχωράς πάντα στο δρόμο τον ίσιο με άσκυφτο- χωρίς αυτό να σημαίνει άσκεφτο- κεφάλι.

Αναδημοσίευση από το i-reporter.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-12-09

Διαβάστε περισσότερα......

Η περίπτωση του "Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας"

Νεοκλής Σαρρής

Πολιτικές εξελίξεις και ιδεολογία την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα (Γ΄ ΜΕΡΟΣ)
Με αφορμή το διορισμό της Θάλειας Δραγώνα στο υπουργείο Παιδείας...

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η είδηση κατά την οποία στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του «Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας» (ΟΠΕΚ) του πρώην πρωθυπουργού κ. Κώστα Σημίτη (οι συνεργάτες του οποίου στήριξαν λυσσωδώς τα Σχέδια Ανάν για την Κύπρο), λίγους μήνες πριν αναλάβει πρωθυπουργός (και στη συνέχεια εκλεγεί πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ) είχε οργανωθεί στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μια δημόσια συζήτηση για την οποία είχε μετακληθεί από την Τουρκία ο καθηγητής Μετέ Τουντζάι (κοινός μας γνωστός, ο κ. Σημίτης συνέπεσε το 1963 με τον Μετέ στο LSE για κάποια εξάμηνα και μάλιστα είχαν συμμετάσχει στις διαδηλώσεις εναντίον της Φρειδερίκης που είχε οργανώσει στο Λονδίνο η γυναίκα του διωκόμενου στην Ελλάδα συνδικαλιστή Αμπατιέλου, ενώ με τον Μετέ ήμαστε μαθητές του ίδιου καθηγητή, του αείμνηστου Ταρίκ Ζαφέρ Τούναγια, του Σβώλου της Τουρκίας του αποκαλουμένου και «καθηγητή των καθηγητών»).

Στην ημερίδα αυτή τονίστηκε ιδιαίτερα η αναγκαιότητα προσέγγισης Ελλάδας - Τουρκίας και άλλα συναφή. Αναντίρρητα εάν in abstracto εκληφθεί η εκδήλωση όχι μόνο δεν είναι επίμεμπτη, αλλά επαινετέα. Ωστόσο, όπως διαπιστώνει κανείς, ο χρόνος που πραγματοποιήθηκε η συζήτηση αναπέμπει σε κάποιο μήνυμα που ήθελε να δοθεί σε αποδέκτες και εκτός της Ελλάδος ευρισκόμενους, όχι ειδικά στην Τουρκία! Ήταν δηλαδή ένα είδος δημόσιων διαπιστευτηρίων για την επικείμενη πρωθυπουργία!

Σύγκριση της ελληνοτουρκικής προσέγγισης του 1930 προς την εποχή μας

Είναι εκπληκτικό, αλλά αν συγκρίνει κανείς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις της εποχής μας με εκείνες ακριβώς μετά τη Μικρασιατική τραγωδία του 1922 και τις συνέπειές της, θα διαπιστώσει ότι τότε σε μία οκταετία είχε επέλθει εντυπωσιακή συμφιλίωση και είχε εγκαινιαστεί η πολύπαθη ελληνοτουρκική φιλία, σε αντίθεση προς την εποχή μας κατά την οποία επί 35 συναπτά έτη συνεχίζεται η αντιμαχία σε πείσμα του «καλού κλίματος» που διαμορφώθηκε έντεχνα ανάμεσα στις δύο χώρες. Το αίτιο είναι πολλαπλό.

Πρώτον: Γιατί κατά την εποχή εκείνη στην Ελλάδα κυριαρχούσε το άστρο του Ελευθερίου Βενιζέλου και στην Τουρκία του Κεμάλ Ατατούρκ (το καθεστώς του οποίου δεν διάφερε, όπως επισημαίνει και ο Τουντζάι, στον οποίο αναφερθήκαμε, από τα δικτατορικά καθεστώτα που ήταν την εποχή εκείνη του συρμού).

Ο Βενιζέλος και μαζί με αυτόν και η Ελλάδα πλήρωσαν πολύ ακριβά τη φιλία αυτή, όχι γιατί δεν έπρεπε να γίνει, αλλά έτσι όπως έγινε, με τη διαγραφή των αποζημιώσεων προς τους πρόσφυγες, που όφειλε η Τουρκία βάσει της συνθήκης της Λωζάννης και τον βίαιο τερματισμό των ονείρων περί επανόδου των στις πατρογονικές τους εστίες. Και αυτό γιατί το πιο βασικό έρεισμα του Βενιζέλου στο εκλογικό σώμα, που ήταν οι πρόσφυγες, σε μεγάλη κλίμακα τον εγκατέλειψαν (στελεχώνοντας την καχεκτική μέχρι τότε Αριστερά), με αποτέλεσμα να χάσει τις εκλογές και να οδηγηθεί η χώρα σε περιπέτειες. Πάντως ο Κεμάλ, όπως φαίνεται από εμπιστευτική αποστολή που είχε αναθέσει στον Τζαλάλ Μπαγιάρ (υπουργό Εθνικής Οικονομίας το 1934), στα πλαίσια επίσημου ταξιδίου του στην Αθήνα, ανησυχούσε σφόδρα για το ενδεχόμενο επηρεασμού των πολιτικών πραγμάτων της Ελλάδας από τους πρόσφυγες. Σχετικά στην πρόσφατη εποχή καταβλήθηκε προσπάθεια προσεταιρισμού των προσφυγικών σωματείων και κυρίως των Κωνσταντινουπολιτών, όπως και διαμέσου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (με αδελφοποιήσεις δήμων κ.λπ.). Το 1930 όμως δεν διαπιστώνεται να θίγονται σε αμφότερες τις χώρες οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί μηχανισμοί και γενικά υπήρξε μια εξέλιξη που άφηνε τους λαούς μάλλον αδιάφορους.

Η σύνθεση των πληθυσμών (υπέρτερος ο αγροτικός του αστεακού) και η τεχνολογία της εποχής, ιδίως των επικοινωνιών και της ενημέρωσης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο γι' αυτό. Πάντως αρκεί να αναφέρουμε ειδικά για την Ελλάδα ότι η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου είχε απαγορεύσει (!) στα τηλεγραφεία να δέχονται τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας έναντι της επελθούσας ελληνοτουρκικής συμφωνίας. Αντίθετα στην εποχή μας η προσέγγιση γίνεται με όρους αλλοίωσης των κυρίαρχων και επίσημων ιδεολογικών μηχανισμών ασυγκρίτως πολύ περισσότερο απ' ό,τι στην Τουρκία.

Δεύτερον: Η κυριότερη όμως διαφορά μεταξύ των δύο εποχών έγκειται στο ότι το 1930 η Τουρκία ήταν μια καθημαγμένη χώρα, της οποίας οι ένοπλες δυνάμεις (όπως παρατηρεί και ο ίδιος ο καθηγητής) ήταν εξαιρετικά ανίσχυρες να διεξαγάγουν επιθετικό ή έστω και αμυντικό πόλεμο). Και στο πεδίο αυτό σαφώς υπερείχε η Ελλάδα (με απόλυτη υπεροπλία στο ναυτικό) αλλά και στον στρατό όπως αποδείχθηκε με την επιτυχή απόκρουση της ιταλικής επιβουλής το 1940.

Έναν στρατό τον οποίο την ίδια εποχή η Άγκυρα φοβόταν απολύτως. Συνεπώς οι ενδιάθετες προθέσεις της έναντι της Ελλάδας παρέμεναν ευσεβείς πόθοι που εκτός της αντικειμενικής αδυναμίας δεν τους επέτρεπαν να εκδηλωθούν και οι διεθνείς συγκυρίες.

Υπάρχουν όμως και ομοιότητες ως προς την προσέγγιση των δύο χωρών: Η «φιλία» ήταν αποτέλεσμα της αγγλικής πολιτικής μέσω του Μουσολίνι, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ενεργούμενο της Αγγλίας. Γι' αυτό και ο Μουσολίνι υπήρξε ο πρώτος τον οποίο έσπευσαν να ενημερώσουν για τη συμφωνία. Εξ ου και ο «Ριζοσπάστης» τη χαρακτήριζε «φασιστική». Αλλά υπήρξαν και άλλα επακόλουθα που είναι συμβατά προς τις εξελίξεις που παρατηρούνται στα τελευταία χρόνια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις όπως:

Πρώτον: Σε ένδειξη «καλής θέλησης» μετά την υπογραφή του συμφώνου με την Τουρκία η Ελλάδα εξεδίωξε κακήν κακώς όσους από τους 150 (αντικαθεστωτικούς της Τουρκίας) είχαν καταφύγει στη χώρα.

Ακόμη εξεδιώχθησαν και οι κιρκάσιοι στρατιωτικοί με επικεφαλής τον στρατηγό Ετχέμ τον Κιρκάσιο που είχαν συμπολεμήσει με τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία. Αντίθετα η Τουρκία δεν δέχτηκε να εκδιώξει τον περίφημο παπά Ευθήμ (ιδρυτή του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου» ) καίτοι ήταν ο ίδιος ανταλλάξιμος. Παρόμοια η Ελλάδα σε ένδειξη «καλής θέλησης» παρέδωσε τον Οτσαλάν στους τούρκους πράκτορες (ώστε την επομένη ο τούρκος πρωθυπουργός Μπ. Ετζεβίτ να ευχαριστήσει την ελληνική πλευρά, κάτι που αποδεικνύει μια προηγηθείσα συνεννόηση), αλλά τη μεθεπομένη, όταν είχε επιτύχει τον σκοπό του, να στραφεί εναντίον της Ελλάδος και να την κατηγορεί ότι υποθάλπει τρομοκράτες. Κατόπιν τούτου ακολούθησε συνεννόηση μεταξύ των αρχών ασφαλείας των δύο χωρών και η Άγκυρα διαβίβασε έναν μακρύ κατάλογο αντικαθεστωτικών (κυρίως Κούρδων) που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα οι οποίοι και εξεδιώχθησαν (μεταξύ αυτών και άτομα που είχαν ασπασθεί τον χριστιανισμό, όπως η αναδεξιμιά του Μανώλη Γλέζου, ή άτομα που εργάζονταν σε υπηρεσίες όπως η ΕΡΤ κ.α. και τα οποία μετεγκαταστάθηκαν στη Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία, Γαλλία κ.ά.).

Δεύτερον: Σε αμφότερες τις περιπτώσεις παρατηρείται μια προσπάθεια οικονομικής συνεργασίας με επιχειρηματίες και άλλους ενδιαφερόμενους, κάτι που το 1930 στηλιτεύτηκε ιδιαίτερα από τον Τύπο της Αριστεράς.

Η προσπάθεια αυτή όμως κατά την πρόσφατη περίοδο, όπως θα δούμε πιο διεξοδικά στη συνέχεια, υπήρξε περισσότερο οργανωμένη και τα αποτελέσματά της πιο εντυπωσιακά.

Τρίτον: Σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπάρχουν πολιτιστικές ανταλλαγές. Την περίοδο του 1930 γνωστοί ελληνικοί θίασοι έδιναν παραστάσεις στην Κωνσταντινούπολη, που λόγω της ενάριθμης ελληνικής κοινότητας ήταν πολύ καλή αγορά, υπήρξαν συμπαραγωγές ταινιών ή ελληνικές ταινίες γυρίζονταν σε τουρκικά στούντιο, κάποιες τουρκικές παραστάσεις στην Αθήνα κ.λπ.

Αντίθετα στην πρόσφατη περίοδο οι ανταλλαγές είναι κυρίως μουσικών συγκροτημάτων και συναυλιών, ενώ αγορά για τούρκους καλλιτέχνες είναι πλέον η Δυτική Θράκη λόγω του κοινωνικομορφωτικού μετασχηματισμού της εκεί μειονότητας στη μετάβασή της από αγροτική-παραδοσιακή σε αστεακή κοινωνία.

Στην πρόσφατη περίοδο όμως παρατηρείται και μια έντονη ιδεολογική παρέμβαση διαμέσου της εκπαίδευσης στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να αξιολογηθεί και ο διορισμός της κ. Θάλειας Δραγώνα ως ειδικής γραμματέως του απεθνικοποιηθέντος υπουργείου Παιδείας. Αυτό όμως είναι συνάρτηση και άλλων παραμέτρων και αναλόγων μεθοδεύσεων.

(Το τέταρτο μέρος θα δημοσιευτεί στο επόμενο φύλλο).

* Ο Νεοκλής Σαρρής είναι ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος της ΕΔΗΚ.

Αναδημοσίευση από Το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-12-09

 

Διαβάστε περισσότερα......