Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Ο πολιτισμός της διάνοιας

Θεόδωρος Ζιάκας

     Η πνευματική στροφή του ελληνισμού προς τη Δύση αποτελεί μέγα πρόβλημα για την αυτοσυνειδησία μας. Δεν μπορεί να ερμηνευθεί με γενικόλογες αναγωγές στην «πολιτική παρακμή» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ή στην απελπισία που δημιουργούσε η παράταση της τουρκικής δουλείας. Συνδέεται νομίζω με ερωτήματα όπως τα εξής:

      α) Γιατί «έσβησε» το Βυζάντιο; Γιατί υπέκυψε στον Μωάμεθ (τον προφήτη και όχι τον πορθητή) και στον Καρλομάγνο (που ο ένας φαίνεται σαν να προϋποθέτει τον άλλο); Βρίσκεται η απάντηση στα «κύματα του βαρβαρισμού» και τη διαλεκτική της απόκρουσης-απορρόφησής τους; Αυτή μοιάζει να είναι η απάντηση του Χ. Γιανναρά. Γεγονός πάντως είναι ότι οι «σπασμοί» της στέπας, από τη μια, και της αραβικής ερήμου, από την άλλη, προκαλούσαν πτώση πολιτιστικού επιπέδου στο εσωτερικό της ελληνιστικής περιμέτρου και μετάθεση του κέντρου βάρους της κοινωνικής σημασίας σε δυναμοκεντρικά συστήματα προτύπων. Η μετάθεση αυτή είναι εντονότερη στη Δύση που υφίσταται πρώτη τη βαρβαρική πλημμυρίδα. Σε αντίθεση με τον Χριστό της Μονής της Χώρας, «τον Θεό που χορεύει», ο Χριστός της μεσαιωνικής Δύσης είναι ένας Χριστός «θηριώδης».

      β) Σε ποιο μέτρο και με ποια μορφή, το Ισλάμ και η Δύση ήταν «εσωτερικό πρόβλημα» του βυζαντινού ελληνισμού; Γιατί οι Άραβες αναπτύσσουν τον ορθολογισμό στη γνωριμία τους με το ελληνικό πνεύμα; Γιατί η Δύση ανακαλύπτει κι αυτή στους Έλληνες τον ορθολογισμό (μέσω των Αράβων); Αν ο ορθολογισμός ήταν το «σημείο υπεροχής» της Δύσης, έναντι του ελληνικού Βυζαντίου, γιατί δεν τον είχαν αξιοποιήσει και οι ίδιοι οι Έλληνες;

      γ) Ποια ήταν η σχέση ανάμεσα στις εξωτερικές δυσκολίες του Βυζαντίου και στην εσωτερική του αντίθεση ανάμεσα στον αφομοιωμένο από τον χριστιανισμό ελληνισμό και στον «εθνικό» ελληνισμό – αντίθεση που τελικά εκφράστηκε με τη διαμάχη Σχολαρίου και Πλήθωνα (1355-1451);

     Ας συζητήσουμε την εξής υπόθεση: το Βυζάντιο ήταν πολιτισμός μετα-ορθολογικός, ενώ οι Άραβες και η Δύση μόλις είχαν μπει στον πολιτισμό, όταν ανακάλυψαν τη γοητεία του «λογιστικού». «Μετα-ορθολογικός» σε ότι αφορά βεβαίως τη διαχρονική θεμελίωση και όχι το κέλυφος των παραδόσεών του. Είναι βέβαιο ότι ο ελληνισμός είχε ξεπεράσει πολύ νωρίς τον πολιτισμό της διάνοιας και της δύναμης και μέσω του χριστιανισμού είχε ανελιχθεί σε άλλο στάδιο. Μιλούσαμε πια για την «ενότητα νου και καρδίας». Για την επίγνωση της σχετικότητας της γνώσης. Για την ωριμότητα του αποφατισμού, που μόνο στη σύγχρονη Φυσική και στην αντίστοιχη επιστημολογία έχει ανάλογο.

     Φαίνεται όμως ότι στην προσπάθειά του να υπερβεί τη μονομέρεια και τη φαντασμαγορική απατηλότητα της δύναμης του λογιστικού, ο ελληνισμός το υποτίμησε και το καταπίεσε. Παράδειγμα είναι το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών και η καταδίκη της φιλοσοφικής γνώσης. Η ταπεινωμένη ελληνική διάνοια, στην προμηθεϊκή της μονομέρεια, ήταν φυσικό να αντικρύσει στη δυτική νοησιαρχία αυτό που η ίδια πάντοτε ήθελε αλλά που ποτέ δεν μπόρεσε να πετύχει, δηλαδή την αυτονομία και την κυριαρχία της στα όρια του Κοινού των Ελλήνων.*

     Πίσω απ’ αυτή, την κάπως «φιλοσοφική» ερμηνεία, θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε, σαν πρακτικό αντίκρισμα, την ταύτιση της ελληνικής πολιτειακής σκέψης με την αυτοκρατορική ρωμαϊκή ιδεολογία και την εξαφάνιση των δημοκρατούμενων ελληνίδων πόλεων. Η κατά Ζαμπέλιον «ενδημοποίησις» της Ορθοδοξίας (η επέκταση της εκκλησιαστικής κοινότητας στα όρια της πολιτικής κοινότητας) έκρυβε την αποδοχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής ιδεολογίας, την υποχώρηση τόσο του χριστιανισμού όσο και του ελληνισμού από τα πολιτειακά ιδανικά τους.

     Η προσήλωση στην αυτοκρατορική ιδεολογία δεν θα πρέπει όμως να ερμηνευθεί απλώς ως «κατάλοιπο» της ρωμαϊκής κατάκτησης. Συνδέεται και με την επίγνωση εκ μέρους των Ελλήνων, της αδυναμίας τους στο επίπεδο της κρατικής διοργάνωσης. Η αιχμή της πολιτειακής προβληματικής τους εστιαζόταν πάντοτε σε τρία σημεία: την αποφυγή της εμφύλιας στάσης μέσα στην πόλη, την αποφυγή των πολέμων μεταξύ ελληνίδων πόλεων και την αποτελεσματική απόκρουση των βαρβάρων. Η αυτοκρατορική ιδεολογία φαινόταν να δίνει λύση στα προβλήματα αυτά. Ιδιαίτερα σε συνθήκες διαρκούς «βαρβαρικής περικύκλωσης».

     Με δυο λόγια, η «βαρβαρική περικύκλωση», σε συνδυασμό με μια κοινωνικά ανεμπέδωτη υπέρβαση του ορθολογισμού και του δυναμοκεντρισμού, μπορούν να ενοχοποιηθούν για τη δραματική πτώση πολιτιστικού επιπέδου που εκφράζεται με την τυφλή στροφή της ελληνικής διανόησης προς τη Δύση.


* Αν εξαιρέσουμε τη λογική του Αριστοτέλη, οι Έλληνες φιλόσοφοι θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι για την ορθόδοξη πίστη. Κάθε χρόνο την Κυριακή της Ορθοδοξίας απευθύνεται η εξής προειδοποίηση από το Συνοδικό: «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη διά παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και δόξαις αυτών ταις ματαίαις... ανάθεμα». Για τον Παλαμά η ελληνική φιλοσοφία είναι «σοφίας αληθινής απατηλόν είδωλον». Αν κι αυτά δεν υποδηλώνουν ότι γινόταν κάποιος μόνιμος και συστηματικός αγώνας κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, υπογραμμίζουν ωστόσο ότι κυριαρχούσε η πεποίθηση όχι μόνο στην προτεραιότητα της θρησκευτικής γνώσης, αλλά και στην αυστηρή αποκλειστικότητά της στα θεολογικά και τα ανθρωπολογικά ζητήματα. Η περίπτωση Κυδώνη είναι διαφωτιστική γιατί μας δείχνει ότι η ελληνική διανόηση αρχίζει, υπό την επήρεια της Δύσης, να ξαναγυρίζει στην προτεραιότητα της φιλοσοφικής γνώσης, παλινορθώνοντας την αρχαία μεταφυσική και ηθική. Ήταν μεγάλη η έκπληξη του Κυδώνη όταν ανακάλυψε ότι «η Λατινική Δύση δεν ήταν μια βαρβαρική χώρα «σκότους», όπως τη θεωρούσαν οι Βυζαντινοί ουμανιστές, από την εποχή του Φωτίου, αλλά ένας νέος δυναμικός πολιτισμός, όπου η αρχαία ελληνική φιλοσοφία ήταν αντικείμενο τιμής περισσότερο απ’ ότι στο ίδιο το Βυζάντιο... για τον Κυδώνη, ο Θωμάς Ακινάτης και φυσικά η ιταλική Αναγέννηση ήταν πιο «ελληνικά» από το Βυζάντιο, ειδικά από τότε που το τελευταίο αλώθηκε από τους ησυχαστές! Ούτε η παπική Ρώμη ούτε η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη είναι για τον Κυδώνη το ανώτατο κριτήριο σοφίας, αλλά η αρχαία Ελλάδα. Και ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει ότι ανακάλυψε πως η κλασική ελληνική κληρονομιά φυλαγόταν καλύτερα στα πανεπιστήμια της Λατινικής Δύσης απ’ ότι ανάμεσα στους θρησκευτικούς ζηλωτές του Αγίου Όρους;». Ιωάννου Μέγεντορφ, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην ορθόδοξη εκκλησία, σ. 179, Αρμός, Αθήνα 1990.
Από την περίπτωση του Κυδώνη μπορούμε να επισημάνουμε δύο καίριες αμαρτίες του βυζαντινού ελληνισμού: α) Την κενοδοξία του ότι μόνο οι Έλληνες ήταν πραγματικά πολιτισμένος λαός και άλλοι «βάρβαροι», «γαϊδούρια» και «κοπάδια». β) Την πτώση, από την επίγνωση της σχετικότητας της φιλοσοφικής γνώσης, στην πλήρη άρνηση της φιλοσοφικής και επιστημονικής προσπέλασης στο μυστήριο της ύπαρξης. Πράγμα που οδήγησε στη μοιραία απολυτοποίηση της θρησκευτικής γνώσης.
Τα «λάθη» αυτά πληρώθηκαν πρώτα με την κυριαρχία του Ισλάμ στην Ανατολή και ύστερα με την κυριαρχία του παπισμού στη Δύση. Για να καταλήξουμε σε ολοσχερή κατάρρευση της Ορθοδοξίας, όταν το κέντρο βάρους του πολιτισμού θα μετατοπιζόταν από τη θρησκευτική πίστη στη φιλοσοφική και την επιστημονική γνώση.

 

Απ’ το βιβλίο: Θεόδωρος Ζιάκας, Έθνος και παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις
Το κείμενο παρατίθεται χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές.

Διαβάστε περισσότερα......

Έχει μέλλον η Ευρώπη;

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

Ο Ιούλιος Καίσαρ είχε καταργήσει ουσιαστικά τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, ασκώντας, πρακτικά ανεμπόδιστος, τη δικτατορική εξουσία του. Υπήρχαν όμως ακόμα οι τύποι της, έστω και χωρίς πολύ περιεχόμενο. Ο Καίσαρ εξακολουθούσε να «ανταμείβει» ματαιοδοξίες απονέμοντας τα αξιώματά της. Προκάλεσε μάλιστα μέγα σκάνδαλο όταν όρισε Γαλάτες στην καταγωγή ως συγκλητικούς.

Παρατηρώντας την εκλογή Προέδρου και Υπουργού Εξωτερικών της ΕΕ διερωτάται κανείς σε ποιό σημείο της μετάβασης, όχι από τη Δημοκρατία στην Ολιγαρχία, αλλά από την Ολιγαρχία στην Αυτοκρατορία, βρίσκονται σήμερα οι «αστικές δημοκρατίες» της Ευρώπης και η «υπερδομή» τους, η Ένωση. Υπάρχει σήμερα δημοκρατία και σε τι ακριβώς συνίσταται;

Σας φαίνεται ίσως υπερβολικό, «ακραίο» το ερώτημα; Μάλλον δεν θα έχετε υπόψιν σας τη δήλωση του Ζοζέ Μπαρόζο: «χρειαζόμαστε μια αυτοκρατορία». Ή το άλλο που είπε, σε μια συνέντευξη στη Figaro, προφανώς απευθυνόμενος στη γαλλική πολιτική τάξη, που διατηρεί από τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, τη φιλοδοξία μιας «παγκόσμιας αποστολής»: «Όλοι το ξέρουμε ότι οι επόμενες γενιές θα ζήσουν χειρότερα». Πιο εκπληκτικό από τις δηλώσεις του Μπαρόζο, είναι το γεγονός ότι δεν προκάλεσαν καμιά αξιοσημείωτη αντίδραση.

Ορθώς τα ΜΜΕ χαρακτήρισαν τους νέους αξιωματούχους πολιτικές ασημαντότητες, συμπεραίνοντας ότι η Ευρώπη τελεί σε βαθιά κρίση. Μόνο που η Ευρώπη στην οποία αναφέρονται, η Ευρώπη που «προπαγανδίστηκε» στους λαούς της ως προνομιακή μορφή ανεξάρτητης, δημοκρατικής, κοινωνικής, υπερεθνικής ολοκλήρωσης, απλούστατα δεν υπάρχει! Γι’ αυτό και οι 27 Πρόεδροι και Πρωθυπουργοί, όλο και πιο υπάλληλοι αφανών εξουσιών οι ίδιοι, δεν ένοιωσαν καμιά ανάγκη να διορίσουν πρόσωπα με κάποιο πολιτικό βάρος στις κορυφαίες θέσεις της Ένωσης. Σε εθνικό επίπεδο, μας έχουν αφήσει ακόμα την «πολυτέλεια» να μπορούμε τουλάχιστο να διαλέξουμε ανάμεσα στον κ. Καραμανλή και τον κ. Παπανδρέου, την κ. Μπακογιάννη και τον κ. Σαμαρά. Σε ευρωπαϊκό δεν έχουμε ούτε καν αυτή τη «χαρά», μπορούν να μας περιφρονούν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Από τις Βρυξέλλες ή το Στρασβούργο έρχεται το 70-90% των αποφάσεων που μας αφορούν, η πραγματική όμως θεσμική δυνατότητα των Ευρωπαίων πολιτών να τις επηρεάσουν τείνει σταδιακά στο μηδέν. Στις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια έχει κυρίως απομείνει η αρμοδιότητα να τις εφαρμόσουν. Στα ΜΜΕ, στα χέρια μιας φούχτας εργοληπτών και εμπόρων όπλων, η αποστολή να τις «πουλήσουν» σε μια όλο και πιο αποβλακούμενη, φροντίδι τους, κοινή γνώμη.

Οι εξουσίες που φεύγουν από το εθνικό επίπεδο, εν ονόματι της υπερεθνικής ολοκλήρωσης, δεν επανεμφανίζονται σε καμιά υπερεθνική δημοκρατία, αλλά σε ένα σύστημα που θυμίζει μοντέρνα εκδοχή φαραωνικής εξουσίας. Στο κέντρο της μια παντοδύναμη, αλλά μη εκλεγόμενη Επιτροπή, με κύρια «εσωτερική» λειτουργία της τη διαρκή «απελευθέρωση των αγορών», κύρια «εξωτερική» λειτουργία της την αέναη διεύρυνση της Ένωσης. Μια παρωδία κοινοβουλίου που δεν διαθέτει τις βασικές εξουσίες των κλασικών κοινοβουλίων. Μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με καταστατική αποστολή την «καταπολέμηση του πληθωρισμού», δηλαδή την εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου, της ηγεμονίας του επί των άλλων μερίδων του κεφαλαίου και των κοινωνιών και της «ελευθερίας των συναλλαγών». Μια ΕΚΤ «ανεξάρτητη» από τις κυβερνήσεις και τους λαούς, απόλυτα εξαρτημένη όμως από την ολιγαρχία του χρήματος. Μοιάζει σαν να διαγράψαμε, μέσα σε τρεις αιώνες, έναν ολόκληρο κύκλο, από την ορατή μοναρχία του Λουδοβίκου ΙΔ’ στην αόρατη κάποιου Ρότσιλντ. Και, πίσω από όλα αυτά, ένα κέντρο στρατηγικών αποφάσεων, μάλλον εκτός παρά εντός Ευρώπης, το ισχυρό «γεωπολιτικό δίπολο» μιας συμμαχίας ΗΠΑ-Ισραήλ, που μοιάζει να έχει αντικαταστήσει την «γεωπολιτική τριάδα» της δεκαετίας του 1970 (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία). Όχι τυχαία, οι συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισσαβόνας προνοούν ρητά τον σεβασμό των υποχρεώσεων προς το ΝΑΤΟ.

Ο μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος κυττάει με τρόμο τον κλοσάρ ή τον μετανάστη στον δρόμο του – φοβάται ότι βλέπει το μέλλον του. Μικροί και μεγάλοι αστοί μιας Ευρώπης σε βαθειά παρακμή, έχουν το χρήμα μόνη αξία, παρηγοριά και ναρκωτικό τους, αγκιστρώνονται πάνω του στους καιρούς της αβεβαιότητας, ενός πλανήτη επί του οποίου η Δύση δυσκολεύεται, όλο και πιο πολύ, να κυριαρχήσει. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό που νομίζουν για σωτηρία και δύναμή τους θα αποδειχθεί η καταστροφή τους. Το μόνο που κατάφεραν να βάλουν οι Γερμανοί στο κέντρο της επανενωμένης πρωτεύουσάς τους, δίπλα στο Ράιχσταγκ και την Πύλη του Βραδενβούργου, ήταν ένα... εμπορικό κέντρο της Σόνι. Κανείς από όσους πήραν το λόγο στους πρόσφατους πανηγυρισμούς, δεν δοκίμασε καν να θέσει, όχι να απαντήσει το ερώτημα, αν ο κόσμος που γεννήθηκε το 1989 ήταν καλύτερος ή χειρότερος από αυτόν που αντικατέστησε.

Η χρεωκοπία του υπαρκτού, ή μάλλον ανύπαρκτου σοσιαλισμού, προηγήθηκε πολλές δεκαετίες της πτώσης του τείχους του Βερολίνου– αυτό που είναι εκπληκτικό είναι το πόσο γρήγορα κατέρρευσαν οι... ελπίδες από την κατάρρευση του Τείχους. Οι εφημερίδες μας απέφυγαν να κάνουν τον απολογισμό της «μετάβασης» γιατί, αν τον έκαναν, θα διαπίστωναν ότι το πρώην σοβιετικό μπλοκ, εφαρμόζοντας τα μοντέλα που του εξάγαμε, γνώρισε τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του βιομηχανικού κόσμου, των δύο παγκοσμίων πολέμων περιλαμβανομένων, χωρίς άλλωστε να αποκτήσει κάποια άξια λόγου δημοκρατία! (Αν δηλαδή δεν «μετρήσουμε» τη «μετάβαση» σε όρους προπαγάνδας, αλλά σε όρους ΑΕΠ, επενδύσεων, επιστημονικής υποδομής, κοινωνικής υποδομής, διεθνούς βάρους, ηθικής κρίσης, δημογραφίας. Για κάθε έτος καπιταλιστικών «μεταρρυθμίσεων», οι άρρενες Ρώσοι έχασαν ένα έτος προσδόκιμου ζωής). Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι το δυτικό «λεωφορείο» είναι καλύτερο όσων εναλλακτικών προτάθηκαν. Μόνο που έχει περιορισμένο αριθμό θέσεων. Οι δυτικές επιτυχίες δεν οφείλονται μόνο σε αρτιότερη οργάνωση, οφείλονται και στη μεταφορά του παγκόσμιου πλεονάσματος στη Δύση επί πεντακόσια χρόνια. Όπως παρατήρησε ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού, ο Ζαν-Πιερ Σεβενεμάν, ένα νέο Τείχος, πιο μεγάλο και πιο αόρατο, αντικατέστησε το Τείχος του Βερολίνου: το Τείχος του Χρήματος. Κι όχι μόνο στην Ανατολή. Η εξαφάνιση του ιστορικού αντιπάλου του δυτικού καπιταλισμού επέτρεψε τους μεγάλους πολέμους της Μέσης Ανατολής και διευκόλυνε την χρηματιστική απορρύθμιση που οδήγησε στην κατάρρευση του νεοφιλελευθερισμού, τον Οκτώβριο του 2008.

Το «τέλος της ουτοπίας» κινδυνεύει να αποβεί «τέλος του πολιτισμού». Μας το λένε, καλύτερα μας το φωνάζουν, τα Γκουαντάναμο, οι κάμερες, η παρακολούθηση των πάντων, με ένα τρόπο που κάνει τη Στάζι και την παλιά CIA να μοιάζουν παιδική χαρά. Μας το λέει η διαφθορά των πολιτικών μας, των διανοουμένων μας, των πάσης φύσεως ελίτ. Μας προειδοποιεί για τον επελαύνοντα ολοκληρωτισμό ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα της γαλλικής διανόησης, ο Εμανουέλ Τοντ. Θα είχε συμβεί ήδη, θα ζούσαμε κιόλας στον κόσμο του Χάξλευ και του Όργουελ, θα μας διόριζαν πλέον ανοιχτά και όχι έμμεσα τους Πρωθυπουργούς, αν η ψυχή και η ανθρωπιά που έχασαν οι Ευρωπαίοι, δεν είχε... μεταναστεύσει στη Μέση Ανατολή. Η ανθρωπότητα χρωστάει πάρα πολλά στους Σουννίτες του Ιράκ και τους Σιϊτες του Λιβάνου – αυτοί έγιναν ολοκαύτωμα για να σταματήσουν, τουλάχιστον προσωρινά, την επελαύνουσα βαρβαρότητα, με τον ίδιο τρόπο που εμείς οι Έλληνες σταματήσαμε κάποτε την αυτοκρατορία του Δαρείου και του Ξέρξη. Ορισμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί, ο Ντομινίκ ντε Βιλπέν, ο Ζακ Σιράκ, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ επίσης έσωσαν, το 2003, την τιμή της Ευρώπης, αφήνοντας ζωντανή μια παρακαταθήκη, μια ελπίδα για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Υπάρχουν, είναι αλήθεια, Ευρωπαίοι που αντιστέκονται κάπου-κάπου. Αντιστάθηκαν το 2003 στην αμερικανική βαρβαρότητα. Στην Κύπρο αρνήθηκαν το 2004 να αποδεχθούν την κατάργηση του κράτους τους, εν ονόματι της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Γάλλοι ξεσηκώθηκαν το 2005 και το 2006 εναντίον της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης. Αν και απογοητευμένοι, αποθαρρημένοι, οι λαοί χρησιμοποιούν όποιες ευκαιρίες τους δίνονται για να κάνουν ένα ιδιόμορφο «αντάρτικο» στις κάθε λογής εξουσίες (μήπως δεν είναι παράδειγμα αυτής της τάσης τα όσα συνέβησαν με την εκλογή του αρχηγού της ΝΔ;). Τους έχουν προδώσει όμως οι διανοούμενοι και οι ελίτ, ακόμη και οι υποτιθέμενοι ριζοσπάστες πολιτικοί. Οι αντιστάσεις δυσκολεύονται να γίνουν τάσεις. Δεν παύουν όμως να συνιστούν τη μόνη ελπίδα ανάκαμψης μιας πολιτικής και δημοκρατικής Ευρώπης, μέλλοντος κάπως ισάξιου με το παρελθόν της. Η άλλη εναλλακτική που διαθέτουμε είναι η οριστική παρακμή της ηπείρου μας και του πολιτισμού μας, όπως συνέβη με τη «χρυσή παρακμή» του ελληνικού κόσμου της αρχαιότητας.

"Επίκαιρα", 27.11.2009

Αναδημοσίευση από το Dimitris Konstantakopoulos - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-11-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Συνεχίζεται το ρεσιτάλ νεφελοβασίας

Χρήστος Γιανναράς

Το άγχος μετασχηματίζεται σε φόβο. Η ελλαδική κοινωνία έχει κάθε λόγο να φοβάται. Δεν ξέρουμε πώς θα βγει ο χειμώνας. Αν το κράτος θα κηρύξει «στάση πληρωμών», αδυναμία να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, δανειστές, προμηθευτές. Αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους νοσοκομεία, συγκοινωνίες, ύδρευση, ηλεκτροδότηση. Αν οι απεγνωσμένοι αρχίσουν να λεηλατούν μαγαζιά, αν ο νόμος της ζούγκλας και το έγκλημα μετατρέψουν τη ζωή σε εφιάλτη.

Ο φόβος αναδύεται από τα ψηλαφητά στον καθημερινό βίο δεδομένα χρεοκοπίας της ελλαδικής οικονομίας, τη συνακόλουθη (ή αιτιώδη της χρεοκοπίας) ατιμωρησία της κερδοσκοπίας και φαυλότητας, τη συνεχή επίταση πρωτογονισμού των συμπεριφορών που κάνουν βασανιστική την καθημερινότητα. Ομως, τίποτε από αυτά δεν μοιάζει να απασχολεί τους προφανέστατα ενόχους για το εφιαλτικό αδιέξοδο: τους επαγγελματίες της εξουσίας και τις αμιγώς συμφεροντολογικές συντεχνίες τους, τα κόμματα. Αυτούς, το μόνο που τους κόφτει, ακόμα και μέσα στον πάταγο της οικονομικής κατάρρευσης, είναι η ετικέτα που θα ξεγελάσει μικρονοϊκούς ψηφοφόρους: ποιος δικαιούται να διεκδικεί τον (ανύπαρκτο) «μεσαίο» χώρο: η «κεντροδεξιά» ή η «κεντροαριστερά», οι «φιλελεύθερες» ή οι «σοσιαλιστικές» φιοριτούρες;

Οι άνθρωποι είναι άρρωστοι, πάσχουν από σαφέστατη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Ή αλλιώς, μας εμπαίζουν απροσχημάτιστα. Προσπαθούν να παρασύρουν τους αφελείς εκτός πραγματικότητας, να μετράνε ουτοπίες με τη μεζούρα: πόσο «δεξιά» ή πόσο «κεντρώα» είναι η «κεντροδεξιά», πόσο λιγότερο «κεντρώα» από την «κεντροαριστερά»! Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, η κριτική της για τα όσα παρέλαβε, η «αυτοκριτική» της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την εκλογική συντριβή της, η ρητορική των υποψηφίων για την αρχηγία στη Ν.Δ., όλα λόγια άσχετα με οποιαδήποτε ανάλυση πραγματικών αιτίων της κρατικής χρεοκοπίας, της κοινωνικής διάλυσης, της απειλούμενης καταστροφής.

Ο πρωθυπουργός έσπευσε, από την πρώτη μέρα, να υποκαταστήσει τις επαγγελίες του για πολιτικές καινοτομίες με τεχνάσματα εντυπωσιασμού: Μετονόμασε υπουργεία προτού να σχεδιάσει την αναδιάρθρωση αρμοδιοτήτων, προκαλώντας πελώρια σύγχυση στην έτσι κι αλλιώς αναποτελεσματική κρατική λειτουργία, με κατάληξη να αναδειχθούν και επισήμως απράγμονες τεράστιος αριθμός υπαλλήλων. Προέχουν οι εντυπώσεις, όχι η πολιτική. Και με τη λογική των «εφφέ» προκήρυξε την ελεύθερη υποβολή υποψηφιοτήτων για το κατ’ εξοχήν πολιτικό λειτούργημα στη δημόσια διοίκηση: τις θέσεις των γενικών γραμματέων στα υπουργεία. Είπαμε, το μόνο που ενδιαφέρει τους πολιτικούς είναι ο φενακισμός των αφελών, όχι να συνεγείρουν κοινωνική δυναμική μήπως και αναχαιτιστεί ο εφιάλτης.

Ακόμα πιο οδυνηρή πρόκληση: η κενολογία και αδιαφορία για το αδιέξοδο της χώρας στο προεκλογικό κουκλοθέατρο της Ν.Δ.: Δεν ενδιέφερε κανέναν, ήταν ολοφάνερο, η ποιότητα των υποψηφίων, ο δείκτης ευφυΐας του καθενός, το τι κατόρθωσε ώς τώρα στην πολιτική ή πόση ανικανότητα και φαυλότητα επέδειξε. Καμιά πραγματιστική ανάλυση, ούτε ίχνος, για συγκεκριμένες αιτίες της ανεπάρκειας, των σκανδάλων, της παραλυτικής αδυναμίας κυβερνητικών ανασχηματισμών και κομματικής ανασύνταξης στη διάρκεια της νεοδημοκρατικής πενταετίας. Και ούτε καν να θέτουν ερώτημα: ποια συγκεκριμένα πολιτικά - θεσμικά ενεργήματα προτείνει κάθε υποψήφιος αρχηγός για την αναχαίτιση της οικονομικής χρεοκοπίας, της κρατικής διάλυσης, της κοινωνικής αλογίας.

Τίποτε από αυτά. Το μόνο που απασχολούσε τους υποψήφιους ηγέτες της Ν.Δ., αλλά και τα στελέχη, τους βουλευτές, τους οπαδούς ήταν: αν πουλάει περισσότερο το μπαλόνι του «φιλελευθερισμού» ή το πυροτέχνημα του «συντηρητισμού», αν το κόμμα τους είναι οδοντόκρεμα ή απορρυπαντικό ελκυστικότερο για τους Δεξιούς ή ελκυστικότερο για τους Κεντρώους. Το πολιτικό επίπεδο προεκλογικού προβληματισμού της Ν.Δ. προϋπέθετε διανοητικά καθυστερημένους εκλέκτορες.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση χρεοκοπίας: ζει με δανεικά έχοντας χάσει τη δανειοληπτική αξιοπιστία της, ξοδεύει αλόγιστα, με ξέφρενη σπατάλη και κακοδιαχείριση, για να συντηρεί την απληστία κάθε κομματικής πελατείας. Μπορεί αυτή η εγκληματική αθλιότητα να αναχαιτιστεί με διαχειριστικές πρακτικές δήθεν περιορισμού των κρατικών εξόδων και δήθεν πάταξης της φοροδιαφυγής; Με ποια θεσμικά μέτρα, ριζικές αλλαγές θεσμών και λειτουργίας θεσμών, μπορεί να ενεργοποιηθεί η δημιουργικότητα του πολίτη, η παραγωγικότητα ως κοινωνική δυναμική; Είναι ποτέ δυνατό να παραγάγει πλούτο μια κοινωνία στην οποία η άμιλλα, ο ανταγωνισμός της ποιότητας, η καταξίωση της αριστείας και της δημιουργικής τόλμης έχουν και θεσμικά καταργηθεί; Είναι δυνατό να καταστεί παραγωγική μια κοινωνία όπου ο συνδικαλισμός, ως κράτος εν κράτει, ακυρώνει κάθε κοινωνική προτεραιότητα, διαστρέφει μεθοδικά τη συνείδηση του πολίτη σε στεγανό ατομοκεντρισμό κτηνώδους ιδιοτέλειας; Είναι δυνατό να ανακάμψει μια κοινωνία που τα σχολειά της ετοιμάζουν βανδάλους και τους εκπαιδεύουν ήδη από το Δημοτικό στις πρακτικές των γκανγκστερικών εκβιασμών;

Αντί να μας κατακλύζουν με την αηδιαστική λογοδιάρροια περί «μεσαίου χώρου» και βλακωδών «εξισορροπήσεων» της «ελεύθερης» ή της «κατευθυνόμενης» οικονομίας, θα μπορούσαν τα κυβερνητικά στελέχη σήμερα, ή οι ορεγόμενοι την αρχηγία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να μας πουν συγκεκριμένα και τίμια: Θα τολμήσουν ποτέ να εφαρμόσουν τα όσα προβλέπει για τον συνδικαλισμό των δημοσίων υπαλλήλων ακόμα και το τεταρτοκοσμικό πασοκικό Σύνταγμα του 1985; Θα τολμήσουν ποτέ να δώσουν προτεραιότητα στην κοινωνία, και όχι στο κόμμα τους, μεταφέροντας τις κομματικές τους νεολαίες έξω και μακριά από τους τόπους σπουδής και εργασίας – πανεπιστήμια, σχολειά, εργατικά συνδικάτα; Θα επιχειρήσουν ποτέ, και με ποια θεσμικά μέτρα, να ασκήσουν κοινωνικό έλεγχο στους εμπόρους της πληροφόρησης και αγωγής του ψυχισμού των πολιτών; Με ποιες συγκεκριμένες θεσμικές τομές θα μπορούσαν (αν το καταλάβαιναν και το φιλοδοξούσαν) να αποκαταστήσουν στη χώρα αξιοκρατία, καταξίωση της ποιότητας, προβάδισμα των αρίστων, απόλυτη προτεραιότητα στόχου την κατά κεφαλήν καλλιέργεια;

Να είναι βέβαιος ο αναγνώστης ότι κανένας επαγγελματίας της πολιτικής, οποιουδήποτε κόμματος, δεν απαντάει σε τέτοια ερωτήματα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-11-09

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Περί παίδων αγωγής

Δημήτρης Νατσιός

Ο μεγάλος μας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης στο περίφημο ποίημά του «Ιθάκη» σημείωνε τούτα τα σπουδαία:

«Πάντα στο νου σου να ‘χεις την Ιθάκη
το φθάσιμο εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου
καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
Και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
Πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο».

Ένα ταξίδι ωραίο είναι ο γονικός ρόλος. Ένα ταξίδι, πάνω σε μια σχεδία, που περιπλανάται εδώ κι εκεί, που συναντά τους Λαιστρυγόνες, τους Κύκλωπες και τον άγριο Ποσειδώνα, αναλαμβάνουν οι γονείς. Ο πηγαιμός είναι το μεγάλωμα των παιδιών, στον πηγαιμό αυτόν αποκτάς πείρα και σοφία, φτάνεις γέρος πια στην Ιθάκη. Είναι το ταξίδι αυτό γεμάτο χαρές, προκλήσεις, θύελλες, λύπες, όλα όμως τα λησμονεί ο γονέας, όταν φτάσει στην Ιθάκη του. Όταν αντικρίσει τα παιδιά του, ν’ ανοίγουν τα δικά τους φτερά, να ετοιμάζονται για τον δικό τους γοητευτικό πηγαιμό.

Οι περισσότεροι γονείς σκεφτόμαστε πώς θα κάνουμε αυτό το συναρπαστικό και συνάμα δύσκολο ταξίδι με επιτυχία, ανατρέφοντας σωστά τα παιδιά μας.

Οι περισσότεροι αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε καλοί πλοηγοί και κυβερνήτες, αισθανόμαστε ενοχές, δεν ανατρέφουμε ορθά τα παιδιά μας. Αναζητούμε κανόνες, μαγικές συνταγές, συμβουλές. Δεν υπάρχουν δυστυχώς. Γιατί; Γιατί κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Υπάρχει ο δικός του δρόμος, ο δικός του τρόπος, η δική του στιγμή, ο δικός του χαρακτήρας. Όπως δεν υπάρχουν δύο ίδια δακτυλικά αποτυπώματα, έτσι δεν υπάρχουν δύο ίδια παιδιά.

Τι απομένει λοιπόν στον γονέα; Τι μπορεί να κάνει; Είναι άοπλος, έρμαιο της τύχης του. Όχι. Έχει στα χέρια του δύο ισχυρά όπλα. Το πρώτο είναι η αγάπη. Αυτό το μυστήριο, η μοναδική, η ασύγκριτη αγάπη. «Όπερ φύσις ου δύναται, η αγάπη δύναται». Αυτό που δεν μπορεί να πετύχει η φύση, ο άνθρωπος, δηλαδή, με τις φυσικές του δυνάμεις, το κατορθώνει η αγάπη, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Το δεύτερο είναι η ίδια η ζωή μας, το παράδειγμα μας. Αυτή διδάσκει, η ζωή μας, και όχι τα λόγια, τα «πρέπει». Από τη στιγμή που μπαίνει το πρέπει, το παιδί γίνεται αρνητικό. Να πιάσω το πρέπει από το «ι» και να το γδάρω μέχρι το «π», έλεγε ο ποιητής μας, ο Ελύτης.

«Ου γαρ ο λόγος τοσούτον, όσον ο βίος στην αρετή άγει». Δεν οδηγούν τα λόγια, η ίδια η ζωή στην αρετή, θα σημειώσει και ο αρχαίος φιλόσοφος Πλούταρχος.

Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο όπλο που έχει στα χέρια του ο Έλληνας γονέας. Είναι η παράδοσή μας. Το χρυσοφόρο αυτό κοίτασμα που έπλασαν τόσες γενεές προγόνων, από το οποίο μπορούμε να αντλούμε και να ξεδιψούμε. Να δανειζόμαστε τιμαλφείς αξίες και αξιοθαύμαστα πρότυπα και να διδασκόμαστε. Το είχε πει με το δικό του άφθαστο τρόπο ο Παλαμάς.

«Δεν θέλω ‘γω καινούργια ή ξένα δώρα
παλιά δικά μου πλούτη σου ζητώ».

Θα ταξιδέψω λοιπόν, σήμερα μαζί σας, πίσω στο χρόνο. Θα σκάψω στην παράδοση μας. Θα αποκαλύψω, κατά τον δυνατόν, τον χρυσό των προγόνων μας, που καλύφθηκε από την κρούστα της λήθης και μπαζώθηκε από τις τσιρίδες των φραγκογραικύλων της σήμερον. Θα ξεκινήσω από τον παππού μας, την αρχαία Ελλάδα, θα ανηφορίσω στις ατραπούς της ιστορίας και θα συναντήσω τον πατέρα μας, το Βυζάντιο, την αειθαλή Ρωμανία - πάντα ανθεί και μας φέρνει κι άλλα τζιβαϊρικά. Θα καταλήξω στην νεότερη, στην σύγχρονη εποχή, σε μας τους γιους, τα εγγόνια, που αλλοιωθήκαμε από τον θαυμαστό, καινούργιο κόσμο μας. Στο τέλος θα προσπαθήσω να συνταιριάσω την παράδοση και το σύγχρονο. Να διαπιστώσουμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας πρέπει. « Άρξομαι δε από των προγόνων πρώτον»....

Σε κάθε σπίτι, σε κάθε σχολή στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε ο Όμηρος. «Την Ελλάδα όλην πεπαίδευκεν ούτος ο ανήρ» θα πει ο Πλάτων. Οι γονείς αναθρέφουν τα παιδιά τους για να γίνου καλοί καγαθοί πολίτες. Σκοπός τους ν’ αποκτήσουν τα παιδιά την αρετή, λέξη που δεν εξηγείται, αλλά βιώνεται. «Ουκ έστιν αρετής νόημα τιμιώτερον». Δεν υπάρχει τίποτε πιο πολύτιμο από την αρετή. Ό,τι κι αν γίνουν τα παιδιά πρέπει να τα διακρίνει η αρετή, γιατί «πάσα επιστήμη (τέχνη) χωριζομένη αρετής πανουργία τις και ου σοφία φαίνεται», λέει ο Πλάτων στο πασίγνωστο ρητό του. Αρετή μάλλον εννοούσαν οι αρχαίοι την υστεροφημία. Το να φεύγει κάποιος απ’ αυτή τη ζωή και ν’ αφήνει πίσω του μία λαμπρή ανάμνηση. «Η δε αρετή και θανώσι λάμπει». Η αρετή λάμπει ακόμη και μετά το θάνατο των ενάρετων ανθρώπων. Πώς όμως παίδευαν οι γονείς ενάρετους ανθρώπους; Στο έργο του «περί παίδων αγωγής» ο Πλούταρχος ανθολογεί, γύρω στο 50 μ.Χ., όλα την προηγούμενη σοφία. Αντιγράφω λίγα θαυμάσια σπαράγματα :«Οι γονείς», γράφει, «να μην παινεύουν υπερβολικά και φουσκώνουν τα παιδιά με εγκώμια, γιατί με τις υπερβολές των επαίνων γίνονται ματαιόδοξα και κακομαθημένα».

«Να οδηγούμε», συνεχίζει, «τα παιδιά προς τις σωστές ενασχολήσεις με συμβουλές και λόγους και όχι με ξυλοδαρμούς και κακοποίηση. Ακόμη να μην τα υποβάλλουμε σε υπέρμετρους κόπους» - σήμερα θα λέγαμε φροντιστήρια, ωδεία, γυμναστήρια – «όπου απαυδούν και διακόπτουν ή δεν δέχονται τη μάθηση με ανταπόκριση. Όπως δηλαδή τα φυτά τρέφονται με λιγοστό νερό, αλλά με πολύ πνίγονται κατά τον ίδιο τρόπο η παιδική ψυχή από τους υπερβολικούς κόπους καταποντίζεται». Σημειώνει παρακάτω ο παππούς Πλούταρχος κάτι πολύ σημαντικό, απευθυνόμενος στους πατέρες. «Να παρακολουθούν την πορεία μάθησης των παιδιών τους, να πληροφορούνται οι ίδιοι, την εξέλιξη των παιδιών τους από τον δάσκαλο». Σήμερα οι πατέρες είναι απόντες από το σχολείο. Είναι όμως πλάνη για τον άντρα να πιστεύει ότι μπορεί, χωρίς συνέπειες, να διοχετεύει όλη του την ενέργεια στην δουλειά του, όπως είναι πλάνη για τη γυναίκα να πιστεύει ότι μπορεί να μεγαλώσει μόνη της τα παιδιά της. Στο τέλος καταλήγουν και οι δύο με άδεια χέρια. Ιδιαίτερη σημασία δίνει ο Πλούταρχος στο ψέμα. «Να συνηθίζουμε», τονίζει, «τα παιδιά μας να λένε την αλήθεια. Το ψέμα είναι δουλοπρέπεια και όλοι οι άνθρωποι το απεχθάνονται». Όταν τα παιδιά βρίσκονται στην εφηβική ηλικία οι εχέφρονες γονείς, πρέπει «να προσέχουν, να επαγρυπνούν και να συνετίζουν τους νεαρούς διδάσκοντας, απειλώντας και παρακαλώντας τους, παρουσιάζοντας παραδείγματα ανθρώπων που εξαιτίας της αγάπης τους για τις απολαύσεις έπεσαν σε συμφορές. Να εμποδίζουν τα παιδιά από του να συναναστρέφονται φαύλους ανθρώπους, γιατί παίρνουν μέρος τα κακίας τους». Ο λαός σήμερα λέει «πες μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι». Πολλοί νέοι παρασύρθηκαν εξαιτίας της κακής παρέας, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Στην περίπτωση αυτή ο γονέας επεμβαίνει δραστικά, χωρίς τύψεις και ενδοιασμούς, πριν να είναι πολύ αργά. Ο γονέας να είναι υπομονετικός, συνιστά ο Πλούταρχος. Να μην ελέγχει και παρατηρεί το παραμικρό. «Υπομένουμε», γράφει, «τα παραπτώματα των φίλων μας τι το παράδοξο, αν υπομείνουμε και των παιδιών μας;». Τελειώνει ο Πλούταρχος την πραγματεία του με κάτι που θεωρεί την κορωνίδα της σωστής αγωγής είναι το δεύτερο, μετά την αγάπη, όπως προείπα, όπλο του γονέα. «Περισσότερο απ’ οτιδήποτε οφείλουν οι γονείς να μην πέφτουν σε σοβαρά σφάλματα, αλλά να κάνουν όλα όσα πρέπει, προσφέροντας τους εαυτούς τους παράδειγμα στα παιδιά τους, ώστε ν’ αποτρέπονται από άσχημα λόγια και έργα». «Παράδειγμα τοις τέκνοις παρέχειν», αυτή είναι η βασιλική οδός για μια σωστή ανατροφή. Αυτό προβάλλει η αρχαία παράδοσή μας. Πολλοί παραστρατημένοι νέοι είναι συνήθως άνθρωποι που πρώτα απογοητεύτηκαν από τους γονείς τους και ύστερα από την κοινωνία. Αφήνουμε τον παππού μας, τον πολιό αρχαίο Έλληνα και ακούμε τον πατέρα μας, τον Ρωμιό, τον πονεμένο...

Στο Βυζάντιο η ανατροφή των παιδιών κατέχει κυρίαρχο ρόλο. Στόχος πλέον δεν είναι μόνον ο καλός καγαθός πολίτης, αλλά ο πολίτης του ουρανού, ο ουρανοπολίτης, ο άγιος. Η ανατροφή είναι η υψηλοτέρα τέχνη. «Τω όντι γαρ αύτη μοι φαίνεται τέχνη τις είναι τεχνών και επιστήμη επιστημών, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον και ποικιλώτατον ον», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατανοώντας τις δυσκολίες ανατροφής των παιδιών γράφουν πλήθος συγγραμμάτων, όπου παιδαγωγούν, συμβουλεύουν, νουθετούν γονείς και παιδιά. Η δροσιά και η επικαιρότητα των παρατηρήσεών τους είναι εκπληκτική. Θα περιοριστούμε εδώ σε λίγα χρυσά ρήματα του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, του «θεμέλιου λίθου του καινού Ελληνισμού» κατά τον ιστορικό του 19ου αιώνα Σπ. Ζαμπέλιο. Στο έργο του «πώς πρέπει οι γονείς ν’ αναθρέφουν τα παιδιά τους» γράφει τα εξής θαυμάσια. Ξεκινά με μια μεγάλη αλήθεια: «Δεν κάνει τον άνθρωπο γονέα - πατέρα ή μητέρα - το γεγονός και μόνο ότι συνετέλεσε να γεννηθεί παιδί, αλλά να το διαπαιδαγωγήσει σωστά». Τα παιδιά δεν είναι κτήμα μας να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε ή να βγάζουμε τις δικές μας απωθημένες επιδιώξεις. Το μόνο που μας ανήκει είναι η διαπαιδαγώγησή τους. Η διαπαιδαγώγηση είναι όμως δύσκολο πράγμα. Οι γονείς αγχώνονται. Θέλουν να είναι τέλειοι. Τέτοιοι δεν υπάρχουν. Πολλές φορές ο γονέας (ή ο δάσκαλος) πέφτει σε σφάλματα ή κάνει λάθη απέναντι στα παιδιά. Ζητάμε συγγνώμη. Η συγγνώμη από τα παιδιά τα διδάσκει τρία πολύτιμα μαθήματα.

Πρώτον. Η ομολογία του γονέα ότι έκανε λάθος δίνει στο παιδί την δυνατότητα να διαπιστώσει ότι κανείς δεν είναι αλάθητος. (Πλην του πάπα της Ρώμης. Παναίρεση αλάνθαστη όντως).

Δεύτερον. Όταν οι γονείς έχουν την δυνατότητα να ζητήσουν συγνώμη από τα παιδιά τους, τότε εκείνα αρχίζουν να μαθαίνουν ότι η συγγνώμη είναι το υφάδι της ζωής που συνέχει τους ανθρώπους. Μαθαίνουν ότι ένα λάθος δεν είναι το τέλος μιας σχέσης και ότι μπορεί να ξεπεραστεί και να απαλειφθεί με την συγγνώμη και την συμφιλίωση.

Τρίτον. Η συγγνώμη των γονέων ενισχύει την δυνατότητα των παιδιών να διακρίνουν το καλό από το κακό.

Στηλιτεύει παρακάτω ο άγιος την αδικαιολόγητη ανοχή των γονέων στα παραπτώματα των παιδιών. «Πολλοί γονείς», γράφει, «επειδή δεν θέλουν να μαλώσουν ή να λυπήσουν τα παιδιά τους, για την άτακτη ή απρεπή συμπεριφορά τους, τα είδαν αργότερα πολλές φορές να συλλαμβάνονται επειδή υπέπεσαν σε μεγάλα εγκλήματα».

Δυστυχώς σήμερα οι πιο πολλές οικογένειες έχουν σαν κέντρο της ζωής τους τις επιθυμίες και τα κέφια του παιδιού. Ικανοποιούν κάθε του επιθυμία. Γίνεται το παιδί ένας κακομαθημένος τυραννίσκος, γιατί δεν το παιδαγωγούν οι γονείς του.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω ανέκδοτο. Το γεγονός συνέβη στην Αμερική. Ένας πιτσιρίκος πηγαίνει με την μαμά του σ’ ένα πολυκατάστημα. Ψωνίζει εκείνη κάτι ευτελές και χρειαζούμενο, μα ο μικρός έχει χωθεί σ’ ένα αυτοκινητάκι και αρνείται να βγει απ’ αυτό. Με γοερές κραυγές και τσιρίδες απαιτεί να του το αγοράσουν. Η μάνα δεν έχει τόσα χρήματα. Τρέμει ακόμη μήπως η άρνησή της δημιουργήσει στο παιδί τραύματα, ψυχικές, ανεπανόρθωτες ζημιές, που ίσως γίνουν κάποτε η αιτία για να γίνει το παιδί κομπλεξικό ή... Αλ Καπόνε. Το πολυκατάστημα όμως έχει παιδοψυχολόγο, όπως όλα τα καλά πολυκαταστήματα παιδικών ειδών στην Αμερική. Η μαμά καταφεύγει απελπισμένη σ’ αυτόν. Γιατρέ, του εξηγεί, και τρέμει η φωνή της, του μίλησα λογικά, του εξήγησα πως δεν έχω χρήματα, το παρακάλεσα, του έταξα λαγούς με πετραχήλια. Μα τίποτε, δεν σηκώνεται από το παιχνίδι. Μπορείτε να βοηθήσετε. Ο ψυχολόγος πρόθυμα πήγε δίπλα στον μικρό, του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και αμέσως - ω του θαύματος- ο μικρός ακολούθησε σαν αρνάκι την μητέρα του. Η μαμά συγκινήθηκε, θαύμασε την παιδαγωγική κατάρτιση του γιατρού. «Αυτό θα πει μοντέρνα αντίληψη παιδαγωγικής», κραύγασε. «Τι είπατε στο παιδί μου, γιατρέ, και πείστηκε», ρωτά να μάθει. Ο ψυχολόγος χαμογέλασε: - Του είπα: «κατέβα αμέσως γιατί θα φας δύο σφαλιάρες που θα δεις τον ουρανό σφοντύλι». Εδώ τελειώνει το ανέκδοτο. Λέγεται πως ο γιατρός ήταν Έλληνας...

Στην Αμερική ο μεγαλύτερος παιδαγωγός Σποκ ζήτησε συγγνώμη από τον αμερικανικό λαό γιατί, όπως είπε, κατάστρεψε μία ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε με την παιδαγωγική του, που συμπυκνώνεται στη φράση. «Άσε το παιδί να κάνει ό,τι θέλει για να εκτονωθεί, να βγάλει τα απωθημένα που έχει μέσα του». Συγκλονίστηκε και αφυπνίστηκε ο Σποκ, όταν ο γιος του πέθανε από ναρκωτικά.

Θίγει ακόμη ο άγιος ένα ιδιαίτερο σοβαρό θέμα: Γράφει: «Για τα κτήματα που έχουν δοθεί στα παιδιά φροντίζουμε, όχι όμως και για τα παιδιά. Βλέπεις γονέα την ανοησία; Άσκησε την ψυχή του παιδιού σου πρώτα και κατόπιν θα έλθουν όλα τα άλλα: Όταν η ψυχή του παιδιού δεν είναι ενάρετη, καθόλου δεν το ωφελούν τα χρήματα και όταν είναι, καθόλου δεν το βλάπτει η φτώχεια. Θέλεις να το αφήσει πλούσιο, μάθε το να είναι σωστός άνθρωπος». Οι παρατηρήσεις αυτές είναι πολύ επίκαιρες. Η μεγάλη πλειοψηφία των γονέων σήμερα φροντίζει να προσφέρει στα παιδιά, υλικές ανέσεις και αγαθά και συχνά, για να το επιτύχει αυτό, στερεί από τα παιδιά της, αυτό που εκείνα χρειάζονται περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, δηλαδή αυτούς τους ίδιους τους γονείς τους. Στη συνέχεια οι γονείς προσπαθούν να τα αποζημιώσουν με εξωφρενικές παροχές. Τα δωροδοκούν, δηλαδή, για να αγοράσουν το ενδιαφέρον και την αγάπη τους. Ή δείχνουν αυτήν την αποπνικτική αγάπη, κυρίως οι μάνες, που ονομάστηκε προσφυώς, «σύνδρομο της κλώσας». Έτσι δεν μεγαλώνουμε ελεύθερους ανθρώπους, αλλά άβουλα όντα.

Θίγει ακόμη ο άγιος ένα πολύ σημαντικό θέμα. Αυτό της γλώσσας: «Ρήματα παιδεύοντες το παιδίον φθέγγεσθαι σεμνά και ευσεβή», να μαθαίνουμε στο παιδί να χρησιμοποιεί λέξεις ωραίες. Ή τουλάχιστον να μην ακούει αισχρολογίες. Δυστυχώς σήμερα και στα δημοτικά ακόμη σχολεία ακούμε μαθητές στα διαλείμματα να βωμολοχούν. Ποιος φταίει; «Όταν τα μήλα είναι ξινά, ποιον πρέπει να κατηγορήσουμε τα μήλα ή τη μηλιά;», έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. «Ο άνθρωπος είναι το μιμητικότατον των όντων», έλεγε ο Αριστοτέλης. Το παιδί μιμείται ό,τι βλέπει και ό,τι ακούει. Σ’ αυτόν τον τομέα περισσότερη προσοχή χρειάζονται οι πατεράδες, οι οποίοι έχουν την νοσηρή εντύπωση πως αποτελεί χρέος τους η διδασκαλία και η αποκάλυψη στον νεαρό γιο του κάποιων «αντρικών» μυστικών ή η εκμάθηση βρισιών που αρμόζει σε πραγματικούς άντρες. Αποαθωποιούνται έτσι τα παιδιά σε πολύ ακατάλληλη ηλικία και οδηγούνται πολλές φορές στη διαφθορά, γιατί «φθείρουσι ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Καταστρέφονται χρηστά ήθη από κακές συναναστροφές και ομιλίες, σημειώνει ο Μέγας Βασίλειος. Τα παιδιά πολύ συχνά γνωρίζουν, πόσο τα βαρύνουν τα λάθη και οι αμαρτίες των γονέων. Τα ακόλουθα αποτελούν μία πολύ εύγλωττη μαρτυρία. Σε μία πρόσφατη σχετικά έρευνα σε παιδιά του Δημοτικού με θέμα «πώς θα θέλατε τους γονείς σας», ένα παιδί Δ’ Δημοτικού έγραψε: «Εγώ θέλω τους γονείς μου να είναι καλοί, να μην λένε κακά λόγια, γιατί αλλιώς θα μάθουν και σε μας τα λόγια αυτά». Ένα άλλο Ε’ τάξης έγραψε: «Εγώ θέλω τους γονείς μου να είναι καλοί, ευγενικοί και να μην μαλώνουν μεταξύ τους». Μίλησε το δεύτερο παιδί για την συζυγική αγάπη. Αυτή η ευλογημένη αγάπη είναι αληθινή ευεργεσία για τα παιδιά, το ωραιότερο μάθημα. Όλοι οι τόμοι της παιδαγωγικής επιστήμης ωχριούν μπροστά στο ανεπανάληπτο μάθημα που λέγεται συζυγική αγάπη. Αυτή αρωματίζει τα παιδιά, ώστε να μοσχοβολούν κι αυτά στη ζωή τους. Τελειώνοντας με το Βυζάντιο θα αναφέρουμε την κορωνίδα των παιδαγωγικών συμβουλών της ρωμέηκης παράδοσής μας, η οποία επαναλαμβάνει την αρχαία ελληνική: «Δεν θα χρειάζονταν λόγια στα παιδιά μας, αν έλαμπε αληθινά η ζωή μας, δεν θα ήταν απαραίτητοι οι δάσκαλοι της αρετής, αν παρουσιάζαμε εμείς οι ίδιοι στα παιδιά μας έργα αρετής». Η αξία τους παραδείγματος είναι ανεπανάληπτη. Είναι η βασιλική οδός για μια υγιή ανατροφή των παιδιών μας.

Ερχόμαστε τώρα στην σύγχρονη εποχή, στην νεότερη Ελλάδα, όπου είχαμε κοσμογονικές αλλαγές. Μία κλειστή κοινωνία όπως ήταν, έρχεται σε επαφή με την Δύση. Θαμπώνεται, γοητεύεται, ξιπάζεται, προσπαθεί με τις ευλογίες της φωταδιστικής - κοραϊκής διανόησης να γίνει και αυτή «πεπολιτισμένο» έθνος της Ευρώπης. Το Βυζάντιο αμαυρώνεται, είναι σκοταδισμός, ανούσιες διενέξεις παπάδων και διεφθαρμένων αυτοκρατόρων. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί του, οι Πατέρες της Εκκλησίας, περιφρονούνται. Η αρχαία Ελλάδα ασκεί γοητεία. Παραμορφωμένη όμως, με ρομαντικό πνεύμα, σαν ένα καλό παραμύθι. Η εξέλιξη της τεχνικής και της επιστήμης, οδηγεί σε ουτοπίες και παραλογισμούς. Όλα θα τα λύσει η τεχνική. Ο άνθρωπος περιθωριοποιείται. Αξίζει μόνο ο εγκέφαλος του, ψυχή δεν υπάρχει, «ο Θεός πέθανε». Η εξέλιξη της επιστήμης θα τα λύσει όλα. Πείνα, αρρώστιες, πολέμους, ακόμη κι ο θάνατος, θα νικηθούν. Από κοντά και οι παιδαγωγικές επιστήμες διαγράφουν την πολυαίωνη πείρα και αναζητούν «μοντέρνες» μεθόδους ανατροφής των παιδιών. Τα παιδιά πλέον δεν είναι παιδιά, που ανθίζουν και βγάζουν το καθένα τον δικό του μοναδικό και ανεπανάληπτο ανθό. Είναι μικρογραφίες των μεγάλων. Δεν έχουν δικό τους χαρακτήρα, είναι όλα ίδια. Αν τα εκπαιδεύσουμε στρατιωτικά, με σιδερένια πειθαρχία, θα γίνουν καλοί μεγάλοι. Άριστοι πολίτες, άριστοι στρατιώτες. Έτσι φτάσαμε στον Χίτλερ. Μετά τον πόλεμο πέρασε η Δύση στο άλλο άκρο. Κανένας περιορισμός, καμμιά άρνηση, αφήστε τα παιδιά να κάνουν ό,τι θέλουν, για να μην φτάσουμε στον Χίτλερ. Τα παιδιά έγιναν παιδιά των λουλουδιών. Από τους φασισμούς καταλήξαμε στα ναρκωτικά. Αφού δεν μπορούμε να σκοτώσουμε τον πλησίον, ας σκοτώσουμε τον εαυτό μας. Και στις δύο περιπτώσεις οι γονείς απόντες. Περιφρονήθηκε η πρωτόθρονος αξία του γονεϊκού ρόλου, της αγάπης, του παραδείγματος και καταλήξαμε σε παγκόσμιες τραγωδίες. Χωρίς το απαραίτητο λίπασμα της αγάπης του γονέα, ανατράφηκαν γενεές, δολοφόνων και εγκληματιών, γενεές που αναζήτησαν την αγάπη και την παρηγοριά στις ουσίες. Χωρίς το παράδειγμα του γονέα, χωρίς φραγμό και ιδανικά, χωρίς πρότυπα, μπούκωσαν από τις απολαύσεις και αναζήτησαν την τελειότητα, την αρετή, την ηδονή στην παραίσθηση, στην απόδραση από την σκληρή πραγματικότητα, στον λευκό θάνατο. Σήμερα η Δύση, από την οποία εισάγουμε άκριτα προϊόντα και ιδέες, βιώνει το τρίτο στάδιο της αποχαλίνωσή της. Ονομάζεται μεταμοντέρνο. Τα πάντα «αποδομούνται», κατεδαφίζονται αξίες, πατρίδες, παραδόσεις, θρησκείες, όλα αναθεωρούνται. Μοναδική αξία το χρήμα. Σκοπός η πάση θυσία καλοπέραση, η ευδαιμονοθηρία και η κατανάλωση. Από τον homo sapiens περάσαμε στον άνθρωπο καταναλωτή. Οτιδήποτε αντιστέκεται στον καταναλωτισμό πρέπει να χτυπηθεί. Η Οικουμένη εξαμερικανίζεται. «Φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκωμεν», «να είσαι ο εαυτός σου». Ιδού τα συνθήματα της Νέας Εποχής. Αυτό ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Όνειρό της να περιοριστεί ο άνθρωπος σε δύο αντανακλαστικές κινήσεις. Να παρακολουθεί τις διαφημίσεις των προϊόντων στην τηλεόραση και στη συνέχεια να πηγαίνει στο ψυγείο και να καταναλώνει τα διαφημιζόμενα προϊόντα. Ψυγείο και τηλεόραση, ιδού τα σύμβολα της Νέας Εποχής. Θύματα αθώα αυτή της ύπουλης πολιορκίας και μάλλον άλωσης, τα πλέον ανώριμα και ανυπεράσπιστα μέλη της κοινωνίας, τα παιδιά. Να σημειώσω εδώ, παρενθετικά, αυτό που έγραψε ο μεγάλος μας ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. «Παρατηρήστε πως τρώει το Ελληνόπουλο. Τρώει το πρωί στο σπίτι του. Παίρνει χρήματα για να φάει στο διάλειμμα του σχολείου. Φεύγει σχολώντας και πηγαίνει στο περίπτερο να φάει τα απαγορευμένα στο σπίτι διαφημιζόμενα εδέσματα. Φτάνει στο σπίτι και ξανατρώει. Τρώει όπως οι πεινασμένοι Σουλιώτες ή οι Μεσολογγίτες, εις μνήμην αυτών. Τρώει αναδρομικώς». Σήμερα οι στατιστικές λένε πως τα Ελληνόπουλα είναι τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη.

Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή που συνέβη τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία είναι στο ρόλο της μητέρας και γενικότερα στην γυναίκα του τόπου μας. Το φεμινιστικό κίνημα και οι μεγάλοι πόλεμοι ασκούν ισχυρή επίδραση. Κατά την διάρκεια των πολέμων οι εμπόλεμες χώρες χρησιμοποίησαν την γυναίκα σε όλες ανεξαιρέτως τις δραστηριότητες και τα επαγγέλματα, αντί των ανδρών που ήταν στο μέτωπο και διαπιστώνουν, έκπληκτοι οι πάντες, ότι οι γυναίκες είναι ικανές για επιτυχή δράση σε όλους τους τομείς. Εγκαταλείπει, λοιπόν, η γυναίκα το σπίτι και εργάζεται. Ξεκινά μια αδυσώπητη επαγγελματική αναμέτρηση με τον άνδρα. Σήμερα είναι αναγκασμένη να εργαστεί, γιατί αλλιώς το σπίτι δεν τα βγάζει πέρα. Τα ωράρια εργασίας επιμηκύνονται. Το αστικό μοντέλο ζωής επικρατεί. Τα χωριά ερημώνουν και οι πόλεις γιγαντώνονται απάνθρωπα. Ένα διαμέρισμα υποθηκευμένο στην τράπεζα, καθημερινό λαχάνιασμα για να προφθάσει τα πάντα, άγχος, κούραση. Αυτά χαρακτηρίζουν την σύγχρονη Ελληνίδα μάνα. Και τα παιδιά; Τα παιδιά φυλακισμένα στο θαυμάσιο παιδικό τους δωμάτιο, με τα άφθονα, φανταχτερά παιχνίδια, με την τηλεόραση, το κινητό τους, με τα φροντιστήρια, τα ωδεία, τα γυμναστήρια, τα πάντα. Από ενοχές τα προσφέρουμε τα πάντα. Την αγάπη όμως που θέλει χρόνο, να παίξεις μαζί τους, να αστειευτείς, να διαβάσεις μαζί τους, τους την αποστερούμε. Εξάλλου σήμερα τα παιδιά δεν παίζουν, δεν έχουν ούτε χρόνο στο σπίτι - ούτε χώρο στο σχολείο. «Η πιο σοβαρή πράξη ενός παιδιού δεν είναι η μελέτη, είναι το παιχνίδι», έλεγε ο Ελύτης. Σήμερα λίγος χρόνος μας απομένει το βράδυ μόνο για να τα φιλήσουμε και να τα πούμε καληνύχτα. Ήρθαν και κάποιοι διαφωτισμένοι εις τας Ευρώπας παιδαγωγοί – φορτωμένοι και με master. Είναι γνωστό πως και κρετίνος να είσαι πληρώνοντας το εξασφαλίζεις από κάποιο αμερικανικό ανθυποκολέγιο - που έμαθαν στις ταλαίπωρες κυρα-Κατίνες της συνοικίας πως πρέπει να αφήνουν τα παιδιά τους να κάνουν ό,τι θέλουν για να μην γίνουν κομπλεξικά και η κατάσταση επιδεινώθηκε. Άκουσαν και κάποιους άλλους να τους λένε πως πρέπει να είμαστε φίλοι με τα παιδιά μας και γίναμε μεταμοντέρνοι. Εξηγώ το τελευταίο προς άρσιν παρεξηγήσεων. Ο γονέας που λέει στο παιδί του «μη με βλέπεις σαν πατέρα, εγώ θέλω να είμαι φίλος σου» είναι ο ίδιος ένα ανώριμο παιδί που παραιτείται από την πατρική του ευθύνη και δημιουργεί στο παιδί του αίσθημα ανασφάλειας που θα φθάσει ως τον πανικό. Τα παιδιά θα βρουν ευκαιρίες στη ζωή τους να αποκτήσουν φίλους, άλλο όμως πατέρα δεν πρόκειται να ξαναβρούν. Είμαστε πάνω απ΄ όλα γονείς, που τους σέβονται τα παιδιά τους και τα σεβόμαστε κι εμείς. Η γονική σχέση είναι μοναδική, ανεπανάληπτη και αιώνια, είναι ανώτερη απ΄ όλες.

Ο νέος τρόπος ζωής επέβαλλε στο σπίτι κι έναν ακόμη γονέα, ακαταγώνιστο, ελκυστικό και επικίνδυνο, τον τρίτο γονέα, όπως προσφυώς ονομάστηκε, την τηλεόραση. Ως εκπαιδευτικός ποτέ δεν άκουσα μέσα στην τάξη να μεταφέρει κάποιος μαθητής εξωσχολικές γνώσεις, χωρίς να αρχίζει τον λόγο του με την εξής στερεότυπη φράση: «Κύριε είδα στην τηλεόραση». Ποτέ δεν άκουσα να λένε, το διάβασα ή μου το διηγήθηκε ο πατέρας ή η μητέρα μου ή η γιαγιά μου. Ίσως δεν έχουμε αντιληφθεί σε όλο της το μέγεθος την καταστρεπτική επίδραση της άθλιας- όπως είναι σήμερα -τηλεόρασης στα παιδιά. Αφήσαμε τα παιδιά μόνα τους μπροστά στην τηλεόραση και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Μια σειρά τελευταίων ερευνών έδειξαν ότι για τα παιδιά 8-12 ετών το μεγαλύτερο μέρος του φόβου τους πηγάζει από την τηλεοπτική οθόνη και όχι από την πραγματική ζωή, όπως συνέβαινε άλλοτε. Υπολογίστηκε ότι κατά μέσο όρο ένα παιδί μέχρι να τελειώσει το Λύκειο έχει αφιερώσει στη λατρεία της μικρής οθόνης 18.000 ώρες. Που σημαίνει 750 μέρες ή χονδρικότερα 2,5 χρόνια τηλεοπτικής αιχμαλωσίας. Έχει ακόμη υπολογιστεί στην Αμερική - είναι γνωστή η ρήση πως αν θες να δεις την Ελλάδα του μέλλοντος ταξίδεψε στην σημερινή Αμερική - πως ένα παιδί, μετέχει ετησίως σε 10.000 φόνους! Όταν κάποτε οι κάμερες της τηλοψίας στράφηκαν αδηφάγες στο πρόσωπο ενός νεαρού εγκληματία ο σκυλευτής δημοσιογράφος τον ρώτησε:

-Εσύ το έκανες το έγκλημα;
- Όχι, εσείς, αποκρίθηκε ο νεαρός.

Η απάντηση δείχνει κι εμάς. Το παιδί έρχεται στον κόσμο χωρίς τηλεόραση. Την τηλεόραση την προσφέρει ο γονιός. Τα παιδιά με αδιαμόρφωτη ακόμη προσωπικότητα βομβαρδίζονται από μια εμπειρία, που σχεδόν καταργεί τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Οι αντικοινωνικές πράξεις είναι πολλές φορές αντιγραφή της τηλεοπτικής βίας. Τα παιδιά οδηγούνται να μεταχειρίζονται τους πραγματικούς ανθρώπους, σαν να ήταν στην τηλεοπτική οθόνη. Έχουμε αποκοίμιση των ηθικών τους ανακλαστικών, το υπονοούμενο σε κάθε περίπτωση είναι σαφές: Απολαύστε, ψυχαγωγηθείτε με τους φόνους και τις αδικίες. Η τηλεόραση δυστυχώς χρησιμοποιείται από πολλούς γονείς σαν ηρεμιστικό για τα παιδιά. Ο γονέας μπορεί να ξεκουράζεται από την ανησυχία του παιδιού, αυτό όμως ανυπεράσπιστο γεύεται τα τηλεοπτικά αποφάγια. Επειδή όμως είναι αδύνατον να πετάξουμε τις συσκευές, γιατί και εμείς οι γονείς είμαστε εθισμένοι και οι φραστικές παραινέσεις στα παιδιά δεν έχουν αποτέλεσμα, κάποιες πρακτικές λύσεις είναι αναγκαίες. ‘Όπως το να παρακολουθούμε μαζί με τα παιδιά επιλεγμένα από πριν προγράμματα. Να σχολιάζουμε, να συζητούμε με τα παιδιά τις περίεργες σκηνές, τονίζοντας την αρνητική πλευρά τους. (Οι συμβουλές θα είναι το τελευταίο στάδιο μιας συζήτησης). Αμφισβητούμε τις διαφημίσεις και την χρησιμότητά τους. Έχει υπολογιστεί πως κάθε μέρα εκπέμπονται από τα ΜΜΕ 5.000 διαφημίσεις, μια πραγματικά πλύση εγκεφάλου. Να γνωρίζουμε πως η απαγόρευση είναι πόλος έλξης, γι’ αυτό χρειάζεται λεπτότητα και συνεχής προσπάθεια. Να μας δουν τα παιδιά κάποτε και με ένα βιβλίο στο χέρι. Ας συζητήσουμε κάποτε και για το περιεχόμενο ενός καλού βιβλίου και όχι μόνο για τα βδελυρά περιεχόμενα της τηλοψίας. Έτσι θα φιλοτιμηθεί κι αυτά. Να μην μάθει το παιδί πως μπορεί να μαθαίνει βλέποντας μόνο τηλεόραση. Τα παιδιά ρουφούν σαν σφουγγάρι αυτό που είμαστε εμείς και όχι αυτό που θέλουμε να δείξουμε ή να πούμε.

Το θέμα της ανατροφής των παιδιών είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται σε μία εισήγηση. Προσπάθησα να καταδείξω πως η αναζήτηση της τελειότητας είναι μάταιο πράγμα. Μπορεί όμως ο γονέας να προσφέρει απλόχερα στα παιδιά του τρία πράγματα. Την αγάπη, που τα πάντα υπομένει, τα πάντα στέγει και πάντοτε ελπίζει, το ζωντανό του παράδειγμα που είναι το ωραιότερο μάθημα και ν’ αντλήσει από την παράδοσή μας, την εκλεκτή πείρα των προγόνων μας. Να πω ένα απλό παράδειγμα. Οι παραδοσιακοί άνθρωποι, οι παππούδες μας ποτέ δεν διανοήθηκαν να κρύψουν από τον εαυτό τους ή από τα παιδιά τους τις υλικές στερήσεις που αντιμετώπιζαν. Αντίθετα μάλιστα μιλούσαν συνέχεια γι’ αυτές, μπροστά στα παιδιά, και καμάρωναν πως παρά τις στενάχωρες συνθήκες κατόρθωναν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα. Ο Παπαδιαμάντης καμάρωνε για την «έντιμον πτωχείαν» του. Σήμερα αρνούμαστε να ομολογήσουμε με γενναιότητα την κατάστασή μας, επιδιδόμαστε σ’ ένα μανιώδες κυνήγι πλουτισμού, και περνάμε στα παιδιά μας, εκτός του σπάταλου ήθους και «μιαν αρρωστιάρικη ανησυχία για το πώς θα βγάλουν το ψωμί τους μονάχα». Ένα χαρούμενο γεγονός, μια συναρπαστική εμπειρία, ένα θαυμάσιο ταξίδι, την ανατροφή των παιδιών μας την μεταβάλλουμε σε μια νευρωτική, αγχώδη δουλεία. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα σύγχρονης ηρωίδας μάνας προς παραδειγματισμό των νεαρών μητέρων που λιποψυχούν, όταν βλέπουν το θερμόμετρο λίγες γραμμές ανεβασμένο από τον πυρετό του παιδιού τους.

Το γεγονός είναι πραγματικό, συνέβη στις μέρες μας, σ’ ένα χωριό των Γρεβενών. Το διάβασα και σας το μεταφέρω: η απλοϊκή κ. Στέλλα αφού πάντρεψε τα τέσσερα παιδιά της έχασε τον άνδρα της από την νόσο «χορεία Χάντιγκτον», που φέρνει καθολική παράλυση και αργό θάνατο και είναι κληρονομική. Ο Θεός λοιπόν παραχώρησε να προσβληθούν όλα τα παιδιά της από την νόσο. Καθένα που αρρώσταινε το οικογενειακό του περιβάλλον το απέβαλλε, το έδιωχνε. Το έστελναν στην ταλαίπωρη μητέρα να το φροντίζει. Έτσι η κ. Στέλλα για χρόνια είχε τρία μαζί παράλυτα παιδιά. Κάλυπτε τα έξοδά τους με την δική της πενιχρή σύνταξη του ΟΓΑ και τις συντάξεις αναπηρίας των παιδιών της τις έστελνε στις οικογένειές τους. Στο μεταξύ πεθαίνει το παιδί της πρώτης κόρης της από καρκίνο και σε λίγους μήνες και η ίδια η κόρη της. Μετά από αυτό πέθαναν και τα άλλα δυο παιδιά της. Στο μεταξύ έφτασε στο σπιτικό της κ. Στέλλας το τέταρτο παιδί της, προσβεβλημένο από την ίδια αρρώστια. Τώρα περιορίστηκε να φροντίζει μόνο αυτό και να ανάβει σιωπηλά τα καντήλια στους τάφους των παιδιών της. Ύστερα απ’ όλα αυτά δεν έχασε τα λογικά της, δεν γόγγυσε κατά του Θεού, δεν παρέλυσε η ψυχή της. Ζούμε σήμερα σε περίεργους καιρούς. Το άγχος, η ανασφάλεια, ο φόβος για τα μελλούμενα, κυριεύουν τις καρδιές όλων μας. Οι κίνδυνοι για τα παιδιά μας περίσσεψαν. Έσχατη γραμμή άμυνας, το ευλογημένο αυτό καταφύγιο που ονομάζεται οικογένεια. Οι γονείς είναι οι αρχιτέκτονες της οικογένειας. Ας μην αναζητούν την τελειότητα. Ας εμπιστευτούν πρώτα την καρδιά τους. Εκεί θα συναντήσουν την θερμουργό αγάπη και την Αγάπη. «Τοις αγαπώσι και τα δύσκολα εύκολα γίνεται». Σ’ αυτούς που αγαπούν και τα δύσκολα γίνονται εύκολα, τονίζει ο μέγας παιδαγωγός των γονέων αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ας κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες της λαλίστατης εποχής μας κι ας στραφούμε πίσω στο λόγο του Πλούταρχου: «Παράδειγμα τοις τέκνοις παρέχειν». Με τα έργα μας θα αναθρέψουμε σωστά τα παιδιά και όχι με κούφια λόγια. Ας αντλήσουμε το δροσερό νερό από τη σοφία των προγόνων μας, ό,τι εκλεκτότερο έχει η ανθρωπότητα. Ας σκύψουμε το κεφάλι κάτω από το πετραχήλι του απ. Παύλου: ανατρέφετε τα παιδιά «εν νουθεσία και παιδεία Κυρίου». Σιχαθήκαμε, το ξαναλέω, τις σειρηνωδίες των διεφθαρμένων εκκλησιομάχων και εθνομηδενιστών. Είναι «γεννήματα εχιδνών και λύκοι βαρείς». «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να στραφούν εμπρός πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω», έγραφε ο Δημ. Καμπούρογλου. Μεγάλη κουβέντα, ας την φιλοσοφήσουμε λίγο, όπως έλεγαν οι παλιοί.

Είναι μακρύς ο δρόμος της ανατροφής των παιδιών μας, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις, για να θυμηθούμε τον Καβάφη. Οι γέροι πελαργοί, όταν γεράσουν, λένε πως τα νέα πουλιά τους παίρνουν στα φτερά τους και τους βοηθούν στο πέταγμα. Ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει αυτήν την εξαίσια εικόνα με μια ωραιότατη φράση: «εις αντιπελάργωσιν». Οι γονείς κάνοντας το χρέος τους, έρχεται η στιγμή που τα παιδιά τους, ανταποδίδοντας την ευεργεσία της ανατροφής, τους παίρνουν στα φτερά τους, «εις αντιπελάργωσιν». Και τι πιο όμορφο να κλείσουν τα φτερά και τα μάτια του γονέα στην αγκαλιά των ευγνωμονούντων παιδιών του. «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσαντο, τον δρόμον τετελεύκασι»...

Ομιλία που εκφωνήθηκε τον Οκτώβριο του 2009 στο Κιλκίς

Αναδημοσίευση από το Αντίβαρο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-11-09

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Ορθοδοξία και ελληνικότητα

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

     Ο νεότερος ελληνισμός διαφέρει από τον παλαιότερο κατά το ότι ηγετική του παράδοση (παράδοση που καθοδηγεί το πνεύμα των λογίων του) παύει να είναι η Ορθόδοξη και τη θέση της την παίρνει η δυτική παράδοση. Αυτή κυριαρχώντας στην παιδεία του Γένους, αλλοτριώνει προοδευτικά το φρόνημα και το ήθος του. Μας κάνει να χάσουμε την αυτοσυνειδησία μας και να γίνουμε το επαρχιακό περιθώριο που πιθηκίζει τη Δύση. Ο νέος ελληνισμός είναι ο δορυφοροποιημένος περί τα δυτικά πρότυπα ελληνισμός.

Η διαφορά Ορθοδοξίας και ελληνισμού

     Ποια η διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και ελληνισμού; Η διατύπωση και μόνο του ερωτήματος αποκαλύπτει ότι, ως έθνος, διατελούμε εν πλήρει συγχύσει. Η σύγχυσή μας είναι πολύτροπη και μπορεί να συνοψιστεί σε δύο διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις:

     α) Ο ελληνισμός και η Ορθοδοξία δεν έχουν τίποτε κοινό: αλληλοαποκλείονται. Αυτή είναι η πεποίθηση των φασιζόντων εθνικιστών, των «ελληνιζόντων» και «ελληνοκεντρικών», που θεωρούν τον χριστιανισμό «εβραϊκό μίασμα» και «τάφο» του ελληνισμού. Είναι επίσης η πεποίθηση των «ρωμανιστών» και της συντηρητικής ιεραρχίας του Φαναρίου, που θεωρούν την Ορθοδοξία «υπέρβαση» της ελληνικότητας και κάθε εθνισμού – ότι το Βυζάντιο δεν ήταν τάχα μια αυτοκρτορία ελληνική και ότι η Ελληνική Επανάσταση κατά των Τούρκων ήταν «μεγάλο λάθος». Είναι τέλος οι φωταδιστές κάθε απόχρωσης, που απεχθάνονται την Ορθοδοξία (ο καθένας για τους δικούς του λόγους) και θα ήθελαν πολύ να την εξοβελίσουν τελείως από τον ελληνισμό. Σ’ αυτούς τους τελευταίους ανήκουν και όλοι οι, κατά τον π. Θεόφιλο Φάρο, «προοδευτικοί της εποχής του χαλκού» - από τη Δεξιά μέχρι την άκρα Αριστερά.

     β) Ο ελληνισμός και η Ορθοδοξία ταυτίζονται. Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο αλήστου μνήμης «ελληνοχριστιανισμός», οι ευσεβιστικές οργανώσεις, οι διάφοροι «συντηρητικοί».

     Οι απαντήσεις αυτές βάζουν τον ελληνισμό στην κλίνη του Προκρούστη και συνοψίζουν τις διάφορες μορφές μιας εθνικής συνείδησης τυπικά μανιχαϊστικής. Υποδηλώνουν το θλιβερό πολιτιστικό επίπεδο των διαφόρων συνιστωσών του σύγχρονου εθνικού μας σχηματισμού και περιγράφουν συνάμα το μέγεθος της εθνικής μας αλλοτρίωσης. Την άποψη ότι Ορθοδοξία και ελληνισμός ούτε ταυτίζονται ούτε αλληλοαποκλείονται ελάχιστοι την καταλαβαίνουν.

     Η Ορθοδοξία είναι παράδοση, ενώ ο ελληνισμός είναι ιστορικό υποκείμενο. Είναι διαφορετικές κατηγορίες. Επομένως δεν μπορούν να συγκριθούν – ώστε να «ταυτισθούν» ή να «αλληλοαποκλεισθούν». Η προσωπικότητα αυτού του συλλογικού υποκειμένου, νοούμενη ως συμβολή της πολιτισμικής του ενέργειας, μέσα στην Ιστορία, με τη σύνολη πολιτισμική ενέργεια της ανθρωπότητας, περιλαμβάνει την ορθόδοξη παράδοση, ως κεντρική συνιστώσα, που βεβαίως αναχωνεύει μέσα της το αρχαίο πνεύμα. Το έθνος όμως διαστέλλεται από τη μεταβαλλόμενη ιστορική του προσωπικότητα και την περιλαμβάνει, όχι μόνο αναδρομικά-οπισθοβατικά, αλλά και προεξοφλητικά-δυναμικά. Είναι λάθος να ξεκινά κανείς από την προφάνεια της απουσίας «υποστατικού φορέα», στην περίπτωση του συλλογικού υποκειμένου, για να εξαντλήσει το έθνος στα όποια ιστορικά δεδομένα της προσωπικότητάς του, ταυτίζοντας ουσιαστικά το έθνος με την προσωπικότητά του και κατ’ επέκταση με την κεντρική συστατική της παράδοση.*

     Σύγκριση υφίσταται μόνο μεταξύ ελληνισμού και Εκκλησίας, γιατί είναι και οι δύο συλλογικά υποκείμενα. Η σχέση τους είναι μάλιστα ομόλογη της σχέσης πραγματικού-ιδανικού, αφού το εκκλησιαστικό συλλογικό λειτουργεί, στον ορθόδοξο πολιτισμικό χώρο, ως πρότυπο για το εθνικό συλλογικό. Δεν ταυτίζονται. Ούτε αποκλείονται.


* Η διάκριση έθνους και εθνικής προσωπικότητας αποκαλύπτει τον αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα της συζήτησης για το τι είναι ελληνικότητα (στην τέχνη, στο ήθος κ.λπ.) σαν να ήταν η ελληνικότητα μια νόρμα, ένα καλούπι, μια συνταγή, ένας μια για πάντα δεδομένος τρόπος. Ξεχνούν ότι το δημιουργικό υποκείμενο μπορεί να πάψει να εκφράζεται με τον καθιερωμένο τρόπο. Θα είναι τότε ο τρόπος του μη ελληνικός; Η ακινητοποίηση σε μια στατική φόρμα σκοτώνει απλώς τη δημιουργικότητα και εξαφανίζει το υποκείμενο. Ελληνικότητα που δεν περιλαμβάνει το υποκείμενο και την απροσδιόριστη εκστατικότητά του, πώς θα μπορούσε να είναι ελληνικότητα; Άλλωστε το έθνος προκύπτει, όπως είδαμε, από τη συλλογική διαχείριση της εκστατικότητας της ανθρώπινης φύσης. Η ύπαρξή του προϋποθέτει ένα επίπεδο ελευθερίας της δημιουργίας και το διασφαλίζει (αυτή είναι άλλωστε η βάση του πατριωτισμού). Όταν ωστόσο κάνουμε συγκριτική αντιπαράθεση αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης ελληνικότητας, για να επιλέξουμε ως «αυθεντική» κάποια από τις τρεις (τούτο αποτελεί και κριτήριο διαχωρισμού «ρευμάτων» στους κόλπους της διανόησής μας), απλώς αφαιρούμε το υποκείμενο, αγνοούμε τον φορέα της μιας ή της άλλης μορφής ελληνικότητας. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το υποκείμενο που είναι παρόν, αυτό που κάνει και την επιλογή, είναι μόνο το σύγχρονο υποκείμενο που προσπαθεί να επενδύσει ανάλογα τη σημερινή του ελληνικότητα.

 

Έκλειψη ή εξαφάνιση;

     Η υπόθεση ότι, από τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων και εντεύθεν, η ελληνικότητα αναπαράγεται μέσω της ορθόδοξης παράδοσης, καλύπτει νομίζω το πρόβλημα, αλλά όχι στο σύνολό του. Γιατί: α) η «ταυτότητα» της εθνικής μας προσωπικότητας δεν είναι μόνο θρησκευτική (η θρησκευτική είναι μόνο θεμελιώδης) και β) η Ορθοδοξία δεν καλύπτει πλήρως τη θρησκευτική μας ταυτότητα (την καλύπτει όμως κατά το μεγαλύτερο μέρος).

     Στον νεοελληνικό εθνικό σχηματισμό ξεκινάμε με κεντρική παράδοση την Ορθόδοξη και ηγετική τη δυτική και φθάνουμε στη σημερινή στιγμή, όπου η παραδοσιακή Ορθοδοξία φαίνεται σαν να μην υπάρχει πουθενά. Σημαίνει τούτο ότι ο ελληνικός εθνικός σχηματισμός έχει χάσει την ορθόδοξη θρησκευτική του ταυτότητα; Αν συζητούσαμε για μια «καθαρή» Ορθοδοξία και για μια «καθαρή» δυτικοποίηση, τότε η απάντηση θα ήταν χωρίς καμιά επιφύλαξη καταφατική. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν όχι μόνο θεωρητικό σφάλμα (αφού δεν υπάρχουν «καθαρές ουσίες» στην Ιστορία), αλλά και εμπειρικό-διπιστωτικό σφάλμα, αφού η δυτική παράδοση δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει κεντρική παράδοση στη νεότερη Ελλάδα. Πράγμα άλλωστε που το υπογραμμίζει ο Χ. Γιανναράς. Στη θέση του ορθόδοξου ήθους δεν κατόρθωσαν να βάλουν το δυτικό ήθος οι στρατιές των δυτικιστών – από τον Κοραή μέχρι τον Δημαρά κι από τον Κωλέττη μέχρι τον Καραμανλή. Η «δυτικότητά» μας μένει πάντοτε μια επίφαση, μια παρωδία και μια χωρίς αντίκρισμα κοινωνική ιδεολογία. Δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο.

     Πιο εύλογο θα ήταν να υποστηρίξει κανείς ότι πάψαμε να έχουμε ταυτότητα. Επειδή όμως μιλάμε πρωτίστως για ετερότητα συλλογική και όχι για γνωρίσματα ατομικά, αναφερόμαστε σε κάτι που διαπιστώνεται κάθε φορά που ένα σύνολο Ελλήνων τοποθετείται σε ξένο περιβάλλον και αντιπαρατίθεται με το συλλογικό «έτερον». Όσο μένουμε «μεταξύ μας» είναι φυσικό να βλέπουμε μόνο τα χαρακτηριστικά της ταξικής, της συντεχνιακής και προπαντός της κομματικής μας «ταυτότητας». Χρειάζεται μια επώδυνη μετάθεση σε αλλότριο περιβάλλον για να τα αποκαλύψει με τρόπο ορατό στα μάτια όλων. Γι’ αυτό άλλωστε και η εθνική συνείδηση είναι πιο έντονη στους μετανάστες... Λίγο λοιπόν να ξύσεις το «δυτικοποιημένο» νεοελληνικό συλλογικό και θα δεις να βγαίνει από κάτω η ορθόδοξη κοινότητα. Ανάπηρη βέβαια και παραμορφωμένη, αλλά «ορθόδοξη». Δεν πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η συλλογική αφασία μας είναι ακραιφνώς «ορθόδοξη». Το ορθόδοξο «υπόστρωμα», σκληρό αμάλγαμα σφυρηλατημένο στους αιώνες, αντέχει ακόμη στο ισχυρότατο διαλυτικό οξύ του δυτικισμού. Παραμορφώνεται αλλά εξουδετερώνει τη δράση του.

     Είναι η παραμόρφωση έλλειψη «ταυτότητας»; Θα έλεγα ότι η ορθόδοξη «ταυτότητα» υπόκειται σε έκλειψη, κατά τη νεότερη εποχή. «Σκεπάζεται» δηλαδή από «κάτι άλλο». Δεν εξαφανίζεται πραγματικά. Με τη μεταφορική αυτή εικόνα αποδίδεται νομίζω παραστατικά η εκτόπιση της ορθόδοξης παράδοσης από τα κέντρα της εθνικής παιδείας, πράγμα που πριν απ’ όλα σημαίνει εκτόπιση από τα δικά της κέντρα παιδείας και κατάληψή τους από άλλη παράδοση. Η έκλειψη είναι έτσι απώλεια ζωντανής συλλογικής επαφής της κεντρικής μας παράδοσης με τα διαχρονικά της πρότυπα, είναι ένα είδος πνευματικής αφασίας, και ακριβέστερα : απουσία απαντήσεων στα σημερινά προβλήματα εμπνευσμένων από τα πρότυπα αυτά. Πράγμα που σημαίνει συγχρόνως απουσία πραγματικά ορθόδοξης διανόησης. Κεντρική λοιπόν παράδοση παραμένει η ορθόδοξη, αλλά σε ένα είδος χειμερίας νάρκης όπου ο ζωτικός οικουμενικός μεταβολισμός της έχει ανασταλεί.

     Συνοψίζουμε: Αν α) ο ελληνισμός δεν εξαντλείται στην Ορθοδοξία και β) η Ορθοδοξία υπόκειται σε έκλειψη τότε το ερώτημα “Finis Graeciae?”* δεν μπορεί να έχει εντελώς καταφατική απάντηση. Τούτο σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα άρσης της αλλοτρίωσης. Η δυνατότητα αυτή συνδέεται με συνθήκες εξασθένησης της ακτινοβολίας των δυτικών προτύπων και διαμόρφωσης μιας «ορθόδοξης» διανόησης ικανής να δίνει απαντήσεις στα σημερινά οικουμενικά προβλήματα. Βάζω τη λέξη ορθόδοξη σε εισαγωγικά, γιατί πιστεύω ότι αν μια σύγχρονη διανόηση κατορθώσει κάτι τέτοιο δεν θα μπορεί να αναγνωριστεί ως «ορθόδοξη» από τους σημερινούς κατόχους αυτού του τίτλου.

     Αν τέτοια είναι τα κριτήρια πρέπει να παραδεχτούμε ότι σήμερα η Ελλάδα είναι λιγότερο «τελειωμένη» από όσο πριν από πενήντα, εκατό και διακόσια χρόνια. Σήμερα συνειδητοποιούμε την αλλοτρίωσή μας. Παλιότερα δεν τη βλέπαμε καθόλου.


* «Η αλλοτρίωση, ο αφελληνισμός, η παραλυτική καχεξία οδηγούν φανερά και αναπότρεπτα το ελλαδικό κρατικό σχήμα στο ιστορικό του τέλος». (“Finis Graeciae?”, τίτλος επιφυλλίδας στο Βήμα της 24.11.1986 και εν συνεχεία ομώνυμης έκδοσης (Δόμος, Αθήνα 1987).

 

Απ’ το βιβλίο: Θεόδωρος Ζιάκας, Έθνος και παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα - Μαλκίδης - Μνήμες και Παιδεία Θράκης, Πόντου και Ιωνίας - 24 Νοε 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός συζητά με τον κ. Φάνη Μαλκίδη, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Λέκτορα του τμήματος Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, για τις υπόδουλες περιοχές της Θράκης, του Πόντου και της Ιωνίας, για την παιδεία και τις μνήμες που ξυπνούν.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
Φάνης Μαλκίδης, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, εκδόσεις Γόρδιος

Σχετικά ιστολόγια:
ΜΑΛΚΙΔΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ- ΙΣΤΟΡΙΑ

Διαβάστε περισσότερα......

Η «νέο-ορθόδοξη» πρόκληση

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

     Λόγω της φύσης του θρησκευτικού πεδίου στην Ελλάδα, το έργο του Χ. Γιανναρά, παρ’ όλο που λειτουργεί σαν μια πολύ ενοχλητική πρόκληση, «απορροφάται» χωρίς αντίλογο και διάλογο. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

     Πώς να δεχτούν οι «ορθόδοξοι» ότι η θρησκευτικότητα τους ταυτίζεται με τη δυτική; Πώς να δεχτούν οι «ορθόδοξοι άθεοι» ότι αυτό που αρνούνται είναι μια παραχάραξη; Μιλάμε για θρησκευτικές πεποιθήσεις, δηλαδή για ένα πεδίο που ελάχιστα εξαρτάται από επιχειρήματα. Μιλάμε επίσης για χώρους διανόησης , δηλαδή για διαμορφωμένες «προσωπικότητες» που συνθέτουν κοινωνικές προσλαμβάνουσες και κωδικοποιούν ιδεολογικά συγκεκριμένες ισορροπίες κοινωνικών ομάδων. Το πράγμα είναι επομένως ευεξήγητο. Αντίλογος και διάλογος μπορεί να υπάρξει μόνο στο συνειδητό πεδίο μιας ολότητας όπου συντίθεται οι θρησκευτικές διαφορές. Η ολότητα αυτή είναι το έθνος και το εν λόγω πεδίο μια πλουραλιστική εθνική συνείδηση, που φυσικά δεν υφίσταται στη μανιχαϊκή Ελλάδα.

     Ο Γιανναράς και οι άλλοι «νέο-ορθόδοξοι»* αποδεικνύουν τον εκδυτικισμό της Ορθοδοξίας. Ας εξετάσουμε τις προϋποθέσεις του εγχειρήματός τους. Προφανώς μπορούμε να συγκρίνουμε τη σημερινή ορθόδοξη θρησκευτικότητα με την καθολική και την προτεσταντική και να διαπιστώσουμε αν οι διαφορές αφορούν ή όχι την «ουσία» της θρησκευτικότητας. Πράγματι. Στα ουσιώδη – όπως στην αντίληψη για τον Θεό ως υποκείμενο της απόλυτης δύναμης και εξουσίας, την αντίληψη για την αναγκαστική αθανασία της ψυχής, την αντίληψη ότι ο Θεός τηρεί ένα αδυσώπητο point system προκειμένου να τιμωρήσει με αιώνια βασανιστήρια τις διάφορες παρεκτροπές (ιδιαίτερα τις σεξουαλικές), τη θρησκευτικότητα ως εξατομικευμένη σχέση με τη θεότητα κ.τ.λ. – δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ των σημερινών «ορθοδόξων» και της δυτικής χριστιανοσύνης. Το πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται σ’ αυτό. Πρέπει να δειχθεί ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι. Ότι κάποτε η Ορθοδοξία ήταν διαφορετική και μάλιστα διαμετρικά διαφορετική. Ότι υπήρξε ιστορικά ως διαφορετικός πολιτισμός.

     Ήταν όντως «κάτι άλλο» η Ορθοδοξία; Αν ναι, ήταν όπως την περιγράφουμε; Ή αυτή η Ορθοδοξία είναι δική μας επινόηση; Αυτά είναι τα ερωτήματα.

     Δεδομένου ότι μιλάμε για έναν πολιτισμό που δεν υπάρχει πια, είναι εμφανές ότι απολύτως επαληθευμένες απαντήσεις δεν είναι δυνατόν να έχουμε. Θα αναζητήσουμε ασφαλώς τις απαντήσεις στις γραπτές πηγές και στις επιβιώνουσες πρακτικές. Πρέπει όμως να διακρίνουμε το ιδανικό από την πραγματοποίηση, τη θεωρία από την πράξη και επί πλέον δεν θα πρέπει να εκλάβουμε ως πραγματικό αυτό που ήταν μόνο ιδανικό και ως ιδανικό ότι ήταν μόνο ελλιπής πραγματοποίηση. Αν η Ορθοδοξία «δεν είναι θρησκεία», δηλαδή είναι «ιδεολογία», που σε αντίθεση με κάθε ιδεολογία υπερβαίνει τον εαυτό της, ελευθερώνει τον άνθρωπο από τις παρωπίδες της, χαρίζοντάς του την εμπειρία της αδιαμεσολάβητης σχέσης με τον συνάνθρωπο, τον Θεό και τα «πράγματά» τους, πώς μπορεί να το επαληθεύσει τούτο ο άνθρωπος που ζει στα σπάργανα της ιδεολογίας; Όσο και αν υποστηρίξουμε ότι η Ορθοδοξία «δεν είναι θρησκεία», αυτή θα φαίνεται πάντοτε σαν θρησκεία, από τη σκοπιά του «κανονικού» ανθρώπου, όπου άλλο ιδεολογία και άλλο πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να δει σ’ αυτήν μια αβέβαιη υπόσχεση. Μόνο αν γευτεί την ανάλογη εμπειρία θα δει στην Ορθοδοξία το «ευφρόσυνο άγγελμα». Άλλωστε η Ορθοδοξία είναι «βρώσις και πόσις», κατά τη Φιλοκαλία. Εδώ όμως αντιπαραβάλλουμε ιστορικές διαπιστώσεις και επιχειρήματα – όχι «μυστικές εμπειρίες». Πώς λοιπόν θα είμαστε βέβαιοι ότι δεν εντοπίζουμε ως «ριζική διαφορά» με τη Δύση κάτι που κινείται στη σφαίρα του ιδανικού, του απλησίαστου από τον μέσο άνθρωπο (που ζει στον κόσμο κι όχι στο μοναστήρι) και η απόκλιση από το οποίο κάλλιστα μπορεί να αποδοθεί στην εγγενή αντίφαση μεταξύ «καλών προθέσεων» και «ανθρώπινης αδυναμίας», «επιθυμητού» και «εφικτού» και όχι οπωσδήποτε σε «εκδυτικισμό»;

     Δεν έχουμε μπροστά μας το Βυζάντιο αλλά μόνο τη γραμματεία του και πρακτικές που μοιάζουν με κελύφη που ξενίζουν σήμερα άλλα περιεχόμενα. Μας μένουν ουσιαστικά μόνο τα κείμενα. Τα κείμενα της πλούσιας ασκητικής και θεολογικής γραμματείας, από τους πρώτους αιώνες μέχρι τον Παλαμά. Το θέμα είναι να δούμε αν το βιοθεωρητικό περιεχόμενό τους είναι ριζικά διαφορετικό απ΄αυτό της δυτικής χριστιανοσύνης.

     Προσωπικά έχω πεισθεί, από δική μου έρευνα και μελέτη, ότι όντως υπάρχει βιοθεωρητικό δυναμικό τελείως ξένο τουλάχιστον προς τη σύγχρονη ελληνική θρησκευτικότητα, κυριολεκτικά στους αντίποδες αυτής που έχουμε όλοι γνωρίσει στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Προσδιορίζει κάτι που δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί δεν είναι λατρεία της δύναμης και δεν στηρίζεται στον φόβο, δεν έχει ίχνος φετιχισμού και δεν αφήνει περιθώρια για κτητικές ψευδαισθήσεις και επαναπαυτικές αυταπάτες. Φυσικά υπάρχουν και τα γνωστά μας στοιχεία της δυτικής θρησκευτικότητας, αλλά αυτά δεν αποτελούν ακόμη «σύστημα» - κατέχουν μια «περιφερειακή» θέση. Μπορεί να διακρίνει κανείς το σώμα μιας παράδοξης όσο και άγνωστης «επιστήμης» που αντικείμενο έχει την «καλή αλλοίωση» του ίδιου της του υποκειμένου. Η επιστήμη αυτή βασίζεται απόλυτα στην εμπειρία: η ελληνική ορθόδοξη θεολογία είναι η θεωρία του προσωπικού-τριαδικού τρόπου ύπαρξης και η μυστηριακή και ασκητική πρακτική της είναι το ειδικό εμπειρικό της πεδίο. Φυσικά, όπως και στις συνηθισμένες επιστήμες, δεν είναι δυνατόν να διδαχθεί κανείς μόνο με την ανάγνωση των «εγχειριδίων». Η μαθητεία (προσωπική-συλλογική) είναι απαραίτητη.

     Δεν είναι, λοιπόν, «το ίδιο ιδανικό» που ενδεχομένως το προβάλλουμε ρομαντικά στο βυζαντινό παρελθόν, για να διαχωρίσουμε τεχνητά τη βυζαντινή θρησκευτικότητα από τη δυτική και την ομότροπή της νεοελληνική. Πρόκειται για εκ διαμέτρου αντίθετη βιοθεωρία. Και επειδή βιοθεωρία σημαίνει σύστημα διαχρονικής θεμελίωσης του πολιτισμού, το πρόβλημα μετατοπίζεται στο αν βάσιμα υποθέτουμε ότι, όπως κάθε ανάλογο σύστημα προτύπων, είχε και τούτο και μπορεί να ξαναέχει το δικό του πρακτικό-πολιτισμικό αντίκρισμα. Ή όπως απλά το θέτει ο Γιανναράς: αν ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός θεμελιώνεται στη δυτική θρησκευτικότητα, ποιος πολιτισμός θα μπορούσε να θεμελιωθεί στην αντίστοιχη και διαμετρικά αντίθετη ελληνοορθόδοξη; Υποστηρίζοντας μια τέτοια πρόταη δεν σημαίνει φυσικά ότι «εξωραΐζουμε» την υφιστάμενη εκκλησιαστική δομή (αν και ως «παρενέργεια» τούτο δεν αποκλείεται). Απλώς διερευνούμε τη δυνατότητα εναλλακτικής λύσης στο πολιτισμικό αδιέξοδο της εποχής μας.

Απ’ το βιβλίο: Θεόδωρος Ζιάκας, Έθνος και παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις

 

* [...] η πνευματική έκρηξη της δεκαετίας του ’60, η αφετηρία του πνευματικού κινήματος που έγινε γνωστό με το μάλλον χλευαστικό προσωνύμιο: «νέο-ορθόδοξο ρεύμα». Πνευματικοί εκπρόσωποι αυτής της νέας καρποφορίας είναι ο Χρήστος Γιανναράς (ο ίδιος δεν περιλαμβάνει τον εαυτό του), ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο ηγούμενος της Μονής Ιβήρων Βασίλειος Γοντικάκης και αρκετοί άλλοι. Χάρη σ’ αυτούς συνειδητοποιούμε σήμερα ότι η Ορθοδοξία είναι τρόπος βίου, προσωπικός, εθνικός και οικουμενικός και όχι θρησκευτική ιδεοληψία, ψυχολογικής, ταξικής ή εθνικιστικής κατοχύρωσης, όπως παραλίγο να μας πείσουν οι ευσεβιστές. Είναι ένας άλλος πολιτισμός στους αντίποδες του δυτικού.

Διαβάστε περισσότερα......

Διαδρομή του διεθνούς συστήματος και η Κοσμοθεωρία των Εθνών

Παναγιώτης Ήφαιστος

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου πριν από δύο δεκαετίες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν η φυσική κατάληξη μιας αφύσικής κατάστασης που αρχίζει από την κατάλυση της Βυζαντινής Οικουμένης. Την Βυζαντινή Οικουμένη (ή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) και την σταδιακή επικράτηση των υλιστικών αντιλήψεων της μοντερνιστικής περιόδου. Αυτή η διαδρομή πέντε περίπου αιώνων, εν μέσω αντιφάσεων, αντιθέσεων και ανυπολόγιστων καταστροφών, κατέληξε με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Συμβολικά, η κατεδάφιση του τείχους του Βερολίνου αποτελεί, κατά βάση, την αφετηρία μιας νέας πορείας: Την εποχή των εθνών.

Αυτή η νέα πορεία ούτε απότομη είναι ούτε είναι πάντοτε κατανοητή από όλους. Είναι, όμως, μια πραγματικότητα με την οποία αργά ή γρήγορα όλοι θα προσαρμοστούν. Τεκταίνεται από την αποδυνάμωση, με ολοένα μεγαλύτερο ρυθμό, του υλισμού ως ιδεολογίας της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης των περισσοτέρων κρατών.

Για να γίνουν αυτά κατανοητά απαιτείται να ενδιατρίψουμε συντομογραφικά στα βασικά διλήμματα της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης στην ιστορική διαχρονία. Το κεντρικό ζήτημα, όπως το έθεσε ο Παναγιώτης Κονδύλης, αφορά την απάντηση στο ερώτημα «τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο». Τι είναι αυτό, δηλαδή, που κάνει ανθρώπους απροσμέτρητης ετερότητας να μπορούν να συμβιώνουν κάτω από την ίδια πολιτική σκέπη συγκροτώντας έτσι αυτό που ονομάζουμε κοινωνία, έθνος και έθνος-κράτος. Οι συγκαιρινοί άνθρωποι έχοντας γαλουχηθεί στο ιδεολογικό φαινόμενο που κορυφώθηκε τον 20ο αιώνα, συχνά ξεχνούν ότι η ιδεολογία είναι ως έννοια είναι φαινόμενο των τελευταίων αιώνων. Ιδεολογία ως πολιτικό θεώρημα, σημαίνει, κατ’ ουσία, ότι το κράτος και οι κανονιστικές δομές προτάσσονται στην κοινωνία επιδιώκοντας να την διαμορφώσουν σύμφωνα με το ιδεολογικό δόγμα. Κοινωνιοκεντρική ή Αριστοτελική προσέγγιση, αντίστροφα, σημαίνει ότι η κάθε κοινωνία ορίζει και μέσα από (άμεσες) δημοκρατικές προσεγγίσεις διαμορφώνει τις Πολιτειακές της δομές. Δύο επισημάνσεις θα μπορούσαν να φωτίσουν αυτές τις πτυχές.

Κατά πρώτον, οι δύο βασικές προσεγγίσεις κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης αφορούν τον ρόλο των πνευματικών κριτηρίων και παραγόντων. Από την μια πλευρά η κοινωνιοκεντρική ή Αριστοτελική προσέγγιση θεωρεί τον πνευματικό κόσμο των πολιτών ως αναγκαία συνθήκη διαμόρφωσης των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων του κοινωνικού γεγονότος. Από την άλλη πλευρά, οι ιδεολογίες των νέων χρόνων υποστηρίζουν ότι η κοινωνική συγκρότηση και συγκράτηση μπορεί να επιτευχθεί και να διαιωνιστεί με υλιστικά μόνο κριτήρια. Καλό είναι να τονιστεί ότι ως προς αυτή την παραδοχή, οι διάφορες ιδεολογίες είναι διαφορετικού περιεχομένου αλλά μορφικά πανομοιότυπες. Όλες, δηλαδή, εκδιώκουν τα πνευματικά κριτήρια από την δημόσια σφαίρα και θεωρούν τις ωφελιμιστικές συναλλαγές επαρκή προϋπόθεση κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης.

Κατά δεύτερον, η ιστορική διαχρονία διχοτομείται νοερά σε δύο περιόδους. Η πρώτη είναι μέχρι και την παρακμή της Βυζαντινής Οικουμένης. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη ήταν αδιανόητο, για παράδειγμα, η θρησκεία, οι ιστορικές μνήμες, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και άλλα κριτήρια και παράγοντες του πνευματικού κόσμου των ανθρώπων να μην αποτελούν κύρια διαμορφωτική δύναμη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων (μετά τον 16ο αιώνα), το αντί-θεοκρατικό κίνημα έγινε αντί-μεταφυσικό και στην συνέχεια αντί-πνευματικό. Αυτός είναι ο μοντερνισμός ο οποίος ενσαρκώνεται στο ιδεολογικό φαινόμενο όλων των αποχρώσεων.

Ας το κάνουμε απολύτως σαφές: Παρά το γεγονός ότι το ιδεολογικό φαινόμενο κυριάρχησε, ο κόσμος ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τα πνευματικά κριτήρια σημαντικά για την ζωή του, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής του ζωής. Μερικά παραδείγματα:

     α) Μετά τον 17ο αιώνα κράτη της Ευρώπης δομήθηκαν στην βάση του ιδεολογικού φαινομένου. Ο πνευματικός κόσμος των ανθρώπων τους, όμως, ποτέ δεν έπαψε να είναι η κινητήρια δύναμη της εθνικής τους και της εν γένει κοινωνικοπολιτικής τους διαμόρφωσης. Το αντίθετο θα ίσχυε αν μπορούσαμε να πούμε ότι οι Γάλλοι, οι Άγγλοι ή οι Ιταλοί δεν έχουν εθνικό πνευματικό κόσμο που επηρεάζει την κοινωνικοπολιτική τους οργάνωση. Ο μοντερνισμός που κυριαρχεί πολιτικό δόγμα των ελίτ εξουσίας και των εξυπηρετικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, εν τούτοις, υποστηρίζει το αντίθετο.

     β) Η Σοβιετική Ένωση επέβαλε ένα σχεδόν «ιδεατό» υλισμό και τα ιδεολογικά της δόγματα απέκτησαν δισεκατομμύρια οπαδούς. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός, εν τούτοις, ότι πολλές δεκαετίες μετά την δημιουργία της, όταν το σοβιετικό οικοδόμημα κατέρρευσε, τα έθνη της αναδύθηκαν ολοζώντανα με τον πνευματικό τους κόσμο και τις εθνικές τους κοσμοθεωρίες πανίσχυρες.

     γ) Η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δομήθηκε σε υλιστικές βάσεις και οι διακηρυγμένες προσδοκίες ήταν ότι θα προκύψει μια ανεξάρτητη υλιστική υπερεθνική δομή κάτω από την οποία θα αφομοιώνονταν τα «πρώην» ευρωπαϊκά έθνη. Η πανευρωπαϊκή πολιτική συγκρότηση και συγκράτηση, σύμφωνα με το ξεπερασμένο πλέον λειτουργιστικό ιδεολόγημα, θα επιτυγχανόταν σε ωφελιμιστική βάση. Όμως, αυτό που έχουμε πάνω από μισό αιώνα μετά, είναι μια «Ευρώπη των (πανίσχυρων) Εθνών». Ο εξορθολογισμός της ΕΕ περνάει μέσα από μια βελτίωση των εθνοκρατοκεντρικών της δομών και όχι μέσα από μια επίπεδη, άχρωμη, άοσμη, αδιαφοροποίητη (μεταμοντέρνα-«μετάεθνική») και τεχνοκρατική-υλιστική υπερκρατική δόμησή της. Μια τέτοια υπερκρατική δόμηση, εξάλλου, θα είναι δεσποτική.

Δεν χρειάζονται υψιτενείς θεωρίες για να καταλάβει αυτές τις πασίδηλες αλήθειες, τις οποίες, εν τούτοις, δεν βλέπει η παρδαλή μάζα των λεγόμενων κοινωνικών επιστημόνων στα δυτικά πανεπιστήμια, η πλειονότητα των οποίων όχι μόνο είναι άκριτα υλιστές, αλλά επιπλέον όλοι μαζί «συνοστίζωνται» μέσα στο παρακμιακό συνονθύλευμα των μεταμοντέρνων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων που συσπειρώνουν, πλέον, όλα τα ορφανά όλων των ξεχασμένων πλέον ιδεολογιών του παρελθόντος. Το εκπληκτικό όμως είναι ότι όχι μόνο δεν βλέπουν τα προαναφερθέντα παραδείγματα αλλά εθελοτυφλούν μπροστά στο συντριπτικά πνευματικό περιβάλλον όλου του υπόλοιπου πλανήτη.

Δεν βλέπουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων όλων των εθνών του πλανήτη θέλει όσο ποτέ άλλοτε τον πνευματικό του κόσμο να είναι ο κύριος διαμορφωτής των πολιτικών του δομών (ενάμιση δισεκατομμύρια μουσουλμάνοι, Ινδοί, Πακιστανοί, Κινέζοι και όλα τα άλλα έθνη που επί αιώνες στέναζαν κάτω από τον αποικιακό ζυγό και που στην συνέχεια στριμώχθηκαν στην κίβδηλη ιδεολογική ηγεμονομαχία του 20ού αιώνα). Αυτάρεσκα στα παρωχημένα ιδεολογικοπολιτικά εκπαιδευτήριά τους, αναμασούν ξεπερασμένα ιδεολογήματα και θεωρήματα που φθείρουν τον πνευματικό και πολιτικό πολιτισμό όσων απρόσεκτων κοινωνιών δεχτούν την πνευματική αποδόμησή τους.

Έτσι, αντί η «επιστήμη» να γονατίζει με δέος μπροστά στα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα και να μελετά ταπεινά τις εθνοκρατοκεντρικές δομές στο κατώφλι του 21ου αιώνα, η πλειονότητα των «θεωρητικών» στα δυτικά πανεπιστήμια αναμοχλεύει ξεπερασμένα και αποτυχημένα υλιστικά ιδεολογήματα που οδηγούν στα Σόδομα και Γόμορρα των συνεπών υλιστών La Mettrie και Μαρκήσιου de Sade. Τα ζητήματα αυτά και πολλά άλλα, σημειώνω, έχουν εξεταστεί εκτεταμένα στο τελευταίο έργο του υποφαινόμενου, Κοσμοθεωρία των Εθνών (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2009 – βλ. επίσης www.ifestosedu.gr). Ολοκληρώνοντας θα κάνω μια τηλεσκοπική αναφορά στην εξέλιξη του κόσμου και τελειώσω με ένα συμπέρασμα για τον προσανατολισμό του διεθνούς συστήματος του οποίου η πτώση του τείχους του Βερολίνου αποτελεί συμβολικό μόνο σταθμό.

Αναμφίβολα, η πορεία των εθνών ήταν ανηφορική. Αρχίζει από την προπολιτική-βαρβαρική εποχή. Αρχίζοντας από τα Αρχαία Χρόνια, σταδιακά και με πολλά σκαμπανευάσματα, με αναστολές και αντιστροφές συγκροτείται ο πολιτικός πολιτισμός των ανθρώπων. Αυτό έχει όνομα και σημαίνει δημοκρατική πολιτική συγκρότηση, δηλαδή, δημιουργία κοινωνικοπολιτικών δομών που κατατείνουν σε ολοένα και πιο ισχυρό ρόλο του πολίτη εντολέα που εποπτεύει ολοένα και πιο άμεσα την εντολοδόχο πολιτική εξουσία. Τα πρώτα μεγάλα πολιτικά άλματα πολιτικού πολιτισμού, όπως είναι γνωστό, αρχίζουν την Κλασική Εποχή στις ελληνικές Πόλεις. Ο Μέγας Αλέξανδρος εμβόλισε με αυτό τον πολιτικό πολιτισμό στην Ανατολή δρομολογώντας, βασικά, όλες τις μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις.

Στην συνέχεια, σταδιακά και επί χίλια σχεδόν χρόνια ο κόσμος χωρίστηκε στην Βυζαντινή Οικουμένη (που κορύφωσε τον κοσμοσυστημικό πολιτικό πολιτισμό) και στην Δυτική Ρώμη όπου κυριάρχησε η θεοκρατία, όπου οι ανθρώπινες υπάρξεις ισοπεδώθηκαν (δουλοπάροικοι, φεουδάρχες και γεωκτήμονες που στην συνέχεια έγιναν τα ηγεμονικά ελίτ των πολυσυλλεκτικών ευρωπαϊκών ηγεμονιών). Η πορεία των εθνών, βέβαια, δεν ήταν ευθύγραμμα ανηφορική αλλά γεμάτη κακουχίες και συγκρούσεις, αντιστροφές και μεγάλες οπισθοδρομήσεις, ιδιαίτερα μετά τον 17 αιώνα όταν κυριάρχησε το ιδεολογικό φαινόμενο. Εκτός του πεδίου του πολιτικού πολιτισμού, εξάλλου, μεγάλες περιοχές του κόσμου ανηφόριζαν ανοδικά μεν αλλά όσον αφορά τον πολιτικό πολιτισμό διαφοροποιημένα. Αναμφίβολα, αυτή η αναφορική πορεία των εθνών δέχθηκε ένα παρατεταμένο ιστορικό πλήγμα πολλών αιώνων μετά τον 15ο αιώνα.

Η παρακμή και πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης οδήγησε σε μια φρικτή περίοδο πέντε περίπου αιώνων: Σταδιακή κυριαρχία των διεθνιστικοϋλιστικών ιδεολογιών, ηγεμονισμός, δεσποτισμός (στην Ευρώπη), δυναστική αποικιοκρατία στον υπόλοιπο κόσμο, κατάληψη και καταλήστευση του πλανήτη από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης, γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις και τελικά κορύφωση με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την ιδεολογική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα.

Υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, από την μια πλευρά βρίσκονταν πάντοτε οι δυνάμεις δεσποτισμού και οι αξιώσεις ανθρωπολογικής εξομοίωσης του πλανήτη. Οι άνθρωποι ως άτομα και συλλογικές κοινωνικές οντότητες ήταν πάντοτε απροσμέτρητης ανθρωπολογικής ετερότητας, κάποιοι όμως ήθελαν να τους εξομοιώσουν και οργανώσουν πολιτικά πλανητικά. Τα Αυτοκρατορικά και ηγεμονικά εγχειρήματα, εξάλλου, ποτέ δεν έλειψαν, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής εποχής. Αυτό το γεγονός και μόνο ερμηνεύει πολλά από τα προβλήματα των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, ποτέ δεν έπαυσαν να υπάρχουν αξιώσεις ελεύθερης-ανεξάρτητης ύπαρξης σύμφωνα με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνίας. Αξιώσεις για αυτεξουσιασμό και εθνική ανεξαρτησία που τον 19ο και 20ο αιώνα έγιναν εκρηκτικές. Μεταξύ άλλων, οδήγησαν στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και στα 200 τόσα κράτη σήμερα. Κατά κράτος συγκροτήθηκαν τα έθνη –είναι αλήθεια όχι της ίδιας πολιτικής ωριμότητας ανάλογα με τις ισχύουσες προϋποθέσεις κάθε περιοχής και την εκδικητική μανία των αποικιακών δυνάμεων– και στο διεθνές επίπεδο εμπεδώθηκαν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας, μη επέμβασης και εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας. Οι αρχές αυτές, βεβαίως, πόρρω απέχουν από το να γίνουν κανόνες καθολικής και απαρέγκλιτης εφαρμογής.

Ταυτόχρονα, η ταραχώδης πενταχιλιετής πορεία που σκιαγραφήσαμε, απαιτείται να κατανοηθεί υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι η συμπλοκή των μικρών και μεγάλων ιστορικών κυμάτων τοπικά και πλανητικά οδηγούσε και συνεχίζει να οδηγεί σε κοινωνικοοντολογικά γεγονότα απροσμέτρητης ποικιλομορφίας και διαφοροποιημένης ανάπτυξης, τοπικά και πλανητικά. Η ακριβής ιστορία, ο τρόπος δηλαδή που αυτά τα μικρά και μεγάλα κύματα συμπλέκονταν είναι εν πολλοίς άγνωστος. Βασικά, γνωρίζουμε μόνο τα αποτελέσματα. Αν και δεν είναι του παρόντος, σημειώνω μόνο ότι οι λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες του μοντερνισμού τους τρεις τελευταίους αιώνες εξυπηρετώντας την αποικιοκρατία και τον ηγεμονισμό είχαν ως υψηλή πολιτική αποστολή την διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας. Το προαναφερθέν μεταμοντέρνο συνονθύλευμα σπασμωδικά και δονκιχωτικά επιχειρεί να υπονομεύσει τις κοινωνίες αποδομώντας τες, νομίζοντας πως έτσι θα ανακοπεί η ανάδυση και κυριαρχία του κόσμου των εθνών.

Εν τούτοις, η πορεία στο μέλλον προσδιορίστηκε ήδη από το παρελθόν. Αυτό γιατί οι κοινωνικοπολιτικές και ανθρωπολογικές δομές δεν είναι στιγμιαίο προϊόν αλλά κτίζονται και διαμορφώνονται μέσα από μακραίωνες διαδρομές. Η αλήθεια είναι ότι παρά την ταραχώδη και μπερδεμένη πορεία των ανθρώπων τις πέντε χιλιετίες γνωστής ιστορίας και παρά τους πολέμους και τις κακουχίες ο πολιτικός πολιτισμός σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο ποτέ δεν έπαψε να κτίζεται. Είναι ο τρόπος ζωής κάθε διακριτού έθνους που οικοδομεί εθνικό πολιτικό πολιτισμό, πολιτισμικές ιδιομορφίες και εθνικές κοσμοθεωρίες. Οι άνθρωποι, βεβαίως, ποτέ δεν κτίζονταν μέσα σε στεγανά κελύφη. Το αντίθετο: διαρκώς συναλλάσσονταν, επικοινωνούσαν, μετανάστευαν, αναμιγνύονταν και αλληλοεπηρεάζονταν. Το διαρκές κτίσιμο της αισθητής και πνευματικής οντότητας των εθνών ποτέ δεν σταμάτησε. Η κυριότερη αντιστροφή ήταν αυτή του μοντερνισμού, όταν ο εθνικισμός δυτικοευρωπαϊκού και βορειοαμερικανικού είδους θέλησε να δημιουργήσει έθνη με τεχνητό τρόπο. Οι εθνικές κοσμοθεωρίες ως πολιτικά και πολιτικά κτίσματα, όμως, καμιά σχέση δεν έχουν με αυτές τις μοντερνιστικές κατασκευές. Το ότι γύρω από αυτά τα ζητήματα υπάρχει σύγχυση και το ότι πολλοί άνθρωποι που δεινοπάθησαν κάτω από τα ιδεολογικά πλήγματα του μοντερνισμού, είναι και το πρόβλημα που πρέπει να ξεπεραστεί για να ομαλοποιηθεί ο κόσμος. Μόνο μέσα από την προσκόλληση στις εθνικές κοσμοθεωρίες και στην εθνική ανεξαρτησία μπορεί να υπάρξει ένας καλύτερος κόσμος των εθνών πολύ θα πιάνει το νήμα εκεί που κόπηκε με την πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης.

Ο πολιτικός τους πολιτισμός και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των εθνών ήταν και θα συνεχίσουν να είναι ταυτόχρονα εθνικά και οικουμενικά (το αντίθετο θα σήμαινε ότι τα κλασικά πνευματικά επιτεύγματα ή των Αιγυπτίων, ή των Κινέζων ανήκουν μόνο σε αυτούς που τα πέτυχαν ή ότι ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας είναι ιδιοκτησία αυτών που δηλώνουν έλληνες). Ακόμη πιο σημαντικό, το πνευματικό κτίσιμο των εθνικών κοσμοθεωριών οδήγησε σε δύο ακόμη γεγονότα:

Πρώτον, την ανθρωπολογική συγκρότηση των εθνών (μορφικά χαρακτηριστικά, πολιτικός πολιτισμός, νομικά συστήματα, πολιτισμικές ιδιομορφίες, ιστορικές μνήμες, παραστάσεις για τους άλλους κτλ). Αυτό επιτρέπει την θεμελίωση ανθρωπολογικής συνοχής που επιτρέπει την ανάπτυξη ήρεμων, ψύχραιμων, ανεκτικών, συνεκτικών και πολιτικά βιώσιμων εθνοκρατικών δομών. Αν κανείς διαβάσει Ρήγα Φεραίο ή Καβάφη, θα καταλάβει ότι έτσι ήταν τα έθνη πριν την κυριαρχία των μοντερνιστικών υλιστικών δογμάτων, και στην Μικρασιατική κοιτίδα του πολιτικού πολιτισμού, πριν καταστροφή του 1922.

Δεύτερον, εμπεδώθηκε η αρχή της εθνικής ανεξαρτησίας, δηλαδή, οι προαναφερθείσες Υψηλές Αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Η εθνική ανεξαρτησία, αποτελεί, βασικά, την Κοσμοθεωρία των Εθνών. Η Ιθάκη της διεθνούς εθνοκρατοκεντρικής σταθερότητας, εν τούτοις, όχι μόνο είναι μακριά αλλά και στον δρόμο θα αντιμετωπίσουμε πολλούς Κύκλωπες, Λαιστρυγώνες, θυμωμένους Ποσειδώνες, Σειρήνες και τέρατα. Όμως, όσο περισσότερο δυναμώνει η αρχή της εθνικής ανεξαρτησίας τόσο περισσότερο οι αντι-ηγεμονικές συσπειρώσεις θα καθιστούν το διεθνές σύστημα πιο σταθερό. Και το αντίστροφο. Ακόμη πιο σημαντικό: όσα περισσότερα μεγάλα έθνη ασπαστούν την Κοσμοθεωρία των Εθνών τόσο λιγότερο ηγεμονικά θα είναι και τόσο πιο δυνατές θα γίνονται οι αντι-ηγεμονικές συσπειρώσεις. Κοντολογίς, η επιβίωση των κοινωνιών περνά μέσα από τα πολιτικά και πολιτισμικά κτίσματα των εθνικών τους κοσμοθεωριών και η (διεθνής) σταθερότητα του αναδυόμενου εθνοκρατοκεντρικού κόσμου περνά μέσα από την εμπέδωση της εθνικής κοσμοθεωρίας, δηλαδή των προαναφερθέντων Υψηλών Αρχών του διεθνούς δικαίου. Η εθνική ανεξαρτησία έτσι νοούμενη, όμως, δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά βαθύτατα πολιτικό. Με την έννοια ότι η ειρήνη και η σταθερότητα τοπικά και παγκόσμια συναρτάται με το εθνικό δυνάμωμα των κοινωνιών και την εμπέδωση συνθηκών άμεσης δημοκρατίας που θα θέτει τις εντολοδόχους-εξουσίες υπό ολοένα πιο μεγάλη εποπτεία των πολιτών-εντολέων.

 

Σημείωση. Τα ζητήματα που θίχθηκαν πιο πάνω και πολλά άλλα συναφή αναλύονται στο βιβλίο του Π. Ήφαιστου, Κοσμοθεωρία των Εθνών (Εκδόσεις Ποιότητα, 2009).

Αναδημοσίευση από το www.ifestosedu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-11-09

Διαβάστε περισσότερα......

Η άγνωστη ιστορία του Βατοπεδίου

Αλέξης Ρωμανός

Μια χούφτα εκκλησιαστικοί παράγοντες σε συνεργασία με κρατικούς αξιωματούχους πίστεψαν ότι μπορούν να εξασφαλίσουν την έσχατη λύση για το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Πως αναζωπυρώθηκε ένα μυστικό σχέδιο της δεκαετίας του '70 και φτάσαμε στο μυθιστορηματικό πολιτικό-οικονομικό θρίλερ των Βαλκανίων.

Λίγα μόλις χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, η Ελλάδα ζούσε τη μετάβαση στη νέα εποχή. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κάλεσε το νεαρό τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη στο γραφείο του και του έδωσε εντολή να αναζητήσει ένα χώρο για να στεγαστεί το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, σε περίπτωση που άλλαζε το status quo στην Πόλη με τρόπο μοιραίο και μη αναστρέψιμο. Το 1978 απείχε μόλις 4 χρόνια από τα γεγονότα της Κύπρου και η Τουρκία είχε ήδη σκληρύνει «επικίνδυνα» τη στάση της έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα γεγονότα των προηγούμενων δεκαετιών στην Πόλη ήταν ακόμη νωπά και οι σχέσεις των δύο χωρών στο ναδίρ της διπλωματικής σφαίρας.
Είναι η αφετηρία μιας άγνωστης σε πολλούς ιστορίας, το κουβάρι της οποίας εκτυλίχθηκε και έφτασε μέχρι το γνωστό -πλέον- σκάνδαλο του Βατοπεδίου, με τρόπο και συστατικά που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον κορμό για το επόμενο βιβλίο του Νταν Μπράουν.

Η εκκλησία στο επίκεντρο, μοναχοί σε ένα από τα τελευταία άβατα του πλανήτη και πολλές μυστικές διεργασίες για τη σωτηρία μίας από τις ισχυρότερες και μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Όσα μάθαμε για το Βατοπέδι ήταν το άδοξο τέλος ενός masterplan που απλώς δεν είχε την τύχη του εμπνευστή του.

Αυτή τη φορά ένας άλλος Κ. Καραμανλής ήταν στο τιμόνι της χώρας, ο ανιψιός του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας. Η μεγάλη διαφορά -εκτός του ειδικού πολιτικού βάρους που χαρακτήριζε τον κατά πολλούς «εθνάρχη»- έγκειται στο γεγονός ότι ο Κώστας Καραμανλής δεν είχε δίπλα του στελέχη ανάλογα με εκείνα που διέθετε ο θείος του.

Το 1978 λοιπόν, εκτιμήθηκε ότι η κατάσταση θα οδηγούνταν αργά ή γρήγορα στην εξορία του Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη. Ακόμη κι αν δεν προχωρούσαν οι Τούρκοι σε μονομερή πράξη, φοβούμενοι κυρίως την αντίδραση των Αμερικανών, η λειψανδρία μεταξύ των μελών της ελληνικής κοινότητας θα αναδείκνυε σε βάθος χρόνου τη δυσκολία εκλογής νέου πατριάρχη και θα καθιστούσε αναπόφευκτη την αναζήτηση νέας στέγης για το αντίπαλο δέος του Βατικανού στο χριστιανικό κόσμο.

Αρχικά υπήρξε η σκέψη να χρησιμοποιηθεί η ακίνητη περιουσία που διαθέτει το Πατριαρχείο στη Γενεύη, αλλά η λύση αυτή γρήγορα εγκαταλείφθηκε, αφού θεωρήθηκε ότι αυτόματα το Πατριαρχείο θα έχανε το γεωγραφικό του προσδιορισμό ως Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το επόμενο σενάριο που εξετάστηκε ήταν εκείνο του Αγίου Όρους, αλλά το ιερό άβατο αποτέλεσε σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα. Εξετάστηκε και η περίπτωση της Πάτμου, αλλά κι αυτή γρήγορα απορρίφθηκε λόγω έλλειψης υποδομών. Ο κ. Βαρβιτσιώτης εξέτασε τότε την πιθανότητα του Μυστρά και η πρόταση αυτή άρεσε και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Με τον Μυστρά υπήρχε κι ένας εθνικός συμβολισμός, καθώς ήταν το καταφύγιο των Παλαιολόγων αμέσως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης...

Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και η μεταπήδηση του κ. Καραμανλή από την πρωθυπουργία στην προεδρία της Δημοκρατίας ατόνησαν όλες τις σχετικές προσπάθειες και το θέμα σιγά σιγά ξεχάστηκε.
Η ανάδειξη του Βαρθολομαίου στο θρόνο του πατριάρχη επανέφερε το ζήτημα στην ατζέντα δεκαπέντε χρόνια αργότερα! Μόνο που αυτή τη φορά ο στόχος ήταν ξεκάθαρος, να υπάρχει η υποδομή για να μεταφερθεί σε περίπτωση ανάγκης το Πατριαρχείο στο Αγιο Όρος. Κρίθηκε ως η καλύτερη λύση, παρά το «αγκάθι» του άβατου. Κι αυτό διότι το Άγιο Όρος έχει το αυτοδιοίκητο και ταυτόχρονα αποτελεί πνευματικό σημείο αναφοράς για τη χριστιανοσύνη.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι πρώτες ανταλλαγές οικοπέδων για τη Μονή του Βατοπεδίου ξεκίνησαν επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Ας μην ξεχνάμε τις άριστες σχέσεις της τότε κυβέρνησης με το Πατριαρχείο και την αντίστοιχη «κόντρα» της κυβέρνησης με την Ελλαδική Εκκλησία. Η βασική ιδέα ήταν ότι θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος για να ενισχυθεί οικονομικά το Πατριαρχείο, έτσι ώστε να υπάρχει η απαραίτητη οικονομική βάση στην περίπτωση που θα χρειαζόταν να φτάσουμε στο απευκταίο σενάριο της εξορίας του από το φυσικό του χώρο.

Όταν άλλαξε η κυβέρνηση η επικοινωνία μεταξύ κεντρικής διοίκησης και εκκλησίας έγινε ευκολότερη, διότι άμεσοι συνεργάτες του πρωθυπουργού, όπως ο κ. Ρουσόπουλος και ο κ. Αγγέλου, είχαν ουσιαστική και προσωπική σχέση με τη μονή του Βατοπεδίου, ίσως σαν αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που χτιζόταν στο προηγούμενο διάστημα.

Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να ολοκληρωθεί το σχέδιο σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Κι εδώ έγινε ίσως το μεγάλο σφάλμα:

Στο γεγονός ότι η αμεσότητα δημιούργησε την αίσθηση ότι τα πάντα θα ήταν πιο εύκολα και έτσι όλοι έγιναν επιρρεπείς στα λάθη. Ήταν εξόφθαλμο ότι οι ανταλλαγές της λιμνοθάλασσας με τα οικόπεδα στο Μαρούσι ή σε άλλα κεντρικά σημεία των Αθηνών ήταν «σκάνδαλο». Το μυστικιστικό περιβάλλον των μονών του Αγίου Όρους όμως ήταν το κατάλληλο για να αποκοπεί κάθε σχέση με την κοινή λογική. Είναι επίσης σαφές ότι μόνο με την επίκληση ενός «εθνικού λόγου» θα μπορούσαν τόσοι πολλοί άνθρωποι να συναινέσουν σε μια τόσο εξωφρενική ιστορία. Κι εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος του Εφραίμ, του διαδόχου, για κάποιους, του πατέρα Παΐσιου.

Ήταν ο άγνωστος Χ που χάλασε την αρχική εξίσωση, καθώς δημιούργησε νέα δεδομένα στο αρχικό πρόβλημα. Ο Κύπριος μοναχός, προστατευόμενος του πατριάρχη, δεν ρίχθηκε στο πυρ το εξώτερον και αυτό είναι φυσικό. Ακόμη κι αν έκανε περισσότερα απ' όσα έπρεπε, συμφωνά με τις αρχικές οδηγίες για το σχέδιο, σίγουρα γνωρίζει περισσότερα απ' όσα φαντάζεται ο καθένας μας.

Οι φήμες κάνουν λόγο για έμμεση εμπλοκή του κ. Εφραίμ στην υπόθεση του «Όχι» των Κυπρίων στο σχέδιο Ανάν. Αναπόδεικτες σε κάθε περίπτωση. Έτσι όμως, ίσως εξηγούνται και οι αντιδράσεις στο πρόσωπο του από παράγοντες που δεν επιθυμούσαν τη δημιουργία παρακρατικών μηχανισμών στα Βαλκάνια και μάλιστα με την έμμεση χρηματοδότηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η ιστορία θα αποδείξει επίσης το ρόλο πολιτικών προσώπων. Αν, δηλαδή, λειτούργησαν όντως δίχως δόλο ή αν βρήκαν κι εκείνοι την ευκαιρία να «πατήσουν» πάνω σ' ένα σύγχρονο εθνικό μύθο για να εξελίξουν τα δικά τους προσωπικά παιχνίδια.

Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου μάς έχει αφήσει μια πικρή γεύση. Και αν θα θέλαμε να απομονώσουμε μια εικόνα, αυτή θα ήταν του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξη του είχε δηλώσει με νόημα: «Ήταν ένα προσωπικό μου λάθος». Είναι άγνωστο και μένει κάποια στιγμή να διευκρινίσει αν αναφέρεται στην πολιτική του ευθύνη, που έτσι κι αλλιώς έχει, ή στο γεγονός ότι άφησε σε κάποιους να διαχειριστούν την υπόθεση αυτή με «λευκή επιταγή».

Ιωάννης Βαρβιτσιώτης : «Είχαμε καταλήξει στη λύση του Μυστρά»

Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή διερεύνησε, πράγματι, το 1978 εναλλακτικές λύσεις για την περίπτωση που το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα έπρεπε να μεταφερθεί από την Κωνσταντινούπολη. Τη σχετική εντολή είχε πάρει ο τότε (1978) υπουργόs Παιδείας κ. lωάvvns Βαρβιτσιώτης ο οποίος όπως επιβεβαιώνει στο «Κεφάλαιο», κινήθηκε μεταξύ τριών περιπτώσεων, του Αγίου Όρους, της Πάτμου και του Μυστρά.
Το Άγιον Όρος αποκλείστηκε σχετικά αμέσου, διότι λόγω του άβατου των γυναικών το Πατριαρχείο δεν θα μπορούσε να επιτελέσει το ρόλο του.

Στη συνέχεια αποκλείστηκε και η λύση της Πάτμου καθώς η πολύ κακή ακτοπλοϊκή σύνδεση του νησιού με την υπόλοιπη χώρα θα καθιστούσε την ιερή έδρα της Ορθοδοξίας δυσπρόσιτη.
Ως εκ τούτου ο κ. Βαρβιτσιώτης κατέληξε στη λύση του Μυστρά η οποία, όπως θυμάται, έγινε ασμένως δεκτή από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Εκείνη την εποχή, μάλιστα, ξεκίνησαν σημαντικά έργα συντήρησης των βυζαντινών μνημείων του.
Εν τέλει, δεν χρειάστηκε να μεταφερθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα σχέδια έμειναν στα χαρτιά...

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Κεφάλαιο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 21-11-09

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Αποκωδικοποιώντας τον σπάταλο προϋπολογισμό

Θεόδωρος I. Zιάκας*

Η έξοδος από τη δυσχερή δημοσιονομική θέση της χώρας συνδέεται με τη λήψη μέτρων που αποδεικνύουν έμπρακτα την πρόθεσή της να προβεί σε περιστολή των κρατικών δαπανών. Για τον λόγο αυτό η αιχμή του δημοσιονομικού προβληματισμού στρέφεται πλέον στις δαπάνες. Ο προβληματισμός ξεκινά από το ερώτημα: Τι να κόψουμε; Και από πού να αρχίσουμε;

Η προφανής απάντηση είναι να αρχίσουμε από τη σπατάλη. Ποιες όμως είναι αποδεκτές δαπάνες και ποιες σπατάλη; Ποιος ο υγιής και ποιος ο καρκινικός ιστός, ώστε να ξέρουμε πού θα βάλουμε το δημοσιονομικό νυστέρι;

Αν δεν έχουμε την εικόνα των δαπανών δεν θα είμαστε φυσικά σε θέση να ξέρουμε ποιες απ’ αυτές συνιστούν σπατάλη. Η διαφάνεια είναι αυτονόητη προϋπόθεση. Η υπάρχουσα όμως κατάσταση βασίζεται στην απόκρυψη και δεν επιτρέπει το αυτονόητο. Δύο αιώνες νεοελληνικής φαυλοκρατίας έχουν φτιάξει ένα σύστημα που περιλαμβάνει δύο προϋπολογισμούς σε συσκευασία ενός: ενός προϋπολογισμού-ξενιστή, που είναι ο ορατός και επίσημος και ενός ξενιζόμενου-ανεπίσημου, ο οποίος κυκλοφορεί καλά κρυμμένος ανάμεσα στις γραμμές του πρώτου και τον απομυζά κανονικά. Κοιτώντας το σύστημα αυτό απέξω κι από πάνω είναι αδύνατο να δούμε «πού πηγαίνουν τα λεφτά».

Αν θέλουμε διαφάνεια πρέπει να κατέβουμε στον βυθό της πυραμίδας των ΚΑΕ (κωδικών αριθμών εξόδων), για να δούμε τις στοιχειώδεις «ληψοδοσίες». Η «στοιχειώδης ληψοδοσία», δηλαδή ποιος πληρώνει ποιον και για ποιο σκοπό, είναι η έννοια-κλειδί για τη λύση του προβλήματος.

Αν ξέρουμε τους δύο όρους κάθε «στοιχειώδους ληψοδοσίας» έχουμε λύσει το πρόβλημα. Και ιδού γιατί: Υποθέστε ότι έχετε στα χέρια σας τις περσινές στοιχειώδεις ληψοδοσίες. Δεδομένου ότι γνωρίζετε τι είναι σπατάλη (αφού εσείς είστε οι αρμόδιοι να την ορίσετε) είστε σε θέση να αποφανθείτε και ποιες απ’ αυτές τις ληψοδοσίες δεν έπρεπε να είχαν γίνει. Δεδομένου, επίσης, ότι μιλάμε για προϋπολογισμό που αναπαράγεται με μικρή ή μεγάλη ετήσια προσαύξηση, δηλαδή αποτελείται από μια αναλλοίωτη δομή κωδικών (μεταξύ των οποίων και οι κωδικοί τροφοδότες της σπατάλης), μπορείτε βάσιμα να υποθέσετε ότι η αναπαραγωγή, μαζί με την προσαύξηση, φτάνει ώς το επίπεδο των στοιχειωδών ληψοδοσιών. Αρα: αυτό που θα έπρεπε να κόψετε πέρυσι πρόκειται να επαναληφθεί προσαυξημένο και του χρόνου. Το κόβετε, λοιπόν, προληπτικά και ψάχνετε για τον κωδικό - τροφοδότη του. Τον εντοπίζετε και η «εγχείρηση» ολοκληρώνεται. Δεν κινδυνεύετε, έτσι, μαζί με τα ξερά να κόψετε και τα χλωρά. Ενώ αν ενεργούσατε υπό συνθήκες αδιαφάνειας, είναι βέβαιο ότι θα κόβατε το υγιές αντί του νοσηρού, αφού το νοσηρό έχει άμεσα ενδιαφερόμενους να το φυλάξουν.

Κάτι ακόμα που θα εξέπληττε ευχάριστα και τους φανατικούς των μεγάλων συστημικών λύσεων. Θα μπορούσατε, ξεκινώντας από το κάθε συγκεκριμένο «ληψοδοτικό» δίπολο, να βάλετε το πληροφορικό σύστημα να λογαριάσει πόσα λεφτά πήγαν για τον ένα ή τον άλλο σκοπό (Παιδεία, Πολιτισμό, Ασφάλιση κ. λπ. με όποια ανάλυση θέλετε). Οπότε νάτος και ο πολυθρύλητος Προϋπολογισμός Προγραμμάτων. Μόνο που θα πρέπει να τον πάρετε σαν αρνητικό πραγματιστικό οδηγό για την εφεξής κανονική του κατάρτιση. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσατε να δημιουργήσετε την υγιή βάση για μια γρήγορη επ’ αυτής ανέγερση Διπλογραφικού Συστήματος και σύγχρονου Συστήματος Δημοσιονομικού Ελέγχου.

Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι αν εγκαταστήσουμε σύστημα διαφάνειας στο επίπεδο της στοιχειώδους δοσοληψίας, τότε (και μόνο τότε) θα είμαστε σε θέση: α) Να εξαλείψουμε τη δημόσια σπατάλη. β) Να δώσουμε στον πολίτη τη δυνατότητα να βλέπει «πού πηγαίνουν τα λεφτά» (ώστε να μετάσχει στον έλεγχο, αλλά και στην κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού). γ) Να καταφέρουμε ένα καλό χτύπημα στη φαυλοκρατία. Να προωθήσουμε δηλαδή τις τρεις μεγάλες συστημικές μεταρρυθμίσεις που οι καιροί επιβάλλουν.

Θα κλείσω υποστηρίζοντας ότι η διαφάνεια των δαπανών είναι άμεσα εφαρμόσιμος στόχος, για τον απλό λόγο ότι η τεχνική λύση υπάρχει και τα σημεία παραγωγής της στοιχειώδους πληροφορίας είναι ήδη δικτυωμένα μέσω του ΣΥΖΕΥΞΙΣ.

 

* Ο Θεόδωρος Ι. Ζιάκας είναι προϊστάμενος της Διεύθυνσης Πληροφοριακών Συστημάτων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-11-09

Διαβάστε περισσότερα......