Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Η πρόκληση Νταβούτογλου

Xρήστος Γιανναράς

Σε δύο άρθρα του στην εφημερίδα το «Εθνος» (2 και 4 Αυγούστου 2009) ο καθηγητής και ακαδημαϊκός κ. Βασίλειος Μαρκεζίνης πρόσφερε στο ελλαδικό κοινό μια συντομογραφική παρουσίαση του «φαινομένου Νταβούτογλου»: Σκιαγράφησε την προσωπικότητα, τις απόψεις και τη σημασία του ρόλου που διαδραματίζει σήμερα στη διεθνή σκηνή ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, η δυναμική των ιδεών του.

Η ανάγνωση των άρθρων γεννάει την ανάγκη να ευχαριστήσει κανείς τον καθηγητή Μαρκεζίνη για την εξαιρετικά γόνιμη πρόκληση και τη σοβαρότητα που κομίζουν οι προβληματισμοί του. Κατατίθενται στο κενό, στο τίποτα – η στελέχωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών από τη σημερινή κυβέρνηση υπηρετεί αποκλειστικά μικροκομματικές σκοπιμότητες απίθανης φτήνειας, η ανικανότητα και η μικρόνοια καταντούν γραφική την εξωτερική μας πολιτική. Και το σκηνικό συμπληρώνεται από τους ανάλογης στάθμης «αρμόδιους» εκπροσώπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οσο για τις «δεξαμενές σκέψης» και «μελετών» διεθνολογικού προβληματισμού στην Ελλάδα, μοιάζει να κοπιάρουν τα μεταπτυχιακά ινστιτούτα της αλλοδαπής, όπου κάποτε σπούδασαν οι επιτελείς τους, ή την επεξεργασμένη πληροφόρηση με την οποία τους τροφοδοτούν «συμμαχικές» πρεσβείες. Το φαινόμενο Νταβούτογλου τούς είναι μάλλον «εξωτικό», υπερβαίνει τα ενδιαφέροντά τους.

Αλλά έστω και χωρίς ορατή ελπίδα, οι προβληματισμοί του καθηγητή Μαρκεζίνη παραμένουν γόνιμοι: υπάρχει ακόμα δυναμική ζύμη στην ελληνική κοινωνία, ανίσχυρη εκλογικά, αλλά φορέας των ζυμώσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε εκρήξεις ανατροπών. Αξίζει λοιπόν να συζητηθεί η πρόκληση Νταβούτογλου και ποια θα μπορούσε να είναι η ελληνική αξιοποίησή της.

Η συζήτηση δεσμεύεται από πολύ συγκεκριμένα δεδομένα: το 1926, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Τουρκία είχε 13 εκατομμύρια κατοίκους και η Ελλάδα 6,5 εκατομμύρια. Σήμερα η Τουρκία έχει 75 εκατομμύρια και η Ελλάδα 10. Το 2020 οι στατιστικές προβλέπουν για την Τουρκία 100 εκατομμύρια και για την Ελλάδα, το 2080, 2,5 εκατομμύρια.

Το δόγμα περί αναλογίας εξοπλισμών 7 προς 10 έχει από χρόνια εγκαταλειφθεί. Η ελλαδική ρητορεία για το «αξιόμαχον και ετοιμοπόλεμον» των Ενόπλων Δυνάμεων μοιάζει με συναισθηματική γραφικότητα, όταν όλοι (φίλοι και επίβουλοι) ξέρουν ότι:

Η θητεία μειώνεται συνεχώς με τη λογική της ψηφοθηρίας, όχι των αναγκών της άμυνας.

Ο εξοπλισμός της χώρας είναι η χρυσή ευκαιρία για λεηλασία δημόσιου χρήματος από τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους μεσάζοντες, όχι για εκσυγχρονισμό της άμυνας.

Το κράτος, στο σύνολο των λειτουργιών του είναι «μπάχαλο» ανοργανωσιάς, ραστώνης και διάλυσης, δεν γίνεται να αποτελούν εξαίρεση οι Ενοπλες Δυνάμεις.

Το πιο ασφυκτικό από τα δεδομένα που οριοθετούν τη συζήτηση για την «πρόκληση Νταβούτογλου» είναι η διαφορά στο «φρόνημα» των δύο λαών: η τουρκική πολιτεία, με οποιαδήποτε κυβέρνηση, καλλιεργεί στα σχολειά και στον δημόσιο βίο ένα ζωντανό πατριωτισμό, εξωραϊσμένη (συχνά και πλαστογραφημένη) ιστορική συνείδηση, αίσθημα συλλογικής αξιοπρέπειας, περηφάνιας, ισχύος και διεθνούς κύρους της τουρκικής πατρίδας. Στην Ελλάδα η εκπαιδευτική πολιτική όλων των κομμάτων καλλιεργεί μεθοδικά τον αφελληνισμό της νεολαίας σαν προετοιμασία «αντίστασης» σε μια φαντασιωδώς επερχόμενη εθνικιστική χούντα. Κατασυκοφαντεί η εκπαίδευση στις συνειδήσεις των παιδιών την ιστορία του λαού τους. Τύπος και τηλεοράσεις χλευάζουν σαν περίπου φασισμό κάθε αναφορά σε πατρίδα, παράδοση, πολιτισμό. Στόχος και «νόημα» της οργανωμένης συλλογικότητας είναι μόνο να εξασφαλίζει με δάνεια τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας των συνδικαλισμένων.

Εγκλωβισμένος στα ασφυκτικά αυτά δεδομένα ο τυχόν ανήσυχος Ελληνας πρέπει να διαλεχθεί με τα ρεαλιστικά και οξυδερκή πολιτικά οράματα του κ. Νταβούτογλου από θέσεως μηδενικής, κυριολεκτικά, ισχύος. Δεν έχει πια η Ελλάδα περιθώρια να διαπραγματευθεί παρά μόνο, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, την ιστορική συνέχεια ελληνικής παρουσίας στον 21ο αιώνα, τη διάσωση (αποτροπή εξαφάνισης) του ελληνόφωνου κρατιδίου. Οι Τούρκοι αποκλείεται να αγνοούν ότι μπορούν, οποιαδήποτε στιγμή θελήσουν, να καταλύσουν το διαλυμένο και διεφθαρμένο κρατίδιο που μόνο «επανίδρυση» θα το έσωζε. Βλέπουν και κρίνουν πόσο ανίκανοι είναι οι ελλαδίτες πολιτικοί να διαχειριστούν τα απλούστερα των προβλημάτων, πόσο το ενδιαφέρον τους εξαντλείται αποκλειστικά και αρρωστημένα στην εκλογή ή επανεκλογή τους.

Θα συζητούσαν, ίσως, οι Τούρκοι να δώσουν εγγυήσεις παράτασης της ελληνικής παρουσίας, αν πεισθούν ότι υπάρχει συμφερότερη γι’ αυτούς πολιτική από την τμηματική ή συνολική προσάρτηση των ελληνικών εδαφών. Το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης υποδηλώνεται στην περίπτωση Νταβούτογλου: Με τη δική του πολιτική λογική, συμφερότερη για την Τουρκία είναι η οθωμανική προοπτική αυτοκρατορίας, όχι η κεμαλική προοπτική του εθνικιστικού κρατισμού. Η αυτοκρατορία σήμαινε πάντοτε «τάξη πραγμάτων» (ordo rerum), το είδος της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών λαών και εθνοτήτων που εγκαινίασε η Ρώμη (pax romana), με άξονα ενότητας έναν ηγεμονικό λαό διαχειριστή κοινών για όλους πολιτιστικών προτεραιοτήτων.

Ο κ. Νταβούτογλου μοιάζει να θέλει την Τουρκία όχι σε ρόλο κρατικής «περιφερειακής υπερδύναμης» που υπηρετεί μιαν αμερικανική Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων και προϋποθέτει την «εσωστρέφεια» του κεμαλικού εθνικισμού. Θέλει την Τουρκία φορέα του ισλαμικού πολιτισμού, με ηγετικό ρόλο στην προαγωγή της συνύπαρξης χωρών που βρίσκονταν κάποτε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Να αποκτήσει ο ισλαμικός πολιτισμός, στον γεωγραφικό χώρο της άλλοτε οθωμανικής επικράτειας, πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους, το οποίο, ως τυπικά δυτικό προϊόν, είναι δυσαφομοίωτο στην Ανατολή. Αρνείται ο Αχμέτ Νταβούτογλου την αφελή επιδίωξη των ΗΠΑ σήμερα: να ομογενοποιηθεί ο μουσουλμανικός κόσμος με βάση τον εκδυτικισμό του. Προσβλέπει όμως σε ένα Ισλάμ ανοιχτό προς τη Δύση, μετριοπαθές και συμβιβασμένο, γι’ αυτό και ζητάει την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Με αυτή την πολιτική λογική οι μόνοι με τους οποίους θα μπορούσε να συζητήσει ο κ. Νταβούτογλου (και τους χρειάζεται ως καταλύτη ρεαλισμού των στόχων του) είναι οι Ελληνες. Οχι οι «κεμαλικοί» Ελληνες, εθνικιστές κοραϊκοί, που συγκροτούν το σημερινό πολιτικό σύστημα και έχουν αναγάγει τον μηδενισμό σε επίσημη κρατική ιδεολογία. Αλλά οι Ελληνες που ξέρουν ότι για να μετέχουν δημιουργικά (και όχι παρασιτικά) στο γίγνεσθαι της δυτικής πρωτοπορίας, πρέπει να «μην ανήκουν» στη Δύση: να διασώζουν ενεργό και δυναμική την πολιτιστική τους ετερότητα. Με ποιες προϋποθέσεις η προτεραιότητα του πολιτισμού μπορεί να αναδείξει την Τουρκία άξονα μιας αυτοκρατορικής «ειρήνης» στον χώρο της άλλοτε οθωμανικής κυριαρχίας με όρους όχι αντιπαλότητας, αλλά συνεργασίας με τη Δύση; Αυτό μπορούν οι Ελληνες, για δεύτερη φορά στην Ιστορία, να το χειριστούν για λογαριασμό των Τούρκων αποτελεσματικά.

Αλλά η ανάλυση των προϋποθέσεων χρειάζεται μια δεύτερη επιφυλλίδα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-08-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος;

Xρήστος Γιανναράς

Από αγανάκτηση (ομολογημένη) για τη δίχως αντίλογο προπαγάνδα της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας, θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί ένα ερώτημα:

Ας υποθέσουμε μια ταινία διάρκειας ενός λεπτού που θα φιλοδοξούσε να παρουσιάσει το Μουσείο του Λούβρου, την ιστορία του, τη σημασία του για τον πολιτισμό. Και δώδεκα δευτερόλεπτα, το ένα πέμπτο της ταινίας, να είχαν διατεθεί για να προβάλουν τον μανιακό, που πριν από μερικά χρόνια στο Λούβρο «μαχαίρωσε» την Τζιοκόντα. Θα καταριόμασταν σαν «σκοταδιστές» και υπέρμαχους της «λογοκρισίας» όσους διαμαρτύρονταν για την υπερβολή (ή τη σκοπιμότητα) της έμφασης στον βανδαλισμό;

Θα ήμουν ειλικρινά ευγνώμων σε όποιον με βοηθούσε να καταλάβω, γιατί στη σημερινή Ελλάδα θεωρείται «προοδευτικός» και εξασφαλίζει καριέρα όποιος κατασυκοφαντεί την ιστορία του τόπου του και του λαού του. Θέλουμε να παρουσιάσουμε στο διεθνές κοινό τη σχέση του λαού μας με τον Παρθενώνα σε μια μονόλεπτη καταγραφή ιστορίας είκοσι πέντε αιώνων. Και αφιερώνουμε το ένα πέμπτο της παρουσίασης στην πικάντικη εξαίρεση: σε κάποιους κάποτε φανατικούς βάνδαλους του κοινωνικού περιθώριου (που υπάρχουν πάντοτε σε κάθε επί γης κοινωνία). Καταλογίζοντας το σύμπτωμα στη σύνολη μεταφυσική παράδοση του λαού των Ελλήνων.

Για τους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους, οι ρασοφορεμένοι βάνδαλοι, που στη μονόλεπτη ταινία καταστρέφουν με σφυριά τα μεγαλουργήματα της γλυπτικής τέχνης στον Παρθενώνα, δεν είναι περιθωριακοί ψυχοπαθείς, είναι η Εκκλησία, η θεσμική έκφανση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων. Και τον θεσμό θέλουν να τον βλέπουν όπως τους τον μάθανε στα ιδεολογικά ποιμνιοστάσια: Οχι στην καταγωγική ελληνική του διαμόρφωση, αλλά σαν την εκτρωματική του αλλοτρίωση σε εξουσιαστικό μόρφωμα, όπως το κράτος του Βατικανού στη Δύση.

Ασφαλώς και οι «δεσποτάδες» της ελλαδικής παρακμής σήμερα συνεισφέρουν ενεργά σε αυτή την έκτρωματική, εξουσιαστική αντίληψη για την Εκκλησία – δικαιώνουν τη συμπλεγματική εμπάθεια που θέλει πεισματικά να αγνοεί το εκκλησιαστικό γεγονός ως λαϊκό σώμα. Αλλά την έκπληξη που είναι ο πολιτισμός, ως ιστορική σάρκα της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων, τη γέννησε το εκκλησιαστικό σώμα του λαού, όχι οι παρακμιακοί ρασοφόροι του σήμερα ούτε κάποιες εξαιρέσεις ψυχανώμαλων πριν από δεκαέξι αιώνες!

Ο λαός, που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός, συνέχισε με τον Ρωμανό και την Κασσιανή την ποίηση της Σαπφούς και του Πινδάρου (κατέγραψε τη συνέχεια ο C. Trypanis στην ανθολογία του: The Greek Verse, στα Penguin Books). Συνέχισε ο λαός την τραγωδική δραματουργία στην εκκλησιαστική λατρευτική «λειτουργία», την πάλη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής για θέα τού «όντως υπαρκτού» τη μετέθεσε στη ζωγραφική των Εικόνων του Σινά, της Μονής της Χώρας, του Πανσέληνου, στην αρχιτεκτονική της Αγια-Σοφιάς. Η οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου εκφράστηκε δυναμικά στο έργο του Αθανάσιου Αλεξανδρείας, των Καππαδοκών, του Μαξίμου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά. Η ηρακλείτεια ταύτιση του κοινωνείν - αληθεύειν, ο πλατωνικός έρως ως οδός γνώσης, η αριστοτελική λογική μέθοδος και το κριτήριο κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης θεμελιώνουν την εκκλησιαστική απαίτηση συνεπούς εμπειρισμού στην ελληνική Ανατολή. Και οδηγούν σε ρήξη (Σχίσμα) με τη μεταρωμαϊκή Δύση των επήλυδων βαρβαρικών φύλων, παγιδευμένων στον πρωτογονισμό της ανάγκης για αυθεντίες, δόγματα - θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες.

Οταν ξέρει κανείς ότι επί χίλια χρόνια, στο χλευαστικά ονομαζόμενο από τους Δυτικούς «Βυζάντιο», τα παιδιά ξεκινούσαν ανάγνωση και γραφή με αλφαβητάρι τον Ομηρο, τότε τα δώδεκα δευτερόλεπτα εμφατικής προβολής των ψυχανώμαλων του περιθωρίου στη μονόλεπτη ταινία για τον Παρθενώνα είναι τουλάχιστον ανεξήγητη μεροληψία που μοιάζει με κακόβουλη προπαγάνδα. Αλλά και αν το επίπεδο εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας των ελλαδικών επισκόπτων ήταν διαφορετικό, η συμπλεγματική εμπάθεια της μονόλεπτης για τον Παρθενώνα ταινία, θα είχε συναντήσει μόνο χαμόγελα συγκατάβασης. Οχι απαιτήσεις να επιβάλλεται με τον χωροφύλακα ο σεβασμός στην «επικρατούσα θρησκεία»!

Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια είχαμε οι Ελληνες δύο απανωτές ευκαιρίες (που δεν θα ξανάρθουν) να δηλώσουμε, μπροστά στο σύνολο σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη, την πολιτιστική μας ταυτότητα – ενεργό ετερότητα πρότασης πολιτισμού που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα: Είχαμε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την ανέγερση του καινούργιου Μουσείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Και σκέφτομαι: Πώς θα έκριναν την ανταπόκρισή μας στις μοναδκές αυτές ευκαιρίες μαρτυρίας κάποιοι δάσκαλοί μας από ένα χθες όχι πολύ μακρινό; Ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Ζάχος, ο Κεφαλληνός, ο Σεφέρης, ο Τατάκης, ο Θεοτοκάς, ο Γκάτσος, πώς θα αντιδρούσαν στο αρχιτεκτόνημα του Τσουμί, στην ταινία του Κώστα Γαβρά, πώς θα έκριναν την ιδιοφυή εντυπωσιοθηρία, σκηνογραφική και σκηνοθετική, του Δημήτρη Παπαϊωάννου; Θα κατάπιναν βουβά την παραίτηση από κάθε ετερότητα, την εικόνα μιας Ελλάδας με επιδόσεις μόνο μεταπρατισμού, μόνο επαρχιώτικης μειονεξίας;

Δεν έχει νόημα να εμπλέκουμε τίμια ονόματα του χθες σε διχογνωμίες του σήμερα. Αλλά κάποια ονόματα υπογραμμίζουν αποκαλυπτικά το κενό, την ορφάνια μας σήμερα από μπροστάρηδες μαχητικής ευθυκρισίας, εύτολμης ανιδιοτέλειας. Μοιάζει δίχως αντίλογο σήμερα η αναιδέσατη ταύτιση της «προόδου» με τον αφελληνισμό, με την κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, με τον χλευασμό του «ιερού». Ακόμα και όρους υγειονομικής προστασίας για τη μετοχή μας στο Δείπνο της Ευχαριστίας θέλουν να μας επιβάλουν οι «προοδευτικοί» μας δημοσιογράφοι – με την ίδια φασιστική λογική θα αστυνομεύουν σε λίγο και την υγιεινή του έρωτα επιβάλλοντας οπωσδήποτε το προφυλακτικό. Δεν έχει φραγμούς η συμπλεγματική εμπάθεια.

Θα άξιζε, πάντως, να τεθεί η απορία, με αφορμή και την «τσόντα» των δώδεκα δευτερολέπτων: Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος στην ελλαδική δημοσιογραφία σήμερα; Γιατί και εφημερίδες παρήγορης σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, που απευθύνονται, κατά τεκμήριο, σε κοινό με αίσθηση του «ιερού», κατακλύζονται από κείμενα συμπλεγματικής αντιμεταφυσικής μονομανίας;

Ο πάντοτε ανοιχτός αναζητητής, ο τίμιος αγνωστικιστής, έχει σέβας του «ιερού». Ο φανατικός των αντιμεταφυσικών βεβαιοτήτων (όπως και ο θρησκόληπτος) έχει πρόβλημα. Πρόβλημα βασανιστικής ανασφάλειας. Δεν στομώνει κανείς τις γονιμότερες μέσα του αναζητήσεις, απλώς για να εκδικηθεί κάποιους ανυποψίαστους ρασοφόρους του χθες ή του σήμερα. Ομως, γιατί μια κοινωνία να «παιδαγωγείται», μονότροπα με ψυχολογικές ανασφάλειες;

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 23-08-09

Σχετικό βίντεο: Παρθενώνας, του Κώστα Γαβρά

Διαβάστε περισσότερα......