Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Αν ο πρωθυπουργός τολμούσε μετάνοια

Xρήστος Γιανναράς

Η λογική των δημοσκοπήσεων και η οξυδέρκεια του κοινού αισθήματος το βεβαιώνουν: Αποκλείεται η σημερινή κυβέρνηση να κερδίσει τις προσεχείς εκλογές, όποτε και αν διεξαχθούν.

Αυτή η βεβαιότητα, για έναν ταλαντούχο και φιλόδοξο ηγέτη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόκληση: Στους μήνες που του απομένουν (επτά μέχρι το εκβιαστικό τελεσίγραφο του αντιπάλου του) να τολμήσει όσες μεταρρυθμιστικές τομές απέφευγε έως τώρα, τρέμοντας το «πολιτικό κόστος».

Το πολιτικό κόστος το έχει τελεσίδικα εισπράξει, το προκάλεσαν η ατολμία και η ανικανότητα, όχι οι σθεναρές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Τα προγνωστικά δεν ανατρέπονται, ο πρωθυπουργός θα γυρίσει οριστικά στο σπίτι του. Εκ των πραγμάτων, το δίλημμά του είναι: αν θα γυρίσει με την αξιοπρέπεια του ηγέτη που, έστω την τελευταία στιγμή, τόλμησε τα καίρια ή με το ισόβιο πια στίγμα του αποτυχημένου. Θα τον έχει κατατροπώσει ο πιο μειονεκτικός αντίπαλος που θα μπορούσε ποτέ να του τύχει.

Το ενδεχόμενο να τολμήσει ο σημερινός πρωθυπουργός την τελευταία στιγμή, το αποκλείουν όλα τα δεδομένα: Δεν τόλμησε τα καίρια και ουσιώδη εφτά χρόνια ως ηγέτης της αντιπολίτευσης και πέντε χρόνια ως πρωθυπουργός, θα τολμήσει τους τελευταίους εφτά μήνες πριν το τέλος; Δεν έχει τον ψυχισμό που απαιτείται για να διακινδυνεύσει τομές, δεν είχε ποτέ ουσιαστικές φιλοδοξίες, όραμα που να τον συνεπαίρνει. Στη ζωή του δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει ποτέ για τίποτα, γεννήθηκε με όνομα που του εξασφάλιζε κάθε μέρα τον πρώτο λαχνό του λαχείου, βρέθηκε να διαχειρίζεται την πρωθυπουργική μοναρχία, όπως άλλοι κληρονομούν τράπεζα ή εργοστάσιο.

Παρόλα αυτά, η ανάλυση του ουτοπικού ενδεχομένου να τολμήσει ο πρωθυπουργός στο τελευταίο επτάμηνο τα καίρια, δεν είναι περιττή και άγονη, τουλάχιστον για τη θεωρητική σκέψη. Αξίζει τον κόπο να προβληματιστούμε κυρίως: ποια είναι τα καίρια και ουσιώδη που ο πρωθυπουργός θα άξιζε, για την υστεροφημία του, να επιχειρήσει.

Εχουν εντοπιστεί πάμπολλες φορές, επί πολλά τώρα χρόνια: Καίρια και ουσιώδη τολμήματα που περίμενε η ελληνική κοινωνία από τον πρωθυπουργό ήταν τα δημιουργικά αντίμετρα για την ανατροπή των κοινωνικών εγκλημάτων της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ (και η λέξη εγκλήματα κυριολεκτεί).

Περίμενε η κοινωνία την αποκατάσταση αξιοκρατικής ιεραρχίας στον δημόσιο βίο, στη λειτουργία του κράτους. Αποκατάσταση ελέγχου και αξιολόγησης της ποιότητας, της ικανότητας, της εργατικότητας.

Την εξάλειψη του αμοραλιστικού λαϊκισμού που έχει βυθίσει το κράτος σε εφιαλτική υπερχρέωση και έχει αλλοτριώσει τον συνδικαλισμό σε παρακρατική εξουσία γκανγκστερικών εκβιασμών.

Τον δραστικό κοινωνικό έλεγχο των ασύδοτων ιδιωτικών ΜΜΕ και της διαχείρισης του επαγγελματικού «αθλητισμού» από μαστόρους της κοινωνικής αποχαύνωσης.

Την ανάσχεση της διάλυσης και του ευτελισμού της σχολικής και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Αυτά τα (ενδεικτικά) κοινωνικά εγκλήματα, που η ψήφος του λαού απαιτούσε να αντιμετωπίσει με ριζοσπαστικές τομές ο πρωθυπουργός, είναι τα στοιχεία ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ, συγκροτούν την «πολιτική» του φυσιογνωμία. Η «Νέα Δημοκρατία» όχι μόνο δεν τα κατάγγειλε ποτέ και δεν τα αντιπάλεψε, αλλά τα υιοθέτησε σιωπηρώς και απολύτως, τα συντήρησε επιμελέστατα για δικό της ποταπό κομματικό όφελος και για να μην τυχόν δυσαρεστήσει ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που ευελπιστούσε να προσεταιριστεί. Ο εκπασοκισμός της Ν. Δ., από την εποχή της αρχηγίας Μητσοτάκη, είναι το πιο νοσηρό σύμπτωμα του πολιτικού μας βίου: Ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός έγιναν μονόδρομος. Το διαβόητο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού αποτέλεσε τη συμβολική ένδειξη της πολιτικής σύμπλευσης των δύο «κομμάτων εξουσίας».

Να ανακρούσει πρύμνα ο σημερινός πρωθυπουργός, να προσδώσει πολιτική ιδιοπροσωπία στη Ν. Δ. μέσα σε επτά μήνες, με ριζικές τομές, να ανασκευάσει τα παγιωμένα πια κοινωνικά εγκλήματα του ΠΑΣΟΚ, είναι σαφώς ουτοπικό ενδεχόμενο. Αν, όμως, κατανοούσε έστω για ποια θέματα εδώ μιλάμε, θα μπορούσε να προβάλει την αντίρρηση: Με την οριακή πλειοψηφία των εκατό πενήντα ενός (151) βουλευτών, ποιος ηγέτης, ακόμα και ο πιο ταλαντούχος, θα ήταν δυνατό να τολμήσει τομές;

Η αντίρρηση λησμονεί ότι το θεωρητικό μας σχήμα προϋποθέτει ηγέτη όχι μόνο ταλαντούχο και δημιουργικά φιλόδοξο, αλλά επιπλέον και βεβαιωμένον για την αποτυχία του. Επομένως, έτοιμον να ρισκάρει τα πάντα, αφού δεν θα έχει να χάσει παρά μόνο τον ιστορικό διασυρμό του. Γνώρισμα των αληθινών ηγετών και τεκμήριο μεγαλείου είναι η δημόσια αναγνώριση των λαθών και η ομολογία αποτυχίας.

Αν ήταν, λοιπόν, αληθινός ηγέτης ο σημερινός πρωθυπουργός θα ζητούσε τη λαϊκή έγκριση για τις τομές τις ικανές να απαλλάξουν την ελληνική κοινωνία από τα θεσμοποιημένα πασοκικά εγκλήματα. Εγκριση όχι με εκλογές, που παγιδεύουν τη λαϊκή βούληση στα δόλια τεχνάσματα των «επικοινωνιολόγων». Εγκριση με έγκυρη δημοσκόπηση. Αν εγκρίνει ο λαός ή αν απορρίπτει την αξιοκρατία. Τον ακομμάτιστο και μη επαγγελματικό συνδικαλισμό. Τον κοινωνικό έλεγχο αξιοπιστίας, ποιότητας, γλωσσικής ορθότητας των ΜΜΕ. Την κατάργηση του κρατικού τζόγου και της κρατικής προστασίας του εξηλιθιωτικού «φιλαθλητισμού» Τη ριζική, από τα θεμέλια αναδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τον θεσμικό χωρισμό του κράτους από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα.

Αν η δημοσκόπηση δώσει σε τέτοιες τομές το κύρος πλειοψηφικής λαϊκής απαίτησης, η οριακή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο δεσμεύεται, κατά τεκμήριο, να συμπράξει χωρίς αποστασίες. Αλλά και να υπάρξουν εξαγορασμένοι αποστάτες, την υστεροφημία του ο πρωθυπουργός θα την έχει κερδίσει.

Σε εφτά μήνες προλαβαίνουν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμιστικές τομές σε τόσο καίριους τομείς του κοινωνικού βίου; Ισως ναι, ίσως όχι. Προλαβαίνει όμως η εξαγγελία και η ανάληψη της προσπάθειας με επιστράτευση της καλύτερης ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει η ελληνική κοινωνία έξω από τα πασιφανώς σάπια «κόμματα εξουσίας» να αλλάξει ριζικά την εικόνα του σημερινού πρωθυπουργού, αλλά και την πολιτική φυσιογνωμία του οριστικά χρεοκοπημένου κόμματός του.

Το σενάριο είναι εντελώς, μα εντελώς ουτοπικό, στην κυριολεξία όνειρο θερινής νυκτός. Ρεαλιστική πρόβλεψη είναι ότι ο πρωθυπουργός θα προκηρύξει εκλογές το φθινόπωρο, λιγότερο πιθανό, τον Μάρτιο. Με τον φαλκιδευμένο εκλογικό νόμο πρωθυπουργός θα αναδειχθεί ο θλιβερός ολίγιστος – οι ανά τον κόσμο «Φιλέλληνες» θα καγχάσουν σαρδόνια με τον παρακμιακό αυτεξευτελισμό του Ελληνισμού. Το ψυχορράγημα θα συνεχιστεί, άγνωστο ώς πότε. Ανεπαισθήτως.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-07-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός

Xρήστος Γιανναράς

Πότε τελειώνει ιστορικά ένας λαός που σημάδεψε με την παρουσία του την πορεία της ανθρωπότητας; Προφανώς, όταν πάψει να παράγει ή να συντηρεί καινοτόμο ιδιαιτερότητα. Οταν χάσει ακόμα και την επίγνωση της κάποτε προσφοράς του, όταν εκπέσει σε ρητορικές μόνο καυχήσεις για κατορθώματα που δεν μπορεί πια να κατανοήσει τη σημασία τους.

Αν είναι αυτό το κριτήριο του ιστορικού τέλους, πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός;

Στο σχολείο μαθαίναμε τη δόλια απάντηση της δυτικής ιστοριογραφίας που είχε υιοθετήσει και ο Κοραής: Ο Ελληνισμός τέλειωσε το 529, όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε και τυπικά τα τελευταία απομεινάρια φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απροκατάληπτη έρευνα άρχισε να κατεδαφίζει τη μεθοδική κατασυκοφάντηση του ψευδωνύμως, για χλεύη, λεγόμενου «Βυζαντίου»: να καταδείχνει τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα πολιτισμού, με ακραιφνή ελληνική ιδιαιτερότητα, που το χαρακτηρίζουν και σημαδεύουν την ανθρώπινη Ιστορία. Τότε μεταθέσαμε το τέλος του Ελληνισμού στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453.

Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» μας έδειξε ότι ακόμα και κάτω από τον ζυγό των Τούρκων οι Ελληνες, φτωχοί, αγράμματοι, σκλάβοι, συνέχισαν να παράγουν ιδιαιτερότητα πολιτισμού, Τέχνη και θεσμούς με τους ίδιους άξονες αναφοράς και τις ίδιες ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων που χαρακτήριζαν ανέκαθεν την ελληνικότητα. Και τότε μεταθέσαμε το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού στο 1833, όταν Βαυαροί και Κοραϊκοί συγκρότησαν το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο, προγραμματικά αποκομμένο από την οργανική ιστορική του συνέχεια, με πολιτιστικές επιδόσεις μόνο στη μίμηση των δυτικών προτύπων και την ελληνική ταυτότητα μεταποιημένη σε φολκ λορ και ιδεολόγημα.

Αποδίδεται στον ηπειρώτη πατριάρχη Αθηναγόρα η εκτίμηση ότι ο Ελληνισμός τέλειωσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922: Μπορεί το ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών να ήταν καταγωγικά αφελληνισμένο, να κατανοούσε τον Ελληνισμό με τους όρους του νεωτερικού εθνικισμού, δηλαδή να τον καταδίκαζε να είναι βαλκανική επαρχία. Ομως, υπήρχε παράλληλα η πληθυσμική πραγματικότητα εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμηλίας, Ελληνισμός με συνείδηση κοσμοπολίτικης αρχοντιάς και ταυτότητα πολιτισμού, όχι κρατικής εθνότητας.

Με ποια κριτήρια πιστοποιούμε τη συνέχεια ή την ασυνέχεια (το ιστορικό τέλος) της ελληνικής ιδιαιτερότητας; Οχι βέβαια με τη συντήρηση και παγίωση των ίδιων πάντα σχημάτων του βίου και της έκφρασης. Η συνέχεια της ταυτότητας (δημιουργικής ετερότητας) ενός λαού γίνεται φανερή στη διατήρηση των ίδιων προτεραιοτήτων, της ίδιας ιεράρχησης αναγκών, της ίδιας αξιολόγησης ποιοτήτων.

Το πέρασμα από την «κοινωνία της χρείας» στην «πολιτική κοινωνία» (από την ατομοκεντρική χρησιμοθηρία στο κοινό «άθλημα αληθείας») είναι σταθερό γνώρισμα ελληνικότητας. Τόπος και τρόπος του αθλήματος στην Αρχαία Ελλάδα ήταν η αυτόνομη πόλις - κράτος, πραγμάτωση και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία του δήμου». Τόπος και τρόπος του αθλήματος στον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό (Βυζάντιο και Τουρκοκρατία) ήταν η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα - ενορία και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία των πιστών».

Ο στόχος στον οποίο απέβλεπε η πόλις (ο τρόπος του όντως αληθούς) αποτυπώνεται στη λογική αρμονία των αρχιτεκτονικών μελών του Παρθενώνα, στην αφαιρετική υποδήλωση του καθολικού λόγου της ουσίας (όχι του εφήμερου ατόμου) που σαρκώνει το άγαλμα, στην τραγωδική δραματουργία της θεατρικής εκφραστικής. Αντίστοιχα, ο στόχος της ευχαριστιακής κοινότητας αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό (στατικής) ρίσκο της διαδοχής θόλων, ημιθολίων, σφαιρικών τριγώνων που λογοποιεί την ύλη, παραπέμπει στην «κένωση» - σάρκωση του Λόγου ως τρόπο τής όντως υπάρξεως. Aποτυπώνεται στη «διάβαση επί το πρωτότυπον» που κατορθώνει (με την ίδια αφαιρετική επιδίωξη του αγάλματος) η βυζαντινή Εικόνα ή στην «αποκαλυπτική» δραματουργία (με πιστότητα στο αρχαίο σκηνικό υπόδειγμα) της εκκλησιαστικής Ευχαριστίας.

Σήμερα δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τις προτεραιότητες αναγκών και στόχων που εξασφάλιζαν τη συνέχεια του τρόπου της ελληνικότητας, δεν μπορέσαμε να διασώσουμε στο ελλαδικό κρατίδιο αυτόν τον τρόπο ούτε ως μνήμη, θησαύρισμα παιδείας. Μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε (δεν έχουμε προσλαμβάνουσες παραστάσεις), πώς μπορεί μια συλλογικότητα να οργανώθηκε κάποτε με προτεραιότητα ανάγκης την υπαρκτική γνησιότητα και όχι τη χρησιμότητα. Ερμηνεύουμε την Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία με τα κριτήρια και τα δόγματα του Ιστορικού Υλισμού ή με τις προ-πολιτικές ατομοκεντρικές αξιώσεις του Διαφωτισμού – μιλάμε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σαν το προανάκρουσμα «αυτοθεσμιζόμενης» κολλεκτίβας ή «κομμούνας».

Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά με αργό και βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα που ξεκίνησε το 1833 και συνεχίζεται, άγνωστο για πόσο ακόμη. Παλεύουμε να πιθηκίσουμε με συνέπεια τα «φώτα» της Εσπερίας, την παραχάραξη του αθλήματος της σχέσης σε μονοτροπία της χρήσης. Και ούτε αυτό δεν καταφέρνουμε, ο μεταπρατισμός μάς καθηλώνει σε τριτοκοσμικά επίπεδα υπανάπτυξης, διαφθοράς, οργανωτικής διάλυσης, απαιδευσίας, βαναυσότητας στην καθημερινή συμπεριφορά.

Αν συνεχίζουμε κωμικά να καυχώμαστε για την Αρχαία Ελλάδα, είναι επειδή μάς μάθανε ότι στο δικό της κληροδότημα βασίστηκε, και αυτό αξιοποίησε ο καταναλωτικός πολιτισμός της Δύσης, που εμείς αποκλειστικά θαυμάζουμε και είναι το ίνδαλμά μας. Ωσάν να ήταν ποτέ δυνατό η ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» να γεννήσει τον ατομοκεντρισμό του cogito ή της αισθησιοκρατίας, η μεταφυσική στόχευση της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας να παραγάγει το όνειδος της σημερινής εμπορευματοποιημένης κομματοκρατίας.

Το ιστορικό ψυχορράγημα του Ελληνισμού είναι βασανιστικό και ταπεινωτικό, γιατί συνεχίζουμε να υπάρχουμε χωρίς πια να είμαστε Ελληνες και χωρίς να μπορούμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι». Και απομνημείωση αρχιτεκτονική του χαμένου προσώπου μας είναι η βλάσφημη αισχρουργία του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης: Αυτάρεσκη αναίδεια μιας αφελληνισμένης κοινωνίας, που χρυσοπληρώνει Αμερικανοελβετό για να φιλοτεχνήσει «μοδέρνο» νεοπλουτίστικο πορτραίτο της αμάθειας και ασχετοσύνης της.

Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 19-07-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Ελληνωνύμων ενεργός αφελληνισμός

Xρήστος Γιανναράς

Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις», λέει ο Αριστοτέλης. Δεν ταιριάζει σε ελεύθερους και μεγαλόψυχους ανθρώπους να ζητάνε παντού τη χρησιμότητα, να αξιολογούν το κάθε τι κρίνοντας πρωταρχικά πόσο χρήσιμο είναι. Το πρωτείο της χρησιμότητας δηλώνει υποταγή στις ενστικτώδεις ορμές εγωτικής αυτοσυντήρησης, μικρόψυχη έγνοια ατομικής εξασφάλισης. Οχι ελευθερία από την αναγκαιότητα, όχι μεγαλοψυχία.

Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν η ευρωπαϊκή και η ασιατική ακτή του Αιγαίου και το μεταξύ αρχιπέλαγος γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, το αίτημα να έχει προτεραιότητα η αλήθεια και όχι η χρησιμότητα. Γεννήθηκε η κριτική σκέψη: Η ανάγκη των Ελλήνων να διακρίνουν το πραγματικό από την ψευδαίσθηση, την αλήθεια από το ψέμα, την έγκυρη γνώση από την υποκειμενική εντύπωση. Να ξεχωρίσουν τον αξιόπιστο («πιστόν») από τον αναξιόπιστο («άπιστον») λόγο. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, η επιστήμη.

Να γίνει ξεκάθαρο: Η προτεραιότητα της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας δεν ήταν για τους Ελληνες ηθική επιταγή, ιδεαλιστικό αιτούμενο. Ηταν ανάγκη, ανάγκη κοινή, δηλαδή εμπειρικά κοινωνούμενη. Μια ανθρώπινη συλλογικότητα σημαδεύει την Ιστορία όχι με ηθικοπλαστικές «αξίες» και ιδεαλιστικές στοχεύσεις, αλλά με την ιεράρχηση των αναγκών της – ποια ανάγκη έρχεται πρώτη και ποια δεύτερη. Πρώτη ανάγκη για τους Ελληνες, μέσα από διεργασίες αιώνων, αναδύθηκε το αίτημα της αλήθειας. Στη μεσαιωνική και νεώτερη Ευρώπη (ώς σήμερα) το αίτημα των Ελλήνων υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό, αλλά παραλλαγμένο σε ανάγκη για αποτελεσματικότητα, που είναι η αναιδέστερη μορφή χρησιμοθηρίας. Γι’ αυτό και η «επιστήμη» της Δύσης οδηγεί οπωσδήποτε στη χρησιμότητα, ακόμα και του Αουσβιτς ή της Χιροσίμα.

Η αλήθεια, όσο υπήρχε Ελληνισμός, ήταν από μόνη της το μέγιστο αγαθό και η κριτική αναζήτηση του αληθούς υπηρετούσε την κοινή ανάγκη να προσδιοριστεί τελικά η αλήθεια όχι ως γνώση μόνο, αλλά και ως ύπαρξη. Να προσδιοριστεί το αληθινά υπαρκτό (το «όντως ον»): αυτό που υπάρχει χωρίς περιορισμούς, μεταβολές, φθορά – αυτό που δεν πεθαίνει. Να προσδιοριστεί το πραγματικά υπαρκτό, γιατί ανάγκη του Ελληνα ήταν να μιμηθεί τον «τρόπο» ύπαρξης του όντως υπαρκτού: ανάγκη να «αθανατίζει» ο άνθρωπος, όπως είπε ο Πλάτων.

Αυτή η δεύτερη κοινή (εμπειρικά κοινωνούμενη) ανάγκη γέννησε το δεύτερο άλμα των Ελλήνων στην πανανθρώπινη Ιστορία: Αλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς» ή (με άλλη διατύπωση) από τη «φυσική κοινωνία» στην «πολιτική κοινωνία». Η «χρεία», η προτεραιότητα της χρησιμότητας, συγκροτεί κατά φυσική αναγκαιότητα (όχι κατ’ ελευθερίαν) τη συλλογική συμβίωση των ανθρώπων – με τον καταμερισμό της εργασίας και τις ανταλλακτικές σχέσεις κοινωνούνται οι βιοποριστικές ανάγκες, δημιουργείται η «φυσική κοινωνία». Με στόχο την κοινή πραγμάτευση του αληθούς, τη μίμηση του «τρόπου» της αθανασίας, γεννιέται η «πόλις», η «πολιτική κοινωνία»: μεταβάλλεται η αναγκαιότητα της συνύπαρξης σε ελεύθερο κοινό άθλημα να «αληθεύει» ο βίος, να είναι «κατ’ αλήθειαν» οι σχέσεις κοινωνίας.

Οι Ελληνες ονόμασαν «πόλιν» όχι τον αριθμητικά (ποσοτικά) διευρυμένο οικισμό, αλλά έναν άλλο «τρόπο» συλλογικότητας, θεσμικά και λειτουργικά ομόλογο του «αληθούς». Πιστοποιούσε η ελληνική εμπειρία ότι το αληθινά υπαρκτό στοιχείο της αισθητής πραγματικότητας (το άφθορο, αναλλοίωτο, αθάνατο) είναι ο δεδομένος και ανερμήνευτος «ξυνός» (κοινός) λόγος, η λογικότητα που προκαθορίζει το είδος και τις σχέσεις των υπαρκτών. Τα επιμέρους (ατομικά) υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα. Ομως, ο λόγος της μορφής και της δια-μόρφωσης των υπαρκτών είναι αιώνιος και αθάνατος, αυτός μεταβάλλει το σύμπαν σε «κόσμον» (κόσμημα) αρμονίας, ευταξίας, κάλλους.

Αυτή την κοσμιότητα των «κατά λόγον» και «ανά τον λόγον» σχέσεων, τον λόγο-τρόπο της αλήθειας και αθανασίας, θέλει να πραγματώσει η πολιτική κοινωνία, «ο μικρός της πόλεως κόσμος». Και η πραγμάτωση δεν είναι θέμα κοινής συμφωνίας («κοινωνικού συμβολαίου»), αλλά κοινού συνεχούς αθλήματος. «Πολίτης» είναι όποιος ελεύθερα δέχεται την τιμή να μετέχει στο άθλημα αληθείας που είναι η πολιτική. Την ευθύνη να τηρούνται οι όροι του αθλήματος την έχουν όλοι οι πολίτες, το «κράτος» (εξουσία - ευθύνη) το επιφορτίζεται όλος ο «δήμος» – το «πολίτευμα» (τρόπος λειτουργίας της «πόλεως») είναι «δημοκρατία».

Δυο ενδεικτικές συνέπειες έχει η τιμή να είσαι «πολίτης», μέτοχος του αθλήματος να αληθεύει ο βίος, του πολιτικού αθλήματος: Είναι αδιανόητο να θιγεί ή να κακωθεί το σώμα του πολίτη, αδιανόητη η σωματική βάσανος. Μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ακρωτηριασμοί, αυτονόητες σε εκείνους τους αιώνες ποινές, αποκλείονται στην ελληνική «πόλιν». Ο Σωκράτης καταδικάζεται από την Εκκλησία του Δήμου σε θάνατο (διότι και η δημοκρατία κάνει λάθη), αλλά δεν υπάρχει δήμιος να εφαρμόσει την ποινή: Θα πάρει μόνος του, ελεύθερα, να πιει το κώνιον ή θα φύγει από την πόλη.

Δεύτερη ενδεικτική συνέπεια: Οι πολίτες στη δημοκρατία δεν εκλέγονται στα θεσμικά αξιώματα, κληρώνονται. Οποιος έχει την τιμή να είναι πολίτης, είναι εξ ορισμού και ικανός για οποιοδήποτε αξίωμα - ευθύνη διαχείρισης των κοινών. Ούτε έχει σημασία το γεγονός ότι η πραγμάτωση της δημοκρατίας διήρκεσε ελάχιστες δεκαετίες, στην Αθήνα και μόνο. Την Ιστορία τη σημάδεψε η στόχευση των Ελλήνων, αυτή παραμένει πανανθρώπινο μέτρο και κριτήριο αποτίμησης των προτεραιοτήτων κάθε συλλογικότητας.

Βέβαια, το μέτρο - κριτήριο αλλοτριώθηκε, το καπηλεύτηκαν λαοί βαρβαρικοί χρησιμοθηρικών προτεραιοτήτων, κυρίως μετά την εξαφάνιση του Ελληνισμού από το ιστορικό προσκήνιο με την Τουρκοκρατία. Πόσοι καταλαβαίνουν σήμερα, στον διεθνή χώρο, ότι η «πολιτική» στοχεύει στον «κατ’ αλήθειαν» βίο, ότι η «δημοκρατία» προϋποθέτει άξονα μεταφυσικής αναζήτησης, ότι είναι άθλημα σχέσεων κοινωνίας, όχι «συμβόλαιο» για τη θωράκιση κάθε εγωτικής αυτονομίας.

Θεωρητικά, το ελλαδικό κρατίδιο που προέκυψε από την εξέγερση του 1821 θα μπορούσε να διασώσει, έστω και μόνο ως συνείδηση και μαρτυρία, την ειδοποιό διαφορά και ταυτότητα του Ελληνισμού μέσα στην Ιστορία. Ομως ποτέ δεν διδαχθήκαμε στην παιδεία του κρατιδίου, ούτε ως πληροφορία, τι σημαίνουν για την ανθρωπότητα τα δύο άλματα των κάποτε Ελλήνων: η γέννηση της κριτικής σκέψης και η ανάδυση της πολιτικής κοινωνίας.

Το ελλαδικό κρατίδιο είναι μια μιμητική απόφυση της Δύσης, δεν υπάρχει τίποτα ελληνικό στο ελλαδικό κρατίδιο – θεσμοί, παιδεία, Τέχνη, ατομική καλλιέργεια, όλα μεταπρατικά, όλα απομιμήσεις και πιθηκισμός. Γι’ αυτό και πανηγυρίζουμε ανίδεοι, οι Ελληνώνυμοι του βαλκανικού νότου, που ένας Αμερικανοελβετός έστησε απέναντι από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης τη βλάσφημη νεοπλουτίστικη αναίδεια της χρησιμοθηρίας αρχιτεκτονημένη – ναι, απέναντι στο σύμβολο του μεταφυσικού στόχου της πολιτικής, τον Παρθενώνα.

Και είναι το αρχιτεκτόνημα του Ελβετού απολύτως συντονισμένο με την τεταρτοκοσμική μας «δημοκρατία».

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-07-09

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Ανθρωπολογικές Προϋποθέσεις

Xρήστος Γιανναράς

Στην Παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας και στην Ορθόδοξη ιστορική της συνέχεια μαθαίνουμε την αλήθεια για τον άνθρωπο σπουδάζοντας την αποκάλυψη της αλήθειας για τον Θεό. Κι αυτό γιατί δεν μας αρκεί μια περιγραφική ανθρωπολογία (που μπορούν να μας τη δώσουν και οι λεγόμενες σήμερα «επιστήμες του ανθρώπου»), αλλά ζητάμε μια ερμηνεία του γεγονότος της ανθρώπινης ύπαρξης, το φωτισμό εκείνων των πτυχών του ανθρώπινου είναι που μένουν απρόσιτες στην αντικειμενική αιτιολόγηση.

Μέσα από τη γραπτή παράδοση των αποκαλύψεων του Θεού, την Αγία Γραφή της Εκκλησίας, ο Θεός βεβαιώνεται ως προσωπική Ύπαρξη, και ο άνθρωπος δημιουργημένος κατ’ εικόνα του Θεού — προσωπική ύπαρξη και αυτός, αν και κτιστή φύση. Η αφετηριακή αυτή σχέση του ανθρώπου με το Θεό. που συνιστά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο άνθρωπος, εικονίζεται στις πρώτες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης, σε μια διήγηση ποιητική και συμβολικής απ' όπου άντλησε πάντοτε η χριστιανική σκέψη τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής ανθρωπολογίας.

Διαβάζουμε λοιπόν στο βιβλίο της Γένεσης ότι ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε έξι μέρες. Όλα όσα συγκροτούν τον κόσμο, τα δημιούργησε ο Θεός με μόνο το πρόσταγμα του λόγου του. Και την έκτη μέρα, την ίδια μέρα που ολοκλήρωσε τη δημιουργία καλώντας στην ύπαρξη τα θηρία και τα κτήνη και τα ερπετά της γης και αφού είδε ο Θεός το κάλλος της σύνολης κτίσης, προχώρησε στην πλάση του ανθρώπου. Με την εικονολογική της γλώσσα η βιβλική διήγηση επισημαίνει μια ξεχωριστή ενέργεια του Θεού για τη δημιουργία του ανθρώπου: Δεν είναι πια το δημιουργικό πρόσταγμα, αλλά καταρχήν η έκφραση μιας απόφασης του Θεού, -στην οποία η χριστιανική ερμηνευτική διέκρινε πάντοτε την πρώτη αποκάλυψη της τριαδικότητας του Θεού: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης» (Γεν. 1. 26).

Δεν πρόκειται πια εδώ για ένα ακόμη από τα κτίσματα που συγκροτούν τον κόσμο, αλλά για ένα κτίσμα που η βούληση του Θεού το διαστέλλει από όλα τα άλλα, για να είναι αυτό εικόνα του Θεού μέσα στον κόσμο, που θα πει: άμεση φανέρωση, εμφάνιση, αντιπροσώπευση του Θεού. Γι’ αυτό άρχει ο άνθρωπος μέσα στη δημιουργία, όχι με την έννοια ενός προικισμένου επιστάτη ή επιβεβλημένου αφέντη, αλλά με την έννοια του οδηγού που κατευθύνει τη σύνολη κτίση στον τελικό του λόγο ή σκοπό.

Και η έκφραση της ιδιαίτερης βούλησης και απόφασης του Θεού για τη δημιουργία του ανθρώπου συμπληρώνεται στη βιβλική εικόνα με μια πράξη ξεχωριστή του Θεού: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν άπα της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γεν. 2. 7). Κανένα άλλο κτίσμα στη βιβλική διήγηση δεν το «πλάθει» ο Θεός. Το υλικό για την πλάση του ανθρώπου δεν είναι άλλο από το χώμα της γης —και αυτή η ιδιότητα του χοϊκού θα είναι και το όνομα του πρώτου ανθρώπου: Αδάμ (=χοϊκός). Αλλά η χοϊκή ανθρωπινή φύση κατασκευάζεται με μια ξεχωριστή θεία ενέργεια, πλάθεται από το Θεό Για να δεχθεί στη συνέχεια το εμφύσημα της πνοής του Θεού και να αναδειχθεί ο άνθρωπος σε «ψυχή ζώσα».

Να φυσήξεις στα πρόσωπο του άλλου ήταν για τους Εβραίους πάντοτε (και τους Σημίτες γενικότερα) μια πράξη με βαθύτατο συμβολισμό: Σήμαινε ότι μεταδίνεις στον άλλο την πνοή σου, κάτι πολύ εσωτερικά δικό σου, την ίδια την αυτοσυνείδηση ή το πνεύμα σου. Κι αυτό γιατί η αναπνοή είναι προϋπόθεση της ζωής, το στοιχείο που σε καθιστά ενεργό ον, και όλα τα βιώματα –φόβος, οργή, χαρά, περηφάνια- όλα επηρεάζουν την αναπνοή, δείχνουν μια σχέση της αναπνοής με το βαθύτερο είναι σου, τον ίδιο τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν η Γραφή λέει ότι φυσάει ο Θεός στο χοϊκό πρόσωπο του ανθρώπου τη δική Του πνοή, είναι αυτή μια εικόνα για να φανερωθεί η μετάδοση στον άνθρωπο κάποιων γνωρισμάτων της ίδιας της ύπαρξης του Θεού. Στη βιβλική γλώσσα το αποτέλεσμα αυτής της μετάδοσης είναι ότι ο άνθρωπος γίνεται ψυχή ζώσα.

ΨΥΧΗ

Η λέξη ψυχή είναι από τις πιο δύσκολες και στη Βίβλο και στη χριστιανική γραμματεία. Επιπλέον, προστέθηκε και μια σύγχυση στο νόημα της λέξης, γιατί οι Έλληνες τη χρησιμοποιούσαν με διαφορετική σημασία. Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι, σχεδόν αυτονόητα, κατανοούν τη λέξη ψυχή περισσότερο με το αρχαιοελληνικό (κυρίως το πλατωνικό) και λιγότερο με το βιβλικό νόημα της: Πιστεύουν ότι, όπως υπάρχει μέσα στο σώμα του ανθρώπου το αίμα, η λέμφος, ο μυελός των οστών, έτσι υπάρχει και ένα άυλο στοιχείο, πνευματικό, ουσιαστικά διαφορετικό από τα υλικά συστατικά μας, κι αυτό ακριβώς είναι η ψυχή -κάτι αερώδες και απροσδιόριστο, που όταν πεθαίνουμε βγαίνει από μέσα μας μαζί με την τελευταία πνοή και πηγαίνει κάπου αλλού.

Δεν είναι όμως αυτό το βιβλικό νόημα της λέξης. Οι Εβδομήκοντα μεταφραστές της Π.Δ. μετέφεραν στα ελληνικά με την λέξη ψυχή το εβραϊκό ne-phesch, που είναι ένας πολυσήμαντος όρος. Ψυχή ονομάζεται κάθε τι έμβιο, κάθε ζώο, συνηθέστερα όμως μέσα στη Γραφή πρόκειται για τον άνθρωπο. Δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης -το πνευματικό, σε αντίθεση προς το υλικό- αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση. Η ψυχή δεν κατοικεί απλώς στο σώμα, αλλά εκφράζεται με το σώμα, που κι αυτό, όπως και η σάρκα ή η καρδία αντιστοιχεί στο εγώ μας, στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε τη ζωή. Ψυχή είναι ένας άνθρωπος, είναι κάποιος, γιατί αυτή συνιστά το σημείο της ζωής τόσο σαν εξωτερική εκδήλωση όσο και σαν εσωτερικότητα και υποκειμενικότητα. Αλλά αν η ψυχή είναι τα σημείο της ζωής, δεν σημαίνει ότι είναι και η πηγή η αιτία της ζωής, όπως πίστευαν οι Έλληνες. Είναι, περισσότερο, ο φορέας της ζωής, γι’ αυτό και συχνά στην Π.Δ. ταυτίζεται με την εκδήλωση της επίγειας μόνο ζωής (πεθαίνει η ψυχή, παραδίνεται στο θάνατο, αλλά και ανίσταται, όταν η ζωή επανέρχεται στο νεκρό σώμα), ενώ στην Κ.Δ. εμφανίζεται ως φορέας και της αιώνιας ζωής, γι’ αυτό και η σωτηρία της ψυχής ταυτίζεται με τη δυνατότητα της ζωής που δεν γνωρίζει φθορά και θάνατο.

Οι Πατέρες της χριστιανικής Εκκλησίας ερμηνεύοντας τη Γραφή σεβάστηκαν απόλυτα το πολυσήμαντο νόημα της λέξης ψ υ χ η και δεν προσπάθησαν να το οριστικοποιήσουν σε μια και μόνη εκδοχή. Είδαν τόσο στην ψυχή όσο και στο σώμα του ανθρώπου δύο διαφοροποιημένους και συχνά αλληλοπεριχωρούμενους τρόπους με τους οποίους φανερώνεται η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Αλλά και το περιεχόμενο του «κατ' εικόνα» απέφυγαν να το σχηματοποιήσουν σε συγκεκριμένο ορισμό, ζήτησαν να διαφυλάξουν από τον κίνδυνο νοητικών σχηματοποιήσεων το μυστήριο του τρόπου της θείας Υπάρξεως και την αποτύπωση του στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Πολύ αργότερα, κυρίως από τον μεσαίωνα και μετά και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή Δύση, όταν η χριστιανική θεολογία άρχισε να υποκύπτει στον πειρασμό των νοητικών σχηματοποιήσεων, ερμηνεύτηκε και το «κατ' εικόνα» με κατηγορίες «αντικειμενικές , ταυτίστηκε με συγκεκριμένα ιδιώματα που χαρακτηρίζουν την πνευματική φύση» του ανθρώπου. Η γενικότερη αντίληψη για τον άνθρωπο δέχτηκε στη Δύση έντονη την επίδραση της αρχαιοελληνικής σκέψης, με υπερβολικές οπωσδήποτε απλουστεύσεις. Ο ελληνικός ορισμός του ανθρώπου ως ζώου «λόγον έχοντος» (animal rationale είπαν οι δυτικοί) ερμηνεύτηκε με το σχήμα μιας πραγματικής, αντιθετικής διαστολής ψυχής και σώματος, ύλης και πνεύματος. Ο άνθρωπος θεωρήθηκε ως καταρχήν βιολογικό ον προικισμένο επιπλέον με ψυχή ή με ψυχή και πνεύμα.

Μέσα στο σχήμα αυτής της αντίθεσης, το «κατ’ εικόνα» περιορίστηκε στο ένα από τα δύο αυτά «μέρη» της φύσης του ανθρώπου: στο πνευματικό «μέρος», δηλαδή στην ψυχή, αφού το σωματικό-υλικό «μέρος» είναι εξ ορισμού αδύνατο να εικονίζει τον άυλο και πνευματικό Θεό. Η ψυχή λοιπόν του ανθρώπου -η ατομική του καθενός ψυχή- προικίστηκε με τρία ιδιώματα που χαρακτηρίζουν και τον ίδιο το Θεό. Γι’ αυτό και αποτυπώνουν την εικόνα Του στον άνθρωπο. Πρόκειται για το λογικόν, το αυτεξούσιον και το αρχικόν.

ΛΟΓΙΚΟ - ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ- ΑΡΧΙΚΟ

Χωρίς να ταλαιπωρηθεί ο αναγνώστης με εκτεταμένες αναλύσεις, θα σημειώσουμε τούτο μόνο: Τα τρία αυτά κατηγορήματα χρησιμοποιήθηκαν και από τους Έλληνες Πατέρες για την ερμηνεία του «κατ' εικόνα», αλλά κυρίως στην προσπάθεια να προσδιοριστεί ο τρόπος υπάρξεως ολόκληρου του ανθρώπου, δίχως τεμαχισμούς και διαιρέσεις της φύσης του σε «μέρη». Το λογικό, το αυτεξούσιο και το αρχικό δεν είναι απλώς «πνευματικά» ή «ψυχικά» ιδιώματα, αλλά μια συνοπτική συγκεφαλαίωση του τρόπου με τον οποίο υπάρχει ο άνθρωπος ως προσωπική ετερότητα, που είναι καταρχήν ετερότητα ως προς τη φύση: Αν και κτιστή η φύση του ανθρώπου, προικίστηκε με τη δυνατότητα ενός τρόπου υπάρξεως που είναι έτερος, διαφορετικός από τον τρόπο υπάρξεως του κτιστού. Προικίστηκε με τη δυνατότητα του τρόπου της θείας υπάρξεως, τον τρόπο του ακτίστου, δηλαδή με τη δυνατότητα της προσωπικής υπάρξεως, που εκδηλώνεται κατεξοχήν στο χάρισμα του λογικού, του αυτεξουσίου και του αρχικού. Όμως τα χαρίσματα αυτά φανερώνουν, χωρίς να εξαντλούν, την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, γι' αυτό και η διατάραξη της λειτουργίας τους δεν αναιρεί τον τρόπο της προσωπικής υπάρξεως με τον οποίο προικίστηκε η φύση του ανθρώπου.

Μπορεί να μοιάζει θεωρητική αυτή η διατύπωση, αλλά ο αναγνώστης θα αντιληφθεί τη σημασία της, αν υιοθετήσουμε τη διαφοροποιημένη εκδοχή που αποδέχτηκαν οι Δυτικοί; Αν δεχθούμε ότι το λογικό, το αυτεξούσιο και το αρχικό ορίζουν και εξαντλούν το «κατ’ εικόνα» ως δεδομένα Ιδιώματα της ψυχής ή της «πνευματικής φύσης» του ανθρώπου, τότε οι συνέπειες είναι κυριολεκτικά απάνθρωπες: Γιατί τότε θα πρέπει σε κάθε περίπτωση ψυχασθένειας ή τραυματικών κακώσεων του εγκεφάλου που συνεπάγονται διαταραχή ή απώλεια του λογικού, του αυτεξουσίου και του αρχικού, να υποβιβάζεται ο άνθρωπος από το επίπεδο της εικόνας του Θεού στο επίπεδο του απλού ζώου. Και όταν είναι εκ γενετής βαρυμένος με μια τέτοια απώλεια, να μη λογαριάζεται για ανθρώπινη ύπαρξη.

ΠΡΟΣΩΠΟ

Θα τολμούσαμε να συνοψίσουμε την ορθόδοξη εκκλησιαστική ερμηνεία του «κατ' εικόνα» στην εξής διατύπωση: Ο άνθρωπος προικίστηκε από το Θεό με το χάρισμα να είναι πρόσωπο, προσωπικότητα, δηλαδή να υπάρχει με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει και ο Θεός. Αυτό που συνιστά τη θεότητα του Θεού είναι η προσωπική Του Ύπαρξη, η Τριάδα των Προσωπικών Υποστάσεων που συγκροτούν το θείο Είναι, τη θεία Φύση η Ουσία, σε ζωή αγάπης, δηλαδή ελευθερίας από κάθε αναγκαιότητα. Ο Θεός είναι Θεός επειδή είναι Πρόσωπο, δηλαδή επειδή η Ύπαρξή Του δεν εξαρτάται από τίποτα, ούτε και από τη Φύση η Ουσία Του. Ο ίδιος ως Πρόσωπο, δηλαδή ελεύθερα, συνιστά την Ουσία η Φύση Του. δεν είναι η Φύση η Ουσία Του που κάνει υποχρεωτική την Ύπαρξη Του. Υπάρχει, επειδή ελεύθερα, θέλει να υπάρχει, και αυτή η θέληση πραγματοποιείται ως αγάπη, ως τριαδική κοινωνία. Γι’ αυτό ο Θεός είναι αγάπη (Α' Ιωάνν. 4, 16), το ίδιο το Είναι Του είναι αγάπη.

Και την ίδια αυτή δυνατότητα προσωπικής υπάρξεως αποτύπωσε ο Θεός στην ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση είναι κτιστή, δεδομένη, δεν είναι η προσωπική ελευθερία του ανθρώπου που συνιστά το είναι του, που συγκροτεί την ουσία η φύση του. Όμως αυτή η κτιστή φύση υπάρχει μόνο ως προσωπική υπόσταση ζωής, κάθε άνθρωπος είναι μια προσωπική ύπαρξη που μπορεί να υποστασιάσει τη ζωή ως αγάπη, δηλαδή ως ελευθερία από τους περιορισμούς της κτιστής του φύσης, ως ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα -όπως και ο άκτιστος Θεός.

Ακόμα πιο σχηματικά λέμε: Ο Θεός είναι μία Φύση και τρία Πρόσωπα, ο άνθρωπος μία φύση και «μύρια» πρόσωπα. Ομοούσιος και Τρισυπόστατος ο Θεός, ομοούσιος και «μυριυπόστατος» ο άνθρωπος. Η διαφορά των φύσεων, η διαφορά άκτιστου και κτιστού, μπορεί να υπερβαθεί στο επίπεδο του κοινού τρόπου της υπάρξεως, του τρόπου της προσωπικής υπάρξεως -κι αυτή την αλήθεια μας την αποκάλυψε η σάρκωση του Θεού, το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιήσει την ύπαρξή του όπως ο Χριστός, δηλαδή ως πρόσωπο, όπως τα Πρόσωπα της τριαδικής Θεότητας, να πραγματοποιήσει τη ζωή ως αγάπη, δηλαδή ως ελευθερία και όχι ως φυσική αναγκαιότητα, επομένως ως αιωνιότητα και αφθαρσία, όπως είναι αιώνια και άφθαρτη η θεία ζωή της τριαδικής αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ο αναγνώστης που αισθάνεται άβολα με αυτή την ορολογία –φύση, πρόσωπο, υπόσταση- θα απαιτούσε ίσως απαντήσεις σε πιο συγκεκριμένα ερωτήματα: Αν ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, πως φανερώνεται αυτή η εικόνα στο σώμα του και πως στην ψυχή ή στο πνεύμα του, και τι γίνεται με την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο όταν το σώμα πεθαίνει και σαπίζει στη γη και σβήνει μαζί με το τελευταίο βλέμμα ή χαμόγελο κάθε σημάδι της ψυχής ή του πνεύματος του;

Αυτά τα ερωτήματα είναι καίρια, κι αν δεν απαντηθούν, όλα μένουν εκκρεμή και φαντασιώδη. Πρέπει όμως να καταλάβει ο αναγνώστης ότι η γλώσσα, για να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα, δεν μπορεί να είναι η γλώσσα της φυσικής και της γεωμετρίας, η γλώσσα των όγκων και των ποσοτήτων και των μετρητών μεγεθών. Αλλά μια άλλη γλώσσα, ικανή να αρθρώσει εμπειρίες ποιοτικών διαφοροποιήσεων και βιώματα σχέσεων και ευαισθησίες αποκαλυπτικές μιας γνώσης που δεν την εξασφαλίζουν οι αισθήσεις. Η Εκκλησία μίλησε γι’ αυτά τα θέματα με μια τέτοια γλώσσα, που ήταν καταρχήν δανεισμένη από τη δραματική πάλη αιώνων της ελληνικής φιλοσοφίας για τα νόημα της ζωής και της ύπαρξης, μόνο που η εκκλησιαστική γλώσσα δεν έμεινε νοησιαρχικά φιλοσοφική, αλλά έγινε και τραγούδι, ύμνος, λατρεία, πράξη δηλαδή κοινωνίας και γιορτής. Εδώ κρατάμε μόνο το φιλοσοφικό κέλυφος αυτής της γλώσσας, υπογραμμίζουμε όμως ότι το πλήρωμα της «σημαντικής» της θα το βρει ο αναγνώστης στην εκκλησιαστική πράξη της λατρείας, στην εμπειρία κοινωνίας του εκκλησιαστικού σώματος.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: ΤΙ γίνεται με την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, όταν το σώμα πεθαίνει και χάνεται κάθε έκφραση της ψυχής: Πρέπει να δούμε αν υπάρχουν λόγια για να πούμε καταρχήν τι είναι το σώμα και τι είναι η ψυχή ή το πνεύμα, και ποιο από τα δυο συνιστά αυτό που λέμε ύπαρξη του ανθρώπου, προσωπική του ταυτότητα, εγώ, αυτοσυνειδησία.

Ο σύγχρονος ορθολογιστής άνθρωπος έχει την τάση να ταυτίσει την ανθρώπινη ύπαρξη -το εγώ, την ταυτότητα, την ψυχή, την αυτοσυνειδησία, το πνεύμα- με το συγκεκριμένο και απτό αντικείμενο που είναι ο βιολογικός οργανισμός του ανθρώπου και οι ποικίλες λειτουργίες του: Όλα εξαρτώνται από τη λειτουργία των «κέντρων» του εγκεφάλου, και ο τρόπος λειτουργίας αυτών των κέντρων προκαθορίζεται απαρέγκλιτα από τη βιοχημική τους σύσταση ή από την επίσης βιοχημική γενετική καταβολή του ατόμου, τα χρωματοσώματα —DNA— που εμπεριέχουν τον «κώδικα» για την εξέλιξη της προσωπικότητας. Δεν υπάρχουν λοιπόν περιθώρια για να υποθέσουμε την ύπαρξη ψυχής, επομένως ούτε και δυνατότητες να επιζεί «κάτι» από τον άνθρωπο μετά το θάνατο του βιολογικού του οργανισμού.

Δυστυχώς όμως αυτή η τόσο απλουστευτική εκδοχή -όσο κι αν είναι ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα και τόσο βολικά επαναπαυτική- αφήνει πελώρια κενά στην ερμηνεία του ανθρώπου, τουλάχιστον όσο και ο εκλαϊκευμένος πλατωνισμός της «αθανασίας της ψυχής». Καταρχήν, η επιστήμη της βιοχημείας, όπως και κάθε αληθινή επιστήμη, είναι μόνο διαπιστωτική και περιγραφική, ακόμα και στους πιο συγκεκριμένους αναλυτικούς προσδιορισμούς της. Επισημαίνει λ.χ. ότι οι δυνατότητες ανάπτυξης του οργανισμού εμπεριέχονται στον κώδικα του αρχικού χρωματοσώματος, διαπιστώνει τις οργανικές ενώσεις μέσω των οποίων ενεργείται η λειτουργία των εγκεφαλικών κέντρων κλπ. Αλλά θα υπερβεί τα όριά της ως αυστηρής επιστήμης, αν προχωρήσει στη διατύπωση αναπόδεικτων μεταφυσικών συμπερασμάτων και ισχυρισθεί ότι η βιοχημική σύσταση των χρωματοσωμάτων και η λειτουργία επιμέρους οργάνων ή οργανικών «κέντρων» του βιολογικού οργανισμού του ανθρώπου όχι απλώς ενεργούν και φανερώνουν, αλλ’ ότι και ιδρύουν και συνιστούν τον τρόπο της υποστατικής ετερότητας κάθε ανθρώπινου προσώπου.

Γιατί όμως να αποκλείσουμε ότι αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος ως μο-ναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη προσωπική ύπαρξη οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη διαφοροποίηση της βιοχημικής σύστασης των χρωματοσωμάτων του και κατά προέκταση στη λειτουργία των ποικίλων «κέντρων» του εγκεφάλου του. Γιατί περιορίζουμε το ρόλο της βιοχημικής σύστασης και των βιολογικών λειτουργιών μόνο στην ενέργεια και φανέρωση της υποστατικής ετερότητας του κάθε ανθρώπου, και δεν τον επεκτείνουμε και στην ίδρυση και σύσταση της;

Για τον απλούστατο λόγο ότι μια τέτοια προέκταση αποκλείεται από την ίδια τη λογική της επιστημονικής μεθοδολογίας σήμερα. Αν δεχθούμε ότι η βιοχημική σύσταση των χρωματοσωμάτων και η λειτουργία των εγκεφαλικών κέντρων όχι απλώς ενεργούν και φανερώνουν, αλλά είναι η αίτια της υποστατικής ετερότητας του κάθε ανθρώπου, τότε δεχόμαστε ότι αυτή η υποστατική ετερότητα (η προσωπικότητα, ο ψυχισμός, η ταυτότητα, το εγώ) του ανθρώπου καθορίζεται με αυστηρή νομοτέλεια από το βιολογικό οργανισμό και τις λειτουργίες του. Δεχόμαστε δηλαδή ότι οι βιολογικές καταβολές και λειτουργίες που συγκροτούν και συντηρούν τη σωματικότητα του ανθρώπου, αυτές ορίζουν και εξαντλούν από μόνες τους ολόκληρο το υπαρκτικά γεγονός ή την υπόσταση του ανθρώπινου υποκειμένου και επομένως, κανένας ψυχογενής παράγων δεν θα μπορούσε να περιορίσει ή να αναστείλει την αυτονομία αυτών των λειτουργιών.

Αλλά ένας τέτοιος ισχυρισμός ανατρέπεται και μόνο με ένα ελάχιστο παράδειγμα από το χώρο μιας άλλης θετικής επιστήμης, της κλινικής ψυχολογίας σήμερα: Ένα ανορεξικό βρέφος οδηγείται από μόνο του στο θάνατο, αποδείχνοντας πως η ψυχή του είναι καθοριστική της ύπαρξης ή υπόστασης του ασύγκριτα περισσότερο από το ρυθμιστικό μηχανισμό των βιολογικών του λειτουργιών. Και στις πιο θετικιστικές εκδοχές της η σύγχρονη επιστήμη της ψυχολογίας και ψυχανάλυσης κατέδειξε απερίφραστα -με πλήθος αποκαλυπτικών, όπως του ανορεξικού βρέφους, παραδειγμάτων- πως ό, τι ονομάζουμε υποκει-μενικότητα ή εγώ προηγείται και καθορίζει τη λειτουργία της βιολογικής σωματικότητας. Αν, παρόλα αυτά, θελήσουμε να επιμείνουμε ότι ακόμα και η ψυχολογική ανορεξία του βρέφους έχει την αίτια της σε βιοχημικές αντιδράσεις, τότε οφείλουμε να καταδείξουμε τους λόγους για τους οποίους γίνεται δυνατό στην περίπτωση αυτή ο βιολογικός παράγων να αυτοαναιρείται -να αντιστρατεύεται ο βιολογικός παράγων το βιολογικό παράγοντα. Και λόγους που να αιτιολογούν μια τέτοια αντίφαση, δεν είναι δυνατό να υιοθετήσει μια συνεπής στον εαυτό της επιστημονική λογική.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η βιβλική και εκκλησιαστική ανθρωπολογία δεν αντιτίθεται στις διαπιστώσεις και στη γλώσσα που χρησιμοποιεί η σύγχρονη βιολογία ούτε υπονομεύεται από αυτήν. Θορυβούνται μόνο οι οπαδοί του εκλαϊκευμένου πλατωνισμού που ντύθηκε συχνά (Ιδιαίτερα στη Δύση) χριστιανικό ένδυμα και ζήτησε να υποκαταστήσει την αλήθεια της Εκκλησίας για τον άνθρωπο.

Πραγματικά, αν δεχθούμε ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μια οντότητα καθεαυτήν και η ανθρώπινη ψυχή μια άλλη οντότητα καθεαυτήν και ότι μόνο η δεύτερη (η ψυχή) συνιστά τον άνθρωπο, αύτη από μόνη της συγκροτεί την προσωπικότητα, το εγώ, την ταυτότητα του υποκειμένου -ενώ το σώμα είναι μόνο το κέλυφος ή το όργανο της ψυχής που έμμεσα μόνο την επηρεάζει- τότε, σίγουρα, η σύγχρονη βιολογία θα είχε πολλές αντιρρήσεις γι’ αυτή την εκδοχή μας και η γλώσσα της θα ήταν ασυμβίβαστη με τη δική μας.

Όμως μια τέτοια πλατωνίζουσα εκδοχή δεν βρίσκει ερείσματα στη βιβλική και πατερική παράδοση. Στο ερώτημα: τι είναι το σώμα και τι είναι η ψυχή του ανθρώπου, με τα κριτήρια της εκκλησιαστικής παράδοσης θα απαντούσαμε: Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή είναι ενέργειες της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους ενεργείται το γεγονός της υπόστασης (η προσωπικότητα, το εγώ, η ταυτότητα του υποκειμένου). Αυτό που είναι ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, η πραγματική του ύπαρξη η υπόσταση του, αυτό το μύχιο εγώ, που τον συνιστά ως υπαρκτικό γεγονός, δεν ταυτίζεται ούτε με το σώμα του ούτε και με την ψυχή του. Η ψυχή και το σώμα αποκαλύπτουν μόνο και φανερώνουν αυτό που είναι ο άνθρωπος, αποτελούν ενέργειες, εκδηλώσεις, εκφάνσεις, λειτουργίες φανέρωσης της υπόστασης του ανθρώπου.

Ας θυμηθούμε εδώ τα όσα ορίζει για τις ενέργειες η ορθόδοξη Θεολογία: Είναι κοινά «ιδιώματα» της φύσης του ανθρώπου, που ωστόσο ενεργούν και εκφράζουν το μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα της κάθε συγκεκριμένης ανθρώπινης υπόστασης. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε τις ίδιες λειτουργίες, σωματικές και ψυχικές: αναπνοή, πέψη, μεταβολισμό, νόηση, κρίση, φαντασία, κι όμως αυτές οι κοινές λειτουργίες διαφοροποιούν οριστικά κάθε ανθρώπινο υποκείμενο. Το διαφοροποιούν τόσο οι σωματικές όσο και οι ψυχικές του λειτουργίες, τόσο τα αμιγώς σωματικά ή ψυχικά χαρακτηριστικά του (τα δαχτυλικά του αποτυπώματα λ.χ. η τα αισθήματα μειονεξίας του) όσο και η «αλληλοπεριχώρησή» τους: το βλέμμα, ο λόγος, η φυσιογνωμία, οι χειρονομίες, όλοι εκείνοι οι τρόποι της υποκειμενικής έκφρασης που μας δυσκολεύουν να ξεχωρίσουμε τα όρια ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.

Αυτό λοιπόν που είναι ο άνθρωπος, η υπόσταση του, δεν ταυτίζεται ούτε με το σώμα ούτε και με την ψυχή του, αλλά μόνο ενεργείται, εκφράζεται και φανερώνεται με τις σωματικές και ψυχικές του λειτουργίες. Γι’ αυτό και καμιά σωματική αναπηρία, κάκωση ή δυσπλασία και καμιά ψυχασθένεια, αφασία ή άνοια δεν θίγει την αλήθεια του κάθε ανθρώπου, το μύχιο εγώ που τον συνιστά ως Υπαρκτικό γεγονός.

Εξ άλλου, και για την άμεση εμπειρία μας ο, τι ονομάζουμε σώμα δεν είναι ένα οριστικό δεδομένο, μια αμετάβλητη οντότητα, αλλά ένα δυναμικά ενεργούμενο γεγονός, ένα σύνολο από αδιάκοπα ενεργούμενες λειτουργίες (και στη διαπίστωση και περιγραφή των βιοχημικών ενώσεων, μηχανισμών, εξελίξεων που συνιστούν αυτές τις λειτουργίες, θα μπορούσαμε χωρίς δυσκολία να υιοθετήσουμε τα συμπεράσματα της σύγχρονης βιολογίας ή τις ενδεχόμενες βελτιώσεις και παραλλαγές τους στο μέλλον). Και ο, τι ονομάζουμε ψυχή είναι επίσης ένα δυναμικά ενεργούμενο γεγονός, ένα σύνολο από αδιάκοπα ενεργούμενες λειτουργίες που φανερώνουν και εκφράζουν τη ζωντανή ύπαρξη του ανθρώπου. Στις λειτουργίες αυτές δίνουμε διάφορες ονομασίες: μιλάμε για λογική, φαντασία, κρίση, δημιουργικότητα, αγαπητική δύναμη κλπ., όπως και για συνείδηση, υποσυνείδητο, ασυνείδητο. Στη διαπίστωση και περιγραφή αυτών των λειτουργιών θα μπορούσαμε χωρίς δυσκολία να υιοθετήσουμε τα συμπεράσματα και τη γλώσσα της σύγχρονης ψυχολογίας και ψυχανάλυσης ή τις ενδεχόμενες μελλοντικές βελτιώσεις τους, με την προϋπόθεση πάντοτε του σεβασμού των ορίων της επιστήμης που αναγνωρίζει το διαπιστωτικό και περιγραφικό χαρακτήρα της. Έτσι, με οποιαδήποτε γλώσσα κι αν εκφραστούμε, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε το συμπέρασμα, πως τόσο η βιολογική-σωματική όσο και η ψυχολογική ατομικότητα του ανθρώπου δεν είναι, αλλά συντελείται δυναμικά. Συντελείται με μια προοδευτική ανέλιξη, κάμψη και εξασθένιση, ως την τελική «απόσβεση» των ψυχοσωματικών ενεργειών με το θάνατο. Όμως, αυτό που είναι ο άνθρωπος μένει απρόσιτο στη διαδικασία της ανάπτυξης της ωρίμανσης, των γηρατιών και του θανάτου.

Για την Εκκλησία και την αλήθεια της αυτό που είναι ο άνθρωπος ως προσωπική ύπαρξη έναντι του Θεού, δηλαδή αυτό που συνιστά την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, δεν μπορεί να ακινητοποιηθεί σε κάποια χρονική στιγμή η περίοδο. Το βρέφος που «δεν καταλαβαίνει» και ο ώριμος άνθρωπος στην ακμή των ψυχοσωματικών του δυνάμεων και ο βυθισμένος στη γεροντική αδυναμία ή και άνοια, είναι το ίδιο πρόσωπο απέναντι στο Θεό γιατί αυτό που συνιστά τον άνθρωπο ως υπόσταση, που του δίνει εγώ και ταυτότητα, δεν είναι οι ψυχοσωματικές λειτουργίες, αλλά η σχέση του με το Θεό, το γεγονός ότι ο Θεός τον αγαπάει με μια ερωτική μοναδικότητα: αυτή καλεί το μη-ον ως ον (Ρωμ. 4. 17). Ιδρύει και θεμελιώνει την προσωπική ετερότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, εικόνα του Θεού. επειδή υπάρχει ως δυνατότητα απόκρισης στην ερωτική κλήση του Θεού. Με τις ψυχοσωματικές του λειτουργίες «διαχειρίζεται» ο άνθρωπος αυτή τη δυνατότητα, απαντάει θετικά η αρνητικά στην κλήση του Θεού, οδηγεί την ύπαρξη του στη ζωή, που είναι η σχέση, η στο θάνατο, που είναι ο χωρισμός από το Θεό.

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ

Μέσα από όλα αυτά φωτίζεται ίσως και η πίστη της Εκκλησίας στην αθανασία του ανθρώπου, στη «μετά θάνατον ζωή». Πολλές θρησκείες και φιλοσοφίες κηρύττουν την «αθανασία της ψυχής», αλλά η Εκκλησία διαφοροποιείται από όλες αυτές, γιατί καταλαβαίνει την αθανασία όχι ως ανερμήνευτο είδος «επιβίωσης» μετά το θάνατο, αλλά ως υπέρβαση του θανάτου μέσα από τη σχέση με το Θεό. Θάνατος είναι για την Εκκλησία ο χωρισμός από το Θεό, η άρνηση της σχέσης μαζί Του, η αναίρεση της ζωής ως αγάπης και ερωτικής κοινωνίας. Από μόνος του ο άνθρωπος, με τις δικές του υπαρκτικές δυνατότητες που είναι κτιστές (δεν εμπεριέχουν ούτε την αίτιο τους ούτε και το σκοπό τους), πως είναι δυνατό να επιβιώνει αιώνια; Όταν όλες οι ψυχοσωματικές λειτουργίες σβήνουν με την τελευταία πνοή, η κτιστή φύση του ανθρώπου έχει πια εξαντλήσει τις δικές της δυνατότητες για επιβίωση.

Η πίστη της Εκκλησίας στην αιωνιότητα του ανθρώπου δεν είναι η πεποίθηση ότι υπάρχει οπωσδήποτε μια μελλοντική κατάσταση όπου επιβιώνει «κάτι» από τον άνθρωπο -η «ψυχή» ή το «πνεύμα» του. Αλλά είναι η βεβαιότητα ότι την υπόσταση της ύπαρξής μου δεν την εξασφαλίζει η φύση μου και οι υπαρκτικές της δυνατότητες, την εξασφαλίζει και τη συνιστά η σχέση μου με το Θεό, η ερωτική Του αγάπη για μένα Πίστη στην αιωνιότητα είναι η εμπιστοσύνη ότι αυτή η αγάπη δεν θα σταματήσει, αλλά θα συνιστά πάντοτε τη ζωή μου, είτε λειτουργούν είτε δεν λειτουργούν οι ψυχοσωματικές μου ικανότητες.

Η πίστη στην αιώνια ζωή δεν είναι μια ιδεολογική βεβαιότητα, δεν κατοχυρώνεται με επιχειρήματα. Είναι μια κίνηση εμπιστοσύνης, εναπόθεσης των ελπίδων και της δίψας μας για ζωή στην αγάπη του Θεού. Αυτός που μας χαρίζει εδώ και τώρα τόσον πλούτο ζωής, παρά τις δικές μας ψυχοσωματικές αντιστάσεις στην πραγματοποίηση της ζωής (της όντως ζωής που είναι αγαπητική αυθυπέρβαση και κοινωνία). Αυτός μας έχει υποσχεθεί και το πλήρωμα της ζωής, την άμεση υιοθεσία, την πρόσωπο-με-πρόσωπο σχέση μαζί Του, όταν σβήσουν στο χώμα και οι έσχατες αντιστάσεις της ανταρσίας μας.

Πως θα ενεργείται αυτή η καινούργια σχέση μαζί Του, μέσα από ποιες λειτουργίες, δεν το ξέρω. Μόνο εμπιστεύομαι. Αυτό που ξέρω από όση αποκάλυψη αλήθειας μας χάρισε, είναι ότι η σχέση θα είναι πάντα προσωπική, ότι απέναντι Του θα είμαι εγώ, όπως με ξέρει και με αγαπάει ο Θεός, θα είμαι με το όνομά μου και με τη δυνατότητα του διαλόγου μαζί Του, όπως ο Μωυσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ. Τόσα αρκούν, ίσως και περισσεύουν.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό "ΣΥΝΑΞΗ" (τ.2, 1982)

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Στη δίνη του εθνικισμού ο Χριστός και η Παναγία

π. Γεώργιος Μεταλληνός

1. Ένα σύμπτωμα του νοσηρού εθνικισμού (υπάρχει και ο υγιής εθνισμός, η φιλοπατρία) είναι η προσπάθεια κάποιων κύκλων του νεοπαγανισμού να αποδειχθεί η (δήθεν) ελληνική καταγωγή του Χριστού, ώστε και η σωτηρία του κόσμου, όπως και αν την κατανοούν οι εκπρόσωποί τους, να αποδοθεί στον Ελληνισμό. Σʼ αντίθεση, λοιπόν, προς εκείνους τους νεοειδωλολάτρες, που με μανία αποκρούουν και απορρίπτουν κάθε τι το χριστιανικό ψέγοντάς το με αποτροπιασμό ως «εβραϊκό», αυτοί τηρούν αυτή τη συγκαταβατική και διαλλακτική στάση, όχι φυσικά από ενδιαφέροντα σωτηριολογικά και θεολογικά, αλλά καθαρά εθνοφυλετικά, και κυρίως για την πολιτική εκμετάλλευση του Ελλαδικού Χριστιανισμού, ως Ορθοδοξίας, και την εξαπάτηση των αφελών.

Ο επιχειρούμενος «εξελληνισμός» του Χριστού συνδέεται από τους κύκλους αυτούς με την υποστήριξη της ελληνικής καταγωγής της Παναγίας, ώστε, εάν αποδειχθεί η ελληνική καταγωγή της, να συναχθεί και η ελληνικότητα του Χριστού! Ο Ελληνισμός όμως, που γέννησε και την καθαρά επιστήμη και διαμόρφωσε αρχές στην έρευνα αιώνιες και ακατάλυτες, δεν χρειάζεται την πλαστογράφηση της ιστορίας, για να μεγαλυνθεί, διότι ελληνική αρετή είναι η «ζήτησις της αληθείας» (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, +215 μ.Χ.) και δοξασμός του η αποδοχή και κήρυξή της στην Οικουμένη. Υπάρχουν βασικότατα επιχειρήματα, που βεβαιώνουν την εβραϊκή καταγωγή της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού.

Η Παναγία υπήρξε εβραία στην πίστη και ισραηλίτισσα στην καταγωγή έστω και αν έζησε στην «Γαλιλαία των Εθνών» διότι:

     α) Το όνομά της ΜΑΡΙΑ-ΜΑΡΙΑΜ-ΜΥΡΙΑΜ είναι καθαρά εβραϊκό. Αν δεν καταγόταν από εβραίους γονείς και ήταν προσήλυτη στον ιουδαϊσμό θα έφερε ελληνικό όνομα. Στο Λουκ. Ι, 27 αναφέρεται ρητά, ότι ήταν «εξ οίκου Δαβίδ», δηλαδή από την φυλή του Ιούδα (πρβλ. Λουκ. Ι, 32. 69 και Ρωμ. Ι,3). Μέχρι σήμερα στους Εβραίους η μητέρα ορίζει την καταγωγή και ο πατέρας το όνομα Μπεν, δηλαδή Γιός του Τάδε. Π.χ. Μπεν Γκουριόν = /Γιός του Γκουριόν. Ελληνικά θα ήταν γκουριονίδης ή Γκουριονόπουλος).

     β) Οι γονείς της Παναγίας έχουν και αυτοί καθαρά εβραϊκά ονόματα και ήσαν μάλλον ιεροσολυμίτες. Τα ονόματά τους (Ιωακείμ και Άννα) παραδόθησαν από το (μη κανονικό, αλλά με πολλά αυθεντικά ιστορικά στοιχεία) «Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου» και δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ στην αρχαιότητα.

     γ) Ανατράφηκε στον χώρο του εβραϊκού Ναού, όπου την είχαν «τάξει» οι γέροντες γονείς της.

     δ) Εξαδέλφη της ήταν η Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου, καθαρά εβραία «εξ οίκου Ααρών» (Λουκ. Ι, 5).

     ε) Ο Ιωσήφ, ως πιστός Ιουδαίος («εξ οίκου Δαβίδ»/Ιούδα) δεν μπορούσε να μνηστευθεί εθνική γυναίκα, άρα και ελληνίδα.

     στ) Αν δεν ήταν εβραία, δεν θα μπορούσε ποτέ να πει το «Ιδού, η δούλη Κυρίου», δηλαδή του Γιαχβέ.

     ζ) Ο ύμνος της Μαρίας στο Λουκ. Ι, 46επ. (τα Μεγαλυνάρια) πηγάζει από την Παλαιά Διαθήκη, που γνώριζε και διάβαζε η Μαρία.

     η) Ως πιστή εβραία η Μαρία «καθαρίζεται» στον Ναό των Ιεροσολύμων (Λουκ., 2,22επ.).

     θ) Το ίδιο επιβεβαιώνουν και οι επισκέψεις της Μαρίας στον Ναό, στα Ιεροσόλυμα, για τον εορτασμό του (εβραϊκού) Πάσχα. Τον δωδεκαετή Ιησού αναζήτησε στον Ναό (Λουκ. 2,40 επ.).

     ι) Παρευρίσκεται στον γάμο της Κανά, σε περιβάλλον συγγενών της ή γνωστών, αλλά ομοπίστων της.

     ια) Εβραϊκό είναι και το όνομα Ναζαρέτ. Οι εβραίοι ήσαν μειοψηφία στην Γαλιλαία, αλλά συμπαγής και δυναμική. Ο «ζηλωτισμός» τους (κατά των εθνικών) από εκεί ξεκίνησε. Ο Ιωσήφ και η Μαρία ήσαν εσωτερικοί μετανάστες στην Γαλιλαία, η προέλευσή τους όμως ήταν από την Ιουδαία. Πήγαν στην Γαλιλαία, διότι εκεί υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα ευρέσεως εργασίας.

     ιβ) Σημαντικό μάλιστα είναι, ότι η ραββινική φιλολογία (το Ταλμούδ), που εξέμεσε τις μεγαλύτερες ύβρεις κατά της Παναγίας και του Ιησού Χριστού, δέχεται την Μαρία ως εβραία.

     ιγ) Αλλά και το Κοράνιο δέχεται την Μαρία εβραία. Ουδείς στους αρχαίους αιώνες διανοήθηκε ποτέ, ότι η Μαρία δεν ήταν εβραία, αλλά άλλης καταγωγής, εν προκειμένω ελληνικής. Απουσιάζει τελείως κάθε (σοβαρή και αξιόπιστη) σχετική μαρτυρία.

2. Ο εθνοφυλετισμός δεν έχει θέση στην Πίστη μας. Η σωτηρία (δυνατότητα ενώσεως του κτιστού με τον Άκτιστο Τριαδικό Θεό, εν Χριστώ) είναι υπεράνω καταγωγής, εθνικής ταυτότητας, πολιτισμού, διότι ο Θεός μας «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α΄Τιμ. 2,4). Οι παλαιοδιαθηκικοί Προφήτες έσωσαν, στον λόγο και την βιοτή τους, τον δρόμο (την μέθοδο) προς την σωτηρία, αναμένοντας την σάρκωση-ενανθρώπιση του Μεσσία και ζώντας την άσαρκη επί γης παρουσία του. Σʼ αυτή την παράδοση ανήκαν η Μαρία, ο Ιωσήφ, ο Πρόδρομος, οι Απόστολοι και όσοι άλλοι εκ των Ιουδαίων δέχθηκαν τον Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία. Σʼ αυτή την παράδοση χωράει όλος ο κόσμος. Ο Χριστός γεννήθηκε εκεί, όπου όχι μόνο η προσδοκία του ήταν ισχυρότερη και διαρκής, αλλά και εκεί όπου η σχέση του με τους Δικαίους δεν διακόπηκε ποτέ, δηλαδή στα όρια του εβραϊσμού. Βέβαια και στον εθνικό κόσμο υπήρξαν πρόσωπα που έζησαν με την «προσδοκία» του Λυτρωτή (πρβλ. Γεν. 49, 10), έχοντας στην καρδιά τους, λόγω της καθαρότητάς της, τον «σπερματικό Λόγο» (άγιος Ιουστίνος, πλατωνικός φιλόσοφος και μάρτυρας της Πίστεως, β΄αι. μ.Χ.). Όλοι αυτοί συμπεριλαμβάνονται στη «Παλαιά Διαθήκη» και όχι μόνον εβραίοι. Άλλωστε, ο οποιοσδήποτε επεκτατισμός και η διάθεση κυριαρχίας δεν ανταποκρίνεται στο γνήσιο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά συνδέεται με την διαστροφή του αυθεντικού εβραϊσμού, που γέννησε τον «σιωνισμό», ως ιουδαϊκό ιμπεριαλισμό, στη εποχή του Χριστού κυρίως (Φαρισαϊσμός). Ο Αβραάμ στάλθηκε από τα βάθη της Μέσης Ανατολής προς τα παράλια, για την εξάπλωση της αληθινής πίστεως, της μονοθεϊας, και την πρόσκληση όλων των λαών στην αληθινή σχέση με τον Θεό. Γιʼ αυτό και ο Θεός δεν τον στέλνει εκεί ως κατακτητή και κυρίαρχο, αλλά του λέγει: «Εν σοι ενευλογηθήσονται πάσαι αι φυλαί της γης». Ως φωτιστή του κόσμου δηλαδή στην αληθινή πίστη (Γεν. 12,3).

Η στενή ιουδαϊκή (φαρισαϊκή) εθνικιστική παράδοση, που επιβίωσε ως σήμερα, δυστυχώς, δεν έχει σχέση με την προφητική, που στην ιστορία της «θείας οικονομίας» (της ανάπτυξης του σχεδίου του Θεού για την σωτηρία) είναι χριστιανική. Σʼ αυτήν, την προφητική παράδοση, θεμελιώνεται και η σχέση χριστιανισμού-εβραϊσμού. Η Π. Διαθήκη προσεγγίζεται και κατανοείται μόνο μέσα από την Καινή. Όπως είπε ο ι. Αυγουστίνος (4-5ος αι.): «Η Καινή Διαθήκη κρύπτεται στη Παλαιά και η Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται στην Καινή». Γιʼ αυτό οι Προφήτες της Π. Διαθήκης καταδικάζουν, ελέγχουν και απορρίπτουν κάθε αντιπνευματική τάση στον Ιουδαϊσμό («ψευδής» ιουδαϊσμός). Αυτό κάνει και ο Χριστός στη φοβερή κριτική του απέναντι στον αντιπροφητικό ιουδαϊσμό (κυρίως στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο) και οι Απόστολοι (Στέφανος, Παύλος κ.λπ.).

3. Πρέπει, εξ άλλου, να κατανοηθεί από τους καλοπροαίρετους νεοπαγανιστές, ότι κάθε προσπάθεια να κλεισθεί και περιορισθεί ο Χριστός σε ένα έθνος, πρώτα παραβλέπει την «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», την υπερφυσική, δηλαδή, σύλληψή του και υποτιμά ή και αρνείται την θεότητά του. Ο Χριστός ως «Σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄Τιμ. 4, 10), δεν κλείνεται σε ένα Έθνος, διότι ανήκει σʼ όλο τον κόσμο, προσφέροντας σε κάθε άνθρωπο την δυνατότητα σωτηρίας. Και όπως ασχολίαστα χρησιμοποιούμε την πενικιλίνη, χωρίς να ενοχλούμεθα από την (σκωτσέζικη) καταγωγή του εφευρέτου της (Αλ. Φλέμιγκ), κατʼ ανάλογο τρόπο δεν ενοχλούμεθα από την εβραϊκή καταγωγή του Χριστού, ως ανθρώπου. Όπως ελέχθη, μόνο στην εβραϊκή κοινωνία μπορούσε να γεννηθεί σαρκούμενος ο Μεσσίας, εκεί όπου και αναμενόταν και οι πιστοί στην μεσσιανική παράδοση (προφήτες) ετοιμάζονταν, με την πνευματική ζωή τους για την υποδοχή του.

Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι μία συκοφαντία του εβραϊκού Ταλμούδ(= συναγωγή ερμηνειών ραββίνων του ιουδαϊσμού με έντονο αντιχριστιανικό και ρατσιστικό χαρακτήρα΄ οι μη εβραίοι/ιουδαίοι αποκαλούνται σʼ αυτό γκοϊμ, δηλαδή κτήνη), που την αντέγραψαν και άλλοι αντιχριστιανοί συγγραφείς, θεωρούν τον Ιησού νόθο, που δήθεν συνέλαβε η νεαρή Μαρία από τον στρατιώτη Πανθήρα. Και οι μεν ιουδαίοι χρησιμοποιούν το «επιχείρημα» αυτό, για να αρνηθούν την εβραϊκή καταγωγή του Ιησού. Οι νεοπαγανιστές μας όμως συχνά καταφεύγουν στο ίδιο «επιχείρημα», ή για να υποτιμήσουν τον Χριστό ή για να επιβάλουν την (δήθεν) ελληνική καταγωγή του.

Το ερώτημα όμως είναι: Είναι ανάγκη να καταφεύγει ο Ελληνισμός στην πλαστογράφηση της ιστορίας, για να προσθέσει κάτι στο κύρος του; Η ιδιοποίηση του Χριστού εθνικά δεν προσθέτει τίποτε στον Ελληνισμό. Αρκεί σʼ αυτόν ότι δοξάσθηκε από τον Χριστό, ως φορέας και ο πιστότερος απόστολος του ευαγγελίου του, με την ελληνική γλώσσα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη εν Χριστώ δόξα του Ελληνισμού στην ιστορία, διότι μέσω αυτής ο Ελληνισμός υπερβαίνει την ιστορία, ως η ανθρώπινη φύση στην θεανθρώπινη ένωση της Ορθοδοξίας, με αιώνια κεφαλή Θεό και Σωτήρα τον Ιησού Χριστό.

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο (τ.40) - Ημερομηνία δημοσίευσης: 08-07-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Eλληνικότητα και πολιτικά κόμματα

Λαοκράτης Βάσσης

α. Θα προτάξω της κατάθεσης των απόψεών μου μια κρίσιμη παρατήρηση και μια ακόμη πιο κρίσιμη διευκρίνιση.

  • Η παρατήρηση: Η πολιτική πολιτισμού δεν ήταν και δεν είναι, δυστυχώς, ζήτημα προτεραιότητας στη μεταπολιτευτική πολιτική μας ζωή. Όχι μόνο δεν είναι η βάση, όπως θα έπρεπε, αλλά δεν είναι ούτε και μια απ’ τις βασικές διαστάσεις της όποιας διακηρυσσόμενης και πολύ περισσότερο της όποιας εφαρμοζόμενης πολιτικής στον τόπο μας.
         Παρά τις μεγάλες και αλληλοπροσδιοριζόμενες προκλήσεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης, πολιτιστικές κατεξοχήν προκλήσεις, που θα έπρεπε να είχαν ταρακουνήσει την πολιτική και συνολική διανόησή μας, το σύγχρονο πολιτιστικό μας πρόβλημα δεν αντιμετωπίστηκε ως το μείζον ή έστω ως μείζον πρόβλημά μας, έτσι ώστε να έχουμε ορίσει τις πολιτιστικές συντεταγμένες μας και να πορευόμαστε με πολιτιστική πυξίδα προσανατολισμού σ’ αυτό το ομιχλώδες γύρισμα (μετανεωτερική καμπή) των δίσεκτων καιρών μας.
  • Η διευκρίνιση: Η ελληνικότητα είναι μια εξόχως αμφιλεγόμενη έννοια. Για να διευκρινίσουμε το περιεχόμενό της, πρέπει να τονίσουμε πως δεν είναι δόγμα, όπως δεν είναι και ο ελληνισμός θρησκεία. Ως βαθύτερη ουσία της ελληνικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, είναι «αεί κτιζομένη», ένα συνεχές, πολυδιάστατο και πολύχρωμο γίγνεσθαι, ασύμβατο με κανονιστικού χαρακτήρα ρυθμίσεις, καθώς ενσωματώνει… ακόμα και τις αρνήσεις της.
         Πρόκειται για εκτυλισσόμενο μαγικό υφάδι, που διαπερνά όλες τις περιόδους του ελληνισμού, για ένα μοναδικό άρωμα πολιτισμού και ζωής που αναδίδει ο ελληνικός «τρόπος του υπάρχειν». Που, χάρη στα αξιακά του φορτία, διεμβολίζει το νοσηρό δίπολο των ελληνοκεντρικών φετιχοποιήσεων και των αντιελληνοκεντρικών αρνήσεων, μαζί με όλα τα εθνικιστικά και αποεθνοποιητικά τους συμπαρομαρτούντα.

β. Με το ελπιδοφόρο ξεκίνημα της Μεταπολίτευσης φάνηκε πως βρίσκουμε, έστω και χωρίς χαραγμένη πολιτιστική στρατηγική, τα σωστά πολιτιστικά μας «πατήματα» προς το μέλλον, αφήνοντας πίσω τα (ευτελισθέντα απ’ τη χούντα των συνταγματαρχών) στερεότυπα της πάντοτε προβληματικής «εθνικής ιδεολογίας» μας. Απλώς όμως φάνηκε. Γιατί, παρά τις κάποιες απόπειρες πολιτιστικού εξορθολογισμού, δεν αναζητήθηκαν οι πολιτιστικές ρήτρες, που θα θεμελίωναν τη βάση της συνολικής εθνικής μας στρατηγικής, όπως και την πολύ κρίσιμη βάση της παιδείας, που πρωτίστως αυτή ορίζει την πολιτιστική υπόσταση και προοπτική κάθε λαού.
     Με την Αριστερά (αυτο)περιθωριοποιημένη (και με ψευδαισθήσεις… πολιτιστικής πρωτοπορίας!), την πολιτιστική αμηχανία της Νέας Δημοκρατίας διαδέχτηκε, παρά τις αρχικές εθνο/πατριωτικές ιαχές, η ίδια κατά βάθος πολιτιστική αμηχανία του Πα.Σο.Κ. ΄Ωσπου, με την «εκσυγχρονιστική» μετάλλαξή του στη Σημιτική περίοδο, έτεκεν… ένα συνακόλουθο ιδεολογηματικό υποκατάστατο πολιτικής στρατηγικής (σε «νεοταξική» ιδεολογική κατεύθυνση), που επέτεινε έτι περαιτέρω, ιδίως στο χώρο της παιδείας, την πολιτιστική μας σύγχυση.
     Πρόκειται για έναν μετεωρισμό της μεταπολιτευτικής πολιτιστικής μας ζωής μεταξύ των νοσηρών πολιτιστικών πόλων που συνθέτουν τα ελληνοκεντρικά υπολείμματα της «εθνικής ιδεολογίας» μας απ’ τη μια μεριά και τα αντιελληνοκεντρικά «εκσυγχρονιστικά» ιδεολογήματα απ’ την άλλη. Τα Κόμματά μας μάλιστα, τεμνόμενα στα εθνο/πολιτιστικά τους οριζοντίως, αλληθωρίζουν συχνά και προς τους δυο αυτούς πόλους. Έτσι που, για παράδειγμα, οι «εκσυγχρονιστές» του Πα.Σο.Κ… να είναι ιδεολογικά συγγενέστεροι με τους Μάνο – Ανδριανόπουλο και με τους νεοφιλελεύθερους της Ν.Δ παρά με τους «συντρόφους» τους του λεγόμενου πατριωτικού Πα.Σο.Κ.

γ. Η κακή σχέση των πολιτικών μας Κομμάτων με τον πολιτισμό και την ελληνικότητα, κακή τελικά σχέση με την ίδια την πολιτιστική μας ιθαγένεια, άφησε τον τόπο μας χωρίς πολιτιστική στρατηγική σε μια πολύ κρίσιμη για το μέλλον των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων περίοδο. Με αποτέλεσμα να είμαστε ανοχύρωτοι μπροστά στην κατακλυσμιαία υποκουλτούρα των καιρών, αλλά και να επικαλύπτονται τα κενά πολιτιστικής στρατηγικής περίπου…δια της υφαρπαγής απ’ τους προειρημένους και αλληλοτροφοδοτούμενους νοσηρούς πόλους. Όπως αυτό φάνηκε πολύ καθαρά και στη θορυβώδη διαμάχη γύρω απ’ το καλώς αποσυρθέν βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού.
     Μια ακόμη άγονη και παραπλανητική διαμάχη, που καθόλου δεν μας βοήθησε, καθώς δεν φωτίσαμε το βάθος της, να συνειδητοποιήσουμε πως δεν νοείται ελληνική παιδεία χωρίς ελληνική πολιτιστική πολιτική παιδείας, ούτε πολύ περισσότερο ελληνική στρατηγική σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης χωρίς ελληνική πολιτιστική στρατηγική γι’ αυτές τις συνθήκες. Και δεν έχουμε προφανώς συνειδητοποιήσει πως η συντελούμενη γκρίζα παγκοσμιοποίηση αναδεικνύει ως πρώτη προτεραιότητα, ως στρατηγική προτεραιότητα, την πολιτική πολιτισμού των εθνικών συλλογικοτήτων και δι’ αυτής τη σωστή τους άμυνα στην επελαύνουσα πολιτιστική ισοπέδωση.

δ. Που σημαίνει πως η ελληνικότητα, με το αναπέμπον στον ευρωπαϊκό και οικουμενικό ορίζοντα αξιακό της βάθος, επανέρχεται με όρους στρατηγικής αναγκαιότητας στην πολιτική μας ζωή. Γιατί ο ουσιαστικός ρόλος των Κομμάτων μας, προπαντός η ιδεολογική τους ηγεμονία, θα είναι πρωτίστως συνυφασμένος με τον ουσιαστικό πολιτιστικό τους ρόλο. Καθώς, στους γκρίζους καιρούς μας, η πολιτιστική πρωτοπορία θα είναι η βαθύτερη ουσία της πολιτικής πρωτοπορίας και συνακόλουθα ο πρωταρχικός όρος της ιδεολογικής ηγεμονίας κάθε αληθινά ελπιδοφόρας πολιτικής δύναμης.
     Οπότε, εκκαθαρίζοντας τους ιδεολογικούς λογαριασμούς τους με τον «νεοταξικό» κοσμοπολιτισμό τα αστικά κόμματά μας και με τον «μεταφυσικό» διεθνισμό τα αριστερά, οφείλουν να αναπροσδιορίσουν δημιουργικά τη σχέση τους με την ελληνική πολιτιστική μας ιθαγένεια, ως θεμελιώδες προαπαιτούμενο για τη συμβολή τους στη χάραξη της κατεπειγόντως ζητουμένης πολιτικής πολιτισμού στην ανηφοριά του 21ου αιώνα.
     [...]Η πρόσφατη πνευματική δημιουργία μας, αν δεν θέλουμε να ανατρέξουμε σε παλαιότερες φάσεις της, μας δίνει τη «μαγιά», τις αξιακές συντεταγμένες αυτής της πολιτικής. Και μας δίνει, επί της ουσίας, τις ίδιες συντεταγμένες είτε είναι «αστική» (Σεφέρης – Ελύτης) είτε είναι «αριστερή» (Ρίτσος – Βρεττάκος), κατά τις γεναρχικές πάντοτε διδαχές των Ρήγα-Σολωμού-Κάλβου-Μακρυγιάννη.-

Απ’ το βιβλίο: Λαοκράτης Βάσσης - Κριτική και Πολιτική ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ, εκδ. ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα......

Η πτωματοποίηση της ελληνικής γλώσσας στη χώρα της αλαλίας

Σάββας Ιακωβίδης

ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ μάς έδωσαν Ελληνική, αλλά σήμερα την κατάντησαν νευρική, ασθενική και αναιμική. Κάθε χρόνο, μετά τις Παγκύπριες Εξετάσεις, σημειώνεται η ίδια λιτανεία παραπόνων, καταγγελιών και ολολυγμών. Τα παιδιά μας δεν μπορούν ούτε να μιλήσουν ούτε να γράψουν στη μητρική τους γλώσσα, την Ελληνική. Περισσότερο τη γράφουν κανονικά παρά τη χρησιμοποιούν ως όργανο και ως μέσο έκφρασης, διατύπωσης, σκέψης, προβληματισμού. Φέτος, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, ο μέσος όρος στο μάθημα των Νέων Ελληνικών ήταν κάτω από τη βάση. Βέβαια, αυτό δεν αποδίδει την πραγματική διάσταση του προβλήματος, επειδή ένας στους τρεις μαθητές παραδίδει λευκή κόλλα, άλλοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το μάθημα, επειδή έχουν άλλους προσανατολισμούς. Και τέλος, άλλοι διερωτώνται τι τάχα τους προσφέρει η καλή ή έστω υποφερτή γνώση της Ελληνικής. Παρέλκει να επισημανθεί ότι καλή γνώση της μητρικής μας γλώσσας συμβάλλει τα μέγιστα στην εκμάθηση άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αφού αυτές πήραν σημαντικά γλωσσικά δάνεια από την Ελληνική.

Φιλόλογοι, παλιοί γυμνασιάρχες και λυκειάρχες επισήμαναν διάφορες αιτίες για τη γλωσσική ανεπάρκεια, τη λεξιπενία και, τελικά, την αλαλία και την αγλωσσία των παιδιών μας. Φταίει το σύστημα, ο αριθμός ωρών, συνδικαλιστικές τριβές και διεκδικήσεις, τα βιβλία, νοοτροπίες, ο τρόπος διδαχής, η αδιαφορία των παιδιών, ακόμα και η γενικότερη απαξίωση του βιβλίου και της ανάγνωσης ως μέσων και τρόπων ενίσχυσης της γλωσσικής και πνευματικής μας επάρκειας. Όλα αυτά είναι ορθά, αλλά δεν είδαμε π.χ. το Υπουργείο Παιδείας να ανακοινώσει ότι θα αναλύσει τα αποτελέσματα των Εξετάσεων, για να βρει τις γενεσιουργές αιτίες. Δηλαδή, γιατί σε ένα λύκειο η επίδοση των μαθητών στα Νέα Ελληνικά και σε άλλα μαθήματα είναι υψηλότερη και καλύτερη από άλλα; Δεν ακούσαμε ούτε το κατεξοχήν σώμα των Ελλήνων φιλολόγων να αναλαμβάνει εκστρατεία αναζήτησης των ριζών της γλωσσικής ατροφίας και ασφυξίας των μαθητών.

Είναι γεγονός ότι τα παιδιά μας επηρεάζονται από την περιρρέουσα γλωσσική βαβυλωνία, την τηλεοπτική υποκουλτούρα και χυδαιότητα, τη μηχανοποίηση, τον εκβαρβαρισμό και τη γλωσσική ξενοκρατία-ξενομανία. Λέμε πιο εύκολα, π.χ. «thank you», παρά το εύλαλο και ρωμαλέο «ευχαριστώ». Λέμε, «see you later», παρά το αρχαιότατο και ελληνικότατο «εις το επανιδείν». Αλλά πόσοι γνωρίζουν τι σημαίνει «εις το επανιδείν»; Μια από τις κορυφαίες αιτίες της γλωσσικής ασιτίας και εκφραστικής απίσχνανσης είναι η εγκληματική και ολέθρια κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών από τα σχολικά προγράμματα. Από τη στιγμή που ο μαθητής αδυνατεί να κατεβεί στις ρίζες του και να γευτεί τους χυμούς της γλώσσας του, να την κατανοήσει, ώστε να την κατακτήσει για να ακριβολογήσει, να τη χρησιμοποιήσει και να την αξιοποιήσει, περνά στο στάδιο της γλωσσικής ένδειας και αφασίας.

Συγκρίνετε τα ελληνοκυπριόπουλα με τα ελληνόπουλα: Τα δικά μας παιδιά αρθρώνουν έναν ασθματικό, σπαστό, διακοπτόμενο λόγο, χωρίς ειρμό, υποδομή και συνοχή. Αντίθετα, τα ελληνόπουλα έχουν περισσότερη και μεγαλύτερη ευχέρεια στη μεταχείριση της γλώσσας. Πάσχουν, όμως, και τα δύο και υποφέρουν βαρέως από γλωσσικά τηλεοπτικά σκουπίδια και ραδιο-φονικά γλωσσικά περιτρίμματα, έρμαια σε μιαν ανθούσα βιομηχανία βωμολοχίας, χυδαιολογίας και τιποτολογίας. Παρατηρείται μια ραγδαία επιδείνωση και αποδόμηση της γλώσσας, που κατάντησε ένα σύμφυρμα κυπριακής διαλέκτου, ελληνικής, αγγλικής και άλλων ξένων ιδιωματισμών, που φτωχαίνουν την Ελληνική, την αποδυναμώνουν και τη μαραζώνουν. Ας προσεχθεί ότι οι τρόποι συμπεριφοράς, έκφρασης, χειρονομιών, σκέψης των παιδιών μας έχουν διαποτισθεί από τον αμερικανικό, κυρίως, τρόπο ζωής και έκφρασης. Ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όμως αυτό δεν αποτρέπει ούτε εμποδίζει να διατηρούμε τον πολιτισμό, τη γλώσσα και την ιστορία μας, ως ακένωτες πηγές ανατροφοδότησης και ανανέωσης, στήριξης και στερέωσης της γλωσσικής και πνευματικής επάρκειάς μας.

Η γλωσσική λειψυδρία αρχίζει από το σπίτι. Μετεξελίσσεται σε Σαχάρα στο δημοτικό και από εκεί εξακτινώνεται πλέον ως εδραιωμένη και εμπεδωμένη γλωσσική ερημία, ατροφία και ασιτία στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Δεν μιλάμε, πια, μεταξύ μας. Δεν επικοινωνούμε. Δεν συνεννοούμαστε. Δεν εκφραζόμαστε και δεν διαλογιζόμαστε. Περιμένουμε άλλοι να μιλήσουν και να διατυπώσουν απόψεις εκ μέρους μας. Ο σημερινός Κύπριος έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από το καλό βιβλίο και τη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη. Για αρκετά χρόνια συμμετείχα στην Επιτροπή Δοκιμίου της Ελληνικής Πρεσβείας. Η προσωπική διαπίστωσή μου ήταν έκδηλα αποκαρδιωτική: Η πλειοψηφία των μαθητών παπαγάλιζαν και αποστήθιζαν ολόκληρα αποσπάσματα από δοθέντα δοκίμια. Και παπαγαλίζοντας, αποκάλυπταν την πνευματική τους ρηχότητα και αδυναμία άρθρωσης προσωπικών θέσεων, σκέψεων και απόψεων. Και επιβεβαίωναν την τάση προς το εύκολο και το ανώδυνο.

Η γλώσσα, όμως, είναι προσωπικός αγώνας. Είναι μόχθος. Είναι αέναη προσπάθεια. Είναι ακένωτο πάθος. Είναι ωραία κατάκτηση. Είναι, προπάντων, προσωπική αλλ’ ατίμητη προσπάθεια κατάβασης στις δεξαμενές της παράδοσης, της ιστορίας, του πολιτισμού, δηλαδή μετάβαση από το καθεστώς του ζώου σε εκείνο του έλλογου όντος. Λαλώ ελληνικά, σημαίνει αυτοπροσδιορίζομαι ως άνθρωπος, ως προσωπικότητα. Ιδιοσυστήνομαι ως αυτόνομη, ξεχωριστή οντότητα και εκφράζομαι ως άτομο που γνωρίζει από πού προέρχεται και πού στοχεύει να πάει. Δυστυχώς, η πλειοψηφία των νέων και των Ελλήνων Κυπρίων αποστασιοποιούνται και παραιτούνται από τη μητρική τους γλώσσα. Αρκούνται και ικανοποιούνται με μια μειξοβάρβαρη γλωσσική εκδοχή, που ενθυμίζει άταφο και τυμπανιαίο πτώμα και μνήμα του Αγίου Νεοφύτου -μεγάλη η χάρη του- όπου όλα συμφύρονται και βγάζουν στο τέλος ένα γλωσσικό εκτόπλασμα.

Αν, όμως, η γλώσσα πτωματοποιείται και αποσυντίθεται, ο άνθρωπος δεν έχει πια λαλιά. Εκβάλλει μόνο γρυλισμούς και άναρθρες κραυγές. Για να μην καταντήσουμε χώρα της αλαλίας (όπως η γνωστή αποικία των Φωκαέων στην Κορσική), καλούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι να περάσουν από τις ευχερείς διαπιστώσεις σε αναζήτηση των αιτίων και σε ενίσχυση και αναζωογόνηση της ελληνικής μας γλώσσας. Είναι ο άτρητος θώρακας επιβίωσής μας.

Αναδημοσίευση από τη Σημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05-07-09

Διαβάστε περισσότερα......

Αριστερά και πολιτιστική πολιτική

Λαοκράτης Βάσσης

Tην ελληνικότητά μας την αποδείξαμε
Άρης Βελουχιώτης

1. Η συνεισφορά της Αριστεράς στον πολιτισμό αναμφίβολα είναι μεγάλη. Όχι όμως δια των «καθοδηγητικών» πολιτιστικών της πολιτικών αλλά δια των αριστερών δημιουργών. Γιατί σπάνια η δημιουργία των αριστερών και η αριστερή πολιτιστική «καθοδήγηση»[1] εναρμονίστηκαν και συνέπλευσαν, αφού σπάνια «καθοδήγηση» ενέπνευσε και υποβοήθησε κινηματικές παρεμβάσεις στην πολιτιστική ζωή με αληθινούς όρους πολιτιστικής ελευθερίας και αντίστοιχης δημιουργικής έκφρασης. Αν μπορεί μια «καθοδήγηση», ακόμη και η καλύτερη, να κάνει κάτι τέτοιο.
     Κι είναι το πρώτο που ένα Κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς, πρέπει να διευκρινίσει. Το αν δηλαδή μπορούν να πηγαίνουν μαζί πολιτιστική «καθοδήγηση», στην καλύτερή της έστω εκδοχή, και πολιτισμός ή αν είναι ασύμβατες και αλληλοαναιρούμενες κατηγορίες.

2. Αν όμως είναι τέτοιες κατηγορίες, που προφανώς και είναι, καθώς η αντίληψη περί «καθοδήγησης», πολιτικής και πολιτιστικής, είναι κατά βάθος αντιδημοκρατική, γι’ αυτό και αντιαριστερή, πρέπει να προβληματιστούμε για την αναγκαιότητα και το χαρακτήρα μιας αριστερής πολιτιστικής πολιτικής, που δεν θα είναι «καθοδηγητική». Που σημαίνει πως πρέπει να διευκρινίσουμε τι είναι αριστερή πολιτιστική πολιτική, κι αν χρειάζεται, για ένα σύγχρονο Αριστερό Κόμμα, που δεν είναι ένα μεταμφιεσμένο «Κόμμα νέου τύπου» και άρα δεν έχει στη λογική του το καθοδηγείν… προς τη γη της σοσιαλιστικής επαγγελίας.
     Ως προς το αν χρειάζεται η αριστερή πολιτιστική πολιτική, η απάντηση είναι αυτονόητη. ΄Οσο χρειάζεται η αριστερή πολιτική, άλλο τόσο χρειάζεται και η αριστερή πολιτιστική πολιτική, που είναι διάστασή της αλλά και βάση της, αν ο πολιτισμός είναι η «ψυχή» τής κάθε εθνικής συλλογικότητας και η ταυτοτική χρωματική της ιδιαιτερότητα στο «ουράνιο τόξο» της οικουμενικής πολιτιστικής δημιουργίας. Oπότε το πρόβλημα μετακυλίεται στο χαρακτήρα της αριστερής πολιτιστικής πολιτικής, που είναι και μείζον πρόβλημα, ιδίως αν σκεφτόμαστε το παρελθόν της σχέσης Αριστεράς και πολιτισμού.

3. Προσπαθώντας να διευκρινίσουμε τι είναι αριστερή πολιτιστική πολιτική και υπολογίζοντας τη φύση του πολιτισμού, πρέπει να αποφύγουμε την ιδεολογικοποίησή της αλλά και να την απαλλάξουμε απ’ τις πατερναλιστικές της επιβαρύνσεις. Γιατί η πολιτιστική δημιουργία δεν υπακούει σε προσταγές και παραγγέλματα, ούτε προστατεύεται με συρματοπλέγματα και τείχη. Ως διαλεκτικό μάλιστα ισοδύναμο της σχέσης της με την ελευθερία, είναι και αποτέλεσμά της και δικαίωσή της. Κι όσο μπορείς να κλείσεις την ελευθερία σε ιδεολογικά κουτάκια, άλλο τόσο μπορείς να κλείσεις και την πολιτιστική δημιουργία. Οπότε και η όποια απόπειρα ιδεολογικοποίησης της πολιτιστικής πολιτικής αλλά και πολιτιστικής «καθοδήγησης» είναι αφεαυτής προκρούστεια και γι’ αυτό αποκρουστέα.
     Πέραν όμως αυτών, η ιδεολογικοποίηση ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο των «ιερατείων», που θα χαράσσουν και θα αποκωδικοποιούν αυθεντικώς την πολιτιστική πολιτική, τη «γραμμή», ορίζοντας το πολιτιστικώς πρακτέον και προπαντός κρίνοντας με βάση την πολιτιστική ιδεολογία την ουσία και την ποιότητα του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Που σημαίνει, αλίμονό μας. Όπως επίσης αλίμονό μας αν η ιδεολογία ενός σύγχρονου Αριστερού Κόμματος αντιμετωπίζεται με όρους δόγματος και όχι ως ανοιχτό πλαίσιο ιδεών και αξιών, που λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης και ως πυξίδα προσανατολισμού (αποθεώνοντας το ρόλο του κάθε μέλους ως δρώντος υποκειμένου της ιστορίας του και όλων του των μελών αλλά και της κοινωνίας ως συλλογικών υποκειμένων της ιστορίας τους), χωρίς ούτε υποψία «θεολογικών» εκδοχών της.

4. Γι’ αυτό και η πολιτιστική πολιτική[2] δεν μπορεί παρά να είναι: α) μια γενικότερη ποιοτική αντίληψη για τον πολιτισμό ως υπέρτατο πνευματικό αγαθό όλων των ανθρώπων και για όλους τους ανθρώπους και β) μια ειδικότερη ποιοτική αντίληψη, σε διαλεκτική σχέση με τη γενική, για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα στο παγκοσμιοποιούμενο διεθνές περιβάλλον και με δεδομένο πως η συντελούμενη «παγκοσμιοποίηση» είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτιστική διαδικασία που απειλεί να ισοπεδώσει τις πολιτιστικές «ψυχές» του κόσμου μας απ’ τη μια άκρη της γης ως την άλλη.
     Κι ως προς το γενικότερο, μια αριστερή[3] πολιτική αναδεικνύει τον πολιτισμό σε όλες του τις εκφάνσεις ως υπέρτατο πνευματικό αγαθό όλων των ανθρώπων και για όλους τους ανθρώπους, υπηρετώντας αυτή την αντίληψη με συγκεκριμένες πολιτικές, όπως για παράδειγμα:

  • η πολιτιστική διάσταση της παιδείας και η συνακόλουθη αισθητική καλλιέργεια των παιδιών απ’ τα πρώτα βήματα της ζωής τους
  • η ανοιχτή πρόσβαση όλου του κόσμου στα πολιτιστικά αγαθά
  • τα ανοιχτά μέτωπα εναντίον της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού, εναντίον όλων των μορφών υποκουλτούρας, εναντίον των ναρκωτικών και της ναρκοκουλτούρας
  • η όλο και πιο οργανωμένη αντίσταση στις δυνάμεις της βίας, της βαρβαρότητας και της καταστροφής, πρωτίστως στις δυνάμεις της περιβαλλοντικής καταστροφής, σε μια κατεύθυνση οριζόμενη απ’ τη διαλεκτική ενότητα του αγωνιστικού ανθρωπισμού, της ειρήνης και της οικολογικής ευαισθησίας
  • η πρωταγωνιστική προάσπιση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ατομικών και συλλογικών
  • η ενίσχυση της ποιοτικής και ποιητικής διάστασης της ανθρώπινης ζωής κόντρα στη χρησιμοθηρική και τεχνοκρατική πεζότητα
  • η αναμέτρηση με το καταναλωτικό πρότυπο ζωής, που αναποδογυρίζει την κλίμακα αξιών του ανθρώπινου πολιτισμού, βάζοντας στην κορυφή της όχι τον άνθρωπο, που μεταπίπτει σε μέσο, αλλά τα υλικά αγαθά και πρωτίστως το χρήμα, που ανυψώνονται σε υπέρτατο σκοπό ζωής.

Εννοείται πως σε μια αριστερή πολιτική πολιτισμού αναμφίβολα συμπεριλαμβάνεται ο πολιτικός πολιτισμός, προφανώς όχι ως πολιτικός καθωσπρεπισμός αλλά ως ανάδειξη και διεκδίκηση των πολιτικών αξιών που συνυφαίνονται με τη δημοκρατία. Όπως και γενικότερα η αριστερή πολιτική πολιτισμού δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως πολιτιστικός καθωσπρεπισμός, αλλά ως πλαίσιο και δρόμος μάχης για τις αξίες του ανθρώπινου πολιτισμού.
     Υπ’ αυτή την έννοια ένα σύγχρονο Αριστερό Κόμμα δεν δικαιώνει το ρόλο του, αν δεν είναι και Σχολείο πολιτισμού, αν δεν είναι παιδευτήριο μαχητών για τις αξίες του πολιτισμού.
     Ως προς την ειδικότερη αντίληψη για τον ελληνικό πολιτισμό που πρέπει να καλλιεργεί μια αριστερή πολιτική πολιτισμού, είναι πολλά αυτά που πρέπει να διευκρινιστούν, καθώς πολλά αυτονόητα μόνο αυτονόητα δεν είναι σ’ αυτό τον τόπο, όπου πολύ συχνά βρίσκει κανείς εξ αντικειμένου συμπλέοντες ακροαριστερούς τριτοδιεθνικής κοπής ομάδων και ultra εκσυγχρονιστές, προνομιακώς δημοσιολογούντες και αριστεροφανώς διακινούντες τα προτάγματα της «παγκοσμιοποίησης» μαζί με όλα τα πολιτιστικά «πίτουρα» της πεφωτισμένης Εσπερίας, της οποίας ακόμη και οι βόμβες… είναι ανθρωπιστικές. ΄Οπως, για παράδειγμα, αυτές που έπεσαν στη δύσμοιρη Γιουγκοσλαβία. Κι ένα απ’ τα αυτονόητα που πρέπει να διευκρινιστούν είναι το μείζον θέμα της σχέσης Αριστεράς και πολιτιστικής ιθαγένειας, όχι θεωρητικά και αφηρημένα αλλά στις πολύ συγκεκριμένες γκρίζες συνθήκες της επελαύνουσας «παγκοσμιοποιητικής» πολιτιστικής ισοπέδωσης.

5. Θα περίμενε μάλιστα κανείς σ’ αυτές τις γκρίζες συνθήκες η σύγχρονη Αριστερά, που πρωταγωνιστεί εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, να έχει αναδείξει την πολιτιστική αντίσταση των εθνικών συλλογικοτήτων, άρα και της δικής μας, ως βασική διάσταση του αντιπαγκοσμιοποιητικού της αγώνα. Κι αυτό, εννοείται, όχι με τις νοσηρές λογικές της εθνο/πολιτιστικής καθαρότητας, που δεν πρέπει να συγχέονται με τις λογικές της εθνο/πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, ούτε και με τις συνακόλουθες λογικές των αμυντικών περιχαρακώσεων, που μόνο ψευδαισθήσεις πολιτιστικής αυτοπροστασίας χαρίζουν. Αλλά με ανοιχτές αντιλήψεις διαρκούς ενίσχυσης και διαρκούς «διαλόγου» των εθνο/πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων στην οραματική κατεύθυνση της οικουμενικής τους εναρμόνισης σ’ ένα πολιτιστικά πολύχρωμο για την ανθρωπότητα μέλλον.
     Όχι όμως μόνο δεν έπραξε κάτι τέτοιο, αλλά απ’ το «χώρο» της συνήθως εκπορεύονται, προσφέροντας «αριστερή» και «προοδευτική» νομιμοποίηση, κάποιες ακραίες απόπειρες σοβαροφανούς απαξίωσης της ελληνικής εθνο/πολιτιστικής συλλογικότητας. Κι αυτό άλλοτε υπό το μανδύα ενός ιδεολογηματικού «αντιεθνικιστικού και ευρωπαϊστικού εκσυγχρονισμού», πάντοτε θολού και αδιευκρίνιστου, που είναι κάτι σαν ταλμουδικό μέτρο «αριστερού ανανεωτισμού», και άλλοτε υπό τον επιστημονικοφανή μανδύα ενός «ιστορικού αναθεωρητισμού», που επιχωριάζει αριστεροφανώς σε ελληνικά πανεπιστήμια, χωρίς όμως να λείπουν και οι διατελούσες εν διεθνιστική αφελεία και συγχύσει «απογειωμένες» ομάδες νέων, για να συμπληρώνουν εξ αντικειμένου απ’ τα πολύ «αριστερά» το παράξενο «εκσυγχρονιστικό» τόξο, που περίπου λειτουργεί… ως ενιαίο κέντρο εθνικής αποδόμησης. Κάποιοι μάλιστα απ’ τους «κεκράκτες» αυτού του τόξου, με μόνιμη πρόσβαση στα Μ.Μ.Ε, επιφυλάσσουν εις εαυτούς ρόλο «αυθεντιών» του «αντιεθνικιστικού εκσυγχρονισμού», ενοχοποιώντας παν τι το εθνικό και ελληνικό ως ύποπτο εθνικισμού, «εθνοκεντρισμού» και «ελληνοκεντρισμού», ακόμη και «νεκροφιλίας».
     Για τον πατριωτισμό ούτε λόγος, καθώς είναι ένοχος ακόμη και ως λέξη, παρ’ ότι συνυφαίνεται με τον αξιακό πυρήνα του εαμικού μεγαλείου, που είναι η μεγάλη ταυτοτική κληρονομιά της ελληνικής Αριστεράς, μια βαθύτατα πολιτιστική, δημοκρατική, ουμανιστική και διεθνιστική κληρονομιά, κάθε άλλο παρά ξεπερασμένη στο ομιχλώδες τοπίο του παγκοσμιοποιούμενου διεθνούς περιβάλλοντος.
     Που σημαίνει πως η σύγχρονη Αριστερά θα πρέπει να επανακαθορίσει τη σχέση μ’ αυτή την κληρονομιά, αναπροσδιορίζοντας με σύγχρονους όρους τον πατριωτικό της χαρακτήρα αλλά και τη σχέση της με την ελληνική πολιτιστική ιθαγένεια, διευκρινίζοντας μεταξύ πολλών άλλων πως άλλο αντιεθνικισμός, που είναι σύμφυτο γνώρισμα της Αριστεράς, και άλλο αποεθνοποίηση (ή εθνομηδενισμός), άλλο πατριωτισμός, εαμικού μάλιστα χαρακτήρα, και άλλο εθνικισμός (σοβινισμός), πως παν τι το εθνικό ή ελληνικό δεν είναι αυτόχρημα εθνοκεντρικό ή ελληνοκεντρικό. Πως, εντέλει, η εθνική διάσταση της Αριστεράς δεν είναι μια αφεαυτής αμαρτωλή και ασύμβατη με το διεθνιστικό της χαρακτήρα διάσταση.

6. Ο αναπροσδιορισμός μάλιστα του πατριωτικού της χαρακτήρα μέσα απ’ την επανάκτηση της βαθύτερης ουσίας της εαμικής κληρονομιάς, θα επιτρέψει στη σύγχρονη Αριστερά να πατήσει γερά στον ελληνικό τόπο, όπως η εαμική στον καιρό της, για να πορευτεί χωρίς ανέστια αμηχανία προς το οικουμενικό μέλλον όλων των λαών της γης.
     Την ανέστια όμως αμηχανία της πρωτίστως θα ξεπεράσει με το δημιουργικό αναπροσδιορισμό της σχέσης της με την ελληνική πολιτιστική ιθαγένεια και τη δημιουργική έκφραση της ελληνικής ταυτοτικής της ιθαγένειας ως λόγω τε και έργω πολιτικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας του λαού μας.
     Κι επειδή υπάρχει κενό ελληνικής πολιτικής πολιτισμού, με συνακόλουθη πλεύση χωρίς πυξίδα προσανατολισμού στην Ευρώπη και στο σύγχρονο κόσμο, επικαλυπτόμενο από εθνικιστικές και αποεθνοποιητικές υποκουλτούρες, η Αριστερά πρέπει να θέσει επί τάπητος το πολιτιστικό μας πρόβλημα ως το κεντρικό υπαρξιακό μας πρόβλημα σ’ αυτό το ύπουλο γύρισμα των καιρών. Και να το θέσει σωστά, ως αληθινή πολιτική και πολιτιστική πρωτοπορία, με ταυτόχρονα ανοιχτά μέτωπα και εναντίον των διακινητών της εθνικιστικής υποκουλτούρας, που καπηλεύονται τα πατριωτικά αισθήματα του κόσμου, και εναντίον των διακινητών της αποεθνοποιητικής υποκουλτούρας, που καπηλεύονται τα αντιεθνικιστικά τους αισθήματα. Προπαντός όμως να το θέσει με όρους διεμβόλισης του παγιδευτικού δίπολου, όπως το συνθέτουν, με όλες τους τις νοσηρές φορτίσεις και όλα τους τα αδιέξοδα παρεπόμενα, ο «εθνικιστικός ελληνοκεντρισμός» απ’ το ένα άκρο και ο «αποεθνοποιητικός αντιελληνοκεντρισμός» απ’ το άλλο, ως αδυσώπητες συμπληγάδες που κλείνουν τον πολιτιστικό μας δρόμο προς το μέλλον.

7. Ο δημιουργικός αναπροσδιορισμός της σχέσης με την πολιτιστική μας ιθαγένεια και η συνακόλουθη διεμβόλιση του προειρημένου δίπολου προϋποθέτει την αυτονόητη ιδεολογική παραδοχή πως το «εθνικό», το «εθνο/πολιτιστικό» και το «ελληνικό» (η ελληνική πολιτιστική ιθαγένεια) όχι μόνο δεν είναι ασύμβατα μεγέθη με την Αριστερά αλλά απολύτως αλληλοπροσδιοριζόμενες διαστάσεις της ταυτότητάς της, στη βάση πάντοτε του ότι δεν υπάρχει ο λαός για την Αριστερά αλλά η Αριστερά για το λαό. Έναν λαό που δεν είναι μια αφηρημένη συλλογικότητα με «φαντασιακά» κατασκευασμένη την εθνική του ταυτότητα, αλλά μια συγκεκριμένη, ιστορική και δρώσα συλλογικότητα, με αδιαμφισβήτητο το υπερτρισχιλιετές πολιτιστικό της βάθος, με ανεκτίμητα αξιακά φορτία και αντίστοιχο αγωνιστικό ήθος ζωής, ιδίως σε κρίσιμες στιγμές της ιστορικής της διαδρομής. Μια όμορφα απροσάρμοστη, με όλες της τις αντιφάσεις, όμορφα ατίθαση και όμορφα ανυπότακτη εθνική συλλογικότητα, που έχει την αντίσταση στο ιστορικο/πολιτισμικό της «κύτταρο» (Σβορώνος), όσο κι αν προσπαθεί να την απαξιώσει η χορεία των ultra «εκσυγχρονιστών», που αδυνατούν να νιώσουν την ψυχή της και να εκτιμήσουν την πνευματική ευγένεια των αιώνων που κουβαλάει στους ώμους της.
     Αλίμονο αν η Αριστερά αποχρωματίζει εθνο/πολιτισμικά την κοινωνική της διάσταση, αν δεν εκφράζει καθολικά την «ψυχή» της ελληνικής μας συλλογικότητας, με ανοιχτές πάντοτε όλες τις «πόρτες» και όλα τα «παράθυρα» στον κόσμο. Αν δεν πρωταγωνιστεί: α) στη σωστή χάραξη της σωστής ελληνικής πολιτιστικής στρατηγικής στην ανηφοριά του 21ου αιώνα, νοουμένης ως σηματοδότηση του πολιτιστικού μας προσανατολισμού και ως δρόμο που θα τον ανοίγουν τα πολιτιστικά βήματα των δημιουργών μας και του λαού μας β) στην κατάκτηση της σωστής μας σχέσης με όλες τις μεγάλες φάσεις του ελληνικού πολιτισμού (αρχαιότητα, ελληνιστική περίοδο, μεσαίωνας, νεοελληνική περίοδο) και με τη μακραίωνη παράδοσή μας, όπως και με όλους τους πολιτισμούς της ανθρωπότητας, με διαρκή πάντοτε συνείδηση πως εμείς κρινόμαστε απ’ την τωρινή μας ποιοτική παρουσία στον κόσμο και προπαντός με διαρκή συνείδηση πως άλλο κλειδί απ’ αυτή την παρουσία, απ’ την ποιοτική δηλαδή δημιουργία του λαού μας, για να ανοίγουν οι πόρτες του μέλλοντος δεν υπάρχει γ) στην οργάνωση της «άμυνάς» μας στην παγκοσμιοποιητική πολιτιστική ισοπέδωση, αναδεικνύοντας, στηρίζοντας και προβάλλοντας με λογική ανοιχτών οριζόντων όλα τα ποιοτικά στοιχεία της πολιτιστικής μας ιδιαιτερότητας στην Ευρώπη και στον κόσμο δ) στην ενίσχυση της ελληνικής βάσης τής συνολικής μας παιδείας, έτσι ώστε οι ελληνόπαιδες να έχουν «ψυχή» να κρατηθούν στον απρόσωπο κόσμο μας και πυξίδα προσανατολισμού στον ομιχλώδη ωκεανό της παγκοσμιοποίησης.

8. Αν συνέδεα το σωστό προσδιορισμό της σχέσης Αριστεράς και ελληνικής πολιτιστικής ιθαγένειας με μια ανοιχτή αντίληψη για τη σχέση με τις ρίζες μας, όπου το εθνικό (ελληνικό) θα αναπέμπει στο ευρωπαϊκό και τα δυο μαζί στο οικουμενικό (Ελλάδα ↔ Ευρώπη ↔ Κόσμος - ΄Ελληνες ↔ Ευρωπαίοι ↔ Πολίτες του κόσμου), μάλλον θα κινδύνευα να παρεξηγηθώ. Γι’ αυτό και θα επικαλεστώ τον Εντγκάρ Μορέν, που σίγουρα δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο. Γράφει, λοιπόν, ο Μορέν (Η Πολιτική πολιτισμού – Εκδ. Λιβάνη): «Η ομογενοποίηση, η τυποποίηση, η ανωνυμία τείνουν να καταστρέψουν τους ποικίλους πολιτισμούς και οδηγούν στην απώλεια των ριζών… Πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε ξανά στις πηγές, στις ρίζες… Η επιστροφή στις πηγές, την οποία προτείνουμε, συνδυάζει την επιστροφή στη γαλλική πηγή, στην ευρωπαϊκή γη και στην πηγή της Γης… Υπάρχουν δυο τρόποι να ξαναβρούμε την πίστη του έθνους στον εαυτό του. Ο ένας είναι το εθνικιστικό κλείσιμο, ο άλλος είναι ο πατριωτισμός και το άνοιγμα… Ο γαλλικός πατριωτισμός και ο ευρωπαϊσμός δεν πρέπει να αντιπαρατίθενται… Δεν πρέπει να αποβάλλουμε τη γαλλική μας ταυτότητα, αλλά πάντοτε να εντασσόμαστε και να τοποθετούμαστε στο παγκόσμιο» (σελ.229-231). Ο Γάλλος σοσιαλιστής, διδάσκοντας κι εμάς, μόνο ενοχικά δεν αντιμετωπίζει την εθνική (γαλλική) ταυτοτική του αφετηρία. Κάθε άλλο μάλιστα. Η δική του αντίληψη όπου η Γαλλία αναπέμπει στην Ευρώπη κι η Ευρώπη στην Οικουμένη (Γαλλία ↔ Ευρώπη ↔ Γη), μπορεί να είναι και δική μας αντίληψη, αλλά και όλων των εθνικών συλλογικοτήτων του κόσμου που αρνούνται την ισοπέδωση της συντελούμενης πλανηταρχικής παγκοσμιοποίησης, οραματιζόμενες ένα πολύχρωμο οικουμενικό μέλλον εναρμονισμένης συνύπαρξης όλων των εθνο/πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων του κόσμου μας. Κι αυτή είναι η πολιτιστική τροχιά που πρέπει να σηματοδοτεί η σύγχρονη Αριστερά ως πολιτική και πολιτιστική πρωτοπορία του τόπου μας.

9. Σ’ αυτή την τροχιά απαιτείται σωστή προσέγγιση του πολιτιστικού πλουραλισμού και της πολυπολιτισμικότητας, που δεν είναι πάντοτε αθώα η επίκλησή τους.
     Διατυπώνοντας κάποιες επ’ αυτού πρώτες σκέψεις, εκτιμώ πως θα παραβίαζα ανοιχτές θύρες, αν σημείωνα πως ο πλουραλισμός είναι σύμφυτο γνώρισμα των πολιτισμών, που, τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στις αλληλεπιδράσεις τους, τείνουν ταυτοχρόνως, δίκην νόμου της εξέλιξής τους, και στην ομογενοποίηση ή σύγκλιση και στη διαφοροποίηση ή απόκλισή τους, με απολύτως αναγκαία τη διαλεκτική ισορροπία αυτών των τάσεων.
     Αυτή όμως η ισορροπία πολύ συχνά ανατρέπεται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση με κλιμακούμενης σοβαρότητας επιπτώσεις. Για παράδειγμα, οι επιδιώξεις της εθνικής ομοιογένειας απ’ τα εθνικά κράτη δεν είχε μόνο θύμα τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των μειονοτήτων αλλά και τις τοπικές πολιτιστικές εκφράσεις των ίδιων των εθνικών πολιτισμών. Όπως σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι τοπικοί πολιτισμοί εξέθρεψαν αφελείς τοπικισμούς κι οι μειονότητες, όπερ και το μείζον, λειτούργησαν ως όχημα εθνικισμών και μοχλός αποσταθεροποιήσεων, για να μην αναφερθούμε και στην καθόλου ασυνήθη σύγκρουση πολιτισμών, που με πολύ ενδιαφέρουσες παραμέτρους θεωρητικοποίησε ο πολύς κύριος Χάντικτον.
     Που σημαίνει πως ένα σύμφυτο με την ουσία και την εξέλιξη των πολιτισμών γνώρισμα, όπως ο πλουραλισμός, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολιτικά ουδέτερο μέγεθος. Χωρίς φυσικά αυτό να επιτρέπει σε έναν σύγχρονο άνθρωπο, προπαντός σε ένα σύγχρονο αριστερό, να θέτει την περί πολιτιστικού πλουραλισμού άποψή του στο ικρίωμα των όποιων πολιτικών σκοπιμοτήτων, που είναι η άλλη άκρη της εν πολιτικώ κενώ προσέγγισής του. Έτσι, όπως είναι αυτοαναιρετικό να αγνοεί κανείς τα όποια υπαρκτά πολιτιστικά δικαιώματα των (μικρών ή μεγάλων) μειονοτήτων, είναι και επικίνδυνα αφελές να αγνοεί τα πιθανά εθνικιστικά παιγνίδια τους και να μετατρέπεται αφελώς (και εξ αντικειμένου) σε «διακινητή» των εθνικισμών τους και των επιδιώξεών τους, που εκπορεύονται από τα εθνικά τους ή και άλλα κέντρα, όπως συμβαίνει στη γέμουσα από τέτοια ιστορικά πάθη και παθήματα βαλκανική γειτονιά μας.
     Κατά βάθος και κατά προέκταση τα ίδια ισχύουν και με την πολυπολιτισμικότητα τόσο υπό την έννοια της εναρμονισμένης συνύπαρξης των πολιτιστικών διαφορετικοτήτων στο πλαίσιο μιας εθνο/πολιτιστικής συλλογικότητας όσο και υπό την έννοια της ανάλογης εναρμονισμένης συνύπαρξης των ίδιων των εθνο/πολιτιστικών συλλογικοτήτων στα κοινά όρια υπερεθνικών ολοκληρώσεων, όπως η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ή στα ανοιχτά πεδία και τους ομιχλώδεις ορίζοντες της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης.
     Με δεδομένη μάλιστα τη νέα πραγματικότητα που δημιουργούν τα κύματα της άναρχης μετανάστευσης ακόμη και σε εθνικά κράτη με καθολική σχεδόν μέχρι χθες εθνο/πολιτιστική ομοιογένεια, τίθεται πια με νέους και πολύ πιεστικούς όρους όχι μόνο στη δεοντολογική της διάσταση, που είναι η μια της όψη, αλλά και στην κρίσιμη διάσταση των συνακόλουθων προβλημάτων της, που είναι η επίμαχη και γκρίζα της όψη, όπως αυτή πολύ συχνά φορτίζεται και περιπλέκεται απ’ τη φετιχοποιημένη απολυτότητα, άλλοτε με ρομαντικές αφέλειες και άλλοτε με πονηρές αποσιωπήσεις, στην όλη προβολή και διεκδίκησή της. Γιατί, όπως ήδη σημειώσαμε, οι αποστάσεις ανάμεσα στα ανώδυνα τοπικά πολιτιστικά δικαιώματα και στους νοσηρούς τοπικισμούς, πρωτίστως όμως, αφού αυτό είναι το ύποπτο πρόβλημα, οι αποστάσεις ανάμεσα στα αυτονόητα μειονοτικά πολιτιστικά δικαιώματα και στα επικίνδυνα παιγνίδια με τις υπαρκτές μειονότητες, γιατί υπάρχουν και οι «επινοημένες», είναι ειδικά σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ μικρές.
     Που επίσης σημαίνει πως ούτε και η πολυπολιτισμικότητα, αυτή μάλιστα πολύ περισσότερο, όπως κι αν αναγνωστεί, είναι πολιτικά ουδέτερο και σε κάθε περίπτωση αθώο μέγεθος, κάτι που καθίσταται απολύτως φανερό στις διαφορετικές πολιτιστικές στρατηγικές που εκπορεύονται απ’ τις διαφορετικές θεωρήσεις της.

  • Για τους εθνικιστές: Είναι ένοχη νόθευσης της δεδομένης κατ’ αυτούς εθνο/πολιτιστικής καθαρότητας, ανύπαρκτης προφανώς, που αναπέμπει και στην επίσης ανύπαρκτη εθνοφυλετική καθαρότητα, με συνακόλουθες πολιτικές πολιτιστικής περιχαράκωσης και ισοπεδωτικής εθνο/πολιτιστικής ομογενοποίησης.
  • Για τους υπέρμαχους της παγκοσμιοποίησης, με «διεθνιστική» ενίοτε συνηγορία: Είναι μια φετιχοποιημένη αυταξία, που προδιαγράφει και επιβάλλει, προοδευτικοφανώς πάντοτε, τη διάχυση των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων και κατά προέκταση των εθνο/πολιτιστικών ταυτοτήτων στην κατεύθυνση του σταδιακού τους αποχρωματισμού μέσα από «διαπολιτισμικές» λογικές ελάχιστου κοινού παρονομαστή.
  • Για την Τρίτη στρατηγική, που κινείται πέραν της ενοχοποίησης και της φετιχοποίησής της: Εκλαμβάνεται ως αρμονική συνύπαρξη των πολιτιστικών διαφορετικοτήτων στο πλαίσιο των εθνικών επικρατειών, αλλά και ως αρμονική συνύπαρξη των εθνο/πολιτιστικών ταυτοτήτων στο πλαίσιο υπερεθνικών ολοκληρώσεων και στην προοπτική του πολιτιστικά πολύχρωμου οικουμενικού μέλλοντος.

Η κατεύθυνση της τρίτης στρατηγικής, με τον οραματικό της ρεαλισμό, δεν μπορεί παρά να είναι και κατεύθυνση της σύγχρονης Αριστεράς. Που όμως, ως πολιτική δύναμη οραματικού ρεαλισμού η ίδια, προφανώς και πρέπει να ξεπεράσει τις όποιες κληρονομημένες «διεθνιστικές» συγχύσεις και τα όποια κληρονομημένα «διεθνιστικά» συμπλέγματά της, όπως και τις κληρονομημένες «ανανεωτικο/εκσυγχρονιστικές» συγχύσεις του αντιεθνικισμού και της αποεθνοποίησης, συνειδητοποιώντας πως ο μετανεωτερικός διεθνισμός και ο μετανεωτερικός κοσμοπολιτισμός είναι όψεις του ίδιου νεοταξικού νομίσματος, για να μπορεί να επικαθορίσει με ανοιχτή σκέψη τη σχέση της με τον «τόπο» της και τον κόσμο, με την εθνο/πολιτιστική ταυτότητα και την οικουμενικότητα, στη στέρεη βάση του ότι το τοπικό/διαφορετικό είναι ομορφιά του εθνικού και το εθνικό είναι ομορφιά του υπερεθνικού και του οικουμενικού, με καλό ως προς αυτό δάσκαλο τον Εντγκάρ Μορέν.

10. Υπάρχουν όμως και καλοί δικοί μας δάσκαλοι στο ιδεολογικά αμφίθυμο (βλ. Γιώργος Καραμπελιάς: Εθνική και κοινωνική διάσταση στην παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, περιοδ. ΄Αρδην, τεύχος 68) επ’ αυτού παρελθόν της ελληνικής Αριστεράς. Θα επικαλεστώ, ενδεικτικά, στο Νίκο Σβορώνο, που ανήκει στις μορφές της Ιστοριογραφίας και της ανανεωτικής αριστερής διανόησης, επιλέγοντας δυο χαρακτηριστικά για τις απόψεις του αποσπάσματα απ’ το έργο του. Το πρώτο είναι απ’ το μεταθανατίως (2004) εκδοθέν βιβλίο του: «Το ελληνικό έθνος, γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού», εκδ. ΠΟΛΙΣ, που στεναχώρησε σφόδρα τους αναμηρυκάζοντες (βλ. γι’ αυτούς: Γιώργος Κοντογιώργης, Έθνος και εκσυγχρονιστική νεωτερικότητα, Εναλλακτικές Εκδόσεις) τα ανιστόρητα της νεωτερικής ιστοριογραφίας περί «μύθου της συνέχειας 3000 χρόνων ελληνικού έθνους» (Χομπσμπάουμ), καθώς δεν μπορούσαν να ενοχοποιήσουν και αυτού τις απόψεις… ως εθνικιστικές: «Η συνέχεια του ελληνισμού ως λαού φαίνεται με τη μεγαλύτερη ενάργεια στη ζωντανή ελληνική γλώσσα, που δεν εμφανίζει στη συνεχή της εξέλιξη καμία εξωτερική επίδραση στην οργανική της δομή… Οι λαογραφικές έρευνες και γενικότερα η μελέτη του βίου των Βυζαντινών και των Νεοελλήνων δείχνουν ολοένα και περισσότερο ότι πολλά στοιχεία λαϊκής λατρείας, τέχνης και γενικά κοινωνικής ζωής έχουν τις ρίζες τους στην ελληνική αρχαιότητα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι εδώ δεν υπάρχουν και τα ίχνη των επιδράσεων των διαφόρων λαών, με τους οποίους ο ελληνισμός ήρθε σε επαφή και των οποίων αφομοίωσε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα» (σελ. 48-49). Το δεύτερο απόσπασμα είναι από συνέντευξή του στον Στέφανο Πεσμαζόγλου (Σύγχρονα Θέματα),όπου επαναλαμβάνει με σαφήνεια την περιώνυμη άποψή του για τον αντιστασιακό χαρακτήρα που διέπει την ελληνική ιστορία, την οποία είχε αρχικά διατυπώσει στην «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας», εκδ. Θεμέλιο: «Το πρόβλημα είναι να μένεις αυτό που είσαι. Κι αυτό βέβαια συνδυάζεται με την πολιτισμική συνέχεια του Ελληνισμού. Με το γεγονός ότι, όταν κατακτήθηκε ο ελληνικός λαός, απ’ τους Ρωμαίους αρχικά είτε αργότερα απ’ τους Τούρκους, είχε εθνική ενότητα και συνείδηση της ενότητας αυτής. Υπήρχε μια λαϊκή ενότητα με τη γλώσσα, με τα ήθη και τα έθιμα, και είχε συνείδηση της ταυτότητάς του αυτής, η οποία του επέτρεψε να αντισταθεί. Να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι οποίοι ήταν κατακτητές του. Πάντως η αντίσταση αυτή γίνεται ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας, γιατί ο Ελληνισμός είχε αυτή την πορεία για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα» (Κ.Θ.Δημαράς/Νίκος Σβορώνος, Η μέθοδος της Ιστορίας, Συντεντεύξεις με τους Στέφ. Πεζμαζόγλου και Νίκο Αλιβιζάτο, ΄Αγρα, σελ. 161).
     Οι κλασικοί, βέβαια, δικοί μας δάσκαλοι είναι οι μεγάλοι πνευματικοί μας δημιουργοί, οι πνευματικοί μας ταγοί, απ’ τον Ρήγα Φεραίο, τον Σολωμό και τον Κάλβο ως τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο, με μεγάλους ενδιάμεσους τον Μακρυγιάννη, τον Παλαμά, τον Καβάφη και τον Σικελιανό, που όλοι μαζί θεμελιώνουν θεωρία ελληνισμού, διαμέσου της οποίας μπορούμε να ιδούμε σωστά το δικό μας παρελθόν, όλο τον άλλο κόσμο και το μέλλον μας στην Ευρώπη και στο παγκοσμιοποιούμενο διεθνές περιβάλλον, χωρίς προφανώς αφελείς ελληνοκεντρισμούς αλλά και χωρίς την επιστημονικοφανή, προοδευτικοφανή, ενίοτε και αριστεροφανή ταυτοτική ανασφάλεια και αμηχανία που καλλιεργεί θορυβωδώς ο ιστορικο/πολιτιστικός αναθεωρητισμός των καιρών μας.
     Κι επειδή ζουν ακόμη οι τελευταίοι του εαμικού πατριωτισμού, αυθεντικά πολιτιστικού, με όλο το ελληνικό πνευματικό του βάθος, δημοκρατικού, ουμανιστικού και διεθνιστικού, που, όπως έχω ήδη σημειώσει, είναι η μεγάλη ταυτοτική κληρονομιά της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς, θα αναφερθώ συμβολικά και σε δυο μεγάλες μορφές εκείνης της περιόδου. Η πρώτη μορφή είναι ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ ΄Αρης Βελουχιώτης, που στον ιστορικό «Λόγο της Λαμίας» όριζε απλά και με καθαρή ελληνική ματιά τον πατριωτικό χαρακτήρα της Αριστεράς: « Κάποτε η γωνιά αυτής της γης που πατάμε και λέγεται Ελλάδα, ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε έναν πολιτισμό που επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο. Κανένας σοφός ή άσοφος δεν μπορεί μέχρι σήμερα να γράψει ούτε μια λέξη, αν δεν αναφερθεί στα έργα που άφησαν οι δημιουργοί αυτού του πολιτισμού, που λέγεται αρχαίος ελληνικός… Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας ήταν δοξασμένη. Μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα… Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε με άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή. Μα ότι και να πούνε, αυτό δεν έχει καμιά αξία. Την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε… Μας κατηγορούν ότι θέλουμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπάρχει, μια κι αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος λοιπόν είναι πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σε όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό και δεν νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας… Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους απ’ τη χώρα μας, ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;» (Γιάννη Χατζηπαναγιώτου – Καπετάν Θωμά: Η πολιτική διαθήκη του ΄Αρη Βελουχιώτη, ΔΩΡΙΚΟΣ, σελ. 492 & 506).
     Η δεύτερη μορφή είναι ο Μανώλης Γλέζος, σύμβολο του ελληνικού αντιστασιακού πνεύματος, που στο μνημειώδες έργο του: Εθνική Αντίσταση 1940-45, Εκδ. Στοχαστής, επισημαίνει τη συνύφανση έθνους, εθνικής ιστορίας και εθνικής ταυτότητας: «Τα έθνη όλα», γράφει, «έχουν ιστορία. Κάθε λαός έχει τη δική του ιστορία, βραχύχρονη ή μακρόχρονη. ΄Ολοι οι λαοί έχουν ιστορία… ΄Εθνη χωρίς μνήμη δεν υπάρχουν. ΄Εθνη χωρίς ιστορία είναι ανύπαρκτα. Αλλά η εθνική ιστορία, η συλλογική μνήμη ενός έθνους, παρά τις αλληλεπιδράσεις, είναι ξεχωριστή για κάθε εθνική ολότητα. Η μνήμη επίσης ενός έθνους πρέπει να είναι καταγεγραμμένη με την πιο πιστή αντιγραφή των γεγονότων κατ’ αρχήν που τη συγκροτούν και αρκούντως αναλυμένη, με όλες τις ερμηνείες που υπάρχουν, γιατί αποτελεί ανεκτίμητη εθνική κληρονομιά. Τα πιστοποιητικά ύπαρξης του έθνους. Τα στοιχεία της ταυτότητάς του». Σε έρευνα επίσης της Μηνιαίας Επιθεώρησης MONTHLY REVIEW, Μάρτιος 08, με θέμα: «Οι αξίες και η συμβολή τους στη διαμόρφωση της ταυτότητας των Ελλήνων», δίνει την πολύ χαρακτηριστική για τη γενικότερη αντίληψή του απάντηση: «Η δημοκρατία, η ελευθερία, η ανεξαρτησία υπήρξαν ως πράξεις, ως θεσμοί, ως λέξεις και ως έννοιες δημιουργήματα του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων… Η εθνική συνείδηση ταυτίζεται με την ελληνική ιδεολογία και η ελληνική ιδεολογία με τα πιο υψηλά ανθρωπιστικά ιδεώδη».

11. Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω πως η συντελούμενη παγκοσμιοποίηση, με το γκρίζο πολιτιστικό της «πρόσωπο», αναδεικνύει ως πρώτη προτεραιότητα, ως στρατηγική προτεραιότητα, την πολιτική πολιτισμού των εθνικών συλλογικοτήτων και δι’ αυτής τη σωστή τους άμυνα στην επελαύνουσα πολιτιστική της ισοπέδωση.
     Που σημαίνει πως, στην ομιχλώδη τροχιά της, η πολιτιστική πρωτοπορία είναι η βαθύτερη ουσία της πολιτικής πρωτοπορίας και συνακόλουθα ο πρωταρχικός όρος της ιδεολογικής ηγεμονίας κάθε αληθινά ελπιδοφόρας πολιτικής δύναμης.
     Κι η σύγχρονη Αριστερά, για να μπορεί να διεκδικεί ρόλο πολιτικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας, άρα την ιδεολογική της «ηγεμονία», με την γκραμσιανή της έννοια, πρέπει να έχει τόπο, αλλά και να πατάει σωστά και γερά στον τόπο της.
     Γιατί, εντέλει, μια Αριστερά χωρίς «τόπο» είναι μια ανέστια και καθ’ όλα … άτοπη Αριστερά, που δεν μπορεί να αγναντέψει το πολύχρωμο μέλλον της πλανητικής πατρίδας των πατρίδων μας.-

 

1. Ο όρος χρησιμοποιείται με την ιστορικά βεβαρημένη πολιτική του έννοια, που αναπέμπει στην αμαρτωλή σχέση: «καθοδηγητές» (υποκείμενα της ιστορίας τους) «καθοδηγούμενοι» (αντικείμενα της ιστορίας τους), στην πολιτική της φιλοσοφία και στα μοιραία συνακόλουθά της. Η ανήσυχη Αριστερά των καιρών μας αναζητεί λογικές και δοκιμάζει δομές υπέρβασής της, στη δημοκρατική βάση του ότι όλοι είμαστε υποκείμενα της ιστορίας μας. Κι εννοείται πως αυτή η δημοκρατική βάση δεν έχει σχέση με αφελείς εξισωτισμούς ή με αναρχικές απογειώσεις. ΄Αρα δεν ενέχει άρνηση του ρόλου των ηγετών, των ηγεσιών, των πρωτοποριών, των ειδικών και εντέλει της ίδιας της πολιτικής και των πολιτικών.

2. Δεν εννοώ συγκεκριμένη πολιτική πολιτισμού, που εξακτινώνεται σε όλες τις διαστάσεις της πραγματικότητας και της ζωής, αλλά πολιτιστική φιλοσοφία και προσανατολισμό, πολιτιστική στρατηγική και πολιτιστικές συντεταγμένες της πορείας μας προς το μέλλον.

3. Ο πολιτισμός στο βαθύτερό του περιεχόμενο είναι ο κοινός μας παρονομαστής. Που σημαίνει πως το «αριστερό» και το «δεξιό» στα ανοιχτά του πεδία δεν είναι ένα αυτονόητα δεδομένο δίπολο. Όχι πως δεν υπάρχουν γενικά κριτήρια αριστερής ή δεξιάς πολιτικής στον πολιτισμό, όπως, ας πούμε, η εμπορευματοποίησή του ή το δικαίωμα της πρόσβασης όλων στα αγαθά του. Στα του περιεχομένου του όμως «νομοθετούν» μόνο οι δημιουργοί του με μέτρο τη δοκιμαζόμενη στο χρόνο ποιότητα και όχι τα όποια πρόσημα των τρεχουσών πολιτικών.

Απ’ το βιβλίο: Λαοκράτης Βάσσης - Αναζητήσεις πολιτιστικής πολιτικής, εκδ. ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα......