Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Γαίας ατίμωσης

Δημήτρης Πικιώνης

Η γη τούτη είχε, μαζί με μερικές άλλες, το προνόμιο να διδάξει στον άνθρωπο μια από τις πιο υψηλές μορφές της αποκάλυψης του παγκοσμίου λόγου. Και τη μορφή αυτή την έπλασε ο αρχαίος καθ’ ομοίωση τούτης της γης, θενά ’λεγα πως την ανέσυρε μέσ’ απ’ το χώμα της και τους βράχους της, κατά τη συμβολική ρήση του σοφού Κιμρί, που έλεγε πως «μέσα στο χώμα πρέπει να βλέπουμε, γιατί εκεί μέσα προετοιμάζονται όλα». Μέσα στο χώμα, δηλαδή στην εγκρυπτόμενη στη Φύση αποκάλυψη του κόσμου του νοητού.

Διαβάστε περισσότερα......

Δημήτρης Πικιώνης, «Κείμενα», εκδ. ΜΙΕΤ

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Ανέφικτη στην Ελλάδα η δημοκρατία

Xρήστος Γιανναράς

Aν, νηφάλια και απροκατάληπτα, βάλουμε στην άκρη τις ρητορικές «ομολογίες πίστεως» στη δημοκρατία όλων των πολιτικών μας κομμάτων, με ποια κριτήρια θα ξεχωρίζαμε ποια εμπράκτως πιστεύουν στη δημοκρατία και ποια όχι;

Η εξαγγελία και μόνο μιας τέτοιας διαστολής προκαλεί την οργισμένη αντίδραση των κομματανθρώπων: «Ποιος αυτόκλητος κήνσορας έχει το θράσος να κρίνει τη δημοκρατική μας συνέπεια και ευαισθησία;». Δεν διανοούνται ότι αυτό ακριβώς είναι το «κράτος» του «δήμου», ο ρόλος και το χρέος των πολιτών: να κρίνουν την πιστότητα των θεσμών της δημοκρατίας στις αρχές και στους στόχους της δημοκρατίας.

Σήμερα τα κόμματα έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, όχι ο «δήμος». Τα κόμματα θεσμοποιούν έμπρακτα το πολίτευμα, μπορούν να ονομάζουν «δημοκρατία» την κατάφωρη άρνηση της δημοκρατίας, να φιμώνουν ή να αγνοούν προκλητικά τους πολίτες που απαιτούν συνέπεια στις αρχές της δημοκρατίας.

Τουλάχιστον να διασώσουμε τα κριτήρια. Η ελληνική πρώτη στοχοθεσία και διαχρονική παράδοση της δημοκρατίας είναι μια υπόθεση χαμένη και στην πράξη και στην παιδεία μας. Η αναφορά στον αρχαίο «δήμο» στρεβλωμένο ιδεολόγημα και η αυτοδιαχειριζόμενη «κοινότητα», στην ελληνορωμαϊκή και οθωμανική αυτοκρατορία (με τις συνελεύσεις των πολιτών και τον μεταφυσικό άξονα κοινωνικής συνοχής) αντικείμενο σκόπιμης χλεύης. Να διασώσουμε τουλάχιστον τα κριτήρια έστω της μεταπρατικής μας επιλογής: του νεωτερικού υποκατάστατου της δημοκρατίας, του «αντιπροσωπευτικού» ή «κοινοβουλευτικού» πολιτεύματος.

Ακόμη και το δάνειο υποκατάστατο το έχουμε αλλοτριώσει εξωφρενικά: Τιτλοφορούμε «κοινοβουλευτική δημοκρατία» την Απόλυτη Πρωθυπουργική Μοναρχία, που είναι, εν πολλοίς και Κληρονομική Ηγεμονία. Δηλαδή όχι πολίτευμα, αλλά καθεστώς φεουδαλικής απολυταρχίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορισμένος από τον πρωθυπουργό ή προϊόν των πρωθυπουργικών συναλλαγών, οι υπουργοί αυθαίρετα ευνοημένοι πρωθυπουργικοί κομπάρσοι, οι βουλευτές άβουλα πιόνια στη σκακιέρα του πρωθυπουργού που μόνο εκτάκτως, σπανιότατα και με ειδική άδεια, ψηφίζουν «κατά συνείδησιν».

«Νέα Δημοκρατία» και «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα» είναι κόμματα αρχηγικά, απολυταρχικά, δίχως την παραμικρή σχέση με δημοκρατικό ήθος, δημοκρατικές διαδικασίες. Η τυπική μορφολογία της οργάνωσης και λειτουργίας τους είναι προσχηματικά δημοκρατική –τα κομματικά όργανα (συνέδριο, κεντρική επιτροπή, πολιτικό γραφείο κ.τ.ό) έχουν δημοκρατικές προδιαγραφές– αλλά τα πάντα ελέγχονται απολύτως από την εσωκομματική φατρία την εκάστοτε επιδεξιότερη στην υφαρπαγή της εξουσίας. Λείπουν εκείνες οι θεσμικές πρόνοιες που θα απέκλειαν τη χειραγώγηση των κομματικών οργάνων από φατρίες ή «οικογένειες», την αλλοτρίωση της δημοκρατίας σε αντιμαχία ομαδοποιημένων συμφερόντων.

Ο κομματικός αρχηγός είναι απόλυτος μονάρχης, αλλά μοναρχεί ελέω φατρίας (όπως συνέβαινε πολύ συχνά και στη βασιλική μοναρχία). Εξαρτάται από την πυγμή και το σθένος του πόσο υποταγμένος είναι στη φατρία που τον ανέδειξε. Οφείλει παραχωρήσεις, μεράδια εξουσίας και στις υπόλοιπες εσωκομματικές φατρίες για εξισορρόπηση φιλοδοξιών και διεκδικήσεων. Τελικά, η φαινόμενη στο κράτος και στα κόμματα Απόλυτη Μοναρχία είναι σιωπηρά συνομολογημένη Ολιγαρχία απεριόριστης αυθαιρεσίας. Η Ελλάδα σήμερα δεν κυβερνάται από αυτούς που φαίνονται ότι την κυβερνούν. Τουλάχιστον τη στελέχωση του κράτους, τους διαχειριστές του κοινωνικού πλούτου και της αξιοπρέπειας των Ελλήνων στον διεθνή στίβο τους καθορίζουν εσωκομματική μάγειροι και εξισορροπιστές συμφερόντων, με εξουσίες ανεξέλεγκτες.

Στις ανεξέλεγκτες από τον «δήμο» εξουσίες πρέπει να προστεθούν και οι ιδιώτες που χρηματοδοτούν τα «κόμματα εξουσίας», φυσικά για να υπαγορεύσουν τα θελήματά τους και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Είναι το διαβόητο φαινόμενο της «διαπλοκής», που ακυρώνει, χωρίς να καταργεί, θεσμικά τις δημοκρατικές λειτουργίες ελέγχου της εξουσίας.

Αν αυτά είναι τα γράδα δημοκρατικότητας των δύο μεγάλων κομμάτων, τι γίνεται με τα λεγόμενα κόμματα μειοψηφίας;

Εδώ τα δεδομένα είναι πιο γυμνά και τετραχηλισμένα, όμως όχι περισσότερο ειλικρινή. Αν οι στοιχειώδεις αρχές και προϋποθέσεις λειτουργίας της δημοκρατίας είναι ο πολυκομματισμός, ο σεβασμός της πλειοψηφίας, η συμμόρφωση με τους νόμους, η ελευθερία φρονημάτων και έκφρασης, ο σεβασμός του φυσικού δικαστή και της έννομης τάξης, αποδέχονται τα κόμματα μειοψηφίας του ελληνικού κοινοβουλίου αυτές τις αρχές;

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας σαφέστατα όχι. Το πολίτευμα στο οποίο πιστεύει και για το οποίο εργάζεται είναι (διακηρυγμένα) η δικτατορία του προλεταριάτου. Χρησιμοποιούν τις δημοκρατικές ελευθερίες του κοινοβουλευτισμού για να προετοιμάζουν τον δικό τους στόχο. Χρηματοδοτούνται ως κόμμα και μισθοδοτούνται οι βουλευτές τους από το πολιτικό σύστημα που θέλουν να καταλύσουν. Εχουν όλες τις προνομίες που παρέχει η δημοκρατία (μερίδιο προβολής των ιδεών τους από την τηλεόραση, αξιοποίηση της κομματικής περιουσίας τους με τους όρους της ελεύθερης αγοράς), αλλά δηλώνουν απερίφραστα ότι τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή τους ακυρώνουν οι οπαδοί τους εκβιαστικά στους δρόμους. Στην προσχηματική δημοκρατία της αλογίας και των αντιφάσεων που συντηρούν τα «κόμματα εξουσίας», το ΚΚΕ λογαριάζεται ακίνδυνο: μια γραφικότητα στενοκέφαλου παλαιοημερολογιτισμού, χρήσιμη σαν επίφαση «πλουραλισμού». Θα έπαυαν να το ανέχονται, αν ήταν κόμμα αριστερό, στρατευμένο σε ζωτικές κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες.

Σέβεται ο «Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς» και υπερασπίζει τους όρους της δημοκρατίας; Και βέβαια όχι, αφού δεν είναι παρά μια «λάιτ» εκδοχή των κουκουεδικών κουτοπόνηρων αντιφάσεων: Δεν παραιτούνται από τις αρχές του Μαρξισμού - Λενινισμού, αλλά τις μεταφράζουν σε απαιτήσεις χλιδάτης καταναλωτικής ευχέρειας – είναι κομμουνιστές με όρους ελεύθερης αγοράς και Πνύκα τους το Κολωνάκι. Φυσικά και ασκούν «δημοκρατικότατη» ιδεολογική τρομοκρατία και απροσχημάτιστο καριερισμό στα πανεπιστήμια, στα μέσα δημοσιότητας, στους χώρους της εκπαίδευσης και της Τέχνης.

Ο «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός» σμικρογραφία τυπικά αρχηγικού κόμματος. Τόσο προσωποπαγούς, που δεν επιτρέπει να υποθέσουμε πολλήν εσωκομματική δημοκρατία. Εχει βέβαια τη «δημοκρατική» παρρησία να δηλώνει στον τίτλο του την καπηλεία που επιχειρεί: Ιδιοποιείται τη μεταφυσική παράδοση του λαού σαν ιδεολογικό πρόσημο, προκειμένου να προσεταιριστεί ψηφοθηρικά τη θρησκοληψία. Αλλά δεν είναι σεβασμός της δημοκρατίας η συναισθηματική εξαπάτηση των αφελών.

Δεδομένα απελπιστικής κοινωνικής παρακμής, εδραιωμένης ανικανότητας να λειτουργήσει δημοκρατία. Με ορθολογικά κριτήρια, οι προοπτικές είναι άκρως οδυνηρές. Με ανορθόλογη ελπίδα, μένει πάντοτε ενδεχόμενη η κοινωνική αφύπνιση.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-06-09

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Ταξίδι στην Γνώση - Δούκας - Αρχαία ελληνική αστρονομία - 26 Ιουν 09

Στα πλαίσια ανακύρηξης του έτους 2009 ως Παγκόσμιο Έτος Αστρονομίας, το οποίο σηματοδοτεί την τετρακοσιοστή επέτειο της πρώτης αστρονομικής παρατήρησης με τηλεσκόπιο από το Γαλιλαίο (Galileo Galilei), ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Κώστας Δούκας υπενθυμίζει τις ("ξεχασμένες" από τον παγκόσμιο εορτασμό) μαθηματικές και αστρονομικές γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και τη συμβολή τους στη σύγχρονη αστρονομία.

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Η γλώσσα ως φορέας πολιτικού λόγου και ιδεολογίας. Η περίπτωση των Μέσων Επικοινωνίας

Γιώργος Κοντογιώργης

Η προβληματική που προτίθεμαι να αναπτύξω παρακάτω θα μπορούσε να αποδοθεί ακριβέστερα, συνεκτιμώντας εξαρχής το συμπέρασμά μου ότι η γλώσσα έχει μεταβληθεί, στο πλαίσιο της νεοτερικής πολιτείας, σε εργαλείο ιδιοποίησης της πολιτικής διαδικασίας και προσομοίωσης του πολιτικού λόγου με το ίδιον συμφέρον των συντελεστών των Μέσων Επικοινωνίας. Εννοώ ότι όλες οι αρχές και, συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις, πάνω στις οποίες εδράζεται σήμερα το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, κατατείνουν στο να διατηρούν τα Μέσα Επικοινωνίας εκτός του πολιτειακού συστήματος, δηλαδή υπεράνω του νόμου. Κατά τούτο, επομένως, δεν είναι εφικτή η αναμόρφωση της θέσης αυτής των Μέσων Επικοινωνίας, χωρίς την αλλαγή του συστήματος, δυνάμει του οποίου οικοδομείται η σχέση τους με την πολιτική και η ενγένει διαχείριση του κοινωνικού γεγονότος.

1. Η γλώσσα αποτελεί όντως τη διαχρονική σταθερά που λειτουργεί ως όχημα νοηματοδότησης των φαινομένων, αλλά και ως μέσον επικοινωνίας. Εντούτοις, στο μέτρο που τα φαινόμενα ή τα νοήματα αλλάζουν, και οι έννοιες που περικλείουν οι λέξεις μεταβάλλονται. Οι νοηματοδοτήσεις παρακολουθούν την εξέλιξη των φαινομένων, δεν τη δεσμεύουν.

Συγχρόνως η γλώσσα αποτελεί κοινωνικό εργαλείο. Μεταφέρει και κοινοποιεί αντιλήψεις, συμφέροντα ή διεκδικήσεις των μελών της κοινωνίας ή των ομάδων που τη συγκροτούν. Λειτουργεί δηλαδή ως μέσον συνάντησης ή συνάρθρωσης των αντικειμένων λόγων που συνέχουν την κοινωνία.

Η τελευταία αυτή επισήμανση κάνει φανερό ότι η πολιτική λειτουργία της γλώσσας κατέχει μία κεφαλαιώδη θέση στα κοινωνικά δρώμενα, καθόσον το είδος και το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου ανάγονται ευθέως στο είδος του πολιτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, του πολιτικού πολιτισμού, που βιώνει μία κοινωνία ή μία εποχή.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η νοηματοδότηση του κοινωνικού και πολιτικού φαινομένου δεν υπακούει στους νόμους της φυσικής ή της εργαστηριακής επαλήθευσης. Διαφοροποιείται σημαντικά σε συνάρτηση με της κοινωνικές, πολιτισμικές ή γλωσσικές αφετηρίες ενός εκάστου. Με άλλα λόγια, η νοηματοδότηση των φαινομένων δεν είναι ουδέτερη. Η επιλογή, για παράδειγμα, της μιας ή της άλλης εκδοχής για το έθνος, που συζητείται ευρύτερα σήμερα, υποκρύπτει προεκτάσεις μείζονος σημασίας για το είδος της ελευθερίας και, ως εκ τούτου, για τη δομή της κοινωνίας και της πολιτείας, για την συλλογική ταυτότητα και την ιστόρησή της. Η ταυτολογική εξομοίωση των εννοιών της αντιπροσώπευσης και της δημοκρατίας ή η σύγχυσή τους με ένα κατεξοχήν μη αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα όπως το σημερινό, λειτουργεί ως καταλύτης για την ίδια τη σημειολογία της πολιτικής. Το ίδιο συμβαίνει με πολλές άλλες έννοιες που χρησιμοποιούνται παραμορφωτικά (π.χ. η σύγχυση ελευθερίας και δικαιώματος) είτε από άγνοια είτε σκόπιμα, δηλαδή με πρόθεση νομιμοποίησης του συστήματος.

Επιπλέον, και αν ακόμη συμφωνήσει κανείς στο ζήτημα της νοηματοδότησης των φαινομένων, είναι προφανές ότι η γλώσσα του πολιτικού λόγου θα διαφοροποιηθεί αναγκαστικά, σε συνάρτηση προς το κοινωνικό σύστημα που υιοθετείται, την ιδεολογία και, επομένως, τα συμφέροντα που καλείται να εκφράσει. Η γλώσσα, ο πολιτικός λόγος του φιλελευθερισμού, διαφέρει από εκείνον του σοσιαλισμού. Ο λόγος της μαζικής/αγελαίας πολιτικής συμπεριφοράς αντικρίζεται προς τον λόγο της πολιτικής ατομικότητας. Ο λόγος που αφορά στη συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, διαφοροποιείται, επίσης, αναλόγως αν είναι ταξικός ή διαστρωματικός, πελατειακός ή διαμεσολαβητικός, προ-αντιπροσωπευτικός, αντιπροσωπευτικός ή, τέλος, δημοκρατικός. Ώστε η γλώσσα, ως φορέας του πολιτικού λόγου, δεν είναι μία αλλά πολλές. Το ερώτημα είναι αν οι πολλές γλώσσες θα προβάλουν παρατακτικά ή διαλεκτικά δυνάμει της αρχής των αντικειμένων λόγων.

2. Μία διαφορετικής τάξεως επισήμανση αφορά στο αποτέλεσμα της συσχέτισης της γλώσσας ως φορέα του πολιτικού λόγου με το επικοινωνιακό σύστημα.

Στην εποχή της φυσικής επικοινωνίας, οι φορείς του πολιτικού λόγου συναντώνται μεταξύ τους ή με τους αποδέκτες του στο πεδίο της κοινωνίας ή στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος: Η πολιτική τάξη με το εκλογικό σώμα, οι ομάδες συμφερόντων με την εξουσία, ο πολίτης με τον πολιτικό. Ο φορέας του πολιτικού λόγου κοινοποιεί απευθείας στον αποδέκτη την προβληματική του. Η γλώσσα του πολιτικού λόγου μπορεί να είναι, ανάλογα με το πολιτικό σύστημα, εξουσιαστική ή διατακτική, παρατακτική ή διαλεκτική. Στη δημοκρατία όμως ο πολιτικός λόγος δεν διαμεσολαβείται, εν αντιθέσει προς το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα (της πρώιμης πόλης κράτους ή του σύγχρονου έθνους κράτους) όπου είναι εξορισμού διαμεσολαβημένος.

Στην εποχή της τεχνοδικτυακής επικοινωνίας το δίλημμα της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που ανάγεται, ούτως ή άλλως, στη φύση του πολιτικού συστήματος, συναρτάται επίσης με τις δουλείες της διαμεσολάβησης του πολιτικού λόγου. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η διαμεσολάβηση αυτή δεν εγγράφεται ως αναγκαστική σταθερά σε μια έστω αντιπροσωπευτική λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αποτελεί απλώς συμβάν της πρώιμης, της προ-πολιτικής και, οπωσδήποτε, προ-αντιπροσωπευτικής εποχής, που βιώνει σήμερα ο κόσμος.

Όσα θα διαπιστώσουμε, επομένως, στη συνέχεια για τη διαμεσολαβητική λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, αφορούν στον παρόντα χρόνο, όχι στο μέλλον. Το οποίο μέλλον προδικάζει την θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και, κατά τούτο, την απόδοση σ’αυτήν, κατ’ελάχιστον, της ιδιότητας του εντολέα.

Όντως διαπιστώνουμε ότι στην εποχή μας τα Μέσα Επικοινωνίας προσλαμβάνονται ως Μέσα Ενημέρωσης. Η ρύθμιση αυτή υπονοεί ότι το Μέσον Επικοινωνίας λειτουργεί ως όχημα συνάντησης του φορέα/ παραγωγού του πολιτικού λόγου (του κατόχου της εξουσίας, του εκπροσώπου του κόμματος, της ομάδας πίεσης κλπ) με τον τελικό αποδέκτη του (της κοινωνίας). Θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι, στο μέτρο που η λειτουργία του «Μέσου» παραμένει τυπικά διαμεσολαβητική -ως μεταφορέας του πολιτικού λόγου-, δεν γεννάται ζήτημα. Η προστιθέμενη αξία της παρέμβασής του στη γλώσσα και, θα έλεγα, στο περιεχόμενο που πολιτικού λόγου, είναι περιορισμένη.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που το Μέσον Επικοινωνίας, μολονότι είναι θεσμοθετημένο ως Μέσον Ενημέρωσης, μεταβάλλεται σε πεδίο παραγωγής πρωτογενούς πολιτικής ; Αυτό είναι δυνατόν να συμβεί σε δυο περιπτώσεις: αν αποφασισθεί κάποια στιγμή το πολιτικό σύστημα να γίνει αντιπροσωπευτικό ή δημοκρατικό, οπότε την ιδιότητα του εντολέα (στην αντιπροσώπευση) ή και την καθολική πολιτική αρμοδιότητα (στη δημοκρατία) θα την αναλάβει αντιστοίχως η κοινωνία των πολιτών που θα συγκροτηθεί για το σκοπό αυτό σε δήμο . Και τούτο διότι, στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, η αντιπροσωπευτική ή η δημοκρατική οικοδόμηση του πολιτικού συστήματος είναι εφικτή μόνον στο επίπεδο του τεχνοδικτύου. Η δεύτερη περίπτωση, αναφέρεται στο παρόν, καθόλα προ-αντιπροσωπευτικό, πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας και, συγκεκριμένα, από τη στιγμή που θα διαπιστωθεί ότι η πολιτική ως γεγονός παράγει επωφελές αποτέλεσμα για τους συντελεστές των Μέσων Επικοινωνίας.

Είναι προφανές ότι η πρώτη περίπτωση απέχει πολύ από την εποχή μας και, συνεπώς, δεν συζητείται. Η δεύτερη όμως περίπτωση είναι εφικτή και μπορεί να συμβεί εάν παρατηρηθεί υψηλή ζήτηση πολιτικής εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών. Ζήτηση που, όπως γνωρίζουμε, συναρτάται ευθέως με μια δυσανάλογη, σε σχέση με τη φύση του πολιτικού συστήματος, πολιτική ανάπτυξη των μελών της.

Δεν είναι του παρόντος να εξηγήσουμε πότε και γιατί συμβαίνει αυτό . Μπορούμε απλώς να συγκρατήσουμε, για τις ανάγκες του επιχειρήματος, ότι η ελληνική κοινωνία συγκεντρώνει την προϋπόθεση αυτή. Όντως, εμφανίζει τον υψηλότερο ίσως δείκτη πολιτικής ανάπτυξης και, επομένως, ζήτησης πολιτικής μεταξύ των χωρών της εποχής μας. Σε μελέτη που πραγματοποίησα το 1993, προέκυψε ότι η προσφορά πολιτικής από τα Μέσα Ενημέρωσης ήταν δεκατρείς φορές μεγαλύτερη στην Ελλάδα από ότι στο Βέλγιο και ένδεκα φορές περισσότερη από ότι στη Γαλλία, που θεωρείται μία πολύ πολιτικοποιημένη χώρα.

Αυτή καθεαυτή η ανταπόκριση των Μέσων Επικοινωνίας στη ζήτηση πολιτικής δεν είναι μεμπτή. Θα έλεγα μάλιστα ότι με την παρεμβολή τους διευρύνουν το πεδίο του δημοσίου χώρου, συμβάλλουν στη διάχυση του πολιτικού λόγου προς την κατεύθυνση της κοινωνίας, «βγάζει» την πολιτική από τα στεγανά της εξουσίας κα τη συνδέει με τους ενδιάμεσους συντελεστές της. Το ζήτημα έγκειται αλλού: όταν, από Μέσον Ενημέρωσης μεταβάλλεται σε πεδίο της πολιτικής, αναλαμβάνει ουσιαστικά να διαχειρισθεί καίριες λειτουργίες του πολιτικού συστήματος, με προέχουσες εκείνες του πολιτικού λόγου και της πολιτικής δυναμικής. Αναλαμβάνει, δηλαδή, να συγκροτήσει το πεδίο της συνάντησης των πολιτικών δυνάμεων (και των ομάδων διαμεσολάβησης) μεταξύ τους ή αυτών με την εξουσία.

3. Διαπιστώσαμε εντούτοις, ότι το Μέσον Επικοινωνίας είναι δομημένο ως εξωπολιτειακός θεσμός και, μάλιστα, ως θεσμός της ιδιωτικής ή της κρατικής οικονομίας. Το πρόβλημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι ότι ένα φαινόμενο, η πολιτική, που συγκροτεί και συνέχει τη λειτουργία της κοινωνίας, «αφήνεται» σε ένα θεσμό, ο οποίος είναι δομημένος με γνώμονα το ανήκειν του συστήματος στην ιδιοκτησία και, κατ’ επέκταση, το ίδιο συμφέρον του ιδιοκτήτη. Σε ότι αφορά στην ιδιωτική ιδιοκτησία το συμφέρον αυτό είναι ιδίως οικονομικό, έχει δηλαδή διακύβευμα το κέρδος. Δυνάμει της λογικής του συστήματος ο ιδιοκτήτης του «Μέσου» εξουσιοδοτείται να προσλαμβάνει την πολιτική ως προϊόν, να την μεταποιεί κατά βούληση, να την μεταπωλεί στην κοινωνία ή στους φορείς της πολιτικής. Την ιδιοποίηση αυτή, εντέλλεται μάλιστα να την εμπραγματώσει σε ένα περιβάλλον ισχύος και όχι κανονιστικής εξουσίας.

Υπογραμμίζω τη διαφορά: το Μέσον Επικοινωνίας είναι θεσμιμένο ως δύναμη όχι ως εξουσία. Έναντι του πολιτικού συστήματος αποτελεί δύναμη όχι εξουσία. Υπό την ιδιότητα ακριβώς αυτή, εξουσιοδοτείται να διαχειρισθεί το πολιτικό φαινόμενο (τον λόγο της πολιτικής), έναντι του οποίου γίνεται αποδεκτό ότι ο σκοπός του μπορεί να προσιδιάζει στην επιδίωξη του κέρδους και όχι στην ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Το γεγονός αυτό καθεαυτό συνεπάγεται επίσης μία διαφορετική προσέγγιση του δικαιούχου της πολιτικής, δηλαδή της κοινωνίας και, εν προκειμένω, του πολίτη. Η πολιτική δεν αποτιμάται ως ο δημόσιος χώρος που συγκροτεί και λειτουργεί την κοινωνία. Οριζόμενο ως προϊόν, αποτιμάται σε χρήμα (ή επιρροή), προσφέρεται για πώληση στον δικαιούχο της. Ο πολίτης μεταβάλλεται, με τη σειρά του, σε μέρος της οικονομικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, σε καταναλωτή.

Η μετάλλαξη αυτή του πολίτη είναι κεφαλαιώδης και ανάγεται στη διαφορά φύσεως που επισημαίνεται μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής αγοράς. Στην μία περίπτωση, η πολιτική έχει ως διακύβευμα το συμφέρον της κοινωνίας. Στην άλλη, η πολιτική, εναρμονισμένη με τους νόμους της ιδιοκτησίας και της αγοράς, έχει ως διακύβευμα το συμφέρον του ιδιοκτήτη και, ευρύτερα, του συντελεστή του Μέσου Επικοινωνίας.

Ώστε η ιδιότητα του πολίτη/καταναλωτή και η ιδιότητα του πολίτη της πολιτείας δεν έχουν το ίδιο κίνητρο σε ότι αφορά στο ενδιαφέρον τους για την πολιτική, για τον πολιτικό λόγο ούτε οδηγούν στις ίδιες επιλογές. Η μία ευνοεί το θέαμα, τον εντυπωσιασμό, την προσωποποίηση της αντίθεσης. Η άλλη ευνοεί το διάλογο, ενεργοποιεί τη λογική με γνώμονα το συνολικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Η μία υποβάλλει το άτομο στις προτεραιότητες των «Μέσων», η άλλη στις προτεραιότητες της πολιτικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο και οι όροι της «ενημέρωσης» είναι διαφορετικοί. Η πολιτική ενημέρωση, ιδωμένη υπό το πρίσμα της οικονομικής αγοράς, μεταλλάσσει την πολιτική σε θεατρική σκηνή, της οποίας το περιεχόμενο προσομοιάζει μάλλον με πολιτική επιθεώρηση. Σκηνοθέτης είναι ο τηλεκράτορας. Η πολιτική, εν προκειμένω, πωλείται και, ως εκ τούτου, οι θεματικές και οι συντελεστές της είναι διαφορετικοί, απ’ότι εάν αυτή λειτουργούσε ως δημόσιος χώρος.

Μολονότι οι επιπτώσεις της μετατροπής της πολιτικής και ιδίως του πολιτικού λόγου σε προϊόν, του οποίου η διαχείριση υπόκειται στους νόμους της οικονομικής αγοράς, είναι προφανείς, είναι χρήσιμο νομίζω να σταχυολογήσει κανείς ορισμένες από αυτές, που αφορούν αμεσότερα στις χρήσεις της γλώσσας και, συγκεκριμένα, στην μετάλλαξή της από φορέα του πολιτικού λόγου σε εργαλείο της οικονομικής αγοράς.

- Η ιεράρχηση των ειδήσεων γίνεται εφεξής με μέτρο τη βαρύτητα των συμβάντων στην ανάπτυξη του θεάματος. Κατά τούτο, προέχει η γλώσσα του θυμικού, που ενισχύει τη μαζοποίηση, την αγελαία πολιτική συμπεριφορά της κοινωνίας, που πεζοδρομοποιεί την πολιτική. Παραδείγματα όπως εκείνα του Βαρθολομαίου, του Άλεξ, της «φραπελιάς», του «εξώγαμου» του Παναγούλη, του βιασμού στην Αμάρυνθο και πολλά άλλα από τα οποία βρίθει η καθημερινότητα των ελληνικών «Μέσων», είναι εξόχως χαρακτηριστικά.

- Η θεματική των ειδήσεων ευτελίζεται στην απαρίθμηση συμβάντων που ανάγονται στο προσωπικό βίωμα (εγκλημάτων, βιασμών κλπ), ή στην απομόνωση ανεκδοτολογικών περιστατικών που κρύβονται πίσω από την πολιτική. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η διαχείριση της τελευταίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συγκράτησε μόνο το θεαματικό περιεχόμενο της υπογραφής, ορισμένες σκανδαλοθηρικές στιγμές, όχι όμως και την οικονομική, πολιτισμική και πολιτική φυσιογνωμία των νέων μελών ή τις επιπτώσεις της διεύρυνσης.

- Η διαχείριση της πολιτικής διαδικασίας ή της πολιτικής δυναμικής εξαντλείται στις προσωπικές «αιχμές» των πολιτικών συντελεστών και όχι, φυσικά, στην ουσία τους. Στις διαδηλώσεις προβάλλει όχι το γεγονός καθεαυτό (τα ποιοτικά τους στοιχεία) ή το διακύβευμα των διαδηλώσεων, αλλά το συμβάν, το επεισόδιο, το κάψιμο ενός κάδου με οπτική εντυπωσιασμού. Αυτό ακριβώς δείχνει την ιδιοποίηση ενός φαινομένου που ανήκε, όφειλε να ανήκει στο δημόσιο χώρο.

Στο πλαίσιο αυτό, η γλώσσα των ειδήσεων τυποποιείται, το λεξιλόγιο περιορίζεται στα στοιχειώδη, οι αποχρώσεις ενοχλούν διότι δεν απλουστεύουν τα γεγονότα. Το επιχείρημα υποκαθίσταται από την «ατάκα», τον συμβολισμό του συνθήματος, τον πεζοδρομιακό κώδικα. Ο λόγος γίνεται παρατακτικός, περιπτωσιολογικός. Ο λόγος της σύνθεσης, ο ερμηνευτικός λόγος αποκλείεται. Η γλώσσα της αντίθεσης προσωποποιείται, ο λόγος της πολιτικής ή των πολιτικών, της διασταύρωσης των απόψεων, παραχωρεί τη θέση του στην οξύτητα, στον προσωπικό «καυγά», στην πόλωση, στον εντυπωσιασμό. Μία ειδική κατηγορία πολιτικών, δηλαδή πολιτικού προσωπικού και δημοσιογράφων που κατασκεύασε η τηλεόραση, έχει αναλάβει εργολαβικά το ρόλο αυτής της παραθεώρησης ή διαστρέβλωσης των πραγμάτων, της πρόταξης ενός λεξιλογίου και μιας επιχειρηματολογίας, η οποία προσιδιάζει στους χαρακτήρες του υποκόσμου και έχει ως γνώρισμα την ύβρη.

Η διαφορετικότητα των απόψεων στις πολιτικές δυνάμεις, στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, προβάλλουν ως ασθένεια του συστήματος ή ως σκάνδαλο. Η διατύπωση, για παράδειγμα, μίας διαφορετικής γνώμης στο κόμμα είναι περιζήτητη όχι επειδή φέρνει νέα στοιχεία στο διάλογο, αλλά γιατί εγγράφεται ως μία προβληματική διάσταση του πολιτικού συστήματος. Ενώ όμως ο πλουραλισμός αντιμετωπίζεται ως κάτι το μεμπτό, ως ανωμαλία του πολιτικού λόγου και της πολιτικής διαδικασίας, συγχρόνως καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις «προτεραιότητες» της τηλεόρασης.

4. Η ενσάρκωση του συστήματος των Μέσων Επικοινωνίας από την ιδιοκτησία και η υπαγωγή της πολιτικής στους νόμους της οικονομικής αγοράς, δεν γίνεται, όπως θα υπέθετε κανείς, με σκοπό την αποτελεσματικότητά της, αλλά την ιδιοποίηση των ρόλων ή την υποκατάσταση θεσμών. Έτσι, ο δημοσιογράφος μεταβάλλεται σε πολιτικό, οικονομικό, αστυνομικό, ναυτιλιακό, νομικό, εκλογικό, επικοινωνιακό και κάθε άλλου είδους αναλυτή. Για να διαμορφώσει κανείς μια ιδέα της ιδιοποίησης αυτής και των επιπτώσεων της αρκεί να παρακολουθήσει επ’ολίγον ένα ξένο κανάλι (π.χ. το CNN) για να διαπιστώσει ότι τις μεν ειδήσεις τις ανακοινώνει ο δημοσιογράφος, τον δεν σχολιασμό, την ανάλυση ή την τοποθέτησή τους στο ευρύτερο περιβάλλον τα αναλαμβάνει ο ειδικός: ο οικονομικός επιστήμων αν το θέμα είναι οικονομικό, ο πολιτικός επιστήμων αν είναι πολιτικό, κλπ.

Στην Ελλάδα, επομένως, η γνώση δεν είναι απλώς περιττή, εκτιμάται ως επιβλαβής και, μάλιστα, επικίνδυνη. Το θέαμα, που υποχειριάζει το άτομο και το μαζοποιεί, χρειάζεται τους «ανευλαβείς» του, έχει εκλεκτική συγγένεια με την άγνοια και τη συσκότιση. Ακραία εκδήλωση του φαινομένου της ιδιοποίησης αυτής αποτελούν τα λεγόμενα «πάνελ» (τα τραπέζια των συζητήσεων). Τα τραπέζια αυτά συγκροτούνται από δημοσιογράφους ή από δημοσιογράφους και πολιτικούς ή μόνο από πολιτικούς που μοιράζονται το ίδιο διακομματικό κλίμα και σύμπλεγμα συνενοχών. Οι φορείς της γνώσης είναι παντελώς εξοβελισμένοι από το διάλογο διότι κρίνεται ότι μπορούν να διαταράξουν τις ισορροπίες της «επιχειρηματολογίας» ή και το αποδεκτό θεματικό πλαίσιο (την «ατζέντα») της όλης παρουσίας. Επιπλέον, και αυτό ακόμη το ζήτημα της χρονικής εκπροσώπησης των κομμάτων στα δρώμενα θα είχε ενδιαφέρον να συσχετιστεί με το στατιστικό δείγμα των πολιτικών που συμμετέχουν στα «πάνελ».

Εν προκειμένω, το επιχείρημα της ακροαματικότητας αποτελεί την πλέον κραυγαλέα επιβεβαίωση της υποκατάστασης ή της ιδιοποίησης των θεσμών και των ρόλων, δηλαδή της ανατροπής της λογικής τους συστήματος. Ο τηλεκράτορας και οι εντεταλμένοι του συντελεστές αποφασίζουν πώς και από ποιον θα εκπροσωπηθεί το κόμμα, ποια θέματα θα συζητηθούν και ποια όχι, τι εγγράφεται στις κοινωνικές προτεραιότητες ή μη. Στην υποκατάσταση σε ρόλους και θεσμούς πρέπει να συνεκτιμηθεί και η αυταρχική λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας. Αναφέρομαι στη λογοκρισία που ασκείται, στην ασυλία με την οποία έχουν περιβάλει εαυτούς οι συντελεστές των «Μέσων», στην παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, στην ισοπέδωση των θεσμών, στην κατάλυση του κανονιστικού περιβάλλοντος.

Προβάλλει συχνά το επιχείρημα ότι η τηλεόραση, όπως άλλωστε και η πολιτική, προσομοιάζει στο κοινό της. Δεν είναι απλώς εσφαλμένη η άποψη αυτή, συνιστά απάτη. Το κοινό της τηλεόρασης δεν αποτυπώνει τον μέσο όρο του ελληνικού κοινού, αλλά το αγελαίο/μαζικό κατακάθι της κοινωνίας. Είναι το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που προσφέρεται εύκολα να λειτουργήσει ως καταναλωτής της πολιτικής, δηλαδή ως όργανο των συντελεστών των μέσων επικοινωνίας και των σκοπών τους. Δεν χρειάζεται να συγκρίνω την ελληνική κοινωνία με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή για να αποδείξω το γεγονός αυτό ούτε να αναφερθώ στη δεοντολογία του παιδαγωγικού ρόλου που οφείλει να παίζει η τηλεόραση. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι, αν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα διαπιστώνονταν η κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ ζήτησης πολιτικής και αποδοκιμασίας του περιεχομένου της πολιτικής που προσφέρεται από τα Μέσα Επικοινωνίας, από την κοινή γνώμη.

Έχει σημασία ως προς αυτό να σταθούμε ειδικότερα σε μία επισήμανση που την θεωρώ καίρια. Στην εποχή της τεχνοδικτυακής επικοινωνίας το κοινωνικό γεγονός συγκροτείται και υπάρχει εάν υιοθετηθεί από τα «Μέσα». Ένα γεγονός τοπικής σημασίας από τη στιγμή που υιοθετείται από τα Μέσα Επικοινωνίας γίνεται εθνικό ή αναλόγως παγκόσμιο. Κατά την ίδια έννοια, συνάγεται ότι το Μέσον Επικοινωνίας παίζει ένα ρόλο καταλύτη στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων, των νοοτροπιών, των στερεοτύπων και, προφανώς, της αυτογνωσίας.

Για να κατανοηθεί η αξία της επισήμανσης αυτής, αρκεί να θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το εθνικό συνειδησιακό οικοδομήθηκε με άξονα το επικοινωνιακό όχημα των ομηρικών επών. Το Βυζάντιο είχε τους δικούς τους επικοινωνιακούς συμβολισμούς που στην περίοδο της κρίσης αποκρυσταλλώθηκαν ή απεικονίσθηκαν με το έπος του Διγενή Ακρίτα. Και επί οθωμανοκρατίας, με τον θρήνο της Άλωσης.

Στην Ελλάδα του κράτους-έθνους, η «συνείδηση κοινωνίας» συμβολίσθηκε με το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Σήμερα οι συλλογικές αναφορές της ελληνικής κοινωνίας διαμορφώνονται από τους επώνυμους συντελεστές ή διασκεδαστές των Μέσων Επικοινωνίας και το έργο τους. Εξού και οι πολιτικές δυνάμεις διαγκωνίζονται να αξιοποιήσουν πολιτικά τους αστέρες της τηλεθέασης. Αυτά είναι τα πρότυπα που διαχέονται στις μάζες.

5. Ποια μπορεί να είναι η λύση; Οι καθιερωμένες αρχές επικεντρώνονται σε στερεότυπα όπως η δεοντολογία, η αυτορρύθμιση, η ελευθερία των συντελεστών των «Μέσων», η ηθική τους δέσμευση, ο πλουραλισμός, η ακροαματικότητα και άλλα. Όλα όμως αυτά, που πρέπει να επισημάνω, είναι εναρμονισμένα με την προ-αντιπροσωπευτική λογική της νεοτερικής πολιτείας, δεν αποτελούν παρά τρόπους και μέσα που κατατείνουν στην διατήρηση της ιδιοποίησης του πολιτικού λόγου, του κράτους, το οποίο ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, στην καθυπόταξη του δημοσίου χώρου στο διατακτικό της οικονομικής αγοράς και στο ίδιον συμφέρον των τηλεκρατόρων. Εξού και οι ανωτέρω αρχές εστιάζουν το ενδιαφέρον τους με ακρίβεια στην κατοχύρωση της μιας και μοναδικής αρχής, που είναι η μη υπαγωγή των «Μέσων» στον κανόνα και στην κύρωση, η τοποθέτησή τους, με άλλα λόγια, υπεράνω του νόμου.

Ώστε, η μεταβολή του Μέσου Επικοινωνίας, από Μέσον Ενημέρωσης σε πεδίο της πολιτικής, εγείρει ένα μείζον ζήτημα πολιτικής δεοντολογίας που έχει να κάνει με την εναρμόνισή του και, κατ’επέκταση, με τη διαχείριση του πολιτικού λόγου με γνώμονα τη λογική και το συμφέρον της κοινωνίας, δηλαδή σύμφωνα με την ελευθερία της κοινωνίας, και όχι των συντελεστών των «Μέσων». Τα Μέσα Επικοινωνίας, αιτούμενα την εφαρμογή, ως προς αυτά, της αρχής της αυτορύθμισης, επιδιώκουν την εξαίρεσή τους από το όποιο κανονιστικό περιβάλλον θα άρμοζε στο δημόσιο συμφέρον. Στην πραγματικότητα επιδιώκουν να τοποθετηθούν περίπου ως η «Ανωτάτη Αρχή» του έθνους. Οπότε, από τη θέση αυτή, θα ήσαν εφεξής σε θέση να θέσουν την πολιτεία και, συνακόλουθα, την κοινωνία υπό αναγκαστική διαχείριση. Το αντιφατικό, εν προκειμένω, είναι ότι στην εξέλιξη αυτή, η ελευθερία του «Μέσου» αντιστρατεύεται την ελευθερία της κοινωνίας, αφού η μεταβολή του σε πραγματικό ιδιοκτήτη της πολιτικής οδηγεί στην υποχειρίαση του πολιτικού της λόγου.

Το δίλημμα επομένως είναι είτε να αποδεχθεί κανείς το παρόν σύστημα, προβάλλοντας την ηθική ευθύνη των συντελεστών του και, συνεπώς, να οδηγηθούμε σε ένα καθεστώς πραγματικής δεσποτείας, δηλαδή ιδιοκτησίας επί της κοινωνίας μέσω της πολιτικής, είτε να το αλλάξουμε. Η αλλαγή του συστήματος των «Μέσων» δεν συνεπάγεται την κατάργηση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, αλλά τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας του συστήματος από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου και, στην παρούσα φάση, την υπαγωγή της λειτουργίας τους στους κανόνες του δημοσίου χώρου. Το ζήτημα, σε κάθε περίπτωση, δεν εστιάζεται για την ώρα, στην αντιπροσωπευτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, αλλά στην εναρμόνιση των «Μέσων» με το δημόσιο συμφέρον.

Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι το πρόβλημα της διαχείρισης του πολιτικού λόγου από τα Μέσα Επικοινωνίας γεννάται και οξύνεται συντωχρόνω με την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Διότι ο πολιτικός λόγος αποβαίνει η κυρίαρχη παράμετρος του συστήματος και όποιος τον ελέγχει, ελέγχει και το σύστημα. Προφανώς, δεν ενοχοποιείται η κοινωνία για την πολιτική της ανάπτυξη, αλλά το πολιτικό σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα των «Μέσων», που παραμένει δέσμιο του παλαιού καθεστώτος. Αν λοιπόν η ελευθερία του «Μέσου» δεν ισοσταθμίζεται με την ελευθερία της κοινωνίας, η επιλογή που έχει κανείς παύει να είναι διλημματική: αντί να αφήσει τον πολιτικό λόγο και την πολιτική δυναμική στην ιδιοκτησιακή ευχέρεια του τηλεκράτορα, επιλέγει την ελευθερία της κοινωνίας. Εκτιμώ εντούτοις ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι συσχετισμοί και, κατ’επέπταση, η πολιτική ανάπτυξη της νεοτερικής κοινωνίας, δεν είναι ικανές να μεταβάλουν το σύστημα. Εξού και εκτιμώ ότι η επίλυση του προβλήματος θα έλθει από το μέλλον, με τη σταδιακή εξέλιξη του τεχνοδικτυακού συστήματος. Διακρίνουμε ήδη τα ίχνη της εξέλιξης αυτής, στο πλαίσιο της λειτουργίας του ίντερνετ, όπου διαχωρίζεται ρητώς η ιδιοκτησία του «Μέσου» από τον συντελεστή του λόγου. Ο τελευταίος ουδόλως ενδιαφέρεται για τον ιδιοκτήτη του ιντερνετικού συστήματος.

Στην παρούσα φάση, ωστόσο, θεωρώ ότι διατηρεί την επικαιρότητά του το σχήμα της πρότασης με την οποία είχα συνοδεύσει το 1989 ως Πρόεδρος της ΕΡΤ, την ιδέα για τη δημιουργία της πρώτης Ανεξάρτητης Αρχής, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και η οποία συνίσταται στα εξής:

- Να υιοθετηθεί ένας Συνταγματικός χάρτης των Μέσων Επικοινωνίας που θα ρυθμίζει τη θέσμιση και τη λειτουργία τους δυνάμει της αρχής ότι διαχειρίζονται το πεδίο της πολιτικής και ορίζουν, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου και την πολιτική εκπροσώπηση.

- Να μετεξελιχθεί η Ανεξάρτητη Αρχή, εν προκειμένω το Ε.Σ.Ρ., σε θεμελιώδη εναρμονιστικό θεσμό, επιφορτισμένο με την λειτουργία των «Μέσων», σύμφωνα με τις επιταγές του Συνταγματικού χάρτη και τη λογική του δημοσίου συμφέροντος.

Προφανώς, αναφέρομαι σε ένα άλλο σύστημα που αποκλείει την υποταγή της πολιτικής στο διατακτικό της αγοράς, στην οποία παραπέμπει επίσης η έννοια της αυτορύθμισης, που δεν εναποθέτει τη διαχείριση της πολιτικής στην ηθική δεοντολογία, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την υποταγή του συντελεστή του «Μέσου» στο σκοπό του πολιτικού συστήματος, δηλαδή στη λογική του δημοσίου χώρου. Έως τότε όμως δεν πρέπει να προκαλεί απορία το γεγονός της υποχειρίασης της γλώσσας στο σκοπό του συστήματος της ιδιοποίησης, που οδηγεί στη μεταβολή της πολιτικής σε θέαμα, σε προϊόν προς κατανάλωση από τους μεταλλαγμένους σε καταναλωτές πολίτες.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème - Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-06-09

Σχετικό σχόλιο για τα ΜΜΕ στην Ελλάδα από τον καθηγητή Νεοκλή Σαρρή στο video: Τομές 23.6.09 1/3 - Η δικτατορία των ΜΜΕ

Διαβάστε περισσότερα......

Μείωση στρατιωτικής θητείας και ελληνικό "μπάχαλο"

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

Εκλογική μάλλιον παρά αμυντική στρατηγική μοιάζει να αντανακλά η κυβερνητική απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας, η τελευταία μόνο από μια σειρά αποφάσεων αμυντικής/εξωτερικής πολιτικής που μοιάζουν να ολοκληρώνουν, και στον τομέα αυτό, το γενικότερο, τοις πάσι ορατό ελληνικό «μπάχαλο», χωρίς μάλιστα τελικά να εξυπηρετούν και εκλογικά, υπογραμμίζουν πολιτικοί αναλυτές.

Ασφαλώς είναι δημοφιλές στους νέους να μην πηγαίνουν στρατό, όπως στους περισσότερους ‘Ελληνες, ιδίως μη εργαζόμενιους ραντιέρηδες και, πρώτα και κύρια, τους ανεκδιήγητους πολιτικούς μας, να μην εκπληρώνουν γενικά τις υποχρεώσεις τους, ακόμα και τις πιο στοιχειώδεις. Μόνο που είναι σαφές, ακόμα περισσότερο μετά τις ευρωεκλογές ότι ένας μεγάλος αριθμός και «μεσαίων» πλέον Ελλήνων, ακόμα και αν βολεύονται σε ορισμένες ιδιωτικές τους υποθέσεις από τη γενικευμένη ανομία, νοιώθουν όλο και περισσότερο τις συνέπειες της αποσύνθεσης του εθνικού σχεδίου, του κράτους και της κοινωνίας, θέλουν πίσω τη χώρα τους. Ο μισός ελληνικός λαός, τελών σε κατάσταση νευρικής κρίσης, αρνήθηκε να ψηφίσει οποιοδήποτε κόμμα ή τροφοδότησε τον δεξιό ριζοσπαστισμό του κ.Καρατζαφέρη, όχι εξαιτίας, αλλά παρά τα ακροδεξιά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο ΛΑΟΣ. Τα παιδιά που γλυτώνουν δύο μήνες θητεία και οι γονείς τους είναι αμφίβολο ότι θα ψηφίσουν ΝΔ εξ αυτής της αιτίας και ασφαλώς αρκετοί μεταξύ τους θα σκεφτούν ότι δεν πρόκειται παρά για ένα ακόμη «ρουσφέτι» της κακιάς ώρας προς τους εκλογείς. Η ελληνική πολιτική μοιάζει να κατάντησε ένα σύνολο παρόμοιων ρουσφετιών, προς κατηγορίες και άτομα, το συνολικό αποτέλεσμα των οποίων διαλύει τη χώρα.

Είναι αλήθεια ότι η θητεία, όπως γίνεται σήμερα, έχει περιορισμένη χρησιμότητα. Περιορίζοντάς την όμως δεν αυξάνεις τη χρησιμότητά της, αυξάνεις τον αριθμό άπειρων στρατιωτών που κινδυνεύουν, σε περίπτωση ανάγκης, να μην μποιρούν να υπερασπιστούν καν τον ευατό τους. Μακάρι κάποιος εμνευσμένος Υπουργός ‘Αμυνας να κατάφερνε να τη μεταρρυθμίσει σοβαρά όπως και την όλη βαρειά και απροσάρμοστη δομή του στρατού (ο γράφων π.χ. το μόνο που θυμάται από την όλη στρατιωτική του «εκπαίδευση» είναι έξη ή επτά «δοκιμαστικές ορκομωσίες» που έκανε). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αν πονάει το κεφάλι πρέπει να το κόψουμε. Ήδη άλλωστε, προ της μειώσεως, το ελληνικό κράτος και οι υπηρεσίες του έχουν κάνει ότι μπορούν για να διευκολύνουν τους φυγόστρατους, κυρίως παιδιά των πιο εύπορων τάξεων, δίνοντάς τους και την πρακτική δυνατότητα να αποφύγουν τη θητεία, αλλά και το «ιδεολογικό κίνητρο» - ποιός θα πάει στον στρατό να υπερασπίσει το βασίλειο της Mizens;

Στην Ελβετία, που διακρίνεται για τη βαθιά δημοκρατική της παράδοση, οι πολίτες έχουν θητεία τριών μηνών και, στη συνέχεια, ασκούνται και επανεκπαιδεύονται εφόρου ζωής. Στην απίθανη περίπτωση εισβολής στη χώρα, ολόκληρος ο πληθυσμός μπορεί να κινητοποιηθεί σε ώρες και είναι έτοιμος να την υπερασπίσει.

Η Ελβετία δεν απειλείται από κανένα, παίρνει όμως στα σοβαρά τον εαυτό της εν γένει και την άμυνά της ειδικά. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αντίθετα πραγματική απειλή, έργω και λόγω, με casus belli, τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του κόσμου απέναντι από Σάμο και Μυτιλήνη, καθημερινές παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας και τον τουρκικό στρατό να έχει καταλάβει τη μισή Κύπρο απειλώντας την υπόλοιπη, διώχνοντας από τα σπίτια τους 200.000 ‘Ελληνες. Πληρώνει τεράστια ποσά σε αμυντικές δαπάνες, δεν έχουν όμως οι ηγέτες της καμιά διάθεση να πάρουν σοβαρά την άμυνα της χώρας! Αντί ο Αρχηγός του ΓΕΝ, υλοποιώντας το ενιαίο αμυντικό δόγμα, να εμφανίσει αποτρεπτικά τις δυνάμεις του στα νερά της Πάφου και της Αμμοχώστου, όπως κάνει ο Τούρκος ομόλογός του, επιθετικά εκείνος, προτιμά επισκέψεις στην Τουρκία και αστειάκια με τον ομόλογό του για τις επιδόσεις της Γαλατασεράι. Η Ελλάδα έχει τα δύο πιο ακριβά και αξιόμαχα σκάφη της στον Περσικό Κόλπο να κυνηγάνε «τρομοκράτες» και έξω από το ‘Αντεν να κυνηγάνε πειρατές. ‘Οπως διαβάσαμε προχτές στους Τάιμς, οι πειρατές εμφανίστηκαν όταν τα δυτικά αλιευτικά πήγαν και κατέστρεψαν οτιδήποτε ζούσε στα νερά της Σομαλίας, οδηγώντας στην πείνα τους άτυχους ψαράδες μιας εξαθλιωμένης χώρας!

"Επαγγελματικός Στρατός"

Η νέα «μεγάλη ιδέα» ενός έθνους που θέλει κάποιοι άλλοι να του λύνουν μονίμως τα προβλήματα και μιας «ελίτ» που προτιμά να κλέβει παρά να παράγει, είναι ο «επαγγελματικός στρατός». Τέτοιοι στρατοί δεν ταιριάζουν στη δημοκρατία, όπως έχει δείξει όλη η αρχαία και νεώτερη ιστορία, συνιστούν μακροχρόνια σημαντική, πολλαπλή απειλή γι’ αυτή. Τους χρειάζονται μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για επεμβάσεις στα πέρατα του κόσμου και δεν είναι καν αποτελεσματικοί, κυρίως επιδίδονται σε εγκλήματα και σε πλιάτσικα. Δεν ανταποκρίνονται στο είδος της εθνικής απειλής που αντιμετωπίζει ο ελληνικός λαός σε Θράκη, Κύπρο και Αιγαίο, είναι άχρηστοι και πανάκριβοι. Βραχυπρόθεσμα, στο μόνο που μπορούν να ωφελήσουν είναι στην ρουσφετολογική πρόσληψη χιλιάδων νέων που δεν γίνονται καν πραγματικοί οπλίτες, αλλά μάλλον δημόσιοι υπάλληλοι.

Ασυναρτησία σε αμυντική και εξωτερική πολιτική

Η μείωση της θητείας δεν είναι το μόνο «λάθος σήμα», τόσο προς την ‘Αγκυρα, όσο και προς την ελληνική κοινωνία, αλλά και τα στελέχη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, που πρέπει, όπως όλοι άλλωστε, να διατηρούν μια αίσθηση αποστολής για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Γιατί δεν μπορούν από τη μια να διακινδυνεύουν τη ζωή τους αναχαιτίζοντας τουρκικά μαχητικά στο Αιγαίο και, ταυτόχρονα, να βλέπουν την ελληνική κυβέρνηση να συγκατατίθεται στην ανάληψη από Τούρκο πτέραρχο της διοίκησης ΝΑΤΟϊκού στρατηγείου στη Λάρισα, με αποστολή τον έλεγχο για τη Συμμαχία του εναέριου χώρου των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου, περιλαμβανομένου του Αιγαίου. Το αρχιπέλαγος είναι (μαζί με την Κύπρο) το κύριο αντικείμενο της τουρκικής απειλής κατά της Ελλάδας, αλλά και το μεγαλύτερο στρατηγικό ατού της χώρας, ως φυσική διέξοδος των Στενών. Πως μπορεί να εκχωρηθεί;

Ούτε και η συζήτηση για μείωση αμυντικών δαπανών είναι πολύ σοβαρή, στο μέτρο που κινδυνεύει να καταλήξει σε απλή αναδιάρθρωση χρέους, με τελικό αποτέλεσμα την καταβολή μεγαλύτερων ποσών. Απορεί κανείς γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποφύγει να κάνουν προς την Τουρκία προτάσεις μορατόριουμ στην αγορά των εξοπλιστικών προγραμμάτων ή γιατί δεν έχουν διασυνδέσει την ενταξιακή πορεία της γείτονος με την παρουσία του αποβατικού στόλου στη Μικρασία. Απορεί επίσης κανείς γιατί δεν προχωρά η πολυδιαφημισμένη αγορά ρωσικών θωρακισμένων και η εν γένει αμυντική συνεργασία με τη Ρωσία, γιατί έχουν αφεθεί ασυντήρητοι, όπως υποστηρίζουν καλά ενημερωμένες στρατιωτικές πηγές, οι S-300 στην Κρήτη κ.ο.κ. ‘Οπως απορεί και με το απολογητικό ύφος της Κυρίας Μπακογιάννη ή του κ. Χριστόφια όταν ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας (που έχει εκδιώξει δια της βίας τους ‘Ελληνες της Πόλης) θέτει θέμα Μουσουλμάνων Θράκης ή ο κ. Φερχόιγκεν καταγγέλλει τους Ελληνοκύπριους ως υπεύθυνους της τουρκικής εισβολής και κατοχής! Μα ποιός θα υπερασπίσει την Ελλάδα και την Κύπρο διεθνώς, ποιός θα διαμαρτυρηθεί για όσα πράττει ή απειλεί η Τουρκία, όταν αποφεύγουν να το κάνουν οι εντεταλμένοι πολιτικοί της χώρας;

Με τούτα και με κείνα, υπογραμμίζουν ανώτερα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν θα εξασφαλίσουμε καμμιά φιλία και συνεργασία με την Τουρκία. Είναι αμφίβολο αν θα εξασφαλίσουμε σε βάθος χρόνου και την ειρήνη. Αυτές οι (μη) πολιτικές κινδυνεύουν στο τέλος είτε να προκαλέσουν σοβαρή κρίση με την Τουρκία, είτε να οδηγήσουν στη λογική τους κατάληξη, θεσμικό ακρωτηριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας και περιορισμό της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας.Και τότε, πράγματι, ένας έξαλλος αν και αδιέξοδος ελληνικός εθνικισμός-σωβινισμός, αν όχι ένα ακροδεξιό φασίζον σχέδιο, όπως αυτά που χαρακτήρισαν τη μεταπολεμική ελληνική ιστορια, θα μπορούσαν μακροχρόνια να καταστούν αξιόπιστες πολιτικές προτάσεις.

Αναδημοσίευση από το konstantakopoulos.blogspot.com - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-06-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα – Αξιακοί προσανατολισμοί στα Νέα Ελληνικά του Γυμνασίου (Β' μέρος) - 23 Ιουν 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει τα βιβλία γλώσσας του Γυμνασίου,
με καλεσμένη τη φιλόλογο κα. Ευδοξία Αυγουστίνου.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Νοσογόνος επαγγελματική πολιτική

Xρήστος Γιανναράς

Eνδιαφέρει, για λόγους ανθρωπογνωσίας (και όχι μόνο), το πρόβλημα των επιπτώσεων που έχει σήμερα στη νοημοσύνη και στον ψυχισμό ή επαγγελματική απασχόληση με την πολιτική.

Μια επιφυλλίδα δεν νομιμοποιείται (ούτε επαρκεί) να μιλήσει με όρους της ψυχοπαθολογίας, οφείλει να περιοριστεί στη γλώσσα της κοινωνικής παρατήρησης. Θα ήταν, όμως, γόνιμο και ελπιδοφόρο, αν το συγκεκριμένο πρόβλημα προκαλούσε, επιτέλους, διευρυμένη συζήτηση με τη συμμετοχή αρμοδιότερων και οξυδερκέστερων παρατηρητών. Αξίζει τον κόπο να γνωρίζουμε αν οι κρίσιμες αποφάσεις για τη συλλογική μας επιβίωση και αξιοπρέπεια, όπως και για το μέλλον των παιδιών μας, λαμβάνονται από ανθρώπους ψυχικά υγιείς.

Να ασχολείται κανείς σήμερα επαγγελματικά με την πολιτική συνεπάγεται, κατά τεκμήριο, απώλεια επαφής με την πραγματικότητα (όχι αλληγορικά, κυριολεκτικά). Ο επαγγελματίας της πολιτικής ζει καθημερινά και αδιάλειπτα, επί μήνες, χρόνια και δεκαετίες, μια τεταμένη προσπάθεια να παρακάμπτει και να αγνοεί τα λάθη, τις παραλείψεις, τις ατολμίες του. Μιλάει μόνο για τις επιτυχίες και τις προθέσεις του με συγκεχυμένα τα όρια ανάμεσα στις δυο. Αναπόφευκτα οι νοητικές του λειτουργίες αγκυλώνονται προοδευτικά στη μονοτροπία ενός επαγγελματικά επιβεβλημένου ναρκισσισμού. Ατονεί ώς την εξαφάνιση η αυτοκριτική λειτουργία, οι αρνητικές (όχι ευχάριστες) πτυχές της επαγγελματικής του απόδοσης απαλείφονται από το συνειδητό, γίνονται ανύπαρκτες. Ζει, άθελά του, σε μια ψευδαισθητική πραγματικότητα άσφαλτου βίου.

Τα επιφανέστερα παραδείγματα είναι των κομματικών αρχηγών: Βγαίνει ο πρωθυπουργός τη νύχτα της εκλογικής του πανωλεθρίας και την αιτιολογεί με μια και μόνη παραδοχή: ότι τα μέτρα που η κυβέρνησή του έλαβε για να αντιμετωπίσει η χώρα τη διεθνή οικονομική κρίση δεν ήταν επαρκή! Ψέλλισε κάτι και για «ανάρμοστες συμπεριφορές» συνεργατών του. Τίποτε άλλο. Καμιά επίγνωση για τη δική του εξωφρενική ατολμία και αβουλία, για την παροιμιώδη ανικανότητά του να αξιοποιήσει ανθρώπινη ποιότητα στην κυβέρνησή του και στο κόμμα του. Ούτε λέξη για την εκτραχηλισμένη φαυλότητα της κομματικής του καμαρίλας, τον καταιγισμό των σκανδάλων, τις μεθοδεύσεις για αμνήστευση της διαφθοράς. Κανένα από τα αίτια της οργής και της αηδίας των πολιτών που τον εμπιστεύθηκαν δεν έγινε αντιληπτό από τον πρωθυπουργό. Δεν έχει πια την ικανότητα να αντιληφθεί την κοινωνική απόγνωση που γεννάει το ένα και μοναδικό «κατόρθωμά» του: Να καταστήσει σίγουρο αυριανό πρωθυπουργό την πιο μειονεκτική φιγούρα του πολιτικού μπερντέ. Να δίνουν οι δημοσκοπήσεις στον σημερινό αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπεροχή δέκα (10) εκατοστιαίων μονάδων σε προσωπική προτίμηση έναντι του πρωθυπουργού! («Κ» 12.6.2009).

Κορυφαία περίπτωση απώλειας της επαφής με την πραγματικότητα και ο αναχθείς «εκ του μη όντος εις το είναι» αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Γι’ αυτόν ο χρόνος και η μέτρηση του χρόνου άρχισαν από τη στιγμή που η «Νέα Δημοκρατία» έγινε κυβέρνηση. Τα προηγούμενα είκοσι χρόνια της πατρικής πρωθυπουργίας και τα όσα δικής του υπουργίας απαισθητοποιούνται μέσα στον γνόφο μιας «προπτωτικής» αχρονίας. Για τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ το κόμμα του δεν έχει παρελθόν. Δεν υπήρξε η λοιμική του φασιστοειδούς κράτους των «κλαδικών» και των εγκάθετων παντού «πρασινοφρουρών», δεν συντελέστηκε ποτέ το ανήκεστο έγκλημα υπερχρέωσης του κράτους, κατάργησης κάθε αξιοκρατικής ιεραρχίας και κάθε πειθαρχικού ελέγχου, ο ιδεολογικά καταξιωμένος αμοραλισμός του «όλα επιτρέπονται». Δεν διέλυσαν τα σχολειά οι «προοδευτικοί» μηδενιστές και απάτριδες, δεν καταξευτέλισαν τη λογική της ακαδημαϊκής σπουδής και της έρευνας οι συντεχνίες των συμφερόντων στα πανεπιστήμια. Για τον ευσυμπάθητο, θλιβερά ολίγιστο κληρονομικό ηγέτη της σοσιαλεπώνυμης φενάκης όλα τα προβλήματα της χώρας γεννιούνται άμα τη εμφανίσει νεοδημοκρατικής κυβέρνησης. Ακόμα και το ασφαλιστικό και η «διαπλοκή» και η φοροδιαφυγή και η οικιστική ασυδοσία – τα πάντα.

Τη σχιζοφρενική απώλεια επαφής με την πραγματικότητα συνοδεύουν, στην περίπτωση των επαγγελματιών της πολιτικής, πολλά ακόμα συμπτώματα δυσλειτουργίας της νοημοσύνης και του ψυχισμού. Εξειδικευμένες διατριβές κλινικής ψυχοπαθολογίας ή κοινωνικής ανθρωπολογίας από τη σύγχρονη ελλαδική εμπειρία θα ήταν πολύτιμες. Μια επιφυλλίδα τίτλους μόνο και υπαινικτικές επισημάνσεις μπορεί να τολμήσει.

Το ορμέμφυτο αίσθημα της ντροπής είναι πολύτιμο για τη διαμόρφωση και την άμυνα της προσωπικής μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου. Ντρέπομαι σημαίνει: η εικόνα μου στα μάτια των άλλων αρνούμαι να ταυτίζεται με αδιαφοροποίητο άτομο του βιολογικού είδους, να είμαι για τους άλλους μια απρόσωπη μονάδα της φυσικής ομοείδειας των ανθρωποειδών – γι’ αυτό και δεν βγαίνω γυμνός στον δρόμο. Θέλω οι άλλοι, στη σχέση τους μαζί μου, να εντοπίζουν την ετερότητα, τα ανόμοια και ανεπανάληπτα γνωρίσματα της ύπαρξής μου, να με αντιμετωπίζουν όπως μόνον εγώ είμαι.

Ομως, η ντροπή (και η ψυχική υγεία που εκφράζει) είναι κάτι από το οποίο υποχρεώνεται να παραιτηθεί ο επαγγελματίας της πολιτικής σήμερα. Η επαγγελματική δεοντολογία απαγορεύει στον πολιτικό να είναι ο εαυτός του: οφείλει να είναι, δίχως ντροπή, μια άλλη εικόνα, ψεύτικη, κατασκευασμένη από επιδέξιους image makers. Oφείλει να μιλάει, να χειρονομεί, να μορφάζει (επομένως και να σκέπτεται και να αισθάνεται) όχι για να εκφραστεί, αλλά για να προκαλέσει προσχεδιασμένες εντυπώσεις. Συζητάει ή δημηγορεί όχι για τα πράγματα καθεαυτά (προβλήματα, στόχους), αλλά για να κλέψει τις εντυπώσεις, να ξεγελάσει τους ακροατές του με επιδέξια ψεύδη.

Και ο χρόνος εκδικείται: ο εθισμός ετών ή δεκαετιών στην υποχρεωτική αλλοτρίωση, στην παραίτηση από την ντροπή, παγιώνει μια μάσκα ψευτιάς πάνω σε αυτό που ήταν κάποτε το πρόσωπο του επαγγελματία της πολιτικής. Αν διαθέτει σπάνιο ταλέντο ηθοποιού, όπως διέθετε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ξέρει να διαχειρίζεται τη μάσκα τόσο καλά ώστε να εξαπατά έως και τους μετρίως νοήμονες. Αν όμως είναι ατάλαντος ο πολιτικός, τότε η μάσκα κραυγάζει τον πεθαμένο συναισθηματικά εαυτό του, τον ταριχευμένο με κενούς κομπασμούς. ΄Η κραυγάζει η μάσκα την αξιολύπητη μετριότητα, που δεν καταλαβαίνει πόσο αυτοδιασύρεται σε θέσεις ηγετικές, αμείλικτα μεγεθυντικές της φυσικής ανεπάρκειας. ΄Η μπορεί να παγιώνει η μάσκα ένα ευτελές, παντός καιρού χαμόγελο ναρκισσιστικής ξιπασιάς, δήθεν παντοδύναμο όπλο στην εξωτερική πολιτική!..

Η απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και η υποκατάσταση της κριτικής σκέψης από τα τεχνήματα παραγωγής εντυπώσεων έχουν και μια πολύ πρακτική συνέπεια: Οι πολιτικοί δεν διαβάζουν εφημερίδες. ΄Η δεν τις καταλαβαίνουν πια. Πάντως, επιδεικτικά τις αγνοούν.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 21-06-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα – Αξιακοί προσανατολισμοί στα Νέα Ελληνικά του Γυμνασίου (Α' μέρος) - 16 Ιουν 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει τα βιβλία γλώσσας του Γυμνασίου,
με καλεσμένη τη φιλόλογο κα. Ευδοξία Αυγουστίνου.

Σχετικό σχόλιο για τον έλεγχο των σχολικών βιβλίων από τον καθηγητή Νεοκλή Σαρρή στο video: ΤΟΜΕΣ 05-06-07 1/3

Διαβάστε περισσότερα......

Στρατευμένα με δόλια αποστολή τα νέα βιβλία γλώσσας του Δημοτικού

Δημήτρης Νατσιός

Δημοσιεύω ένα κείμενο του συναδέλφου Θωμά Γκιάτα, το οποίο αναφέρεται στα σχολικά βιβλία της γλώσσας. Από την στήλη αυτή πολλές φορές έχω στηλιτεύσει τα νεοταξικής υφής εγχειρίδια, που συνιστούν προπαιδεία καταναλωτισμού και αποσαθρώνουν γλώσσα και παράδοση. Προσυπογράφω εκθύμως τις σκέψεις του καλού συναδέλφου μου.

Μετά την έκδοση των νέων βιβλίων του Δημοτικού την άνοιξη του 2006, όλα παρουσιάστηκαν ως καλώς έχοντα και συνάδοντα με τους βασικούς πολυδιάστατους και πολυσχιδείς άξονες της παιδείας της «νέας εποχής»: τη διαθεματικότητα, σε συνδυασμό με μια φανταχτερή κοσμοπολίτικη πολυπολιτισμικότητα κενή περιεχομένου, την ανοχή ανάδειξη και δικαιολόγηση του διαφορετικού μέχρι του σημείου να φαντάζουν ως συντηρητισμός τα καθιερωμένα και οι σταθερές. Όλα τα γνωρίσματα των βιβλίων, η δομή, η διαμόρφωση και η θεματική τους καταδεικνύουν και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι προϊόν δόλου και σκοτεινών μεθοδεύσεων για τους εξής λόγους:

Α. Η γλώσσα είναι η πατρίδα μας, είναι ο τόπος μας, είναι όσα μας ορίζουν και στοιχειοθετούν την ύπαρξή μας. Με τα νέα βιβλία επιχειρείται συνειδητή απογλωσσοποίηση της φυσικής γλωσσικής δεξιότητας των μαθητών και χυδαιοποίηση της ελληνικής. Από κυρίαρχο όργανο λόγου με σαφή επήρεια σ’ όλες τις δυτικές γλώσσες, από όργανο κωδικοποίησης των καταβολών και της πείρας ενός λαού και της μετάδοσης τους στις επόμενες γενιές, από όργανο συνεννοήσεως, συν-χωρήσεως, κατανοήσεως των συνανθρώπων και μεθέξεως εις τα επιστητά, έχει μετατραπεί σε χύμα «αγοραίο» λόγο.

Κείμενα με οδηγίες χρήσεως καφετιέρας, με οδηγίες επιβιβάσεως στο μετρό, υπό το πρόσχημα διδασκαλίας της προστακτικής, λες και δεν υπήρχαν διδακτικότερα κείμενα για την εμπέδωση του φαινομένου.

Διαφημίσεις γνωστών εμπορικών ειδών, συνταγές για μακαρόνια με κιμά και κουλουράκια, που ενώ θα μπορούσαν να είναι καταλυτικά και βοηθητικά σαν συμπλήρωμα κειμένων για την ιστορία και τη λαϊκή παράδοση, όντας όμως απομονωμένα θυμίζουν σκέλεθρα και σκιάχτρα της αξιοπρέπειάς μας.

Κείμενα που θα μπορούσαν να παρατεθούν ως βοηθητικά παρα-κείμενα σε ειδικά παραρτήματα, αλλά όχι ως κύρια κείμενα γλωσσικής διδασκαλίας.

Β. Πλήττονται βάναυσα, προκλητικά και απροκάλυπτα η πίστη, η φιλοπατρία και οι παραδοσιακές αξίες, εφόσον απουσιάζουν σχεδόν κείμενα που να τις αναδεικνύουν. Τα υπάρχοντα κείμενα είναι «αναγκαίο κακό», προσχηματικά και παρατίθενται μόνο για να κλείσουν κάποια στόματα.

Απουσιάζουν σχεδόν παντελώς τα δημοτικά μας τραγούδια και λογοτεχνικά κείμενα παλαιών και νέων λογοτεχνών όπως και οι νομπελίστες μας Σεφέρης και Ελύτης.

Απουσιάζουν λογοτεχνικά κείμενα πυρωμένα, εμπνευσμένα, γεμάτα φλόγα, αισθήματα και συναισθήματα, με σκοπό να μην παραδειγματίζονται και να μην συγκινούνται τα παιδιά του Δημοτικού∙ για να μπορέσουν να εγκλιματιστούν καλύτερα και να παραδοθούν βορά της Παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης, στις πολυφυλετικές κοινωνίες που κάποιοι εδώ και χρόνια προετοιμάζουν μεθοδικά.

Απουσιάζουν οι μύθοι του Αισώπου, παραμύθια, κείμενα με αποστάγματα πείρας των παλαιοτέρων, κείμενα με ζωντανά διδάγματα, πηγαία κι απέριττα, χωρίς διδακτισμό.

Γ. Κοσμικοποιούνται οι μεγάλες μας γιορτές, Πάσχα και Χριστούγεννα, χάνουν το εσώτερο φιλάνθρωπο νόημά τους και γυμνώνονται από το βάθος των νοημάτων και την ουσία του εορτασμού τους.

Συνδέονται με κοινωνικές εκδηλώσεις, μαγειρέματα, καλοπέραση, χλιδή και καταναλωτισμό, χάνοντας την πνευματική τους διάσταση όσον αφορά τον ανακαινισμό του ανθρώπου. Συγχρωτίζονται με ξένα σύμβολα και συνήθειες που προκαλούν σύγχυση στους νεότερους. Δράκοι συναγελάζονται με τον Χριστό μέχρι του σημείου να μοιάζουν και τα μάτια τους, ενώ ο μουσουλμάνος Νορντίν κάνει τη βόλτα του σ’ έναν ορθόδοξο ναό, εν μέσω «άσχημων γέρων» Αγίων.

Δ. Η μαγεία έχει την τιμητική της. Προβάλλεται συνεχώς με φαινομενικά αθώες φράσεις όπως ο «μαγικός κόσμος των βιβλίων». Στα Μαθηματικά της τρίτης μάγισσα εκτελεί τους πολλαπλασιασμούς επί 10, 100, 1000 κλπ. Επιχειρείται η εξοικείωση των παιδιών με τη μαγεία και η εισβολή της στην καθημερινή ζωή σαν κάτι το φυσικό. Αυτό είναι και το πλέον επικίνδυνο: Τα σχολικά εγχειρίδια να λειτουργούν ως προεισαγωγικά και φροντιστήρια μαγείας, σαν τα βιβλία του Χάρυ Πότερ. Τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν ότι τίποτα στη ζωή δε γίνεται με μαγικό τρόπο κι ότι η ενασχόληση με τη μαγεία είναι άκρως επικίνδυνη, όπως διαφαινόταν στο παλιό μάθημα των αναγνωστικών για τον μαθητευόμενο μάγο. Με καρτούν, ξωτικά που μαγειρεύουν παρέα με παιδιά, κόμικς, μάγισσες και σκουπόξυλα, δεν θα γίνει δελεαστικότερη η περιπέτεια της μαθήσεως αλλά μάλλον θα ξεπέσει στα μάτια των παιδιών.

Όλα τα ανωτέρω δεν μπορεί αν είναι τυχαία ή συμπτωματικά κι επομένως φανερώνουν το ρόλο κι αποκαλύπτουν την ευθύνη των μελών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, των επιτροπών ανάθεσης και συγγραφής, των εκατέρωθεν Υπουργών κι όλων των εμπλεκομένων.

Οι δάσκαλοι έχουν αρχίσει να χάνουν την εκτίμηση προς το έργο που επιτελούν και την πίστη τους ότι είναι ενσαρκωτές και μεταδότες αξιών κι όχι αναμεταδότες στείρων πληροφοριών ή παπαγαλάκια υποκαθιστώντα τους υπολογιστές.

Κάθε μάθημα του δασκάλου είναι μια νίκη.

Τα νέα βιβλία με το πνεύμα τους τη νίκη τη μετέτρεψαν σε ήττα. Οι δάσκαλοι εξέρχονται του μαθήματος προβληματισμένοι και ταπεινωμένοι. Μόνον η απόρριψη των άχρηστων, επικίνδυνων και στρατευμένων κειμένων εκ μέρους των δασκάλων και η αντικατάστασή τους με ζωογόνα κείμενα από την παράδοση, τις περιπέτειες των Ελλήνων, την ιστορία και την ελληνική ζωή, θα αφυπνίσει τις συνειδήσεις των υπολοίπων δασκάλων και μαθητών.

Αυτό το φανερό και παλληκαρίσιο «κρυφό σχολειό» μας χρειάζεται, αντιτάσσοντας αδούλωτο φρόνημα, αδουλωσιά κι ανυποταγή απέναντι στα σκοτεινά σχέδια σκοτεινών και συνωμοτικών εγκεφάλων!

Αντλώντας πνεύμα και δύναμη από τις ιστορικές παρακαταθήκες του κλεφταρματολισμού που διαποτίζει τη διαχρονία της ιστορικής υπάρξεως των Ελλήνων. Δάσκαλοι, έξοδος τώρα από το τέλμα της Παιδείας. Γίνετε συνδημιουργοί του αύριον της Παιδείας κι όχι παθητικοί αποδέκτες της ήττας και του θανάτου που κουβαλούν κάποιοι χωρίς να το ξέρουν.

Αντισταθείτε στα νέα βιβλία και στα παλιά σχέδια!

Αντισταθείτε στα παλιά σχέδια που εμφανίζονται με τη μορφή νέων βιβλίων!

Αναδημοσίευση από το Αντίβαρο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-06-09

Σχετικά video:
1. Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Α μέρος) - 3 Μαρ 09
2. Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Β μέρος) - 10 Μαρ 09
3. Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Γ μέρος) - 17 Μαρ 09
4. Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Δ μέρος) - 31 Μαρ 09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Μόνον όποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα μπορεί να αισθάνεται χειράφετος στον χώρο του και στη χώρα του

Απαντήσεις του Γιώργου Κοντογιώργη στις ερωτήσεις της εφημερίδας τα «Νέα της Λευκάδας» (15/08/2008)

1. Η φύση της Λευκάδας ως πηγή έμπνευσης και αφετηρία της προσωπικής σας Οδύσσειας στον κόσμο.

Απάντηση: Η Λευκάδα είναι η ρίζα της ζωής μου, το σημείο αναφοράς, η πνευματική μου αφετηρία. Αυτός ο τόπος προικοδότησε τα παιδιά της με το κίνητρο της πνευματικής περιέργειας και μια ιδιαίτερη οπτική του ελληνισμού. Ο Ζαμπέλιος, ο Βαλαωρίτης, ο Σικελιανός, ο Σβορώνος ανέβασαν το «λαό» στο βάθρο της ιστορίας. Αυτή είναι και η δική μου οπτική.

2. Η ουσία της Δημοκρατίας είναι η Ελευθερία. Από πού πηγάζει η ανάγκη για τον αναστοχασμό της Ελευθερίας σήμερα?

Απάντηση: Το σύστημα που οικοδόμησε ο ευρωπαϊκός κόσμος μετά την έξοδό του από τη φεουδαρχία έχει πια εξαντλήσει τα όριά του. Το σύστημα αυτό είχε ως στόχο την κατάκτηση από το λαό της ατομικής ελευθερίας. Η διεκδίκηση αυτή δεν αμφισβητούσε ωστόσο το σύστημα της φεουδαρχίας. Τι λέει αυτό; Ότι μπορεί ο άνθρωπος να μην είναι πια μέρος της ιδιοκτησίας του κάποιου, ο κάποιος αυτός όμως είναι κάτοχος του συστήματος. Παρόλα όσα πιστεύουμε σήμερα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να μην είναι ελεύθερος στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Και δεν είναι ελεύθερος κάποιος όταν, εκεί όπου αποφασίζει άλλος για λογαριασμό του. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στην οικονομία, όπου αποφασίζει μόνος του ο εργοδότης για την τύχη της επιχείρησης, αλλά και στην πολιτική όπου για όλα αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ο πολιτικός. Οι πολιτικοί φρόντισαν ώστε όχι μόνο να μην δίνουν λογαριασμό στο λαό αλλά και να καταδολιεύουν τα συμφέροντά του. Είναι επείγουσα η ανάγκη να αναστοχασθούμε την ελευθερία ώστε να προσεγγίσει το βαθμό χειραφέτησης της κοινωνίας και συγχρόνως να της επιτρέψει να προστατεύσει τα συμφέροντά της έναντι των πολιτικών και των διαπλεκομένων που αυτοί υπηρετούν.

3. Η Ελλάδα που γέννησε τη Δημοκρατία, μπορεί να είναι υπερήφανη για το σημερινό της Πολίτευμα? Η έννοια της αντιπροσώπευσης στο πολιτικό μας σύστημα, η έννοια του Δήμου και της Δημοκρατίας στην πράξη.

Απάντηση: Το ελληνικό πολίτευμα είναι ένα πρωτοποριακό εργαστήρι για να κατανοήσει κανείς τι μέλει να συμβεί στον κόσμο στα χρόνια που έρχονται. Όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όπως όλα τα σύγχρονα πολιτεύματα έτσι και το ελληνικό δεν είναι δημοκρατικό. Είναι αστείος ο ισχυρισμός ότι ένα πολιτικό σύστημα που συγχέεται εξολοκλήρου με το κράτος είναι δημοκρατικό. Αυτά λέγονται για να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι ούτε δημοκρατικό ούτε αντιπροσωπευτικό είναι το σύγχρονο σύστημα. Δημοκρατικό είναι ένα σύστημα όταν το κατέχει ο λαός, συγκροτημένος σε δήμο, όταν αυτοκυβερνιέται. Θα ήταν έστω αντιπροσωπευτικό το σημερινό πολιτικό σύστημα εάν ο λαός κατείχε την ιδιότητα του εντολέα. Τότε ο λαός θα καθόριζε την ακολουθητέα πολιτική και ο πολιτικός απλώς θα την εφάρμοζε. Αυτό όμως δεν συμβαίνει πουθενά. Αν διαβάσει κανείς το Σύνταγμά μας θα διαπιστώσει ότι ο πολιτικός δεν αντιπροσωπεύει το λαό αλλά το έθνος. Που όμως ο πολιτικός αυτο-ορίζεται αρμόδιος να προσδιορίσει το συμφέρον του. Σήμερα ο πολιτικός κατέχει και την ιδιότητα του εντολέα και του εντολοδόχου.

4. Ακούμε για την συμμετοχή στην «κοινωνία των Πολιτών». Πολιτική συμμετοχή ή Πολιτική Ομηρεία? Είναι η Πολιτική αυτοσυνειδησία εφικτή?

Απάντηση: Η «κοινωνία πολιτών» όπως την ορίζουν οι σύγχρονοί μας στοχαστές δεν είναι η κοινωνία των πολιτών αλλά οι ομάδες συμφερόντων που παρεμβαίνουν στην πολιτική σκηνή. Οι περισσότερες από αυτές είτε εκφράζουν συμφέροντα που αντιστρατεύονται την κοινωνία (π.χ. οι βιομήχανοι έναντι της κοινωνίας της εργασίας) είτε είναι κρατικοδίαιτες, διαπλέκονται με τους φορείς του κράτους. Η κοινωνία βρίσκεται σε πολιτική ομηρία, στην οποία την έχουν καθυποτάξει οι διαπλεκόμενοι πολιτικοί, οι τηλεκράτορες και οι θεράποντές τους.

5. Στην Αρχαία Αθήνα ο χαρακτηρισμός ενός προσώπου ως ιδιώτη αποτελούσε μέγιστη προσβολή, η ιδιώτευση σήμερα αποτελεί καθεστώς, σε βάρος του «Δημοσίου αγαθού», της «Δημόσιας Ζωής», του «Δημόσιου Χώρου».

Απάντηση: Στην αρχαία Αθήνα ο λαός συγκροτούσε δήμο, κατείχε αυτός την πολιτεία, αυτός κυβερνούσε. Σήμερα ο λαός είναι ιδιώτης, είναι αποκλεισμένος από το πολιτικό σύστημα. Ο «δημόσιος χώρος» στην Αθήνα ήταν ο χώρος του δήμου, ο λαός. Σήμερα δημόσιος χώρος είναι το κράτος. Το σύγχρονο σύστημα θέλει το λαό να ιδιωτεύει. Η δημοκρατία της Αθήνας θεωρούσε την ιδιώτευση δουλεία και τον ιδιώτη άχρηστο πολίτη.

6. Τα Μέσα Μαζικής επικοινωνίας αποτελούν τον πλέον καθοριστικό παράγοντα στη Δημοκρατία μας και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Σε συνδυασμό με την Αγελαία – Μαζική πολική συμπεριφορά των πολιτών, ποιες είναι οι συνέπειες για την ζωή μας? Έχουμε τη δύναμη ως πολίτες να διαφυλάξουμε την ελευθερία μας? Μπορούμε να έχουμε «Πολιτική συμμετοχή»?

Απάντηση: Ως πολιτική συμμετοχή θεωρούμε σήμερα τη μαζική προσέλευση των πολιτών μπροστά στην πόρτα της εξουσίας: ως διαδηλωτές, ως χειροκροτητές, ως παράκλητοι των συμφερόντων τους. Οι πολιτικοί θέλουν τους πολίτες αγέλη προβάτων που την καθοδηγούν, την επιβεβαιώνουν στον παρασιτικό τους ρόλο, υποστηρικτές της σταδιοδρομίας και του πλουτισμού τους, το αντίτιμο των οποίων καλείται να καταβάλει το δημόσιο ταμείο. Ως πολιτική συμμετοχή νοείται η εξωθεσμική παρέμβαση του πολίτη στα πολιτικά δρώμενα. Δεν θέλουν τον πολίτη μέσα στο σύστημα. Μην νομίσουμε ότι πολιτική συμμετοχή σημαίνει η συμμετοχή των πολιτών στη διακυβέρνηση της χώρας. Η κοινωνία δεν θεωρείται ώριμη ούτε ικανή γι αυτό.

7. Πολίτης καταναλωτής ή πολίτης της Πολιτείας. Στο βιβλίο σας αναφέρεται η έννοια της «εθελοδουλείας», τί αφορά?

Απάντηση: Το δίλημμα αυτό έχει να κάμει με τον τρόπο που είναι δομημένη η πολιτεία και τα ΜΜΕ. Το κράτος και οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ κατέχουν το σύστημα (της οικονομίας και της πολιτικής), οι πολίτες είναι καταναλωτές του. Για να λειτουργήσει όμως το σύστημα αυτό πρέπει να το αποδεχθεί η κοινωνία, γιατί αλλιώς θα είναι αναγκασμένη να μετέλθει την βία. Εξού και κεντρική προτεραιότητα των πολιτικών είναι να μεταβάλουν τους πολίτες σε εθελόδουλα όργανα, να μην αμφισβητούν το σύστημα έστω και αν τα βάνουν κάποιες φορές μαζί τους.

8. Η περιβόητη κοινωνία της πληροφορίας και της καλπάζουσας τεχνολογίας δίνει τελικά μεγαλύτερη ελευθερία στους πολίτες?

Απάντηση: Είναι λάθος να μιλάμε για κοινωνία της πληροφορίας. Το ορθό είναι τεχνολογική κοινωνία. Η τεχνολογία της επικοινωνίας θα αποτελέσει το πεδίο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η δημοκρατία και κατ’επέκταση η καθολική ελευθερία στο μέλλον.

9. Θυμάμαι ένα τραγούδι που λέει: Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα! Είναι ο πολίτης αποξενωμένος από τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τον ίδιο?

Απάντηση: Είναι προφανές ότι ενόσω ο πολίτης είναι αποξενωμένος από την πολιτεία τόσο τα πράγματα θα συμβαίνουν χωρίς αυτόν. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η μετάβαση σε ένα πλανητικό περιβάλλον στο οποίο η δύναμη υπαγορεύει τις εξελίξεις, η αποξένωση του πολίτη ισοδυναμεί με τον αποκλεισμό του από το πολιτικό σύστημα. Διότι μόνον όποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα μπορεί να αισθάνεται χειράφετος στον χώρο του και στη χώρα του.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème - Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-06-09

Διαβάστε περισσότερα......

Γλώσσα και ελευθερία. Το ζήτημα της «Δημοκρατίας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Γιώργος Κοντογιώργης

1. Η διευκρίνιση της θέσης που κατέχει η γλώσσα στο αξιακό κεκτημένο της ελευθερίας αποτελεί μια πολυσήμαντη παράμετρο η οποία εγγράφεται αμέσως στην προβληματική για την φύση της πολιτείας, δηλαδή για το στάδιο που διέρχεται το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Η γενική αυτή επισήμανση υποδηλώνει ότι η θέση της γλώσσας και, κατ’επέκταση, οι λειτουργίες της στο περιβάλλον της κοινωνίας διαφοροποιούνται αναλόγως του αναπτύγματος της ελευθερίας. Διαφορετική θα είναι η θέση (και οι λειτουργίες) της γλώσσας εάν η ελευθερία περιορίζει το διακύβευμά της στον ιδιωτικό βίο του ανθρώπου (η ατομική ελευθερία) και στην επιβεβαίωση του συλλογικού του «είναι» έναντι του «άλλου», απ’ό,τι εάν επικρατούν σωρευτικά προς αυτήν, η κοινωνική, η πολιτική ελευθερία και, οπωσδήποτε, η ελευθερία που συναντάται με την πολυσημία του συνόλου ταυτοτικού γινομένου της κοινωνίας. Και τούτο διότι το ανάπτυγμα της ελευθερίας παραπέμπει σε ένα διαφορετικό κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα, σε μια διαφορετική επίσης θέαση του συλλογικού «είναι».

Υπό την έννοια αυτή, αποκτά καταστατική σημασία η διαπίστωση ότι η νεοτερικότητα αντιμετωπίζει το σύγχρονο πολιτικό σύστημα υπό το πρίσμα μιας παραδοχής, η οποία μεθοδολογικά και γνωσιολογικά –δηλαδή στο μέτρο που το ενδιαφέρον της επιστήμης θα εστιαζόταν στη διερεύνηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του- θα όφειλε να αποτελεί το σημείο της αφετηρίας. Όντως, το σύγχρονο πολιτικό σύστημα ορίζεται ως εκ φύσεως δημοκρατικό. Απομένει, επομένως, να διατυπωθούν ορισμένες υποθέσεις ή κριτικές παρατηρήσεις προκειμένου να διαπιστωθεί το ενδεχόμενο έλλειμμά του, όχι η δημοκρατική του ιδιοσυστασία.

Η παραδοχή αυτή δεν λειτουργεί απλώς νομιμοποιητικά προς ένα σύστημα, αποδίδοντάς του ιδιότητες που δεν προσιδιάζουν στον χαρακτήρα του. Εγκιβωτίζει ιδίως τη γνωσιολογία του ενγένει κοινωνικού φαινομένου στον μικρόκοσμο της «επικαιρότητας», η οποία ανάγεται σε αρχέτυπο αναφοράς.

Με δεδομένη την διαπίστωση αυτή, η προσέγγιση ενός φαινομένου όπως η γλώσσα οριοθετείται περιοριστικά από τις προϋποθέσεις του πολιτικού συστήματος της νεοτερικότητας.

Σε ό,τι με αφορά, εντούτοις, εκτιμώ ότι η σχέση μεταξύ γλώσσας και ελευθερίας δεν δύναται να γίνει κατανοητή παρά μόνο υπό το πρίσμα της διευκρίνισης της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή της φύσης του νεότερου πολιτικού συστήματος. Διότι, όπως μόλις ειπώθηκε, το σύστημα αποφασίζει, σε τελικά ανάλυση, ποιά ελευθερία απολαμβάνουμε και, στο πλαίσιο αυτό, για τις λειτουργίες που αναλαμβάνει να εκπληρώσει η γλώσσα.

Από την πλευρά μου, λαμβάνω ως σημείο εκκίνησης την υπόθεση ότι ούτε το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε το σύστημα του κράτους-έθνους είναι δημοκρατικό. Όντως, στην αρχετυπική της πρόσληψη, η δημοκρατία προϋποθέτει την αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή την κατάργηση του καταμερισμού των κοινωνικών και των πολιτικών έργων, η οποία απολήγει στην κατάργηση της ιεράρχησης των σχέσεων και, εν προκειμένω, στη συγκρότηση της κοινωνίας με όρους μη εξουσίας. Η επισήμανση αυτή εγείρει, προφανώς, το ζήτημα της υπέρβασης της κληρονομημένης από το δεσποτικό κοσμοσύστημα γενικής αρχής ότι το (οικονομικοκοινωνικό και πολιτικό) σύστημα, κάθε σύστημα όπως όλα τα «πράγματα», είναι υποκείμενο ιδιοκτησίας, ανήκει δηλαδή εξορισμού στην ιδιοκτησία τρίτου τινός, πέραν της κοινωνίας. Στη δημοκρατία, αντιθέτως, το σώμα της κοινωνίας των πολιτών επενδύεται το πολιτικό σύστημα, όχι το κράτος. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι αποδεχόμαστε προς στιγμήν, για τις ανάγκες του επιχειρήματος, τον ορισμό της δημοκρατίας που διακινεί η ιδεολογία της νεοτερικότητας. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να δεχθούμε ότι το νεότερο πολιτικό σύστημα είναι κατ’ελάχιστον αντιπροσωπευτικό.

Η αντιπροσωπευτική αρχή διακηρύσσει τη συνάντηση των (διαφορετικών) κατόχων των ιδιοτήτων του εντολέα και του εντολοδόχου στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος. Όχι την ενσάρκωση των ιδιοτήτων αυτών από τον ίδιο πολιτειακό φορέα. Στο νεότερο σύστημα διαπιστώνουμε ότι οι δύο αυτές ιδιότητες κατέχονται εξολοκλήρου από τους φορείς του κράτους. Εξού και το κράτος ταυτίζεται με το πολιτικό σύστημα, ενσαρκώνει την πολιτική λειτουργία και προσδιορίζει το σκοπό της πολιτικής. Η πολιτική εξουσία του κράτους δεν εντέλλεται να θεραπεύει το συμφέρον ή τη θέληση της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι η «πολιτεία» της συνάδει με το κοινό συμφέρον. Ορίζεται ρητά ότι οφείλει να υπηρετεί έννοιες όπως το γενικό, το δημόσιο ή το εθνικό συμφέρον, οι οποίες έχει ήδη μεριμνήσει να μην συνδέονται με το σώμα της κοινωνίας των πολιτών, αλλά με την αυθεντική βούληση των φορέων του κράτους.

Ως απόρροια της σχέσης αυτής μεταξύ του κοινωνικού και του πολιτικού πεδίου, που εισάγει το νεότερο πολιτικό σύστημα, προκύπτει ότι οι κάτοχοι της πολιτικής εξουσίας του κράτους δεν θεωρείται ότι υπέχουν ευθύνη ενώπιον της δικαιοσύνης για την πολιτική τους λειτουργία. Και, περαιτέρω, δεν αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για την πολιτική, προκειμένου να ελέγξει και, ενδεχομένως, να ζητήσει ευθύνες από τον πολιτικό ή, πολλώ μάλλον, να ανακαλέσει την εντολή του. Δικαίως αφού ο πολιτικός αντιπροσωπεύει το «έθνος», το «γενικό» ή το «δημόσιο» συμφέρον, έννοιες οι οποίες, όπως είδαμε, στη νεοτερικότητα, αποσυνδέονται ρητά από την κοινωνία των πολιτών και, ως εκ τούτου, δεν συνέχονται με τη βούλησή της ούτε με το συμφέρον της.

Η κοινωνία των πολιτών παραμένει εγκιβωτισμένη εκτός του πολιτικού συστήματος, σε ένα καθεστώς που προσιδιάζει στην ιδιωτική σφαίρα. Εξού και δεν συγκροτεί πολιτειακό σώμα (η έννοια του δήμου), την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να βουλεύεται και να μορφώνει αποφασιστική άποψη για τα πράγματα της πολιτείας. Το καθεστώς αυτό εξηγεί γιατί δεν προβλέπονται μηχανισμοί εναρμόνισης των πολιτικών του κράτους με την «βούληση» της κοινωνίας. Η διάσταση που παρατηρείται μεταξύ της εκπεφρασμένης βούλησης της κοινής γνώμης και της κυβέρνησης είναι τρέχουσα όσο και αποκαλυπτική του ελλείμματος αυτού.

Τί απομένει λοιπόν; Μπορούμε να συναγάγουμε ότι το νεότερο σύστημα, που ταξινομείται στη δημοκρατική τυπολογία με το επιχείρημα ότι είναι αντιπροσωπευτικό, δεν αναγνωρίζει παρά μια νομιμοποιητική λειτουργία στην ψήφο της κοινωνίας προς την πολιτική τάξη. Εν προκειμένω, η κοινωνία των πολιτών επενδύεται στιγμιαία το θεσμικό σώμα της πολιτείας για να καλύψει την ανάγκη του μετα-δεσποτικού κράτους να προικισθεί με πολιτικό προσωπικό. Όμως, η διαφορά μεταξύ νομιμοποιητικής ψήφου και αντιπροσωπευτικής ψήφου είναι θεμελιώδης. Το έλλειμμα αντιπροσώπευσης του νεότερου πολιτικού συστήματος διευκολύνει, εξάλλου, την αξιολόγησή του υπό το πρίσμα της επιχειρησιακής του αποτελεσματικότητας . Είναι αποτελεσματικό υπό το πρίσμα του σκοπού της πολιτικής που του έχει καθορισθεί, όχι με γνώμονα το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας;

Οπωσδήποτε, πίσω από την προβληματική για τη φύση ή την αποτελεσματικότητα του κράτους κρύβεται το ζήτημα της ελευθερίας. Θα επικαλεσθώ ένα μόνο παράδειγμα, εκείνο της νεότερης εποχής και τις προεκτάσεις του στην ελληνική περίπτωση. Όντως, η εποχή της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης του νεότερου κόσμου προέταξε το δόγμα του ενός κράτους και της ομοιογενούς κοινωνίας το οποίο συνεπήγετο την αποδοχή της μονογλωσσίας στην επικράτεια. Στην ελληνική περίπτωση το δόγμα αυτό, μολονότι έφερε σε άμεση αντιπαράθεση τις παρατάξεις των «δημοτικιστών» και των «καθαρευουσιάνων», υπέκρυψε το γεγονός της ομοφωνίας τους στο ζήτημα της ολοσχερούς εξάλειψης της «διαλεκτικής» πολυσημίας της ελληνικής γλώσσας, την ο οποία δημιούργησε η σταδιοδρομία του ελληνισμού με όρους κοσμοσυστήματος.

2. Η αναφορά στη δημοκρατία θα είχε, οπωσδήποτε, μια κάποια σημασία εάν ετοποθετείτο ως η προοπτική συνιστώσα προς την οποία κατατείνουν σε βάθος χρόνου οι σύγχρονες κοινωνίες. Εάν, με άλλα λόγια, η Ευρώπη αντιμετωπισθεί υπό το πρίσμα του ορίζοντα της δημοκρατίας και, μάλιστα, ως η ανθρωποκεντρική «ατμομηχανή» του σύγχρονου κόσμου. Διότι, σε τελική ανάλυση, η δημοκρατική αρχή διδάσκει ότι η επιχειρησιακή διάσταση της πολιτικής μπορεί να είναι συμβατή με το πρόταγμά της, ότι δεν αντιβαίνει τη βούληση και, μάλιστα, την ελευθερία ενός πολιτειακά συγκροτημένου σώματος της κοινωνίας των πολιτών.

Η επισήμανση αυτή εισάγει την ανάγκη της διάκρισης μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και της «κοινωνίας πολιτών» (civil society) αφενός, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, αφετέρου. Διαπιστώσαμε ήδη ότι η νεοτερικότητα δεν αναγνωρίζει την κοινωνία των πολιτών ως υπαρκτή πολιτική κατηγορία ούτε αποδέχεται ότι συντρέχει μεταξύ της ελευθερίας και του δικαιώματος κάποια διαφορά.

Εντούτοις, η κοινωνία των πολιτών, ως πολιτική κατηγορία, αποτελεί συστατική παράμετρο της δημοκρατίας και, υπό μια έννοια, της αντιπροσώπευσης. Υπονοεί την πολιτειακή συγκρότηση του κοινωνικού σώματος, τη μετάλλαξή του σε δήμο, σε οργανικό θεσμό του πολιτικού συστήματος. Η «κοινωνία πολιτών», από την πλευρά της, προσιδιάζει σε ένα προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα, αποδίδει μια ενδιάμεση βαθμίδα κοινωνικών δυνάμεων, τις «ομάδες πίεσης» που εξέχουν της κοινωνίας και διαμεσολαβούν μεταξύ αυτής και του κράτους.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης, παραπέμπει δε στην άλλη διάκριση, που μόλις ανέφερα, μεταξύ ελευθερίας και δικαιώματος. Η ελευθερία ορίζει το πεδίο της αυτονομίας που απολαμβάνει το ανθρώπινο ον στο πλαίσιο της κοινωνίας. Το δικαίωμα οροθετεί το κοινωνικό και πολιτικό εύρος της ατομικής ελευθερίας που απολαμβάνουν τα μέλη της κοινωνίας των πολιτών. Συνεπώς, η ελευθερία προσδιορίζει την πραγματική δυνατότητα του ανθρωπίνου όντος να συγκροτηθεί με όρους αυτονομίας ή, με διαφορετική διατύπωση, να αυτοκαθορίζεται, μη υποκείμενο στην εξουσία τρίτου τινός. Το δικαίωμα επιφυλάσσει στο ανθρώπινο ον ένα καθεστώς ετερονομίας, επιζητώντας να περιορίσει ή να ελαφρύνει τα αποτελέσματά του. Ώστε, εκεί όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη δικαιωμάτων, απουσιάζει η ελευθερία. Και αντιστρόφως. Προκύπτει, επομένως, ότι σε αντίθεση με τη δημοκρατία που ενσωματώνει στο «είναι» της την καθολική ελευθερία (την ελευθερία σε όλες της τις εκφάνσεις: την ατομική, την κοινωνική και την πολιτική) το σύγχρονο πολιτικό σύστημα εδράζεται στην ατομική ελευθερία, ενώ το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο το προσεγγίζει με όρους δικαιώματος.

3. Έχοντας προηγουμένως οροθετήσει το εννοιολογικό πλαίσιο της ελευθερίας και το πραγματολογικό περιβάλλον των σύγχρονων κοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμεθα εφεξής να διερωτηθούμε για τη σχέση μεταξύ της νεότερης ελευθερίας και της γλώσσας. Σε ποιό βαθμό το καθεστώς που αναγνωρίζεται στη γλώσσα είναι εναρμονισμένο με την ατομική ελευθερία και τα κοινωνικοπολιτικά δικαιώματα που διακινεί η ιδεολογία της νεοτερικότητας;

Το ζήτημα της γλώσσας συναντά την ελευθερία, εν προκειμένω, σε δύο επίπεδα: (α) σ’εκείνο της πολιτισμικής διαφοράς και, συγκεκριμένα, του καθεστώτος του συλλογικού «άλλου». Και (β) σ’εκείνο της θέσης του ατόμου μέσα στη συλλογική κοινότητα. Σε ό,τι αφορά στο κράτος-έθνος, γνωρίζουμε ότι εξακολουθεί να ταλαντεύεται ανάμεσα στην αναγνώριση ή στην μη αναγνώριση του καθεστώτος της μειονότητας στον συλλογικό «άλλο». Επομένως, δεν υπάρχει καταρχήν χώρος, ώστε μια εθνοτική ή, γενικότερα, πολιτισμική ομάδα να συγκροτηθεί σε πολιτική κοινότητα ή να αναδειχθεί σε εταίρο του κράτους. Ο τύπος της ομοσπονδίας, τον οποίο ωστόσο το κράτος-έθνος αντιμετωπίζει ως απλή ιδιαιτερότητα, αναγνωρίζει τον «άλλο» ως απλή πολιτική κατηγορία, δεν του αποδίδει όμως μια συστατική εταιρική θέση στο κεντρικό κράτος. Το εταιρικό σύστημα το εμπραγματώνει μόνον η συμπολιτεία.

Εντούτοις, είτε πρόκειται για την ελευθερία του συλλογικού «άλλου» στο εσωτερικό του κράτους είτε για την ελευθερία του ατομικού «άλλου» στο πλαίσιο της συλλογικής ομάδας, η άσκησή της προϋποθέτει την δυνατότητα της επικοινωνίας. Η γλώσσα, υπό την έννοια αυτή, είναι το εκ των ων ουκ άνευ μέσον επικοινωνίας. Και στην φυσική και στην τεχνοδικτυακή επικοινωνία, η συμμετοχή του ατόμου στην κοινωνική και στην πολιτική διαδικασία είναι αδιανόητη χωρίς την κατοχή του αναγκαίου οχήματος της γλώσσας.

Εν τέλει, η γλώσσα είναι συγχρόνως το θεμελιώδες μέσον για τη σφυρηλάτηση της συνείδησης του συλλογικού «άλλου» -άρα και της πολιτισμικής του διαφοροποίησης- και της κοινωνικής και πολιτικής ενσωμάτωσης. Τούτο εξηγεί ευρέως τη συστηματική καταστολή της γλωσσικής πολυσημίας που εφαρμόσθηκε από τη δεσπόζουσα πολιτικά εθνική συνιστώσα, στο όνομα της κυριαρχίας του κράτους, με πρόσημο το δόγμα του: ένα κράτος που ενσαρκώνει το ενιαίο πολιτειακό σύστημα ένα και μοναδικό έθνος, μια ομοιογενής κοινωνία.

4. Η μεταμόρφωση της πολιτικής Ευρώπης από μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών σε πολιτικό σύστημα, στη συνέχεια της συνθήκης του Μαάστριχτ (1992), αποτελεί, εν προκειμένω, μια μείζονα αλλαγή. Το πολιτικό αυτό σύστημα της Ένωσης τοποθετείται υπεράνω των πολιτικών συστημάτων των κρατών-μελών. Την ίδια στιγμή όμως η Ένωση συγκροτείται ως πολιτικό σύστημα από τα κράτη-μέλη. Διαθέτει ένα δικό του δημόσιο χώρο, ο οποίος εντούτοις συντίθεται και υπόκειται ως προς τη διαχείρισή του στην ευθύνη των εθνικών κρατών.

Κατά τούτο, το πολιτικό σύστημα της Ένωσης μπορεί να χαρακτηρισθεί όχι ως ομοσπονδία, αλλά ως η συνάντηση και, επέκεινα, η ένωση ανεξάρτητων κρατών, την οποία το ελληνικό κοσμοσύστημα τη βίωσε υπό το όνομα της συμπολιτείας.

Οπωσδήποτε, το θεμέλιο του πολιτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι το ίδιο με εκείνο του κράτους-έθνους. Η καταστατική ιδέα του νεότερου κράτους είναι το έθνος. Η ιδέα ακριβώς αυτή μονοπώλησε επί μακρόν το σκοπό της πολιτικής του κράτους και τροφοδότησε το δόγμα της ενότητας της πολιτείας και της ταυτοτικής ομοιογένειας της κοινωνίας. Γεγονός που αποδίδεται με την απουσία ανοχής έναντι του «άλλου» και, τελικά, με την άρνηση σ’αυτόν επί μακρόν του καθεστώτος της μειονότητας. Διευκρινίζεται ότι το καθεστώς της μειονότητας αναγνωρίζει στον «άλλο» όχι την ελευθερία, αλλά το απλό ταυτοτικό δικαίωμα.

Στο μέτρο που η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμπολιτειακή, προσλαμβάνεται ως μια πολυ-εθνική οντότητα. Είναι επίσης πλουραλιστική στο επίπεδο του πολιτειακού συστήματος. Επιπλέον, καθώς συγκροτεί ένα πολιτικό σύστημα χωρίς κράτος, δεν προορίζεται να είναι πολιτικά κυρίαρχη. Τέλος, έχοντας εισαγάγει στο ταυτοτικό της οπλοστάσιο τη διακήρυξη της «δημοκρατικής» ιδέας -με την έννοια που διευκρινίζεται ανωτέρω- είναι ανοιχτή και, μάλιστα, έτοιμη να προβάλει το μήνυμα της ελευθερίας έναντι του «άλλου».

Οι αξιόλογες αυτές διαφορές της Ένωσης έναντι του κράτους-έθνους συντελούν ώστε στο επίπεδο του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος να μην υιοθετείται μόνο μια επίσημη γλώσσα. Όλες οι εθνικές γλώσσες, που έχουν το καθεστώς της επίσημης γλώσσας στο πλαίσιο των κρατών μελών, αναγνωρίζονται ως επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Όμως, η πολιτική Ευρώπη, καθώς συγκροτείται ως σύστημα από τα κράτη μέλη της, δεν απευθύνεται ευθέως στις πολιτισμικές ομάδες που στεγάζονται στο εσωτερικό τους, στα ομόσπονδα κράτη ή στις περιφέρειες.

Εντούτοις, η συγκρότησή της σε υπερκείμενη των κρατών μελών πολιτεία και, συγχρόνως, η «δημοκρατική» της προοπτική, προσφέρει στους θεσμούς της μια ευρεία ευελιξία. Μπορούμε, ενείδει παραδείγματος, να επικαλεσθούμε το δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που προορίζεται να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επικαλούμαι επίσης τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα υποψήφια μέλη στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας των μειονοτήτων.

Από την άλλη, η χαλάρωση της πολιτικής κυριαρχίας των κρατών μελών, παραχωρεί αναπόφευκτα ένα μεγαλύτερο έδαφος ελευθερίας στις επιμέρους πολιτισμικές κοινότητες. Το οποίο, με τη σειρά του, τις ενθαρρύνει, στο πλαίσιο της Ένωσης, να επιδιώξουν την χειραφέτησή τους και να διεκδικήσουν ένα θεσμικό ρόλο στη διαμόρφωση του δημόσιου χώρου τόσο του κράτους όσο και του συστήματος της πολιτικής Ευρώπης. Η ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται ο νεότερος κόσμος απέχει όντως πολύ από του να αναγνωρίσει στις μειονότητες ένα καθεστώς πολιτικής αυτονομίας και, μάλιστα, εταίρου του κράτους. Συνομολογείται, ωστόσο, το δικαίωμά τους να βιώνουν και, μάλιστα, να θεραπεύουν ακώλυτα τις πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες . Στο πλαίσιο αυτό, η γλωσσική διαφοροποίηση αναδεικνύεται σε κεντρικού παράγοντα της ταυτοτικής πολυσημίας, τόσο της Ένωσης όσο και των κρατών μελών.

Συνάγεται λοιπόν ότι το ζήτημα της γλωσσικής ταυτότητας προσεγγίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε δύο επίπεδα: σ’ εκείνο της κεντρικής πολιτείας της Ένωσης όπου αναγνωρίζονται αποκλειστικά οι επίσημες γλώσσες των κρατών μελών. και στο εσωτερικό των κρατών μελών, όπου εκτός της ή των επίσημων γλωσσών, γίνεται καταρχήν αποδεκτή η γλωσσική πολυσημία, δηλαδή η χρήση ως ένα βαθμό των μειονοτικών γλωσσών στο περιβάλλον της κρατικής κοινωνίας και, ενδεχομένως, στο επίπεδο των ομοσπόνδων πολιτειών, των περιφερειών κλπ.

Από την άποψη αυτή, η γλώσσα προβάλλει ως δηλωτικός αν όχι και συστατικός παράγων της ελευθερίας του συλλογικού «άλλου». Κατά συνέπεια, η πρόταξη του μονογλωσσικού -θα έλεγα δε και του ολιγογλωσσικού- ή του πολυγλωσσικού επιχειρήματος εγείρει αδιαμφισβήτητα το ερώτημα του πολιτισμικού και του πολιτικού χαρακτήρα της Ευρώπης. Η επιλογή της μονο-(ή ολιγο-)γλωσσίας υποκρύπτει μια θέληση πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας στο πλαίσιο της Ένωσης. Εξού και η προσέγγιση του ζητήματος υπό το πρίσμα της οικονομικής επιβάρυνσης -που προωθείται από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και από ορισμένες χώρες- αποκτά μια αναμφίβολη ιδεολογική και, περαιτέρω, πολιτική σημασία. Πρώτον, διότι η ελευθερία δικαιολογεί τη δαπάνη αυτή, όπως άλλωστε δικαιολογείται και το οικονομικό κόστος των εκλογών, της λειτουργίας του κοινοβουλίου ή της ευρωπαϊκής επιτροπής. Δεύτερον, επειδή ουσιαστικά, η μετάβαση στην τεχνολογική εποχή προσφέρεται για την επίλυση του προβλήματος, μεσοπρόθεσμα. Κατά τούτο, εγείρεται το ερώτημα γιατί η Επιτροπή δεν χρηματοδοτεί τη βελτίωση του συστήματος της αυτόματης μετάφρασης την οποία χρησιμοποιεί ευρέως ήδη στις εργασίες της.

5. Η σχέση μεταξύ γλώσσας και ελευθερίας αποβαίνει πιο εμφανής όταν εξετάζει κανείς τη θέση του ατόμου/πολίτη στο εσωτερικό του πολιτειακού μορφώματος. Ας λάβουμε ως παράδειγμα το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Μπορούμε να συμφωνήσουμε, νομίζω, ότι στο σύνολό του το πολιτικό σύστημα ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Διαπιστώσαμε επίσης ότι στα νεότερα πολιτικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διακηρυγμένος στόχος αποτελεί η εμπραγμάτωση των πολιτικών δικαιωμάτων και όχι προφανώς της πολιτικής ελευθερίας. Ομολογείται τέλος ότι η Ένωση δεν αναγνωρίζει την έννοια του στιγμιαίου δήμου –του θεσμημένου πολιτειακά κοινωνικού σώματος- που θα είχε την αρμοδιότητα να εισφέρει νομιμοποίηση στους φορείς της ευρωπαϊκής πολιτικής εξουσίας, όπως στην περίπτωση του κράτους έθνους . Δεν απομένει λοιπόν παρά η δυνατότητα του ατόμου/πολίτη να επικοινωνεί με τις διάφορες βαθμίδες της κοινοτικής εξουσίας ή, ενδεχομένως, να συμμετέχει ως αξιωματούχος σ’αυτές.

Αν λάβουμε υπόψη τη διευκρίνιση αυτή, μπορούμε ευκόλως να αντιληφθούμε την εξόχως συμβολική ή, υπό μια έννοια, πραγματική σημασία που αποκτά το ζήτημα της γλώσσας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γλώσσα αποβαίνει το κατεξοχήν επικοινωνιακό όχημα για τη συμμετοχή του πολίτη στην πολιτική δυναμική, όσο περιορισμένη και αν αυτή είναι: για την ενημέρωσή του σε ό,τι αφορά στις αποφάσεις των οργάνων της εξουσίας που τον αφορούν, για τη συμμετοχή του στους πολιτικούς και διοικητικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και σε μεγάλο αριθμό εθνικών θεσμών, τουλάχιστον σε εκείνους που οφείλουν να διαλέγονται με τις υπηρεσίες της Ένωσης. Τέλος, για να προσεγγίσει ή να αντλήσει όφελος από τις δημόσιες υπηρεσίες της Ένωσης κλπ.

Η επιλογή υπέρ της ευρωπαϊκής μονο-γλωσσίας ή, έστω, της ολιγο-γλωσσίας, προόρισται να μεταβάλλει πράγματι το πολιτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τιμοκρατικό σύστημα. Άλλοτε το τίμημα συνδεόταν με την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα της ψήφου και, περαιτέρω, της πολιτειότητας, επιφυλασσόταν σ’ αυτούς που μπορούσαν να δικαιολογήσουν την κατοχή ενός ελαχίστου ιδιοκτησίας. Εν προκειμένω, το τίμημα θα συνδέεται με τη γλώσσα. Η Ένωση θα ανήκει σ’ αυτούς που κατέχουν επαρκώς την αγγλική ή, έστω, την αγγλική και μια ακόμη γλώσσα. Έτσι, η Ευρώπη θα μετακινηθεί και τυπικά προς ένα σύστημα το οποίο, πίσω από τις διακηρύξεις (για την ισότητα των ευκαιριών κλπ), θα συγκαλύπτει μια ελιτιστική ή, ορθότερα, αριστοκρατική ιδιοσυστασία.

Το πολιτικό της σύστημα, όπως ακριβώς και το κοινωνικό και το οικονομικό ομόλογό του, θα κληθεί, στο πλαίσιο αυτό, να διερμηνεύσει το διακύβευμα της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της πολιτικής λειτουργίας της Ένωσης. Όπως όμως έχω εξηγήσει αλλού, η επιχειρησιακή διάσταση της πολιτικής δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Συναρτάται αυστηρά με το σκοπό της πολιτικής. Και ο διακηρυγμένος σκοπός της Ένωσης είναι η προαγωγή της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Υπό το πρίσμα, ακριβώς, των θεμελιωδών ελευθεριών που προάγει το σύστημα της αγοράς καλείται να προσλάβει το σύνολο σύστημα των κοινωνιών της. Συμβαίνει όμως το σύστημα αυτό να απηχεί, όπως και το σύνολο της εποχής της νεοτερικότητας, μια πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση του ομολόγου κοσμοσυστήματος, κατά την οποία την ελευθερία προσημειώνει η δεσποτική αρχή ότι το σύστημα ανήκει όχι στους συντελεστές του (πχ στους φορείς της εργασίας και του κεφαλαίου ή αναλόγως στο σώμα της κοινωνίας), αλλά σε διαφοροποιημένες εξουσίες (όπως ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου ή το κράτος). Ώστε, η κοινωνία των πολιτών δεν δικαιούται να αμφισβητεί τη θεμέλια αυτή βάση της ευρωπαϊκής πολιτείας. Θα έλεγα μάλιστα ότι το αξίωμα αυτό συμβαδίζει με την απαίτηση του οικονομικού συστήματος της αγοράς να αχθεί το επίπεδο του πραγματικού πολιτικού συστήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της ευρωπαϊκής πολιτικής στο πεδίο της γλώσσας συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη διερώτηση για την Ευρώπη που επιθυμούμε ή προς την οποία οδεύουμε.

6. Το διακύβευμα της γλωσσικής πολυσημίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζεται σε όλο του το εύρος όταν το αντιμετωπίζει κανείς σε συνδυασμό με τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση».

Η «παγκοσμιοποίηση» συνεπάγεται, μεταξύ των άλλων, την απομείωση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους, όπως ακριβώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, η «παγκοσμιοποίηση» ευνοεί τη μετατροπή του κράτους εξουσία σε κράτος δύναμη και, περαιτέρω, στην προσέγγιση της πολιτικής -στο εξωτερικό αλλά υπό μια έννοια στο εσωτερικό πεδίο- με όρους τυπικής δύναμης. Έχει ενδιαφέρον να διαπιστώσει κανείς ότι όλες οι θεωρίες που εμπνέονται από την «παγκοσμιοποίηση» διδάσκουν την αποδυνάμωση του κανονιστικού περιβάλλοντος που εγγυάται η εξουσία του κράτους υπέρ των σχέσεων δύναμης και, μάλιστα, την αντικατάσταση της έμμεσης αντιπροσώπευσης -που βιώνει η σύγχρονη κοινωνία- από τις ομάδες διαμεσολάβησης. Πρόκειται για το πρόταγμα της «διακυβέρνησης» και της «κοινωνίας πολιτών», μεταξύ των άλλων.

Ώστε, παρά τα όσα υποστηρίζονται, η «παγκοσμιοποίηση» δεν υποστέλλει τις ατομικές ή τις συλλογικές ταυτότητες. Θα έλεγα μάλιστα ότι, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, συμβάλλει στην αναγέννησή τους. Η γλώσσα, όπως και τα άλλα πολιτισμικά «στοιχεία» που συνθέτουν την ταυτοτική ιδιαιτερότητα, μεταξύ αυτών και η θρησκεία, είναι αναμενόμενο να επανέρχονται διαρκώς στην επικαιρότητα, καθώς οι φορείς τους θα επιδιώκουν να παρεμβληθούν στις πολιτικές ισορροπίες και, μάλιστα, να μεταλλαχθούν σε εταίρους στη διαχείριση του συλλογικού γίγνεσθαι. Όντως, διαπιστώνεται ότι η υιοθέτηση της αγγλικής ως οχηματικής γλώσσας του τεχνοεπικοινωνιακού συστήματος συμβαδίζει με μια ουσιώδη ώθηση των «μειοψηφικών» γλωσσών.

Αυτό που δημιουργεί τη διαφορά στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι τοποθετεί το ζήτημα της «παγκοσμιοποίησης» σε ένα συγκεκριμένο πολιτειακό –εν προκειμένω της συμπολιτείας- δεν το εγκαταλείπει στη λογική του κρατοκεντρισμού. Διακηρύσσει μια ιδέα της «παγκοσμιοποίησης» που στεγάζεται σε ένα σύστημα συντεταγμένης εξουσίας, δηλαδή σε ένα περιβάλλον δικαίου που συντηρεί τις θεμέλιες ελευθερίες, και όχι σε μια «έννομη τάξη» που υπάγει τις ανθρώπινες σχέσεις στους συσχετισμούς δυνάμεως.

Μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ακριβώς και η «παγκοσμιοποίηση», τοποθετεί την οικονομική αγορά στην προμετωπίδα των προτεραιοτήτων της, η διαφορά είναι κεφαλαιώδης. Η πολιτειακή συστέγαση των κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση συντελεί ώστε να διασφαλίζεται η πολιτική ελευθερία τόσο του συλλογικού «άλλου» όσο και του ατόμου/πολίτη στο πλαίσιο του κοινοτικού μορφώματος. Το άτομο στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποβαίνει, επομένως, λεία της ισχύος, όπως στην περίπτωση της πλανητικής κρατοκεντρικής πραγματικότητας. Μάλιστα, το ευρωπαϊκό πολιτειακό περιβάλλον επιδιώκει την εμπέδωση της ιδιότητας του πολίτη πέραν του κράτους, στο πεδίο της Ένωσης.

 

Συμπεραίνουμε ότι η επιλογή μιας συμπολιτειακής ή μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης, το δίλημμα μεταξύ της εμβάθυνσης της πολιτικής Ευρώπης και της μετάλλαξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς σε πολιτικό σύστημα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την προβληματική που χαρακτηρίζει τη συνάντηση της γλωσσικής πολυσημίας με την ελευθερία.

Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το γλωσσικό ζήτημα στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συμφυής με τη λογική του πολιτικού συστήματος, δηλαδή με το ανάπτυγμα της ελευθερίας και των δικαιωμάτων στην συγκεκριμένη περίοδο. Υπό την έννοια αυτή, εάν η Ευρώπη θα ωφεληθεί στο ζήτημα αυτό, ο κόσμος όλος θα γίνει επίσης πλουσιότερος. Αυτή ακριβώς η προοπτική αποτελεί σε τελική ανάλυση, ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι είναι καλύτερα να βρίσκεται κανείς εντός και όχι εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème - Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-06-09

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Η πρόκληση του Διαφωτισμού και οι «Κολλυβάδες» πατέρες

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, πού στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του Μου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», πού κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.

Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Άγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένοι σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ' όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Άγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, άλλα και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.

Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, πού συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, άρχων και πρακτικών, πού παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία - άγνωστη στην καθ' ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ αλλού, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), πού ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυση της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ενας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, πού δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.

Παραδοσιακοί κατ' εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι' αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δίκης μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ' όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμηση τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ' όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα - μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.

Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», πού αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδραση τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».

Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, πού τούς έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τούς Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.

Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσει - εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, άλλα και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότηταί στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, άλλα ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στης ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, πού δεν θα έφθανε στο φώς της δημοσιότητας υπό άλλε συνθήκες. Άλλωστε, αύτη είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργος αιτία της θεολογικής δημιουργίας της 'Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευση τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, πού η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.

Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:

Α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδάμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, πού κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολη» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ' αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (ΡΓ3ηαει) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος - προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, πού αύτη δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.

Β) Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, πού προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, πού θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο ννώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όρια τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Πάριου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψη τους καθ' εαυτές, άλλα μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ' αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι' αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, άλλα για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, άλλα από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», άλλ' οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, άλλα και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές Θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ' αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.

Γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Άγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι' αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, πού περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα- έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου, λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Εχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», πού ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».

Δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, πού προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πώς θα καθήσει, πώς θα φάει, πώς θα μιλήσει...». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, πού, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της 'Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.

Δεν πρέπει στη συνάφεια αύτη να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθεια τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, πού προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, πού διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι πού εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, άλλα πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, πού με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως. Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Πάριου, σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ό λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ' ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν πού γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Έθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, πού θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Πάριου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.

Συμπερασματικά:

1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ' αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, πού υποστασιώνει τις συνειδήσεις.

2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι' αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, άλλ' ως τρόπου υπάρξεως, πού οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, πού δεν είναι άπλα ελληνική, άλλ' εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.

3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οί πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).

4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικώνν, υλιστικών δηλαδή και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, πού προσπαθεί να διορθώσει ή σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», αρ. φύλλου 205, Ιούνιος 2009

Διαβάστε περισσότερα......