Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Ψήφος εξαλλαγής του σκηνικού

Xρήστος Γιανναράς

Ψύχραιμα, νηφάλια, σοβαρά, οπαδοί και αντίπαλοι πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το κόμμα της «Νέας Δημοκρατίας» έχει ιστορικά τελειώσει.

Ο λόγος για τη συγκρότησή του και την ύπαρξή του εξαντλήθηκε στα πρώτα εφτά χρόνια από την ίδρυσή του: Ηταν το θεσμικό σχήμα ή όχημα για να ασκήσει την προσωποπαγή πολιτική του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Εκεί τελείωσε ο ιστορικός ρόλος αυτού του κόμματος.

Δεν φιλοδόξησε ποτέ τίποτα περισσότερο. Δεν επαγγέλθηκε κοινωνικούς στόχους, δεν είπε ποτέ ποιο μέλλον οραματίζεται, πώς καταλαβαίνει την ελληνικότητα πέρα από τις εθνικιστικές ρητορείες, για ποια ποιότητα ζωής ήθελε να δουλέψει και να αγωνιστεί. Ψέλλιζε μόνο αφελείς γενικότητες για οικονομικό φιλελευθερισμό με παράλληλο «κοινωνικό κράτος», ωσάν τέτοια λόγια του αέρα να συνιστούσαν πολιτική ραχοκοκαλιά. Ηταν κόμμα από γεννησιμιού του ασπόνδυλο, δεν πίστευε σε τίποτα. Φιλοδοξούσε να διαχειριστεί την εξουσία, να αυξήσει ίσως και την ευμάρεια. Αυτό μόνο.

Ο ίδιος ο ιδρυτής της «Νέας Δημοκρατίας» ήταν άνθρωπος της διαχειριστικής πράξης, αποκλειστικά. Ακόμα και την είσοδο της Ελλάδας στην «Ευρωπαϊκή Ενωση» την επιδίωξε για λόγους ωμής χρησιμοθηρίας, οικονομικής και αμυντικής – δεν είχε τις προϋποθέσεις να προβληματιστεί για τις ιστορικές παραμέτρους της ένταξης. Κυβέρνησε τη χώρα μετά τη μεταπολίτευση και ούτε καν αντιλήφθηκε το τεράστιο κενό ταυτότητας και συνοχής που κληροδότησε στην ελληνική κοινωνία η δικτατορία: Με τη «Νέα Δημοκρατία» στην εξουσία, κυρίαρχη ιδεολογία ώς το πιο απόμακρο χωριό, σχολειό, γειτονιά ή καφενείο ήταν ένας παλαιοημερολογίτικος μαρξισμός δίχως αντίλογο.

Την ανάγκη αντιλόγου, κριτικής στάσης και θετικής κοινωνικής αντιπρότασης στην «προοδευτική» φενάκη του παλαιοημερολογίτικου μαρξισμού δεν την κατάλαβε ποτέ το κόμμα της «Νέας Δημοκρατίας». Ούτε και όταν ευφυέστατα το ΠΑΣΟΚ προσεταιρίστηκε το φενακισμένο ιδεολόγημα, το συνταίριαξε με τον αμοραλισμό του παπανδρεϊσμού και εμφανίστηκε να σαρκώνει τη ρεβάνς των ηττημένων της πολυαίμακτης ανταρσίας που εξωραΐστηκε σαν «εμφύλιος». Με τον πρεσβύτερο Καραμανλή η «Νέα Δημοκρατία» αποδείχθηκε ανίκανη να αρθρώσει πρόταση προσανατολισμού της παραπαίουσας, μετά τη μεταπολίτευση, ελλαδικής κοινωνίας. Και επί αρχηγίας Ράλλη και Αβέρωφ η ανικανότητα αυτή πήρε τον χαρακτήρα πανικόβλητης παραίτησης από κάθε πολιτική ιδιοπροσωπία, φτηνής απομίμησης της πασοκικής «επιτυχίας».

Ο πόθος της απομίμησης γέννησε τη λογική της εκλογής Μητσοτάκη, λογική αναπαραγωγής του ανδρεϊκού προτύπου, ώστε «το ένα σαΐνι να φάει το άλλο». Δεν ενδιέφερε παρά μόνο και αποκλειστικά η ανακατάληψη της εξουσίας με οποιοδήποτε τίμημα. Στη δεκαετία του ’80 η Ελλάδα «μετασχηματιζόταν» στανικά με όρους κοινωνικού παλιμβαρβαρισμού, ιδεολογικής τρομοκρατίας, κυνικού αμοραλισμού. Και η «Νέα Δημοκρατία» ήταν σαν να μην υπήρχε, σαν μην καταλάβαινε τι συμβαίνει στον τόπο. Κατεδαφιζόταν κάθε ιεραρχική δομή του κράτους και της κοινωνίας, κάθε θεσμική αξιοκρατία, κάθε έλεγχος πειθαρχικός ή αξιολόγησης ποιοτήτων. Και η αξιωματική τότε αντιπολίτευση δεν ψέλλισε ποτέ έστω μια λέξη διαμαρτυρίας, διαφωνίας, αντίστασης. Ετρεμε να μην δυσαρεστήσει οπαδούς της πασοκικής λοιμικής, ώστε να ψαρέψει ψήφους παραπονούμενων ή παραγκωνισμένων.

Διαλύονταν τα σχολειά, ατιμάζονταν τα πανεπιστήμια, ο συνδικαλισμός είχε αλλοτριωθεί σε γκανγκστερισμό ασύδοτων εκβιασμών, σε αντικοινωνική κακουργία. Ο Παπανδρέου βύθιζε το κράτος σε εφιαλτική υπερχρέωση με ξέφρενο δανεισμό και παρανοϊκή σπατάλη των κοινοτικών «πακέτων». Αλλά η «Νέα Δημοκρατία» σιωπούσε, ήταν κυριολεκτικά ανύπαρκτη, αηδιαστικά ψοφοδεής. Δεν την έκοφτε ούτε η κοινωνία ούτε η πατρίδα ούτε η αξιοπρέπεια. Μόνο το τσιμπολόγημα ψήφων από το ηροστράτειο «κίνημα».

Η αγανάκτηση και οργή του λαού για τη σοσιαλεπώνυμη απάτη κορυφώθηκε το 1989 και ύστερα πάλι το 2004. Και τις δύο φορές ήταν φανερό ότι η κοινωνία ζητούσε απαλλαγή από το ΠΑΣΟΚ, δεν είχε την ψυχραιμία να διακρίνει ότι η «Νέα Δημοκρατία» δεν διέθετε ούτε πολιτικό πρόγραμμα ούτε κοινωνικούς στόχους. Η κυβένηση Μητσοτάκη ήταν κυριολεκτικά μια παρένθεση ντροπής: προσπάθεια οικειοποίησης των μεταρρυθμιστικών πανουργημάτων του ΠΑΣΟΚ για να στηθεί «γαλάζιο» κομματικό κράτος – προσπάθεια ευτελής όπως κάθε απομίμηση. Δεν άντεξε ούτε μια τετραετία.

Το 2004 έμοιασε να διαφαίνεται ρεαλιστικότερη ελπίδα: Και πάλι η Ν. Δ. απέφευγε περίτρομη κάθε συγκεκριμένη αντιδιαστολή της προς το ΠΑΣΟΚ, κάθε ρήξη με την εγκληματική πολιτική του στη Δημόσια Διοίκηση, στην Παιδεία, στον Συνδικαλισμό, στα ΜΜΕ. Κοινωνική αντιπρόταση στον αμοραλισμό και μηδενισμό δεν διέθετε. Αλλά τώρα ο αρχηγός ήταν νέος, ευφραδής, με φήμη καλοσπουδαγμένου, που ετοιμαζόταν από νήπιο για να γίνει πρωθυπουργός. Βάραινε ουσιαστικά και η σύγκριση με τον αρτιδόμητο τότε, μέσα από περίεργες διαδικασίες πανικού, αρχηγό του ΠΑΣΟΚ – η διαφορά παρουσίας και φαινόμενων προσόντων ήταν συντριπτική για τον παπανδρεϊκό επίγονο.

Αυτή η διαφορά ανατράπηκε παταγωδώς μέσα σε πέντε μόλις χρόνια. Ολες οι δημοσκοπήσεις βεβαιώνουν περίτρανα ότι ο πολύφερνος (με ζηλευτή προίκα) αρχηγός της Ν. Δ. νικιέται κατά κράτος από τον πιο μειονεκτικό που θα μπορούσε να του λάχει αντίπαλο. Περισσότερο ταπεινωτική ήττα δεν ήταν δυνατόν να γνωρίσει. Πρόκειται για εξευτελιστική συντριβή, για ισόβιο στίγμα.

Ωστόσο, από την τραγωδία συνάγεται δίδαγμα πολύτιμο: Δεν γίνεται να κυβερνηθεί μια χώρα μόνο με κοντόφθαλμη ιδιοτέλεια, φτηνή εξουσιολαγνεία. Οταν μάλιστα είναι εξόφθαλμη και η ανικανότητα, η αδυναμία να επενδυθεί έστω και η ιδιοτέλεια σε φιλόδοξους στόχους. Εξουσία διαχειριστική, δίχως τόλμη για ρήξεις μεταρρυθμιστικές, εξουσία υποταγμένη στην ευτέλεια εσωκομματικών ισορροπιών, καμαρίλας «διαπλεκομένων» είναι εξ ορισμού βραχύβια.

Το κόμμα της Ν. Δ. έχει ιστορικά τελειώσει, το τέλος υπογραμμίζουν οι καραδοκούντες δελφίνοι της αρχηγίας, υποδειγματικές περιπτώσεις κωμικής ανικανότητας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την Ελλάδα να επιστρέφει, με αυτοκτονική αμβλύνοια, σε ό, τι εξέμεσε το 1989 και το 2004. «Συμβέβηκε το της αληθούς παροιμίας: κύων επιστρέφων επί το ίδιον εξέραμα και υς λουσαμένη εις κύλισμα βορβόρου». Η παροιμία δεν προέβλεψε την πενταετή αλουσία από του βορβόρου, που μας επέβαλε η «Νέα Δημοκρατία».

Με τη λογική της τιμιότητας, που ίσως δεν είναι πάντοτε πολιτικά ορθή, απομένει μία και μοναδική ρεαλιστική ελπίδα για την Ελλάδα: Οψέποτε γίνουν εκλογές, ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ. να πάρουν το καθένα ποσοστό μικρότερο από το 10% του συνόλου των ψήφων. Να τολμήσουν οι Ελληνες αντίσταση στην αναίδεια και θρασύτητα των «κομμάτων εξουσίας» ψηφίζοντας έστω και κομματίδια ήσσονος σοβαρότητας – φυσιολατρών, κυνηγών, ονειροπαρμένων. Ισως έτσι θα υποχρεωθεί σε ανασύστατη το πολιτικό σκηνικό.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 26-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Ankara Shows Its Hand

Turkey's scheming at the Strasbourg summit proves it doesn't belong in the European Union.
Christopher Hitchens

Bernard Kouchner
French Foreign Affairs Minister Bernard Kouchner

The most underreported story of the month must surely be the announcement by French Foreign Minister Bernard Kouchner that he no longer supports the accession of Turkey as a full member of the European Union. His reasoning was very simple and intelligible, and it has huge implications for the Barack Obama "make nice" school of diplomacy.

At a NATO summit in Strasbourg in the first week of April, it had been considered a formality that the alliance would vote to confirm Anders Fogh Rasmussen, the prime minister of Denmark, as its new secretary-general. But very suddenly, the Turkish delegation threatened to veto the appointment. The grounds of Turkey's opposition were highly significant. Most important, they had to do with the publication of some cartoons in a Danish newspaper in 2005 lampooning the Prophet Mohammed. In spite of an organized campaign of violence and boycott against his country, and in spite of a demand by a delegation of ambassadors from supposedly "Islamic" states, Rasmussen consistently maintained that Danish law did not allow him to interfere with the Danish press. Years later, resentment at this position led Turkey—which is under its own constitution not an "Islamic" country—to use the occasion of a NATO meeting to try again to interfere with the internal affairs of a member state.

The second ground of Turkey's objection is also worth noting. From Danish soil a TV station broadcasts in the Kurdish language to Kurds in Turkey and elsewhere. The government in Ankara, which evidently believes that all European governments are as untrammeled as itself, brusquely insists that Denmark do what it would do and simply shut the transmitter down. Once again unclear on the concepts of the open society and the rule of law—if the station is sympathetic to terrorism, as Ankara alleges, there are procedures to be followed—the Turkish authorities attempt a fiat that simply demands that others do as they say.

The implications of all this, as Kouchner stated in an interview, are extremely serious. "I was very shocked by the pressure that was brought upon us," he said. "Turkey's evolution in, let's say, a more religious direction, towards a less robust secularism, worries me." This is to put it in the mildest possible way. It's not just a matter of a Turkish political party undermining Turkey's own historic secularism. It is a question of Turkey trying to impose its Islamist and chauvinist policies on another European state—and indeed on the whole NATO alliance. And if this is how it behaves before it has been admitted to the European Union, has it not invited us all to guess how it would behave when it had a veto power in those councils?

For contrast, one might mention the example of reunited federal Germany, easily the strongest economic power in the European Union, which painstakingly adjusted itself to its neighbors—to the extent of giving up even the deutsche mark for the euro—and adopted the slogan "not a Germanized Europe but a Europeanized Germany." With Turkey, it seems the reverse is the case. Its troops already occupy one-third of the territory of an EU member (Cyprus), and now it exploits its NATO membership to try to bully one of the smaller nations with which it is supposed to be conjoined in a common defense. For good measure, it continues to be ambiguous about its recognition of the existence of another non-Turkish people—the Kurds—within its frontiers.

President Obama's emollient gifts were on display at the NATO summit, where he eventually persuaded the Turks to withhold their veto on the appointment of Prime Minister Rasmussen. Accounts differ as to the price of this deal, but a number of plum jobs and positions now appear to have been awarded to Turkish nominees. Much more important, however, the foreign minister of France has reversed his previous position and has now said: "It's not for the Americans to decide who comes into Europe or not. We are in charge in our own house." Put it like this: Obama's "quiet diplomacy" has temporarily conciliated the Turks while perhaps permanently alienating the French and has made it more, rather than less, likely that the American goal of Turkish EU membership will now never be reached. And this is the administration that staked so much on the idea of renewing our credit on the other side of the Atlantic. This evidently can't be done by sweetness alone.

On the question of Turkey's accession, I used to be able to make either case. Admitting the Turks could lead to the modernization of the country, whereas exclusion could breed resentment and instability and even a renewal of pseudo-Ataturkist military rule. On the other hand, admission would put the frontiers of Europe up against Iran and Iraq and the volatile Caucasus, so that instead of being a "bridge" between East and West (to use the unvarying cliché), Turkey would become a tunnel.

The Strasbourg crisis clarifies the entire picture and should make us grateful to have been warned in such a timely fashion. Turkey wants all the privileges of NATO and EU membership but also wishes to continue occupying Cyprus, denying Kurdish rights, and lying about the Armenian genocide. On top of this, it now desires to act as a proxy for Islamization and dares to waste the time of a defensive alliance in trying to censor the press of another member state! Kouchner was quite right to speak out as he did, and the Turkish authorities will now be able to blame the failure of their membership scheme not on the unsleeping plots of their enemies, but on the belated awakening of their former friends.

Christopher Hitchens is a columnist for Vanity Fair and the Roger S. Mertz media fellow at the Hoover Institution in Stanford, Calif.

Αναδημοσίευση από το Slate Magazine - Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-04-09

Σχετικές αναφορές στο θέμα από τον καθηγητή κ. Νεοκλή Σαρρή:
[1] Τομές 17.2.09 1/6 - Η μεγαλομανία του Οθωμανισμού
[2] Τομές 17.2.09 5/6 - Τουρκική παρέκκλιση σε ακραίο ισλαμισμό
[3] Τομές 24.2.09 4/4 - Το τουρκικό μοντέλο εξουσίας
[4] Τομές 3.3.09 3/4 - Η τουρκική φασιστική ιδεολογία
[5] Τομές 10.3.09 2/4 - Η τουρκολαγνεία της Ουάσινγκτον
[6] Τομές 10.3.09 4/4 - Η επέλαση των βαρβάρων
[7] Τομές 17.3.09 2/4 - Η Ευρώπη αφυπνίζεται
[8] Τομές 17.3.09 3/4 - Διαφορετικότητα, δημοκρατία, ισλαμισμός
[9] Τομές 24.3.09 3/5 - Ο νεο-οθωμανισμός ως δεκανίκι των ΗΠΑ
[10] Τομές 7.4.09 2/7 - Το πρόβλημα του Ισλάμ

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Το «κλειδί» του έρωτα

Xρήστος Γιανναράς

Με τον θάνατο ο άνθρωπος βγαίνει από τον χρόνο. «Ουκέτι δύναται ενεργείν διά των μορίων του σώματος, ου λαλείν, ου μιμνήσκεσθαι, ου διακρίνειν, ουκ επιθυμείν, ου λογίζεσθαι, ου θυμούσθαι, ου καθοράν» (Αναστάσιος Σιναΐτης). Ο εγκέφαλος, το όργανο επίγνωσης της πραγματικότητας, άρα και συνείδησης του χρόνου («το πιο πολύπλοκο υλικό αντικείμενο στο γνωστό σύμπαν... κάτι που δεν μοιάζει με τίποτε άλλο στο σύμπαν»: Gerald Edelman) είναι μάλλον το πρώτο που αποσυντίθεται με τον θάνατο.

Αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, όπως προσδοκούν οι έμπειροι του εκκλησιαστικού γεγονότος, θα πρέπει να μοιάζει σαν αφύπνιση δίχως επίγνωση της διάρκειας του ύπνου. Οι άνθρωποι που πέθαναν πριν από χιλιάδες χρόνια και οι άνθρωποι που θα έχουν πεθάνει λίγα λεπτά πριν από την κοινή ανάσταση, θα ανοίξουν τα μάτια σαν να μην έχει παρεμβληθεί ούτε στιγμή χρόνου από τότε που τα σφράγισε ο θάνατος.

Δεν έχουμε καμιά, μα απολύτως καμιά επιστημονική συνηγορία για να ελπίσουμε σε ανάσταση από τον θάνατο. Ο,τι ονομάζουμε «επιστήμη», δηλαδή η αποδεικτικά τεκμηριωμένη γνώση των δεδομένων της ύλης - ενέργειας, δεν έχει τη δυνατότητα, γι' αυτό ούτε και τον στόχο, να ερμηνεύσει το «νόημα» του κόσμου, την αιτία του και τον σκοπό του. Οσοι, στο όνομα τάχα της επιστήμης, μιλάνε για πιστοποιημένη «τυχαιότητα» σαν αιτία και σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών, είναι, πολύ απλά, τσαρλατάνοι.

Για το «νόημα» της ύπαρξης και των υπαρκτών, της ζωής και του θανάτου, συγκροτούνται μόνο ερμηνευτικές προτάσεις φιλοσοφικές. Τις αναγνωρίζουμε ως φιλοσοφικές όταν είναι συντεταγμένες με συνέπεια και πιστότητα σε λογική μέθοδο, χωρίς απριορισμούς, χωρίς αυθαίρετες αξιωματικές παραδοχές, χωρίς προσφυγές σε σκοτεινούς μυστικισμούς. Τέτοιες προτάσεις ερμηνείας της αιτίας και του σκοπού των υπαρκτών γνώρισε πολλές η Ιστορία της Φιλοσοφίας. Κατά κανόνα με λογικά κενά και συγγνωστά αυτονόητα. Οι δύο ερμηνευτικά συνεπέστερες προτάσεις, από την αρχαιότητα ώς σήμερα, μοιάζει να είναι αυτή της ελληνικής εκκλησιαστικής παράδοσης, που παρονομάζεται βυζαντινή και η μηδενιστική οντολογία του Martin Heidegger.

Για την ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, Αιτιώδης Αρχή του υπαρκτού δεν είναι η ανερμήνευτη αναγκαιότητα ενός Πρώτου Κινούντος, αλλά η ελευθερία ως αυθυπερβατική σχέση, υπαρκτικά αλληλοπεριχωρούμενη αγάπη τριών «προσωπικών» (έλλογων και αυτοσυνείδητων) υποστάσεων. Γι' αυτό και γνωρίζεται η Αιτιώδης Αρχή από τον άνθρωπο «κατά τον τρόπο» της ύπαρξής της: από την οδό της ελευθερίας, μέσα από την εμπειρία του αθλήματος της αυθυπέρβασης και αγάπης - όχι αναγκαστικά και υποχρεωτικά όπως ένα αντικείμενο του νευτώνειου κοσμοειδώλου.

Γνωρίζεται ο Θεός μέσα από την κλήση σε σχέση που απευθύνει στον άνθρωπο με το κάλλος και τη σοφία του δημιουργικού του έργου, του κόσμου. Γνωρίζεται ο Θεός όπως γνωρίζεται ο μουσουργός μέσα από τη μουσική του, ο ζωγράφος μέσα από τη ζωγραφιά του, ο ποιητής μέσα από το ποίημά του. Οχι ως αφηρημένη νοητική σύλληψη, αλλά ως εμπειρία σχέσης, αμεσότητα μέθεξης στο δημιούργημα.

Ελεύθερος ο Θεός από κάθε προκαθορισμό της ύπαρξής του, μπορεί να υπάρξει και ως άνθρωπος. Με τον τρόπο της δικής του ελευθερίας: από «μανικόν έρωτα» για το λογικό πλάσμα του. Υφίσταται όλους του υπαρκτικούς περιορισμούς του πλάσματος, ακόμα και έναν άδικο, βασανιστικό θάνατο. Αλλά με τις ελλειμματικές υπαρκτικές δυνατότητες του κτιστού πραγματώνει τον «τρόπο» της ελευθερίας του ακτίστου: μεταποιεί και τον θάνατο σε αυθυπερβατική σχέση «υπακοής» στον Πατέρα. Γι' αυτό και ανίσταται από των νεκρών. Οχι «θαυματουργικά», δηλαδή από αναγκαιότητα θεϊκής παντοδυναμίας, αλλά μεταποιώντας ελεύθερα και την ανθρώπινη θνητότητα σε ερωτική αυθυπέρβαση.

Ο αναστημένος Χριστός είναι υλική ύπαρξη, έχει στην πλευρά και στις παλάμες απτά τα σημάδια του σταυρικού του θανάτου, τρώει «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου». Αλλά πραγματώνει την κτιστή ύπαρξη ελεύθερη από τους περιορισμούς της κτιστότητας: Εισέρχεται στο υπερώον «των θυρών κεκλεισμένων» και ταυτόχρονα οδεύει με τον Λουκά και τον Κλεώπα προς την Εμμαούς.

Στην εκκλησιαστική οπτική ο αναστημένος Χριστός είναι η πραγμάτωση και φανέρωση του «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της υλικής δημιουργίας του Θεού. Για τη λογική που ταυτίζει την πληρότητα της ύπαρξης με την ελευθερία της αγάπης, το κάλλος και η σοφία του κόσμου -λόγος αποκαλυπτικός της θείας προσωπικής ετερότητας- είναι αδιανόητο να αφανιστεί κάποτε, να μηδενιστεί ή να συνεχίζεται άσκοπη η ύπαρξή του ατελεύτητα. Ελπίδα και προσδοκία της Εκκλησίας είναι ότι «πάντες αλλαγησόμεθα»: ο υλικός κόσμος όλος και ο άνθρωπος. Η ύλη, τα κτιστά, θα συμπεριληφθούν στο αναστημένο σώμα του Χριστού, θα υπάρξουν με τον τρόπο του ακτίστου, τρόπο ελευθερίας από κάθε υπαρκτικό περιορισμό.

«Καινούς ουρανούς και γην καινήν προσδοκώμεν». Οι νεκροί θα εγερθούν από την αχρονία του θανάτου, να μετάσχουν στην αχρονία της «βασιλείας», στην κοινωνούμενη υπαρκτική πληρότητα - την ενεργό, όχι νιρβανική. Η τωρινή μας γλώσσα δεν είναι δυνατόν να προσημάνει τα προσδοκώμενα, τα όριά της είναι όρια του τωρινού μας κόσμου - «βλέπομεν άρτι ως δι' εσόπτρου εν αινίγματι». Ισως η γλώσσα της μετανευτώνειας φυσικής, γλώσσα των «πολλαπλών συμπάντων», της «αντι-ύλης», των «μαύρων οπών», της «αχρονίας του κβαντικού πεδίου» να πλουτίσει με συμβολισμούς ευστοχότερους την έκφραση της εκκλησιαστικής προσδοκίας.

Με τη λογική αυτής της προσδοκίας, ο θάνατος των πάλαι και των εγγύς, όπως και ο δικός μας, των «περιλειπομένων» ο θάνατος, είναι σίγουρα έξοδος από τον χρόνο, όχι όμως και έξοδος από την ύπαρξη, όχι αναστολή της κλήσης που δεχθήκαμε για μετάβαση «εκ του μη όντος εις το είναι». Η κλήση που ιδρύει τον άνθρωπο ως υποστατική δυνατότητα σχέσης (θετικής ή αρνητικής) με τον Θεό, δεν μπορεί να εκπίπτει, δεν μπορεί να αναστέλλεται με την απόσβεση των ενεργειών της κτιστής φύσης μας. Αν η σχέση (και όχι η φύση) ιδρύει την υπόσταση και αν τον Mozart τον γνωρίζω ως υποστατική ετερότητα μέσα από τη μουσική του (και όχι από την οντική του ατομικότητα), ίσως κάτι να αλλάζει στην πικρότατη γεύση του θανάτου.

Οταν ο Χριστός πάνω στον σταυρό δέχθηκε τη μετάνοια του συστραυρωμένου ληστή, τον βεβαίωσε ότι «σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». Σήμερον - το «μετ' εμού» δεν παρέχεται υπό προθεσμίαν. Μην εξαντλούμε τη γνώση σε μόνη την πληροφόρηση, στην επιστημονική τεκμηρίωση. Οταν κάποιος μας αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί μας, το ξέρουμε από την αμεσότητα της εμπειρίας, όχι με αποδεικτική ανάλυση. Μόνο που «κλειδί» γι' αυτή την άμεση γνώση είναι η αμοιβαιότητα του έρωτα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Η επιστημονική δεοντολογία και τα εθνικά θέματα

Γιώργος Κοντογιώργης

(Το κείμενο αυτό απαντά στο ζήτημα του ακαδημαϊκά και θεσμικά απαράδεκτου της επιλογής θέματος διδακτορικής διατριβής στο οποίο η "Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" αποκαλείται "Δημοκρατία της Μακεδονίας" και μάλιστα της αξίωσης των καθηγητών του τμήματος πολιτικής επιστήμης και ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου να χρηματοδοτηθεί από το ελληνικό κράτος).

“Κατά τη σχετική συνεδρία της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου οι συνάδελφοι (όλοι πλην ενός) υποστήριξαν ότι αποτελεί στοιχείο της επιστημονικής ελευθερίας να αποκαλούν μια χώρα όπως αυτοί κρίνουν ή να επιλέγουν γι'αυτήν το όνομα που τους αρέσει. Λογικά ως καθηγητές πανεπιστημίου θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ επιστημονικής ελευθερίας και ιδεολογικής ή πολιτικής επιλογής που ο καθένας μπορεί να έχει ως πολίτης. Εάν το θέμα της διατριβής ήταν η σπουδή της άποψης που θέλει η συγκεκριμένη χώρα να ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, ουδείς θα είχε αντίρρηση. Το θέμα όμως της διδακτορικής διατριβής αφορά στις εθνοτικές διαιρέσεις στη χώρα αυτή και όχι στο όνομα. Επομένως το όνομα της χώρας δεν εμπεριέχεται στην επιστημονική διερεύνηση, λαμβάνεται ως δεδομένο. Συμβαίνει λοιπόν η ενλόγω χώρα να έχει όνομα που το συμφώνησε ομόφωνα ο ΟΗΕ (και η ίδια) και να βρίσκεται σε εξέλιξη διαπραγμάτευση για τη οριστική ονομασία της. Η παράκαμψη του ΟΗΕ και η υιοθέτηση του επιχειρήματος της μιας ή της άλλης πλευράς (“Δημοκρατία της Μακεδονίας” ή “Δημοκρατία των Σκοπίων”) αποτελεί πολιτική πράξη και, ως εκ τούτου, είναι επιστημονικά και ακαδημαϊκά απαράδεκτη.

Μάλιστα, στο μέτρο που το όνομα “Δημοκρατία της Μακεδονίας” εμπλέκεται υπό τις παρούσες συνθήκες στον λόγο του εθνικισμού της γειτονικής χώρας, η υιοθέτησή του μεταβάλλει τους συμπαραστάτες σε τυπικούς εθνικιστές. Εθνικιστής δεν είναι ο εκφραστής του εθνικισμού της χώρας που ανήκει, αλλά ο φορέας εθνικιστικών ιδεών, οποιασδήποτε χώρας και μορφής. Αυτά όμως συμβαίνουν όταν η ιδεολογία έχει καταλάβει τη θέση της επιστήμης στο πανεπιστήμιο. Όταν δηλαδή ο καθηγητής δεν διακρίνει ανάμεσα στις επιστημονικές σχολές σκέψης, που εμπεριέχουν αναπόφευκτα και την “επιλογή” επιχειρήματος και στην ιδεολογικο-πολιτική δράση που υπαγορεύει η σκοπιμότητα της πολιτικής. Εξού και ακούστηκε το επιχείρημα ότι αφού πολλές χώρες υιοθέτησαν το “συνταγματικό” όνομα της ενλόγω χώρας είναι εν δικαίω! Να υποθέσω ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου αδυνατεί να διακρίνει ότι οι πολιτικές στις διεθνείς σχέσεις διαμορφώνονται με γνώμονα τους συσχετισμούς δύναμης που υπαγορεύουν οι ηγεμόνες; Γιατί άραγε, αντί να σπεύδουν τόσο πρόθυμα να στεγασθούν στη θαλπωρή του ηγεμόνα και να υπηρετήσουν το συμφέρον του, δεν διερωτώνται τι επέβαλε την παράκαμψη της ψήφου τους στον ΟΗΕ (δηλαδή του κανόνα που αυτοί διαμόρφωσαν) και την παραβίαση της “ενδιάμεσης συμφωνίας”;

Η προσήλωση αυτή των συναδέλφων στο συμφέρον του ηγεμόνα και στην εθνικιστική υστερία της γείτονος, εξηγεί από την άλλη γιατί στο καλάθι της πολιτικής -κι όχι φυσικά της επιστημονικής- τους ευαισθησίας, δεν υπεισέρχεται ένας στοιχειώδης σεβασμός προς την ελληνική κοινωνία που χρηματοδοτεί πλουσιοπάροχα τον βίο τους. Η οποία, καλώς ή κακώς, με συντριπτική πλειοψηφία δεν αποδέχεται την ολοκληρωτική εκχώρηση του ονόματος αυτού στην γείτονα, αφού εκτιμά ότι έτσι θα αποστερήσει από την ίδια ένα μέρος της δικής της ταυτότητας; Για ποιο λόγο η “ευαισθησία” ως προς το δικαίωμα στην ταυτοτική επιλογή να βαραίνει μονοσήμαντα προς την μια πλευρά και όχι, έστω, ισομερώς; Επιπλέον, παρακάμπτουν, προσποιούμενοι την επιστημονική ελευθερία, το γεγονός ότι εργάζονται σε δημόσιο πανεπιστήμιο μιας χώρας που αυτή τη στιγμή διαπραγματεύεται την τελική ονομασία. Μάλιστα δε, παρόλον ότι υπονομεύουν την ομόφωνη ως προς αυτό στρατηγική της χώρας, αξιώνουν να στεγάσουν την πολιτική τους επιλογή σε πρόγραμμα που χρηματοδοτεί η ελληνική πολιτεία δαπάναις της κοινωνίας. Θα ανέμενε κανείς η ευαισθησία τους να τους παρότρυνε να απευθυνθούν στην γειτονική χώρα, της οποίας τον εθνικισμό διακινούν, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την ενλόγω διδακτορική διατριβή. Ώστε, η βαθιά αντιδημοκρατική τους συμπεριφορά συνοδεύεται από μια εξίσου υψηλή περιφρόνηση της κοινωνίας που τους στεγάζει. Διότι μήπως δεν είναι η ελληνική κοινωνία που αποτελεί τον λόγο ύπαρξης της χώρας, του κράτους, των πανεπιστημίων, αλλά και αυτών των ιδίων; Έχοντας όμως εθισθεί στο δόγμα της νεοτερικότητας που ορίζει τη δημοκρατία όχι ως το ταυτοτικό ισοδύναμο της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ως το κράτος που την κατέχει, αντιλαμβάνονται την τελευταία ως το υποζύγιό τους.

Αλλά γιατί άραγε τόση αγωνία να προκαταλάβουν τις εξελίξεις; Τι θα πράξουν οι συνάδελφοι εάν πριν από την υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ των μερών; Θα μας πουν ότι έσφαλαν και θα ζητήσουν να αλλάξουμε τον τίτλο της; Δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι ευτελίζουν την επιστήμη, το ελληνικό πανεπιστήμιο, τη χώρα, αλλά και αυτούς τους ιδίους; Επιλέγοντας να διακινήσουν τον λόγο του εθνικισμού της άλλης πλευράς και, ουσιαστικά, τα σχέδια της υπερδύναμης στην περιοχή, μεταβάλλουν το πανεπιστήμιο σε οργανικό μέρος του προβλήματος και την επιστήμη σε πρόσχημα. Κατανοώ την επιλογή αυτή, στο μέτρο που απλώς αποκαλύπτει την σταθερά όσο και βαθιά αντιδημοκρατική λογική που διακρίνει τη συμπεριφορά των κρατούντων στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ακριβώς γι'αυτό, αντί να απαντούν στα ζητήματα που εγείρουν οι επιλογές τους, αντί να απολογηθούν για την προσήλωσή τους στο συμφέρον του ηγεμόνα και στην εθνικιστική υστερία της γείτονος, μετατοπίζουν το επίκεντρο του ερωτήματος στο δικαίωμά τους να διακινούν ελεύθερα τις απόψεις τους. Στην πραγματικότητα, κρύβονται πίσω από ένα ανύπαρκτο ερώτημα (είναι καταφανές ότι ουδείς τους αμφισβητεί το δικαίωμα αυτό) προκειμένου να το καταστρατηγήσουν, όπως ακριβώς πράττουν και με την επίκληση της επιστημονικής ελευθερίας την οποία υποτάσσουν σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ίδιοι αυτοί κύκλοι προσέρχονται στις Συνεδρίες των πανεπιστημιακών οργάνων για να νομιμοποιήσουν αποφάσεις που ήδη έχουν “επεξεργασθεί” προηγουμένως και όχι με την πρόθεση να διεξαγάγουν μια αυθεντική δημοκρατική διαβούλευση; Ο δημοκρατικός διάλογος προϋποθέτει επιστημονική επιφάνεια, συνειδησιακή διαφάνεια, προσήλωση σε κανονιστικές αρχές και, μάλιστα, στον λόγο ύπαρξης του θεσμού που είναι, αναντιρρήτως, το συμφέρον της κοινωνίας. Ώστε, η παγίωση του “ετσιθελισμού” της διατεταγμένης πλειοψηφίας των κατόχων του θεσμού δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα, αλλά ιδιοποίηση. Επειδή ακριβώς το γνωρίζουν, διακινούν ανερυθριάστως το επιχείρημα ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί την μείζονα απειλή των δικαιωμάτων και όχι η δική τους αυτόνομη, δηλαδή ολιγαρχική συνιστώσα. Εξού και όπου “δεν τους βγαίνει”, η ανοχή στον λόγο του άλλου υποκαθίσταται από την ύβρη και το επιχείρημα από την συκοφαντία προς όποιον παραμένει πιστός στην ακαδημαϊκή τάξη και στην επιστήμη. Οι ίδιοι αυτοί που επιλέγουν να διακινούν τον τυπικά λαϊκιστικό εθνικισμό της γείτονος, απομεινάρι του σταλινικού ολοκληρωτισμού, και τον νεοφιλελεύθερο ιμπεριαλισμό, που προσημειώνει στο σκοπό του τα ανθρώπινα δικαιώματα, εγκαλούν τον λόγο της ελευθερίας και την επιστήμη για εθνικισμό. Προσποιούμενοι ότι δήθεν έτσι καταπολεμούν τον ελληνικό εθνικισμό, συμπεριφέρονται ως τυπικοί διακινητές της “νέας τάξης”. Χρειάζεται άραγε να υποσημειώσω ότι όταν ολίγοι από εμάς παλεύαμε για έναν συμβιβασμό στο θέμα του ονόματος, πολλοί από αυτούς που τώρα επιλέγουν την “ιδεολογική” αντί της “εθνικής” αλληλεγγύης είτε “διαπραγματεύονταν” στις πλατείες τον οδυρμό τους είτε κρύβονταν πίσω από τη σιωπή τους;

Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι βέβαιο: καμία χώρα δεν μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον εάν η κοινωνία της τελεί υπό ένα κράτος κατοχής. Και η ελληνική κοινωνία κατέχεται κυριολεκτικά από τους νομείς των θεσμών του κράτους.

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème - Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Εκείνο τον Απρίλη... (Η άλωση του 1204)

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Αν η 29η Μαΐου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ' αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι του πρώτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204 η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, που έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μία πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Αρβελέρ). Αξίζει, συνεπώς, μία θεώρηση του γεγονότος αυτού έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.

1. Στις 12/13 Απριλίου 1204, έπειτα από μία πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική αυτοκρατορία της Ρωμανίας/ Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις: α) εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της αυτοκρατορίας, και β) εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών. Η τραγική ιστορική επιλογή του Ρωμαίικου, που εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο «κρειττότερον (…) φακιόλιον (…) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασιώνεται στα 1204, όταν πλέον αποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάς έναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.

Από το 1095 αρχίζουν οι σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή του Χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων. Στις επιχειρήσεις αυτές, που κράτησαν ως τον 15ο αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, που ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλομάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή.

2. Τα γεγονότα του 1204 συνδέονται με την Δ΄ σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι' αυτήν εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία του πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (1198-1216), «πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» (Inquisitio) και της Ουνίας (ως ιδέας). Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της Βενετίας Δάνδολος με το στόλο του. Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δ΄ σταυροφορίας από τους Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη. ΄Ηταν σκοπός ανομολόγητος ή τραγική σύμπτωση; Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, που αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στην Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, που περνούσε περίοδο κάμψεως λόγω της εντάσεως του τουρκικού κινδύνου. Κατά τα δυτικά χρονικά, μάλιστα, κάποιοι λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή του σκοπού της σταυροφορίας. Οι περισσότεροι όμως συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. ΄Εμειναν κυρίως οι «μυημένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρώμης κάτω από την «πνευματική» ηγεσία του Πάπα και τη στρατιωτική του Δόγη, που μετέβαλε τη Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη με την εκμηδένιση του «Βυζαντίου». Ο βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών - τα χειρότερα στρώματα της δυτικής κοινωνίας, κακοποιούς, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή του Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας του τότε κόσμου.

3. Βέβαια, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Από τον ια' αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071 στο Ματζικέρτ ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας. Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, η Βάρις (Bari), πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδοφράγκων. Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλοφράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.

Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο. Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά. Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τους πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα. Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα όμως θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.

4. Η οργάνωση της σταυροφορίας άρχισε το 1201. Σημαντικοί φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπώ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός. Η συγκέντρωση του στρατού έγινε τον Ιούνιο του 1202 στη Βενετία. Το Νοέμβριο του 1202 καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών η δαλματική πόλη Ζάρα, που είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («΄Αγγελοι») διευκόλυναν - ως συνήθως - τα δυτικά σχέδια. Οι σταυροφόροι στις 24.5.1203 ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη. Η θέα της πόλεως τους άφησε κατάπληκτους. «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη»-σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουίνος στην ιστορία του. Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων, τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς του 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε. Επεκράτησε τότε αναρχία. Στις 25 Ιανουαρίου ο λαός ανεκήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δ΄ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Ε΄ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες. Οι σταυροφόροι ήδη το Μάρτιο του 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας. Βασικές αποφάσεις: θα εκλεγόταν λατίνος αυτοκράτορας και λατίνος πατριάρχης. ΄Ετσι φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης καθορίσθηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της αυτοκρατορίας. Η μεγάλη επίθεση κατά του θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12 και ξημερώνοντας 13 έπεσε η Πόλη. Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τους σταυροφόρους και να τους δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας. Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύσθηκε οικτρά.

5. Η συμπεριφορά των σταυροφόρων απεκάλυψε στους ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα. ΄Εγιναν από τους Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων του κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία και ο Πάπας. Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα του πληθυσμού της. Σ' αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα. Μόνο την πρώτη μέρα φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης. Ιδιαιτέρως δε στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε ξυπόλητος και γυμνός να περάσει στην απέναντι ακτή. Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τους θησαυρούς της. Εσυλήθηκαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός κλήρος. Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς. Επί πολλά χρόνια τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. (Π.χ. ΄Αγιος Μάρκος, Βενετία) ΄Ενα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους «βυζαντινούς» θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.

6. Βαθύτερα ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της πόλης των Πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων. Για τους Ρωμηούς ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δ΄ σταυροφορία είχε απ' αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και της διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας. Και είναι γεγονός ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), που ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους». Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης». Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, που είχε ανοίξει με το σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Oι "Βυζαντινοί" είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους. Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των μουσουλμάνων, οι οποίοι μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα αρκέσθηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα. Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204 οι Λατίνοι - Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο απ' αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η παράδοση του Γένους. ΄Ετσι, διαμορφώθηκε η στάση των ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τους Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μία στάση που θα εκφρασθεί θεολογικά και από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το 18ο αιώνα.

Η άλωση του 1204 όμως είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση. Ο μέσος Ρωμηός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της αυτοκρατορίας. ΄Οσο μάλιστα θα παρατείνεται η φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητας των επιμέρους εθνοτήτων της αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μ. Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας. Η πορεία των πραγμάτων οδήγησε τη χώρα μας να καταλήξει, από τη σχέση «προστασίας» σε συμμαχίες με τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις και σήμερα σε «νομαρχία» της Ενωμένης Ευρώπης. Το Ευρωπαϊκό «Διευθυντήριο» έχει την δυνατότητα να συνεχίζει την άλωση του Γένους/΄Εθνους μας με άλλους τρόπους. Πόσο το συνειδητοποιούν αυτό οι Πολιτικοί μας στις συναλλαγές τους με την Δυτική Ηγεσία; Τουλάχιστον, για να μετριάζεται η άκρατη αισιοδοξία μας και να μη πορευόμαστε με αυταπάτες...

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Μετοχή και ιδιωτεία

Xρήστος Γιανναράς

Οταν μιλάμε για ελληνική παράδοση –τότε που λειτουργούσε– δεν εννοούμε μια συλλογική ιδεοληψία, κυρίαρχη ιδεολογία παρατεινόμενη σε διάρκεια αιώνων. Θα τολμούσα την αποφθεγματική, αλλά όχι αυθαίρετη διατύπωση ότι «παράδοση» για τους Ελληνες ήταν η πείρα που παραδινόταν από γενιά σε γενιά. Και είχε κριτικό χαρακτήρα αυτή η μεταβίβαση πείρας: κάθε γενιά ξεσκαρτάριζε ό, τι περιττό και ανώφελο από τα όσα παραλάμβανε και πρόσθετε τις δικές της εμπειρικές εκτιμήσεις για το αναγκαίο και για την ποιότητα.

Στην ελληνική, λοιπόν, παράδοση ήταν πραγματικά αδιανόητος ο ατομικός, ιδιωτικός χαρακτήρας της μεταφυσικής αναζήτησης. Αυτό συνάγεται καταφανέστατα από τις γραπτές απομνημειώσεις, τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις, τις εθιμικές πρακτικές της παράδοσης. Δυσκολευόμαστε σήμερα να το αντιληφθούμε, γιατί οι δικοί μας εθισμοί, μαζί με τις εντολές «πολιτικής ορθότητας» που μας επιβάλλει η νατοϊκή Νέα Τάξη πραγμάτων, απωθούν τη μεταφυσική αναζήτηση στο πεδίο του αποκλειστικά ιδιωτικού, της στεγανά ατομικής επιλογής. Η μεταφυσική σήμερα είναι εξ ορισμού ιδεολόγημα και ψυχολογική μόνο καταφυγή, επομένως ατομική καθαρά υπόθεση. Η κρατική νομοθεσία αναγνωρίζει την ανάγκη των ατόμων να ικανοποιούν τα θρησκευτικά τους ορμέμφυτα, γι’ αυτό και προστατεύει ως «δικαίωμα» την οποιαδήποτε (αδιαφοροποίητα) θρησκευτική ιδεοληψία.

Με άλλα λόγια, η σημερινή νομοθεσία και νοοτροπία αποκλείουν καισαρικά τον τρόπο οργάνωσης του κοινού βίου με τον οποίο σημάδεψε κάποτε την πανανθρώπινη ιστορία η ελληνική παράδοση: Αποκλείουν την ελληνική «πόλιν», το «κοινόν άθλημα» του «πολιτικού βίου», τη δημοκρατία ως μετοχή όλων των πολιτών στην πραγμάτωση του «αληθούς».

Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν οι ακτές του Αιγαίου και το ενδιάμεσο αρχιπέλαγος, γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κριτική σκέψη.

Δηλαδή η ανάγκη να επαληθεύεται η γνώση, να διακρίνεται το σωστό από το λάθος, η πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, την πλάνη, το ψεύδος. Και «κριτήριον αληθείας» για τους Ελληνες ήταν πάντοτε το «κοινωνείν»: η εμπειρική συμμαρτυρία, ο γλωσσικός συντονισμός της εμπειρίας – «όταν πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί».

Με την «πόλιν» και το «πολιτικόν άθλημα» έκαναν οι Ελληνες το άλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς»: Η συλλογική συνύπαρξη να μην αποβλέπει πια μόνο ή πρωτευόντως στη χρεία – στον καταμερισμό της εργασίας για την πληρέστερη κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Να αποβλέπει κυρίως στην επιδίωξη μίμησης του «όντως υπαρκτού»: του αθάνατου «τρόπου» της λογικής κοσμιότητας και αρμονίας των υπαρκτών. Και αυτή την επιδίωξη την έκαναν οι Ελληνες «γλώσσα», δηλαδή πράξη αποκαλυπτική του στόχου: Γλώσσα θεσμών της «πόλεως», γλώσσα της τραγωδίας, του αγάλματος, της αρχιτεκτονικής – του Παρθενώνα.

Η μεταφυσική αναζήτηση για τον Ελληνα ήταν μετοχή, εμπειρία συνάθλησης, κοινωνία λογικών ψηλαφήσεων – όχι ατομική επιλογή και ιδιωτικές «πεποιθήσεις». Στην «εκκλησία του δήμου» συνάζονταν οι πολίτες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την «πόλιν» ως «κόσμον» – κόσμημα «κατά λόγον» τάξεως, αρμονίας και κάλλους. Και στην «εκκλησία των πιστών» συνάζονταν στη συνέχεια οι χριστιανοί Ελληνες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την καινούργια τώρα «πόλιν» της αγαπητικής κοινωνίας της ζωής, τον τρόπο του «όντως υπαρκτού» που τώρα τον ψηλαφούσαν στην υπαρκτική ελευθερία της Τριαδικής Αγάπης.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο της μεταφυσικής αναζήτησης, τόσο για τον αρχαίο όσο και για τον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό, δεν ήταν μια υπερβατική πληροφορία, αλλά ένας «τρόπος υπάρξεως»: η εμπειρία, η βίωση του «τρόπου» χάριζε τη γνώση της αλήθειας. Και ο «τρόπος» ήταν πάντοτε κοινωνικός, τρόπος κοινωνίας, μετοχής – κοινωνούμενης εμπειρίας, μετοχικής γνώσης. «Κατά μετοχήν του κοινού λόγου και θείου γινόμεθα λογικοί», έλεγε ο Ηράκλειτος. Ο δεδομένος τρόπος της λογικής κοσμιότητας του κόσμου ήταν για τον αρχαίο Ελληνα η οδός για την εμπειρική ψηλάφηση της αλήθειας. Και η ελευθερία του τρόπου της ερωτικής αυθυπέρβασης, η αγάπη όχι ως ατομική αρετή, αλλά ως κατόρθωμα ελευθερίας από τον ατομοκεντρισμό της φύσης και της ανάγκης –κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής και της ύπαρξης– είναι για τον χριστιανό Ελληνα η οδός εμπειρίας του αληθούς.

Αν είχαν αρκεστεί και οι Ελληνες στην κατασφάλιση των ορμέμφυτων ατομοκεντρικών αναγκαιοτήτων, αν είχαν εκλάβει τη μεταφυσική αναζήτηση σαν ιδιωτική επιλογή και ατομική αρέσκεια, η ανθρωπότητα δεν θα είχε γνωρίσει την πολιτική και τη δημοκρατία: το κοινόν άθλημα να αληθεύει ο βίος. Δεν θα είχε γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία τον Παρθενώνα και την Αγια-Σοφιά, το αρχαιοελληνικό άγαλμα και την εκκλησιαστική Εικόνα, την τραγωδία και την ορθόδοξη λειτουργική δραματουργία.

Ομως, η ελληνική παράδοση ήταν έκπληξη και η έκπληξη δεν αντέχεται: Η μεσαιωνική (βαρβαρική τότε) Δύση φρόντισε να τη φέρει στα μέτρα του ορμέμφυτου ατομοκεντρισμού, να την παραχαράξει στα καίρια. Και ο Ελληνισμός, περιθωριοποιημένος ιστορικά, υποτάχθηκε μιμητικά στην παραχάραξη, έπαψε να υπάρχει ως πρόταση ή έκπληξη πολιτισμού. Οι άνθρωποι σήμερα λέμε «μεταφυσική» και εννοούμε ατομικές πεποιθήσεις, ιδεολογήματα και ψυχολογήματα. Λέμε «πίστη» και εννοούμε ιδιοκτησία απόψεων, όχι αγώνισμα εμπιστοσύνης. Λέμε «πολιτική» την εμπορευματοποιημένη μαφιόζικη εξουσιολαγνεία, λέμε «δημοκρατία» τα ολιγαρχικά προϊόντα μαγειρέματος των εκλογικών νόμων και «επικοινωνιακής» διαβουκόλησης ανέγνωμων ψηφοφόρων.

Ο Ελληνισμός έχει ιστορικά τελειώσει, η διαιώνιση του ελληνικού ονόματος από το ελλαδικό κρατίδιο είναι μόνο ντροπή: συσκότιση και διασυρμός μιας πρότασης πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια. Σώζεται, ωστόσο, αλλοτριωμένη η πρόταση προκλητικά περιφρονημένη, αλλά ως ενεργός λαϊκή πράξη, στη δραματουργία και στην ποίηση του λατρευτικού εκκλησιαστικού γεγονότος. Και κορύφωμα των εόρτιων κύκλων αυτού του γεγονότος είναι η Μεγάλη Εβδομάδα – από σήμερα ώς και την επόμενη Κυριακή.

Αν κάποιος θέλει να ψηλαφήσει εμπειρικά τη μεταφυσική αναζήτηση ως άθλημα κοινωνίας και όχι ως ιδιωτική αρέσκεια, μπορεί να αξιοποιήσει το λείμμα: Ας ξεχωρίσει μιαν εκκλησιά, όσο γίνεται λιγότερο «εκσυγχρονισμένη». Και να χώνεται εκεί, σε μια γωνιά, εφτά μέρες, πρωί - βράδυ.

Ισως του χαριστεί η εμπειρία και γεύση της μετοχής.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα - Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στο Δημοτικό Σχολείο - 7 Απρ 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει την εισαγωγή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο Δημοτικό Σχολείο, με καλεσμένο τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ π. Θεόδωρο Ζήση.

 

Σχετική αρθρογραφία:
1. Τα…«τσίσα» του Ασκητή στo δημοτικό σχολείο (Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος)
2. Ασκητού λαγνεία (Θωμάς Γκιάτας, Δάσκαλος)
3. Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (π. Θεόδωρος Ζήσης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.)
4. Η Ορθόδοξη «σεξουαλική αγωγή» (π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών)

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Η ελληνική ασθένεια της βουλήσεως

Κωνσταντίνος Π. Ρωμανός

Η «Καθημερινή» της 25ης Μαρτίου 2009 χαιρέτισε την εθνική επέτειο με την πρωτοσέλιδη φωτογραφία ενός μικρού μαύρου κοριτσιού, καθισμένου στο πεζοδρόμιο, με μια ελληνική σημαία απλωμένη στα γόνατά του. Δίπλα του ένα λευκό αγοράκι της ίδιας ηλικίας.

Από κάτω η επεξηγηματική λεζάντα «Δύο Ελληνόπουλα καθισμένα δίπλα δίπλα παρακολουθούν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα... Η ελληνικότητα ήταν πάντα μια έννοια που δεν ορίστηκε από φυλές, ψευδογονίδια και χρώματα...». Πιο μέσα στην εφημερίδα, ωστόσο, ο Π. Μανδραβέλης υποστήριζε την άποψη να καταργηθούν οι παρελάσεις γιατί «χάνεται μια επιπλέον μέρα διδασκαλίας για να περπατούν οι μαθητές με τη σημαία στους δρόμους», εξηγώντας ότι «στην Ελλάδα επικρατεί μια “αντιπαραγωγική λατρεία των παραδόσεων”» κ.λπ. κ.λπ.

Παιδαγωγικώς άστοχο ήταν λοιπόν να ντεμπουτάρει η μικρή Αφρικανή ως «Ελληνόπουλο» με ξεπερασμένες παρελάσεις και σημαίες, αλλά, όπως φαίνεται από το άρθρο «Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;» του Τ. Καμπύλη στην ίδια σελίδα, ο σκοπός τελικά αγιάζει τα μέσα.

Διότι εδώ πληροφορούμεθα ότι η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Μη Κυβερνητική Οργάνωση αγνώστου χρηματοδοτήσεως) προτίθεται να βάλει τέλος στο «γραφειοκρατικό Γκουαντάναμο» της Διεύθυνσης Ιθαγένειας του υπουργείου Εσωτερικών με τις προτάσεις της για έναν νέο κώδικα ελληνικής ιθαγένειας. Ο νέος αυτός κώδικας θα δώσει επιτέλους υπόσταση στον ατελή συμβολισμό «Αφρικανός + σημαία = Έλληνας», αντικαθιστώντας το ισχύον δίκαιο του αίματος με το δίκαιο του εδάφους (Έλληνας είναι όποιος γεννιέται στο ελληνικό έδαφος).

Στην εκδήλωση που ακολούθησε την επόμενη μέρα στην ΕΣΗΕΑ (η ώρα δεν ανακοινώθηκε, τη γνώριζαν μόνο οι μυημένοι) συμμετείχαν με εισηγήσεις, εκτός από εκπροσώπους της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η καθηγήτρια Χ. Κουλούρη, εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος. Στο εκλεκτό ακροατήριο παρευρίσκονταν γνωστές προσωπικότητες του ακαδημαϊκού και δημοσιογραφικού κατεστημένου (με απόψεις κατά της αρχής του έθνους, υπέρ του «πολυπολιτισμού» και των «μειονοτήτων»). Στο έντυπο υλικό της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου περιλαμβάνονταν συμπληρωματικά και οι δηλώσεις του Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας, σύμφωνα με τις οποίες η οικονομική κρίση πλήττει όλως ιδιαιτέρως τις «περιθωριοποιημένες» ομάδες του πληθυσμού, ενισχύοντας «ρατσιστικές, ισλαμοφοβικές, αντισημιτικές και ομοφοβικές» τάσεις, οι οποίες πρέπει απαραιτήτως να εξαλειφθούν διά μιας «εκ βάθρων» μεταρρυθμίσεως του δικαστικού συστήματος και της Αστυνομίας (η μεταρρύθμιση αφορά και στους «ανθρώπινους πόρους», δηλαδή στην αναγκαιότητα στελέχωσης των ανωτέρω με αλλοδαπούς).

Ένα σύγχρονο κράτος δικαίου «στην εποχή της μετανάστευσης» (παλαιότερα έλεγαν της «παγκοσμιοποίησης», αλλά με την κρίση η παγκοσμιοποίηση άφησε ως μόνο κατάλοιπο τις πεινασμένες στρατιές της λαθρομετανάστευσης) απαιτεί επιπλέον «ισότιμη πρόσβαση» των μεταναστών στην υγεία, την κοινωνική προστασία, τη στέγαση, την Παιδεία κ.λπ. (γιούργια, γιούργια στον ταβλά με τα κουλούρια).

Η μεταρρύθμιση του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας προς την κατεύθυνση του δικαίου του εδάφους (jus soli) θα συνεπάγεται και αντικατάσταση των παλαιότερων προνομιακών ρυθμίσεων πολιτογράφησης ομογενών εξωτερικού (οι οποίες ως τώρα εδράζονται στο δίκαιο του αίματος) από νέες ρυθμίσεις, οι οποίες απαιτούν ο ομογενής να φέρει το βάρος της απόδειξης ότι διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα και την πολιτεία (ενδεχομένως με πενταετή παραμονή του στην Ελλάδα προ της αιτήσεώς του για πολιτογράφηση). Ο Έλληνας της Αμερικής, για παράδειγμα, δεν πρέπει να έχει μεγαλύτερα πλεονεκτήματα για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τον αφρικανό μετανάστη, καθώς αυτό θα ήταν ξεπερασμένο και αντιδημοκρατικό. Η διάκριση μεταξύ ομογενών και αλλογενών ως προϋπόθεση πολιτογράφησης καταργείται. (Το αν θα υπάρξουν μετά ταύτα τυχόν ομογενείς που θα θελήσουν να γίνουν πολίτες της εχθρικής χώρας που λέγεται Ελλάδα είναι περισσότερο από αβέβαιο.)

Τη σύνολη πρόταση ενός νέου κώδικα ελληνικής ιθαγένειας εδέχθησαν οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ με κάποιες διαφορές στα επιμέρους. Ιδιαίτερα ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν υπέρ των ριζοσπαστικότερων αλλαγών υπέρ των μεταναστών, τονίζοντας επιπλέον ότι «πρέπει να βιαστούμε» (προφανώς ώστε να θωρακιστούν οι αλλοδαποί διά του νέου νομικού καθεστώτος, προτού οι ημεδαποί με την οικονομική κρίση αφυπνιστούν και απαιτήσουν την απέλασή τους).

Δυσερμήνευτες φάνηκαν οι σύντομες δηλώσεις του υπουργού Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος εξέπληξε τους πάντες δηλώνοντας ότι το δίκαιο του αίματος ή το δίκαιο του εδάφους είναι «ξεπερασμένα» και αντ' αυτών πρέπει να εισαχθεί ο όρος της συνείδησης/βούλησης («Ελευθεροτυπία» 27/3/09). Να υποθέσουμε σχετικά ότι η Νέα Δημοκρατία ετοιμάζει έκπληξη στην κούρσα των κομμάτων για τις ψήφους των αλλοδαπών, υπερφαλαγγίζοντας τους πάντες με κάποιο νομοσχέδιο που πολιτογραφεί όλους όσοι θέλουν να πολιτογραφηθούν αρκεί να έχουν κάποια νεφελώδη «ελληνική» συνείδηση; Θα δείξει.

Εν τω μεταξύ ο «Ελεύθερος Τύπος» της 27/3/09 σε αποκλειστικό ρεπορτάζ ολοκληρώνει τα καλά νέα της «Ελευθεροτυπίας» με την ενθουσιώδη είδηση: Μετανάστες αστυνομικοί! Αποκαλύπτει ότι «η ηγεσία της ΕΛΑΣ εξετάζει προτάσεις για τη δημιουργία μίας άλλης Αστυνομίας μέσα στην Αστυνομία, την οποία θα στελεχώσουν μετανάστες, πιθανώς δεύτερης γενιάς, οι οποίοι θα έχουν ελληνική υπηκοότητα». Εδώ διαπιστώνεται ότι «ένα ποσοστό της αυξημένης εγκληματικότητας οφείλεται σε μετανάστες που ανήκαν στη χώρα τους στο οργανωμένο έγκλημα ή σε ομάδες σκληρών παραβατικών ατόμων». Γι' αυτό ο Αντώνης Μαγγανάς, εγκληματολόγος του Παντείου Πανεπιστημίου, θεωρεί σωστή λύση την ένταξη μεταναστών στην Αστυνομία (εφαρμογή της ομοιοπαθητικής θεραπευτικής, κατά την οποία αυτό που σε αρρωσταίνει σε θεραπεύει). Θετική λέγεται ότι είναι και η Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων! Προς το παρόν, εμπόδιο θεωρείται ότι υπάρχει στην ένταξη Πακιστανών και Αφγανών (μα τι ρατσισμός είναι πάλι αυτός), καθώς «δεν υπάρχουν ακόμα στις τάξεις των δύο κοινοτήτων άτομα με ελληνική υπηκοότητα». (Μα να πολιτογραφηθούν, εκτός βέβαια αν έχουν προσβληθεί από τον ιό της Αλ Κάιντα, οπότε εδώ ισχύουν απαγορεύσεις οι οποίες δεν ισχύουν για τον ιό του UCK.)

Η εγκληματικότητα των αλλοδαπών, η οποία προβάλλεται ως λόγος να εξουδετερωθεί το ελληνικό μονοπώλιο έννομης ένοπλης βίας της εκτελεστικής εξουσίας (Αστυνομίας), δεν είναι παρά πρόσχημα για την πραγματοποίηση ενός παλαιότερου σχεδίου. Ήδη το 2005 ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων Δημήτρης Κυριαζίδης είχε ζητήσει την εισαγωγή αλλοδαπών στην Αστυνομία («Ελεύθερος Τύπος» 27/3/09). Τότε όμως δεν είχε τεθεί ακόμα θέμα αλλοδαπής εγκληματικότητας, την ύπαρξη της οποίας ως αυτόνομης απειλής μέχρι πρότινος επίμονα αρνούνταν τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ και οι «προοδευτικοί», «αντιρατσιστικοί» κονδυλοφόροι. Επομένως το γεγονός ότι τώρα πλέον βρισκόμαστε στην τελική φάση υλοποίησης του σχεδίου εισαγωγής αλλοδαπών στην Αστυνομία δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί, στον συνδικαλισμό και στη διοίκηση των αστυνομικών, η κρίσιμη μάζα ατόμων του γνωστού αντεθνικού, «αντιρατσιστικού» χώρου που θα επιβάλει τις αλλαγές.

Υπάρχουν πολλές ανώνυμες καταγγελίες απλών αστυνομικών, που φαίνεται ότι εκφράζουν τη συντριπτική πλειοψηφία του Σώματος, κατ' αντιστοιχία προς το γενικότερο φρόνημα του ελληνικού λαού, και οι οποίες δίνουν μια εικόνα της ιδεολογικής τρομοκρατίας που επικρατεί στο εσωτερικό του σώματος: διαγραφές αντιφρονούντων συνδικαλιστών, μηνύσεις, αγωγές και ΕΔΕ.

Και μετά όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε ότι εκπλησσόμεθα από την ολιγωρία της Αστυνομίας απέναντι στον τραμπουκισμό των κουκουλοφόρων και στα εγκλήματα των αλλοδαπών!

Οι επικείμενες αλλαγές στον κώδικα ελληνικής ιθαγένειας, όπως και στο καθεστώς της Ελληνικής Αστυνομίας, είναι συντονισμένες κινήσεις μιας στρατηγικής ευτελισμού, μετάλλαξης και τελικής υποδούλωσης των Ελλήνων στους ξένους, τους εντός και εκτός της Ελλάδος. Το ίδιο το κράτος στρέφεται κατά του έθνους.

Ο ελληνικός λαός στέκεται μουδιασμένος μπροστά στον ορυμαγδό καταστροφών, αποπροσανατολιστικών κινητοποιήσεων και προπαγάνδας των μυημένων της μετάλλαξης και του διαμελισμού. Πάσχει από ασθένεια της βουλήσεως.

Αναδημοσίευση από το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Αντιπροτάσεις πολιτών

Xρήστος Γιανναράς

Ερώτημα, συχνό στις δημοσκοπήσεις, ποικιλότροπα διατυπωμένο: Ποιο κόμμα, από τα υπάρχοντα στην Ελλάδα σήμερα, θα μπορούσε να πετύχει ανάκαμψη της παρακμιακής αποσύνθεσης που μαστίζει τη χώρα; Και ένα ποσοστό 75 έως 85% των ψηφοφόρων απαντάει σταθερά: κανένα.

Ομως, η απερίφραστα βεβαιωμένη ανυποληψία όλων των κομμάτων παραμένει άγονη, δεν παράγει την παραμικρή κοινωνική δυναμική. Εντεχνα οι «επικοινωνιολόγοι» των κομμάτων, συνεπικουρούμενοι από τους κουκουλοφόρους του «επαναστατικού» τραμπουκισμού, σπέρνουν τον φόβο της «ακυβερνησίας», του χάους. Ετσι, οι ψηφοφόροι πειθαρχούν την ψήφο τους στη λογική της επιλογής του μη χείρονος, λογική του δικομματισμού.

Αυτή η λογική δεν διαιωνίζει απλώς την παρακμιακή διάλυση, την επιτείνει καταιγιστικά. Οι συντεχνίες στυγνής και στεγανής ιδιοτέλειας, οι υποδυόμενες τα πολιτικά κόμματα, αποθρασύνονται. Κραυγαλέα δείγματα αδιάντροπης αποθράσυνσης είναι η συνεχώς διευρυνόμενη οικογενειοκρατία στο κοινοβούλιο και στους υπουργικούς θώκους, η κατάφωρη πια «διαπλοκή» της εκάστοτε κυβέρνησης με «νταβατζήδες» και «λαμόγια», η αδιαμαρτύρητα αποδεκτή επιβασία στις αρχηγίες των κομμάτων φανερά ανίκανων ή εξόφθαλμα μειονεκτικών ή προκλητικά ιταμών ηγητόρων. Κορύφωμα αποθράσυνσης και η αναίδεια των σοσιαλεπώνυμων που επέβαλαν μεθοδικά στην Ελλάδα «κοινωνικό μετασχηματισμό» αδίστακτου αμοραλισμού, κομματικό κράτος ισοπεδωτικής αναξιοκρατίας. Και με διάλειμμα πενταετίας εμφανίζονται τώρα οι ίδιοι να επαγγέλλονται «σωτηρία» της χώρας και «ανάκαμψη»!

Αν η κοινή πείρα, καταγεγραμμένη στις δημοσκοπήσεις, επιβεβαιώνει τις παραπάνω διαπιστώσεις, τότε είναι σαφής η ανάγκη κάποιου δρομοδείχτη που να προσανατολίσει σε γόνιμη κατεύθυνση την ατελέσφορη ώς τώρα δυσφορία για τα υπάρχοντα κόμματα. Να εντοπίσουμε ποια μπορεί να είναι η αντιπρότασή μας των πολιτών στην καλοστημένη από τις κομματικές συντεχνίες εξαπάτησή μας.

Να διατυπωθούν προτάσεις, να αντιπαρατεθούν απόψεις. Πολύ συγκεκριμένα: Ποιο θα θέλαμε να είναι το πρόγραμμα ενός υγιούς πολιτικού σχηματισμού – αν η λέξη «υγιής» ορίζει προϋποθέσεις ανιδιοτέλειας, ετοιμότητα ρήξεων, θυσιαστικό κοινωνιοκεντρισμό και φιλοπατρία. Τι προτείνουμε ως επιτελική στρατηγική, ποια ιεράρχηση προτεραιοτήτων, ποια τελεσφόρα σε επιπτώσεις μέτρα που αν προηγηθούν, θα ακολουθήσει υποχρεωτικά η διαρραγή των επόμενων κρίκων στην αλυσίδα των δεσμών μας.

Παράδειγμα: Ο υγιής πολιτικός φορέας που θα σκοπεύσει στην ανάκαμψη της χώρας, πρέπει πρωταρχικά να έχει εξασφαλίσει τα νώτα του: Να έχει εδραιώσει τη δυνατότητα πραγμάτωσης του δημοκρατικά εγκεκριμένου στόχου του, δυνατότητα να επιβάλει τους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας. Αυτό θα σήμαινε έμπρακτα: να ξεκινήσει το εγχείρημα της ανάκαμψης με θεσμική ριζική αλλαγή των προϋποθέσεων λειτουργίας των ΜΜΕ και με συνεπή αποκομματικοποίηση, εκ βάθρων ανασύνταξη, της αστυνομίας.

Η πρώτη κατασφάλιση θα απαιτήσει επαναδιαπραγμάτευση από μηδενική βάση της εκχώρησης τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συχνοτήτων σε ιδιώτες. Οι συχνότητες είναι κοινωνικός πλούτος, όπως ο αέρας και το νερό. Δεν μπορούν να τις ιδιοποιούνται μεγιστάνες του πλούτου για να εκβιάζουν τους διαχειριστές της εξουσίας και τα κόμματα αλλοτριώνοντας την πληροφόρηση σε προπαγάνδα και την ψυχαγωγία σε μεθοδική εξηλιθίωση της μάζας – σε ηθικό και αισθητικό εκβαρβαρισμό της. Ανάκαμψη από την παρακμιακή κατρακύλα δεν νοείται χωρίς κοινωνικό έλεγχο της τηλεόρασης από Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο συγκροτημένο με την υψηλότερη ανθρώπινη ποιότητα που διαθέτει η ελληνική κοινωνία και παντοδύναμο.

Δεύτερη προοιμιακή κατασφάλιση: να αποκτήσει το «άστυ» και σύνολη η χώρα «φύλακες» της έννομης ελευθερίας, αστυνομία ικανή να προστατεύει τόσο τον πολίτη όσο και τους θεσμούς από την ανομία, το έγκλημα, την ψυχανώμαλη παραβατικότητα, τους γκανγκστερικούς εκβιασμούς των τάχα συνδικαλιστών. Να μην υποχρεώνεται η εκάστοτε κυβέρνηση να διαπραγματεύεται το εγκεκριμένο από τον λαό πολιτικό της πρόγραμμα ικετεύοντας για «διάλογο» τις φασιστοειδείς κοινοβουλευτικές ή εξωκοινοβουλευτικές μειοψηφίες. Αποκομματικοποίηση της αστυνομίας σημαίνει: να μην μπορεί ο πασοκτζής αξιωματικός να σαμποτάρει τις εντολές του νεοδημοκράτη προϊσταμένου του ή το ανάπαλιν, ούτε να εγκαταλείπεται έρμαιο της εκδίκησης των κακοποιών ο αστυνομικός, που δίχως νομική προστασία, καταθέτει για τη δράση τους στο δικαστήριο.

Με εξασφαλισμένα τα νώτα του ένας υγιής πολιτικός σχηματισμός θα μπορέσει να τολμήσει την επανοικοδόμηση κοινωνικού κράτους: να αποκαταστήσει ιεαρχική αξιοκρατία στον δημόσιο τομέα. Εστω και μόνο για το έγκλημα της κατάργησης κάθε ελέγχου, κάθε αξιολογικής κρίσης, κάθε πειθαρχικής δικαιοκρισίας σε οποιαδήποτε πτυχή του κρατικού οργανισμού και του κοινωνικού βίου, το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να είχε καταδικαστεί από τους πολίτες σε οριστική εξαφάνιση από την πολιτική σκηνή. Το ίδιο και η Νέα Δημοκρατία για την εσκεμμένη αποδοχή (και αξιοποίηση) προϊόντων του στυγερού αυτού εγκλήματος.

Η αποκατάσταση ιεραρχικής αξιοκρατίας, αξιολογικού και πειθαρχικού ελέγχου των λειτουργών του κράτους, θα συνδεθεί με κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες ποιότητας της προσφοράς, αν κατατείνει στον συνεπή χωρισμό του κράτους από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση. Οι υπηρεσίες του κράτους να υπηρετούν το πολιτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, αλλά η κομματική καμαρίλα να μην μπορεί να υποκαταστήσει το κράτος. Και αν οι κρατικοί λειτουργοί αποκατασταθούν στη διαχείριση των κοινωνικών (υπερκομματικών) ευθυνών τους, θα είναι αυτονόητο να επιβληθεί με αυστηρότατη νομοθεσία η απεξάρτηση του δημοσιοϋπαλληλικού συνδικαλισμού από τα κόμματα. Είναι και στοιχειώδης όρος δημοκρατίας αυτή η απεξάρτηση. Οπως και η εφαρμογή των συνταγματικών περιορισμών του δημοσιοϋπαλληλικού συνδικαλισμού, του δικαιώματος απεργίας των κρατικών λειτουργών.

Μετά από όλα αυτά θα είναι η ώρα για να προχωρήσει ο υγιής πολιτικός σχηματισμός σε μια ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Βασικοί άξονες δεν μπορεί παρά να είναι, εδώ που έχουμε φτάσει, η επανάκριση του διδακτικού προσωπικού όλων των βαθμίδων στα πανεπιστήμια από σώματα αξιολογητών, εντόπιων και αλλοδαπών, άκρας αμεροληψίας. Επανάκριση, επίσης, με σύστημα πολλαπλών, γενικών και κατά ειδικότητα εξετάσεων, όλων των διδασκόντων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ιεράρχησή τους σε βαθμίδες ευθύνης.

Θα έρθει ύστερα η σειρά για ανάλογες εκ θεμελίων ανακατατάξεις στον τομέα της οικονομίας, της υγείας, της διπλωματίας, της αυτοδιοίκησης, της αγροτικής πολιτικής, τομέα κάθε υπουργείου. Με μέτρο πάντοτε την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας και της δημιουργικής αποτελεσματικότητας στη λειτουργία του κράτους. Οσοι πολίτες έχουν συγκεκριμένες προτάσεις, εξειδικευμένες, να αντιτάξουν στη σημερινή παρακμιακή αποσύνθεση, ας το κάνουν.

Ισως με μόνη την απαίτηση του αληθινού, η ψεύτικη χαρτοκοπτική να καταρρέει από μόνη της.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05-04-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Δ μέρος) - 31 Μαρ 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει τα βιβλία Γλώσσας Ε' και ΣΤ' Δημοτικού, με καλεσμένους τους δασκάλους κκ. Κωνσταντίνο Σαμοΐλη και Θωμά Γκιάτα.

Διαβάστε περισσότερα......