Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Η διαφορά του νεοφανούς από το καινούργιο

Xρήστος Γιανναράς

Ποιες προϋποθέσεις θα θέλαμε να πληροί ένα καινούργιο στην Ελλάδα κόμμα για να του αναγνωρίσουμε ειδοποιό διαφορά από τα υπάρχοντα ανυπόληπτα σχήματα συντεχνιακής ιδιοτέλειας;

Η απάντηση στο ερώτημα σίγουρα απηχεί υποκειμενικές εκτιμήσεις. Και εκφερόμενη με δημόσιο λόγο συνιστά μόνο πρόκληση κριτικού προβληματισμού.

Ενα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα, για να πείσει ότι είναι πραγματικά καινούργιο (αποβλέποντας στη διαχείριση των κοινών, όχι σε αναμηρυκασμούς διαμαρτυρίας), θα πρέπει να φιλοδοξεί συνεπή ρήξη με την αφελή, παιδαριώδη πίστη των «προοδευτικών» της Νεωτερικότητας ότι ο «ορθολογισμός» αρκεί για να λυθούν όλα τα προβλήματα. Η ηθικολογία των επικλήσεων της «κοινής λογικής», της ανάγκης «συναινέσεων», συναποφασισμένων «βελτιώσεων» στη λειτουργία του κράτους, έχει περίτρανα αποδειχθεί ανεπαρκής, τουλάχιστον για την ελλαδική περίπτωση. Η ελλαδική κοινωνία βρίσκεται σε δίνη αυτοκτονικής παράνοιας, αδυνατεί (χιλιοαποδειγμένα) να πειθαρχήσει έστω και στη λογική του ενστίκτου αυτοσυντήρησης.

Για να πείσει ένα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα ότι είναι πραγματικά καινούργιο, πρέπει να κομίζει πρόταση ερμηνείας της παροξυσμικής ιδιοτέλειας, του παραλογισμού και μηδενισμού που ακυρώνουν το κοινωνικό γεγονός, διαλύουν το κράτος. Και πάνω σε μια τέτοια πρόταση ερμηνείας να θεμελιώνει ρεαλιστικό πολιτικό πρόγραμμα, μέτρα που να αντιπαλεύουν τις αιτίες της παρακμιακής αποσύνθεσης, όχι να εξορκίζουν με «ορθολογικές» ρητορείες τα δευτερογενή συμπτώματα. Δεν εμφανίζει τίποτα το καινούργιο ένα κόμμα που μόνο αναμασάει τις αδιάκοπα επαναλαμβανόμενες, τριάντα χρόνια τώρα, κοινότοπες διαπιστώσεις αδιεξόδων, άλυτων προβλημάτων, κατάφωρης πολιτικής ανικανότητας, εξοργιστικής διαφθοράς. Και που κομίζει μόνο τον αναπόδεικτο, φθαρμένο ισχυρισμό κάθε παλαιοκομματικής συντεχνίας ότι: «Εμείς θα τα καταφέρουμε καλύτερα» – μόνοι μας ή ως τσόντα σε κυβέρνηση των αποδεδειγμένα ανίκανων και αηδιαστικά διεφθαρμένων.

Καινούργιο στην Ελλάδα σήμερα θα είναι ένα κόμμα που το πρόγραμμά του θα αποκλείει πειστικά τη διαχειριστική αποκλειστικά εκδοχή της πολιτικής. Επομένως και την αδιαντροπιά των «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων. Αλλά με την ίδια πειθώ του ρεαλιστικού του προγράμματος θα ακυρώνει και τα παραισθησιογόνα προσχηματικά κλισέ: «Δεξιά», «Αριστερά», «Κέντρο» ή τα εναλλακτικά κοκτέιλ: «Κεντροδεξιά», «Κεντροαριστερά». Θα αποκλείει τη διαχειριστική ατολμία και θα ακυρώνει τα νεκρά κλισέ, γιατί ένα πραγματικά καινούργιο κόμμα θα κομίζει διαυγείς κοινωνικούς στόχους: Αν πιστεύει στις κοινωνιοκεντρικές ή στις ατομοκεντρικές προτεραιότητες της πολιτικής. Αν προτάσσει την κατά κεφαλήν καλλιέργεια ή μόνο το κατά κεφαλήν εισόδημα. Αν το ενδιαφέρει κυρίως η ποιότητα της ζωής ή κυρίως η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας.

Τίποτα καινούργιο δεν μπορεί να κομίσει ένα κόμμα που απευθύνεται σκόπιμα (ψηφοθηρικά) σε «διευρυμένο ακροατήριο», δηλαδή σε ένα ποτ πουρί «κεντροδεξιών, κεντροαριστερών, αλλά και σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων» που κολακεύονται, όμως, να εμφανίζονται πρωτευόντως σαν «προοδευτικοί». Ωσάν ο κομπασμός, η κούφια αυταρέσκεια του «προοδευτικού» να αρκεί για να «αναστραφεί από την παρακμή η πορεία της χώρας... να σταματήσει ο κατήφορος της παραλυσίας του κράτους, της ανυποληψίας των θεσμών». Το σίγουρο σε μια τέτοια εναρκτήρια εξαγγελία είναι μόνο η εθελότυφλη άγνοια του πασιφανούς: Οτι προγήθηκαν κάποιοι άλλοι ναρκισσευόμενοι «προοδευτικοί», με την ίδια ψηφοθηρική πίστη στο «διευρυμένο ακροατήριο», και είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στον σημερινό εφιάλτη διάλυσης του κράτους και ανυποληψίας των θεσμών.

Ο μόνος, σε επίπεδο γλωσσικής σημαντικής, εντοπισμός στόχου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει πολυσυλλεκτική σύσταση κόμματος, μοιάζει να είναι αυτός του Νίκου Ράπτη (στο κείμενό του «Η Νέα Μεταπολίτευση», ppol.gr, πέρυσι το καλοκαίρι): «Δεν ενδιαφέρουν πια οι διακρίσεις Δεξιών και Αριστερών, κοσμικών και θρήσκων, ευρωπαϊστών και εθνοκεντρικών. Υπάρχει μία και μόνη πολιτικά γόνιμη διάκριση: Αυτοί που νοιάζονται να συνεχίσει να υπάρχει και στον 22ο αιώνα δημοκρατικό ελληνικό κράτος στον ελλαδικό χώρο, και αυτοί που δεν νοιάζονται».

Πέρα από συναισθηματισμούς και ψυχολογήματα, ποια ρεαλιστική δική μας ανάγκη σήμερα θα γεννούσε έμπρακτη, ενεργό έγνοια να συνεχίσει να υπάρχει και στον 22ο αιώνα κράτος των Ελλήνων; Με βάση τη λογική συνέπεια και τεκμήριο την ιστορική εμπειρία, αυτή την έγνοια θα τη γεννούσε μόνο η ανάγκη να σωθεί μια πρόταση πολιτισμού που συνεχίζει να ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Το κωμικό κρατίδιο, το έθνος, η φυλή των Ελλήνων δεν ενδιαφέρουν κανέναν, τίποτα δεν αλλάζει στην ανθρώπινη Ιστορία αν εκλείψουμε από τον χάρτη. Τη διαχείριση της αρχαιοελληνικής και της λεγόμενης «βυζαντινής» πολιτιστικής κληρονομιάς τη μονοπωλούν ήδη άλλοι, υπέρτεροι σε καλλιέργεια λαοί. Η δική μας ιστορική επιβίωση θα ήταν ρεαλιστικώς αναγκαία μόνο αν την κληρονομιά των προγόνων μας τη γονιμοποιούσαμε συνάγοντας πρόταση σημερινή, ρεαλιστικά επίκαιρη, που να αφορά στην ποιότητα της ζωής από δική μας ξεχωριστή οπτική και να ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Τίποτα καινούργιο δεν μπορεί να κομίσει ένα κόμμα που επαγγέλλεται «έμφαση» και στον Πολιτισμό, όπως και στην Παιδεία και στο Περιβάλλον, με το σκεπτικό ότι είναι τομείς που προσφέρουν «δυνατότητες απασχόλησης και κοινωνικών παροχών για κάθε κάτοικο της χώρας»! Είναι η πασίγνωστη και τετριμμένη χρησιμοθηρία του Ιστορικού Υλισμού που υποτάσσει κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου στην προτεραιότητα απασχόλησης και παροχών, στον οικονομισμό ως αυταξία. Και σε μια τέτοια τεταρτοκοσμική εκδοχή του ο πολιτισμός, φυσικά, δεν έχει πατρίδα: Οι άνθρωποι που έτσι τον εκδέχονται θα διέπρεπαν αποδοτικότερα στον «τομέα» του πολιτισμού αν ήταν πολίτες οποιουδήποτε νεωτερικού κρατικού σχήματος καταγωγικά συμβατικού (Βέλγοι, Ελβετοί, Λουξεμβουργιανοί) και όχι Ελληνες. Προκύπτει διαφορετική στάση ζωής όταν έχεις ανακαλύψει ότι είναι πρόκληση, όχι δυστυχία το να είσαι Ελληνας. Και κάτι επιπλέον: ένα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα, για να πείσει ότι είναι καινούργιο, θα χρειαστεί να αποκλείσει από στελέχη του επαγγελματίες πολιτικούς που δεν είχαν ποτέ δική τους ξεχωριστή θέση, πρόταση, συμβολή στην πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Πρόσωπα που γεύτηκαν κάποτε την ηδονή της εξουσίας και από τότε περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα αναζητώντας εφαλτήριο για μια ακόμα αναρρίχηση. Ο ίδιος αποκλεισμός θα χρειαστεί και για μη επαγγελματίες πολιτικούς που επίσης γεύτηκαν, από ανερμήνευτη κομματική εύνοια, ηδονή δημοσιότητας και τους έγινε εθισμός ή και εξάρτηση.

Είναι μάλλον εύκολο να συγκροτηθεί ένα επιπλέον στην Ελλάδα κόμμα. Μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο να γεννηθεί αληθινά καινούργιο κόμμα.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Το έγκλημα των Ελλήνων γιατί θέλουν εθνική ανεξαρτησία

Παναγιώτης Ήφαιστος

Βλέποντας περιστασιακά τις τηλεοπτικές εκπομπές για την επέτειο της 25ης Μαρτίου κανείς σχηματίζει την εντύπωση ότι αυτή η χώρα είναι κατειλημμένη από εχθρικές δυνάμεις. Βέβαια δεν είναι ξένα στρατεύματα, είναι κάτι χειρότερο. Είναι εγχώριοι γενίτσαροι του πνεύματος και αδίστακτοι προπαγανδιστές επιστημονικά μεταμφιεσμένων ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων. Η ιδεολογία δεν είναι συμβατή με την επιστήμη και όταν ένας φορέας ακαδημαϊκού μανδύα επιδίδεται σε ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις, προπαγάνδα κάνει. Στην διαστρέβλωση της προπαγάνδας συμβάλλουν και δημοσιογράφοι με τις εκπομπές τους. Επισημαίνω ότι αμφότεροι -ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι- είναι εξωπολιτικοί δρώντες. Δηλαδή, δεν υπόκεινται σε κανένα κοινωνικοπολιτικό έλεγχο και οι απόψεις τους δεν επικυρώνονται από την λαϊκή κυριαρχία.

Το ορθό θα ήταν οι ακαδημαϊκοί να είναι αυστηρά αξιολογικά ελεύθεροι, να αποφεύγουν και την παραμικρή ιδεολογική τοποθέτηση, να σέβονται την οντολογία, να πληρούν πάγιους κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης και να μην γίνονται μαϊντανοί των επιφυλλίδων και των τηλεοπτικών παραθύρων. Στην Ελλάδα έχουμε πλέον μια απίστευτη κατάσταση: Η κοινωνία παρέχει στους ακαδημαϊκούς το άσυλο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας για να μπορούν να επιτελούν το λειτούργημά τους ακέραια και ανεπηρέαστα και αντ' αυτού έχουμε μαζικές παρεμβάσεις στα πολιτικά δρώμενα; από εξωπολιτικούς δρώντες, αυτούς δηλαδή που μέσα στο ακαδημαϊκό άσυλο μηχανεύονται ιδεολογήματα τα οποία στην συνέχεια διασπείρουν μαζικά επικαλούμενοι την επιστημονική τους ιδιότητα ως τεκμήριον, δήθεν, εγκυρότητας και αξιοπιστίας.

Όσον αφορά τους δημοσιογράφους, οι επικοινωνιακοί πρόοδοι των τελευταίων δεκαετιών έχουν δημιουργήσει ένα κοινωνικοπολιτικό καρκίνωμα που δεν ξέρω πως θα μπορούσε να διορθωθεί. Δηλαδή, δημοσιογράφοι κατέχουν πλέον απολύτως το προνόμιο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η δημόσια πολιτική δεν προσδιορίζεται πλέον στην πολιτική αγορά αλλά από εξωπολιτικούς δρώντες στα τηλεοπτικά παράθυρα οι οποίοι επισκιάζουν ή ακόμη και διαστρεβλώνουν την πολιτική είτε λόγω δικής τους ιδεολογικής προαίρεσης είτε λόγω εργολαβίας διαμεσολαβούντων συμφερόντων. Εδώ λοιπόν εμφατικά τονίζω ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι ένας και μοναδικός και κανένας άλλος: Να πληροφορεί παρουσιάζοντας τα γεγονότα με αδέκαστη αντικειμενικότητα. Τίποτα άλλο. Οτιδήποτε άλλο είναι και αυτό φοβερή πολιτική ανωμαλία που εκμηδενίζει την δημοκρατία. Έχουμε λοιπόν δύο πανίσχυρες εξωπολιτικές ομάδες των ιδεολογικοπολιτικών παρασκηνίων (εθνικών, διεθνικών και διεθνών) οι οποίοι προπαγανδίζουν τις ιδεολογίες τους ή τα αδιαφανή συμφέροντα ντόπιων και ξένων εμφανιζόμενοι εν τούτοις ως δήθεν αντικειμενικοί και κατά τεκμήριο έγκυροι. Είναι μια γιγαντιαία στρέβλωση της πολιτικής που εκμηδενίζει την δημοκρατία.

Τι να πρωτοαναφέρω. Μήπως εκείνο τον προπαγανδιστή που είπε ότι κάναμε γενοκτονία στη Μικρά Ασία και που κατά καιρούς λέει διάφορα πολύ χειρότερα. Την εκπομπή στον Άλφα που προσπάθησε να γελοιοποιήσει την προσήλωσή μας στην ανεξαρτησία αφιερώνοντας γύρω στη μια ώρα μιας γελοίας ξεβράκωτης που δήθεν τραγουδούσε και χόρευε λικνιστά με φόντο την Ακρόπολη εμφανίζοντάς την -συνάμα και μια παραπαίουσα αδελφή της - ως το πρότυπο αυτής της εγκληματικής συνομοταξίας ελλήνων που είναι φιλοπάτριδες. Τον όχλο χυδαιολογούντων που μέρα που είναι βρήκαν την ευκαιρία να δώσουν την εικόνα ότι άδικα κάναμε αγώνα ελευθερίας κατά της αγαθοεργούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκείνο τον δημοσιογράφο ή κάτι τέτοιο ο οποίος σε επιφυλλίδες μέρα που είναι βρήκε την ευκαιρία να παρουσίαση την Οθωμανική πολιτική για τα σχολεία ως την πιο προοδευτική εκπαιδευτική πολιτική που υπήρξε ποτέ. Και πολλά άλλα που δεν είδα αλλά άκουσα ή που έκλεισα γρήγορα την τηλεόραση για να μην πάθουν ρύπανση τα μάτια μου. Μετά πρόσεξα και ένα δισέλιδο σαλόνι Κυριακάτικης εφημερίδας αφιερωμένο στις στοχαστικές ρυπάνσεις κάποιοι επιστημονικά μεταμφιεσμένου προπαγανδιστή. Έλεος, η ελληνική κοινή γνώμη να ασχολείται με τόσο χαμηλού επιπέδου ανθρώπους και τις δήθεν επιστημονικές ασυναρτησίες που θίγουν την κοινή λογική και την ιστορική αλήθεια!

Για όλους τους λαούς η επέτειος της ανεξαρτησίας είναι ιερή. Συμβολίζει το γεγονός της Ανεξαρτησίας, δηλαδή την δυνατότητα μιας κοινωνίας να ζήσει ελεύθερα κατά κατεξουσιασμών. Το γεγονός ότι υπάρχει ένας ετοιμοπόλεμος στρατός να σπιλώσει την Ανεξαρτησία μας σημαίνει ότι το κράτος αυτό είναι πλέον υπό κατάληψη.

Αυτή είναι η χειρότερη κατάληψη. Οι φασιστικές ηγεμονικές δυνάμεις βρίσκουν ντόπια καθάρματα να κάνουν την δουλειά τους, είπε ο γνωστός ναζιστής προπαγανδιστής.

Εκατοντάδες επιστημονικά μεταμφιεσμένοι προπαγανδιστές εργολαβικά επιτίθενται κατά οτιδήποτε αφορά το συμφέρον αυτής της χώρας, την εθνική της ανεξαρτησία, τις εξωτερικές απειλές, το παρελθόν της, την εδαφική της ακεραιότητα. Ο Υψηλόβαθμος Αμερικανός έκανε καλά την δουλειά του. Όσο ακόμη υπηρετούσε έκανε αρκετούς διορισμούς γενιτσάρων του πνεύματος. Τώρα πλέον η χώρα βρίσκεται υπό κατάληψη από εγχώριους επιστημονικούς μεταπράτες ξένων συμφερόντων. Μεγάλου αριθμού. Αυτοδιορίζονται και αυτο-ονομάζονται επιστήμονες, απαιτούν στο όνομα της επιστημονικής ανεξαρτησίας να λένε οτιδήποτε τους κατεβαίνει στο κεφάλι ή οτιδήποτε συμφέρει κάποιους εξωτερικούς "φίλους τους", βασανίζουν πνευματικά χιλιάδες δυστυχείς φοιτητές οι οποίοι ανυποψίαστοι πάνε στα πανεπιστήμια, ρυπαίνουν τον δημόσιο διάλογο με επιφυλλίδες που κάποια συγκεκριμένη "επικοινωνιακή δομή συμφερόντων" φροντίζει να είναι πανταχού παρόντες και θα τους δεις ακόμη και σε κυβερνητικά γραφεία. Και τα βρικολάκια όταν χαχανίζουν από αγαλλίαση για το αποκρουστικό τους έργο δείχνουν τους αιματοβαμμένους χαυλιόδοντές τους. Εάλω λοιπόν η Ελλάδα. Όποιος δεν προσέχει παθαίνει ότι του αξίζει.

Αναδημοσίευση από το www.ifestos.edu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Ιστορία και εθνοκάθαρση. Παρατηρήσεις σε μια δήλωση

Γιώργος Κοντογιώργης

Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι θέσεις αυτές έχουν να κάμουν με τη συγκυρία που προκάλεσε το αίτημα της αναθεώρησης της ιστορίας. Το αίτημα αυτό εμφανίσθηκε πριν από λίγα χρόνια, όταν η Υπερδύναμη αποφάσισε να επικαλεσθεί το επιχείρημα της “δημοκρατίας” και των “δικαιωμάτων” ως όπλο για τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας της στον κόσμο. Το «έθνος», στο πλαίσιο αυτό, εκτιμήθηκε ότι ήταν δυνατόν να εγείρει εμπόδια στο εγχείρημά της. Είναι προφανές ότι οι αξίες αυτές, για την Υπερδύναμη, αποτελούν μέσον, όχι αυτοσκοπό. Εάν επομένως πρόθεσή μας είναι να μην λειτουργήσουμε ως αντικειμενικοί απολογητές του ηγεμόνα, αλλά ως θεράποντες των ανθρωπιστικών αξιών, θα πρέπει να σταθούμε απέναντι στην προσέγγιση της πολιτικής ως δύναμης την οποία στις διακρατικές σχέσεις διακινούν καταφανώς οι ισχυροί. Δεν είδα όμως κανέναν από τους ηρακλείς αυτούς των αξιών του ανθρώπου να ορθώνεται κατά της επιλογής αυτής της Υπερδύναμης.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά στην ίδια την έννοια της εθνοκάθαρσης. Ο ακαδημαϊκός δάσκαλος, και όταν ακόμη ομιλεί ως πολίτης, οφείλει να έχει κατά νουν ότι οι έννοιες είναι ακριβείς. Δεν έχουν δηλαδή το περιεχόμενο που υπαγορεύει το πάθος, ο φανατισμός ή η συγκυρία. Διότι διδάσκει και, το χειρότερο, εκτίθεται. Η έννοια της εθνοκάθαρσης είναι καταχωρημένη στη διεθνή βιβλιογραφία, δεν είναι άγνωστη. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι όλα όσα επικαλείται ο καλός συνάδελφος είναι αληθή, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν συγκροτούν την έννοια της εθνοκάθαρσης. Καταγράφονται στις συνθήκες του πολέμου της εποχής. Τουλάχιστον μέχρι και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να μην πω μέχρι σήμερα, οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου είναι σαφώς μεγαλύτερες από εκείνες του πεδίου της μάχης. Μήπως πρέπει να υπενθυμίσω τις τρομακτικές απώλειες αμάχων στο Ιράκ που συσσωρεύθηκαν μέχρι σήμερα ή πρόσφατα στην Παλαιστίνη;

Οπωσδήποτε, είναι τουλάχιστον ανήθικο να προβάλλονται τα επακόλουθα του πολέμου θύματα της μιας πλευράς ως αντιστάθμισμα της γενοκτονίας που επιχείρησε συστηματικά η άλλη. Διότι εντέλει η σκληρότητα του πολέμου συναρτάται με τα αίτια που τον προκαλεί. Ο πόλεμος της Μικρασίας, ακόμη και αν προς στιγμήν αγνοήσουμε τις επιβαρύνσεις της κατάκτησης, δεν είναι άσχετος με τη στρατηγική για την εθνοκάθαρση που έθεσαν σε εφαρμογή οι Τούρκοι στο γύρισμα του 20ου αιώνα και η οποία απέβλεπε στην εξόντωση του έθνους των Αρμενίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

Τρίτη παρατήρηση: ο πόλεμος της Μικράς Ασίας, όπως κάθε πόλεμος, δεν αποτιμάται από τον αριθμό των θυμάτων, αλλά από το διακύβευμά του. Το διακύβευμα, είτε μας αρέσει είτε όχι, ήταν η εθνική ολοκλήρωση. Η μικρασιατική εκστρατεία αποτελεί την τελευταία πράξη του εγχειρήματος για τη μερική ανατροπή του αποτελέσματος της κατάκτησης που ολοκληρώθηκε το 1453. Αυτό που έγινε στη Μικρά Ασία αποτελεί συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Και τότε οι Έλληνες ήσαν οι «επιτιθέμενοι», όπως και πολλές φορές αργότερα (π.χ. στους βαλκανικούς πολέμους), αφού αυτοί ήσαν εκείνοι που ως υπόδουλοι επεδίωκαν την ελευθερία τους. Αν αρνούμαστε στους Έλληνες της Μικράς Ασίας το νόμιμο δικαίωμα της ελευθερίας γιατί να το δεχθούμε για τους Έλληνες της Πελοποννήσου και της Στερεάς το 1821; Και γιατί άραγε, αφού “μας κόφτουν” οι ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν αντιστρέφουμε το ερώτημα, καταλογίζοντας στους Τούρκους την άρνησή τους να αποδώσουν την ελευθερία στους Έλληνες; Θα είχε γίνει η Επανάσταση του '21 ή ο μικρασιατικός πόλεμος -και οι φρικαλεότητές του- αν οι Τούρκοι δεν επέμεναν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές; Φυσικά είναι ανόητο να προσποιούμαστε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στον “επιτιθέμενο” με πρόσημο το διακύβευμα της εθνικής ελευθερίας ή, ακόμη, ανάμεσα στο σκοπούμενο, την απελευθέρωση των Ελλήνων στις προαιώνιες εστίες τους, και στην, ανόητη έως εγκληματική κατά τα άλλα, στρατηγική της προέλασης προς την Άγκυρα.

Η τελευταία επισήμανση συνδέεται με το προσχηματικό μέρος της αντίδρασης. Οι θιασώτες της άποψης αυτής διατείνονται ότι έτσι επιτίθενται στον ελληνικό εθνικισμό. Στην πραγματικότητα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταβάλλονται οι ίδιοι σε “βαποράκια” του εθνικισμού του “άλλου” -εν προκειμένω του τουρκικού- τον οποίο εξαγνίζουν στις χειρότερες πτυχές του, καθώς και σε όχημα για τη νομιμοποίηση του εγχειρήματος του Ηγεμόνα να θέσει στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής του ισχύος τα δικαιώματα του ανθρώπου. Δεν αντιλαμβάνονται, μάλιστα, ότι οι μνήμες στα εκατομμύρια θύματα της μικρασιατικής εθνοκάθαρσης είναι νωπές. Και όταν πληγώνει κανείς τη μνήμη του θύματος είναι σαν να οπλίζει το χέρι του με θυμό.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση στους κύκλους αυτούς, ωστόσο, είναι ότι επιλέγουν σταθερά τους αφορισμούς και την αυθεντία της νομιζόμενης ορθοφροσύνης, ουδέποτε όμως τον διάλογο με τους αντιφρονούντες. Δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι έτσι συμπεριφέρονται ως κοινοί “ταλιμπανιστές” του φονταμανταλισμού της νεοτερικότητας, αντί ως εκ της θέσεώς τους να διδάσκουν την ελευθερία.

 

Η ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΖΗΤΗΘΗΚΕ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΩ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΗΣ: «Υπάρχουν γεγονότα τα οποία εάν τα διάβαζε ένα παιδί ή και ένας μεγαλύτερος θα αισθανόταν ντροπή που είναι Έλληνας και αντίστοιχα γεγονότα των Τούρκων που δεν τους τα έχουν πει και θα αισθάνονταν ντροπή που είναι Τούρκοι.

Όμως, η επίθεση το 1919 έγινε από τους Έλληνες. Έκαναν μεγάλα έκτροπα, σκότωναν παιδιά, γυναίκες, βίαζαν. Καίγανε το ένα χωριό και την μια κωμόπολη μετά την άλλη. Ουσιαστικά έγινε εθνοκάθαρση, περίπου ότι έκαναν οι Σέρβοι στην Βοσνία. Ακόμα και στα στρατιωτικά αρχεία και σε ιστορικά απομνημονεύματα λέγονται αυτά. Έχει βγει ένα καταπληκτικό βιβλίο του Πέτρου Κωστόπουλου ο οποίος λέει για τον πόλεμο και τη εθνοκάθαρση στο κομμάτι που αφορά την Μικρασιατική περίοδο το οποίο το ονομάζει κατάδυση στην κόλαση. Το βασίσει σε ότι λέγανε οι φαντάροι οι οποίοι αναγκάστηκαν να κάνουν εγκλήματα.

Οι έλληνες ήταν οι επιτιθέμενοι. Φωτιά και μπούρμπερη έως την Αγκυρα. Σκοτώνουν σφάζουν, η απόλυτη φρίκη, η απόλυτη ντροπή. Ντρέπεσαι που είσαι έλληνας» (του Αλέξη Ηρακλείδη).

Αναδημοσίευση από το Cosmosystème - Κοσμοσύστημα - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Ανιχνεύσεις - Κοντογιώργης - Νεοελληνικός Διαφωτισμός - 25 Μαρ 09

Γιώργος Κοντογιώργης - Νεοελληνικός Διαφωτισμός και Ελληνική Επανάσταση
[ Ολόκληρη η εκπομπή βρίσκεται στο Αντίφωνο ]

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Η ελευθερία ως θεμελιώδης αξίωση των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων των Νέων Χρόνων

Παναγιώτης Ήφαιστος*

«Ελευθερία ή θάνατος» είναι η φράση όλων ανεξαιρέτως των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων από τον 18ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Θα αρχίσω και θα τελειώσω με τον Ρήγα Φεραίο.

«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή»

Έσχατη λοιπόν υπόθεση η ελευθερία. Όπως έσχατος είναι και ο θάνατος. Η επίδειξη αυτοθυσία που τόσο συχνά καταμαρτυρείται προσδιορίζει και την Υπέρτατη θέση της ελευθερίας στην ανθρώπινη ζωή. Την φράση «Ελευθερία ή θάνατος» την ακούμε με τις ίδιες ή διαφορετικές λέξεις επί χιλιετίες. Είναι μια γενική κοσμοθεωρητική παραδοχή που ενσαρκώνει την αξίωση μιας κοινωνικής οντότητας να απαλλαγεί από εξωγενείς δεσποτισμούς και κατεξουσιασμούς.

Όμως, είναι συνάμα και αξίωση για δημοκρατία σύμφωνα με την ανθρωπολογική ετερότητά μιας κοινωνικής οντότητας. Βασικά, τονίζουμε, η Ελευθερία κλασικά νοούμενη, όπως για παράδειγμα ήταν φυτεμένη στο ιστορικό μυαλό του Ρήγα, δεν είναι μεταφυσική έννοια, άπιαστη, άυλη και υποθετική. Η Ελευθερία έχει τρεις χειροπιαστές όψεις: Την Ανεξαρτησία, την Δημοκρατία και την κορύφωση του πολιτειακού βίου με την κατάκτηση της Πολιτικής Ελευθερίας.

Με φιλοσοφικούς όρους, Ελευθερία είναι η απερίσπαστη απόλαυση της ανθρώπινης ετερότητας. Ετερότητα είναι η δυνατότητα μιας οντότητας να υπάρχει ως διακριτή ταυτότητα, μοναδική, ανόμοια, ανεπανάληπτη, να είναι δηλαδή ετερότητα ως προς καθετί που δεν είναι ο εαυτός της. Η αξίωση ελευθερίας, είναι, ουσιαστικά, η αξίωση μιας κοινωνίας να απολαύσει την ανθρωπολογική ετερότητά της όπως κτίστηκε χωροχρονικά.

Αξίωση αυτοθέσμισης, αυτοδιάθεσης, ισοτιμίας με τις άλλες κοινωνίες, εν ολίγοις, αξίωση μιας κοινωνικής οντότητας να είναι εθνικά ανεξάρτητη. Από τον 18ο μέχρι τον 20ο αιώνα είχαμε δεκάδες εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες κατά των αυτοκρατορικών και αποικιακών δυνάμεων. Συντομογραφικά θα δούμε τώρα την πολιτικοστοχαστική και διεθνοπολιτική συγκυρία αυτών των αγώνων ελευθερίας.

Διαδοχικά, με αφετηρία τον 15ο και 16ο αιώνα η αντί-θεοκρατία κατά του Ρωμαιοκαθολικού δεσποτισμού εξελίχθηκε σε αντι-μεταφυσικό κίνημα, το οποίο, τελικά, επηρέασε την πολιτική με τον εξής απλό αλλά καθοριστικό τρόπο: Πρώτον, οδήγησε σε μια υλιστική και συνάμα ιδεολογική νοηματοδότηση της ζωής στην δημόσια σφαίρα και δεύτερον, σε μια νοηματοδότηση της πολιτικής ενδοκρατικά και διακρατικά με όρους ισχύος.

Μέχρι και τις μέρες μας στις δυτικές κοινωνίες –της Ελλάδας μη εξαιρουμένης– σημαίνει μια ανένδοτη πάλη των διανοητικών ελίτ για εκδίωξη από την δημόσια σφαίρα όχι μόνο της θρησκείας αλλά και του πνεύματος, εν γένει.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, για να κατανοήσουμε την θέση της ελευθερίας ως κοσμοθεωρητικού αιτήματος, ως δηλαδή ενός εκ της φύσεώς του πνευματικού αιτήματος, απαιτείται να αντιπαραβάλουμε την κλασική-αριστοτελική νοηματοδότηση της πολιτικής με την νεοτερική.

Κλασικά-αριστοτελικά και ανθρωποκεντρικά νοούμενα, το Κοινωνικό γεγονός και το Πολιτικό γεγονός σημαίνουν περίπου τα εξής: Υπό συνθήκες Ανεξαρτησίας ως Υψηλοτάτης, Υπερτάτης και Εσχάτης πολιτικής και ηθικής αρχής, το Πολιτικό γεγονός είναι ο συλλογικός κατ’ αλήθειαν βίος στο πλαίσιο του οποίου μια ελεύθερη κοινωνική οντότητα αναζητά τον συλλογικό τρόπο ζωής.

Ένα συλλογικό τρόπο ζωής που θα είναι συμβατός με την ανθρωποκεντρικά θεμελιωμένη ετερότητά της. Στην κλασική εποχή, οι πολίτες, ασκώντας την καθολική αρμοδιότητα του εντολέα συγκροτούνταν Πολιτειακά ως Δήμος, όριζαν τους νόμους και ήλεγχαν άμεσα και καθημερινά την εφαρμογή τους. Κοινωνία και εξουσία ταυτίζονταν: Η ατομική και κοινωνική ελευθερία κορυφώνονταν σε πολιτική ελευθερία. Δηλαδή, πολιτική ελευθερία με την έννοια. Του αυτοκαθορισμού του ατόμου και πέραν του ατομικού του βίου και στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, την πολιτειακή διασφάλιση του ρόλου των πολιτικοποιημένων πολιτών ως άμεσων εντολέων και τον προσδιορισμό της ελευθερίας με όρους όχι αυτονομίας της εξουσίας αλλά αυτονομίας των πολιτών-εντολέων που εμπλέκονταν άμεσα και καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα.

Έτσι, σύμφωνα με την κλασική-Αριστοτελική αντίληψη, ανθρώπινη ετερότητα, δημοκρατία και πολιτική ελευθερία είναι νοήματα οργανικά συναρτημένα σ’ ένα πνευματικό και συνάμα αισθητό Όλο, την Πολιτεία.

Το κλασικό σύστημα θεωρείται παραδειγματικό γιατί κατόρθωσε να ενσωματώσει τα πνευματικά κριτήρια και παράγοντες στον πολιτικό βίο και συνάμα να καθιερώσει το Ιδεώδες της Ανεξαρτησίας, όπως λεγόταν στην κλασική εποχή η Εθνική Ανεξαρτησία, ως θέσφατο και Υπέρτατη διαπολιτειακή ηθική αρχή. Το κλασικό σύστημα καταστράφηκε, υπενθυμίζω, όταν η Αθήνα δεν σεβάστηκε την Ανεξαρτησία των άλλων Πόλεων και είχαμε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Χωρίς να επεκταθώ στο Βυζάντιο λέω μόνο ότι, αν αντί σταυροφοριών μια μόνο ματιά στην Βυζαντινή Οικουμένη θα έκανε τους Δυτικούς της ύστερης Μεσαιωνικής φάσης να καταλάβουν ότι, για να έχεις πολιτική και μάλιστα κοσμοσυστημική, δεν χρειάζεται η «νιτσεϊκή θανάτωση του Θεού», ούτε βεβαίως χρειάζεται να οδηγηθούν στο αδιέξοδο του εκμηδενισμού του πνεύματος από την δημόσια πολιτική.

Ούτε ασφαλώς η μεταφυσική πίστη των ανθρώπων είναι συνώνυμη της Θεοκρατίας. Αυτές είναι θλιβερές υπεραπλουστεύσεις οφειλόμενες, στα πνευματικά τραύματα που προκάλεσε η Ρωμαιοκαθολική Θεοκρατία.

Βασική λοιπόν θέση μας είναι ότι τα έθνη του κόσμου τον 19ο και 20ο αιώνα εν μέσω της γιγαντομαχίας των διεθνιστικοϋλιστικών ιδεολογιών που δημιουργούσαν διεθνοπολιτικες συμπληγάδες, διεξάγωντας εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες αξίωσαν εθνική ανεξαρτησία για να ενσωματώσουν το πνεύμα τους στο δική τους ελεύθερη πολιτεία. Όμως, η νοηματοδότηση της πολιτικής με υλιστικούς όρους σήμαινε, εν τέλει, νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος.

Αφήνοντας κατά μέρος τους καλοπροαίρετους υλιστές φιλόσοφους των Νέων Χρόνων που φιλοδόξησαν «να θανατώσουν τον θεό» τονίζω τις εξής διεθνοπολιτικές συνέπειες της νοηματοδότησης της πολιτικής με όρους ισχύος: Την βίαιη και με ρατσιστικούς όρους ανθρωπολογική ολοκλήρωση στην Ευρώπη, στην Βόρειο Αμερική που εκτελέστηκε με εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες μεγάλης κλίμακας.

Το αποικιοκρατικό και αυτοκρατορικό φαινόμενο που προκάλεσε μια μακραίωνη γιγαντιαία διατάραξη του πλανητικού πολιτικού γίγνεσθαι. Με απλά ελληνικά αυτό σημαίνει επί πέντε σχεδόν αιώνες τον κατεξουσιασμό και την καταδυνάστευση του πλανήτη.

Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εκτέλεσαν το μεγαλύτερο πλιάτσικο πλουτοπαραγωγικών πόρων όλων των εποχών, καταδυνάστευσαν έθνη με μακραίωνα εθνικά κτίσματα πολιτικού πολιτισμού, ανέστειλαν ή αντέστρεψαν την φυσιολογική πορεία των εθνικών πολιτικών πολιτισμών και γέννησαν απίστευτα διεθνοσοβινιστικά δόγματα εκπολιτισμού που επανέφεραν την ανθρωπότητα στην εποχή της βαρβαρότητας.

Σήμαινε την τυραννία, μεγάλα νεκροταφεία απλών ανθρώπων της πλανητικής καθημερινής πραγματικότητας και μια γιγαντιαία πολιτικοκοινωνική αποσταθεροποίηση που καλά κρατάει μέχρι τις μέρες μας.

Αυτή η καταστροφή συντελέστηκε σε μια ιστορική εποχή που τα έθνη του πλανήτη θα μπορούσαν να κάνουν περαιτέρω βήματα πολιτικού πολιτισμού. Το τέλος του Μεσαίωνα ήταν μια κομβική ιστορική στιγμή μιας διαδρομής δύο χιλιετιών: Την κλασική εποχή διαδέχθηκε ο πολιτικός και πολιτισμικός εμβολισμός της Ανατολής από τον Αλέξανδρο, ακολούθησαν η ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή και η Βυζαντινή Οικουμένη.

Διόλου τυχαίο, βλέπουμε και οι τρεις αυτές περιπτώσεις, περισσότερο όμως η Βυζαντινή Οικουμένη, κατέτειναν προς ένα κοσμοσυστημικό πλουραλισμό και μια αποδοχή της κοινωνικής ετερότητας των εθνών. Δύσκολη, μακραίωνη, αλλά σταθερή πορεία.

Μπορούμε να πούμε ότι, όπως το παράδειγμα της Βυζαντινής Οικουμένης δείχνει, τα έθνη θα μπορούσαν να συνυπάρξουν υπό πιο ήρεμες συνθήκες, ιδιαίτερα αν η μετάβαση του ευρωπαϊκού μεσαίωνα έπαιρνε άλλη μορφή.

Εκεί λοιπόν που οι κοινωνικές οντότητες του πλανήτη συναλλάσσονταν αναμιγνύονταν, συγκροτούνταν και προχωρούσαν εν μέσω δυσκολιών και συγκρούσεων από τη μια εποχή στην άλλη η αποικιοκρατία και οι αυτοκρατορίες των Νέων Χρόνων τάραξαν τις σεισμικές πλάκες του πλανήτη και υποδούλωσαν έθνη τρισχιλιετούς διαμόρφωσης.

Οι αγώνες ανεξαρτησίας των δύο τελευταίων αιώνων, όμως, έδειξαν ότι ερήμην καθεστώτων, αυτοκρατοριών, υπερεθνικών δομών και ιδεολογικών αντιλήψεων οι κοινωνικές οντότητες ποτέ δεν έπαυσαν να διαμορφώνονται εθνικά. Καταμαρτυρείται από το γεγονός ότι κάποια στιγμή η εθνική τους κοσμοθεωρία εκρήγνυται αξιώνοντας συλλογική ελευθερία.

Πολύ πέραν των πεζών και συμβατικών συζητήσεων, ορίζουμε εθνική κοσμοθεωρία ως είναι χωροχρονικό πνευματικό και ανθρωπολογικό επίτευγμα: Ως εθνική κοσμοθεωρία ορίζουμε, το διαχρονικό κοινωνιοκεντρικό κτίσιμο του πνευματικού κόσμου και της ανθρωπολογικής ετερότητας μιας οποιασδήποτε κοινωνικής οντότητας.

Η εθνική κοσμοθεωρία είναι χωροχρονικό πνευματικό γεγονός το οποίο δεν καταστέλλεται και δεν κατεξουσιάζεται.

Είναι η πνευματική μαγιά που βρίσκεται στον πυρήνα των αξιώσεων ελευθερίας και που περιέχει πολύ δύναμη για να μπορεί να στηρίξει αγώνες ελευθερίας κατά τυράννων απείρως υπέρτερης ισχύος.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
Θα πάρω μονοπάτια
Να βρω τα σκαλοπάτια
Που παν στην λευτεριά

Μπορεί σε κάποια μάχη,
γραμμένο η μοίρα νάχει,
να μη γυρίσουμε.

Μα πάμε με καμάρι
Και λέμε όποιον πάρει, και θα νικήσουμε

Απαγγέλλει ο αμούστακος Ρήγας Φεραίος της Κύπρου, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο τελευταίος που απαγχονίστηκε σε ηλικία 18 χρονών κληροδοτώντας μας εκατοντάδες ποιήματα για την Ελευθερία, την Ελλάδα και τον Έρωτα.

Η εθνική κοσμοθεωρία είναι πρωτίστως πνευματικό και ανθρωπολογικό κατόρθωμα που σωρευτικά κτίζει τον πολιτικό πολιτισμό τοπικά και οικουμενικά. Αν και διαφορετικού περιεχομένου για κάθε κοινωνική οντότητα η εθνική κοσμοθεωρία είναι μορφικά πανομοιότυπη γιατί ενσαρκώνει τις ίδιες αξιώσεις για απαλλαγή από τυράννους, για δημοκρατία και για ελευθερία. Με εθνική κοσμοθεωρία είναι προικισμένες όλες οι κοινωνικές οντότητες στην Ανατολή, στον Νότο, στον Βορρά και στην Δύση.

Οι βαθμίδες αυτού του πολιτισμού και πολιτικού κατορθώματος, όμως, ποικίλουν: Αλλού υπάρχουν κτίσματα χιλιετιών, αλλού αιώνων και αλλού λιγότερο. Όπου και να κτίζεται και όπως και να κτίζεται, όμως, η εθνική κοσμοθεωρία είναι σίγουρα οικουμενικό κατόρθωμα και κεκτημένο όλων των κοινωνιών, γιατί εγγενώς συνυφασμένη με την οντολογικού περιεχομένου ανθρώπινη ελευθερία.

Το ανθρώπινο μάτι για να βλέπει καθαρά, ήρεμα και ειρηνικά απαιτείται να είναι ποτισμένο με το πνευματικό βάλσαμο της εθνικής κοσμοθεωρίας ως αξίωση δημοκρατίας και ελευθερίας.

Από μια τέτοια εθνική κοσμοθεωρία εμφορείται ο Ρήγας Φεραίος. Είναι χαρακτηριστική η βαθειά πολιτική ματιά του Ρήγα Βελεστινλή για τα έθνη του Μικρασιατικού ιστορικού βάθους. Ο Ρήγας Φεραίος, τα έβλεπε ως την πνευματική και ανθρωπολογική ουσία που υποστασιοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις συνδέοντα το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον, συνυφαίνοντας συνάμα ειρηνικές σχέσεις και συναλλαγές. Αν εκλείψουν οι τύραννοι, βασικά λέει ο Ρήγας, οι χωροχρονικά κτισμένες εθνικές κοινωνίες μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά σεβόμενες τις εκατέρωθεν εθνικές κοσμοθεωρίες.

Ο Ρήγας μπορούσε να διακρίνει τα εθνικά κτίσματα ως Κοινωνικά γεγονότα ως προς τα οποία το Πολιτικό γεγονός πρέπει να είναι συμβατό και προσαρμοσμένο υπό συνθήκες αδιαφοροποίητης πολιτικής ελευθερίας.

Τα αλάνθαστα πνευματικά κύτταρα του Ρήγα έβλεπαν καθαρά ότι απαλλαγή από την τυραννία, ανεξαρτησία, δημοκρατία και ελευθερία είναι αλληλένδετα. Γι’ αυτό σύνδεσε ευθέως την αξίωση απαλλαγής από την τυραννία, την αξίωση για εθνική ανεξαρτησία και την αξίωση για δημοκρατία.

Αναφέρω χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Ρήγα Φεραίου:

«Η Ελληνική Δημοκρατία είναι μία, με όλον όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπο της διάφορα γένη και θρησκείας. Δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικό μάτι». Και αλλού, στο «Περί σχέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα ξένα έθνη»: Ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη. Οι Έλληνες δεν ανακατεύονται εις την διοίκηση των άλλων εθνών, αλλά ούτε είναι εις αυτούς αποδεκτό να ακατατωθούν άλλα έθνη εις την δική τους». «Δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξορισμένους από την πατρίδα των δια αιτία της ελευθερίας». Όλα όμως χάνονται αν χαθεί η πατρίδα. Έτσι γράφει: Οι Έλληνες «δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρό ο οποίος κατακρατεί ελληνικό τόπο».

Η εθνική κοσμοθεωρία του Ρήγα είναι, θα έλεγα, οικουμενικής αξίας, άφθαρτης πνευματικότητας και εμποτισμένη από τα διαχρονικά επιτεύγματα του πολιτικού πολιτισμού. Υποδηλώνει που θα είχε οδηγηθεί ο κόσμος αν δεν είχαμε το φοβερό φαινόμενο της αποικιοκρατίας και των νεότερων ηγεμονισμών.

Την ίδια εποχή που στα πολυεθνικά κράτη της Δύσης έβλεπαν τις πνευματικές παραδόσεις των εθνών τους ως απειλές προκαλώντας εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες, το εμποτισμένο στην εθνική κοσμοθεωρία βλέμμα του Ρήγα έβλεπε στην εθνικά βαθύπλουτη Ανατολή τις προϋποθέσεις ειρηνικής συνύπαρξης των κοινωνιών.

Προϋποθέσεις που απαιτούσαν 1ον) Απαλλαγή από τους τυράννους, 2ον) Εθνική Ανεξαρτησία κάθε Έθνους, 3ον) Σεβασμό των εθνικών κτισμάτων και της Ανεξαρτησίας κάθε άλλου Έθνους 4ον) Την δημοκρατία ως προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας,

Ο Ρήγας έβλεπε καθαρά ότι αυτό που ειρηνεύει το ανθρώπινο πνεύμα και αυτό που το συμμορφώνει σε πολιτισμένο πολιτικό βίο είναι το πνευματικό ανήκειν που συγκροτεί τις ανθρωπολογικές ενότητες και που σμιλεύει αενάως την συλλογική ανθρωπολογική ετερότητα μιας κοινωνικής οντότητας.

Μια εθνική επανάσταση δεν είναι ιδεολογία, ή κάποιου άλλου είδους, τέλος πάντων, συναισθηματική υπόθεση ή υλικό αίτημα. Είναι κοσμοθεωρητικό αίτημα μιας χωροχρονικά διαμορφωμένης κοινωνικής οντότητας που κτίστηκε πνευματικά στον στίβο των ανθρωπίνων σχέσεων της διαχρονίας και που αξιώνει να απολαύσει τα πνευματικά επιτεύγματά της στο πλαίσιο της εθνικής ανεξαρτησίας.

Η εθνική κοσμοθεωρία που ενσαρκώνεται σε μια αξίωση εθνικής ανεξαρτησίας είναι αυτόνομο και αυτοδύναμο φαινόμενο. Μια κοινωνική οντότητα, για να διεξάγει ένα αγώνα ελευθερίας, ο οποίος όπως γνωρίζουμε για να ευοδωθεί πρέπει πάντοτε να νικήσει ένα γιγαντιαίο αντίπαλο, σημαίνει ότι μέσα στον υπαρξιακό πυρήνα των ανθρώπων της κρύβεται πολύ δύναμη.

Αήττητη δύναμη. Διαβάστε Ρήγα Φεραίο, Μακρυγιάννη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Θα την δείτε αυτή την δύναμη. Όλα τα υπόλοιπα αν και σημαντικά κριτήρια και παράγοντες έπονται: στρατηγική των επαναστατών, διεθνοπολιτικές συγκυρίες, λάθη και ατυχίες.

Την αξίωση για εθνική ανεξαρτησία και ελευθερία δεν την προκαλείς με διατάγματα ή εντολές, την γεννά η ιστορία και απαιτεί προϋπάρχουσες πνευματικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις. Πνευματικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που πρέπει κανείς να διαφυλάττει για να μπορεί στην συνέχεια να απολαμβάνει την ελευθερία του και την δημοκρατία του.

Τι γίνεται, όμως, όταν μια κοινωνική οντότητα κερδίσει την ανεξαρτησία; Ο κόσμος δεν είναι αγγελικά φτιαγμένος. Δεν είναι μόνο ότι η αποικιοκρατία και οι ηγεμονικές συγκρούσεις που την ακολούθησαν κατέστειλαν την ελευθερία, την ανθρωπολογικής ετερότητας των κοινωνιών και τα εθνικά τους επιτεύγματα.

Είναι επίσης και η εισβολή των υλιστικών ιδεολογιών που έπεισαν πολλούς ότι μπορεί να έχουν πολιτείες πνευματικά στερημένες, πολίτες, δηλαδή, όχι πνευματικά γεμάτους αλλά άθροισμα ατόμων που συνυπάρχουν σε χρησιμοθηρική βάση κυβερνούμενοι από κανονιστικές επιταγές γεννημένες στο μυαλό του ενός ή άλλου ατόμου.

Η καταστροφική κατάρρευση των αυτοκρατοριών όπως και εμείς την ζήσαμε στην Μικρά Ασία –αλλά δεν ήμασταν οι μόνοι– υποχρέωσε την δημιουργία μιας εδαφικά-κυριαρχικά νοούμενη εθνοκρατοκεντρικής δομής. Πως αλλιώς μπορεί να γίνει εάν για να περιφρουρηθεί η ελευθερία μιας κοινωνίας πρέπει να προστατευθεί από εισβολές και επιβουλές που προκαλούν τα αίτια πολέμου που οφείλονται σχεδόν καθολικά στις ηγεμονικές αντιπαραθέσεις.

Το συγκαιρινό διεθνές δίκαιο καθιερώνοντας τις Υψηλές Αρχές της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και τις εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας στοχεύει ακριβώς στην αντι-ηγεμονική περιφρούρηση της ελευθερίας των εθνών-μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Στο εθνοκρατοκεντρικά δομημένο συγκαιρινό διεθνές σύστημα, όμως, μεταξύ του διεθνούς δικαίου και της πραγματικότητας, παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου. Παρά το γεγονός ότι πολλά έθνη κατάκτησαν την ελευθερία τους, οι εθνοκρατοκεντρικοί συντελεστές του διεθνούς συστήματος κινούνται μέσα σε ένα παρωχημένο μεν αλλά ζωντανό ιδεολογικό ναρκοπέδιο υπό συνθήκες συνεχιζόμενων ανελέητων ηγεμονικών αντιπαραθέσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Έτσι προδιαγράφεται, βασικά, ο 21ος αιώνας, κάτι ως προς το οποίο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πολλοί εθελοτυφλούσαν.

Θα επιβιώσουν και θα ευημερήσουν εκείνες οι εθνοκρατικές ενότητες οι οποίες θα στηρίζονται στα πνευματικά τους ερείσματα όπως προσδιορίστηκαν στην καταστατική φάση της εθνικής ανεξαρτησίας. Βασικά, η εθνική ανεξαρτησία που κερδίζεται με ένα αγώνα ελευθερίας χάνεται αν χαθούν τα κοσμοθεωρητικά ερείσματα που κερδήθηκαν με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Κοιτάζοντας το πρόσφατο παρελθόν, εν τούτοις, είναι να απορεί κανείς το πόσο εύκολα τα μέλη των κοινωνιών παρασύρονται από τις σειρήνες των ιδεολογικά μεταμφιεσμένων ηγεμονικών αξιώσεων. Είναι να απορεί κανείς όταν βλέπει κοινωνίες να ματώνουν με άσκοπες εμφύλιες συρράξεις, να συμπράττουν σε επιθετικούς ηγεμονικούς πολέμους, να παγιδεύονται σε ιδεολογήματα που αποσταθεροποιούν τις διακρατικές σχέσεις στην περιφέρειά τους και κυρίως να ροκανίζουν ή και να κατεδαφίζουν τα πνευματικά ερείσματά τους, δηλαδή τα θεμέλια της συλλογικής τους ελευθερίας.

Κλείνω συνοψίζοντας την εθνική κοσμοθεωρία του Ρήγα Φεραίου που νομίζω είναι και οικουμενική. Προσέξτε την διαύγεια πνεύματος, την ειρηνευμένη σκέψη την σιγουριά για τον εαυτό του, το έθνος και τον κόσμο, όταν ο Βελεστινλής λέει:

-Στην Ελληνική Δημοκρατία ο Αυτοκράτωρ Λαός είναι ο μόνος που ημπορεί να προστάζει δι’ όλα χωρίς κανένα εμπόδιο. Ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη.

-Οι Έλληνες δεν ανακατώνονται εις την διοίκηση άλλων εθνών αλλά ούτε είναι εις αυτούς δεκτόν να ανακατωθούν άλλα εις την εδική των.

-Δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρόν όπου κατακρατεί τον ελληνικό τόπον.

-Η νομοθετική διοίκησις βεβαιοί εις όλους, έλληνας, Τούρκους Αρμένηδες και άλλους κατοίκους την ισοτιμία, την ελευθερία και την σιγουρότητα.

-Η Ελληνική Δημοκρατία τιμά την πραότητα, την ανδρείαν, το γηρατείον.

-Τον ατίμητο θησαυρό της φιλτάτης ελευθερίας τον διαφυλάττουμε κατά του ζυγού της τυραννίας. Αυτή είναι μια πνευματικά κτισμένη εθνική κοσμοθεωρία. Δεν τρέφει αυταπάτες. Ξέρει τι θέλει και είναι εμποτισμένη στις Υψηλότατες Αρχές του πολιτικού πολιτισμού, δηλαδή την Ανεξαρτησία, την Δημοκρατία και την Ελευθερία.

Αν μια τέτοια εθνική κοσμοθεωρία κυριαρχούσε σε όλο τον κόσμο ο κόσμος θα είχε άλλη όψη.

 

Υστερόγραφο.

Ο ορισμός της ετερότητας με φιλοσοφικούς όρους παρακολουθεί τον ορισμό του Χρήστου Γιανναρά και της Πολιτικής Ελευθερίας του Γιώργου Κοντογιώργη. Η έννοια της «Εθνικής Κοσμοθεωρίας» αντλεί από υπό έκδοση βιβλίο με ομώνυμο βιβλίο.

*Ομιλία για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου Πανηγυρικός - Πανεπιστήμιο Πειραιώς του Παναγιώτη Ήφαιστου, Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Αναδημοσίευση από το www.ifestos.edu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Ζήτω το 1821!

Κωνσταντίνος Π. Ρωμανός

Είναι περίεργη και δυσεξήγητη η απάθεια των Ελλήνων για τα εθνικά τους θέματα.

Η ψευδοΜακεδονία των Σκοπίων προκαλεί και επιβραβεύεται εις βάρος της Ελλάδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Τούρκοι βάζουν τη στάμπα τους στο μισό Αιγαίο. Σχέδια διαμελισμού της Ελλάδος βορείως της Λάρισας, Τσαμουριά, ακόμα και ανεξαρτησία της Κρήτης αναδύονται αργά και ευδιάκριτα στην επιφάνεια της κοινής γνώμης. Παρά ταύτα οι αντιδράσεις των Ελλήνων είναι πολύ μικρής κλίμακας.

Ως εξήγηση του φαινομένου προσφέρονται η καθήλωση στην τηλεόραση ή τα χρέη και η οικονομική ανασφάλεια. Για όσους εξηγήσεις αυτού του τύπου δεν φαίνονται επαρκείς, θα αποτολμήσω μια εξήγηση σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο πολιτικής ψυχολογίας: το υποσυνειδήτως αναπτυσσόμενο αίσθημα ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες!

Είναι προφανές ότι δεν έχει κανείς την έφεση να υπερασπιστεί τα σύνορα μιας επικράτειας με διακύβευμα τη ζωή του αν δεν αισθάνεται ότι η εν λόγω επικράτεια είναι κατά έναν απόλυτο τρόπο κοινή ιδιοκτησία του εαυτού του και των ομογενών του. Όμως συμβαίνει αυτό; Ανήκει η Ελλάδα στους Έλληνες; Αποτελεί σήμερα η Ελλάδα μια οικογένεια που συνέχεται με ακατάλυτους δεσμούς συμπάθειας, κάτι το απόλυτα οικείον, απόλυτα δικό μας;

Η εμπειρία των τελευταίων ετών τείνει να αναιρέσει την αίσθηση του εθνικά οικείου. Οι στρατιές των λαθρομεταναστών της παγκοσμιοποίησης διαπέρασαν τα πωρώδη σύνορα της Ελλάδος με μια ευκολία που θα την εζήλευε ο ίδιος ο τουρκικός στρατός. Η εξουσία τούς καλοδέχθηκε, με αντίτιμο πάντα τα έσοδα από το δουλεμπόριο, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Σόρος για την «ένταξή» τους. Προσφάτως ο υπουργός Εσωτερικών είπε σε σχετικό συνέδριο ότι οι μετανάστες όχι μόνο δεν αποτελούν πρόβλημα (όπως είχε εισηγηθεί η διακομματική επιτροπή της Βουλής για τους λαθρομετανάστες το 1993), αλλά αντιθέτως συμβάλλουν στην ανάπτυξη... Το δε Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής ΙΜΕΠΟ παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών έναν μήνα πριν έβγαλε προπαγανδιστικό logo ότι για τον Έλληνα οι μετανάστες είναι άνθρωποι που περιμένουν... ένα χαμόγελο! Αυτά όλα τη στιγμή που η Ιρλανδία δήλωσε κατηγορηματικά ότι λόγω οικονομικής κρίσης και ανεργίας δεν θα προσελάμβανε σε θέσεις εργασίας κανέναν μετανάστη, ακολουθούμενη από την Ισπανία, η οποία δήλωσε ότι θα πριμοδοτούσε εργοδότες που θα απέλυαν μετανάστες για να προσλάβουν Ισπανούς, και την Ιταλία η οποία διεκήρυξε ότι δεν θα εδέχετο οικονομικούς μετανάστες στο έδαφός της για τουλάχιστον δύο έτη. Όμως το υπουργείο Εσωτερικών της Ελλάδος έλαβε Χ εκατομμύρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την «ένταξη» των μεταναστών και την πλύση εγκεφάλου των Ελλήνων από τα ΜΜΕ προκειμένου να... χαμογελάσουν, εν μέσω οικονομικής κρίσης, στην ένταξη. Ούτε οι γνωματεύσεις των γιατρών για μολυσματικές ασθένειες μεταναστών, χολέρα, ηπατίτιδα Β, φυματίωση και περίεργους ιούς πνευμονοπάθειας, στις εντατικές μονάδες των νοσοκομείων, έφθασαν για να αντισταθμίσουν τα σακιά ευρώ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξυπνώντας τα –ανύπαρκτα– προστατευτικά ανακλαστικά του κράτους απέναντι στους ιθαγενείς υπηκόους του: έτσι, αντί για άμεση απέλαση των λαθρομεταναστών, το κράτος τώρα προγραμματίζει την... ισότιμη πρόσβαση των ιδίων στις υπηρεσίες Υγείας! (Ας πάει Έλληνας χωρίς βιβλιάριο να νοσηλευτεί και θα εύχεται να ήταν λαθρομετανάστης...).

Με την υποστήριξη της κάστας των πολιτικών, αλλά και της υψηλής διανόησης των πανεπιστημίων, που ονειρεύεται κι αυτή, μαζί με τους φοιτητές της που φόρεσαν κουκούλες, ανοιχτά σύνορα, πολυεθνικό κράτος και το τέλος του «ελληνοκεντρισμού», οι μετανάστες έβαλαν γερά πόδι στην ελληνική γη. Οι πιο φτωχοί στα γκέτο των πόλεων απ’ όπου εκτοπίζουν τους Έλληνες, οι πιο πλούσιοι σε ιδιόκτητα διαμερίσματα (εκποίηση της Ελλάδος στη λιανική). Για χάρη όλων αυτών άλλαξε και η παιδεία, από ελληνική έγινε αλλότρια, «δια-πολιτισμική» εκπαίδευση στα σχολεία. Σε λίγο θα γίνουν η Αστυνομία και ο στρατός πολυεθνικά, μαζί με το θρήσκευμα θα απαλειφθεί και η ιθαγένεια από τις ταυτότητες, όλοι θα είμαστε «Έλληνες» χωρίς διάκριση, είτε προερχόμαστε από το Καμερούν, είτε από τη Θήβα. Νέα σχολεία θα ιδρυθούν όπου θα διδάσκονται οι γλώσσες των αλλοδαπών, τζαμιά θα υψωθούν με μιναρέδες ψηλότερους από τα καμπαναριά των εκκλησιών και οι θρησκευτικές αργίες θα μοιράζονται ανάμεσα στη Σαρακοστή και στο Ραμαζάνι.

Όλα αυτά, θα πουν κάποιοι, δεν είναι απαραιτήτως κακά, αλλά ακούγονται μάλλον καλά και εν πάση περιπτώσει δημοκρατικά. Ούτε μια μικρή λεπτομέρεια θα πειράξει τους συγκεκριμένους, ότι αυτό που θα προκύψει δεν θα είναι Ελλάδα. Το μόνο που θα τους πειράξει είναι ότι μαζί με τον πολυεθνοτισμό παντρεύτηκαν και όλα τα συνδικάτα του πολιτικού και του κοινού εγκλήματος της Ευρασίας και της Αφρικής. Θα διαπιστώσουν, όταν θα είναι αργά, ότι το παρακράτος των τελευταίων δεν καταλαβαίνει και πολλά από «Δημοκρατία».

Πώς λοιπόν, για να επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα, να δείξει έφεση ο Έλληνας της σήμερον να πολεμήσει στα σύνορα της επικράτειας, ώστε η ετοιμότητά του αυτή να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τον επίδοξο εισβολέα; Εις το όνομα τίνος να αγωνιστεί εναντίον, π.χ., του μουσουλμάνου Τούρκου; Μήπως εις το όνομα του «συμπολίτη» του μουσουλμάνου Αλβανού ή Πακιστανού ή Αφρικανού;

Να μην κουράσουμε άλλο τον αναγνώστη. Άλλωστε επίκειται η μεγάλη εθνική εορτή των Ελλήνων, η επανάσταση κατά της οθωμανικής τυραννίας, που ενέπνευσε ολάκερη τη φιλελεύθερη Ευρώπη. Ας αναφωνήσουμε λοιπόν τώρα, με όλη τη δύναμη της ψυχής μας: Ζήτω το τρισένδοξο 1821!

Αναδημοσίευση από ΤΟ ΠΑΡΟΝ της Κυριακής - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Διάλειμμα παιγνιώδους αδολεσχίας

Xρήστος Γιανναράς

Μια ιδέα παιγνιώδης, πρόσφορη για διάλειμμα διαφυγής από τον πνιγμό και την κατάθλιψη του πολιτικού αδιεξόδου:

Κατά το πρότυπο της Ομάδας των Οχτώ πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G8) να αναλάμβανε η Ελλάδα την πρωτοβουλία συγκρότησης ανάλογης ομάδας των χωρών με την πλουσιότερη κληρονομιά πολιτισμού στην ανθρώπινη Ιστορία.

Πολλές χώρες θα φιλοδοξούσαν αυτή τη διάκριση. Ομως να τη δικαιούνται μόνο εκείνες που η ιδιαιτερότητα του πολιτισμού τους δεν έμεινε κλεισμένη σε εθνοφυλετικά σύνορα, είχε ευρύτερη επίδραση, επηρέασε, περισσότερο ή λιγότερο, την παναθρώπινη εξέλιξη.

Ο σκοπός συγκρότησης αυτής της ομάδας να είναι αντίστοιχος με εκείνον της G8: Οι πλουσιότερες χώρες του κόσμου έχουν το συμφέρον (κυρίως) και την ευθύνη (ως πρόσχημα) να μεριμνούν για τη λειτουργία της οικονομίας σε διεθνές επίπεδο. Οι χώρες με την πλουσιότερη κληρονομιά πολιτισμού έχουν (εκ των πραγμάτων) την ευθύνη να μεριμνούν για τον σεβασμό, την προστασία και την ενεργό αξιοποίηση των παραδόσεων πολιτισμού, των μνημείων πολιτισμού, της σπουδής των πολιτισμών σε πανανθρώπινη κλίμακα. Να μεριμνούν και να ενεργούν όχι απλώς σαν θεματοφύλακες ιστορικών - μουσειακών θησαυρισμάτων, αλλά με τη διευρυμένη έγνοια και ευαισθησία του αθέλητα προνομιούχου και εθελοντικά υπεύθυνου:

Να θυμίζουν τον πλούτο ζωής που κομίζει η επιδίωξη της ποιότητας, η προαγωγή τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας, ο σεβασμός της μεταφυσικής αναζήτησης ως μήτρας πάντοτε των κορυφωμάτων του πολιτισμού. Να ενθαρρύνουν τις αντιστάσεις της ποικιλότητας των παραδόσεων πολιτισμού στην ομοιομορφοποιητική δυναμική της «παγκοσμιοποίησης».

Τα μέλη της ομάδας των πλουσιότερων χωρών δεν πρέπει να τα όρισε κάποια διεθνής θεσμική αρχή ή αυθεντία. Η ομάδα μάλλον θα συγκροτήθηκε με συνεννοήσεις μεταξύ των πρόδηλα υποψήφιων χωρών και το κύρος της ομάδας προφανώς βασίζεται στη δυναμική των λόγων που οδήγησαν την καθεμιά στον ουσιώδη για την παγκόσμια οικονομία ρόλο της. Αντίστοιχα και το κύρος της ομάδας των χωρών με την πλουσιότερη παράδοση πολιτισμού δεν μπορεί να αντλείται παρά μόνο από τη σοβαρότητα καθεμιάς στη διαχείριση της κληρονομιάς της, την ευφυΐα, την ειλικρίνεια σχεδιασμού και οργάνωση της συνεργασίας τους.

Επιπλέον, ο Ελληνας πρωθυπουργός ή Πρόεδρος της Δημοκρατίας που θα αναλάμβανε ποτέ την πρωτοβουλία των συνεννοήσεων για τη συγκρότηση τέτοιας ομάδας χωρών, πρέπει (κατά λογική ανάγκη) να είναι προσωπικότητα που να έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση και τον διεθνή σεβασμό για την υψηλή του καλλιέργεια, το κύρος της ανιδιοτέλειας, την πειθώ σοβαρού λόγου. Για να μην ανακαλεί το εγχείρημα συνειρμούς από τις φαιδρότητες της παπανδρεϊκής «Πρωτοβουλίας των Εξι αδεσμεύτων»!

Ποιες χώρες θα ήταν κοινά αυτονόητο να συγκροτήσουν την ομάδα των προνομιούχων κληρονόμων πολιτισμού; Σίγουρα η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Ιταλία. Μάλλον και οι δύο πανάρχαιες κοιτίδες ασιατικού πολιτισμού, η Κίνα και η Ινδία, παρά την υστέρηση των επιδράσεών τους σε ευρύτερη κλίμακα. Ισως το Ιράν, διαχειριστής του πολιτισμού των Περσών, αν και η αφομοίωσή του από τον αραβικό μουσουλμανισμό συνιστά ρήξη με το πολιτιστικό παρελθόν του. Ο αραβικός κόσμος και πολιτισμός πρέπει οπωσδήποτε να εκπροσωπείται, αλλά από ποιον; Πιθανόν από το Μαρόκο, αυτό σώζει την αμιγέστερη εμμονή και την καύχηση για την «αραβικότητά» του.

Μιλάμε λοιπόν για «Ομάδα των Επτά» - G7: Αίγυπτος, Ελλάδα, Ιταλία, Κίνα, Ινδία, Ιράν, Μαρόκο. Γόνιμος συνδυασμός μέγιστων και ελάχιστων σε μέγεθος χωρών, άνισων σε πλούτο, διαφορετικών σε «ανάπτυξη», ανόμοιων σε αντιστάσεις ιδιαιτερότητας, ανυποταξίας στον εξομοιωτικό εκδυτικισμό. Και θα κληθούν να συν-εννοηθούν και να συνεργαστούν σε κοινό διεθνή ρόλο. Να διαχειριστούν ευθύνες παρεμβάσεων που μόνο η άκρα ανιδιοτέλεια, η εξαιρετική ευφυΐα και η αρχοντική συμπεριφορά μπορούν, ίσως, να τις καταστήσουν αποτελεσματικές. Οχι τα χρήματα ούτε τα όπλα ή οι εκβιασμοί από θέσεως ισχύος.

Γιατί όχι και ο πανάρχαιος λαός των Εβραίων στην Ομάδα; Σίγουρα η ανθρωπότητα τούς οφείλει τη συνεπέστερη και θεμελιωδώς εμπειριοκεντρική εκδοχή του μονοθεϊσμού. Ομως, τον μονοθεϊσμό τους οι Εβραίοι τον ταύτισαν με τη στεγανά κλειστή εθνοφυλετική τους ταυτότητα. Μόνο χάρη στη γονιμοποίησή του από τον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό ο εμπειρισμός της μεταφυσικής παράδοσης των Εβραίων έγινε πρόταση με εμβέλεια πολύ πέρα από τα όρια της «συναγωγής» και του γκέτο.

Ατομα εβραϊκής καταγωγής διέπρεψαν θριαμβικά στο πλαίσιο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού της Νεωτερικότητας – και είναι ενδιαφέρον το ερώτημα: γιατί μόνο και αποκλειστικά εκεί μπόρεσαν να αναδειχθούν.

Ο Μαρξ, ο Φρόιντ, ο Αϊνστάιν, ο Κάφκα, ο Σένμπεργκ, ο Λεβί - Στρως, ο Λεβινάς, ο Στάινερ, ο Γούντι Αλεν και πολλοί άλλοι, ήταν τυπικοί εκφραστές του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, δίχως στοιχεία εβραϊκής ιδιαιτερότητας. Τίποτα το αμιγώς εβραϊκό δεν κατέκτησε ποτέ πανανθρώπινο ενδιαφέρον, δεν έχουν δική τους συνεισφορά οι Εβραίοι στον πολιτισμό.

Αντίστοιχες προτάσεις και ενστάσεις θα προκύψουν ίσως και για άλλους λαούς τροφοδοτώντας γόνιμες συζητήσεις με αφορμή την ιδέα συγκρότησης της Ομάδας των Επτά. Το ουσιωδέστερο, ωστόσο, θα ήταν να υπάρξουν προτάσεις για την επιτελική - οργανωτική άρθρωση της προσπάθειας των πλουσιότερων σε κληρονομιά πολιτισμού χωρών. Ισως η συγκρότηση μιας μόνιμης (με σταθερή έδρα) γραμματείας με εξαιρετικά υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογικό εξοπλισμό θα ήταν η αυτονόητη βάση. Ισως τακτές συναντήσεις κορυφής (αρχηγών κρατών) να υπηρετούσαν γόνιμα τους στόχους του εγχειρήματος. Πιθανόν να είναι προτιμότερη η διεθνής δικτύωση και δομή με πρότυπο περίπου τον «Ερυθρό Σταυρό» και την εθελοντική στράτευση στους στόχους.

Με τα κριτήρια του τρέχοντος πολιτιστικού «παραδείγματος» μια άλλη Ομάδα, χωρών με τον υψηλότερο δείκτη, στατιστικά καταμετρημένον, της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, θα μπορούσε να λειτουργήσει πολύ αποτελεσματικότερα σε ρόλο προστασίας και αξιοποίσης των πολιτιστικών παραδόσεων που επηρέασαν την ανθρώπινη Ιστορία. Σίγουρα, κοινωνίες εξαθλιωμένες από την απαιδευσία, τον κομματισμό, τον «φιλαθλητισμό» και τον τζόγο καταλαβαίνουν τα περί πολιτισμού πολύ λιγότερο από τις κοινωνίες της Φινλανδίας ή της Ιρλανδίας.

Ετσι κι αλλιώς η ιδέα της G7 είναι μόνο παιγνιώδες φαντασιοκόπημα. Χρησιμεύει για να εξασφαλίσει μια ολόκληρη βραδιά συζητήσεων, σε καλή συντροφιά, δίχως να χρειαστεί ούτε μία αναφορά στα ονόματα: Αλαβάνος, Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Καραμανλής. Μεγάλη ανακούφιση.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Γράμματα Σπουδάματα – Τα βιβλία Γλώσσας Ε & ΣΤ Δημοτικού (Γ μέρος) - 17 Μαρ 09

Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός εξετάζει τα βιβλία Γλώσσας Ε' και ΣΤ' Δημοτικού, με καλεσμένους τους δασκάλους κκ. Κωνσταντίνο Σαμοΐλη και Θωμά Γκιάτα.

Διαβάστε περισσότερα......

Η δολοφονία της ιστορίας και της αισθητικής

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που μας απειλεί σήμερα είναι ότι μας δολοφονούν το μυαλό και την «ψυχή» χωρίς να έχουμε επίγνωση: Ο πλανητικός φασιστικός οδοστρωτήρας της Νέας Τάξης καταστρέφει τη λογική, απορυθμίζει τις «αρθρώσεις» των αισθημάτων, ισοπεδώνει τη μνήμη και εξοντώνει τη βούληση.
Η πλανητική «Χούντα» εξοντώνει δηλαδή τη σκέψη, τη βούληση, το συναίσθημα και την μνήμη με τα παραπλανητικά δολώματα της «ελευθερίας χωρίς όρια, χωρίς σύνορα, χωρίς περιορισμούς». Γεννά ηττημένους χωρίς διαύγεια πνεύματος, ώστε να έχουν επίγνωση της ήττας τους, ηττημένους υπερήφανους για την ήττα τους…
Και όπως οι επιδοτούμενοι «ιστορικοί» (Λιάκος, Ρεπούση και Σία) αποσαθρώνουν την Ιστορία και τη «συνέχεια» του ιστορικού γίγνεσθαι, έτσι και στην τέχνη επιδοτούνται διάφοροι «καλλιτέχνες» για να επιτελέσουν το ίδιο έργο: Να καταστρέψουν το περιεχόμενο και τη μορφή των ιστορικών επιτευγμάτων της Τέχνης.
Και αυτό συχνά επιτυγχάνεται μέσα από την πολτοποίηση των πάντων. Με το ανακάτεμα διαφορετικών καλλιτεχνικών έργων, τα οποία εκφράζουν το δράμα και το μεγαλείο της εποχής που τα γέννησε: ένα αυθαίρετο κράμα υποταγμένο στις σημερινές ισοπεδωτικές καταναλωτικές μορφές του θεάματος, του κιτσαριού, ή «πρωτοπόρων» δήθεν ανησυχιών που δεν υπακούουν σε κανένα αισθητικό κριτήριο.

Το αισθητικό κριτήριο έχει υποβιβαστεί στην ατομική αυθαιρεσία και τις διαστροφές του καθενός!!!

Τα ΜΜΕ και εδώ αποτελούν τη χοάνη της αλλοίωσης, της μετάλλαξης και της ισοπέδωσης των πάντων: Της ιστορίας, της πολιτικής, της τέχνης, των ιδεών και των πραγμάτων.

Η φιλοσοφία του πλανητικού ολοκληρωτισμού

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι ο καταμερισμός της εργασίας και η υπέρ-ειδίκευση, χαρακτηριστικά που οδηγούν στην αλλοτριωμένη σκέψη. Δηλαδή στο κομμάτιασμα των γνώσεων και στον τεμαχισμό της σκέψης σε διάφορα «κουτάκια» ειδικοτήτων. Αυτός ο κερματισμένος τρόπος σκέψης, δηλαδή η αστική φιλοσοφία, μετατρέπει αδιάκοπα τα προϊόντα της ιστορίας σε τύπους, σε ταριχευμένα σώματα. Αφαιρεί δηλαδή από τα προϊόντα της ιστορίας το περιεχόμενό τους, την κίνησή τους και την «ψυχή» τους. Με άλλα λόγια, αυτή η αστική φιλοσοφία κατασκευάζει ένα κόσμο άκαμπτα και ύπουλα ακίνητο, καταλύοντας κάθε διαλεκτική της εξέλιξης, αδειάζοντας το «πραγματικό» και εξανεμίζοντας την ιστορία: ένα κόσμο με τύπους «ουσιών» χωρίς «ζωή», δηλαδή χωρίς περιεχόμενο, χωρίς κίνηση και εξατμισμένο από ιστορία και παράδοση.

Σήμερα, αυτή η φιλοσοφία της ισοπέδωσης της κοινωνίας και της ιστορίας της, της εξάτμισης και του αφανισμού της «ψυχής» των ιστορικών κατακτήσεων και δημιουργημάτων, έχει πάρει τη μορφή του αυθάδους ολοκληρωτισμού. Αυτή η κατεύθυνση αποτελεί, φυσικά, προϊόν της αχαλίνωτης πλανητικής εμπορευματοποίησης των πάντων και του ολοκληρωτισμού της αγοράς, αλλά και συνειδητή στρατηγική των πλανητικών μηχανισμών εξουσίας: Της Νέας Τάξης.

Υπάρχει, συνεπώς και σχεδιασμός για την κατάλυση των κοινωνιών, των εθνών, της ιστορίας και του πολιτισμού. Αυτά που ζούμε σε κοινωνικό και εθνικό επίπεδο (τα έχουμε αναλύσει διεξοδικά) προωθούνται και στο επίπεδο του εποικοδομήματος: Της επιστήμης, της ιστορίας, της τέχνης, της αισθητικής, της ηθικής, του πνεύματος γενικότερα. Αυτό που προωθείται στην κοινωνική πραγματικότητα αντανακλάται και εδραιώνεται και στα νεοταξικά ιδεολογήματα.
Η επίθεση που γίνεται στην ιστορία μας, μέσω των επιδοτούμενων «νέων ιστορικών» δεν είναι αποσπασματική πράξη. Σε όλες τις μορφές του εποικοδομήματος επιτίθενται οι ιδεολογικοί γενίτσαροι (οι «οργανικοί διανοούμενοι», επιδοτούμενοι) της πλανητικής εξουσίας.
Τα ΜΜΕ, οι μεγάλες αυτές βιομηχανίες προπαγάνδας του καθεστώτος, αποτελούν τα σύγχρονα εφιαλτικά πυροβόλα αυτής της επίθεσης…

Οι στόχοι

Οι στόχοι είναι προφανείς και κουραστικά αναλυμένοι από το ΡΕΣΑΛΤΟ: Η αποσάθρωση και η διάλυση των κοινωνιών. Αυτό επιτυγχάνεται πιο εύκολα και ομαλά όταν καταλυθούν οι ιστορικοί, πνευματικοί και πολιτισμικοί ιστοί των κοινωνιών, όταν ακρωτηριαστεί και αποξηρανθεί η κοινωνική και εθνική συνείδηση, όταν αλωθεί η σκέψη και η βούληση. Η ιστορία ενός λαού, ο πολιτισμός του, τα επιτεύγματα της τέχνης, τα αγωνιστικά και εθνικά του σύμβολα και πρόσωπα και πολλά άλλα αποτελούν συνεκτικούς ιστούς συλλογικής συνείδησης και ερείσματα αγωνιστικής αντίστασης και εξέλιξης.
Δεν διαλύεται μια κοινωνία εάν δεν καταλυθεί η συλλογική της σκέψη και συνείδηση. Και οι αγωνιστικές μνήμες, τα εθνικά σύμβολα, όπως και η Τέχνη αποτελούν μορφές συλλογικής συνείδησης, θεμέλια για τους αυριανούς αγώνες.
Αυτά τα θεμέλια θέλουν να «ξηλώσουν»…
Δεν είναι τυχαίες οι λυσσώδεις επιθέσεις εναντίον των εθνικών επετείων, της ελληνικής σημαίας, της Ορθοδοξίας, των ιστορικών μνημείων και των μεγάλων μυστών του πνεύματος και της τέχνης. Εδώ θα περιοριστούμε σε τρία γεγονότα της επικαιρότητας, αρκούντως αποκαλυπτικά.

Η αφίσα για τον Κολοκοτρώνη

kolokotronis_-_kleftis H διαφημιστική καμπάνια της fortune, με χορηγό την «Εθνική Τράπεζα» για τον ΣΚΑΙ, εμφανίζει αφίσα του Κολοκοτρώνη, με το σύνθημα: «Ψηφίστε με. Γιατί έγινα κλέφτης για χάρη σας»!!!
Εδώ απαξιώνεται και εξευτελίζεται αναιδέστατα ένα εθνικό σύμβολο: εμφανίζεται με την τρέχουσα μορφή του «κλέφτη», σαν ένας «ήρωας» του ποινικού δικαίου, όπως ο Παλαιοκώστας.
Ο Κολοκοτρώνης, η «Ιδέα» της Επανάστασης του ’21 που ζούσε πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας από την οθωμανική αυτοκρατορία, «αδειάζει» από Ιστορία και εμφανίζεται σαν τους σημερινούς πολιτικούς κλέφτες που ζητιανεύουν ψήφους…
Στην προκλητικά σκανδαλώδη αυτή αφίσα η ίδια η Επανάσταση του ’21 αφανίζεται πάνω σε μια άδεια σκηνή της ιστορίας. Το κενό καλύπτεται από τη σηπτική εικόνα του σήμερα και το συνακόλουθο θέαμα της ψηφοθηρικής απάτης.
Βεβαίως, οι επιδοτούμενοι επαγγελματίες του εθνομηδενισμού έχουν χρόνια τώρα εξαπολύσει εκστρατεία αποδόμησης και «στιγματισμού» των εθνικών μας ηρώων και συμβόλων. Μέχρι τρομοκράτες εγκληματίες και σφαγείς τους έχουν εμφανίσει.
galera - stalin Στο ίδιο μήκος κύματος, της κατεδάφισης και απαξίωσης των εθνικών συμβόλων, κινείται και το εξώφυλλο του «αριστερού» περιοδικού, «Γαλέρα». Εμφανίζει το Στάλιν με περιβολή Κολοκοτρώνη. Ο στραγγαλιστής της Επανάστασης του Οκτώβρη και το σύμβολο του «κομμουνιστή» τρομοκράτη, παρομοιάζεται με τον Κολοκοτρώνη: Η Επανάσταση ταυτίζεται με το σταλινικό θερμιδώρ της αντεπανάστασης…
Αυτές είναι οι νεοταξικές δολιότητες: Ο εξανεμισμός της Ιστορίας, η ταρίχευση των προσώπων και οι τυπικές εξισώσεις…

Ποιοι «οι μεγάλοι Έλληνες»

Πάλι ο ΣΚΑΙ πρωτοτυπεί στη χυδαία και μοχθηρή πολτοποίηση της ιστορίας. Αλλά και στην ολοκληρωτική ισοπέδωση των κριτηρίων.
Μια απλουστευτική χυδαιότητα που «Ταυτίζει (όπως υπογραμμίζεται σε άλλο άρθρο) το μεγαλείο με τη λεπρή καμαρίλα της σήψης, τον περιβόητο με τον διαβόητο, τα μικροσκοπικά μορμολύκεια με τους τιτάνες της σκέψης και της τέχνης, τους μύστες της ανθρωπότητας με τους εγκληματίες της, τη Δημιουργία με την καταστροφή της, τους «ήρωες» της διαφήμισης με τους ΗΡΩΕΣ της Ιστορίας…».
Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο θλιβερά και αποκρουστικά συμπτώματα της αυτοκρατορικής, ιμπεριαλιστικής ψυχολογικής κατήχησης: να υποκλινόμαστε μπροστά στο γεγονός μόνο της επιτυχίας, της εμπορικής φήμης και της εξουσίας των ειδωλολατρικών καπιταλιστικών «ειδώλων». Να το προσκυνάμε αυτό το «γεγονός». Ανεξάρτητα με τα μέσα, τις μεθόδους που το προκάλεσαν και το ανέδειξαν, ανεξάρτητα με την εσωτερική αξία του «γεγονότος», την καθαρότητά του, την ανθρώπινη τιμή του.
Εδώ ακτινοβολεί εκτυφλωτικά όλη η φαιά φιλοσοφία του πλανητικού ολοκληρωτισμού. Η φιλοσοφία που αναγνωρίζει στο μέγεθος την υλική ποιότητα και τις αγοραίες «αξίες». Η φιλοσοφία που ισοπεδώνει τον άνθρωπο και κάθε κοινωνικό και ηθικό κριτήριο. Γιατί το μέγεθος στην τάξη των ανθρώπινων αξιών, σημαίνει μεγαλείο. Και η έννοια αυτή περιέχει τις κατηγορίες του ύψους και της ομορφιάς. Της ομορφιάς στην πιο πλατειά, πνευματική της εκδοχή. Και η ομορφιά αυτή δεν φιλτράρεται από τους αγωγούς της αγοραίας ασχήμιας…
Τέτοιου είδους καμπάνιες, σαν και αυτές των ΜΜΕ, αποτελούν βέβηλη πράξη, ακριβώς γιατί διατηρούν στον ίδιο χώρο, πλάι-πλάι, και συγκρίνουν τον δημιουργό του έπους με τον πλαστογράφο του, το μεγαλείο με το μικρότητα, την ομορφιά με την ασχήμια. Μια τέτοια σύγκριση προσβάλει βάναυσα το ύψος και την ομορφιά της ιστορίας και των μεγάλων δημιουργών…

Η ασέλγεια

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα μεγάλα καλλιτεχνικά δημιουργήματα ακρωτηριάζονται και ισοπεδώνονται κυριολεκτικά από ποικίλες επιδοτούμενες μηδαμινότητες εμπόρων και σπονσόρων των «νέων ιδεών».
Το επεισόδιο της Λυρικής Σκηνής, στη γαλλική παραγωγή της όπερας του Ντβόρζακ, «Ρούσαλκα», είναι αποκαλυπτικό. Το επεισόδιο αναλύεται σε άλλο άρθρο μας.
Εδώ απλώς θα υπογραμμίσουμε τούτο: Ότι στην Τέχνη προωθείται, επιπλέον, σχεδιασμένα, από τα επιδοτούμενα φερέφωνα του πνευματικού αυνανισμού, η αποδόμηση των αισθητικών κριτηρίων. Το καθολικό κοινωνικό και αισθητικό κριτήριο εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από το φασισμό του «ιδιαίτερου». Το συλλογικό «είναι» αντικαθίσταται από τον παρακμασμένο ατομικισμό…
Ο δημιουργός του έργου κατασπαράσσεται από τους πλαστογράφους εμπόρους του κεφαλαίου, από τους δολοφόνους των ιστορικών έργων…
Η τέχνη από κοινωνική λειτουργία μεταλλάσσεται σε αυθαίρετη αυθάδεια των οικότροφων νοσηρών ατόμων…
Ακριβώς, αυτή την κοινωνική λειτουργία της τέχνης θέλουν να αποσαθρώσουν και να καταλύσουν. Η τέχνη αποτυπώνει την κοινωνική ψυχολογία κάθε εποχής, συνεπώς αποτυπώνει και τις κοινωνικές σχέσεις της εποχής της. Εκφράζει πάντα τις δυναμικές τάσεις τις εποχής της, τη διαλεκτική των κοινωνικών συγκρούσεων και των ιδεών. Δηλαδή αποτελεί ένα συλλογικό οργανωτή της ιστορικής συνείδησης και έναν δυναμικό συντελεστεί που οργώνει και κινεί την κοινωνική συνείδηση. Τα μεγάλα ανθρώπινα δημιουργήματα είναι «φωνές» αφύπνισης και αγώνα, «φωνές» που συνδέουν το χθες με το σήμερα, που θεμελιώνουν τη συνέχεια της δυναμικής εξέλιξης και την συνέχεια των ιστορικών αγώνων. Αυτή την επαναστατική λειτουργία της Τέχνης θέλουν να αποστειρώσουν και να αφυδατώσουν. Γι’ αυτό ασελγούν τόσο πρόστυχα και ωμά πάνω στα έργα των μεγάλων δημιουργούν.
Η ασέλγεια αυτή, ισοπεδώνει και τα αισθητικά κριτήρια. Οδηγεί, δηλαδή, στην κηδεία της θεωρίας της Τέχνης. Δεν μπορεί πλέον να υπάρξει η κοινωνική βάση αξιολόγησης ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος. Δεν μπορεί να μεταφραστεί ένα καλλιτεχνικό έργο στην κοινωνική γλώσσα, συνακόλουθα και στο αισθητικό ισοδύναμο αυτής της γλώσσας. Έτσι το «ατομικό», το «υποκειμενικό» θεοποιούνται και υψώνονται, σαν αυθύπαρκτες «οντότητες» πάνω από το κοινωνικά συλλογικό, πάνω από το «αντικειμενικό» που αποτελεί και τη βάση της καλλιτεχνικής συνείδησης, συνακόλουθα της δημιουργίας.

Θέλουν να μας μεταβάλλουν σε μια ζούγκλα Βαβυλωνίας που ο καθένας να μη μπορεί να συνεννοηθεί με τον άλλο. Θέλουν να αφανίσουν τα αισθήματα και τα συναισθήματα, ώστε ο ένας να είναι εχθρός του άλλου. Και η Τέχνη είναι εχθρός για τη Νέα Τάξη και πρέπει να γίνει «πολτός», ακριβώς γιατί είναι φορέας κοινωνικής συνείδησης, κοινών αισθημάτων και συγκινήσεων. Είναι μια δυναμική κοινωνική λειτουργία που ενώνει τους ανθρώπους, οργώνει και οργανώνει τις συγκινήσεις τους. Μια τέτοια λειτουργία είναι ριζικά αντίθετη και θανάσιμα εχθρική στον πλανητικό ολοκληρωτισμό που κηρύσσει το «όλοι εναντίον όλων»…

Αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Το Κρυφό Σχολειό κι η Ιστορία: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια

Γιώργος Κεκαυμένος

«Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον» Γεώργιος Όργουελ, 1984.
Διονυσίου Καλλιάρχου, του τιθέντος την ψυχήν υπέρ των προβάτων, αιωνία η μνήμη.

Είναι γνωστό ότι οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν με κάθε θυσία να αποσυνδέσουν τελείως την εκκλησία από την επανάσταση του 1821, και συνακόλουθα, από όλα τα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο Ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξή και την ελευθερία του. Γι’ αυτό οτιδήποτε συνδέει τον Ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μύθος. Ένας από αυτούς τους «μύθους» είναι και το κρυφό σχολειό. Και μάλιστα όχι ένας της σειράς, αλλά ίσως ο κυριότερος. Ο μύθος.

Διαβάστε περισσότερα......

Αναδημοσίευση από το Αντίβαρο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-03-08

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Τοπία της κρίσης

Γιώργος Καραμπελιάς

H «ανέμελη» Σημιτική περίοδος, που αρχίζει ουσιαστικά το 1993 με Δήμητρες και Γιακούμπ, και κλείνει με την μεγάλη πυρκαγιά του 2007, έχει οριστικά τελειώσει. Μπήκαμε στην περίοδο της μεγάλης κρίσης. Σε εκείνη την «ανέμελη» εποχή κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ και συγκυβερνούσε ο «Συνασπισμός» των Δαμανάκη-Κωνσταντόπουλου, ως η «κλαδική» οργάνωση του «τομέα ιδεολογίας, ΜΜΕ, Πανεπιστημίου και διανοουμένων» του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των πρώτων καραμανλικών χρόνων.

Τότε η Ελλάδα εισήλθε ταχύτατα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, προσπαθώντας να καλύψει τον «χαμένο χρόνο» της μεταπολίτευσης: Άνοιγμα των συνόρων για να πέσει το κόστος της εργασίας και ο πληθωρισμός, με τη γενίκευση της μαύρης δουλειάς, ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση των δασμολογικών και συναλλαγματικών περιορισμών, αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ, χρυσή εποχή του τουρισμού και της «ναυτιλίας», και η χαρά της ζωής των golden boys και των… go-go girls με τα μεγαθήρια Καγιέν, τα κότερα και τις πισίνες. Οι «γύφτοι» του ΠΑΣΟΚ και οι «λιγούρηδες» της Δεξιάς σενιαριστήκανε, αδυνατίσανε, κόψανε τα μουστάκια, και συνάντησαν στα μπαρ, τα γυμναστήρια και το Χρηματιστήριο την «Ανανεωτική αριστερά», που μέχρι τότε τους κοίταγε αφ’ υψηλού, ως «βλάχους». Και αυτή η μετάλλαξη μπόρεσε να πραγματοποιηθεί χωρίς μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και εντάσεις, διότι, τουλάχιστον μέχρι την αποφράδα ημέρα της κατάρρευσης του Χρηματιστηρίου, οι περισσότεροι Έλληνες είχαν την εντύπωση ότι κερδίζουν. Οι «Αλβανοί» δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί γι’ αυτούς και όλοι ένιωθαν ότι ανέβαιναν ένα σκαλί μια και κάποιοι άλλοι κατελάμβαναν το κατώτερο.

Και όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν «κατ’ ευχήν», στα εθνικά θέματα ο «εθνικισμός» υποχώρησε με τα Ίμια, την παράδοση Οτσαλάν και την ήττα του PKK, την άρση του βέτο για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, και την ελληνοτουρκική φιλία, τον σχεδιασμό της οριστικής εγκατάλειψης της Κύπρου με το σχέδιο Ανάν. Και στο εσωτερικό πεδίο συνέβαινε κάτι ανάλογο. Η «17 Νοέμβρη» συνελήφθη με τη συνδρομή Αμερικανών και Άγγλων, πήραμε το «ευρωπαϊκό» στο ποδόσφαιρο, και την… Γιουροβίζιον και το επιστέγασμα των Ολυμπιακών, παρά την Θάνου και τον Κεντέρη. Το ΚΚΕ είχε συρρικνωθεί σε χαμηλά ποσοστά και ο Κωνσταντόπουλος προαλειφόταν για την… προεδρία της Δημοκρατίας! Στο δε ιδεολογικό πεδίο, Πρετεντέρηδες, Ιοί, Λιάκοι,… Χομπσμπάουμ και Μαζάουερ, σε αγαστή σύμπνοια κήρυτταν το τέλος του ελληνικού έθνους, ενώ το τελευταίο οχυρό της παράδοσης, η εκκλησία βαλλόταν με τη χρήση του Πατριάρχη, των Βαβύληδων, αλλά και τα ίδια τα μυαλά των περισσότερων εκπροσώπων της εκκλησίας. Η Ελλάδα με εκατομμύρια αυτοκίνητα και κινητά και εκατοντάδες τηλεοπτικούς σταθμούς ανά την επικράτεια, με μια νεολαία απολίτικη και κακ(λ)ομαθημένη, που ενδιαφερόταν μόνο για την… Αράχοβα και τον Σάκη Ρουβά, βάδιζε πλησίστια προς την απεθνικοποιημένη ένταξη της στην παγκοσμιοποιημένη σούπα της «Ευρώπης». Τίποτε δεν έδειχνε ικανό να σταματήσει αυτή την αδήριτη πορεία. Χαρακτηριστικό ήταν πως ο άλλοτε κραταιός δημοκρατικός «πατριωτικός χώρος», με τον Αρσένη, τον Τσοβόλα, τον Χαραλαμπίδη, τον Παπαθεμελή, ακόμα και τον Άκη, συρρικνωνόταν αδιάκοπα, μέχρις γελοιοποιήσεως.

Και όμως, ενώ όλα έμοιαζαν αδιατάρακτα, ανεπαισθήτως άρχισε το τοπίο να αλλάζει. Πλέον το παρασιτικό μοντέλο ανάπτυξης, θεμελιωμένο στον τουρισμό, τα εφοπλιστικά εμβάσματα και την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών άρχισε να μην «τραβάει». Οι μετανάστες από «ευλογία» αρχίζουν να μεταβάλλονται σταδιακώς σε «πρόβλημα», αν όχι ακόμα σε «κατάρα», διότι πλέον δημιουργούνται γκέτο μέσα στις πόλεις, ακόμα και σε μεγάλα χωριά, ενώ οι νέοι μετανάστες, Αφρικανοί, Πακιστανοί, Αφγανοί, προέρχονται από παραδόσεις απόλυτα ξένες προς τις εγχώριες, ενώ πληθαίνουν τα προβλήματα με τη δεύτερη γενιά, στην εκπαίδευση και άλλου, ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, σε συνθήκες κρίσης και αυξανόμενης ανεργίας. Τα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών και τον προϋπολογισμό μεγεθύνονται. Η ανεργία των πτυχιούχων όχι απλώς διογκώνεται, αλλά στέλνει και ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα τους στο εξωτερικό και έτσι η Ελλάδα γίνεται μια χώρα εισαγωγής ανειδίκευτης εργασίας και εξαγωγής ειδικευμένης. Και η διεθνής κρίση έρχεται να αποκαλύψει πως η ελληνική κοινωνία καταναλώνει 20% περισσότερο από ότι παράγει.

Επομένως το παρασιτικό μοντέλο μπαίνει σε κρίση. Και βέβαια δεν μπορεί παρά να μπαίνει… με παρασιτικό τρόπο! Δηλαδή δεν έχουν προλάβει να δημιουργηθούν σοβαρές δυνάμεις που να επιθυμούν μια μη παρασιτική έξοδο από την κρίση. Ωστόσο η κρίση είναι πραγματική. Και αρχίζει συνήθως από τις πτέρυγες του πολιτικού συστήματος:

Στα δεξιά, εμφανίζεται ένα κόμμα που όλο και περισσότερο επενδύει στην ελληνική ακροδεξιά παράδοση –χαρακτηριστικές οι εμφυλιοπολεμικές κραυγές– και εκμεταλλεύεται –και αύριο θα συνεχίσει ακόμα περισσότερο– το ζήτημα των μεταναστών που αρχίζει να γίνεται «κατάρα», καθώς και τις τάσεις ενίσχυσης των πατριωτικών αντανακλαστικών που φέρνει η κρίση. Και δίπλα του αναπτύσσονται και ενισχύονται οι κλασικές φασιστικές δυνάμεις που θα θέλουν να απαντήσουν με τη βία στα «Εξάρχεια» και τους μετανάστες.

Στην άλλη άκρη, το ΚΚΕ τραβάει ακόμα περισσότερο στον απομονωτισμό, επαναφέρει τον Στάλιν και ταμπουρώνεται για να «αντέξει»την κρίση, εκκαθαρίζοντας κάθε φωνή που θα επιθυμούσε μια εφικτή σήμερα κατεύθυνση «μετώπου. Έτσι, Χαλβατζής, Λέγγερης, Κολοζώφ, εκκαθαρίζονται και κυριαρχούν οι «Νεαντερτάλιοι». Δίπλα του ο Συνασπισμός με τον ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει ένα μεγάλο σάλτο προς τον αριστερισμό, σε έναν «συνασπισμό» Κολωνακίου-Εξαρχείων, ακριβώς για να μπορέσει να αποφύγει τη διαμόρφωση ενός πιθανού ακροαριστερού πόλου και να αφαιρέσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του ΚΚΕ. Όμως αυτό το σάλτο, που σε μια πρώτη φάση έμοιαζε να αποδίδει και εξέφραζε και την πραγματική κρίση των μεσοστρωμάτων, θα αποδειχτεί «σάλτο μορτάλε», διότι σε συνθήκες κρίσης Κολωνάκι και Εξάρχεια δεν μπορούν συμβαδίσουν, με συνέπεια να οξυνθούν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του Συνασπισμού. Το γεγονός ότι στον κατ’ εξοχήν χώρο ηγεμονίας τους, τους Πανεπιστημιακούς, κατεβαίνουν δύο ψηφοδέλτια του Συνασπισμού, το ένα σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ και το άλλο με την Άκρα αριστερά είναι η πρώτο ένδειξη της αναπόφευκτης κρίσης που θα ακολουθήσει. Ακόμα και στην Άκρα Αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο παρατηρείται η ίδια πόλωση και προφανώς επικρατεί, ενόπλως, εκείνο το κομμάτι που ανάγει σε πρόταγμά του τη βία.

Μέσα στις συνθήκες της κρίσης, ο καθένας «ταμπουρώνεται» ή θα ταμπουρωθεί αναπόφευκτα στις βεβαιότητές του, την καταγωγή του, την ιδιομορφία του, για να μπορέσει να επιβιώσει. Και δεν θα επιβιώσουν όλοι.

Προτάσεις που μας πηγαίνουν πέρα από την κρίση με ανανεωτικά χαρακτηριστικά μπορούν να διαμορφώσουν μόνο εκείνες οι δυνάμεις που από τη φύση τους, και όχι ευκαιριακά, έχουν συνθετικά χαρακτηριστικά, που είναι πατριωτικές και διεθνιστικές, υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και ταυτόχρονα υπέρ της κοινωνικής συνοχής, που υπερασπίζονται την παράδοση μέσα από την εκσυγχρονισμό της, που αρνούνται εκ γενετής τις στείρες κατηγοριοποιήσεις της μεταπολίτευσης. Αλλά αυτές οι δυνάμεις θα αρχίσουν να διαμορφώνουν πολιτικό πρόταγμα και να μεταβάλλονται σε πολιτικό πόλο, αφού πρώτα η κρίση καταδείξει την ανημπόρια και τον διχαστικό χαρακτήρα των ταμπουρωμένων βεβαιοτήτων.

Από τη Ρήξη που κυκλοφορεί (τ.50)

Αναδημοσίευση από το Άρδην - Ημερομηνία δημοσίευσης: 09-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Φώτα Πορείας - Χρήστος Γιανναράς - 14 Μαρ 09

Απόσπασμα από εκπομπή αρχείου με μια αποκαλυπτική συνέντευξη του ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Χρήστου Γιανναρά στην Έλενα Ακρίτα.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Η δική μας ιστορία της 14ης Μαρτίου 1957

Χρίστος Κ. Σενέκης*

Ήταν μεσάνυχτα της 13ης προς 14ης Μαρτίου 1957. Οι συγκρατούμενοί του φώναζαν: «Θάρρος Παλληκαρίδη, θάρρος Παλληκαρίδη». Όμως, ο εκ Τσάδας 18χρονος μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου, ο ποιητής, ο ήρωας Ευαγόρας Παλληκαρίδης τους αποστομώνει: «Θάρρος έχω πολύ. Αυτή τη στιγμή περνώ την είσοδο του ικριώματος». Κοντοστέκεται μπροστά στη μακάβρια θηλιά και ψέλνει τον Εθνικό Ύμνο. Οι δήμιοι τα χάνουν... Φωνάζει ξανά στους συναγωνιστές του: «Γεια σας αδέλφια! Γεια σας λεβέντες! Ελπίζω να 'μαι ο τελευταίος που εκτελούν. Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός και υπερήφανος». 12:02 ανοίγει η καταπακτή της αγχόνης και ο Βαγορής ανεβαίνει την ανηφοριά της Αθανασίας...

«Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου», γράφει στο τελευταίο του γράμμα και συνεχίζει: «Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί».

Κι όμως, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης καθόρισε ο ίδιος τη μοίρα του. Όταν στο «Ειδικό Δικαστήριο», την 25η Φεβρουαρίου 1957, απαγγέλθηκε το κατηγορητήριο από το «δικαστή» Σο, ο 18χρονος μαθητής δήλωσε περήφανα ένοχος. Ερωτά ο αφελής Σο: «Έχεις να είπης τι διατί να μη σου επιβληθή ποινή;». Και η απάντηση του Βαγορή: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Εκείνο όμως το οποίον έχω να είπω είναι τούτο: Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».

Αυτή την ιστορία θα μάθουν τα παιδιά μας για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη! Γιατί θα τους την πούμε εμείς. Είτε τη γράψουν στα σχολικά βιβλία, είτε όχι! Η 14η Μαρτίου 1957 θα μπολιάζει, παντοτινά, τη μαθητιώσα νεολαία με Αρετή και Τόλμη. Διότι χρειάζεται Αρετή και Τόλμη η Ελευθερία.

*Ο Χρίστος Κ. Σενέκης είναι μέλος του ΔΗΚΟ

Αναδημοσίευση από την Σημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 14-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Και ο εμπαιγμός έχει όρια

Xρήστος Γιανναράς

H νομικά τεκμηριωμένη πρόταση της καθηγήτριας κυρίας Αλίκης Μαραγκοπούλου να χαρακτηριστεί η κουκουλοφορία ιδιώνυμο αδίκημα («Κ» 15.2.2009) δεν απαντήθηκε. Αγνοήθηκε και από την κυβέρνηση και από την αντιπολίτευση.

Το ερώτημα πολλαπλών προελεύσεων, γιατί η ελληνική αστυνομία δεν χρησιμοποιεί εκτοξευτήρες νερού για τη διάλυση διαδηλωτών που εγκληματούν, έμεινε αναπάντητο από την κυβέρνηση, ασχολίαστο από την αντιπολίτευση.

Η αιτιολογημένη πρόταση από αυτήν εδώ την τακτή επιφυλλίδα (στις 25.1.2009) να ενεργοποιηθεί ο νόμος προστασίας των μαρτύρων αστυνομικών στις δίκες διαδηλωτών για εγκληματικές ενέργειες αγνοήθηκε επίσης προκλητικά.

Τρία ενδεικτικά παραδείγματα παγερής αδιαφορίας των επαγγελματιών της πολιτικής για θετικές εισηγήσεις κατετεθειμένες με δημόσιο λόγο και με κοινό στόχο την απαλλαγή των πολιτών από την παγιωμένη στη χώρα τρομοκρατία. Η αδιαφορία τεκμηριώνει την κοινή πια βεβαιότητα ότι η άσκηση της πολιτικής (ή ό,τι τέλος πάντων καταλαβαίνουμε σήμερα σαν άσκηση πολιτικής) είναι στεγανά χωρισμένη από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Είναι κοινωνικό περιθώριο η πολιτική, ανταγωνισμός συντεχνιών για ιδιοτελή συμφέροντα στο προσχηματικό πεδίο τάχα διαχείρισης των κοινών.

Ομως, η οργανωμένη εγκληματική παράνοια εξακολουθεί να δυναστεύει τους πολίτες, να κρατάει την κοινωνία δέσμια στον τρόμο, στην απειλή για το επόμενο χτύπημα, στον πανικό της ανασφάλειας. Πυρπολούνται σιδηροδρομικοί συρμοί, πολυβολούνται τηλεοπτικοί σταθμοί, παγιδεύονται οικοδομικά τετράγωνα με τεράστιες ποσότητες εκρηκτικών.

Τις προάλλες κατέστρεψαν οι λυμεώνες ένα κόσμημα μέσα στην καρδιά της Αθήνας: την οικία Κωστή Παλαμά, εντευκτήριο των καθηγητών του Καποδιστριακού, με συγκεντρωμένη εκεί όση πατίνα αρχοντιάς παλαιών επίπλων, αυθεντικών πινάκων ή κειμηλίων είχαν απομείνει στο εξαθλιωμένο Αθήνησι. Και κάποιες μέρες μετά, το ίδιο ηροστράτειο μένος επέλεξε θύμα του το συμβολικό για τον ρόλο του στη ζωή της πόλης βιβλιοπωλείο: τον «Ιανό». Το έκαναν θρύψαλα, με φανατισμό έκδηλον στις ασύγκριτα περισσότερες από ό,τι στα γύρω μαγαζιά φθορές.

Καθόλου απίθανο επόμενος στόχος να είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Ακαδημία, τα βυζαντινά μνημεία της Αθήνας. Τον ιερό βράχο της Ακρόπολης πρόλαβαν και τον βεβήλωσαν τον Δεκέμβρη κομματικά επώνυμοι: οι τάχα και Ερυθροφρουροί του κ. Αλαβάνου – η φωτογραφία του βανδαλισμού που αποτόλμησαν έκανε τον γύρο του κόσμου. Η οργανωμένη εγκληματική παράνοια κολακεύεται με τις θωπείες του κ. Αλαβάνου, εξωραΐζεται σαν ηρωική «εξέγερση», «επαναστατική έκρηξη». Απολαμβάνει τους ρητορικούς εξορκισμούς της κυρίας Παπαρήγα και του κ. Καρατζαφέρη, την ένοχη ανοχή του κ. Παπανδρέου, γίνεται αφορμή επιδείξεων ευγλωττίας του κ. Καραμανλή.

Οχτώ κουκουλοφόροι ήταν οι αυτουργοί του κακουργήματος στον «Ιανό». Κάπως περισσότεροι στην οικία Παλαμά. Αν μία από τις τρεις προτάσεις που επαναληπτικά προαναφέρθηκαν είχε εισακουστεί από την κυβέρνηση υιοθετημένη και από την αντιπολίτευση, τα δύο, τεράστιας συμβολικής σημασίας εγκλήματα, με ανυπολόγιστες στην κοινωνική ψυχολογία επιπτώσεις, θα είχαν πιθανότατα αποτραπεί. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας συναντάει κανείς την ίδια, πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενη απορία: Μα, επιτέλους, δεν αντιλαμβάνονται οι επαγγελματίες της εξουσίας ότι έχουμε φτάσει στο απροχώρητο; Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από όσα συμβαίνουν στη χώρα; Δεν τους ενδιαφέρει ούτε ελάχιστα η σμπαραλιασμένη ψυχική αντοχή των ανθρώπων;

Το κράτος έχει καταρρεύσει, ζούμε την τρομακτική ανασφάλεια της ασυδοσίας, της ανεξέλεγκτης βίας, της ατιμωρησίας του εγκλήματος, υποφέρουμε από την αναιδέστερη που γνωρίσαμε ποτέ κερδοσκοπία, τη διάλυση της έννομης τάξης, τον χρηματισμό, τη διαφθορά, τα αντανακλαστικά της ζούγκλας στην καθημερινή συμπεριφορά.

Και τα κόμματα ερίζουν σε επίπεδο νηπιακής ή παθολογικής ολιγοφρένειας, ποιο και για πόσο ή πότε θα απολαύσει την εξουσία, αν θα ξετιναχτεί και πάλι ο τόπος με καινούργιες εκλογές μέσα σε έναν μόλις χρόνο, για να φύγουν οι εξευτελιστικά ανίκανοι και να ξανάρθουν οι αδίστακτοι αμοραλιστές – να εναλλάσσονται στη συγκομιδή απόλαυσης η Σκύλλα με τη Χάρυβδη.

Τα τηλεοπτικά κανάλια, με πρώτα και καλύτερα τα κρατικά, σπέρνουν κάθε μέρα τρόμο, μεθοδευμένο πανικό για την καταστροφική οικονομική κρίση που μας απειλεί. Ωσάν να είναι διατεταγμένα να νεκρώσουν την αγορά. Τρόμο σπέρνει με πανικόβλητα διαγγέλματα και ο πρωθυπουργός. Γιατί άραγε; Μοιάζει ύποπτη η αοριστία των εκφράσεων. Δεν μας λένε ούτε τις συγκεκριμένες επιπτώσεις που η διεθνής κρίση μπορεί να έχει στη χώρα μας ούτε τις συγκεκριμένες κυβερνητικές ενέργειες που απαιτούνται ή τις συγκεκριμένες συμπεριφορές που οφείλουμε οι πολίτες να υιοθετήσουμε. Η αοριστολογία είναι το μικρονοϊκό τέχνασμα των συντεχνιών τουπίκλην κομμάτων. Αποφεύγουν το συγκεκριμένο όπως η νυχτερίδα το φως. Επιβιώνουν, παρά την εγκληματική τους ανικανότητα ή τον ηροστράτειο μηδενισμό τους, χάρη στην αοριστία της «πολυσυλλεκτικής» τους συγκρότησης, των «διαλόγων από μηδενική βάση», της μεγαλόστομης κενολογίας τους.

Αν πραγματικά αγωνιούν οι κομματικές συντεχνίες για την οικονομική κρίση που απειλεί και τη χώρα μας, γιατί δεν συζητούν προτάσεις συγκεκριμένων μέτρων ελέγχου των κουκουλοφόρων, προκειμένου να αποτραπούν καταστροφές επιχειρήσεων που αφήνουν πολλούς, πάμπολλους ανθρώπους χωρίς μεροκάματο. Γιατί δεν τολμάνε τα συγκεκριμένα αυτονόητα: να περικόψουν τις μυθώδεις απολαβές της κομματικής καμαρίλας: προέδρων σε δημόσιους οργανισμούς και εταιρείες του Δημοσίου, απολαβές χρυσοκάνθαρων «ειδικών συμβούλων» γύρω από κάθε πρόεδρο και υπουργό, αναρίθμητα κρατικά αυτοκίνητα με οδηγούς και σωματοφύλακες της καμαρίλας. Γιατί δεν περικόπτουν τις φρενήρεις δαπάνες του κράτους για τις αδιάκοπες επισκευές των γηπέδων, την αστυνόμευση των γηπέδων, τη δημοσιογραφική κάλυψη της ψυχανωμαλίας του «φιλαθλητισμού». Γιατί ανέχονται το μισό από το χαράτσι που πληρώνουν οι πολίτες για την ΕΡΤ να πηγαίνει στην εθνική ντροπή: την αισθητική αθλιότητα του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον.

Ας προσέξει ο αναγνώστης τη γλώσσα που μιλάνε οι πολιτικοί μέσα στη διάλυση, που όλοι βιώνουμε, του κράτους, των θεσμών, της κοινωνικής συνοχής: Πέρα από την παγιωμένη αποφυγή του συγκεκριμένου, απουσιάζει και η παραμικρή έστω αναφορά σε κριτήρια διάκρισης του συμφέροντος από το ασύμφορο, κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων και ιεράρχησης προτεραιοτήτων.

Απουσιάζουν από το λεξιλόγιο των πολιτικών οι λέξεις που συντηρούσαν, επί τρεις χιλιάδες χρόνια, από τον Ομηρο ώς τον Θεμιστοκλή Σοφούλη και τον Πλαστήρα, την ενοείδεια του ελληνικού πολιτικού λόγου: η πατρίδα, το χρέος, η τιμή, η ύβρις, η αρετή, το φρόνημα.

Τουλάχιστον να μην παραδοθούμε στους κάπηλους αμαχητί.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 15-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Παναγιώτης Ήφαιστος

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου πριν από μισό αιώνα. Ήταν ο τελευταίας αγωνιστής της ελευθερίας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

Είναι οικουμενικός. Όπως πολλές άλλες φυσιογνωμίες στην ιστορική διαχρονία όλων των κοινωνιών αποκορυφώνει την άφθαρτη αξίωση ελευθερίας. Ήταν ο τρόπος ζωής του, ο θάνατος και το πνεύμα του. Κάθε τόσο κανείς συναντά τέτοιες μορφές στην διαδρομή των ανθρώπων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Με το πνεύμα τους και το παράδειγμά τους, βασικά, χαράσσουν τον ανηφορικό δρόμο του πολιτικού πολιτισμού και των έσχατων αρχών του.

Evagoras_PallikaridisΕίναι ταυτόχρονα μια από τις μεγαλύτερες μορφές ελλήνων όλων των εποχών. Μερικές ώρες ακόμη αν περίμενε ο κυβερνήτης της αποικιοκρατικής δύναμης θα είχε ζήσει. Το θηριώδες αποικιοκρατικό κτήνος όμως προτίμησε να τον απαγχονίσει. Ήταν μόλις κοντά 18 χρονών. Το πνεύμα του όμως έμεινε.

Το πνεύμα του είναι τα ποιήματά του. Εκατοντάδες ποιήματα ενός ταλαντούχου ποιητή της Ελευθερίας, του Έρωτα και της Ελλάδας. Και τα τρία αναβλύζουν μέσα από την μνήμη του, μέσα από την ιστορική του μνήμη και μέσα από το απέραντο ταλέντο του. Είναι μοναδικός γιατί και τα τρία αυτά συνδυάζονται. Είναι μοναδικός γιατί αν και πέθανε πριν τα δεκαοχτώ του χρόνια έγραψε τόσα πολλά και τόσο πηγαία που πολλοί διερωτούνται τι θα είχε γίνει να ζούσε μερικές ακόμη δεκαετίες. Θα είχαμε ένα δεύτερο Καβάφη, ίσως ακόμη κάτι πιο μεγάλο;

Πως αυτό το παιδί, το οποίο όντας αντάρτης στα βουνά και γράφοντας με μολύβι πάνω σε χαρτάκια και στα περιθώρια κατόρθωσε να καταλάβει τόσο καλά ότι

Τα σκαλοπάτια θ' ανεβώ,
θα μπω σ' ένα παλάτι,
το ξέρω - θαν' απάτη,
δε θάναι αληθινό.

Τέτοιες μορφές εγγυούνται ότι όταν θα εκμηδενιστεί ο ελληνικός πολιτισμός, κάτι για το οποίο μεριμνούν καθημερινά οι νεοέλληνες, το ελληνικό πνεύμα δεν θα εξαφανιστεί.

Αναδημοσίευση από το www.ifestos.edu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 13-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Το πολιτικό διακύβευμα της ελληνικότητας στη στρατηγική των κομμάτων

Γιώργος Κοντογιώργης

1. Η εύκολη και βολική διαπίστωση είναι ότι τα κόμματα δεν έχουν στρατηγική στο ζήτημα της ελληνικότητας. Είναι αφοσιωμένα στην διαχείριση της καθημερινότητας με στόχο τη μακροημέρευσή τους στην πολιτική σκηνή. Άλλωστε για να εντάξουν την ελληνικότητα στη στρατηγική τους πρέπει προηγουμένως να έχουν επεξεργασθεί το περιεχόμενό της. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι ο διάλογος αυτός έχει απασχολήσει το κομματικό σύστημα.

Εκτιμώ ότι η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Τα ελληνικά κόμματα έχουν εξ ολοκλήρου εγκολπωθεί την κρατοκεντρική λογική στο ζήτημα αυτό. Στο μέτρο που, στην εποχή μας, το έθνος ενσαρκώνεται από το κράτος, η ελληνικότητα ως ταυτοτική έννοια και ως προγραμματικός λόγος συναρτάται με το γινόμενό του. Αυτομάτως η μέριμνα του πολιτικού προσωπικού εστιάζεται στο κράτος, ενώ την ίδια στιγμή διακινείται η βεβαιότητα της νεοτερικής ιδεολογίας ότι το έθνος είναι μια κατασκευή που καλείται να υπηρετήσει τη νομιμοποιητική βάση του συστήματος του κράτους. Υπό την έννοια αυτή, η αντίληψη που θα διαμορφώσουμε για το περιεχόμενο και περαιτέρω για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικότητας, δηλαδή για την ταυτοτική σημειολογία του έθνους, θα το αποφασίσει το κράτος, όχι η κοινωνία. Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο και ο προγραμματικός λόγος του κράτους για την ελληνικότητα συναρτώνται ευθέως με το συμφέρον του και πιο συγκεκριμένα με το συμφέρον του φορέα του, του πολιτικού προσωπικού. Η τροπή που έλαβε η αντιπαράθεση για το βιβλίο της «ΣΤ Δημοτικού», δεν άφησε να διαφανεί με σαφήνεια ότι επρόκειτο για εγχείρημα του κράτους στο οποίο εκλήθησαν να ανταποκριθούν οι συγγραφείς του.

Η προεπιλογή αυτή, που υποτάσσει την ελληνικότητα στο διατακτικό (στο σύστημα και το συμφέρον) του κράτους, αποτελεί κοινό τόπο όλων των κομμάτων. Το ζήτημα, εντούτοις, δεν τίθεται ως προς την πολιτική υποστασιοποίηση του έθνους, η οποία αποτελεί αυτονόητη συνθήκη, αλλά ως προς το κατά πόσον η αντίληψη της ελληνικότητας που διακινεί το κράτος-έθνος είναι συμβατή με το (προ-ενθοκρατικό) της προηγούμενο ή, ακόμη, εάν συναντάται με την πρόσληψή της από την σύνολη κοινωνία και, σε κάθε περίπτωση, με το συμφέρον της. Διευκρινίζω ευθύς αμέσως ότι όταν αναφέρομαι στο παρελθόν δεν υπαινίσσομαι απλώς τα ιστορικά πεπραγμένα με τα οποία επενδύεται η συνείδηση και το περιεχόμενο της ελληνικότητας. Αναφέρομαι επίσης, θα έλεγα κυρίως, στη συνάφεια του σήμερα με τη γεωγραφία του ελληνισμού και με το πρόταγμα της ελληνικότητας που προϋπήρξε του ελληνικού κράτους-έθνους.

Οι επιστήμες του ελληνικού κράτους-έθνους φρόντισαν να επιλύσουν το ζήτημα αυτό με την υιοθέτηση του εθνοκρατικού επιχειρήματος που υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεότερο κράτος και επίσης με την επιλογή της ιστόρησης του έθνους με βάση τα πεπραγμένα του κράτους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η νεοελληνική ιστοριογραφία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά τον εκτός του κράτους-έθνους ελληνισμό. Αναφέρεται, για παράδειγμα, στην ανυπαρξία της αστικής τάξης στο εσωτερικό του κράτους, αποφεύγει όμως να διασταυρώσει το γεγονός αυτό με το ευρωπαϊκό μέγεθος και την οικουμενική ιδιοσυστασία της ελληνικής αστικής τάξης. Η απόκρυψη της ιστορίας του έθνους ή, αλλιώς, η ιστόρησή του δυνάμει των πεπραγμένων του κράτους, συνδυάζεται με την ενοχοποίηση του προ-εθνοκρατικού παρελθόντος για την μη ανταποκρισιμότητα του τελευταίου στην κοινωνική και εθνική προσδοκία. Το γνωσιολογικό αβαθές του διαβήματος αυτού εξηγεί επίσης τον άκρως επιθετικό τρόπο με τον οποίο οι επιστήμες του κράτους διακινούν τον «εθνικισμό» του ενάντια σε κάθε απόπειρα να καλλιεργηθεί μια ιδέα της ελληνικότητας που θα βασίζεται στην έννοια της κοινωνίας-έθνους.

2. Η εθνοκρατική αυτή προσέγγιση της ελληνικότητας δεν είναι άδολη. Συναρτάται με τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, που εγκαθίδρυσε η νεοτερικότητα, και, συγκεκριμένα, με τον ενδείκτη της ελευθερίας που αναγνωρίζεται στο συλλογικό υποκείμενο. Έτσι, κάθε απόκλιση από την εθνοκρατική αντίληψη της ελληνικότητας, που θα συνεπήγετο για παράδειγμα την απόδοση της ευθύνης για την οριοθέτηση του περιεχομένου της στην κοινωνία, καταγράφεται ως απαράδεκτη διότι οδηγεί στην υπονόμευση της αποκλειστικής πολιτικής αρμοδιότητας του κράτους. Εξού και οι πνευματικοί θιασώτες της ιδέας αυτής προειδοποιούν την κοινωνία ότι η χειραφέτησή της –η μη αποδοχή της αρχής της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους ή, αλλιώς, η αξίωσή της να επενδυθεί η ίδια ενμέρει ή ενόλω το πολιτικό σύστημα- θα συνεπήγετο εξορισμού την εξαφάνιση του έθνους. Επισείοντας την απειλή για το έθνος, οι κάτοχοι του κράτους, αναμένουν να υφαρπάσουν τη συναίνεση της κοινωνίας στην πολιτική τους κυριαρχία. Να εγκιβωτίσουν την κοινωνία στην ιδιωτική σφαίρα, ώστε να αποδεχθεί την ιδιότητα του «ανήκειν» στο κράτος ή, αλλιώς, την αποκλειστική νομή της πολιτείας από το κομματικό σύστημα.

Με δεδομένη την παραδοχή αυτή μπορούμε να συγκρατήσουμε δυο ειδικότερες κατευθύνσεις σκέψης για την ελληνικότητα. Η μια, της ρητορικής ελληνικότητας, η οποία πλειοδοτεί σε μια επιλεκτική επίκληση των στοιχείων που συνθέτουν, κατ’αυτήν, το ειδοποιό γνώρισμα του ελληνισμού στην ιστορία και, ιδίως, στη μεγιστοποίηση της εθνικής στόχευσης (των «εθνικών δικαίων» κλπ) στο πλαίσιο του διαλόγου της με την κοινωνία. Και η άλλη, που προκρίνει την απομείωση του βάρους του παρελθόντος στο γινόμενο της ελληνικότητας και την αποστροφή προς τις εκκρεμότητες που ανάγονται σ’αυτήν ή που υποχρεώνουν το νεοελληνικό κράτος να τις διαχειρισθεί. Η αποκοπή της κοινωνίας από το παρελθόν της συνδυάζεται με την ενοχοποίησή του –και συνάμα της ιδίας- για την «αδυναμία» του κράτους να ανταποκριθεί στην επιχειρησιακή του αποστολή.

Όσο και αν από πρώτη άποψη οι «σχολές» αυτές δείχνουν να διαφέρουν και, μάλιστα, να συγκρούονται, είναι απολύτως συμπληρωματικές. Η μια, σπεύδει να επενδύσει πολιτικά στην κοινωνία, επιλέγοντας τη μεγιστοποίηση της ρητορικής της για το εθνικό διακύβευμα, ενώ είναι ήδη αποφασισμένη να μην επενδύσει σε πολιτικές (σε δυνατότητες, δυνάμεις και πολιτική βούληση) για την επίτευξη του στόχου. Η «σχολή» αυτή, παλαιότερη, χρεώνεται με την αποδόμηση του κοσμοσυστημικού ελληνισμού και την ανασυγκρότησή του στα όρια ενός κράτους, αναντίστοιχου με το διατακτικό της εθνικής ολοκλήρωσης. Η άλλη, σύγχρονη, επιδιώκει να κλείσει οριστικά τις εθνικές/ιστορικές εκκρεμότητες και το προσδόκιμο της κοινωνικής αξίωσης ώστε το συγκριτικό προηγούμενο του έθνους που ενθυλακώνει η κοινωνία να πάψει να παρενοχλεί τη σχέση της με το κράτος. Η πρώτη, χρεώνεται με την απαξίωση των ιστορικών εκκρεμοτήτων (του κυπριακού ή του σκοπιανού κ.α), με την ιδιοποίηση του κράτους και τη διάχυτη εξαχρείωσή του. Η δεύτερη, πιστώνεται το εγχείρημα για τη νομιμοποίηση της εθνοκρατικής ελληνικότητας, και, περαιτέρω, με την απόσυρση του παρελθόντος ως ιστορίας του νεοελληνικού κράτους, με το κλείσιμο του κεφαλαίου της ιστορικής μνήμης, έτσι ώστε να μην προσφέρονται για σύγκριση με τα πεπραγμένα του κράτους-έθνους.

Ώστε, η συμπληρωματικότητα των στρατηγικών αυτών συναντάται στην κοινή στόχευση που είναι η αποδοχή μιας ιδέας της ελληνικότητας που θα προσιδιάζει στο «μέτρο» του κράτους-έθνους, θα διέρχεται από το «ανήκειν» της κοινωνίας σ’αυτό και θα καθαγιάζει τις επιλογές των νομέων του ή, στην χειρότερη περίπτωση, θα ευθύνει την κοινωνία γι’αυτές.

3. Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια βαθιά ανελεύθερη και αντιδημοκρατική στρατηγική στόχευση. Αντί να επιχειρείται η ανταποκρισιμότητα του κράτους με τις προσδοκίες της κοινωνίας, επιδιώκεται η συνθηκολόγηση της κοινωνίας με ένα κράτος κατοχής, που λειτουργεί επιχειρησιακά με γνώμονα κυρίως το συμφέρον των νομέων του. Οίκοθεν νοείται ότι το αίτημα για την ανταποκρισιμότητα του κράτους με το πρόταγμα της κοινωνίας δεν υπαινίσσεται την εγγραφή του σε τροχιά εθνικισμού, αλλά την απο-ιδιοποίησή του και την εναρμόνιση της αποστολής του με το συμφέρον της κοινωνίας-έθνους. Χρειάζεται, άραγε, να συγκρίνω την επιχειρησιακή ετοιμότητα που επέδειξε η πολιτική ηγεσία την τελευταία στιγμή πριν από τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004, όχι εκ λόγων καθήκοντος αλλά για να μη διασυρθεί, με την παροιμιώδη λειτουργία του προ και μετά από αυτούς; Ή να επικαλεσθώ το κόστος της ιδιοποίησης που, εν προκειμένω, συνεπάγεται η συνάρθρωση της κομματοκρατίας με τις παραφυάδες της διαπλοκής;

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το παράδειγμα των ελγινείων. Η επικέντρωση και, μάλιστα, η εξάντληση του ενδιαφέροντος της πολιτικής του κράτους στο ζήτημα της επιστροφής των ελγινείων υποκρύπτει, πέραν της ιδεολογικής στόχευσης, μια άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή της απουσίας κάθε πολιτικής για τον πολιτισμό, σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην ιστορική κληρονομιά. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο χάνονται από την αρχαιοκαπηλία αρχαιότητες ισάξιες μιας αρχαίας πόλης, ενώ μεγάλος αριθμός πόλεων παραμένει θαμμένος στο έδαφος. Μια πολιτική πολιτισμού θα έβλεπε το παρελθόν όχι ως δυσβάστακτο και απεχθές βάρος, αλλά ως θεμέλια παραγωγική συνιστώσα του σήμερα. Η οπτική όμως αυτή, προϋποθέτει την ανόρθωση του κράτους στο ύψος του ελληνισμού -της εγγύς ιστορίας και των δυνατοτήτων του σήμερα-, δηλαδή μια ιδέα της ελληνικότητας που να καθυποτάσσει το κράτος-έθνος στο ταυτοτικό διατακτικό της κοινωνίας-έθνους. Και όχι το αντίθετο.

Η επεξεργασία ενός προτάγματος που θα προέκρινε την εθνική ή κοινωνιοκεντρική, αντί της εθνοκρατικής, ελληνικότητας, συνεπάγεται: πρώτον, την ανάκτηση της ιστορίας, ώστε το κράτος και η άρχουσα τάξη να ανασυνδεθούν με την ιδέα της ανθρωποκεντρικής προόδου που διδάσκει το ελληνικό κοσμοσύστημα, και όχι να αγωνιούν να προσομοιάσουν στο μετα-φεουδαλικό κράτος/σύστημα της νεοτερικότητας. Δεύτερον, και ως αποτέλεσμα της ανάκτησης αυτής, την άρση της κρατούσης διχοτομίας μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που κατοχυρώνει την κυρίαρχη αυτονομία του κράτους, έτσι ώστε να συναντηθούν στο πλαίσιο της πολιτείας. Η απόδοση στην κοινωνία ενός ρόλου αντίστοιχου με το ιστορικό της βίωμα, δηλαδή της ιδιότητας του εντολέα, θα επαναφέρει το κράτος (και εννοείται το κομματικό σύστημα) σε τροχιά συνάφειας με το σκοπό του έθνους-κοινωνίας και θα αποκαταστήσει την ανταποκρισιμότητά του με την επιχειρησιακή του διάσταση.

Ώστε, το διακύβευμα, σε ό,τι αφορά στην ιδέα της ελληνικότητας, εστιάζεται στο ζήτημα της μετάβασης από το έθνος του «ανήκειν» στο κυρίαρχο κράτος και, συνακόλουθα, της υπηκόου κοινωνίας, που λειτουργεί μονοσήμαντα υπέρ της ηγεμονίας της εσωτερικής άρχουσας τάξης και της πλανητικής «ορθοταξίας», στο έθνος της κοινωνίας, το οποίο ενσαρκώνει την έννοια της πολιτειακής ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό, το πολιτισμικό ιδίωμα της ελληνικότητας θα μετακινηθεί από τη λογική της εξωτερικής αναγνωρισιμότητας των μελών της, στην κουλτούρα της αυτονομίας στο ατομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, που προσιδιάζει στον πολιτισμό της ελευθερίας και στη σημειολογία της γλώσσας.

Καταλήγουμε λοιπόν ότι η στρατηγική για την ελληνικότητα των κομμάτων συναντάται στο ζήτημα της χειραγώγησης της κοινωνίας με πρόσημο την πολιτική τους κυριαρχία που διέρχεται από το κράτος/σύστημα. Η στρατηγική αυτή αξιώνει όπως το έθνος ορίζεται από το κράτος, ιστορείται με γνώμονα τα πεπραγμένα του και υπάρχει προκειμένου να επιτυγχάνει τη συναίνεση της κοινωνίας στην ιδιοποίηση του πολιτικού συστήματος από τους φορείς του. Αν και για τον εξερχόμενο από τη φεουδαρχία ευρωπαϊκό κόσμο η λειτουργία αυτή του έθνους σηματοδότησε μια σημαίνουσα πρόοδο, για τον ελληνικό κόσμο αποτέλεσε την κατακλείδα της οπισθοδρόμησής του. Εξού και η ρήξη που επιδιώκει η στρατηγική της εθνοκρατικής ελληνικότητας με το παρελθόν, αξιολογείται ως πράξη μείζονος συντηρητικής περιχαράκωσης, η οποία επιχειρεί να κρύψει κάτω από το χαλί της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας το προοδευτικό πρόσημο του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κόσμου. Ώστε, η προοδευτική σήμανση της ιδέας του έθνους προϋποθέτει όπως το κράτος θεραπεύει την ελληνικότητα και, κατ’επέκταση, το συλλογικό της υποκείμενο, την κοινωνία, και όχι η ελληνικότητα το κράτος και τους νομείς του.

Διαβάστε περισσότερα......