Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Μετανάστες, εθνικιστές έλληνες και πράσινα άλογα

Παναγιώτης Ήφαιστος

Πρώτον, η μετανάστευση ήταν πάντοτε ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα του ιστορικού γίγνεσθαι. Είναι ένα πράγμα, όμως, η μετανάστευση και άλλο η μετανάστευση. Η μαζική λαθρομετανάστευση σε μαζική βάση (και μάλιστα η σκόπιμη!! ενθάρρυνσή της είναι ίσως ένα ειδεχθές πολιτικό έγκλημα (στην δική μας περίπτωση για ιδεολογικοσαδομαζοχιστικούς λόγους, όπως πολλοί υποψιαζόμαστε). Είναι κυριολεκτικά έγκλημα πολέμου με άλλο όνομα, πανομοιότυπο με αυτό των εποίκων που υπονομεύει την ανθρωπολογική συνοχή ενός έθνους και που η συνθήκη της Γενεύης απαγορεύει. Είτε λόγω αμέλειας είτε λόγω ιδεολογικομαζοχιστικών κινήτρων ενθάρρυνσης αποσταθεροποιεί οτιδήποτε διαθέτει μια κοινωνία και ο πολιτικός πολιτισμός των ανθρώπων: Ένα συνεκτικό ανθρωπολογικό σύστημα σμιλευμένο στον χρόνο (εθνικές προϋποθέσεις) ικανό να στηρίξει ένα σταθερό πολιτικό γεγονός.

Δεύτερον, ο χώρος δεν προσφέρεται εδώ για να αναλύσω την τελευταία πτυχή. Εκτός από αυτά που επέρχονται από δικά μου χέρια (α. Το θολό ιδεολογικό και πολιτικό βασίλειο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, β. Αναζητώντας Κοσμοθεωρία … Στοχασμοί για την συγκρότηση και την συγκράτηση των κρατών και του κόσμου) σημειώνω μόνο ότι εσχάτως ο συνάδελφος Γιώργος Κοντογιώργης κάλυψε πολλούς από εμάς όταν στις εκτενέστατες και εμβριθέστατες ιστορικοπολιτικές θεμελιώσεις του περιέγραψε και μεθερμήνευσε τις εθνικές προϋποθέσεις (στο πλαίσιο μιας ανθρωποκεντρικής πορείας που αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην πορεία κτισίματος των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων). Σημειώνω μόνο ότι οι ανθρωπολογικές προϋποθέσεις είναι οντολογία. Είναι το σμίλευμα της συλλογικότητας που συγκροτεί την κοινωνική οντότητα χωροχρονικά. Είναι πολύ λεπτή υπόθεση αν όχι ιστορικοπολιτική σχοινοβασία, ιδιαίτερα αν κατανοήσουμε την πελώρια αναταραχή που προκάλεσε ο φασισμός της «νεοτερικής προόδου» που εφορμώντας και καταλαμβάνοντας τον πλανήτη ολόκληρο διατάραξε εκ βάθρων το εθνικό γίγνεσθαι δεκάδων ιστορικών εθνών. Λαοί όπως οι δικοί μας που κτίζουν τις εθνικές προϋποθέσεις επί χιλιετίες, δεν χρειάζονται μαθήματα από φασίστες. Ο φασισμός είναι κτισμένος στο μυαλό πολλών δυτικών που θέλουν να μας κάνουν τους δασκάλους (όχι μόνο στους έλληνες): Ευθύνονται για πελώρια εγκλήματα που διαιωνίζουν συνειδητά και σκόπιμα:

     1. αφού εκλογίκευσε την διαιώνιση των μεσαιωνικών προνομίων («αστικό κράτος»)
     2. σύγχυσαν την Θεοκρατία με την έμφυτη μεταφυσική πίστη των περισσοτέρων ανθρώπων,
     3. λογικότατα πλέον ερμήνευσαν το κοινωνικοπολιτικό γεγονός αμιγώς υλιστικά,
     4. γέννησαν την δίδυμη ιδεολογική παράκρουση του υλιστικού μαρξισμού και του φιλελεύθερου υλισμού (με ενδιάμεσο εκφραστή τους τον ειλικρινέστερο Χίτλερ)
     5. Κατάλαβαν τον πλανήτη «αλλάζοντας τα τύμπανά του» για να κτίσουν τα ένοχα προνόμιά τους,
     6. σφάχτηκαν μεταξύ τους στην πορεία μιας εθνοσοβινιστικής νοηματοδότησης του έθνους (πως μπορεί να είναι διαφορετικά μια υλιστική αντίληψη): τέσσερεις αιώνες εθνοκαθάρσεις, εκτοπισμούς, καταναγκαστικές αφομοιώσεις, γενοκτονίες, πολλούς πολέμους και δύο παγκόσμιους πολέμους,
     7. διωγμένοι οι εγκληματίες ηγεμόνες της νεοτερικότητας στο πλαίσιο του διαίρει και βασίλευε της αποικιοκρατίας («προστασία των … ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά ένα τουλάχιστον έλληνα … «προοδευτικό») άφησαν πίσω τους αναρίθμητα αίτια πολέμου που διευκολύνουν την επικυριαρχία τους και κατέληξαν εκεί που τους αξίζει: μηδενιστές, ηδονιστές, φιλοτομαριστές, ατομικιστές, φίλαυτοι και φιλοτομαριστές. Αυτός είναι ο μεταμοντερνισμός που όλως συμπτωματικά είναι η κυρίαρχη ιδεολογία των ελλήνων προοδευτικών (οι περισσότεροι είναι τόσο αγράμματοι!!! που δεν το γνωρίζουν!).

Τρίτον, οι έλληνες δεν είναι φοβικοί. Τους φοβερίζουν και μερικοί από αυτούς αδύναμοι και ανήμποροι αντιδρούν σπασμωδικά (ακίνδυνα, όπως όλοι γνωρίζουμε, και περιορισμένα, συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη). Στην Ελλάδα πρέπει να δούμε την αλήθεια κατάματα: Αφού δεχθήκαμε το κοινωνικό πλήγμα χιλιάδες εγκληματιών που αποφυλακίστηκαν σε κάποια γειτονική χώρα την δεκαετία του 1990 ακολούθησε μια ανερμήνευτη με λογικούς όρους γιγαντιαία!!! λαθρομετανάστευση!!! που αποτελεί σοβαρή περίπτωση αβλεψίας για όποιον δεν βλέπει τα προβλήματα που δημιούργησε. Όπως οι περισσότεροι έλληνες δεν συμφωνώ με τις υστερίες μιας μικρής ομάδας για το δικαίωμα κάποιου αλλοδαπού μαθητή που επαξίως (λόγω επιδόσεων) σηκώνει την Ελληνική σημαία. Δεν είμαι έτοιμος, όμως, όπως η σιωπηρή πλειοψηφία, υποθέτω, να επιτεθώ κατά όσων συμπολιτών μου κατατρομαγμένοι αντιδρούν σπασμωδικά κατά αυτών που τους απειλούν. Αυτά για όποιον γνωρίζει ιστορία είναι συνήθη φαινόμενα όταν γίνονται πολιτικά εγκλήματα και δεν πρέπει να επιτεθούμε κατά των θυμάτων αντί κατά των θυτών.

Τέταρτον, το αίτιο είναι άλλο και οι ένοχοι της διατάραξης της ζωής μας είναι άλλοι. Είναι αυτοί που δεν κατανοούν ότι είναι ένα πράγμα, εν τέλει, η πολυπολιτισμική κοινωνία (που είναι όλες οι κοινωνίες) και άλλο το πολυπολιτισμικό κράτος που ποτέ δεν υπήρξε και που ποτέ δεν θα υπάρξει παρά μόνο ως διοικητική διαίρεση μιας κατακτημένης χώρας. Το τελευταίο είναι ρατσισμός: χαρακτηριστική περίπτωση το σχέδιο Αναν το οποίο διόλου τυχαία!! εκατοντάδες «προοδευτικοί»(sic) εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα με το να υπογράψουν λίστες κατάργησης της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασφαλώς της ευρωπαϊκής νομιμότητας (βλ. "Διεθνής και Ευρωπαϊκή Νομιμότητα" για όποιον θέλει να είναι σωστά πληροφορημένος για το πόσο εκτέθηκε η λεγόμενη ελληνική κοινότητα των δήθεν «κοινωνικών» και δήθεν «επιστημών» («κοινωνικών επιστημών).

Πέμπτον, με ενδιαφέρουν, όπως και πολλούς άλλους, τα αίτια. Και τα αίτια βρίσκονται στο γεγονός ότι σε αυτή την χώρα ότι είναι πολιτικός πολιτισμός (οι εθνικές προϋποθέσεις) ενοχοποιούνται από ένα σύστημα ξένης εξάρτησης το οποίο ελέγχει τα μέσα επικοινωνίας και που δολοφονεί τον χαρακτήρα όποιου για τους σωστούς λόγους επισημάνει ότι πιάσαμε πάτο, ότι οι τούρκοι έφθασαν στο Σούνιο, ότι η Κύπρος εάλω και ότι για όσους δεν μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο πάνε σε ένα μόνο κατ’ όνομα δημοτικό ή γυμνάσιο. Γιατί όταν μερικές φορές εννέα στους δέκα είναι ξενόγλωσσα παιδάκια (που σίγουρα σε τίποτα δεν έφταιξαν) η τάξη πάει με ταχύτητα 5 αντί 100.

Ας ψάξουμε λοιπόν για τα αίτια, ας επικεντρωθούμε στην ουσία και όχι στα ανούσια, ας δούμε τα πρωτεύοντα και όχι τα δευτερεύοντα και ας δούμε ότι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα πλέον είναι ότι η διανόησή μας κατακυριεύτηκε από την έσχατη κατάντια του ανθρώπου και του ανθρώπινου πνεύματος, δηλαδή τον μεταμοντερνισμό. Ο οποίος σήμερα αποτελεί το κύριο πρόβλημα στο επίπεδο της δήθεν «διανόησης» και των δήθεν πολιτικών ελίτ.

Αναδημοσίευση από το www.ifestosedu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 27-02-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Η αληθινή «αναδιανομή»

Χρύσανθος Λαζαρίδης

Το αποκάλυψε ο Νομπελίστας Πωλ Κρούγκμαν στους Times της Νέας Υόρκης, το περασμένο Σαββατοκύριακο: Η κρατικοποίηση των τραπεζών (έστω κα μερική, έστω και προσωρινή) είναι πλέον, όχι απλώς επιτρεπτή και συζητήσιμη, αλλά απαραίτητη και αναπόφευκτη.

Μάλιστα, κατά τον Κρούγκμαν, έχει δώσει τη «συγκατάθεσή» του, ακόμα και ο Άλαν Γκρίσπαν, πρώην Διοικητής της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας και θεωρούμενος «μέγας γκουρού» του νεοφιλελευθερισμού...

-- Τι θα επιτύχει μερική κρατικοποίηση των τραπεζών;

Θα σπάσει το τραπεζικό καρτέλ. Θα αναγκάσει τις τράπεζες να κάνουν ό,τι επιτάσσουν οι κανόνες της αγοράς σε περιόδους ύφεσης. Να ρίξουν το ποσοστό του κέρδους τους.

Από τη μείωση των επιτοκίων στα υφιστάμενα δάνεια, θα προκύψουν ταυτόχρονα δύο πολύ θετικά για το σύνολο της οικονομίας:

* Πρώτον θα ανακουφιστούν νοικοκυριά κι επιχειρήσεις που ήδη πληρώνουν τοκοχρεωλυτικές δόσεις κάθε μήνα. Θα μειωθούν δραστικά οι δόσεις τους και θα ανέβει το διαθέσιμο εισόδημά τους. Με περισσότερο εισόδημα στη διάθεσή τους, είτε θα αποταμιεύουν περισσότερα (αυξάνοντας την προσφορά ρευστού στις τράπεζες), είτε θα καταναλώνουν περισσότερο (αυξάνοντας τη ζήτηση προϊόντων). Στην πρώτη περίπτωση οι τράπεζες θα αποκτήσουν υγιείς πόρους για τη χρηματοδότησης της αγοράς. Στη δεύτερη, θα αυξηθεί άμεσα η οικονομική δραστηριότητα.

* Δεύτερον, θα μειωθούν οι επισφάλειες των τραπεζών. Όσο λιγότερο «ζορίζονται» νοικοκυριά και επιχειρήσεις να πληρώσουν τις δόσεις τους στις τράπεζες, τόσο λιγότερα δάνεια θα έχουν πρόβλημα. Άρα τόσο θα μειωθεί το ρίσκο των τραπεζών. Κι όταν μειώνονται οι επισφάλειες και το ρίσκο των τραπεζών, τόσο αυξάνεται ο δείκτης της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

-- Που θα οδηγήσει αυτό;

Όσο εξυγιαίνονται οι τράπεζες και αυξάνεται η οικονομική δραστηριότητα, τα χρηματιστήρια θα αρχίσουν ανεβαίνουν και το κράτος θα μπορέσει, κάποια στιγμή, να πουλήσει πολύ υψηλότερα τις μετοχές που αγόρασε για να ελέγξει τις τράπεζες.

Το σύστημα θα επανέλθει στην ελεύθερη αγορά, υπό πολύ αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τις τράπεζες, υπό πολύ πιο ανταγωνιστικό καθεστώς για την οικονομία συνολικά, με πολύ υγιέστερα χαρτοφυλάκια για όλους, χωρίς πρακτικές τραπεζικού καρτέλ, με περισσότερη αισιοδοξία στα νοικοκυριά και πολύ καλύτερο αναπτυξιακό κλίμα για τις επιχειρήσεις.

Η επανιδιωτικοποίηση των τραπεζών θα γίνει σε πολύ υψηλότερες τιμές για τις μετοχές τους, χωρίς ασυδοσία για τις διοικήσεις τους και με πολύ μεγαλύτερα περιθώρια στην υπόλοιπη οικονομία να αναπτυχθεί.

Κι αυτό θα είναι αληθινό «νιού ντηλ»: Αληθινή «αναδιανομή» εισοδήματος αρχικά, περιουσίας, στη συνέχεια και επενδυτικών ευκαιριών τελικά.

Η μερική κρατικοποίησή των τραπεζών είναι πλέον μέτρο σωτηρίας της ελεύθερης αγοράς μακροχρόνια, όχι πλήγμα σε βάρος της.

Αναδημοσίευση από το δίκτυο 21 - Ημερομηνία δημοσίευσης: 25-02-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση - 24 Φεβ 09

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα: παράδεισος-κόλαση.

Σχετικό δημοσίευμα από την Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05-03-08

Διαβάστε περισσότερα......

Γιανναράς - Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος - 24 Φεβ 09

Με αφορμή το βιβλίο του "Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος" και όχι μόνο, συζήτησε ο Χρήστος Γιανναράς με τη Μαρία Κωστόγλου στο ΚΑΝΑΛΙ 6 στις 24 Φεβρουαρίου του 2009.

Αναδημοσίευση από τo Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-03-09

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Ο Ρήγας, ο ελληνικός κόσμος, η Εσπερία και το πρόσημο της προόδου

Γιώργος Κοντογιώργης

Τα ανωτέρω αποδεικνύουν, νομίζω, την καταφανή γνωσιολογική αυτονομία του Ρήγα όσο και τις πηγές της. Ο Φεραίος διανοητής διαλέγεται μεν με τις ανερχόμενες ανθρωποκεντρικές δυνάμεις της Εσπερίας, όμως από διαφορετική αφετηρία και, οπωσδήποτε, με άλλη στόχευση. Οι δυνάμεις της Εσπερίας διαλογίζονται για την ανθρωποκεντρική μετάβαση των κοινωνιών τους, τη στιγμή που οι κοινωνίες του Ρήγα βιώνουν το ανθρωποκεντρικό γεγονός και, μάλιστα, στην οικουμενική του φάση. Εξού και το πρόταγμα του Διαφωτισμού έρχεται σε ρήξη με το εσωτερικό δεσποτικό κεκτημένο, που το ταξινομεί στην κατηγορία της «παράδοσης», ενώ ο Ρήγας επιλέγει τη ρήξη με την οθωμανική δεσποτική πραγματικότητα της κατάκτησης, η οποία κρατεί σε ομηρία τον ελληνισμό και το ανθρωποκεντρικό του γίγνεσθαι.

Το γεγονός αυτό εξηγεί, από την άλλη, τη ρητή συνάντηση του Ρήγα, ειδικότερα, με τα πλέον ριζοσπαστικά στοιχεία της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Συνάντηση που, πρέπει να υπογραμμισθεί, έγινε στη βάση του κοινού πεδίου έμπνευσης, που ήταν το «αρχαίο» ελληνικό ανθρωποκεντρικό παράδειγμα. Ενώ όμως οι αναγνώσεις των φορέων του Διαφωτισμού αναλίσκονταν στην αναζήτηση στην «αρχαιότητα» των όρων συγκρότησης της κοινωνίας με πρόσημο τον νέο (πρωτο-ανθρωποκεντρικό) άνθρωπο, ο Φεραίος διανοητής διέκρινε σ'αυτήν τις θεμέλιες αρχές της μετα-κρατοκεντρικής οικουμένης που βίωνε ο ελληνικός κόσμος της εποχής του.

Η απόσταση μεταξύ τους είναι κεφαλαιώδης: η μια, είναι απλώς εισαγωγική στο ανθρωποκεντρικό γεγονός, η άλλη καταληκτική της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι οι μεν θιασώτες του Διαφωτισμού προέβαλλαν ορισμένες, τις πλέον πρώιμες πτυχές του «αρχαίου» ελληνικού παραδείγματος, ως πρότυπο για την οργάνωση στο μέλλον της εξερχόμενης από τη δεσποτεία εσπεριανής κοινωνίας και του κρατοκεντρικού της γινομένου, ο δε ο Ρήγας διαλεγόταν μαζί του, ενόσω αναζητούσε το πλαίσιο της αποκάθαρσης της ελληνικής μετα-κρατοκεντρικής οικουμένης από τις συνέπειες της οθωμανικής κατάκτησης και την ανασυγκρότησή της στη βάση της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας. Επειδή ο Διαφωτισμός προσέγγιζε την πόλη-κράτος, προκειμένου να επεξεργασθεί τις προβολές της στο δικό του ανθρωποκεντρικό μέλλον, ο Ρήγας συναντούσε με σχετική άνεση την προβληματική του. Αντιμετώπιζε όμως την πόλη υπό το πρίσμα όχι του κράτους, αλλά των εφαρμογών της στο εσωτερικό της οικουμενικής κοσμόπολης, η οποία άλλωστε αποτελούσε το πραγματικό πεδίο του προτάγματός του.

Οι διαφορετικές αφετηρίες στην ανάγνωση της «αρχαιότητας» έκαμε ώστε για τους μεν πρότυπο να αποτελέσει βασικά η ολιγαρχική Σπάρτη, οι Νομοθέτες (και η ημι-δεσποτική Ρώμη), ενώ για τον Ρήγα να επιλεγεί η Αθήνα στην πιο εξελιγμένη εκδοχή της δημοκρατίας.

Γι'αυτό ακριβώς, οι Γάλλοι και οι λοιποί ριζοσπάστες της Εσπερίας μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κοσμοσυστημικοί επαναστάτες, αφού επιδίωκαν την ολοκληρωτική αποδόμηση της δεσποτείας και την ολική ανασυγκρότηση των κοινωνιών τους σε ανθρωποκεντρικές βάσεις. Ο Ρήγας, αντιθέτως, ήταν βασικά «εθνικός» επαναστάτης. Επέλεξε απλώς την εθνική απελευθέρωση και, συνακόλουθα, την αποκάθαρση του συντεταγμένου ανθρωποκεντρικά ελληνικού κόσμου από τις όποιες αγκυλώσεις και ιδίως από την ανομία που επικρέμονταν πάνω στον κοινωνικό του σχηματισμό. Το γεγονός ότι ο Φεραίος διανοητής αισθάνθηκε οικείος με τη σκέψη των πλέον ριζοσπαστικών στοιχείων της εξερχόμενης από τη δεσποτεία δυτικής Ευρώπης, συνομολογεί όχι για τη ριζοσπαστική προδιάθεσή του, αλλά για την ανθρωποκεντρική απόσταση που χώριζε τον ελληνικό κόσμο της οθωμανοκρατίας από την Εσπερία.

Με διαφορετική διατύπωση, ούτε το γεγονός της κατάκτησης ούτε η διαφορά της κοσμοσυστημικής κλίμακας, που μόλις διακρίνεται την περίοδο αυτή, μεταβάλλουν την θεμελιώδη αντιστοίχιση μεταξύ του Διαφωτισμού και του Ρήγα. Οι πραγματικότητες που έχει να επιδείξει ο ελληνισμός της οθωμανοκρατίας, και φυσικά το πρόταγμα του Ρήγα, δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ανασυγκρότηση των ελληνικών κοινωνιών στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, με τη συνεκτίμηση και του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου της μικρής κλίμακας, ήταν απολύτως εφικτή. Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί ότι ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, λίγο πριν την Άλωση, προέκρινε ένα παρεμφερές σύστημα ανασυγκρότησης της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης, το οποίο στόχευε στην αποκατάσταση της συνεκτικής ισορροπίας μεταξύ των κοινών/πόλεων και της μητρόπολης πολιτείας. Ο Ρήγας, όπως και ο Γεμιστός, είχαν πλήρη επίγνωση ότι η επιτυχία του διακυβεύματος εξείχε του ελληνισμού, έμελλε δηλαδή να έχει κοσμοϊστορικές διαστάσεις. Εξού και η φιλοδοξία του για το εδαφικό εύρος της ελληνικής κοσμόπολης συνέπιπτε με τον ιστορικό ζωτικό χώρο του ελληνικού κόσμου.

Επομένως, στο ερώτημα εάν το πρόταγμα του Ρήγα ήταν ρεαλιστικό ή ουτοπικό η απάντηση είναι ότι αυτό δεν συναρτάτο από την εφικτότητά του. Ήταν εφικτό, δηλαδή συνάδον με την ιδιοσυστασία του ελληνικού ζωτικού χώρου της εποχής και, οπωσδήποτε, πλήρως εναρμονισμένο με την προοπτική της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας. Ήταν ουτοπικό υπό το πρίσμα της στοχαστικής γνωσιολογίας του Διαφωτισμού[1] και, οπωσδήποτε, θα ήταν ουτοπικό εάν αντιμετωπιζόταν η εφαρμογή του στην Εσπερία, επειδή ήταν κοσμοσυστημικά αντινομικό με τις πραγματικότητες των κοινωνιών της. Τούτο γίνεται εμφανές, αν αναλογισθεί κανείς ότι ακόμη και το πρωτο-ανθρωποκεντρικό και, συγκεκριμένα, προ-αντιπροσωπευτικό σύστημα που διακήρυξε η Γαλλική Επανάσταση και ο Διαφωτισμός, απεδείχθη εξωπραγματικό και, κατ'επέκταση, ανεφάρμοστο στο σύνολο των χωρών της Εσπερίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, μόλις μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980, το πολιτικό διακύβευμα του Διαφωτισμού έγινε αδιαμφισβήτητη πράξη στην Ευρώπη, ενώ η διανόησή της εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, να διαλογίζεται για τη γνωσιολογία της δημοκρατίας με τους όρους του 18ου αιώνα.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι το πρόταγμα του Ρήγα δεν ήταν ανεδαφικό. Αναγόταν σε συγκεκριμένο, καθόλα υπαρκτό και, μάλιστα, δεσπόζον κοσμοσυστημικό περιβάλλον, το οποίο υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο οδηγό για τις εξερχόμενες από τη δεσποτεία κοινωνίες της Εσπερίας. Το γεγονός ότι ο ελληνισμός συμπαρασύρθηκε από τις δυνάμεις της μετάβασης, επειδή ο ίδιος απέτυχε, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, να ανασυγκροτηθεί (κοσμο-)πολιτειακά, δεν αναιρεί τη θεμελιώδη αυτή διαπίστωση. Το ανθρωποκεντρικό του κεκτημένο απορρίφθηκε όχι ως «παραδοσιακό», αλλά στο μέτρο που ήταν ανεδαφικό για τις κοινωνίες της Εσπερίας.

Κατά τούτο, η μη κοσμοπολιτειακή ανασυγκρότηση του ελληνισμού αναδεικνύεται σε καίρια παράμετρο της προβληματικής μας για την εξέλιξη. Όντως, η ανασυγκρότηση αυτή υπονομεύθηκε τελικά εξαιτίας της αδυναμίας του να συσπειρώσει τις πολεοτικές του κοινωνίες στη βάση ενός συνολικού ιδεολογικού προτάγματος. Την αδυναμία αυτή, που συνείχετο με την πολυ-πολεοτική συγκρότηση των κοινωνιών του Γένους, ανέλαβε να ξεπεράσει η πρωτοβουλία του Ρήγα για την καλλιέργεια μιας καθολικής εθνικής συνέργειας των Ελλήνων. Το πρόταγμα αυτό επικέντρωνε την προσοχή του, αφενός στην υπέρβαση των επιμέρους πολεοτικών πατριωτισμών και συμφερόντων και, αφετέρου στην αντιμετώπιση του γεγονότος ότι οι όροι και το διακύβευμα της εξέγερσης ήσαν διαφορετικά σε μια ανθρωποκεντρική κοινωνία οικουμενικού τύπου από εκείνα μιας εξαθλιωμένης και σε αποσύνθεση δεσποτικής κοινωνίας.

Από μια άλλη άποψη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόταγμα του Ρήγα αποτελεί τον προάγγελο του τελευταίου εγχειρήματος για την (κοσμο-)πολιτειακή ανασυγκρότηση του ελληνισμού σε περιβάλλον εθνικής ελευθερίας, που θα αποτυπωθεί στο επαναστατικό διάβημα των Φιλικών και του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Παρόλον ότι το επαναστατικό αυτό διάβημα απέτυχε παταγωδώς και, μαζί του, το πρόταγμα της κοσμοπολιτειακής παλιγγενεσίας του ελληνισμού, η ελληνική επανάσταση θα συνεχίσει να αναπτύσσεται στη βάση του συστήματος και των πατριωτισμών των κοινών/πόλεων, δηλαδή χωρίς συμπαγή ηγεσία, με γνώμονα τις πολεοτικές συνέργειες. Τα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου είναι απολύτως αποδεικτικά του γεγονότος αυτού. Αντιμετωπίζουν τη δόμηση της νέας ελληνικής πολιτείας με πρόσημο τα κοινά, ενώ στο κεντρικό σύστημα εναποτίθεται ένας απλώς εναρμονιστικός ρόλος στο σύνολο. Τα Συντάγματα αυτά θυμίζουν ως προς πολλά το Σύνταγμα του Ρήγα.

Το τέλος της κοσμοπολιτειακής προοπτικής του ελληνισμού και μαζί της η παταγώδης αποτυχία της εθνικής ολοκλήρωσης θα ρίξει βαριά τη σκιά της στο νεοελληνικό κράτος. Το τελευταίο θα έχει ως σημείο σύγκρισης όχι τα ομόλογα εθνοκρατικά μορφώματα της εποχής του, αλλά τον οικουμενικά συντεταγμένο ελληνισμό της προ-εθνοκρατικής περιόδου. Η επισήμανση της συντριπτικής υπεροχής του τότε, υπόδουλου κατά τα άλλα, ελληνισμού σε όλα τα πεδία, έναντι του νεοελληνικού κρατικού μορφώματος, θα εγείρει συχνά το ερώτημα σχετικά με τη σκοπιμότητα της απελευθέρωσης. Ορισμένοι, μάλιστα, θα διατυπώσουν την υπόνοια μήπως η επισήμανση της διαφοράς, αυτή καθεαυτή, υποκρύπτει μια κάποια διαφωνία με τις εξελίξεις.

Κατά τη γνώμη μου, η ερώτηση τίθεται με λάθος τρόπο, έχει εσφαλμένη βάση, για να μην πω ότι περιέχει πολιτικό δόλο. Αν εξαιρέσουμε μια μερίδα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας που δεν έπαψε να νοσταλγεί όντως την ηγετική της θέση στη διάρκεια της οθωμανοκρατίας, το όλο ζήτημα αφορά στον τρόπο της απελευθέρωσης και ιδίως στη σχέση του νεοελληνικού κράτους με τον σύνολο ελληνισμό. Πώς εξηγείται, λοιπόν, ο ελληνισμός υπό συνθήκες κατοχής να διατηρεί μια εξέχουσα ηγετική θέση στην ευρύτερη περιοχή, η οποία ως προς πολλά εκτεινόταν πολύ πέραν της οθωμανικής περιμέτρου, και υπό συνθήκες ελευθερίας στο πλαίσιο του έθνους-κράτους να διατηρεί ένα καθεστώς καχεκτικής δυσμορφίας και καθυστέρησης;

Είναι προφανές ότι η ενοχοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος και η ταξινόμηση της ελληνικής κοινωνίας στην «περιφέρεια» της λεγόμενης νεοτερικότητας, χρησίμευσαν ως άλλοθι για να νομιμοποιηθεί η επιβολή ενός ημι-δεσποτικού νεοτερικού κράτους/συστήματος επί μιας κοινωνίας όπως η ελληνική, της οποίας η ανθρωποκεντρική ιδιοσυστασία ήταν απολύτως αναντίστοιχη μ'αυτό. Ή, περαιτέρω, για να διασκεδασθεί η αδυναμία του «κράτους-έθνους» να ανταποκριθεί στις εθνικές, κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνιστώσες ή προσδοκίες του ελληνισμού. Παριστάμεθα έτσι μάρτυρες, του φαινομένου οι δυσμορφίες στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής ή η απουσία παντελούς «επιχειρησιακής» λογικής του κράτους, να αποδίδονται στην ιστορική καθυστέρηση της ελληνικής κοινωνίας, της οποίας υπόλογη υπήρξε η «τουρκοκρατία», και όχι στην καταφανή αναντιστοιχία του με το ανθρωποκεντρικό της ιδίωμα. Αναντιστοιχία που εκδηλώνεται σαφώς μέχρι σήμερα με σταθερά την ομηρία της ελληνικής κοινωνίας από τους κατόχους του κράτους[2].

Η διαφοροποίηση μεταξύ των φορέων του ανερχόμενου δυτικο-ευρωπαϊκού ανθρωποκεντρισμού και του προτάγματος του Ρήγα γίνεται εμφανέστερη εάν αναλογισθεί κανείς την επικαιρότητά τους στις μέρες μας ή την προοπτική τους. Έτσι, για παράδειγμα, οι κοινωνικο-πολιτικοί στοχαστές του Διαφωτισμού αποτελούν ήδη ιστορικά απολιθώματα, που παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειες των συγκαιρικών μας να τους ερμηνεύσουν δημιουργικά, υπό το πρίσμα των εξελίξεων της εποχής μας, διατηρούν μια επικαιρότητα μόνο σε ό,τι αφορά στην κατανόηση της πρωταρχικής μετάβασης ή για τη συντηρητική οριοθέτηση του μέλλοντος. Στον αντίποδα ο Ρήγας, παρόλη την εμμονή της νεοτερικής ιστοριογραφίας να ταξινομήσει τη σκέψη του ως παραρτηματική της Εσπερίας, εγγράφεται σε ένα στάδιο της ανθρωποκεντρικής προβληματικής σαφώς ύστερο σε σχέση με τη φάση που διέρχεται η ανθρωπότητα στις μέρες μας.

Κατά τούτο, το πρόταγμα του Ρήγα, στο μέτρο που αποδίδει το εγχείρημα της μετα-κρατοκεντρικής ελληνικής οικουμένης να ανασυγκροτηθεί στη βάση της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας, είναι μοναδικό. Μοναδικό σε ό,τι αφορά στις προβληματικές της μετάβασης στο εθνοκεντρικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας. Μοναδικό επίσης υπό το πρίσμα ενός δόκιμου αναστοχασμού της ιστορίας και της γνωσιολογίας της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης. Μοναδικό τέλος, προκειμένου να αρθεί η νεοτερικότητα στο ύψος της αυτογνωσίας, να συλλάβει το μέλλον της προόδου με πρόσημο το καθολικό ανθρωποκεντρικό της στίγμα και, συνακόλουθα, να απεγκλωβισθεί από τα ήδη παρωχημένα, δηλαδή συντηρητικά στερεότυπα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής και τις ομόλογες γνωσιολογικές εμμονές του Διαφωτισμού.

Για την ελληνική κοινωνία του κράτους-έθνους επείγει, ωστόσο, η ανάκτηση της ιστορίας της. Ανάκτηση, που θα της επιτρέψει να διαγνώσει την αξιωματική σταθερά του ιστορικού της βίου και, κατ'επέκταση, τον λόγο της διαφοροποίησής της από την Εσπερία. Θα διαπιστώσει, έτσι, ότι η μετάβαση στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, που σηματοδοτεί τη νεότερη ανθρωποκεντρική εποχή, υποδήλωνε: για την Εσπερία, την απόσειση της φεουδαλικής δεσποτείας και την ανθρωποκεντρική της ανασυγκρότηση από μηδενική βάση. Για τον ελληνισμό, τη μετάλλαξή του ως προς την κλίμακα, σε συνδυασμό με την ανατροπή της κατάκτησης. Ο Ρήγας και οι συγκαιρικοί του Έλληνες είχαν πλήρη συνείδηση ότι η μετάβαση στη μεγάλη κλίμακα δεν ήταν ασύμβατη με το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο της μικρής κλίμακας. Εξού και διλήμματα όπως η εμμονή στη μικρή κλίμακα ή η κατάργησή της δεν υπεισέρχονταν στον προβληματισμό τους. Το ζήτημα εστιάσθηκε σταθερά στη σύνθεση που θα μεταστέγαζε τον ελληνισμό στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, χωρίς να απολέσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο της οικουμένης.

Ο ελληνισμός μέσα από την ανάκτηση της ιστορίας του καλείται να συνειδητοποιήσει περαιτέρω ότι οι ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις που έγιναν στο έδαφος του νεοελληνικού κράτους είχαν ως βάση την ευρωπαϊκή αγωνία της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, και όχι τις προτεραιότητες που υπαγόρευσε το δικό του ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο. Η ήττα του τελικά, η αποτυχία του ελληνισμού να ανασυγκροτηθεί ως οικουμενική κοσμοπολιτεία, έμελλε να έχει, από την άποψη αυτή, καταλυτικές επιπτώσεις για τον ίδιο αλλά και για την ανθρωποκεντρική φυσιογνωμία του νεότερου κόσμου.

Από κάθε άποψη, επομένως, το διακύβευμα που αναδύεται από το σύνολο ελληνικό κοσμοσυστημικό παράδειγμα, αυτοφυές τέκνο του οποίου υπήρξε ο Ρήγας, ξεπερνά σαφώς τα όρια της ελληνικής κοινωνίας, είναι πλανητικό.

--------------------------------------------------------------------------------

[1] Και γενικότερα της νεοτερικότητας, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της εποχής μας.

[2] Περισσότερα, ιδίως στο κεφάλαιο, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», του βιβλίου μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη, Η "Ελληνική δημοκρατία" του Ρήγα Βελεστινλή, Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Το κώμα, τα κόμματα και η ευθανασία

Xρήστος Γιανναράς

«Δεν έχουμε να κερδίσουμε πολλά από την ερώτηση: πόσα χιλιόμετρα μακριά από τη γη είναι το φεγγάρι ή ποια η συνταγή για να παρασκευάσουμε υδροχλωρικό οξύ. Γνωρίζουμε οριστικά τις απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και ο οριστικός χαρακτήρας αυτής της γνώσης φανερώνει πόσο ανούσια και τελικά πόσο ασήμαντη ήταν η αρχική μας ερώτηση. Αντίθετα, ό,τι αξίζει να ερωτηθεί είναι κυριολεκτικά ανεξάντλητο. Δεν υπάρχουν τελικές απαντήσεις, οριστικές, στο ερώτημα για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης ή για το νόημα μιας σονάτας του Μότσαρτ ή για τη σύγκρουση της ατομικής συνείδησης με τους κοινωνικούς εξαναγκασμούς. Ο,τι είναι άξιο να ερωτηθεί καταξιώνει το ερώτημα και αυτόν που το θέτει, αναδείχνει τη διαδικασία της ερώτησης και της απόκρισης σε συνεχώς ανανεούμενο διάλογο, σαν μουσική αντίστιξη. Ακόμη και αν δεν μπορεί να υπάρχει τέλος στο να ρωτάς για τα καίρια και μόνο το να θέτεις ερωτήματα δεν είναι άσκοπο. Αυτή η περιπλάνηση, λέει ο Χάιντεγγερ, το μακρύ ταξίδι προς ό,τι αξίζει να το ρωτάς, δεν είναι περιπέτεια είναι παλιννόστηση. Ο άνθρωπος έτσι επιστρέφει, με το κεφάλι ψηλά, οίκαδε στο αναπάντητο».

Το κείμενο είναι του George Steiner, απόσπασμα από το βιβλίο του «Χάιντεγγερ», που πρόσφατα εκδόθηκε και στα ελληνικά (από τις Εκδόσεις Πατάκη). Κατέφυγα σε αυτό, όταν διάβασα ένα θαυμάσιο κομμάτι του Αντώνη Καρκαγιάννη, στην «Καθημερινή» (11-2-2009) για την Ευθανασία. Εγραφε ο Καρκαγιάννης: «Για να δεχθεί κανείς την ευθανασία απαιτείται μια θεμελιώδης παραδοχή που δεν είναι εύκολη: ότι έρχεται από το Πουθενά και οδεύει προς το Τίποτα. Χωρίς αυτήν την παραδοχή η ζωή δεν του ανήκει, ανήκει σε άλλον. Εχει την ευθύνη να τη διαχειριστεί, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να ορίσει την αρχή και το τέλος της».

Προτού προχωρήσω στη συσχέτιση των δύο κειμένων, θα μου συχωρέσει ο αναγνώστης μια παρένθεση: Από τις τυραννίες που μας επιβάλλει ο εκφαυλισμός του πολιτικού συστήματος στη σημερινή Ελλάδα είναι η αναπόφευκτα συνεχής ενασχόλησή μας μαζί του. Δεν υπάρχει περιθώριο να καταπιαστούμε με τα ουσιώδη της ζωής (το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης ή το νόημα μιας σονάτας του Μότσαρτ) όταν οι πολιτικοί ληστεύουν το μεροκάματό μας, ασελγούν στο σχολειό των παιδιών μας, μας στερούν την ανθρώπινη μεταχείριση στην αρρώστια μας. Ξεχνάμε ή παρακάμπτουμε τα ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο, όταν μέρα νύχτα κατακλυζόμαστε από το ψέμα ή την κενολογία των αρχόντων μας και ξέρουμε ότι διαπομπεύουν την πατρίδα μας, προσβάλλουν ό,τι σημαίνει το όνομά της για τον πολιτισμό, ακυρώνουν κάθε ενδεχόμενο να αμυνθεί σε επιβουλές.

Στη χώρα όπου αρθρώθηκε για πρώτη φορά οντολογικός προβληματισμός (το ερώτημα για το «νόημα», δηλαδή την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών) τα άξια να τεθούν ερωτήματα είναι περίπου απαγορευμένα: Η ωμή ιδεολογική τρομοκρατία που ασκεί στα πανεπιστήμια, τριάντα χρόνια τώρα, το κόμμα του κ. Αλαβάνου, τα αποκλείει. Η στρατωνισμένη σκέψη, η μονοτροπία του Ιστορικού Υλισμού και η συνακόλουθη καταναλωτική αξιολόγηση της ζωής επιβάλλουν πια ως καθολικό κανόνα την εμπορευματοποίηση του πολιτικού λόγου, την καφρική «λαϊκότητα» της τηλεοπτικής μαστροπείας, τον συναγωνισμό των εφημερίδων για «light» πληροφόρηση (δηλαδή εξηλιθίωση) της μάζας.

Μοιάζει χαμένη στην ελλαδική κοινωνία η συναρπαστική «περιπλάνηση» που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο, το μακρύ ταξίδι προς ό,τι αξίζει να το ρωτάς. Δεν ξεχνώ την εικόνα: ήταν ένα «στρογγυλό τραπέζι» σε ιατρικό συνέδριο και θέμα του η «ευθανασία». Οι γιατροί μιλούσαν τη γλώσσα των νομικών και οι νομικοί πάλευαν για τη μοιρασιά οριοθετημένης ευθύνης. Ολοι ζητούσαν μετρημένες δικαιοδοσίες και δικαιώματα, ωσάν να επρόκειτο για την απόσταση της σελήνης από τη γη ή για τη συνταγή παραγωγής υδροχλωρικού οξέος. Ακόμα και ο παπάς στο πάνελ το «δικαίωμα» επέσειε σαν ακαταμάχητο επιχείρημα: «Δεν έχουμε δικαίωμα να διακόψουμε τη ζωή που μας έδωσε ο Θεός»!

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης μιλάει για προαπαιτούμενη θεμελιώδη παραδοχή, που μόνο αυτή θα δικαιολογούσε την ευθανασία: ότι ο άνθρωπος έρχεται από το Πουθενά και οδεύει προς το Τίποτα. Και πολύ σωστά τη χαρακτηρίζει «καθόλου εύκολη». Γιατί η παραδοχή του Πουθενά και του Τίποτα δεν είναι μόνο ένας αφόρητος δογματισμός, απριορισμός που αποκλείει κάθε ερώτημα. Είναι και αξιωματική παραδοχή απόλυτης αλογίας του υπαρκτού και της ύπαρξης, οριστική παραίτηση από την κριτική σκέψη, τη δημιουργική περιέργεια, την παλιννόστηση του ανθρώπου στην ανθρωπιά του, δηλαδή στα ανοιχτά ερωτήματα.

Σε εκείνο το «στρογγυλό τραπέζι» για την ευθανασία μού γεννήθηκε, θυμάμαι, παιγνιώδης η περιέργεια: Αν συμφωνούσαμε να αποκλείσουμε από τη συζήτηση τη λέξη «δικαίωμα», σε ποιαν άλλη θα μπορούσαμε να βρούμε ένα «πα στω», μέτρο ή κριτήριο για να αξιολογήσουμε ως επιλογή την ευθανασία; Και η δική μου όσφρηση με οδηγούσε στα όσα σημαίνονται με τη λέξη «σχέση». Είναι η μόνη που μπορεί να παραπέμπει σε «νόημα» της ύπαρξης και του υπαρκτού, χωρίς να εξαντλεί το «νόημα» στη νοητική του σύλληψη.

Γνωρίζουμε και πραγματώνουμε την ύπαρξη μόνο ως σχέση. Παίρνουμε οξυγόνο, παίρνουμε τροφή, νερό – υπάρχουμε όσο λειτουργεί αυτή η σχέση - πρόσληψη. Αυτό που είναι ο άνθρωπος, η απόλυτη ετερότητα, το μοναδικό, το ανόμοιο και ανεπανάληπτο του κάθε ανθρώπου, πραγματώνεται και γνωρίζεται μόνο μέσω των ενεργημάτων του που καλούν σε σχέση και συγκροτούν σχέση. Είναι η φωνή, το βλέμμα, το χαμόγελο, οι χειρονομίες, η χάρη της κίνησης, το ξεχωριστό της σκέψης, της κρίσης, της φαντασίας – ενεργήματα που επιτρέπουν την εμπειρική μετοχή στη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, συγκροτούν τη γνώση ως σχέση. Μαζί (ή κυρίως) τα ποιητικά ενεργήματα: οι κατασκευές του τεχνίτη, η μουσική του μουσουργού, η ζωγραφιά του ζωγράφου, το ποίημα του ποιητή.

Αλλος ο πόνος όταν κάποιος μάς κρατάει το χέρι και άλλος ο πόνος στη μοναξιά, στην εγκατάλειψη. Αλλη η γεύση του θανάτου, άλλη και η προσδοκία του θανάτου όταν μένει ανοιχτό το ερώτημα (ανοιχτό στην ελπίδα): αν η ύπαρξή μας είναι (όχι μόνο γνωρίζεται) ως σχέση, αν καταγωγική της αφετηρία είναι μια σχέση: κλήση «εκ του μη όντος εις το είναι» κλήση αγάπης, δηλαδή πρόκληση ελευθερίας. Αν μπορούμε να βιώνουμε την ύπαρξη ως εμπιστοσύνη.

Τα ανοιχτά ερωτήματα, ανοιχτά στην ελπίδα, είναι παλιννόστηση στην ανθρωπιά μας, στο «κυρίως ανθρώπινον»: Παλιννόστηση στη σχέση ως ερωτική ανταπόκριση, ως εμπιστοσύνη. Αν «απαντηθούν» τα ερωτήματα, υποκατασταθούν με βεβαιότητες, με πεποιθήσεις, τότε η δυναμική της ελπίδας, το άθλημα της εμπιστοσύνης, δίνουν τη θέση τους στην ιδεολογία, στον ψυχολογισμό, στην εγωκεντρική θωράκιση. Σήμερα ο παρακμιακός Ελληνισμός του ελλαδικού κρατιδίου μιλάει για «πίστη» και καταλαβαίνει «πεποιθήσεις», ακούει για «μεταφυσική» και λογαριάζει «ιδεολογία».

Δεν ξέρω τι μορφές μπορεί να πάρει μια συλλογική ευθανασία όταν ένας ολόκληρος λαός βρίσκεται σε επιθανάτιο κώμα τόσες δεκαετίες. Ισως τα σωληνάκια τα αποσυνδέσουν κάποια στιγμή και δώσουν τέλος στην υποτυπώδη ιστορική μας επιβίωση οι ορδές των κουκουλοφόρων του κ. Αλαβάνου.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 22-02-09

Διαβάστε περισσότερα......

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Να προχωρήσει σε βάθος ο εκχριστιανισμός του λαού μας

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός εξ αφορμής ειδωλολατρικής προελεύσεως εθίμων που αναβιώνουν και προβάλλονται ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Απόκρεω, σε άρθρο του με τίτλο «Θανατηφόρες συντηρήσεις και παλινδρομήσεις», που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Σύγχυση - Πρόκληση - Αφύπνιση» (Εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991, σσ. 112-117), αναφέρει και τα εξής σημαντικά, τα οποία μεταφέρουμε εδώ, διότι αποτελούν ουσιαστική απάντηση στη σύγχρονη πρόκληση του νεοπαγανισμού. Η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι η εις βάθος κατήχηση του λαού μας.

Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται τόσο στην επιβίωση ειδωλολατρικών εθίμων, κυρίως στης αγροτικές και ορεινές περιοχές, στις οποίες ο προχριστιανικός βίος παρουσιάσθηκε περισσότερο ανθεκτικός και δυσπολέμητος. Πιστεύουμε, ότι περισσότερο βαρύνει η καταβαλλόμενη από πολλούς σήμερα επιμελής προσπάθεια, ώστε αυτά τα έθιμα, που είναι τελείως αναιρετικά της χριστιανικής παραδόσεως, να ανανεώνονται, να προβάλλονται και να επαναφέρονται ακόμη και εκεί που έχουν εξαφανισθεί από πολλούς αιώνες. Είναι μια τάση, που εμφανίζεται με τον Διαφωτισμό στους τελευταίους αιώνες και κυρίως μετά την ίδρυση του Κράτους μας τον 19ο αιώνα. Οι έντονα αρχαιολατρικές τάσεις, με παράλληλη υποτίμηση, λόγω της αρχαιοπληξίας, που απαιτούσε η σύνδεσή μας με την Ευρώπη, της ορθοδόξου παραδόσεως, οδήγησαν, κυρίως τους διανοουμένους, στην ανάσταση του αρχαιοελληνικού βίου σε όλο το φάσμα του. Ιδιαίτερα η πρόκληση του Φαλλμεράϋερ, που έθιγε την συνέχεια του Έθνους μας, παρέσυρε σε υπερτονισμούς των λαϊκών εθίμων για να δειχθεί η άμεση καταγωγή μας από τους αρχαίους και, συνεπώς, και η εθνική γνησιότητα μας. Ακόμη, πρόσωπα με μειωμένη πίστη και χαλαρή η μηδενική σχέση με τη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος, και πάντοτε για χάρη της αναγνώρισης εκ μέρους της Ευρώπης, που δεν θέλει Ελλάδα ορθόδοξη, αλλά αρχαιοελληνική, φέρνουν στην επιφάνεια καθαρά ειδωλολατρικά έθιμα, που έχουν από αιώνων χαθεί στην ιστορική μας μνήμη. Μήπως, αλή­θεια, η τελετή του ανάμματος της Ολυμπιακής Φλόγας, με προσευχές σε ανύπαρκτες αρχαίες θεότητες, δεν αναβίωσε μόλις στα 1936 για την Ολυμπιάδα, που οργάνωσε στο Βερολίνο η ναζιστική μάλιστα Γερμανία και παραμένει ακόμη;

Σ' αυτό το κλίμα τελούνται και προβάλλονται και τα λεσβιακά έθιμα (Σημ. «Π»: δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, τα νεοπαγανιστικά δρώμενα στην Αγιάσο της Λέσβου). Και δεν είναι βέβαια μόνο η αρχαιολατρία που τα συν­τηρεί, αλλά και ο Μινώταυρος του τουρισμού, που καταβροχθίζει τα πάντα με το αντάλλαγμα του υλικού κέρδους. Και όταν τα οικονομικά κριτήρια υπερισχύουν, τότε η ψυχή και η πνευματικότητα είναι ευνόητο να συμπνίγονται. Και είναι γεγονός, ότι όσοι παίρνουν μέρος σε τέτοια έθιμα, με οποιοδήποτε τρόπο, δεν είναι άθρησκοι ή άθεοι. Είναι δε βέβαιο, ότι οι περισσότεροι από αυτούς, έστω «για το καλό του χρόνου», όπως συνήθως λέγεται, θα προσέλθουν στην Θεία Κοινωνία τη Μ. Πέμπτη. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς ποια σύγχυση κουβαλούμε μέσα μας, όταν για το ίδιο (ανύπαρκτο φυσικά) καλό, συμμετέχουμε στην Τράπεζα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και στις Διονυσιακές —δαιμονικές κατ' ουσίαν— συνάξεις. Είναι η τραγική σύγχυση, που κυριαρχεί σ' όλη τη ζωή μας και επηρεάζει τόσο τη χριστιανικότητά μας, ώστε να μη διαφέρει σε πολλές περιπτώσεις από ειδωλολατρία, κάτι που ένας ακατάσχετος συχνά εθνικισμός δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε. Γι' αυτό και νομίζουμε, ότι η διατήρηση αυτών των εθίμων εξασφαλίζει την ελληνικότητα μας, λησμονώντας ότι ελληνικότητα είναι τώρα η Ορθοδοξία μας. Υπάρχει λοιπόν, ευρύ πεδίο ιεραποστολής, ακόμη και στον ίδιο μας τον τόπο, και ανάγκη εκχριστιανισμού ενός μέρους της ζωής μας, που συντηρεί ακόμη ή επαναφέρει δαιμονικά στοιχεία του ειδωλολατρικού της παρελθόντος.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Παρακαταθήκη - αρ.34/Ιαν-Φεβ 04

Διαβάστε περισσότερα......

Ορθόδοξος Πίστις και φυσικαί επιστήμαι

π. Γεώργιος Μεταλληνός

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση —και σύγκρουση— πίστεως (η Θε­ολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα, διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμάτωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντι­κείμενο.

Η Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλιστα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρησιμοποιεί επιστημονική μέθο­δο. Στην ορθόδοξη παράδοση δια­κρίνονται δυο γνώσεις ή σοφίες (Απόστολος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Πα­λαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ). Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (=Θεός) και η γνώση του κτι­στού (=ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώση του Θεού (θε­ογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και απο­κτάται με την επιστημονική έρευ­να. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη —κάθαρση της καρ­διάς (Ψαλμ. 50,12 -Ματθ. 5,8). Θε­ολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιολογία και γνώση του κτι­στού. Η γνώση στην επιστήμη της Πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δυο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργάζονται με διαφο­ρετικά όργανα και γι' αυτό τα μετα­ξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όρ­γανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λει­τουργία (=ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πεί­ραμα, βασικές παράμετροι της επι­στημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεο­γνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός - της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επανάλη­ψης αυτής της εμπειρίας, που εί­ναι κοινή σ' όλους τους επιστήμο­νες της πίστεως, δηλ. τους Αγί­ους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμονες το τηλε­σκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστήμονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνεται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος περί του Θεού, μ' αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μετα­φυσική, στοχαστική δηλ. θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώ­κουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θεού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγ­κρουση Ορθοδοξίας και Επιστή­μης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχα­νισμών λειτουργίας των όντων. Έργο όμως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δημιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχο­λούνται με το πως· η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των Αγίων Πατέρων (των επιστη­μόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έχουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επι­στημών. Θεολογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος-ο Άγι­ος, γνωρίζει τους λόγους των όν­των, την αιτία της ύπαρξης τους και την εξάρτηση τους από τον Θεό. Η διερεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουρ­γίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστήμες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέ­σει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατότη­τα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυνατή, διότι η μέθοδος σω­τηρίας - θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες , Από­στολοι και όλοι οι Άγιοι) όταν κα­τέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδήγηση των πνευμα­τικών τους τέκνων προς την σωτη­ρία και η προστασία τους από γνώση, που είναι δυνατόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περί­πτωση αυτή δεν είναι a priori πολε­μική και απορριπτική, αλλά απλώς ποιμαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επιστήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπλη­ρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολο­γίας είναι διαφορετική, όπως απο­δεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής - επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγη­τής της ερήμου» ονομάζεται ορ­θόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παρά­δοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμπιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξι­οπιστία των ειδικών του χώρου τους. Σ' αυτή την συνάφεια φαίνε­ται και η ορθόδοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επι­στημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουρ­γεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη εί­ναι τόσο δογματική, όσο και η επι­στήμη. Δόγματα της επιστήμης: με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματα της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Marc Bloch, και η επιστημονική έρευνα είναι «προ­κατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολο­γία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προκατάλήψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επιστημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σερ. 38, 6) ομολογείται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα, την δυ­νατότητα να είναι κάποιος κάτο­χος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, Αγία Αικατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λαβούσα παιδιόθεν, η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλως πάσαν μεμάθηκε». Αντίθε­τα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη ή ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμοποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια - λογική, και έτσι αναπό­τρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέσεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα σημείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορί­σματα της επιστήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυτά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρησκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επι­στημονικά. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την απο­δοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημο­νικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδοξία, όταν είναι Ορ­θοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνη­τική στάση των ορθοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήμα­τος, τον 18ον αι., δεν ήταν απόρ­ροια πατερικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελί­ξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρου­ση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιο­λογική, όταν τα πορίσματα της επι­στήμης κρίνονται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορίσματα των φυ­σικών επιστημών, δηλαδή με κρι­τήρια άλλου χώρου. Στην περίπτω­ση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί, (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επι­στήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυ­τό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ωρίμανση της Φυ­σικής και γενικά των θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτε­λικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία επέμενε σ' αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματισμού και συ­νεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγιναν τραγικά λά­θη και από τις δυο πλευρές, που οδήγησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνωση. Η Δυ­τική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γρα­φής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περί­πτωση του Γαλιλαίου, εξ άλλου, και από τις δυο πλευρές, η σύγκρουση εθεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20ον αιώνα ο πάστορας Lemaitre και η «περί Με­γάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κλη­ρικού. Συχνά, εξ άλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησιαστικών ήλθε συχνά αντιμέτω­πος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θε­μελίωση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγου­στίνο (“credo,ut intelligam”) και κο­ρυφώνεται με τον Καρτέσιο ("cogito, ergo sum"). Η προτεραιότητα δί­νεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμε­νο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία κα­ταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μόνο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάϊμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την αναγνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έ­τσι προσφέρεται για έρευνα. Αρ­γότερα όμως το «παιδί» επαναστά­τησε κατά της μητέρας και οι δρό­μοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παράδοση της Ανατολής, στην οποία όχι μό­νο συμπορεύθηκαν επιστήμη και Θεολογία, αλλά και η Θεολογία α­ποδείχθηκε ενισχυτική στην αλη­θινή πρόοδο της Επιστήμης. Αρ­κούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29,3-208) και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Πε­ρί κατασκευής ανθρώπου, ΡG, 44,124-256).

Ο Μέγας Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δημιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρ­χήν αυτήν δούς και τις ο ποιητής». Αλλά σ' αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ό Άγιος Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή (κί­νηση), οιονεί σπερματικής τινός δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβληθείσης, ενεργεία δε τα καθ' έκαστον ούπω ήν». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτισθεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεω­ρίας.

Ο Μέγας Βασίλειος (ΡG 29.36Β) δέχεται μία εξελικτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώτη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αύτη παρά του δημι­ουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους(=κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι κατά τον Άγιο Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β)— «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλή­βδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξ άλλου, κατά τον Μέγα Βασίλειο (ΡG 29,1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, ανα­πτυσσόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγ­ματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις άν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Άγιος Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελικτική πορεία στην φύση: «Καθάπερ διά βαθμών η φύσις, των της ζωής λέγω ιδιωμά­των, από των μικροτέρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μέγας Βασίλειος δεν περιμέ­νει από τη Γραφή όλες τις απαντή­σεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονική έρευνα: «...πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνηση) εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)...» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστη­μονική - σχολική - κατάρτιση α­σχολήθηκαν με τα φυσικά προβλή­ματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Μάλι­στα, δεν έχουν αντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερμηνεία όμως της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμηνευ­τών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής Θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η Θε­ολογία αναμένει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κα­τανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγματα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βο­ήθησε στην προσέγγιση της Φυ­σικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της (=αδυναμία ακρι­βούς προσδιορισμού). Ένας αμε­ρικανός αστρονόμος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιάζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλή­ματα μεταξύ Θεολογίας και Επι­στήμης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτι­ση προβληματισμών και όχι αναγ­καστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγκρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού όμως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεο­λογία δεν αντικρούει την επιστη­μονική θέση, για την ηλικία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολογία, με προϋπό­θεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συ­νεργασίας Θεολογίας και φυσικών επιστημών, ως προς τον εκσυγ­χρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορι­σθεί στην εποχή μας, έκτος εάν παραμένουν οι εκατέρωθεν προ­καταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ερευ­νά τους. Άλλωστε πίστη και επι­στήμη δέχονται παγκοσμίους νό­μους, και οι δυο δε ζητούν την αλήθεια, την φυσική ή την υπερ­φυσική. Ό Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ.266) δέχεται την πίστη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξ άλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επιστη­μονικά, συναρτώνται και με τα διά­φορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπαράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υποκειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδραση του κοινωνικού περιβάλ­λοντος. Υπάρχει Vorverstandnis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδική­σει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

Η συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι αποτελεσματικό­τερη, όταν ο Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθε­ρους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ.Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αι­φνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανα­τολής, όταν Πρύτανης -Καθηγητής της Φυσικής αναζητούσε ερεί­σματα της επιστήμης του στο Κο­ράνιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη μετριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες με­ταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχα­νική διαψεύδει την αιτιότητα, αλ­λά ο Einstein διεφώνησε («O Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλη­μα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου (πρόσφατα απαγορεύ­θηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιεράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτα­νης είπε: Δεν λογοκρίνουμε τον Παπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ' αυτό το Ίδρυμα...).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα, το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όρια της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θεού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστή­μη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχόμενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργανα για να Τον συλλάβει. Γι' αυτό δεν μπο­ρεί να κατηγορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλ' ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτήρια.

Για την δημιουργική όμως σύγ­κλιση και συνεργασία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσ­σα. Κατά τον Σεβασμιώτατο Μη­τροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακα­δημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους επιστήμονες και για τους Θεολό­γους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τί συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ' αυτή την κοινή γλώσ­σα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θε­ωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προ­σφέρει ασφαλέστερη oδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και o γνωστός φόν Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πί­στη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημι­ουργό, η επιστήμη με την δημιουρ­γία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκπληξη (στο «Κ» της Καθημε­ρινής της Κυριακής 3.2.08) σε συ­νέντευξη της μεγάλης ελληνίδας ανθρωπολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν απαντήσεις σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη άπαντα στο πως και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όρια της, β) δέχεται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποι­ώντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρί­ζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεολογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2,27), ή ότι ο άνθρωπος εί­ναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος», (=Έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και επιστήμης μπορεί να υπάρξει κυ­ρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολό­γοι, όπως ο Οικουμενικός μας Πα­τριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περ­γάμου Ιωάννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύ­ουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουργίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μη οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστήμη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκατέρωθεν έρευνας, που διεξά­γεται με αυτοσεβασμό και ταπεί­νωση, διότι ο κόσμος μας χρειάζε­ται τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ' όσον «ουκ έπ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος» (Ματθ. 4,4).

Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 13-02-09

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Μηχανισμοί μαλακής ισχύος

Παναγιώτης Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Οι σκληροτράχηλοι μηχανισμοί των διεθνοφασιστών είναι αναπόσπαστο μέρος των θεσμών στρατηγικής των ηγεμονικών δυνάμεων. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί που στα ξεπεσμένα και ηττημένα κράτη παίζουν αυτό το βρώμικο ρόλο. Πολλοί τον παίζουν ασυνείδητα και στο όνομα της ... ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας.

Centre for Applied NonViolent Action and Strategies - CANVAS

Αναδημοσίευση από το www.ifestosedu.gr - Ημερομηνία δημοσίευσης: 17-02-09

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Η αυτοπαγίδευση της φαυλοκρατίας

Tου Xρήστου Γιανναρά

Βαγγέλης Κοροβίνης - Η νεοελληνική φαυλοκρατία

Θέλω να συστήσω στους αναγνώστες της επιφυλλίδας ένα βιβλίο. Που αν είχα τα χρήματα θα το χάριζα σε κάθε μαθητή της Τρίτης Λυκείου σε όλη τη χώρα. Ενα ευσύνοπτο, συναρπαστικό εγχειρίδιο Πολιτικής Αγωγής. Καίρια επιτομή της πολιτικής ιστορίας του ελλαδικού κρατιδίου, από την ίδρυσή του ώς σήμερα. Σοφή ανατομία των αιτίων της νεοελληνικής παρακμής, της αποσύνθεσης του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου.

Τίτλος του βιβλίου: «Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία». Συγγραφέας, ο Ευάγγελος Κοροβίνης. Εκδότης, ο «Αρμός». Προλογίζει και επιλέγει ο Θεόδωρος Ζιάκας.

Τι ορίζει ως «φαυλοκρατία» το βιβλίο; Την αλλοτρίωση της πολιτικής λειτουργίας σε κατοχή και νομή του κράτους από ανταγωνιζόμενες φατρίες επαγγελματιών της εξουσίας. Κάθε φατρία διεκδικεί το μονοπώλιο των προνομίων και «λουφέδων» που εξασφαλίζει η διαχείριση των κοινών. Η διαχείριση είναι πάρεργο, κυρίως άσκηση πολιτικής είναι να διαγουμίζει η κυβερνώσα φατρία τον κρατικό κορβανά, την κοινωνική περιουσία.

Πώς και γιατί εμφανίζεται η φαυλοκρατία στο ελλαδικό κράτος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του; Εμφανίζεται διότι ο θεσμός του νεωτερικού εθνικού κράτους ήταν κάτι ξένο, άγνωστο για την ελληνική εμπειρία: Δεν προέκυψε από τις ανάγκες των Ελλήνων, δεν συνδεόταν με τους ιστορικούς εθισμούς τους. Ηταν δάνειο σχήμα, «κάλπικο δάνειον».

Οι Ελληνες έβγαιναν από μακραίωνη, τελείως διαφορετική πολιτική εμπειρία και παράδοση: αυτήν της αυτοκρατορίας. Μια κεντρική εξουσία να δεσπόζει σε πληθυσμούς πολυεθνικούς και πολυφυλετικούς. Από την εποχή της Παλαιάς Ρώμης ώς και τους Οθωμανούς, η αυτοκρατορία συνέχιζε να αποτελεί διεθνική «Τάξη Πραγμάτων» (Ordo rerum) που ανεχόταν την κοινοτική αυτο-οργάνωση και αυτοδιαχείριση των Ελλήνων, την ιστορική συνέχεια του ελληνικού τρόπου της «πόλεως» και της «πολιτικής».

Στο πλαίσιο των σχέσεων της οθωμανικής εξουσίας, με τις κοινότητες των ραγιάδων διαμορφώθηκε, παράλληλα με την κοινωνική αυτο-οργάνωση, και η «πατρωνία»: μια αμυντική τακτική προστασίας των υποτελών από την αυθαιρεσία των κυριάρχων. Κάποιοι αναλάμβαναν τον ρόλο του μεσάζοντα, μεσολαβούσαν προσφέροντας εκδουλεύσεις μεσιτείας προς τις οθωμανικές αρχές, για να αποσπάσουν ευνοϊκή ή και χαριστική μεταχείριση, να μετριάσουν την τυραννική ασυδοσία των εξουσιαστών.

Εξω από την κοινότητα (που παρέμενε απήχημα της «πόλεως» και του «κράτους του δήμου») την εξουσία τη γνώριζαν οι Ελληνες, με εθισμούς αιώνων, μόνον σαν ξένο επικυρίαρχο, τη σχέση του λαού με τον επικυρίαρχο μόνο σαν τακτική «πατρωνίας». Τέτοιο είδος εξωκοινοτικής επικυριαρχίας ήταν για την ελληνική εμπειρία και το κράτος που έστησαν για τους Ελληνες οι Βαυαροί, τα θεσμικά όργανα αυτού του κράτους (Βουλή, κυβέρνηση, δημοσιοϋπαλληλία). «Εφυγεν ο Τούρκος και ήρθεν ο δημόσιος υπάλληλος».

Δεν επρόκειτο απλώς για την εικόνα που πρόβαλλε ο λαός στην κρατική εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και για τον τρόπο που η κρατική εξουσία καταλάβαινε και ασκούσε τον ρόλο της. Βουλή, κυβέρνηση και δημοσιοϋπαλληλία λειτουργούσαν ως θεσμοί άσχετοι με τη βούληση και τις ανάγκες της ευρύτερης κοινότητας - κοινωνίας των Ελλήνων, ανεξέλεγκτοι από το λαϊκό σώμα. Ετσι, το καινούργιο σχήμα του «εθνικού κράτους» ταυτιζόταν στις συνειδήσεις περισσότερο με την εξουσία του τούρκου αγά και καθόλου με τους εθισμούς του Ελληνα από την αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα.

Ο λαός, που με την ψήφο του απλώς «μετήλλασεν τυράννους» (Παπαδιαμάντης), κατέφευγε ταυτόχρονα στους δοκιμασμένους μηχανισμούς της «πατρωνίας» για να μπορεί να μετέχει ισχνά στην καταλήστευση του δημόσιου κορβανά από την εκάστοτε κυβερνώσα φατρία. Το κράτος στην Ελλάδα αναδείχθηκε ο κυριότερος εργοδότης της χώρας και «μήλον της έριδος», μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων κομματικών πατρώνων.

Το βιβλίο δείχνει πειστικά πως η αυτονόητη και κυρίαρχη φαυλοκρατία αποδυναμώνει, ταπεινώνει και εξευτελίζει το ελλαδικό κράτος σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, ώς σήμερα. Υπήρχαν και υπάρχουν πάντοτε οι εξαιρέσεις, οι αντιδράσεις, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του κράτους – «οι φαύλοι και οι εκσυγχρονιστές συνυπάρχουν πάντοτε σε κάθε κόμμα». Οι σοβαρότερες απόπειρες εκσυγχρονισμού, κατά το βιβλίο, έγιναν στην πρώτη πρωθυπουργία Τρικούπη (1882 - 1885), στην πρώτη διετία της πρωθυπουργίας Βενιζέλου (1910 - 1912), από το 1952 - 1958 με τον Παπάγο και τον Καραμανλή, όπως και με κάποια προσπάθεια από το 1996 - 2000, με την κυβέρνηση Σημίτη. Αφήνοντας πάντοτε άθικτο τον «πυρήνα του συστήματος διαφθοράς».

Οι κατά καιρούς εκσυγχρονιστές επιχειρούσαν να «βελτιώσουν» τη μεταπρατική λειτουργία του δάνειου κρατικού σχήματος, αλλά δεν διανοήθηκαν ποτέ τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έβαζαν τέλος στον μιμητικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και θα το προσάρμοζαν στις ιδιαίτερες ανάγκες, στην ιδιοσυγκρασία και στους ιστορικούς εθισμούς του Ελληνα. Και επειδή παρέκαμπταν πάντοτε αυτόν τον εκ καταγωγής του κράτους θεμελιώδη παράγοντα της κακοδαιμονίας και της καθυστέρησης, άφηναν άθικτες και τις πιο τυπικές τους συνέπειες: την πατρωνία, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαπλοκή, τη διαφθορά.

Το βιβλίο καταδείχνει τεκμηριωμένα ότι η φαυλοκρατία στην Ελλάδα έφτασε στο απόγειο, στην ολοκλήρωση και κορύφωσή της, με το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Θα πρόσθετα: και με τις Νεοδημοκρατικές του απομιμήσεις του 1990 - 1993 και 2004 - 2009. Αλλά αυτή η κορύφωση μοιάζει να οδήγησε σε μιαν αυτονόμηση των μηχανισμών της φαυλότητας ανεξέλεγκτη πια από την κομματική πατρωνία: Η καταγραφόμενη ως «κρίση του δικομματισμού» είναι η κατάσταση ομηρείας στην οποία έχουν περιέλθει οι επαγγελματίες της εξουσίας. Το διαγούμισμα του κράτους οδήγησε σε έναν ξέφρενο δανεισμό που έχει καταλήξει σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του και αδυναμία των φαυλοκρατών να εξαγοράζουν ψήφους με ληστεία του κρατικού κορβανά. Οι παροχές της Ε.Ε., που υποκατέστησαν ως αντικείμενο καταλήστευσης το κοινωνικό χρήμα, μοιάζει να τελειώνουν. Και για το ξεπούλημα κοινωνικής περιουσίας το ανυπόληπτο κράτος δεν βρίσκει πια αγοραστές (βλ. περίπτωση «Ολυμπιακής») ή βρίσκει μπροστά του τον εισαγγελέα (βλ. τη συμπαιγνία της εξουσίας με τους βατοπεδινούς αερονύχηδες). Ταυτόχρονα, οι κυβερνώντες είναι όμηροι και της συνδικαλισμένης αδηφαγίας των χορτασμένων, που απαιτούν συνεχώς περισσότερες επιδοτήσεις, συνεχώς αυξανόμενες παροχές.

Μακάρι να διαβαστεί το πολύτιμο βιβλίο, να κριθεί, να συζητηθεί.

Αναδημοσίευση από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Προς νέου τύπου New Deal;

Του Χρύσανθου Λαζαρίδη

Όταν ξέσπασε η Μεγάλη Κρίση του 1929, οι αρχές των ΗΠΑ έκαναν όλα τα πιθανά (και απίθανα) σφάλματα: Ανέβασαν τα επιτόκια (αντί να τα μειώσουν), μηδένισαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα (αντί να τα αυξήσουν, για να ενισχύσουν την ενεργό ζήτηση), επέβαλλαν περιορισμούς εισαγωγών, προκαλώντας «αντίποινα» σʼ όλο τον υπόλοιπο κόσμο, με αποτέλεσμα να γενικευτεί ένας εμπορικός πόλεμος που μείωσε το διεθνές εμπόριο και τη διεθνή παραγωγή…

Όταν στις αρχές του 1933 ανέλαβε νέος Πρόεδρος ο Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ (FDR), αντέστρεψε την προηγούμενη πολιτική: Αύξησε τις δημόσιες δαπάνες, μείωσε τις φορολογικές επιβαρύνσεις (άρα εκτίναξε τα δημόσια ελλείμματα), άνοιξε τις κάνουλες της προσφοράς χρήματος και περιόρισε τη «δεσπόζουσα θέση» των Τραπεζών. Είναι η πολιτική που έμεινε στην Ιστορία ως New Deal (νέα μοιρασιά)…

Το New Deal του FDR υπήρξε η πρώτη συστηματική εφαρμογή των ιδεών ενός μεγάλου Βρετανού Οικονομολόγου, του John Maynard Keynes. Η Κεϋνσιανή πολιτική γνώρισε μεγάλη άνοδο διεθνώς ως το 1979. Αλλά η επιρροή της περιορίστηκε διεθνώς, τις τελευταίες δεκαετίες, επειδή οι Κεϋνσιανές συνταγές θεωρήθηκαν υπεύθυνες για τον στασιμοπληθωρισμό που ταλαιπώρησε την παγκόσμια οικονομία τη δεκαετία του ʼ70.

Μετά την πρόσφατη κρίση των subrimes και των «τοξικών ομολόγων» (Σεπτέμβρης 2008), επέστρεψαν οι Κευνσιανές ιδέες της «ενεργού ζήτησης». Μόνο που σήμερα υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά σε σύγκριση με το 1929: Τότε τα κράτη είχαν μικρό ή ανύπαρκτο χρέος, συνεπώς είχαν περιθώρια για μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα. Σήμερα οι περισσότερες οικονομίες είναι ήδη βαριά χρεωμένες. Συνεπώς επιστροφή στις «συνταγές» του 1932 είναι ανέφικτη.

Έτσι, μεγάλα ελλείμματα δεν μπορούμε να έχουμε. Πολύ χαμηλότερα επιτόκια δεν μπορούμε να έχουμε (έχουν ήδη πέσει πολύ - στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία βρίσκονται κοντά στο μηδέν). Άρα το μόνο που μένει είναι το τρίτο σκέλος της Κεϋνσιανής συνταγής: Δημόσιος έλεγχος και αυστηρή ρύθμιση στο τραπεζικό σύστημα.

Η σύγχρονη εκδοχή του Κεϋνσιανισμού – το νέο τύπου New Deal – δεν αφορά μόνο, ή κυρίως, δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά δημόσιο έλεγχο και αυστηρή ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ώστε να αναδιανεμηθούν κέρδη και ευκαιρίες, όχι από τους επιχειρηματίες στις λαϊκές τάξεις μέσω του προϋπολογισμού, αλλά από τις Τράπεζες στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας, μέσω του κρατικού ελέγχου των Τραπεζών. Ώστε να περιοριστεί η «δεσπόζουσα θέση τους» (και τα υπερκέρδη τους – τα οποία μέχρι στιγμής κάνουν ότι μπορούν να διασώσουν, σε συνθήκες ύφεσης!)

Έτσι θα μπορέσει να υπάρξει ξανά αναδιανομή εισοδήματος και ευκαιριών, χωρίς να επιβαρύνει τους ήδη ανελαστικούς (λόγω υψηλών χρεών) δημόσιους προϋπολογισμούς.

Αναδημοσίευση από το δίκτυο 21

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Το μάθημα των Θρησκευτικών: Η ουσία και η εθνική σημασία του

Του Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ομότιμου Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών

(Εισήγηση στην Δ΄ Επιμορφωτική Ημερίδα των Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας, Λευκάδα, 7/2/2009)

-Α-

Οι υποστηρίζοντες την απαλλαγή των μαθητών από το Μάθημα των Θρησκευτικών ισχυρίζονται, ότι, όπως διδάσκεται σήμερα δεν προσφέρει γνώσεις, αλλά «θρησκευτική κατήχηση βιωματικού χαρακτήρα» και είναι συνεπώς, «καθαρά ομολογιακό» και μάλιστα «μονοφωνικό». Υποστηρίζουν δε, συγκεκριμένα[1], ότι ικανοποιεί εν πρώτοις την στοχοθεσία της Εκκλησίας, «η οποία μέσω ενός κρατικού μηχανισμού μεταδίδει τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, αναζητώντας ακροατήριο» και «κατά δεύτερον ικανοποιεί το κράτος, το οποίο χρησιμοποιεί την θρησκεία ... για τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της ηθικοποίησης των πολιτών του και -τέλος- ή μήπως πρωτίστως; ικανοποιεί επαγγελματικά μια κοινωνική ομάδα, η οποία προασπίζεται τα συλλογικά της συμφέροντα έναντι του συλλογικού αγαθού. Ποια είναι η λύση;» ερωτά. Και απαντά: «Κατάργηση τώρα». Επί πλέον, ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος θεωρείται επικίνδυνος, «δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών και των Εκκλησιών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία». Πρόκειται για συνθηματολογία, φυσικά, προσδιοριζόμενη από το πνεύμα και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής. Η απάντηση όμως είναι, ότι η θρησκεία δεν οδηγεί στην τρομοκρατία, αλλά η πολιτικοποίηση και χρήση της από τις πολιτικές δυνάμεις. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο στο Ισλάμ, με την «ρέμπελη» τρομοκρατία του, αλλά και στις ΗΠΑ, με την αναφορά σε «Ιερό πόλεμο», που συνιστά την «νόμιμη» τρομοκρατία της Νέας Τάξης.

Άλλοι, φαινομενικά μετριοπαθέστεροι (καθηγ. Γ. Σωτηρέλλης) προτείνουν «θεολογικά ουδέτερη ενημέρωση των μαθητών για τις διάφορες πλευρές του θρησκευτικού φαινομένου, με ιδιαίτερη εξειδίκευση πάντως στην διδασκαλία των αρχών του χριστιανισμού και της ορθοδοξίας»[2]. Είναι η βασική εισήγηση για την θρησκειολογική μετατροπή του Μ.τ.Θ. Εν τούτοις: Το περιεχόμενο του μαθήματος μας και η στοχοθεσία του προσδιορίζονται σαφώς από την κειμένη νομοθεσία (Ν. 1566/1985) που είναι απόρροια του 16ου άρθρου του ισχύοντος Συντάγματός μας (άρθρο 3 και 16,2). Είναι, βέβαια, γεγονός, ότι το Μ.τ.Θ. ανήκει στον εκπαιδευτικό προγραμματισμό του Κράτους και των επιδιώξεων του και όχι στο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας μας. Ποιο όμως είναι το πνεύμα της Πολιτείας; Ο σκοπός του μαθήματος ορίζεται το 1985, (Ν. 1566. Απόφ. 3338/95 και 2176/1998 του Σ.τ.Ε.), ότι είναι: «Η φανέρωση των αληθειών του Χριστού για τον Θεό, για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, η μ ύ η σ η (αυτό σημαίνει βιωματική συμμετοχή) των μαθητών στις σωτήριες αλήθειες του Χριστιανισμού με την ορθόδοξη πίστη και ζωή... Η βίωση των αληθειών της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως στις συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής του μαθητή, για να βελτιώνεται συνεχώς «εν σοφία, ηλικία και χάριτι» (Λουκ. 2,52), για να καταντήσει «εις άνθρωπον τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Εφεσ. 4,13)». Αυτά, το υπογραμμίζω, ισχύουν φυσικά για τους Ορθοδόξους μαθητές, για τους οποίους -και κατά το Υπουργείο- το μάθημα είναι «υποχρεωτικό».

Ωστόσο, η αναφορά στο παύλειο χωρίο της Προς Εφεσίους βεβαιώνει ότι το μάθημα εντάχθηκε, έμμεσα μεν, αλλά δραστικά, και από την Πολιτεία, στο κλίμα της ποιμαντικής προοπτικής της εκκλησιαστικής κατήχησης, και το αναγνωρίζει tacite ως προέκταση του κατηχητικού έργου της Εκκλησίας στον χώρο της εκπαίδευσης, με τις προϋποθέσεις και δυνατότητες του σχολείου.

Αλλά και το 2003 έγινε, η ισχύουσα μέχρι σήμερα, αναδιατύπωση του «σκοπού» του Μ.τ.Θ., καθοριζόμενη -και πάλι- από την Πολιτεία (ΦΕΚ 303/13.3.2003). Διαβάζουμε λοιπόν: «Η διδασκαλία του «Μ.τ.Θ.» συμβάλλει: «Στην απόκτηση γνώσεων γύρω από την χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση. Στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης. Στην προβολή της ορθόδοξης πνευματικότητας ως ατομικού και συλλογικού βιώματος. Στην κατανόηση της χριστιανικής πίστης, ως μέσου νοηματοδότησης του κόσμου και της ζωής. Στην παροχή ευκαιριών στους μαθητές για θρησκευτικό προβληματισμό και στοχασμό. Στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών, στάσεων. Στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Στην κατανόηση της Θρησκείας ως παράγοντα που συντελεί στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της πνευματικής ζωής. Στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας. Στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των μεγάλων συγχρόνων διλημμάτων. Στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης. Στην αξιολόγηση του Χριστιανισμού ως παράγοντα βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων». Αυτά, συνεπώς, προσδοκά η Πολιτεία μας από το «Μ.τ.Θ.», που το θεωρεί έτσι, προέκταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, που παρέχεται στην οικογένεια και την Εκκλησία, με το να δέχεται, ότι «η παροχή της στο σχολικό περιβάλλον λειτουργεί συμπληρωματικά και συντελεί στην ολοκληρωμένη μόρφωση τους»[3].

Σημασία, λοιπόν, έχει ότι η Πολιτεία αποδέχεται tacite και συνιστά τον «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος μας, ακόμη δε και ο Συνήγορος του Πολίτη, (Διαμεσολάβηση αρ. 2141/2005 περί της Εξομολογήσεως στα Σχολεία), που παραδέχεται ότι βάσει του Συντάγματος «δεν υπάρχει λόγος να είναι θρησκειολογικό, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι ομολογιακό, αρκεί να αφήνει περιθώριο για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών». Αυτό όμως σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο της προσφοράς του. Και αυτός οφείλει να είναι: η αντικειμενική και με τα μέσα της επιστημονικής μεθόδου ιστορική και ερμηνευτική προσέγγιση της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης, που αφορά στην πλειονοψηφία του ελληνικού λαού, κατά τρόπο θετικό και πληροφοριακό και όχι αντιρρητικό και πολεμικό με σεβασμό στην ετερότητα και πατερική, δηλ. αγαπητική, αντιμετώπιση της.

Η εκκλησιαστική, λοιπόν, «κατήχηση» ως προσφορά της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης για την εμπέδωση των Ορθοδόξων μαθητών σ’ αυτήν, προϋποτίθεται και στην Εκπαίδευση. Αυτό όμως οφείλει να γίνεται με την αντικειμενικότητα και κριτική μέθοδο της επιστήμης, ως προέκταση όχι της ενοριακής κατήχησης, αλλά της καλλιεργούμενης στα Πανεπιστήμια θεολογικής επιστήμης. Αυτό ισχύει σ’ όλο τον ορθόδοξο και τον ευρύτερα χριστιανικό κόσμο. Τα πορίσματα της αδέσμευτης ακαδημαϊκής έρευνας μεταφέρονται και προσφέρονται, έτσι, στον χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την ελευθερία και νηφαλιότητα του επιστημονικού λόγου.

Το Μάθημα μας, συνεπώς, προσφέρει την ιστορική πορεία και παρουσία του Χριστιανισμού, και ειδικά της Ορθοδοξίας, την λατρεία, την τέχνη και την ζωή της, μέσα σε μιαν οικουμενική προοπτική, στο πνεύμα δηλαδή της αρχαίας Ενωμένης Ευρώπης ως τον 11° αιώνα. Η προοπτική είναι οικουμενική, επαναλαμβάνω, αλλ' όχι οικουμενιστική, στο πνεύμα δηλαδή της Νέας Εποχής και της Πανθρησκείας της. Τι σημαίνει οικουμενική; Αναγκαστικά το Μάθημα θα παρουσιάσει, με την μεγαλύτερη δυνατή αμεροληψία, το οδυνηρό σχίσμα και την διαφοροποίηση του δυτικού Χριστιανισμού από την μία και αδιαίρετη χριστιανική αρχαιότητα, τον Παπισμό, και ό,τι αυτό σημαίνει, ως και την προτεσταντική πολυδιάσπαση, χωρίς να λείπει, φυσικά και η αυτοκριτική για υπερβάσεις ή παραλείψεις εκπροσώπων της Ανατολής [4]. Η υποστηριζόμενη και από Ορθοδόξους εμμονή στα ενούντα (αυτό συμβαίνει και στον οικουμενικό διάλογο) είναι παραπλανητική, διότι παραθεωρεί την θλιβερή τραγικότητα του σχίσματος, η άρση και θεραπεία του οποίου είναι δυνατή, όταν συνειδητοποιηθούν τα χωρίζοντα που, εξελικτικά, επέφεραν την αλλοτρίωση μεγάλου μέρους της Χριστιανοσύνης. Η μέθοδος αυτή είναι η κρατούσα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η εφαρμογή της μεθόδου της αποσιώπησης της διαφοράς, όπως ενσαρκώθηκε στο διαβόητο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, όχι μόνο είναι αντιεπιστημονική, αλλά και παραπειστική, εισάγοντας κλίμα εξωπραγματικής μυθοπλασίας και οικοδομώντας γνώση αναληθή και γι' αυτό επικίνδυνη.

Εξ άλλου αναφερόμενο το Μάθημα στα θρησκεύματα ( θρησκείες, όπως άστοχα λέμε), δεν είναι δυνατόν να μη διαφοροποιήσει την χριστιανική αυθεντικότητα (πατερική Ορθοδοξία) από την θρησκεία. Βέβαια, πάντα κρίσιμος παραμένει ο τρόπος της διδασκαλίας, που είναι ανεπίτρεπτο να εκτρέπεται σε «θρησκευτικό ρητορισμό» θριαμβολογίας και αυτοδικαίωσης. Προσφέρουμε, άλλωστε, την πίστη και παράδοση των Αγίων και όχι τις δικές μας αλλοτριωμένες συχνά πεποιθήσεις και απόψεις ως «ορθόδοξη» ιδεολογία.

Στο σημείο αυτό είναι δίκαιο το ερώτημα των συναδέλφων της Πάτρας: «Αν το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι μάθημα κατήχησης, αλλά μάθημα με σαφή και διακριτό επιστημονικά αντικείμενα, γιατί απομειώνεται η σημασία και η αναγκαιότητα του να λειτουργήσει μέσα στο πλαίσιο της γενικής υποχρεωτικής παιδείας;»[5]. Ας μη λησμονούμε όμως την εύστοχη επισήμανση του σοφού Λάϊμπνιτς, ότι «αν η Γεωμετρία απαιτούσε τρόπο ζωής, θα την είχαμε αποβάλει από την σχολική εκπαίδευση»! Συμφωνούμε, συνεπώς, με την άποψη του συναδέλφου κ. Δ. Βογιατζή: «Τίποτε δεν εμποδίζει, η ομολογιακή και πολλές φορές κατηχητική διδασκαλία των Θρησκευτικών να διέπεται από τις αρχές του σεβασμού, της ανεκτικότητας και της ειρηνικής συμβίωσης, που άλλωστε είναι και βασικές άξιες του Χριστιανισμού». Εξ άλλου, όπως συμβαίνει με όλα τα μαθήματα, έτσι και το Μ.τ.Θ., προετοιμάζει, ως ένα σημείο, τον μαθητή για την συνέχεια της θεολογικής κατάρτισης στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Τριτοβάθμια). Στο σημείο αυτό ο Καθηγητής και πρ. Πρύτανης κ. Γ. Μπαμπινιώτης εκφράζει την υπεύθυνη γνώμη, ότι «αν δεν κινηθείς ... με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως», όπως το απαιτεί και η νομοθεσία μας. Και προσθέτει: Όσο το μάθημα των Θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, «παρά το πλήθος των γνώσεων μας θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία». Σ' αυτό συνηγορεί και η ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Στην άλλη Ευρώπη η θρησκευτική εκπαίδευση είναι ενταγμένη στην κρατική[6]. Στα 25 από τα 46 κράτη της Ευρώπης (μαζί και η Τουρκία) τα «θρησκευτικά» είναι μάθημα υποχρεωτικό, και στην πλειοψηφία ομολογιακό. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ασκεί εποπτεία στο μάθημα, διορίζει δε τους πάστορες-καθηγητές, έχοντας γνώμη και για τα αναλυτικά προγράμματα. Στην Γερμανία, μάλιστα, υπάρχουν και καθαρά ομολογιακά σχολεία με πολλούς μαθητές.

Όσον άφορα στην δική μας εκπαιδευτική πραγματικότητα το Μ.τ.Θ. εκπληρώνει παιδαγωγικούς και όχι εκκλησιαστικούς, κατηχητικούς καλύτερα, σκοπούς. Αυτό επιβεβαιώνεται εν πολλοίς και από τα υπάρχοντα διδακτικά εγχειρίδια. Η πολεμική -συνεπώς- κατά του ομολογιακού, κατά τα παραπάνω, χαρακτήρα του Μαθήματος αντιμάχεται την ίδια την πατερική Ορθοδοξία, διότι ανατρέπει αυτόχρημα κάθε αλλοτριωμένη χριστιανικότητα και την στοχοθεσία της Νέας Εποχής, την οποία διακονούν ακόμη και Κληρικοί και Θεολόγοι μας, εν γνώσει ή εν άγνοια. Η καθαρά Ορθοδοξία, όμως, προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες ειλικρινούς συνάντησης και διαλόγου με τα θρησκεύματα, π.χ. το Ισλάμ, απ’ όσο η δυτική χριστιανοσύνη[7].

Σ' αυτό το σημείο προσκρούει ακριβώς η προτεινόμενη, έντονα μάλιστα, θρησκειολογική μετασκευή του μαθήματος μας, δήθεν για την πλουραλιστική κοινωνία μας. Άλλωστε, σε ορθοδόξους μαθητές απευθύνεται το μάθημα. Λησμονείται, έτσι, η επιστημονική αρχή, ότι η κατανόηση της ετερότητας προϋποθέτει καλή γνώση του ίδιου και οικείου, με βάση την αριστοτελική θεμελίωση της γνωσιολογίας στις αρχές της ομοιότητας και της αντίθεσης/ διαφοράς.

Ο συνεχής όμως τονισμός, ευκαίρως ακαίρως, από «ειδικούς», αλλά αδέξιους ερασιτέχνες του παιδευτικού χώρου, της αναγκαίας θρησκειολογικής μεταρρύθμισης του μαθήματος μας, αποβλέπει βασικά στην μεταρρύθμιση των Θεολογικών Σχολών και τελικά στην έξωσή τους από τον χώρο της Κρατικής Εκπαίδευσης. Πρώτο βήμα σ' αυτή την κατεύθυνση είναι η ανωτατοποίηση και ανάδειξη σε πανεπιστημιακές Σχολές των τεσσάρων «Εκκλησιαστικών Ακαδημιών», που ανοίγουν τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής αγωγής και εκπαίδευσης. Το εισηγήθη ήδη ο κ. Γ. Σωτηρέλλης (σ. 342/3) : Προϋπόθεση της θρησκειολογικής μεταρρύθμισης του Μ.τ.Θ. είναι , κατ' αυτόν, «η ριζική αλλαγή του χαρακτήρα των Θεολογικών Σχολών» και (ζητείται) «είτε η υπαγωγή τους στις ευρύτερες παιδαγωγικές, είτε η μετεξέλιξη τους σε σχολές ανθρωπιστικών σπουδών». Αυτό βέβαια επί δεκαετίες τώρα το υποστηρίζουν και Καθηγητές των Σχολών μας. Πόσο δίκιο, λοιπόν, έχει ο ιερός Χρυσόστομος, όταν λέγει, ότι: «τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύναται» (ΡG 52,459 επ.)

Η φύση και το περιεχόμενο του Μ.τ.Θ. και η θέση του στο εκπαιδευτικό μας σύστημα σχετίζεται άμεσα με τον τύπο ανθρώπου, που επιδιώκει η Παιδεία/Εκπαίδευσή μας και το δράμα γενικά, που την διέπει. Εδώ εντοπίζεται και η γενικότερη παθολογία της Εκπαίδευσης μας, που αδιαφορώντας για την ιστορική συνέχεια και συνοχή της κοινωνίας μας, στοχεύει, κατά τα φαινόμενα σε μια «κοινωνία ουδέτερη» χωρίς ταυτότητα, χωρίς παραδόσεις, χωρίς ιστορία, χωρίς συλλογικά βιώματα, χωρίς μεταφυσική ελπίδα, χωρίς γιορτές» (Χρ. Γιανναράς)[8].

- Β -

Μετά τον ομολογιακό, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, σημασία έχει και ο εθνικός χαρακτήρας του Μαθήματος, αναγνωριζόμενος και αυτός από το Σύνταγμά μας, που ορίζει, ως βούληση του Έθνους, την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και την διάπλαση τους σε ελεύθερους πολίτες (16,2). Την πρακτική διεύρυνση αυτού του αιτήματος προσφέρει το άρθρο 1, παρ. 1α, του Ν. 1566/1985, μιλώντας για την δημιουργία πολιτών, που να «διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης». Ο εθνικός (δηλαδή πατριωτικός) χαρακτήρας σύνολης της σχολικής μας παιδείας προσκρούει βέβαια στο ρεύμα του φυλετικού εθνικισμού (19ος αι.) και του διεθνισμού ( 20ος αι.), που νοθεύουν τον αταξικό και αντιπαραταξιακό πατριωτισμό, στα όρια του σεβασμού της ετερότητας και της ελευθερίας της. Αυτό είναι άλλωστε , το αυθεντικό πνεύμα του Ελληνισμού στην διαιώνιά του πορεία. Σήμερα η απειλή προέρχεται από την καλλιεργούμενη ανεθνικότητα και τις σαφώς αντεθνικές θεωρίες, που εισάγονται μεθοδευμένα στον χώρο της ιστορίας και γενικότερα της παιδείας. Η Ορθοδοξία όμως συνδέει αρμονικά την εθνικότητα με την υπερεθνικότητα, ιδιαίτερα στον χώρο της λατρείας. Αυτά πρέπει ιδιαίτερα να λαμβάνονται υπόψη, για την κατανόηση των οποιωνδήποτε αρνητικών συμπεριφορών έναντι του μαθήματος μας.

Η ιδιαίτερη σημασία του Μ.τ.Θ. στην καλλιέργεια εθνικού φρονήματος, που είναι συγχρόνως υπερφυλετικό και ελληνορθόδοξα οικουμενικό, φαίνεται σε βάθος και πλάτος στην προβολή και ερμηνεία από αυτό του πολιτισμού μας σε όλες τις όψεις του. Γι’ αυτό αποκρούεται και το Μάθημα μας, μαζί με την ιστορία, από εκείνους που ακολουθούν την έξωθεν χαρασσόμενη γραμμή του αντεθνισμού και κατεργάζεται την εκθεμελίωση του Έθνους, ως όρου και ως φορέα συγκεκριμένου νοήματος. Στο πλαίσιο αυτής της πολεμικής σχετικοποιούνται και βαθμηδόν απονοηματοδοτούνται η πίστη, η ιστορία, ο πολιτισμός, η παράδοση και κάθε στοιχείο της εθνότητας και εθνικότητας. Η τεχνητή και έξωθεν προωθούμενη πολυπολιτισμικότητα έχει ως στόχους τα μαθήματα των Θρησκευτικών, της Ιστορίας και των Ελληνικών (γλώσσα), διότι προβάλλουν και ενισχύουν τα κύρια συστατικά του Έθνους και της εθνικότητας μας, κατά τον περί Έθνους ορισμό του Ηροδότου (ομόφυλο-ομόδοξο και ομότροπο, δηλ, κοινά ήθη). Η στάση, συνεπώς, απέναντι στα μαθήματα αυτά, ιδιαίτερα στο Μ.τ.Θ. ελέγχει την ποιότητα της πολιτισμικής μας συνείδησης. Ελέγχει όμως, συνάμα, την διοίκηση της Πολιτείας, και λιγότερο της Εκκλησίας, και αφορά σ’ όλους τους Έλληνες πολίτες, ως πολίτες του Κράτους και όχι μόνο ως θρησκεύουσες προσωπικότητες[9]. Η Ορθόδοξη Θεολογία, που προσφέρεται στην εκπαίδευση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παγκόσμια ιστορία και ιδιαίτερα την ελληνική. Η εκκλησιαστική ιστορία, άλλωστε, είναι μέρος της ιστορίας του πολιτισμού. Ο χωρισμός της Θεολογίας από την Ιστορία είναι ξένος προς την ελληνικότητα. Εξ άλλου, είναι αδιανόητος κάθε διαχωρισμός της Ιστορίας και του πολιτισμού από την Θεολογία της Ορθοδοξίας και του τρόπου ζωής, που αυτή παράγει .Όλη η ζωή του Έθνους είναι διαποτισμένη από το πνεύμα της Ορθοδοξίας, αφού Ορθοδοξία και Ελληνικότητα, ενωμένα σε μία θεανθρώπινη ένωση, είναι μεγέθη πια ασύγχυτα μεν, αλλά και αδιαίρετα.

Γι' αυτό το μάθημα μας, πράγματι «δεν πρέπει να έχη, στενά ομολογιακό, ούτε (όμως) και γενικά θρησκειολογικό χαρακτήρα, αλλά κυρίως ιστορικό».Το μάθημα ενσαρκώνει και εκφράζει σύνολο τον πολιτισμό μας και «βοηθά στην κατανόηση» της εθνικής μας παράδοσης. Προσφέρει τα αναγκαία ερμηνευτικά κλειδιά για την προσέγγιση και βίωση του πολιτισμού μας (τοπωνύμια, εορτές, πανηγύρεις, έθιμα και όλο το περιεχόμενο του λαϊκού βίου και της θρησκείας, που θεματικά άλλωστε αναπτύσσει ή Λαογραφία).

Παράλληλα όμως το Μ.τ.Θ. συμβάλλει και στην παραγωγή πολιτισμού, όπως άλλωστε και όλη η Ορθοδοξία. Ο πολιτισμός προϋποθέτει «τον πολιτισμό της ψυχής» κατά τον Τόυμπη. Το περιεχόμενο της ψυχής προβαλλόμενο προς το έξω πραγματώνεται ως πολιτισμός. Γι' αυτό και ή Ορθοδοξία δημιουργεί, με την συνέργεια ανθρώπου και θείας Χάρης, φρόνημα, και αυτό κινεί τον άνθρωπο στην νοοτροπία και τις συμπεριφορές του, αλλά και σ’ όλα τα έργα του. Λειτουργώντας σ' αυτή την κατάσταση το Μάθημα μας, προβάλλει τις σταθερές του πολιτισμού, που διακρατούν την εθνική ταυτότητα μας και την ιδιοπροσωπία μας, ως προϋπόθεση της εθνικής συνέχειας μας στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο της Νέας Εποχής και της ισοπεδωτικής Παγκοσμιοποίησης. Βοηθεί, έτσι, στην αποφυγή της ολιστικής συγχώνευσης και διάλυσης στην νεοεποχίτικη πλανητική κοινωνία και της μεταβολής των νέων μας σε πλανητικούς ανθρώπους, οικονομικές δηλ. μονάδες της παγκόσμιας αγοράς. Δεν πρέπει δε να λησμονείται, ότι το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο μας απέναντι στην κατασκευαζόμενη νέα παγκόσμια κοινωνία, είναι η Ορθόδοξη παράδοση μας, όπως και όλων των Ορθοδόξων φυσικά. Η αυθεντική δε, δηλ. αποστολική και αγιοπατερική, Ορθοδοξία, ποτέ δεν μπορεί να δημιουργήσει πνεύμα μισαλλοδοξίας και φανατισμού, διότι η μαρτυρική συνείδηση, που δημιουργεί, εκφράζεται ως θυσία του Ορθοδόξου για τους άλλους και όχι το αντίθετο, το οποίο συνιστά μόνιμη πράξη του κόσμου.

Η Ορθοδοξία των Αγίων μας, εξ άλλου, δεν είναι μία απλή θεωρητική, άσαρκη και διανοητική πίστη ή απλή θρησκευτική διδασκαλία. Είναι ζωή και πράξη. Το προσφερόμενο από αυτήν, στο οποίο σταθερά παραπέμπει το Μάθημα μας, είναι η εμπειρία των Αγίων μας και η δυναμική τους στο ιστορικό μας γίγνεσθαι. Οι Άγιοι σφραγίζουν ανεξίτηλα τον πολιτισμό μας[10]. Ο ελληνορθόδοξος δε, πολιτισμός είναι στη βάση και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, συνδέοντας και μας, αλλά και όλη την Ευρώπη, με την ταυτότητα της στην προσχισματική περίοδο της. Το Μ.τ.Θ., συνεπώς, είναι μία δυνατότητα συνάντησης όλης της ευρωπαϊκής νεολαίας στην αρχαία πολιτιστική ενότητα της. Συμβάλλει, έτσι στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ενότητα, σε μια κοινή βάση. Η μετά το σχίσμα Ευρώπη (μεσαιωνική και νεώτερη) πάσχει από ένα διασπαστικό σύνδρομο, που δημιουργεί συνεχώς ρήγματα στην ιστορική σάρκα και την συλλογική συνείδηση της. Η Ορθοδοξία των Αγίων, προσφερόμενη επιστημονικά και νηφάλια, μπορεί να συμβάλει στην από κοινού αναζήτηση των κοινών θεμελίων, ενισχύοντας έτσι και την οικουμενική ενωτική προσπάθεια, και μάλιστα σε αυθεντική βάση. Οι ορθόδοξοι μαθητές, εξ αλλού, θα σέβονται πολύ περισσότερο τους πολιτισμούς των εισερχομένων στην χώρα μας μεταναστών, όσο περισσότερο σέβονται τον δικό τους πολιτισμό, οδηγούμενοι σε φιλικές και φιλάνθρωπες σχέσεις μαζί τους.

Βέβαια, γνωρίζω ότι οι άγευστοι της πατερικότητας και αμύητοι στον πολιτισμό μας, πλανήτες και ανέστιοι στην έρημο του κόσμου, θα αισθάνονται αηδία ακούοντας τις επισημάνσεις αυτές. Δεν με απασχολεί. Αυτό που με τρομάζει είναι, αν υπάρχουν Θεολόγοι, που αισθάνονται το ίδιο. Θέτω, λοιπόν, ένα κριτικό ερώτημα στον καθένα μας: αξίζει ή όχι ο σεβασμός του πολιτισμού μας, που δεν είναι μόνο εθνικός, αλλ' όπως αποδεικνύει η ορθόδοξη οικουμένη, και οικουμενικός και παγκόσμιος, και η μέχρι θυσίας εμμονή στην συνέχεια του; Πώς θα επιτευχθεί όμως αυτό χωρίς την διαπότιση της εκπαίδευσης μας με το ορθόδοξο άρωμα αυτού του πολιτισμού, που μπορεί να της παράσχει το Μάθημα μας;

Θα κατακλείσω αυτή την εισήγηση με τις βαρύνουσες γνώμες δύο διανοητών μας για το Μ.τ.Θ. και την εθνική προσφορά του. Ο κ. Χρήστος Γιανναράς (Ιχνηλασία νοήματος, Πολιτική, Κοινωνία και Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα, 1998) υποστηρίζει, ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια, δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποια θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της Ορθοδοξίας, που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η Πολιτεία δεν απαιτεί σαφώς από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά τον μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη Θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως, λέγει, τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων».

Εξ άλλου ο κ. Νίκος Μουζέλης* (ΒΗΜΑ,16.10.1995) προσθέτει: «Η ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία αποτελούν μία βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Γι' αυτόν τον λόγο, ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει ή όχι, η γνώση των συστατικών στοιχείων της Ορθοδοξίας, της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση, για να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε στο χώρο και στον χρόνο».

 

Βιβλιογραφική Σημείωση.
Βασικό υλικό για το θέμα μας προσφέρεται στα περιοδικά:
Α) Εκκλησία, έτος ΠΕ', τεύχος 9, Οκτώβριος 2008
Β) Κοινωνία, έτος ΝΑ', τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.

 

Σημειώσεις

1. Π.χ. Αλ. Σακελλάριος, πανεπιστημιακός, «Ελευθεροτυπία», 8.1.2009.

2. Γ. Σωτηρέλλης, Θρησκεία και Εκπαίδευση, 19983, σ.331.

3. Επικροτούμε δε τα υπογραμμιζόμενα «βασικά κριτήρια» για την έκθεση της διδακτικής ύλης: «Απαιτούμενη στάση απέναντι ατούς αλλόπιστους, τους ετερόδοξους, τις προβληματικές ιδεολογίες και τα αντίστοιχα κινήματα: Έγκυρη ενημέρωση, ανάλυση, ερμηνεία. Συμπαράθεση απόψεων (αμερόληπτη και αντικειμενική). Σεβασμός των εκπροσώπων τους. Αγωγή για μαρτυρία και ομολογία ή διάλογο (όπου αυτός είναι δυνατός), καθώς και για άμυνα (όπου είναι αναπόφευκτο). Αποφυγή προσβλητικών χαρακτηρισμών, υποτίμησης, περιφρόνησης, γελοιοποίησης, πολεμικής και φανατικής αντίθεσης».

4. Στα μαθήματα μου έλεγα συχνά στους φοιτητές μου, ότι στη Σχολή δεν είμαι ούτε πιστός, ούτε άπιστος, αλλά αυτό που μου αποκαλύπτουν οι πηγές μου.

5. Πρβλ. γνώμη του Π.Ι., ΦΕΚ 303, τευχ. Β’, 13.3.2003.

6. Βλ. Γ.Η.Κρίππα, Η συνταγματική κατοχύρωση του Μαθήματος των Θρησκευτικών παρ’ ημίν και εν τη αλλοδαπή, Αθήνα 2001 και του Ιδίου, Συνταγματική θεώρηση του μαθήματος των θρησκευτικών στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Πύργος 2008. Πρβλ. και το άρθρο του κ. Κων.Χολέβα, στην «Κοινωνία», έτος ΝΑ’ (2008), σ. 319 επ.

7. Η προσωπική μου εμπειρία είναι ότι το Ισλάμ συμπαθεί τους Έλληνες ως Ορθοδόξους, λόγω των κοινών περιπετειών μας από τις δυτικές σταυροφορίες και μετά, μας συγκατατάσσουν δε με την Δύση και μας αντιμετωπίζουν, όπως αυτήν, όταν συμμαχούμε με αυτήν στη στάση της απέναντι τους.

8. Όπως γράφει: «Το παιδί αποκόβεται μεθοδικά από κάθε βιωματική ρίζα ελληνικής ιδιαιτερότητας, πολιτιστικής καύχησης, πίστης, λαϊκής ευσέβειας. Η λέξη «προσευχή» έχει απαλειφθεί ολοκληρωτικά, υπάρχει μόνο ένα λαϊκό στιχούργημα επίκλησης στο Θεό για βροχή, που τιτλοφορείται «Παρακάλεση». Στα τρία χρόνια εμφανίζεται δύο φορές η λέξη Παναγιά-Παναγίτσα και άλλες δύο η λέξη Χριστός, τη μία σε κείμενο του Ανατόλ Φράνς(!) και την άλλη σε αφελές και πάλι στιχούργημα. Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα μνημονεύονται με φολκλορική αποκλειστικά σημασιοδότηση και επεξηγήσεις του τύπου «τότε τρώμε αρνί σουβλιστό και κοκορέτσι» ή «μαμά, τα Χριστούγεννα θέλω να μου φτιάξεις χριστόψωμο». Ακόμα και ο «Αϊ-Λιάς» παρουσιάζεται στα παιδιά σαν γέρος θαλασσινός, που βαρέθηκε τη θάλασσα κι έστησε την καλύβα του σε μια κορφή: «Από τότε οι κορφούλες των βουνών γέμισαν εκκλησάκια του Αϊ-Λιά».

9. Βλ. το πολύ καλό άρθρο του συναδέλφου π. Θωμά Βαμβίνη, στο περιοδ. «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» της Ι.Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Το Μάθημα των Θρησκευτικών και οι αντιδράσεις, Σεπτέμβριος 2008, σ.8 επ. Πολύ εύστοχα ο συγγραφέας σημειώνει: «Γι' αυτό δεν μπορεί κανείς να πη ότι μαθαίνει την Ιστορία του τόπου του, αν έχουν αφαιρεθή από αυτήν οι διεργασίες που έγιναν, π.χ. για την διατύπωση των δογμάτων της πίστεως, διεργασίες που δείχνουν αφενός μεν τις φιλοσοφικές ρίζες και τάσεις του ελληνισμού στην διαχρονική του πορεία, αφετέρου δε την σοφία των θεοπτών Πατέρων τής Εκκλησίας, οι οποίοι με την διατύπωση των δογμάτων διέσωσαν την δυνατότητα των πιστών να περνούν από τα λόγια και νοήματα των δογμάτων στη βίωση του μυστηρίου του Θεού, της Αγίας Τριάδος και της ενανθρωπήσεως του Χρίστου, που είναι πέρα από κάθε λόγο και νόημα. Η ιστορία της Εκκλησίας, τα γεγονότα που συνδέονται με την ζωή της, ο τρόπος ζωής των μελών της και ή θεολογία της, ως τμήμα της εθνικής μας ιστορίας, αλλά και ως παρόν, αφού η Εκκλησία συνεχίζει να υπάρχη και να νοηματοδοτή την ζωή των περισσοτέρων πολιτών του Ελληνικού Κράτους, Ελλήνων και αλλοδαπών, είναι ένα μάθημα, που οφείλει να διδάσκεται κάθε πολίτης αυτής της χώρας, πιστός και άπιστος, χριστιανός, αλλόθρησκος ή αλλόδοξος, που θέλει να είναι ενημερωμένος και ενσυνείδητα πνευματικά τοποθετημένος».

10. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Εκκλησία και σύγχρονος Ελλαδικός Πολιτισμός, Αθήναι 2006.

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα «Ζωηφόρος»

Σχόλιο για τον κ. Νίκο Μουζέλη από τον καθηγητή Νεοκλή Σαρρή στο video: Τομές 7.10.08 1/3 - Διαμάχη Καρατζά-Βερέμη

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Καθηλωμένοι σε μηδενική βάση

Tου Xρήστου Γιανναρά

Πότε λέμε ότι «έχει τελειώσει πολιτικά» μια κυβέρνηση; Μάλλον όταν τα ενεργήματά της δεν υπακούνε σε καμιά λογική. Ούτε καν στη λογική του ενστίκτου αυτοσυντήρησης.

Ας απαντούσε έστω σε μία και μόνη ερώτηση ο σημερινός (ένας ακόμα μοιραίος για τον τόπο) πρωθυπουργός: Για ποιον σκοπό πιστεύει ότι εκλέγεται μια κυβέρνηση; Για να κυβερνήσει τη χώρα με το συγκεκριμένο πρόγραμμα που προεκλογικά έχει εξαγγείλει και η πλειοψηφία των πολιτών προέκρινε; ΄Η για να αποδυθεί σε «διαλόγους» κολακεύοντας οργανωμένα συμφέροντα, μήπως και αυτά της επιτρέψουν περιορισμένης ευθύνης διαχείριση των κοινών;

Βαρναλικές φιγούρες της πολιτικής –«δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι»– ας απαντήσουν: Τι ακριβώς σημαίνει ένας «από μηδενική βάση διάλογος» για την Παιδεία; Οτι παραιτείται η κυβέρνηση από τις προγραμματικές της δεσμεύσεις και τη λαϊκή εντολή να τις εφαρμόσει;

Και προδίδοντας τη δεδηλωμένη πλειοψηφία των πολιτών καλεί σε διάλογο ποιους; Τις συνδικαλιστικές μαφίες των μειοψηφικών κομμάτων; Καλεί όσα δύστυχα μαθητούδια έχουν στρατωνιστεί στον κομματικό γενιτσαρισμό του «μαθητικού κινήματος»; ΄Η τους συλλόγους των γονέων, που μπορεί ειλικρινά να ενδιαφέρονται για την παιδεία των παιδιών τους, αλλά δεν διαθέτουν οπωσδήποτε τις εξειδικευμένες γνώσεις για να έχουν υπολογίσιμη γνώμη.

Είναι περισσότερο από φανερό ότι και ο ίδιος πρωθυπουργός ούτε που υποψιάζεται ποιες πολύμοχθες ειδικές σπουδές απαιτεί μια γόνιμη αναμέτρηση με τα προβλήματα της εκπαίδευσης, ποια τεράστια πείρα παιδαγωγική, ποιαν έκτακτη ευφυΐα, τι εχέγγυα ανεξαρτησίας από ιδεολογικές μεροληψίες. Δεν υποψιάζεται τίποτε από αυτά, γι’ αυτό και διόρισε τρεις έως τώρα υπουργούς Παιδείας με κριτήρια που αποτελούν αίνιγμα και σκάνδαλο: Ποια εξειδίκευση, ποια προετοιμασία, ποιο κύρος είχαν και οι τρεις αυτές θλιβερές κομματικές πριμαντόνες που προκρίθηκαν από τον πρωθυπουργό για να ριχτούν στην κάμινο του πυρός την καιομένη;

Εγραφε το κύριο άρθρο της «Καθημερινής» στις 30/1/2009, πώς «όταν στόχος μιας κυβέρνησης είναι η συνέχιση της αδράνειας, τότε επιλέγεται ο διάλογος από μηδενική βάση που ουσιαστικά σημαίνει το πάγωμα κάθε μεταρρύθμισης». Δηλαδή επιλέγεται ο αδιάντροπος εμπαιγμός της κοινωνίας των πολιτών. Δεκαετίες τώρα οι κυβερνήσεις των δύο «κομμάτων εξουσίας» θάβουν την ντροπή ευτελισμού της εκπαίδευσης στον παραλογισμό του προσχηματικού «διαλόγου». Και η παρακμιακή μας κοινωνία καταπίνει τον εμπαιγμό. Συνεχίζει να προσφέρει την ψήφο της στους δεξιοτέχνες της απάτης. Μας έχουν οδηγήσει σε εφιάλτη κοινωνικής διάλυσης και αδιεξόδου, αλλά οι δημοσκοπήσεις βεβαιώνουν ότι ένα 60 ή και 70% των ψηφοφόρων παραμένουν, με απίστευτη μαζοχιστική εμμονή, υποστηρικτές των δημίων μας.

Βέβαια, η φενάκη του «διαλόγου» και ειδικότερα ο παραλογισμός του «διαλόγου από μηδενική βάση» είναι η αντιπαροχή εξουσίας που προσφέρουν οι κυβερνήσεις στα μειοψηφικά κομματικά απολειφάδια του Κοινοβουλίου. Αντιπαροχή εξευμενισμού (όπως στον μύθο τα νεανικά κορμιά αντιπαροχή στον Μινώταυρο) επειδή τα κομματικά απολειφάδια διεκδικούν μερίδιο εξουσίας με όπλο τη βία – είναι η μόνιμη απειλή της έννομης τάξης που οι κυβερνήσεις αδυνατούν να ελέγξουν. Εχουν δηλώσει προκλητικότατα οι δήθεν «αριστερές» κομματικές μειοψηφίες ότι αρνούνται να πειθαρχούν στους νόμους της Δημοκρατίας, ότι τις αποφάσεις της Βουλής τις κρίνει η οχλοκρατία στους δρόμους.

Εχουν τον αέρα να το κάνουν. Συνεχίζουν «με καινούργιες μορφές πάλης» το πραξικόπημα του 1946-1949. Ποντάροντας στην αλογία της ψυχολογίας του όχλου ελέγχουν τις λυμφατικές κυβερνήσεις των ασπόνδυλων «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων εξουσίας με όπλο γκανγκστερικούς εκβιασμούς στο τραπέζι «διαλόγων».

Ετσι οι «διάλογοι», στους οποίους έντρομες καταφεύγουν οι κυβερνήσεις, είναι πάντοτε μονότροπα προκαθορισμένοι: Οι τάχα και «αριστεροί» ζητάνε μόνο λεφτά, μόνο αυξήσεις κονδυλίων. Και οι άλλοι, που δεν έχουν κανένα κοινωνικό όραμα να αντιτάξουν, καμιά πίστη, αρκούνται να παζαρεύουν. Κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες, έστω κατ’ επίφασιν, δεν ξεμυτίζουν στον «διάλογο». Τα κομματίδια του «αριστερού» καριερισμού δεν μάχονται για αξιοκρατία, δεν απαιτούν ποιότητα. Δεν διανοούνται να ελέγξουν με ποια προετοιμασία, ποιαν εξειδίκευση, ποια γνώση των εκπαιδευτικών συστημάτων, ποια παιδαγωγική εμπειρία αναλαμβάνονται ευθύνες υπουργού Παιδείας, υφυπουργού, γενικού γραμματέα, προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Ερευνας. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να ρεύσει χρήμα, να επωφεληθούν τα τρωκτικά της παραεξουσίας.

Η μονοτροπία των οικονομικών διεκδικήσεων δεν επιτρέπει, ούτε σαν ψίθυρο, την άμεσα επαληθεύσιμη πιστοποίηση: Οτι, αν εξαιρέσουμε τη συνεχή ανάγκη να προστίθενται και να συντηρούνται κτίρια, η Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα δεν χρειάζεται ούτε δραχμή παραπάνω. Η σπατάλη σε σχολειά και πανεπιστήμια είναι εξωφρενική. Οι αργομισθίες προκλητικές. Οι ατιμώρητες καταστροφές υλικού (όχι μόνο από κουκουλοφόρους) πελώριο σκάνδαλο. Η δωρεάν παροχή βιβλίων και συγγραμμάτων σε φτωχούς και πλούσιους, σωστή παράνοια. Το ίδιο και η πληθώρα εργαστηρίων φυσικής και χημείας που μένουν αχρησιμοποίητα, οι αναρίθμητοι υπολογιστές που περιμένουν επισκευή ή είναι άχρηστοι από κακή συντήρηση, οι όγκοι βιβλίων παροπλισμένων σε κλειδωμένες βιβλιοθήκες – τέλος δεν έχει η πολυποικιλότητα της σπατάλης. Νοικοκύρεμα χρειάζεται η Παιδεία, όχι λεφτά. Και αμείλικτη αξιοκρατία σε κάθε πτυχή της.

Τριάντα πέντε χρόνια τώρα η κομματική ιδιοτέλεια εκμαυλίζει την ελλαδική κοινωνία και ειδικότερα τη νεολαία, με δωρεάν φανταιζίστικες παροχές, ενώ εγκληματικά στερεί τη χώρα από παραγωγικές επενδύσεις σε απαιτητικές δομές εκπαίδευσης και έρευνας. Μπουκωμένη η νεολαία και πεπεισμένη ότι το κράτος μόνο της οφείλει και της τα οφείλει όλα δωρεάν, δεν έχει άλλη διαφυγή από την επακόλουθη ανία παρά μόνο το σπορ της καταστροφής, το αυτονόητο των βανδαλισμών. Και δεν υπάρχει ούτε μια τίμια αριστερή φωνή να κραυγάσει: «Καταργήστε την εκμαυλιστική φενάκη της δωρεάν παιδείας, ούτε δραχμή παραπάνω στο μπάχαλο της παιδείας, αναμορφώστε από τα θεμέλια τη διαλυμένη παιδεία».

Ανάσχεση της κατάφωρης κοινωνικής αποσύνθεσης και της συντελεσμένης καταστροφής του κράτους δεν είναι λογικό να περιμένουμε: οι πολιτικές εξελίξεις είναι φρακαρισμένες στα δόκανα της οικογενειοκρατίας, στο τέλμα μικρονοϊκής εξουσιολαγνείας σπιθαμιαίων ηγεμονίσκων. Οι ηγεμονίσκοι δεν μπορούν καν να διαβάσουν αυτές εδώ τις γραμμές ή όποια άλλη γραφή κριτικής και πολιτικής αγωνίας: οι «γκουβερνάντες» τους ξεχωρίζουν από τις εφημερίδες μόνο τα εύπεπτα για τον αρχηγό αποκόμματα!..

Και είναι μόλις ογδόντα έξι χρόνια που ο Καβάφης έγραφε «το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν». Μέσα σε δυο γενιές φτάσαμε από τον Καβάφη στον Αλαβάνο.

Αναδημοσίευση από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα......