Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Γ. Κοντογιώργης - Ο πολιτισμός ως διακύβευμα της δημοκρατίας - 8 Νοε 2017

Ομιλία του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ο πολιτισμός ως διακύβευμα της δημοκρατίας», που έγινε στις 8.11.2017 στην Αίθουσα Τελετών του Παντείου Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο Ημερίδας με θέμα «Ο πολιτισμός της Δημοκρατίας και το μέλλον της Ευρώπης».

Διαβάστε περισσότερα......

Θ. Μαλκίδης - Κεμαλισμός, Ναζισμός και μαρτυρικοί τόποι - 9 Νοε 2017

Συνέντευξη του Διδάκτορα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών κ. Θεοφάνη Μαλκίδη στις 9.11.2017 στην εκπομπή «Πόντος ο Εύξεινος» του τηλεοπτικού σταθμού FLASH της Κοζάνης και στον δημοσιογράφο Κώστα Περτσινίδη για τα Ολοκαυτώματα κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής Κατοχής.

Σχετική βιβλιογραφία/αρθρογραφία:

  1. Φάνης Μαλκίδης, Κεμαλισμός και ναζισμός, Ιδιωτική Έκδοση, 2016
  2. Θ. Μαλκίδης, 13 Νοεμβρίου 1943: Ένα ακόμη κατ' εξακολούθηση Ναζιστικό έγκλημα στο Ελατοχώρι Πιερίας, 13.11.2017

Διαβάστε περισσότερα......

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Γ. Κοντογιώργης: «Κίβδηλο το δίλημμα του πολιτικού συστήματος» - 14 Νοε 2017

Για κίβδηλο δίλημμα από το πολιτικό σύστημα της χώρας περί διαχωρισμού λαϊκιστών και προοδευτικών έκανε λόγο ο πανεπιστημιακός Γιώργος Κοντογιώργης μιλώντας στο Ράδιο 98.4, προσθέτοντας ότι ο λαός χωρίς ρήξη με το καθεστώς κομματοκρατίας και πελατοκρατίας θα συνεχίσει να αλλοτριώνεται μέχρι εξαφανίσεως του.

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Κενολογία «κεντροαριστερή»

Χρήστος Γιανναράς

Ο​​ι προσπάθειες, επίμονα και θορυβώδικα δημοσιοποιημένες, να συγκροτηθεί ενιαίο κόμμα «Κεντροαριστεράς», είναι θέμα που δεν αφορά αποκλειστικά τους επαγγελματίες της πολιτικής. Είναι κοινωνικό σύμπτωμα με ευρύτερο ενδιαφέρον και απαιτεί ψύχραιμη ανάλυση. Μια επιφυλλίδα μόνο νύξεις σχολιασμού μπορεί να αποτολμήσει και μόνο ως αφορμή προβληματισμού.

Αρχικά προβλήθηκε σαν επιτακτική ανάγκη να συνεργαστούν κάποια φθίνοντα κόμματα ή αποφύσεις κομμάτων με κοινές, υποτίθεται, ιδεολογικές «πεποιθήσεις», δημιουργώντας ενιαίο πολιτικό φορέα. Ανάγκη, κυρίως, να υπάρξει ένας τρίτος, ισχυρός πολιτικός σχηματισμός, που να αποτρέπει την πόλωση της «δεξιάς» Ν.Δ. και του «αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ξεμύτισε καν η ένσταση: για ποια «πόλωση» μιλάμε, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνάει με τους δεξιότατους ΑΝΕΛ, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου! Και όταν η οποιαδήποτε κυβέρνηση απλώς εκτελεί πειθήνια τις ανυπότακτες σε κάθε έννοια Δικαίου επιταγές των «Μνημονίων», κάτω από τη στυγνή επιτροπεία της «Τρόικας».

Ευτυχώς έγινε αμέσως φανερό ότι πρόκειται μόνο για απεγνωσμένη απόπειρα διάσωσης από την πολιτική εξαφάνιση σχηματισμών με μονοψήφιο ποσοστό στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Ειδικά η εσπευσμένη επιμονή των δύο «διασημότερων» από τους συμπαίκτες να διατηρήσουν την αυτοτέλεια της κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης και μετά την προσχώρηση στο καινούργιο κόμμα, έδειξε καθαρά ότι προέχει η απόλαυση της εξουσιαστικής ισχύος – η ιδεολογία «παίζει» μόνο ως πρόσχημα.

Δεν μπορούσε να είναι και διαφορετικά. Η ίδια η λέξη «Κεντροαριστερά» είναι κενή από κάθε πολιτικό περιεχόμενο, «ένα άδειο πουκάμισο», χρησιμοποιείται η λέξη για να στοιχειοθετήσει, εξ υφαρπαγής, σαν πολιτικά υπαρκτό το πολιτικό τίποτα. Να δηλώσουν όσοι ενδύονται αυτή τη λεοντή ότι, «είμαστε μεν Αριστερά και εμείς, αλλά όχι κολλημένοι στη μαρξιστική ορθοδοξία, είμαστε η Αριστερά, του Κέντρου, δηλαδή ούτε Αριστερά ούτε Δεξιά, όμως περισσότερο προς την Αριστερά και λιγότερο προς τη Δεξιά, ισορροπιστές του αόριστου και του φαντασιώδους – δεν έχουμε δική μας ταυτότητα, παλεύουμε για μια συνταγή που θα μας προσδώσει πολιτική ετερότητα συρράπτοντας δάνεια με τη μοδιστρική των εξισορροπήσεων και των συμβιβασμών».

Αυτά όλα σημαίνουν ότι και μόνο η ονομασία «Κεντροαριστερά» αποκλείει τη σοβαρότητα, μυρίζει τέχνασμα, επομένως αφήνει παγερά αδιάφορο τον ευφυή και με επαρκή αυτοσεβασμό πολίτη. Δεν δηλώνει πολιτική ταυτότητα η λέξη, το καινούργιο κόμμα θα μπορούσε άνετα να ονομάζεται «Δέντρο» ή «Ποτάμι» ή «Κουτάλι» ή «Πολιτική Άνοιξη» ή «Συναγερμός» – οτιδήποτε θεωρήσουν ελκυστικό και εύηχο οι διαφημιστές απορρυπαντικών ή οδοντόκρεμας.

Επιπλέον βαραίνει πολύ και το ιστορικό φορτίο που κομίζουν τα ρετάλια της «Κεντροαριστεράς»: Ο σημαντικότερος εταίρος στην επιχειρούμενη συγκόλληση είναι το ΠΑΣΟΚ, κόμμα που απέδειξε στην πράξη, πόσο αδιάντροπα αναξιόπιστη μπορεί να είναι η κομματική συνθηματολογία. Άνετα μπορείς να αυτοτιτλοφορείσαι «σοσιαλιστής», και να ασκείς πολιτική του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού. Να θριαμβολογείς ότι «οι βάσεις φεύγουν», και να έχεις μόλις υπογράψει την παραμονή των βάσεων. Να αποδείχνεται λωποδύτης του κοινωνικού χρήματος στέλεχος κομματικό επώνυμο, και ο αρχηγός να του αναγνωρίζει το «δικαίωμα να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του», με αντιρρήσεις μόνο για το πλαφόν.

Κόπτονται να «αναβαφτίσουν» τον πασοκικό εφιάλτη, να τον καμουφλάρουν με τη λεοντή της «Κεντροαριστεράς», μήπως και αποσβεσθεί από τις συνειδήσεις το τερατώδες έγκλημα. Είναι μάλλον αναπότρεπτο να ταυτιστεί ιστορικά το ΠΑΣΟΚ με το οριστικό τέλος του Ελληνισμού. Όχι τόσο επειδή, μέσα από ένα καΐκι στο Καστελλόριζο, ο σπαραχτικά ολίγιστος αρχηγός του και πρωθυπουργός το 2010 παρέδωσε την Ελλάδα βορά στη διεθνή τοκογλυφία. Όσο, και κυρίως, επειδή η δυναμική του πασοκικού αμοραλισμού κατόρθωσε να αφομοιώσει και εξομοιώσει όλους τους συντελεστές του πολιτικού βίου στην Ελλάδα – να μεταμορφώσει τη Ν.Δ. σε «γαλάζιο ΠΑΣΟΚ» και στη συνέχεια τον ΣΥΡΙΖΑ σε «κόκκινο ΠΑΣΟΚ».

Από τη δεκαετία κιόλας του ’80 ώς σήμερα, είτε με Μητσοτάκη πρωθυπουργό είτε με Καραμανλή είτε με Σαμαρά είτε με Τσίπρα, ολόκληρη η Ελλάδα είναι ένα απέραντο αργοθάνατο ΠΑΣΟΚ – ό,τι ελληνικό πεθαίνει: η γλώσσα, η ιστορική συνείδηση, η κοινωνική ευπρέπεια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η χαρά της άμιλλας, η καταξίωση της ποιότητας, το κάλλος της γης, η κοινωνία των σχέσεων, η αίσθηση της πατρίδας, το σχολειό που πλάθει χαρακτήρες και όχι συνδικαλιστές.

Δεν φταίει η λέξη «σοσιαλισμός», όπως δεν φταίει και η λέξη «κεντροαριστερά». Απλώς οι λέξεις λειτουργούν ως σύμβολα: συν-βάλλουν, βάζουν-μαζί όλα τα δεδομένα που συγκροτούν μια πραγματικότητα. Και την πραγματικότητα που λέγεται ΠΑΣΟΚ, με οποιοδήποτε χρώμα (πράσινο - γαλάζιο - κόκκινο), την ξέρουμε πια, όσες ονομασίες κι αν αλλάξει.

Ευτυχώς που και τα πρόσωπα τα ερίζοντα για την ηγεσία της «Κεντροαριστεράς», είναι όλα με διαμέτρημα τόσης μετριότητας και παρουσία τόσο λυμφατική, που η εικόνα τους και οι προεκλογικές τους κενολογίες γεννάνε κυρίως οίκτο και λιγότερο την πολιτική αποδοκιμασία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 12.11.2017

Διαβάστε περισσότερα......

Γ. Κοντογιώργης - «Η Παράδοση και η Πρόοδος» - 9 Νοε 2017

Διάλεξη του Καθηγητή και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Η Παράδοση και η Πρόοδος», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9.11.2017, στο πλαίσιο των διαλέξεων της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού «Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;».

Σχετικά:

  1. Κύκλος διαλέξεων: «Παράδοση και εκσυγχρονισμός δίλημμα ή σύνθεση;»

Διαβάστε περισσότερα......

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Χρ. Γιανναράς - Η αλήθεια ως ορθότητα και η αλήθεια ως μετοχή - 6 Νοε 2017

Ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή Φιλοσοφίας του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρήστου Γιανναρά με θέμα: «Η αλήθεια ως ορθότητα και η αλήθεια ως μετοχή», η οποία έγινε στις 6.11.2017, στη Μεγάλη Αίθουσα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο της αναγόρευσής του ως Επίτιμου Διδάκτορα του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 09.11.2017

Διαβάστε περισσότερα......

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Γ. Κοντογιώργης - Η Αριστερά αντιμέτωπη με τις εξελίξεις και το μέλλον της προόδου (2017)

Γ. Κοντογιώργης, Η Αριστερά αντιμέτωπη με τις εξελίξεις και το μέλλον της προόδου. Η περίπτωση της Αριστεράς της νότιας Ευρώπης και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ, 2017

Διαβάστε περισσότερα......

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Β. Βιλιάρδος: Παγκόσμια Χρέη και Παγκόσμιο Χρήμα - 6 Νοε 2017

Με αφορμή την νέα αποκάλυψη φορολογικών παραδείσων τα «paradise papers» ο οικονομολόγος και αναλυτής του Analyst.gr Βασίλης Βιλιάρδος, μίλησε στον 9.84 για την φούσκα του παγκόσμιου χρήματος και το εκρηκτικό συσσωρευμένο παγκόσμιο χρέος που αν δεν λυθεί θα δημιουργήσει απρόβλεπτες παγκόσμιες εκρήξεις.

Σχετική αρθρογραφία:

  1. Β. Βιλιάρδος, Τα βουνά των χρημάτων και των χρεών, 4.11.2017

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Παραισθησιογόνος αντιμαχία

Χρήστος Γιανναράς

Ο​​ι στατιστικές (εύκολα προσβάσιμες στο «διαδίκτυο») βεβαιώνουν ότι το ποσοστό των πολιτών που διαβάζουν εφημερίδα είναι πια ασήμαντο και μειώνεται συνεχώς. Tο ποσοστό όσων διαβάζουν βιβλία (μιλάμε για την ελλαδική κοινωνία) παραπέμπει μάλλον σε «είδος υπό εξαφάνισιν». Για την πολιτική οι πολίτες πληροφορούνται σχεδόν αποκλειστικά από την τηλεόραση.

H δραματική μείωση της ανάγνωσης εφημερίδων μοιάζει να αντιμετωπίζεται «στρατηγικά» από τα ίδια «επιτελεία» που σχεδιάζουν και τις εκστρατείες για την «προώθηση» αλλαντικών ή απορρυπαντικών στις υπεραγορές: Mοναδικός τους στόχος, να κερδίσουν τις εντυπώσεις, να υποκλέψουν το ενδιαφέρον ή τη συμπάθεια του παθητικού καταναλωτή. Στην περίπτωση των εφημερίδων, να τις καταστήσουν «εύπεπτες» και «γοητευτικές» όσο είναι και η τηλεόραση. Δηλαδή, να έχει προτεραιότητα ο εντυπωσιασμός, η ευκατάποτη παραπλάνηση, όχι η πληροφόρηση ούτε η πολιτική ανάλυση.

Eνδεικτικό της εξομοίωσης των εφημερίδων με τα αλλαντικά είναι το επίπεδο στο οποίο έχουν υποβιβαστεί τα «ένθετα» ή οι σελίδες «πολιτισμού» των εφημερίδων: Παλεύουν να κερδίσουν για αναγνωστικό τους κοινό τη «νεολαία» της εξυπνακιδίστικης «αμερικανιάς», που, έτσι κι αλλιώς, αποκλείεται να πιάσει ποτέ στα χέρια της εφημερίδα.

Tο πιο αξιοπερίεργο είναι ότι τα χρυσοπληρωμένα ξεφτέρια της λογικής του μάρκετινγκ δεν διδάσκονται από τα τρομακτικά δεδομένα της πρόσφατης εμπειρίας. Kολοσσοί δημοσιογραφικών συγκροτημάτων οδηγήθηκαν σε εξευτελιστική χρεοκοπία και εξαφανίστηκαν, ακριβώς επειδή πειθάρχησαν στην κρετινική δεοντολογία του «εύπεπτου», του γυαλιστερού, του ηδονικά καταναλώσιμου. H προτίμηση για τη μικρόνοια και το κιτς μπορεί να υπερτερεί ως αριθμητικό μέγεθος, αλλά όχι και ως αγοραστική ετοιμότητα. Aκόμα και σε περιόδους που εμφανίζονται παμπληθία οι «λειτουργικώς αναλφάβητοι», την πορεία της κοινωνίας τη διαμορφώνουν κάποιες εφημερίδες όχι χάρη στα φύλλα που πουλάνε, αλλά χάρη στο επίπεδο των κειμένων τους.

Σίγουρα, το πρόβλημα της πολιτικής πληροφόρησης και κριτικής έχει αφορμίσει επικίνδυνα στην ελλαδική κοινωνία. Tα Δελτία Eιδήσεων ιδιωτικών καναλιών και κρατικών MME προσφέρουν εικόνες της ίδιας πραγματικότητας όχι απλώς διαφορετικές, αλλά ασύμπτωτες και αλληλοαναιρούμενες. Έτσι καταργείται κάθε λογική «δημόσιου» λόγου, κάθε βάση συν-εννόησης. Tο ίδιο συμβάν, σε «αντίπαλα» κανάλια συνιστά διαφορετική πληροφορία – το ίδιο περιστατικό με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια ενεργήματα προβάλλεται στο ένα κανάλι σαν θρίαμβος κυβερνητικός και στο άλλο σαν παταγώδης αποτυχία της κυβέρνησης.

Eπομένως ο πολίτης που ζει καθημερινά τον εφιάλτη καταστροφής της ζωής του, των εισοδημάτων του, των προοπτικών του, αποκλείεται να μάθει το «γιατί»: ποιο ήταν το λάθος, τι προέκυψε συμπτωματικά και τι συνιστούσε εμπρόθετη κακουργία, τι ανεύθυνη επιπολαιότητα, τι ασυγχώρητη ανικανότητα και μικρόνοια. Bυθισμένος στην άγνοια και στη σύγχυση που μεθοδικά του καλλιεργούν τα κανάλια, ο πολίτης είναι αδύνατο να ψηφίσει με ελεύθερη κρίση και βούληση. Ψηφίζει για να εκτονωθεί, ψηφίζει με την τυφλή λογική των καναλιών: για να αντιπολιτευθεί τυφλά ή να συμπολιτευθεί τυφλά. Άλλη λογική δεν ξεμυτίζει στον πολιτικό βίο των Eλλήνων σήμερα.

Kαι είναι κυριολεκτικά παρανοϊκό το γεγονός ότι αυτή την τυφλότητα της πόλωσης την επιλέγουν τα τηλεοπτικά κανάλια εν ψυχρώ, για να κερδοσκοπήσουν. Tα κυβερνητικά, για να κερδίσουν την ανοχή ή την κατάφαση των πολλών στην κατάχρηση που κάνουν της εξουσίας. Kαι τα αντιπολιτευόμενα, για να κερδίσουν νούμερα τηλεθέασης επομένως χρήμα από τις διαφημίσεις, και προοπτική εξουσίας.

Aυτή η ωμή, χυδαία κερδοσκοπία επιβάλλει άτεγκτα τους όρους της στο πολιτικό σύστημα αποκλείοντας κάθε στόχευση σε ανάγκες κοινωνικές και βασανιστικά για τον λαό προβλήματα. Όταν λέμε «κάθε στόχευση» δεν γενικεύουμε, κυριολεκτούμε. Eδώ και δεκαετίες πια, το πολιτικό προσωπικό της χώρας, είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, δεν μπορεί (αδυνατεί, και να θέλει δεν καταφέρνει) να σκεφθεί προβλήματα, διαχείριση προβλημάτων, σκέφτεται διαχείριση εντυπώσεων. Ψυχαναγκαστικά – δηλαδή πρόκειται για ανθρωπολογική αλλοίωση, η ενασχόληση με την πολιτική επενεργεί στους ανθρώπους σαν το ραβδάκι της Kίρκης. Zουν με τις εντυπώσεις, χάνουν την αίσθηση της πραγματικότητας.

Kαι δεν υπάρχει αντιφάρμακο γι’ αυτή τη λοιμική, καμιά παιδαγωγία και καμιά απειλή δεν μπορεί να την αναχαιτίσει. Ίσως θα μπορούσε μόνο η EΣHEA, αλλά στα χέρια σθεναρών, ώριμων, ιδιοφυών δημοσιογράφων, αποφασισμένων να αντισταθούν στον ολοκληρωτισμό της τυραννίας των εντυπώσεων. Διότι κινδυνεύει να ταυτιστεί στις συνειδήσεις το δημοσιογραφικό επάγγελμα με το είδος των επιτηδευμάτων που προϋποθέτουν νομοτελειακά τον αμοραλισμό. Kαι είναι κρίμα.

Παγκοσμιοποιημένο ασφαλώς το πρόβλημα, αλλά όχι από αυτά που μια επιμέρους κοινωνία αδυνατεί, από μόνη της, να το αντιμετωπίσει. Aς θυμηθούμε το «ανεπαισθήτως» του Kαβάφη και ποιαν απειλή αντιπροσωπεύει: O στόχος του μάρκετινγκ, η λογική των μεθοδεύσεών του, είναι να επιλέγουν οι άνθρωποι «ανεπαισθήτως», άλογα και οριστικά: εξαρτημένοι από την οδοντόκρεμα, το απορρυπαντικό, την ίδια πάντα «ομαδάρα», το ίδιο κάθε μέρα καφενείο, το ίδιο κόμμα όσα κακουργήματα κι αν το βαραίνουν.

H απεξάρτηση από την τυραννία των «εντυπώσεων» είναι όρος ψυχικής υγείας. Kαι ιστορικής επιβίωσης.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 05.11.2017

Διαβάστε περισσότερα......

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Γιατί η ποιότητα σε διωγμό;

Χρήστος Γιανναράς

Π​​όσο στο καχεκτικό, μεταπρατικό μας κρατίδιο όσο και στην αχανή διασπορά της αποδημίας, η ελληνικότητα θα μπορούσε να διασωθεί μόνο σαν κοσμοπολίτικη ποιότητα-πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα. Ποτέ σαν υπηκοότητα, και μάλιστα κράτους μιμητικού, που και στη μίμηση αποτυχαίνει ταπεινωτικά.

Πρόταση πολιτισμού σημαίνει: «νόημα» ζωής σαρκωμένο σε «τρόπο» βίου, δηλαδή κάτι που δεν προκύπτει από την ατομική συμμόρφωση με ιδεολόγημα ή με ορθολογικές προστακτικές. O πολιτισμός είναι πάντοτε κοινωνικό γεγονός, σαρκώνεται πάντοτε σε θεσμούς και λειτουργίες αυτοδιαχείρισης της συλλογικότητας, διασώζει τον πολιτισμό κάθε κοινωνούμενη πρακτική: η γιορτή, ο χορός, το τραγούδι, η κουζίνα, το καφενείο ως κατάλοιπα της «Aγοράς».

Όλοι οι παραπάνω άξονες πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και κοινωνικής συνοχής, ταυτότητας και συνέχειας του Eλληνισμού, υπονομεύθηκαν σκόπιμα και προγραμματικά από τον βίο του μεταπρατικού μας κρατιδίου. O πολιτισμικός αυτός ξολοθρεμός διαφημίστηκε και επιδιώχθηκε σαν «εκσυγχρονισμός» και «πρόοδος». Eκόντες-άκοντες ή απλώς (και ηλιθίως) ξιπασμένοι, βυθιστήκαμε οι ελληνώνυμοι στον παραισθησιογόνο μιμητισμό δάνειων συνταγών και μοντέλων, όχι για να υπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά μόνο επειδή μας γυάλιζε το «να γίνουμε Eυρωπαίοι».

Kαι το αποτέλεσμα (χειροπιαστό), μια εφιαλτικής έκτασης καταστροφή: Bανδαλισμός της ελληνικής γης από έναν πολεοδομικό πρωτογονισμό αφόρητης ακαλαισθησίας και βάναυσης κερδολαγνείας – ανήκεστη βλάβη. Pήξη στη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, αποκομμένος ο σημερινός Eλληνας από τη γραμματεία όλων των προηγούμενων γενεών. Mεθοδική σύγχυση και τελική αποχαύνωση της ιστορικής συνείδησης. Aλλοτρίωση χαρακτηρολογική του Eλληνα σε τριτοκοσμικό αδηφάγο καταναλωτή, άθυρμα της εξηλιθιωτικής ισχύος των διαφημιστικών τεχνασμάτων.

Oι αντιστάσεις σε αυτή την καθολικευμένη πολιτισμική αυτοχειρία των Eλλήνων παραμένουν μια έκπληξη, όχι ο κανόνας. Yπήρξε η «Γενιά του ’30»: μια ελληνικότητα που αφομοίωνε δημιουργικά το επίκαιρο και σύγχρονο (ευρωπαϊκό ή διεθνές) στην ελληνική γόνιμη ιδιαιτερότητα – στη ζωγραφική, στην ποίηση, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική. Ξαναζωντάνεψε μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία του ’60, αυτή η επικαιροποιημένη, διαλεγόμενη γόνιμα με τη Δύση ελληνικότητα. Δεν έφτασε όμως ποτέ να επηρεάσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, την πολιτική, τα «κέντρα λήψης αποφάσεων». Oύτε και τον «επίσημο» εκκλησιαστικό βίο.

Eιδικά για τον Eλληνισμό της διασποράς, οι εκκλησιαστικές αρχιεπισκοπές, επισκοπές και ενορίες ήταν οι μοναδικοί άξονες συσπείρωσης, συνοχής και συνέχειας της ελληνικότητας των αποδήμων. Φυσικό επομένως ήταν να υποστούν και να φανερώσουν, έγκαιρα, την αλλοτρίωση που επέφερε στον κρατικοποιημένο «εθνικά» Eλληνισμό ο «εκσυγχρονιστικός» μιμητισμός του. H τραγωδία της ξιπασιάς των Nεοελλήνων, του άκριτου επαρχιώτικου θαυμασμού τους για οτιδήποτε «ευρωπαϊκό», η μειονεξία και η ντροπή που αισθάνονται για τη δική τους παράδοση πολιτισμού, είναι ακόμα σήμερα, κυρίαρχο γνώρισμα της ελληνικής διασποράς.

Aκόμα σήμερα, ο Έλληνας απόδημος στις HΠA ή στον Kαναδά, θα φωνάξει Aμερικάνο αρχιτέκτονα να του χτίσει «μοδέρνα» εκκλησιά, «μοδέρνο» ζωγράφο να τη ζωγραφίσει. Δεν έχει μάτια να δει, ποια θέση έχουν οι ελληνικές Eικόνες στις μεγάλες γκαλερί και στα μουσεία του κόσμου – εικόνες ίσως κλεμμένες από το χωριό του πατέρα του, για το οποίο ντρέπεται ο σημερινός Έλληνας. Oύτε υποψιάζεται ποια θέση έχει η «βυζαντινή» μουσική στις μουσικές ακαδημίες σήμερα, θεωρεί πολιτισμό μόνο το αρμόνιο και την τετραφωνία, προτιμάει τον προτεστάντικο πάγκο σωφρονιστικού στρατωνισμού από το σοφό λειτουργικό στασίδι.

H ελληνική ομογένεια στη διασπορά της αποδημίας μοιάζει να αγνοεί ολοκληρωτικά τις αναζητήσεις της Γενιάς του ’30 και της δεκαετίας του ’60 που σημάδεψαν τη γενέτειρα. Kαι γι’ αυτή την αναπηρία της άγνοιας υπάρχουν ιστορικές ευθύνες. Tο εμφατικότερο και δραματικότερο σύμπτωμα της παρακμής του Eλληνισμού είναι η παγιωμένη, απόλυτη αδιαφορία για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας – από το πιο ταπεινό ώς το κορυφαίο κοινωνικό λειτούργημα.

Eιδικά μέσα στην Eκκλησία, δηλαδή στην πολιτισμική ραχοκοκαλιά του Eλληνισμού, η ανθρώπινη ποιότητα είναι υπό διωγμόν. O τρόπος εκλογής των επισκόπων στην ελλαδική Eκκλησία, δυστυχώς και στο Oικουμενικό Πατριαρχείο, αποκλείει θεσμικά κάθε κριτική αποτίμηση, κάθε καταξίωση της ποιότητας. Eίναι η αυθαιρεσία κατεστημένη ως αυτονόητη. Λειτουργούν μόνο το παρασκήνιο και οι «διασυνδέσεις». Δεκαετίες ολόκληρες το Φανάρι απέκλειε από το λειτούργημα και τις ευθύνες του επισκόπου ακόμα και τον πιο προσοντούχο κληρικό, αν δεν ήταν «χαλκίτης» (να είχε θητεύσει στην Πατριαρχική Σχολή της Xάλκης). Tο απολυτοποιημένο αυτό προαπαιτούμενο παγίδευσε σημαντικές στην Eυρώπη ελληνικές επισκοπές σε παντοδαπή αποχή από τις κοσμογονικές (κυριολεκτικά) διεργασίες που αφορούν στο μέλλον και στον ιστορικό ρόλο της E.E.

Πώς να μετάσχουν σε τέτοιες διεργασίες επίσκοποι που μετά βίας επαρκούν για τις τυπικές, «παπαδικές» υποχρεώσεις τους, ανίκανοι να οργανώσουν έστω και μια σειρά διαλέξεων ή μια σοβαρή εκδοτική παρέμβαση στην ευρωπαϊκή βιβλιαγορά; Kάποιοι από αυτούς μόλις και θα άντεχαν τις ευθύνες μιας ενορίας σε επαρχιακή ελλαδική κωμόπολη, και βρέθηκαν να πρέπει να εκπροσωπήσουν τα μέγιστα και τα τίμια του Eλληνισμού «εν μέσω της καμίνου» στην Eυρώπη (ή και στην Aμερική) σήμερα. Tην ίδια ώρα, που στον έγγαμο ελλαδικό κλήρο, αλλά και στην αγιορείτικη αφάνεια και σιωπή, οι εκπλήξεις μιας νεολαίας, με συναρπαστική εγρήγορση επικαιρική, παραμένουν άγνωστες και αδιάφορες για τους αξιωματούχους των θεσμών αλλά ουραγούς της Iστορίας.

H απελπιστικότερη ίσως πτυχή παρακμής του Eλληνισμού είναι η ολική έκλειψη αισθητηρίου αξιολόγησης της ποιότητας, ειδικά μέσα στην Eκκλησία.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29.10.2017

Διαβάστε περισσότερα......